THEOPHYLLINE
Θεοφυλλίνη
Tα ξανθινικά παράγωγα εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται στην αντιμετώπιση του βρογχικού άσθματος και της χρόνιας βρογχίτιδος αλλά αποτελούν φάρμακα δεύτερης γραμμής σε σχέση με τους β2 διεγέρτες. Πρόκειται κυρίως για την θεοφυλλίνη και την αμινοφυλλίνη. H αποτελεσματικότητα και η …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-THEO-DUR
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Λαμβάνονται από το στόμα
- Δόση έναρξης: μισό δισκίο των 200 mg ανά 12ωρο (για παιδιά 15-20 kg)
- Τιτλοποίηση: Η δόση μπορεί να αυξηθεί μετά από τρεις ημέρες, σύμφωνα με τον πίνακα των μέγιστων δόσεων. Εάν η αυξημένη δόση δεν είναι ανεκτή, ελαττώνεται στη μέση η αρχική δόση.
-
Παιδιά (15 - 20 kg)Δόσημισό δισκίο των 200 mg ανά 12ωροΜέγ. δόση150 mg ανά 12ωρο
-
Παιδιά (20 - 25 kg)Δόσημισό δισκίο των 300 mg ανά 12ωροΜέγ. δόση200 mg ανά 12ωρο
-
Ενήλικες και παιδιά πάνω από 25 kgΔόσηένα δισκίο των 200 mg ανά 12ωρο
-
Παιδιά (25 - 35 kg)Μέγ. δόση250 mg ανά 12ωρο
-
Ενήλικες και παιδιά (άνω των 35 kg)Μέγ. δόση300 mg ανά 12ωρο
block
SPC-THEO-DUR
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στο φάρμακο.
warning
SPC-THEO-DUR
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Προσοχή σε ασθενείς μεΠληθυσμόςασθενείς με στηθάγχη, οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, καρδιακή ανεπάρκεια, ηπατική ανεπάρκεια, υπέρταση, υπερθυρεοειδισμό, πεπτικό έλκος.
-
Χορήγηση με συμπαθομιμητικά φάρμακα
swap_horiz
SPC-THEO-DUR
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΑυξάνουν τα επίπεδα της θεοφυλλίνης στο αίμα μέχρι και τοξικότητας
-
Εμβόλιο της γρίππηςπροσοχήΜπορεί να αυξήσει τα επίπεδα της θεοφυλλίνης στο αίμα
-
προσοχήΜείωση δραστικότητας προπρανολόλης - μείωση βρογχοδιασταλτικής δράσης θεοφυλλίνης
-
Θειαζιδικά διουρητικά, φουροσεμίδηπροσοχήΕνισχύει τη διουρητική δράση
-
προσοχήΑυξάνει το μεταβολισμό της θεοφυλλίνης (προκαλεί ενζυμική επαγωγή)
-
Συμπαθομιμητικά φάρμακα (κυρίως εφεδρίνη)προσοχήΜπορεί να προκαλέσει διέγερση από το ΚΝΣ
-
ΚινολόλεςπροσοχήΑυξάνονται τα επίπεδά της στο αίμα
sick
SPC-THEO-DUR
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- ναυτία
- έμετοι
- ανορεξία
- επιγαστρικό βάρος
- αρρυθμίες (ταχυαρρυθμία, βραδυκαρδία)
- Σπασμοί
- οξεία υποξαιμία
- καρδιοαναπνευστική ανακοπή
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ναυτίαΓαστρεντερικό
-
έμετοιΓαστρεντερικό
-
ανορεξίαΓαστρεντερικό
-
επιγαστρικό βάροςΓαστρεντερικό
-
αρρυθμίες (ταχυαρρυθμία, βραδυκαρδία)Καρδιακές
-
ΣπασμοίΝευρικό σύστημα
-
οξεία υποξαιμίαΑναπνευστικό
-
καρδιοαναπνευστική ανακοπήΚαρδιαγγειακό/Αναπνευστικό
pregnant_woman
SPC-THEO-DUR
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Άγνωστο
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΥπολογίζεται ο κίνδυνος και τα πλεονεκτήματα από τη θεραπεία πριν από τη χορήγησηΔεν έχει αποδειχθεί η ασφάλειά της κατά τη διάρκεια της κύησης και δεν κατέστει δυνατό να καθοριστούν οι επιδράσεις στην ανάπτυξη του εμβρύου. Αυτό συμβαίνει με τα περισσότερα αντιασθματικά φάρμακα.
-
ΓαλουχίαΤο φάρμακο εκκρίνεται στο μητρικό γάλα και μπορεί να προκαλέσει ευερεθιστότητα στο βρέφοςΣε θηλάζουσες γυναίκες το φάρμακο εκκρίνεται στο μητρικό γάλα και μπορεί να προκαλέσει ευερεθιστότητα στο βρέφος.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-THEO-DUR
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-THEO-DUR
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-THEO-DUR
expand_more
Δοσολογία
Τρόπος χορήγησης: Λαμβάνονται από το στόμα.
Δοσολογία: Η δόση εξατομικεύεται ανάλογα με τις ανάγκες κάθε ασθενούς.
Η μέση αρχική δόση για παιδιά (15 - 20 kg) είναι μισό δισκίο των 200 mg ανά 12ωρο. Η μέση αρχική δόση για παιδιά (20 - 25 kg) είναι μισό δισκίο των 300 mg ανά 12ωρο. Η μέση αρχική δόση για ενήλικες και παιδιά πάνω από 25 kg είναι ένα δισκίο των 200 mg ανά 12ωρο.
Εάν με αυτές τις μέσες αρχικές δόσεις δεν επιτυγχάνεται το επιθυμητό αποτέλεσμα και δεν έχουμε επίσης παρενέργειες, η δόση μπορεί να αυξηθεί μετά από τρεις ημέρες, σύμφωνα με τον πίνακα των μέγιστων δόσεων που ακολουθεί.
