CABERGOLINE
Καβεργολίνη
### Μηχανισμός δράσης Η καβεργολίνη, το δραστικό συστατικό του Καβεργολίνη, είναι ντοπαμινεργικό παράγωγο της ερυσιβώδους όλυρας που χαρακτηρίζεται από ισχυρή και μακράς διάρκειας δραστικότητα όσον αφορά στη μείωση της προλακτίνης.
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
N64 Άλλες διαταραχές του μαστού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Γαλακτόρροια
-
N91 Απουσία, αραιή και σπάνια εμμηνόρροια και μη φυσιολογική αιμορραγία κατά την εφηβεία
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Αμηνόρροια · Ολιγομηνόρροια
-
N97 Γυναικεία στειρότητα
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Ανωορρηξία
-
E22 Υπερλειτουργία της υπόφυσης
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Υπερπρολακτιναιμία
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από το στόμα
- Χορήγηση: Κατά τη διάρκεια των γευμάτων
- Δόση έναρξης: 0,5 mg ανά εβδομάδα
- Τιτλοποίηση: Η εβδομαδιαία δόση θα πρέπει να αυξάνεται βαθμιαία, κατά προτίμηση με την προσθήκη 0,5 mg κάθε εβδομάδα σε μηνιαία διαστήματα μέχρι την επίτευξη της βέλτιστης θεραπευτικής ανταπόκρισης.
-
Για την παρεμπόδιση της έναρξης της γαλουχίαςΔόση1 mgΣε άπαξ χορήγηση κατά τη διάρκεια της πρώτης ημέρας μετά τον τοκετό
-
Για τη διακοπή της γαλουχίαςΔόση0,25 mg ανά 12ωροΓια διάστημα δύο ημερών (συνολική δόση 1 mg). Να μη χορηγείται σε άπαξ δόση υψηλότερη των 0,25 mg, για αυτή την ένδειξη, επειδή αυτό θα μείωνε την ανοχή.
-
Για τη θεραπεία διαταραχών υπερπρολακτιναιμίαςΔόση0,5 mg ανά εβδομάδαΜέγ. δόση2 mg εβδομαδιαίωςΧορηγούνται σε δύο δόσεις κάθε εβδομάδα. Η θεραπευτική δόση είναι συνήθως 1 mg εβδομαδιαίως. Η εβδομαδιαία δόση είναι σκόπιμο να διαιρείται σε δύο ή σε περισσότερες δόσεις ανά εβδομάδα, ανάλογα με την ανοχή του ασθενούς. Διαιρούμενη χορήγηση συνιστάται για δόσεις υψηλότερες από 1 mg εβδομαδιαίως.
-
ΥπερήλικεςΔεν έχουν διεξαχθεί επίσημες μελέτες.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (Child-Pugh κατηγορία C)Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το ενδεχόμενο χαμηλότερων δόσεων λόγω αύξησης της AUC.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (<16 ετών)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην καβεργολίνη, σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα του προϊόντος ή οποιοδήποτε αλκαλοειδές της ερυσιβώδους όλυρας
-
Ιστορικό πνευμονικής ίνωσης, ίνωσης του περικαρδίου και οπισθοπεριτοναϊκής ίνωσης
-
Ένδειξη καρδιακής βαλβιδοπάθειας, όπως διαγνώστηκε με τη χρήση ηχοκαρδιογραφίας πριν από τη θεραπείαΠληθυσμόςΓια μακροχρόνια θεραπεία
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Σοβαρή καρδιαγγειακή νόσος, σύνδρομο Raynaud, πεπτικό έλκος ή γαστρεντερική αιμορραγία, ή ιστορικό σοβαρών νοητικών διαταραχών (ψυχωσικών)προσοχήΠρέπει να χορηγείται με προσοχή
-
Σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςαντένδειξηΔεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο
-
Σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (Child-Pugh κατηγορία C)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια που λαμβάνουν παρατεταμένη θεραπεία με καβεργολίνηΘα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το ενδεχόμενο χαμηλότερων δόσεων
-
Ορθοστατική υπότασηπροσοχήΜπορεί να προκληθεί μετά τη χορήγηση καβεργολίνης. Θα πρέπει να δίνεται προσοχή όταν η καβεργολίνη χορηγείται ταυτόχρονα με άλλα φάρμακα γνωστά για την ελάττωση της αρτηριακής πίεσης
-
Ινώδεις και ορογονικές φλεγμονώδεις διαταραχές (πλευρίτιδα, πλευριτική συλλογή, πλευριτική ίνωση, πνευμονική ίνωση, περικαρδίτιδα, περικαρδιακή συλλογή, καρδιακή βαλβιδοπάθεια, οπισθοπεριτοναϊκή ίνωση)προσοχήΈχουν εκδηλωθεί μετά από παρατεταμένη χρήση. Η βαλβιδοπάθεια έχει συσχετισθεί με αθροιστικές δόσεις. Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν την χαμηλότερη αποτελεσματική δόση. Σε κάθε επίσκεψη, θα πρέπει να επανεκτιμάται το προφίλ κινδύνου/οφέλους
-
Πιθανή παρουσία ασυμπτωματικής νόσου των βαλβίδωνπροσοχήΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς πριν από την έναρξη μακροχρόνιας θεραπείαςΘα πρέπει να υποβληθούν σε καρδιαγγειακή εκτίμηση, συμπεριλαμβανομένου υπερηχοκαρδιογραφήματος
-
Ινώδης βαλβιδοπάθειααντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς στους οποίους εντοπίζεται ινώδης βαλβιδοπάθειαΔεν θα πρέπει να λάβει θεραπεία με καβεργολίνη
-
Ανάπτυξη ινωτικών διαταραχών (πλευρό-πνευμονική νόσος, νεφρική ανεπάρκεια ή ουρητηρική/κοιλιακή αγγειακή απόφραξη, καρδιακή ανεπάρκεια)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείαςΘα πρέπει να ελέγχονται τακτικά για πιθανές εκδηλώσεις προοδευτικά επιδεινούμενης ίνωσης και να δοθεί προσοχή στα σημεία και συμπτώματα
-
Νέα ή επιδεινωθείσα παλινδρόμηση της βαλβίδας, βαλβιδικός περιορισμός ή πάχυνση γλωχίνας της βαλβίδαςπροσοχήΗ καβεργολίνη θα πρέπει να διακόπτεται
-
Υπνηλία / Επεισόδια απότομης εμφάνισης υπνηλίαςπροσοχήΗ καβεργολίνη έχει σχετισθεί με υπνηλία. Μείωση της δοσολογίας ή διακοπή της θεραπείας μπορεί να εξετασθεί
-
Υπέρταση της κύησης (προεκλαμψία ή υπέρταση μετά τον τοκετό)προσοχήΠληθυσμόςΓυναίκεςΔεν πρέπει να χορηγείται εκτός εάν το ενδεχόμενο όφελος εκτιμάται ότι υπερτερεί του πιθανού κινδύνου
-
Σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες (υπέρταση, έμφραγμα του μυοκαρδίου, επιληπτικές κρίσεις, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, ψυχιατρικές διαταραχές) κατά την αναστολή της γαλουχίαςπροσοχήΠληθυσμόςΓυναίκες κατά την επιλόχεια περίοδοΕάν εκδηλωθεί υπέρταση, ύποπτο άλγος στον θώρακα, σοβαρή, επιδεινούμενη ή αδιάλειπτη κεφαλαλγία (με ή χωρίς διαταραχές της όρασης) ή ενδείξεις τοξικότητας του ΚΝΣ, η χρήση καβεργολίνης θα πρέπει να διακόπτεται και η ασθενής να αξιολογείται έγκαιρα
-
Ορθοστατική υπότασηπροσοχήΠληθυσμόςΓυναίκες που θηλάζουν και λαμβάνουν το φάρμακο για διακοπή της γαλουχίαςΗ καβεργολίνη δεν πρέπει να χορηγείται σε άπαξ δόση υψηλότερη από 0,25 mg
-
Όγκοι της υπόφυσηςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με υπερπρολακτιναιμία με αμηνόρροια/γαλακτόρροια και στειρότηταΕνδείκνυται λεπτομερής αξιολόγηση της υπόφυσης πριν από την έναρξη της θεραπείας
-
ΕγκυμοσύνηπροσοχήΠληθυσμόςΓυναίκεςΠριν τη χορήγηση της καβεργολίνης, θα πρέπει να αποκλειστεί το ενδεχόμενο εγκυμοσύνης. Οι γυναίκες που θέλουν να τεκνοποιήσουν να διακόψουν την καβεργολίνη ένα μήνα πριν την προσδοκώμενη σύλληψη
-
Ανεπιθύμητη εγκυμοσύνηπροσοχήΠληθυσμόςΓυναίκες που δεν επιθυμούν να τεκνοποιήσουνΘα πρέπει να συμβουλεύονται να χρησιμοποιούν αντισύλληψη με μηχανικά μέσα κατά τη διάρκεια της θεραπείας και μετά τη διακοπή της καβεργολίνης, μέχρι την επανεμφάνιση της ανωορρηξίας
-
Διόγκωση προϋπαρχόντων όγκων της υπόφυσης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνηςπροσοχήΠληθυσμόςΓυναίκες που συλλαμβάνουνΘα πρέπει να παρακολουθούνται για την ανίχνευση ενδείξεων διόγκωσης της υπόφυσης
-
Διαταραχές ελέγχου των παρορμήσεων (παθολογική ενασχόληση με τυχερά παιχνίδια, αυξημένη γενετήσια ορμή, υπερσεξουαλικότητα, ψυχαναγκαστικές δαπάνες ή αγορές, επεισοδιακή υπερφαγία, ψυχαναγκαστική υπερφαγία)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς υπό θεραπεία με ντοπαμινεργικούς αγωνιστέςΟι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά για την εμφάνιση διαταραχών ελέγχου των παρορμήσεων. Μείωση της δόσης/σταδιακή διακοπή θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη αν εμφανιστούν τέτοια συμπτώματα
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυραςαντένδειξηΠιθανή αλληλεπίδρασηΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χορήγηση κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας.