Μέγιστη δόση Παιδιά (15 - 20 kg) ………………………………………………. 150 mg ανά 12ωρο Παιδιά (20 - 25 kg) ………………………………………………. 200 mg ανά 12ωρο Παιδιά (25 - 35 kg) ………………………………………………. 250 mg ανά 12ωρο Ενήλικες και παιδιά (άνω των 35 kg) ……………………………. 300 mg ανά 12ωρο
Εάν η αυξημένη δόση δεν είναι ανεκτή και παρουσιάζονται πονοκέφαλοι ή συμπτώματα από το στομάχι (ναυτία, έμετοι, διάρροια κ.λπ.) ελαττώνεται στη μέση η αρχική δόση.
block
Αντενδείξεις
SPC-THEO-DUR
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στο φάρμακο.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-THEO-DUR
expand_more
Προειδοποιήσεις
Προειδοποιήσεις
Σε ασθενείς με στηθάγχη, οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, καρδιακή ανεπάρκεια, ηπατική ανεπάρκεια, υπέρταση, υπερθυρεοειδισμό, πεπτικό έλκος.
Επίσης σκόπιμος είναι ο καθορισμός των επιπέδων του φαρμάκου στο αίμα, κυρίως σε περιπτώσεις μακροχρόνιας χορήγησης. Προσοχή στη χορήγηση με συμπαθομιμητικά φάρμακα.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-THEO-DUR
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Ερυθρομυκίνη ή τρολεανδομυκίνη και σιμετιδίνη αυξάνουν τα επίπεδα της θεοφυλλίνης στο αίμα μέχρι και τοξικότητας.
Το εμβόλιο της γρίππης μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα της θεοφυλλίνης στο αίμα.
Προπρανολόλη: μείωση δραστικότητας προπρανολόλης - μείωση βρογχοδιασταλτικής δράσης θεοφυλλίνης.
Η θεοφυλλίνη ενισχύει τη διουρητική δράση των θειαζιδικών διουρητικών και της φουροσεμίδης.
Η φαινοβαρβιτάλη αυξάνει το μεταβολισμό της θεοφυλλίνης διότι προκαλεί ενζυμική επαγωγή.
Ο συνδυασμός θεοφυλλίνης με συμπαθομιμητικά φάρμακα (κυρίως εφεδρίνη) μπορεί να προκαλέσει διέγερση από το ΚΝΣ, ειδικότερα στα παιδιά.
Επί ταυτοχρόνου χορηγήσεως με κινολόλες τα επίπεδά της στο αίμα αυξάνονται.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-THEO-DUR
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Γαστρεντερικό: ναυτία, έμετοι, ανορεξία, επιγαστρικό βάρος.
- Καρδιακές: αρρυθμίες (ταχυαρρυθμία, βραδυκαρδία).
- Σπασμοί, οξεία υποξαιμία, καρδιοαναπνευστική ανακοπή έχουν περιγραφεί κυρίως μετά ενδοφλέβια έγχυση του φαρμάκου.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-THEO-DUR
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Χρήση κατά την κύηση: Δεν έχει αποδειχθεί η ασφάλειά της κατά τη διάρκεια της κύησης και δεν κατέστει δυνατό να καθοριστούν οι επιδράσεις στην ανάπτυξη του εμβρύου. Αυτό συμβαίνει με τα περισσότερα αντιασθματικά φάρμακα. Για το λόγο αυτό πρέπει να υπολογίζεται ο κίνδυνος και τα πλεονεκτήματα από τη θεραπεία πριν από τη χορήγηση.
Χρήση κατά τη γαλουχία: Σε θηλάζουσες γυναίκες το φάρμακο εκκρίνεται στο μητρικό γάλα και μπορεί να προκαλέσει ευερεθιστότητα στο βρέφος.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-THEO-DUR
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-THEO-DUR
expand_more
Φαρμακοκινητική
Η ημιπερίοδος ζωής της θεοφυλλίνης επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες.
Παρατείνεται σε χρόνιους αλκοολικούς, σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια με μειωμένη ηπατική ή νεφρική λειτουργία, με χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια και σε ασθενείς που παίρνουν αναστολείς των Η2 υποδοχέων και αντιβιοτικά της κατηγορίας των μακρολιδών.
Στις παραπάνω περιπτώσεις, η ημιπερίοδος ζωής της θεοφυλλίνης μπορεί να ξεπεράσει τις 24 ώρες. Παρατεινόμενος υψηλός πυρετός μπορεί επίσης να ελαττώσει την απέκκριση της θεοφυλλίνης.
Νεογέννητα και νεογνά παρουσιάζουν πολύ χαμηλή τιμή κάθαρσης - σε σχέση με μεγαλύτερα βρέφη (πάνω από 6 μήνες) και παιδιά - και είναι δυνατό η ημιπερίοδος ζωής του φαρμάκου να ξεπεράσει τις 24 ώρες.
Στους καπνιστές (1-2 πακέτα την ημέρα) η ημιπερίοδος ζωής της θεοφυλλίνης μεινώνεται σημαντικά - είναι περίπου 4-5 ώρες - ενώ στους μη καπνιστές είναι κατά μέσο όρο 7-9 ώρες.
ΕΟΦ · 3.1.3
Παράγωγα ξανθίνης
expand_more
Παράγωγα ξανθίνης
Tα ξανθινικά παράγωγα εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται στην αντιμετώπιση του βρογχικού άσθματος και της χρόνιας βρογχίτιδος αλλά αποτελούν φάρμακα δεύτερης γραμμής σε σχέση με τους β2 διεγέρτες. Πρόκειται κυρίως για την θεοφυλλίνη και την αμινοφυλλίνη. H αποτελεσματικότητα και η ασφάλειά τους είναι συνάρτηση των επιπέδων τους στο πλάσμα. Tα θεραπευτικά επίπεδα της θεοφυλλίνης στο πλάσμα κυμαίνονται από 10-20 μg/ml. Mε υψηλότερες τιμές αυξάνεται η συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών. O μεταβολισμός της ποικίλλει σημαντικά από ατόμου σε άτομο και επηρεάζεται σημαντικά από διάφορους παράγοντες. Ως εκ τούτου οι ημερήσιες δόσεις της μπορεί να κυμαίνονται από 500 mg μέχρι 5 g. Για τη σωστή χορήγησή της επιβάλλεται προσδιορισμός των επιπέδων της στο πλάσμα και ανάλογη ρύθμιση της δόσης.
Tα φάρμακα της κατηγορίας αυτής εκτός από την βρογχοδιασταλτική τους δράση αυξάνουν τη συσταλτικότητα του διαφράγματος και του μυοκαρδίου με παράλληλη αγγειοδιασταλτική και διουρητική δράση (ιδιότητες χρήσιμες στη ΧΑΠ). H διεγερτική τους επίδραση στο KNΣ βρίσκει εφαρμογή στην αντιμετώπιση της άπνοιας των νεογεννήτων. Σχετικό μειονέκτημά τους αποτελεί η ανάγκη συχνής χορήγησής τους για την επίτευξη σταθερών θεραπευτικών επιπέδων στο πλάσμα. Tο μειονέκτημα αυτό έχει ξεπερασθεί σήμερα χάρη στις νεώτερες φαρμακοτεχνικές μορφές παρατεταμένης δράσης. Mε τις τελευταίες επιτυγχάνονται σταθερά επίπεδα στο πλάσμα για 12 περίπου ώρες και μείωση της συχνότητας και έντασης των ανεπιθύμητων ενεργειών με παράλληλη βελτίωση της ανοχής από τον γαστρεντερικό σωλήνα.
Για τον καθορισμό της δόσης των ξανθινικών παραγώγων πρέπει να γίνεται αναγωγή τους σε άνυδρη θεοφυλλίνη. H ισοδυναμία της αμινοφυλλίνης σε θεοφυλλίνη κυμαίνεται από 79-86 % ενώ της θεοφυλλινικής χολίνης είναι 64%.
H προσθήκη διαφόρων “αποχρεμπτικών” σε θεοφυλλινούχα σκευάσματα δεν προσφέρει θεραπευτικό πλεονέκτημα. Aντίθετα, σε ανάγκη χορήγησης μεγάλων δόσεων τα αποχρεμπτικά αυτά μπορούν να προκαλέσουν ναυτία, εμέτους, μυοχάλαση κλπ. (Βλ. επίσης 3.2.1).
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
- 0.3 έως 0.7 L/kg
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
- 0.29 mL/kg/min [Νεογνά, μετεωρητική ηλικία 3-15 ημερών]
- 0.64 mL/kg/min [Νεογνά, μετεωρητική ηλικία 25-57 ημερών]
- 1.7 mL/kg/min [Παιδιά 1-4 ετών]
- 1.6 mL/kg/min [Παιδιά 4-12 ετών]
- 0.9 mL/kg/min [Παιδιά 13-15 ετών]
- 1.4 mL/kg/min [Παιδιά 16-17 ετών]
- 0.65 mL/kg/min [Ενήλικες (16-60 ετών), αλλιώς υγιείς μη καπνιστές ασθματικοί]
- 0.41 mL/kg/min [Ηλικιωμένοι (>60 ετών), μη καπνιστές με φυσιολογική καρδιακή, ηπατική και νεφρική λειτουργία]
- 0.33 mL/kg/min [Οξύ πνευμονικό οίδημα]
- 0.54 mL/kg/min [ΧΑΠ >60 ετών, σταθερή, μη καπνιστής >1 έτος]
- 0.48 mL/kg/min [ΧΑΠ με πνευμονικό οίδημα]
- 1.25 mL/kg/min [Κυστική ίνωση (14-28 ετών)]
- 0.31 mL/kg/min [Ηπατική νόσος κίρρωση]
- 0.35 mL/kg/min [οξεία ηπατίτιδα]
- 0.65 mL/kg/min [χολοστασία]
- 0.47 mL/kg/min [Σήψη με πολυοργανική ανεπάρκεια]
- 0.38 mL/kg/min [υποθυρεοειδισμός]
- 0.8 mL/kg/min [υπερθυρεοειδισμός]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Η θεοφυλλίνη χαλαρώνει τους λείους μύες των βρογχικών αεραγωγών και των πνευμονικών αγγείων και μειώνει την αντιδραστικότητα των αεραγωγών στην ισταμίνη, τη μεθαχολίνη, την αδενοσίνη και τα αλλεργιογόνα. Η θεοφυλλίνη ανταγωνιστικά αναστέλλει την φωσφοδιεστεράση (PDE) τύπου III και τύπου IV, το ένζυμο που είναι υπεύθυνο για τη διάσπαση της κυκλικής AMP στα κύτταρα των λείων μυών, πιθανώς οδηγώντας σε βρογχοδιαστολή. Η θεοφυλλίνη επίσης δεσμεύεται στον υποδοχέα αδενοσίνης A2B και αναστέλλει τη βρογχοσυστολή που μεσολαβείται από την αδενοσίνη. Σε φλεγμονώδεις καταστάσεις, η θεοφυλλίνη ενεργοποιεί την ιστόνη δεακετυλάση για να αποτρέψει τη μεταγραφή φλεγμονωδών γονιδίων που απαιτούν την ακετυλίωση των ιστονών για να ξεκινήσει η μεταγραφή.
Η θεοφυλλίνη είναι ένα παλιό φάρμακο που βιώνει μια αναγέννηση λόγω των ευεργετικών αντιφλεγμονωδών της επιδράσεων σε χρόνιες αναπνευστικές παθήσεις, όπως το άσθμα και η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια. Έχουν αναφερθεί πολλαπλοί τρόποι αντιφλεγμονώδους δράσης, συμπεριλαμβανομένης της αναστολής των ενζύμων που διασπούν την cAMP-φωσφοδιεστεράση (PDE). Χρησιμοποιώντας πρωτογενείς καλλιέργειες κυττάρων λείων μυών αεραγωγών (ASM), αποκαλύψαμε πρόσφατα ότι οι αναστολείς της PDE4 μπορούν να ενισχύσουν την αντιφλεγμονώδη δράση των βήτα2-αγωνιστών, ενισχύοντας την έκφραση της φωσφατάσης που αδρανοποιεί τη μιτογόνο-ενεργοποιημένη πρωτεϊνική κινάση (MAPK)-MAPK φωσφατάση (MKP)-1, η οποία εξαρτάται από την cAMP. Επομένως, ο σκοπός αυτής της μελέτης ήταν να εξετάσει εάν η θεοφυλλίνη καταστέλλει την παραγωγή κυτοκινών με παρόμοιο, εξαρτώμενο από την PDE, μεσολαβούμενο από την MKP-1 τρόπο.