-
αντένδειξηΜείωση της αποτελεσματικότητας της καβεργολίνης στη μείωση των επιπέδων προλακτίνης.ΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα.
-
Μακρολίδια αντιβιοτικά (π.χ. ερυθρομυκίνη)αντένδειξηΑύξηση της συστηματικής βιοδιαθεσιμότητας της καβεργολίνης.ΣύστασηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Βαλβιδοπάθεια
- Παλινδρόμηση βαλβίδας
- Περικαρδίτιδα
- Περικαρδιακή συλλογή
- Αίσθημα παλμών
- Στηθάγχη
- Δύσπνοια
- Υπεζωκοτική συλλογή
- Επίσταξη
- Πλευριτική ίνωση
- Διαταραχή αναπνευστικού συστήματος
- Αναπνευστική ανεπάρκεια
- Πλευρίτιδα
- Ίνωση (συμπεριλαμβανομένης πνευμονικής ίνωσης)
- Θωρακικό άλγος
- Εξασθένιση
- Κόπωση
- Οίδημα
- Περιφερικό οίδημα
- Αντίδραση υπερευαισθησίας
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Ίλιγγος
- Υπνηλία
- Συγκοπή
- Παραισθησία
- Τρόμος
- Λιποθυμία
- Παροδική ημιανοψία
- Απότομη εμφάνιση υπνηλίας
- Οπτική διαταραχή
- Κατάθλιψη
- Επιθετικότητα
- Παραληρητικές ιδέες
- Υπερσεξουαλικότητα
- Παθολογική ενασχόληση με τυχερά παιχνίδια
- Ψυχωσική διαταραχή
- Ψευδαισθήσεις
- Ψυχαναγκαστικές δαπάνες
- Ψυχαναγκαστικές αγορές
- Γενετήσια ορμή αυξημένη
- Επεισοδιακή υπερφαγία (binge eating)
- Ψυχαναγκαστική υπερφαγία
- Υποτασική δράση σε ασθενείς υπό μακροχρόνια θεραπεία
- Δακτυλικός αγγειόσπασμος
- Ορθοστατική υπόταση
- Εξάψεις
- Ναυτία
- Δυσπεψία
- Γαστρίτιδα
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσκοιλιότητα
- Έμετος
- Πόνος στο επιγάστριο
- Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
- Μη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας
- Εξάνθημα
- Αλωπεκία
- Κράμπες στα πόδια
- Μαστοδυνία
- Ασυμπτωματική πτώση της αρτηριακής πίεσης (≥ 20 mmHg συστολική και ≥ 10 mmHg διαστολική)
- Μείωση στις τιμές αιμοσφαιρίνης σε γυναίκες με αμηνόρροια
- Αυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση αίματος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΒαλβιδοπάθειαΚαρδιά
-
Πολύ συχνέςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΖάληΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΠαλινδρόμηση βαλβίδαςΚαρδιά
-
Πολύ συχνέςΠερικαρδίτιδαΚαρδιά
-
Πολύ συχνέςΠερικαρδιακή συλλογήΚαρδιά
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
ΣυχνέςΑσυμπτωματική πτώση της αρτηριακής πίεσης (≥ 20 mmHg συστολική και ≥ 10 mmHg διαστολική)Παρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάψειςΑγγειακές
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΜαστοδυνίαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΥποτασική δράση σε ασθενείς υπό μακροχρόνια θεραπείαΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΊνωση (συμπεριλαμβανομένης πνευμονικής ίνωσης)Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΓενετήσια ορμή αυξημένηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΚράμπες στα πόδιαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜείωση στις τιμές αιμοσφαιρίνης σε γυναίκες με αμηνόρροιαΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΟίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΟπτική διαταραχήΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠαροδική ημιανοψίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΠόνος στο επιγάστριοΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΣτηθάγχηΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπεζωκοτική συλλογήΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΔακτυλικός αγγειόσπασμοςΑγγειακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΛιποθυμίαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΠλευριτική ίνωσηΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΑναπνευστική ανεπάρκειαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΑντίδραση υπερευαισθησίαςΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑπότομη εμφάνιση υπνηλίαςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση αίματοςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΔιαταραχή αναπνευστικού συστήματοςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΕπεισοδιακή υπερφαγία (binge eating)Ψυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Μη γνωστέςΜη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίαςΉπαρ
-