Αξιοσημείωτα, η θεοφυλλίνη δεν ενίσχυσε την απελευθέρωση cAMP από κύτταρα ASM που υποβλήθηκαν σε αγωγή με τον μακράς δράσης βήτα2-αγωνιστή φορμοτερόλη. Επιπλέον, η θεοφυλλίνη (0.1-10 μM) δεν αύξησε την έκφραση του mRNA της MKP-1 που προκλήθηκε από τη φορμοτερόλη ούτε την πρωτεϊνική υπερ-ρύθμιση, σύμφωνα με την απουσία παραγωγής cAMP. Ωστόσο, η θεοφυλλίνη (στα 10 μM) ήταν αντιφλεγμονώδης και κατέστειλε την έκκριση της κυτοκίνης IL-8, που προσελκύει ουδετερόφιλα, η οποία παράγεται ως απόκριση στην TNF-α. Δεδομένου ότι οι επιδράσεις της θεοφυλλίνης ήταν ανεξάρτητες από την αναστολή της PDE4 ή την αντιφλεγμονώδη MKP-1, στη συνέχεια επιδιώξαμε να διευκρινίσουμε τους νέους μηχανισμούς που ευθύνονται.
Διερευνήσαμε τον αντίκτυπο της θεοφυλλίνης στην πρωτεϊνική φωσφατάση (PP) 2A, έναν κύριο ρυθμιστή πολλαπλών φλεγμονωδών σηματοδοτικών οδών, και δείχνουμε ότι η θεοφυλλίνη αυξάνει την επαγόμενη από TNF-α δραστηριότητα PP2A στα κύτταρα ASM. Επιβεβαιωτικά αποτελέσματα ελήφθησαν σε πνευμονικά επιθηλιακά κύτταρα A549. Οι ενεργοποιητές της PP2A έχουν ευεργετικές επιδράσεις σε ex vivo και in vivo μοντέλα αναπνευστικής νόσου. Έτσι, η μελέτη μας είναι η πρώτη που συνδέει τη θεοφυλλίνη με την ενεργοποίηση της PP2A ως νέο μηχανισμό για τον έλεγχο της αναπνευστικής φλεγμονής.
Η θεοφυλλίνη έχει δύο διακριτές δράσεις στους αεραγωγούς ασθενών με αναστρέψιμη απόφραξη· χαλάρωση των λείων μυών (δηλαδή, βρογχοδιαστολή) και καταστολή της απόκρισης των αεραγωγών σε ερεθίσματα (δηλαδή, προφυλακτικές επιδράσεις μη-βρογχοδιασταλτικές). Ενώ οι μηχανισμοί δράσης της θεοφυλλίνης δεν είναι γνωστοί με βεβαιότητα, μελέτες σε ζώα υποδηλώνουν ότι η βρογχοδιαστολή μεσολαβείται από την αναστολή δύο ισοενζύμων της φωσφοδιεστεράσης (PDE III και, σε μικρότερο βαθμό, PDE IV), ενώ οι προφυλακτικές δράσεις μη-βρογχοδιασταλτικές μεσολαβούνται πιθανώς μέσω ενός ή περισσοτέρων διαφορετικών μοριακών μηχανισμών, που δεν περιλαμβάνουν αναστολή της PDE III ή ανταγωνισμό των υποδοχέων αδενοσίνης. Ορισμένες από τις ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη θεοφυλλίνη φαίνεται να μεσολαβούνται από την αναστολή της PDE III (π.χ., υπόταση, ταχυκαρδία, κεφαλαλγία και έμετος) και τον ανταγωνισμό των υποδοχέων αδενοσίνης (π.χ., αλλαγές στην εγκεφαλική αιματική ροή).
Η θεοφυλλίνη αυξάνει τη δύναμη σύσπασης των διαφραγματικών μυών. Αυτή η δράση φαίνεται να οφείλεται στην ενίσχυση της πρόσληψης ασβεστίου μέσω ενός καναλιού που μεσολαβείται από την αδενοσίνη.
Ο εκπνευστικός και εισπνευστικός αέρας κατά τη διάρκεια καρδιοπνευμονικής παράκαμψης στην καρδιοχειρουργική επέμβαση συμβάλλει στην μετεγχειρητική πνευμονική δυσλειτουργία. Η θεραπεία με θεοφυλλίνη για πνευμονικές παθήσεις θεωρείται παραδοσιακά ότι δρα μέσω αναστολής της φωσφοδιεστεράσης· ωστόσο, αυξανόμενα στοιχεία έχουν υποδείξει άλλους πιθανούς μηχανισμούς. Διερευνήσαμε τις επιδράσεις της εκπνοής και επαναπλήρωσης σε σηματοδοτικές οδούς (p38-μιτογόνο-ενεργοποιημένη πρωτεϊνική κινάση [MAPK], εξωκυτταρικός ρυθμισμένος κινάσης 1 και 2 [ERK1/2], και Akt) και εάν η θεοφυλλίνη επηρεάζει την επαγόμενη από εκπνοή πνευμονική βλάβη και τη σχετιζόμενη σηματοδότηση.
Απομονωμένοι πνεύμονες αρουραίου διαπεράστηκαν (15 mL/min) με αποξυγονωμένο αίμα αρουραίου σε ρυθμιστικό διάλυμα διττανθρακικών και αερίστηκαν. Μετά από 20 λεπτά εξισορρόπησης, οι πνεύμονες εκπνεύστηκαν (60 λεπτά, αερόβια διαπερατότητα 1.5 mL/min), ακολουθούμενη από επαναπλήρωση (60 λεπτά, αναερόβια επαναιμάτωση 1.5 mL/min). Η συμμόρφωση, η αγγειακή αντίσταση και η φωσφορυλίωση της κινάσης αξιολογήθηκαν κατά τη διάρκεια της εκπνοής και επαναπλήρωσης. Μελετήθηκαν οι επιδράσεις του SB203580 (50 μM), αναστολέα της p38-MAPK, και της θεοφυλλίνης (0.083 mM [θεραπευτική] ή 3 mM [υπερθεραπευτική]) στη φυσιολογία και τη σηματοδότηση. Η εκπνοή μείωσε τη συμμόρφωση κατά 44% σε σύγκριση με συνεχώς αεριζόμενους πνεύμονες. Η φωσφορυλίωση της p38-MAPK και της Akt αυξήθηκε (τρεις έως πέντε φορές) κατά τη διάρκεια της εκπνοής και επαναπλήρωσης, και η φωσφορυλίωση της ERK1/2 αυξήθηκε (περίπου δύο φορές) κατά τη διάρκεια της επαναπλήρωσης. Το SB203580 δεν είχε καμία επίδραση στη φυσιολογία των πνευμόνων ή στην ενεργοποίηση της ERK1/2 και της Akt.