Μη γνωστέςΜη φυσιολογική ηπατική λειτουργίαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΠαθολογική ενασχόληση με τυχερά παιχνίδιαΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΠαραληρητικές ιδέεςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΠλευρίτιδαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΤρόμοςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΥπερσεξουαλικότηταΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΨυχαναγκαστικές αγορέςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΨυχαναγκαστικές δαπάνεςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΨυχαναγκαστική υπερφαγίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΨυχωσική διαταραχήΨυχιατρικές
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΔεν υπάρχουν επαρκείς και καλώς ελεγχόμενες μελέτες σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έδειξαν μειωμένη γονιμότητα και εμβρυοτοξικότητα. Μία μελέτη 12 ετών σε 256 εγκυμοσύνες έδειξε 6,6% σοβαρές συγγενείς δυσπλασίες ή αποβολές, με 23/258 βρέφη να έχουν 27 νεογνικές ανωμαλίες (συχνότερες μυοσκελετικές, καρδιο-πνευμονικές). Δεν υπάρχει ομάδα ελέγχου για ακριβή προσδιορισμό κινδύνου. Να χρησιμοποιείται μόνον εάν ενδείκνυται σαφώς και κατόπιν ακριβούς αξιολόγησης της σχέσης οφέλους/κινδύνου. Οι γυναίκες που προγραμματίζουν να τεκνοποιήσουν πρέπει να διακόψουν τη λήψη ένα μήνα πριν τη σύλληψη. Σε περίπτωση σύλληψης κατά τη θεραπεία, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται μόλις επιβεβαιωθεί η εγκυμοσύνη.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΣε αρουραίους, απεκκρίνεται στο γάλα. Δεν υπάρχουν πληροφορίες για απέκκριση στο μητρικό γάλα στον άνθρωπο. Θα πρέπει να συνιστάται στις μητέρες να μη θηλάζουν σε περίπτωση μη επιτυχούς αναστολής/διακοπής της γαλουχίας με την καβεργολίνη. Εφόσον εμποδίζει τη γαλουχία, δεν θα πρέπει να χορηγείται σε μητέρες με υπερπρολακτιναιμικές διαταραχές που επιθυμούν να θηλάσουν.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- ναυτία
- έμετος
- γαστρικές διαταραχές
- ορθοστατική υπόταση
- σύγχυση
- ψύχωση
- ψευδαισθήσεις
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Μηχανισμός δράσης
Η καβεργολίνη, το δραστικό συστατικό του Καβεργολίνη, είναι ντοπαμινεργικό παράγωγο της ερυσιβώδους όλυρας που χαρακτηρίζεται από ισχυρή και μακράς διάρκειας δραστικότητα όσον αφορά στη μείωση της προλακτίνης. Η δράση της επιτυγχάνεται με άμεση διέγερση των υποδοχέων D2-ντοπαμίνης στα κύτταρα της υπόφυσης που εκκρίνουν προλακτίνη, αναστέλλοντας έτσι την έκκρισή της. Επιπλέον, η καβεργολίνη ασκεί ντοπαμινεργική δράση μέσω της διέγερσης των υποδοχέων D2 σε δόσεις από το στόμα υψηλότερες από εκείνες που είναι αποτελεσματικές στη μείωση των επιπέδων της προλακτίνης στον ορό. Η μακράς διάρκειας δραστικότητα της καβεργολίνης, αναφορικά με τη μείωση της προλακτίνης, οφείλεται πιθανώς στη μακρά παραμονή στο όργανο-στόχο, όπως υποδηλώνεται από τη βραδεία απέκκριση της συνολικής ραδιενέργειας από την υπόφυση μετά τη χορήγηση άπαξ δόσης σε αρουραίους (t1/2 περίπου 60 ώρες).
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η φαρμακοδυναμική δράση της καβεργολίνης έχει μελετηθεί σε υγιείς εθελοντές, σε λεχώνες και σε ασθενείς με υπερπρολακτιναιμία. Μετά από άπαξ χορήγηση της καβεργολίνης από το στόμα (0,3-1,5 mg) σημειώθηκε σημαντική μείωση των επιπέδων προλακτίνης στον ορό σε όλες τις ομάδες που μελετήθηκαν. Το αποτέλεσμα είναι άμεσο (εντός 3 ωρών από τη χορήγηση) και διαρκές (από 7 μέχρι 28 ημέρες σε υγιείς εθελοντές και σε ασθενείς με υπερπρολακτιναιμία και μέχρι 14-21 ημέρες σε λεχώνες). Η δράση της στη μείωση της προλακτίνης εξαρτάται από τη δόση όσον αφορά τόσο στο βαθμό της δραστικότητας, όσο και στη διάρκεια της δράσης. Αναφορικά με τα ενδοκρινικά αποτελέσματα της καβεργολίνης που δεν έχουν σχέση με την αντιπρολακτιναιμική δράση, τα στοιχεία που υπάρχουν στον άνθρωπο επιβεβαιώνουν τα πειραματικά ευρήματα σε πειραματόζωα, όπου καταδεικνύεται ότι η υπό μελέτη ουσία χαρακτηρίζεται από πολύ επιλεκτική δράση με καμία επίδραση στη βασική έκκριση άλλων ορμονών της υπόφυσης ή της κορτιζόλης. Η φαρμακοδυναμική δράση της καβεργολίνης, που δεν σχετίζεται με θεραπευτική δράση, αφορά μόνο μείωση στην αρτηριακή πίεση. Η μέγιστη υποτασική δράση σε άπαξ δόση παρατηρείται συνήθως κατά τη διάρκεια των 6 πρώτων ωρών μετά τη λήψη του φαρμάκου και είναι δοσοεξαρτώμενη, από την άποψη τόσο της μέγιστης μείωσης όσο και της συχνότητας.