Και οι δύο δόσεις θεοφυλλίνης αύξησαν την κυκλική μονοφωσφορική αδενοσίνη, αλλά μόνο η θεοφυλλίνη 3 mM βελτίωσε τη συμμόρφωση. Η φωσφορυλίωση της p38-MAPK δεν επηρεάστηκε από τη θεοφυλλίνη· η 0.083 mM θεοφυλλίνη ανέστειλε την επαγόμενη από επαναπλήρωση φωσφορυλίωση της ERK1/2 (72% ± 3%)· και η 3 mM θεοφυλλίνη ανέστειλε τη φωσφορυλίωση της Akt κατά τη διάρκεια της εκπνοής (75% ± 5%) και της επαναπλήρωσης (87% ± 4%).
Η εκπνοή και επαναπλήρωση πνεύμονα διεγείρει διαφορική ενεργοποίηση p38-MAPK, ERK1/2 και Akt, υποδηλώνοντας ρόλο στη βλάβη των πνευμόνων κατά τη διάρκεια της καρδιοπνευμονικής παράκαμψης. Ωστόσο, η p38-MAPK δεν εμπλεκόταν στην υποβαθμισμένη συμμόρφωση. Μια υπερθεραπευτική δόση θεοφυλλίνης προστάτευσε τους πνεύμονες από την επαγόμενη από εκπνοή βλάβη και συνδέθηκε με αναστολή της φωσφοϊνοσιτιδικής 3-κινάσης/Akt αντί της φωσφοδιεστεράσης.
Η θεοφυλλίνη και η αμινοφυλλίνη έχουν χρησιμοποιηθεί ευρέως ως αναστολείς της φωσφοδιεστεράσης κατά την εξέταση του ρόλου της cAMP στη ρύθμιση της κυτταρικής λειτουργίας. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, αυτοί οι αναστολείς της φωσφοδιεστεράσης μπορεί να έχουν επιπρόσθετες θέσεις δράσης που θα μπορούσαν να περιπλέξουν την ερμηνεία των αποτελεσμάτων. Αυτές οι επιπρόσθετες θέσεις δράσης θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν ανταγωνισμό των ανασταλτικών αυτοϋποδοχέων αδενοσίνης και απελευθέρωση ενδοκυτταρικού ασβεστίου. Ο σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να προσδιοριστεί ποιος από τους παραπάνω τρεις είναι ο κύριος μηχανισμός με τον οποίο η θεοφυλλίνη και η αμινοφυλλίνη επηρεάζουν την απελευθέρωση μεταβιβαστή στην νευρομυϊκή σύναψη των θηλαστικών.
Μέτρηση κβαντικής απελευθέρωσης έγιναν με τεχνικές ενδοκυτταρικής καταγραφής. Χρησιμοποιήθηκε ποικιλία φαρμάκων για τη διευκρίνιση αυτής της οδού. Η ισοπροτερενόλη, ένας ενεργοποιητής της αδενυλικής κυκλάσης, χρησιμοποιήθηκε αρχικά για να καθοριστεί η επίδραση των αυξημένων επιπέδων cAMP. Η εφαρμογή θεοφυλλίνης από μόνη της ή παρουσία ενός συνδυασμού φαρμάκων που μπλόκαρε τους οδούς του υποδοχέα αδενοσίνης και της φωσφοδιεστεράσης προκάλεσε σημαντική καταστολή της απελευθέρωσης, αντίθετα με αυτό που αναμένεται αν λειτουργούσε για την ενίσχυση των επιπέδων cAMP. Ωστόσο, όταν εφαρμόστηκε παρουσία ενός συνδυασμού φαρμάκων που μπλόκαρε τον υποδοχέα αδενοσίνης, τη φωσφοδιεστεράση και τις οδούς ενδοκυτταρικού ασβεστίου ρυανοδίνης, η θεοφυλλίνη δεν κατάφερε να καταστείλει την απελευθέρωση. Επομένως, συμπεράναμε ότι ο κύριος μηχανισμός δράσης της θεοφυλλίνης είναι η καταστολή της απελευθέρωσης μεταβιβαστή προκαλώντας την απελευθέρωση ενδοκυτταρικού ασβεστίου.
Η εφαρμογή αμινοφυλλίνης από μόνη της προκάλεσε σημαντική ενίσχυση της απελευθέρωσης. Ωστόσο, όταν συνδυάστηκε με αποκλειστή του υποδοχέα αδενοσίνης, η ικανότητα της αμινοφυλλίνης να ενισχύει την απελευθέρωση μεταβιβαστή μπλοκαρίστηκε, υποδηλώνοντας ότι ο κυρίαρχος μηχανισμός δράσης της είναι ο αποκλεισμός του υποδοχέα αδενοσίνης.
Συνολικά, αυτά τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι η χρήση της θεοφυλλίνης και της αμινοφυλλίνης είναι ακατάλληλη κατά την εξέταση του ρόλου της cAMP στην νευρομυϊκή σύναψη των θηλαστικών.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Η θεοφυλλίνη απορροφάται ταχέως και πλήρως μετά από από του στόματος χορήγηση σε διάλυμα ή σε στερεά μορφή άμεσης αποδέσμευσης.
Η θεοφυλλίνη δεν υφίσταται καμία σημαντική προ-συστηματική κάθαρση, κατανέμεται ελεύθερα στους ιστούς χωρίς λίπος και μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ. Η νεφρική απέκκριση της αμετάβλητης θεοφυλλίνης σε νεογνά ανέρχεται περίπου στο 50% της δόσης, σε σύγκριση με περίπου 10% σε παιδιά άνω των τριών μηνών και σε ενήλικες.