Μηχανισμός Δράσης - Ο υποδοχέας ντοπαμίνης D2 είναι αγγειο-έιδος επταδύναμος μετα-πρωτεΐνη συνδεόμενος με πρωτεΐνες Gi. Στους λακτοτροπικούς κυττάρους, ο ερεθισμός του ντοπαμίνης D2 προκαλεί αναστολή της αδενυλικής κυκλάσης, μείωση των ενδοκυτταρικών…
Μηχανισμός δράσης Η καβεργολίνη, το δραστικό συστατικό του Καβεργολίνη, είναι ντοπαμινεργικό παράγωγο της ερυσιβώδους όλυρας που χαρακτηρίζεται από ισχυρή και μακράς διάρκειας δραστικότητα όσον αφορά στη μείωση της προλακτίνης. Η δράση της επιτυγχάνεται…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κρεατινίνη ορού | water_dropΝεφρική λειτουργία | Αν είναι απαραίτητο | — |
| Νεφρική λειτουργία | water_dropΝεφρική λειτουργία | Πριν από την έναρξη θεραπείας | — |
| Ταχύτητα καθιζήσεως ερυθρών (ΤΚΕ) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Πριν από την έναρξη θεραπείας | — |
| Αν είναι απαραίτητο | — | ||
| Δείκτες φλεγμονής | vaccinesΑνοσολογικός έλεγχος | Πριν από την έναρξη θεραπείας | — |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αρτηριακή πίεση | monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία | Με προσοχή κατά τη διάρκεια της θεραπείας | Γυναίκες κατά την επιλόχεια περίοδο με θεραπεία αναστολής γαλουχίας |
| Αναπνευστική λειτουργία | pulmonologyΑναπνευστική λειτουργία | Πριν από την έναρξη θεραπείας | — |
| Διαταραχές ελέγχου παρορμήσεων | neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος | Τακτικά | — |
| Αντικειμενική εξέταση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Σε ατομική βάση | — |
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Σε ατομική βάση | — |
| Διόγκωση υπόφυσης | more_horizΆλλο / λοιπά | — | Γυναίκες που συλλαμβάνουν |
| Δοκιμασία κύησης | more_horizΆλλο / λοιπά | Τουλάχιστον κάθε 4 εβδομάδες κατά το διάστημα της αμηνόρροιας και, αφού επανεμφανισθεί η έμμηνος ρύση, κάθε φορά που καθυστερεί η έμμηνος ρύση άνω των 3 ημερών | Γυναίκες με θεραπεία για υπερπρολακτιναιμία |
ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ακρόαση καρδιάς | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | Σε ατομική βάση | — |
| Καρδιαγγειακή εκτίμηση | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | Πριν από την έναρξη μακροχρόνιας θεραπείας | — |
| Υπερηχοκαρδιογράφημα | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | Πριν από την έναρξη μακροχρόνιας θεραπείας | — |
| Πρώτο εντός 3-6 μηνών μετά την έναρξη, μετέπειτα τουλάχιστον κάθε 6-12 μήνες ή σε ατομική βάση | Κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας |
Απεικόνιση (CT / MRI / ακτινογραφία)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ακτινογραφία | radiologyΑπεικονιστικός έλεγχος | Σε ατομική βάση | — |
| Ακτινογραφία θώρακος | radiologyΑπεικονιστικός έλεγχος | — | Ανεξήγητα αυξημένες τιμές ΤΚΕ με πλευριτική συλλογή/ίνωση |
| Πριν από την έναρξη θεραπείας | — | ||
| Αξονική τομογραφία | radiologyΑπεικονιστικός έλεγχος | Σε ατομική βάση | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
- Τύπος: παράγωγο της εργότ
- Δράση: μακράς δράσης αγωνιστής ντοπαμίνης και αναστολέας προλακτίνης
- Ενδείξεις: χρήσιμη σε υπερπρολακτιναιμικές διαταραχές και στο Σύνδρομο Πάρκινσον
- Υποδοχείς-στόχοι: ισχυρή αγωνιστική δραστηριότητα στους υποδοχείς ντοπαμίνης D2
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
- Για τη θεραπεία διαταραχών υπερπρολακτιναιμίας, είτε ιδιοπαθών είτε λόγω προλακτομαϊκού αδενομάματος (αδενώματα που εκκρίνουν προλακτίνη).
- Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για τη διαχείριση των συμπτωμάτων του Συνδρόμου Πάρκινσον ως μονοθεραπεία κατά τα αρχικά συμπτωματικά στάδια ή ως συμπληρωματική θεραπεία προς τη λεβοντόπα σε προχωρημένες φάσεις της νόσου.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
- Διεγείρει κεντρικά ντοπαμινergic υποδοχείς με αποτέλεσμα ποικίλες φαρμακολογικές επιδράσεις.
- Προσδιορίζονται πέντε τύποι υποδοχέων ντοπαμίνης από δύο υποοικογένειες.
- Η υποοικογένεια D1 περιλαμβάνει D1 και D5 υποδοχείς, συνδεδεμένους με δυσκινησίες.
- Η υποοικογένεια D2 περιλαμβάνει D2, D3 και D4 υποδοχείς, συνδεδεμένους με βελτίωση κινητικών διαταραχών.
- Έτσι, η αγωνιστική δραστηριότητα ειδικά για την υποοικογένεια D2, κυρίως στους υποτύπους D2 και D3, αποτελεί τον κύριο στόχο των ντοπαμινικών αγωνιστών.