0.3 έως 0.7 L/kg
0.29 mL/kg/min [Πρόωρα νεογνά, ηλικία μετά τη γέννηση 3-15 ημερών]
0.64 mL/kg/min [Πρόωρα νεογνά, ηλικία μετά τη γέννηση 25-57 ημερών]
1.7 mL/kg/min [Παιδιά 1-4 ετών]
1.6 mL/kg/min [Παιδιά 4-12 ετών]
0.9 mL/kg/min [Παιδιά 13-15 ετών]
1.4 mL/kg/min [Παιδιά 16-17 ετών]
0.65 mL/kg/min [Ενήλικες (16-60 ετών), κατά τα άλλα υγιείς μη καπνιστές ασθματικοί]
0.41 mL/kg/min [Ηλικιωμένοι (>60 ετών), μη καπνιστές με φυσιολογική καρδιακή, ηπατική και νεφρική λειτουργία]
0.33 mL/kg/min [Οξύ πνευμονικό οίδημα]
0.54 mL/kg/min [ΧΑΠ >60 ετών, σταθεροί, μη καπνιστές >1 έτους]
0.48 mL/kg/min [ΧΑΠ με δεξιό καρδιακό επιπωμα]
1.25 mL/kg/min [Κυστική ίνωση (14-28 ετών)]
0.31 mL/kg/min [Ηπατική νόσος κίρρωση]
0.35 mL/kg/min [οξεία ηπατίτιδα]
0.65 mL/kg/min [χολοστασία]
0.47 mL/kg/min [Σήψη με πολυοργανική ανεπάρκεια]
0.38 mL/kg/min [υποθυρεοειδισμός]
0.8 mL/kg/min [υπερθυρεοειδισμός]
Όταν χορηγείται IM, η θεοφυλλίνη συνήθως απορροφάται βραδέως και ατελώς. Τα ορθικά υπόθετα (δεν είναι πλέον εμπορικά διαθέσιμα στις ΗΠΑ) απορροφώνται αργά και ακανόνιστα, ανεξάρτητα από το αν η βάση του υποθέτου είναι υδρόφιλη ή λιπόφιλη.
Στα νεογνά, περίπου το 50% της δόσης θεοφυλλίνης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα. Μετά τον πρώτο τρίμηνο της ζωής, περίπου το 10% της δόσης θεοφυλλίνης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα.
Η διάλυση φαίνεται να είναι το βραδύ βήμα στην απορρόφηση της από του στόματος θεοφυλλίνης. Υπό τις όξινες συνθήκες του στομάχου, τα άλατα και οι ενώσεις θεοφυλλίνης απελευθερώνουν ελεύθερη θεοφυλλίνη. … Μικροκρυσταλλικές μορφές δοσολογίας και από του στόματος διαλύματα θεοφυλλινών απορροφώνται ταχύτερα, αλλά όχι σε μεγαλύτερο βαθμό, από τα μη επικαλυμμένα δισκία. Αν και ο ρυθμός απορρόφησης είναι βραδύτερος, τα παρασκευάσματα παρατεταμένης αποδέσμευσης (κάψουλες και δισκία) θεοφυλλίνης απορροφώνται γενικά στον ίδιο βαθμό με τα μη επικαλυμμένα δισκία· ωστόσο, ο πραγματικός ρυθμός απορρόφησης των παρασκευασμάτων παρατεταμένης αποδέσμευσης μπορεί να διαφέρει. Παρασκευάσματα παρατεταμένης αποδέσμευσης θεοφυλλινών έχουν διαμορφωθεί για να απελευθερώνουν το φάρμακο σε διάφορους ρυθμούς κατάλληλους για δοσολογία κάθε 8-12, 12 ή 24 ώρες· ωστόσο, η πραγματική συχνότητα δοσολογίας για έναν δεδομένο ασθενή εξαρτάται από τις ατομικές του φαρμακοκινητικές παραμέτρους. Δεδομένου ότι ο ρυθμός και ο βαθμός απορρόφησης μπορεί να διαφέρουν μεταξύ διαφόρων παρασκευασμάτων παρατεταμένης αποδέσμευσης και μερικές φορές μεταξύ διαφορετικών μεγεθών δοσολογίας του ίδιου παρασκευάσματος, οι ασθενείς θα πρέπει γενικά να σταθεροποιούνται σε ένα δεδομένο παρασκεύασμα· η υποκατάσταση ενός παρασκευάσματος παρατεταμένης αποδέσμευσης με άλλο θα πρέπει γενικά να γίνεται μόνο όταν τα παρασκευάσματα έχουν αποδειχθεί ισοδύναμα ή/και ο ασθενής αξιολογείται φαρμακοκινητικά κατά τη μεταβατική περίοδο. Η απορρόφηση των θεοφυλλινών μπορεί επίσης να καθυστερήσει, αλλά γενικά δεν μειώνεται, από την παρουσία τροφής στο γαστρεντερικό σωλήνα· ωστόσο, η επίδραση των τροφών στην απορρόφηση των παρασκευασμάτων παρατεταμένης αποδέσμευσης φαίνεται να είναι μεταβλητή, και οι οδηγίες του κατασκευαστή για τη χορήγηση συγκεκριμένων παρασκευασμάτων θα πρέπει να ακολουθούνται.
Η IV θεοφυλλίνη παράγει την υψηλότερη και ταχύτερη συγκέντρωση θεοφυλλίνης στον ορό. … Ελαφρώς χαμηλότερες ή ίσες μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό επιτυγχάνονται μετά από από του στόματος χορήγηση ίσων ποσοτήτων θεοφυλλίνης σε μη επικαλυμμένο δισκίο, κάψουλα ή υγρές μορφές. Μετά από από του στόματος χορήγηση καψουλών θεοφυλλίνης ή μη επικαλυμμένων δισκίων, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό συνήθως επιτυγχάνονται σε 1-2 ώρες. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις θεοφυλλίνης στον ορό συνήθως επιτυγχάνονται μετά από περίπου 1 ώρα όταν χορηγούνται εντερικά επικαλυμμένα διαλύματα θεοφυλλίνης ή μικροκρυσταλλικά δισκία. Τα εντερικά επικαλυμμένα δισκία θεοφυλλίνης παράγουν μεταβλητές συγκεντρώσεις στον ορό οι οποίες συνήθως κορυφώνονται μετά από περίπου 5 ώρες. Μεμονωμένες δόσεις καψουλών ή δισκίων θεοφυλλίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης συνήθως παράγουν μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό μετά από 4 ώρες, αλλά τα εμπορικά προϊόντα ποικίλλουν στους ρυθμούς και την πληρότητα της απορρόφησής τους. Παρασκευάσματα παρατεταμένης αποδέσμευσης θεοφυλλίνης συνδέονται γενικά με σχετικά μικρές διακυμάνσεις στις κορυφαίες και ελάχιστες συγκεντρώσεις ορού σε σταθερή κατάσταση· ωστόσο, κλινικά σημαντικές διαφορές κορυφής-ελάχιστου σε σταθερή κατάσταση μπορεί να εμφανιστούν σε άτομα που αποβάλλουν γρήγορα τη θεοφυλλίνη. Τα ενεμάτα κατακράτησης θεοφυλλίνης συνήθως παράγουν μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό σε 1-2 ώρες. Οι συγκεντρώσεις θεοφυλλίνης στον ορό γενικά έχουν εμφανιστεί 3-5 ώρες μετά τη χορήγηση του φαρμάκου ως ορθικά υπόθετα (δεν είναι πλέον εμπορικά διαθέσιμα στις ΗΠΑ).
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Ολοκληρωμένα) για τη ΘΕΟΦΥΛΛΙΝΗ (19 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Ηπατική. Ο βιομετασχηματισμός λαμβάνει χώρα μέσω απομεθυλίωσης σε 1-μεθυλξανθίνη και 3-μεθυλξανθίνη και υδροξυλίωσης σε 1,3-διμεθυλουρικό οξύ. Η 1-μεθυλξανθίνη υδροξυλιώνεται περαιτέρω, από την ξανθινοξειδάση, σε 1-μεθυλουρικό οξύ. Περίπου το 6% μιας δόσης θεοφυλλίνης N-μεθυλιώνεται σε καφεΐνη. Η καφεΐνη και η 3-μεθυλξανθίνη είναι οι μόνες μεταβολίτες της θεοφυλλίνης με φαρμακολογική δραστηριότητα.
Τόσο η οδός N-απομεθυλίωσης όσο και η οδός υδροξυλίωσης του βιομετασχηματισμού της θεοφυλλίνης είναι περιορισμένες από χωρητικότητα. Λόγω της ευρείας δια-ατομικής μεταβλητότητας του ρυθμού μεταβολισμού της θεοφυλλίνης, η μη γραμμικότητα της κάθαρσης μπορεί να αρχίσει σε ορισμένους ασθενείς σε συγκεντρώσεις θεοφυλλίνης στον ορό <10 μg/mL. Δεδομένου ότι αυτή η μη γραμμικότητα οδηγεί σε περισσότερο από αναλογικές αλλαγές στις συγκεντρώσεις θεοφυλλίνης στον ορό με αλλαγές στη δόση, συνιστάται να γίνονται αυξομειώσεις της δόσης σε μικρά βήματα προκειμένου να επιτευχθούν επιθυμητές αλλαγές στις συγκεντρώσεις θεοφυλλίνης στον ορό. Η ακριβής πρόβλεψη της εξάρτησης από τη δόση του μεταβολισμού της θεοφυλλίνης σε ασθενείς a priori δεν είναι δυνατή, αλλά ασθενείς με πολύ υψηλούς αρχικούς ρυθμούς κάθαρσης (δηλαδή, χαμηλές συγκεντρώσεις θεοφυλλίνης στον ορό σε σταθερή κατάσταση σε δόσεις πάνω από το μέσο όρο) έχουν τη μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν μεγάλες αλλαγές στη συγκέντρωση θεοφυλλίνης στον ορό ως απόκριση σε αλλαγές δόσης.
Η καφεΐνη και η 3-μεθυλξανθίνη είναι οι μόνες μεταβολίτες της θεοφυλλίνης με φαρμακολογική δραστηριότητα. Η 3-μεθυλξανθίνη έχει περίπου το ένα δέκατο της φαρμακολογικής δραστηριότητας της θεοφυλλίνης και οι συγκεντρώσεις της στον ορό σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία είναι <1 μg/mL. Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου, η 3-μεθυλξανθίνη μπορεί να συσσωρευτεί σε συγκεντρώσεις που προσεγγίζουν τη συγκέντρωση της αμετάβλητης θεοφυλλίνης. Οι συγκεντρώσεις καφεΐνης είναι συνήθως μη ανιχνεύσιμες σε ενήλικες ανεξάρτητα από τη νεφρική λειτουργία. Σε νεογνά, η καφεΐνη μπορεί να συσσωρευτεί σε συγκεντρώσεις που προσεγγίζουν τη συγκέντρωση της αμετάβλητης θεοφυλλίνης και, ως εκ τούτου, να ασκήσει φαρμακολογική επίδραση.
Η θεοφυλλίνη μεταβολίζεται στο ήπαρ σε 1,3-διμεθυλουρικό οξύ, 1-μεθυλουρικό οξύ και 3-μεθυλξανθίνη. … Τα άτομα μεταβολίζουν τη θεοφυλλίνη με διαφορετικούς ρυθμούς· ωστόσο, ο ατομικός μεταβολισμός του φαρμάκου είναι γενικά αναπαραγώγιμος. Η θεοφυλλίνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται κυρίως από τους νεφρούς. Η νεφρική κάθαρση του φαρμάκου, ωστόσο, συμβάλλει μόνο 8-12% στη συνολική κάθαρση του πλάσματος της θεοφυλλίνης. Μικρές ποσότητες θεοφυλλίνης απεκκρίνονται στα κόπρανα αμετάβλητες.
Αμετάβλητη θεοφυλλίνη (35% της ραδιενέργειας στα ούρα) και 1,3-διμεθυλουρικό οξύ (34%) είναι οι κύριες ενώσεις που απεκκρίνονται στα ούρα, ακολουθούμενες από 1-μεθυλουρικό οξύ (18%), 3-μεθυλξανθίνη (3%) και μη αναγνωρισμένους πολικούς μεταβολίτες (4.8%). Ο μεταβολισμός της θεοφυλλίνης επηρεάστηκε σε αρουραίους την 18η ημέρα της κύησης, όπως έδειξε η αυξημένη απέκκριση θεοφυλλίνης (73%)· αυτό εξηγήθηκε από μειωμένη παραγωγή 1,3-διμεθυλουρικού οξέος (-68%) και 1-μεθυλουρικού οξέος (-30%). Σχεδόν παρόμοια αποτελέσματα ελήφθησαν με κύηες μπαμπουίνους. Κάθε είδος ζώου χαρακτηρίζεται από διαφορές στο προφίλ των μεταβολιτών που ανακτώνται στα ούρα· επιπλέον, ποσοτικές διαφορές στις μεταβολικές οδούς της θεοφυλλίνης παρατηρήθηκαν ακόμη και σε διαφορετικές φυλές ποντικών.