- Θεωρείται ότι η μετασυναπτική διέγερση D2 ευθύνεται κυρίως για την αντιπαρκινσονική επίδραση, ενώ η προ-συναπτική διέγερση D2 συνεισφέρει νευροπροστατευτικά οφέλη.
- Αυτό το ημι-συνθετικό εργότ παράγωγο εμφανίζει ισχυρή αγωνιστική δραστηριότητα στους υποδοχείς D2- και D3.
- Εμφανίζει επίσης αγωνιστική δραστηριότητα (με σειρά μείωσης της συγγένειας) σε 5-HT2B, 5-HT2A, 5-HT1D, D4, 5-HT1A, D1, 5-HT1B και 5-HT2C υποδοχείς και ανταγωνιστική δραστηριότητα σε α2B, α2A και α2C υποδοχείς.
- Το Σύνδρομο Πάρκινσον εκδηλώνεται όταν χάνονται περίπου το 80% της ντοπαμίνης στις νιγκρο-στιαλιακές οδούς του εγκεφάλου. Το ράσιο αυτού του βύσματος επηρεάζει τον έλεγχο των κινήσεων.
- Η καμπεργολίνη είναι μακράς δράσης αγωνιστής ντοπαμίνης με υψηλή συγγένεια στους υποδοχείς D2. Μελέτες δέσμευσης υποδεικνύουν χαμηλή συγγένεια προς D1, α1- και α2-αδρενεργικούς και 5-HT1 και 5-HT2 σεροτονινεργικούς υποδοχείς.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
- Ο υποδοχέας ντοπαμίνης D2 είναι αγγειο-έιδος επταδύναμος μετα-πρωτεΐνη συνδεόμενος με πρωτεΐνες Gi. Στους λακτοτροπικούς κυττάρους, ο ερεθισμός του ντοπαμίνης D2 προκαλεί αναστολή της αδενυλικής κυκλάσης, μείωση των ενδοκυτταρικών επιπέδων cAMP και φραγή της απελευθέρωσης Ca2+ μέσω IP3.
- Οι ελαττώσεις εσωτερικού ασβεστίου μπορεί επίσης να προκληθούν μέσω μείωσης της εισροής ασβεστίου μέσω διαύλων ασβεστίου εξαρτώμενων από τάση, παρά μέσω της αναστολής της αδενυλικής κυκλάσης.
- Επιπλέον, η ενεργοποίηση του υποδοχέα εμποδίζει τη φωσφορυλίωση του p42/44 MAPK και μειώνει τη φωσφορυλίωση MAPK/ERK kinase. Η αναστολή MAPK φαίνεται να μεσολαβείται από εξαρτώμενη από c-Raf και B-Raf αναστολή της MAPK/ERK kinase.
- Η απελευθέρωση αυξημένου ορμονικού αυξητικού παράγοντα (growth hormone) από την υπόφυση μέσω της μείωσης της εισροής ασβεστίου μέσω ταχυκύκλων ασβεστίου αντί μέσω της αναστολής της αδενυλικής κυκλάσης.
- Η διέγερση των D2 υποδοχέων στη νιγκρο-στιαλιακή οδό οδηγεί σε βελτίωση του συντονισμού των μυϊκών κινήσεων σε άτομα με κινητικές διαταραχές.
- Η καμπεργολίνη είναι μακράς δράσης αγωνιστής ντοπαμίνης με υψηλή συγγένεια για τους υποδοχείς D2. Μελέτες δέσμευσης δείχνουν χαμηλή συγγένεια για D1, α1- και α2-αδρενεργικούς και για 5-HT1A/5-HT2C σεροτονινεργικούς υποδοχείς.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
- Παρατηρείται φαινόμενο πρώτης διέλευσης, ωστόσο η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα παραμένει άγνωστη.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημιζωής
- Ο χρόνος ημιζωής απέκκρισης εκτιμάται από δεδομένα ούρων 12 υγιών εθελοντών και κυμαίνεται μεταξύ 63 και 69 ωρών.
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Δέσμευση Πρωτεΐνης
- Μετριο-δεμένο (40% έως 42%) στους πρωτεΐνες του πλάσματος σε άτομα με δυνάμει δευτερογενή συμπεριφορά ανεξάρτητα από τη συγκέντρωση.
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός Αποβολής
- Μετά από από του στόματος χορήγηση ραδιοκαμπεργολίνης σε πέντε υγιείς εθελοντές, περίπου το 22% και 60% της δόσης απεκκρίθηκαν εντός 20 ημερών στα ούρα και στα κόπρανα, αντίστοιχα. Λιγότερο από 4% της δόσης απεκκρίθηκε αμετάβλητο στα ούρα.
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Καθάρα (Κλρ)
- νεφρικός κλ = 0,008 L/min
- μη νεφρικός κλ = 3,2 L/min
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα
- Υπερδοσολογία ίσως προκαλέσει ρινική συμφόρηση, συγκοπή ή παραισθήσεις.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η καμπεργκολίνη διεγείρει κεντρικά ντοπαμινεργικούς υποδοχείς, οδηγώντας σε ποικίλες φαρμακολογικές δράσεις. Έχουν αναγνωριστεί πέντε τύποι ντοπαμινεργικών υποδοχέων που ανήκουν σε δύο ντοπαμινεργικές υποοικογένειες. Η υποοικογένεια D1 περιλαμβάνει τους υποδοχείς D1 και D5, οι οποίοι σχετίζονται με τις δυσκινησίες. Η υποοικογένεια D2 περιλαμβάνει τους υποδοχείς D2, D3 και D4, οι οποίοι σχετίζονται με τη βελτίωση των συμπτωμάτων των διαταραχών κίνησης. Επομένως, η δράση αγωνιστή, ειδικά για τους υποδοχείς της υποοικογένειας D2, κυρίως τα υποείδη D2 και D3, αποτελεί τον κύριο στόχο των ντοπαμινεργικών αντι-παρκινσονικών παραγόντων. Θεωρείται ότι η μετασυναπτική διέγερση D2 είναι υπεύθυνη κυρίως για την αντι-παρκινσονική δράση των ντοπαμινεργικών αγωνιστών, ενώ η προ-συναπτική διέγερση D2 προσφέρει νευροπροστατευτικές δράσεις.
Αυτό το ημισυνθετικό παράγωγο εργοτίνης παρουσιάζει ισχυρή αγωνιστική δράση στους υποδοχείς ντοπαμίνης D2 και D3. Επίσης, παρουσιάζει:
- Αγωνιστική δράση (με φθίνουσα σειρά συγγένειας σύνδεσης) στους υποδοχείς 5-υδροξυτρυπταμίνης (5-HT)2B, 5-HT2A, 5-HT1D, ντοπαμίνης D4, 5-HT1A, ντοπαμίνης D1, 5-HT1B και 5-HT2C.
- Ανταγωνιστική δράση στους υποδοχείς α2B, α2A, και α2C.
Το σύνδρομο Parkinson εκδηλώνεται όταν χάνεται περίπου το 80% της ντοπαμινεργικής δραστηριότητας στη νιγρο-στριακή οδό του εγκεφάλου. Δεδομένου ότι το ραβδωτό σώμα εμπλέκεται στη διαμόρφωση της έντασης της συντονισμένης μυϊκής δραστηριότητας (π.χ. κίνηση, ισορροπία, βάδιση), η απώλεια δραστηριότητας μπορεί να οδηγήσει σε δυστονία (οξεία μυϊκή σύσπαση), Παρκινσονισμό (συμπεριλαμβανομένων συμπτωμάτων βραδυκινησίας, τρόμου, ακαμψίας και μειωμένης έκφρασης), ακathisia (εσωτερική ανησυχία), όψιμη δυσκινησία (ακούσιες μυϊκές κινήσεις που συνήθως σχετίζονται με μακροχρόνια απώλεια ντοπαμινεργικής δραστηριότητας) και νευροληπτικό κακόηθες σύνδρομο, το οποίο εκδηλώνεται όταν συμβαίνει πλήρης απόφραξη της νιγρο-στριακής ντοπαμίνης.
Υψηλή ντοπαμινεργική δραστηριότητα στην μεσο-κολυμβική οδό του εγκεφάλου προκαλεί ψευδαισθήσεις και παραληρητικές ιδέες. Αυτές οι παρενέργειες των ντοπαμινεργικών αγωνιστών είναι εκδηλώσεις που παρατηρούνται σε ασθενείς με σχιζοφρένεια που έχουν υπεραντιδραστικότητα σε αυτή την περιοχή του εγκεφάλου. Οι παραισθησιογόνες παρενέργειες των ντοπαμινεργικών αγωνιστών μπορεί επίσης να οφείλονται σε αγωνιστική δράση 5-HT2A.
Η σωληνο-υποφυσιακή οδός του εγκεφάλου προέρχεται από τον υποθάλαμο και καταλήγει στην υπόφυση. Σε αυτή την οδό, η ντοπαμίνη αναστέλλει τα λακτοτρόφα στην πρόσθια υπόφυση από την έκκριση προλακτίνης. Αυξημένη ντοπαμινεργική δραστηριότητα στη σωληνο-υποφυσιακή οδό αναστέλλει την έκκριση προλακτίνης.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Ο ντοπαμινεργικός υποδοχέας D2 είναι ένας G-πρωτεϊνικός συζευγμένος υποδοχέας με 7 διαμεμβρανικές περιοχές, συνδεδεμένος με πρωτεΐνες Gi. Στα λακτοτρόφα, η διέγερση του D2 προκαλεί αναστολή της αδενυλικής κυκλάσης, η οποία μειώνει τις ενδοκυτταρικές συγκεντρώσεις cAMP και αναστέλλει την απελευθέρωση Ca2+ από ενδοκυττάριες αποθήκες μέσω IP3. Μειώσεις στα ενδοκυττάρια επίπεδα ασβεστίου μπορεί επίσης να επιτευχθούν μέσω αναστολής της εισροής ασβεστίου μέσω εξαρτώμενων από την τάση διαύλων ασβεστίου, αντί μέσω αναστολής της αδενυλικής κυκλάσης. Επιπλέον, η ενεργοποίηση του υποδοχέα αναστέλλει τη φωσφορυλίωση της p42/p44 MAPK και μειώνει τη φωσφορυλίωση της MAPK/ERK κινάσης. Η αναστολή της MAPK φαίνεται να μεσολαβείται από την αναστολή της MAPK/ERK κινάσης που εξαρτάται από c-Raf και B-Raf.