Για περισσότερα δεδομένα Μεταβολισμού/Μεταβολιτών (Ολοκληρωμένα) για τη ΘΕΟΦΥΛΛΙΝΗ (7 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
Η θεοφυλλίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν 3-Μεθυλξανθίνη, 1-Μεθυλξανθίνη και 1,3-Διμεθυλουρικό οξύ.
Η θεοφυλλίνη είναι γνωστός ανθρώπινος μεταβολίτης της καφεΐνης.
Ηπατική. Ο βιομετασχηματισμός λαμβάνει χώρα μέσω απομεθυλίωσης σε 1-μεθυλξανθίνη και 3-μεθυλξανθίνη και υδροξυλίωσης σε 1,3-διμεθυλουρικό οξύ. Η 1-μεθυλξανθίνη υδροξυλιώνεται περαιτέρω, από την ξανθινοξειδάση, σε 1-μεθυλουρικό οξύ. Περίπου το 6% μιας δόσης θεοφυλλίνης N-μεθυλιώνεται σε καφεΐνη. Η καφεΐνη και η 3-μεθυλξανθίνη είναι οι μόνες μεταβολίτες της θεοφυλλίνης με φαρμακολογική δραστηριότητα. Οδός Απέκκρισης: Η θεοφυλλίνη δεν υφίσταται καμία αξιοσημείωτη προ-συστηματική κάθαρση, κατανέμεται ελεύθερα σε ιστούς χωρίς λίπος και μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ. Η νεφρική απέκκριση της αμετάβλητης θεοφυλλίνης σε νεογνά ανέρχεται περίπου στο 50% της δόσης, σε σύγκριση με περίπου 10% σε παιδιά άνω των τριών μηνών και σε ενήλικες.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
8 ώρες
Σε σχήματα συντήρησης θεοφυλλίνης, οι συγκεντρώσεις στον ορό μεταξύ των ασθενών ποικίλλουν τουλάχιστον έξι φορές και οι χρόνοι ημίσειας ζωής παρουσιάζουν ευρεία δια-ατομική μεταβλητότητα λόγω διαφορών στον ρυθμό μεταβολισμού. Το εύρος των χρόνων ημίσειας ζωής κυμαίνεται από περίπου 3-12.8 (μέσος όρος 7-9) ώρες σε κατά τα άλλα υγιείς, μη καπνιστές ασθματικούς ενήλικες, από περίπου 1.5-9.5 ώρες σε παιδιά, και από περίπου 15-58 ώρες σε πρόωρα βρέφη. … Σε σύγκριση με τους κατά τα άλλα υγιείς, μη καπνιστές ασθματικούς ενήλικες, ο χρόνος ημίσειας ζωής της θεοφυλλίνης στον ορό μπορεί να αυξηθεί και η συνολική κάθαρση του σώματος να μειωθεί σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, δεξιό καρδιακό επιπωμα, ή ηπατική νόσο, και σε ηλικιωμένους ασθενείς. Σε καπνιστές τσιγάρου ή/και μαριχουάνας, ο χρόνος ημίσειας ζωής της θεοφυλλίνης στον ορό είναι κατά μέσο όρο 4-5 ώρες και η συνολική κάθαρση του σώματος αυξάνεται σε σύγκριση με τους μη καπνιστές.
Η θεοφυλλίνη κατανέμεται ταχέως εντός του σώματος, και οι χρόνοι ημίσειας ζωής στο πλάσμα ήταν 5.7-11.5 ώρες σε σκύλους, 11 ώρες σε χοίρους, 7.8 ώρες σε γάτες, 3.8-5.5 ώρες σε κουνέλια και 1.2-4 ώρες σε αρουραίους. Σε υψηλότερες δόσεις, οι αρουραίοι είχαν μεγαλύτερους χρόνους ημίσειας ζωής πιθανώς λόγω ενός συνδυασμού αυξημένης διούρησης και κορεσμού του μεταβολισμού.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Παράγοντες που προκαλούν αύξηση της διαστολής ενός βρόγχου ή βρογχικών σωλήνων.
Ενώσεις που αναστέλλουν ή ανταγωνίζονται τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις των φωσφοδιεστερασών.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για να προκαλέσουν διαστολή των αιμοφόρων αγγείων.
Ενώσεις που δεσμεύονται και αναστέλλουν τη διέγερση των ΠΟΥΡΙΝΕΡΓΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ P1.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
0I55128JYK
ΘΕΟΦΥΛΛΙΝΗ ΑΝΥΔΡΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Μεθυλοξανθίνη
Χημική Δομή [CS] - Ξανθίνες
Η θεοφυλλίνη άνυδρη είναι Μεθυλοξανθίνη.
ΘΕΟΦΥΛΛΙΝΗ
Ξανθίνες [CS]· Μεθυλοξανθίνη [EPC]
ΘΕΟΦΥΛΛΙΝΗ ΑΝΥΔΡΗ
Ξανθίνες [CS]· Μεθυλοξανθίνη [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Παράγοντες που προκαλούν αύξηση της διαστολής ενός βρόγχου ή βρογχικών σωλήνων.
Ενώσεις που αναστέλλουν ή ανταγωνίζονται τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις των φωσφοδιεστερασών.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για να προκαλέσουν διαστολή των αιμοφόρων αγγείων.
Ενώσεις που δεσμεύονται και αναστέλλουν τη διέγερση των ΠΟΥΡΙΝΕΡΓΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ P1.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 1 R03DA041ο ΒΗΜΑ — Λίγα συμπτώματα, χαμηλός κίνδυνος παρόξυνσης
- mMRC 0–1 ΚΑΙ CAT 0–9
- ≤ 1 παρόξυνση χωρίς νοσηλεία ΚΑΙ καμία με νοσηλεία
- FEV₁ > 50% προβλεπόμενης
Δοσολογία: Εξατομικευμένη · Συνεχής