Η προκαλούμενη από ντοπαμίνη απελευθέρωση αυξητικής ορμόνης από την υπόφυση μεσολαβείται από μείωση της ενδοκυττάριας εισροής ασβεστίου μέσω εξαρτώμενων από την τάση διαύλων ασβεστίου, αντί μέσω αναστολής της αδενυλικής κυκλάσης.
Η διέγερση των υποδοχέων ντοπαμίνης D2 στη νιγρο-στριακή οδό οδηγεί σε βελτιώσεις της συντονισμένης μυϊκής δραστηριότητας σε άτομα με διαταραχές κίνησης.
Η καμπεργκολίνη είναι ένας μακράς δράσης ντοπαμινεργικός αγωνιστής υποδοχέων με υψηλή συγγένεια για τους υποδοχείς D2. Μελέτες σύνδεσης υποδοχέων υποδεικνύουν ότι η καμπεργκολίνη έχει χαμηλή συγγένεια για τους υποδοχείς ντοπαμίνης D1, α1- και α2- αδρενεργικούς, και 5-HT1- και 5-HT2-σεροτονινεργικούς υποδοχείς.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Παρατηρείται φαινόμενο πρώτης διόδου, ωστόσο η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι άγνωστη.
Μετά από από του στόματος χορήγηση ραδιοσημασμένης καμπεργκολίνης σε πέντε υγιείς εθελοντές, περίπου 22% και 60% της δόσης απεκκρίθηκε εντός 20 ημερών στα ούρα και τα κόπρανα, αντίστοιχα. Λιγότερο από 4% της δόσης απεκκρίθηκε αμετάβλητο στα ούρα.
- Νεφρική κάθαρση: 0,008 L/min
- Μη νεφρική κάθαρση: 3,2 L/min
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Μέτρια συνδεδεμένη (40% έως 42%) με πρωτεΐνες πλάσματος του ανθρώπου με τρόπο ανεξάρτητο της συγκέντρωσης.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ηπατικός. Η καμπεργκολίνη μεταβολίζεται εκτενώς, κυρίως μέσω υδρόλυσης του δεσμού ακυλιουρίας του τμήματος ουρίας. Ο μεταβολισμός που μεσολαβείται από το κυτόχρωμα P-450 φαίνεται να είναι ελάχιστος. Ο κύριος μεταβολίτης που εντοπίζεται στα ούρα είναι η 6-αallyl-8b-καρβοξυ-εργολίνη (4-6% της δόσης). Τρεις άλλοι μεταβολίτες εντοπίστηκαν στα ούρα (λιγότερο από 3% της δόσης).
- Οδός Απέκκρισης: Μετά από από του στόματος χορήγηση ραδιοσημασμένης καμπεργκολίνης σε πέντε υγιείς εθελοντές, περίπου 22% και 60% της δόσης απεκκρίθηκε εντός 20 ημερών στα ούρα και τα κόπρανα, αντίστοιχα. Λιγότερο από 4% της δόσης απεκκρίθηκε αμετάβλητο στα ούρα.
- Χρόνος Ημίσειας Ζωής: Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής εκτιμάται από ουρικά δεδομένα 12 υγιών υποκειμένων και κυμαίνεται μεταξύ 63 έως 69 ώρες.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής εκτιμάται από ουρικά δεδομένα 12 υγιών υποκειμένων και κυμαίνεται μεταξύ 63 έως 69 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
- Παράγοντες που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της νόσου του Parkinson. Τα πιο συχνά χρησιμοποιούμενα φάρμακα δρουν στο ντοπαμινεργικό σύστημα στο ραβδωτό σώμα και τα βασικά γάγγλια ή είναι κεντρικά δρώντα αντι-χολινεργικά.
- Φάρμακα που συνδέονται και ενεργοποιούν τους ντοπαμινεργικούς υποδοχείς.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογίας
LL60K9J05T
CABERGOLINE
Χημική Δομή [CS] - Εργολίνες
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Παράγωγο Εργοτίνης
Η καμπεργκολίνη είναι ένα Παράγωγο Εργοτίνης.
CABERGOLINE
Παράγωγο Εργοτίνης [EPC]; Εργολίνες [CS]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (Εργοταμινικοί ντοπαμινεργικοί αγωνιστές (ελάχιστη έως καθόλου χρήση — κίνδυνος ίνωσης/βαλβιδοπάθειας)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
- Παράγοντες που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της νόσου του Parkinson. Τα πιο συχνά χρησιμοποιούμενα φάρμακα δρουν στο ντοπαμινεργικό σύστημα στο ραβδωτό σώμα και τα βασικά γάγγλια ή είναι κεντρικά δρώντα αντι-χολινεργικά.
- Φάρμακα που συνδέονται και ενεργοποιούν τους ντοπαμινεργικούς υποδοχείς.