HEXETIDINE
Εξετιδίνη
Κωδικός ATC **Α01ΑΒ12** Η εξετιδίνη ανήκει στην ομάδα των **εξαυδροπυριμιδινών** και είναι **τοπικό αντισηπτικό της στοματοφαρυγγικής κοιλότητας, των οδόντων και των ούλων**.
Εμπορικά Ονόματα
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Στοματικό διάλυμα, Τοπικά
- Χορήγηση: 2-3 φορές την ημέρα μετά το φαγητό
- Δόση έναρξης: 15 ml
-
ΕνήλικεςΔόση15 mlΞεπλύνετε ή κάνετε γαργάρα για μισό λεπτό, 2-3 φορές την ημέρα μετά το φαγητό. Μην καταπίνετε το διάλυμα αλλά φτύστε το μετά τη χρήση.
-
Θεραπεία εντοπισμένων φλεγμονών του στόματοςΧρησιμοποιείστε Εξετιδίνη πάνω σε βαμβάκι ή γάζα, επαλείφοντας τοπικά στο σημείο της φλεγμονής.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε συστατικό
-
Χρήση σε παιδιάΠληθυσμόςΚάτω των 6 ετών
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Επίμονα συμπτώματαπροσοχήΝα μη χρησιμοποιείται αν τα συμπτώματα είναι επίμονα για μεγάλο χρονικό διάστημα
-
ΚατάποσηπροσοχήΝα μην καταπίνεται. Μόνο για στοματοφαρυγγική χρήση
-
Μακροχρόνια θεραπείαπροσοχήΝα μη χρησιμοποιείται για μακροχρόνια θεραπεία λόγω διαταραχής της στοματικής χλωρίδας
-
Περιεκτικότητα σε μενθόληπροσοχήΠληθυσμόςΠαιδιάΝα χορηγείται με προσοχή
-
Αλληλεπιδράσεις με άλλα αντισηπτικάπροσοχήΝα αποφεύγεται η παράλληλη ή στη συνέχεια χρήση άλλων αντισηπτικών φαρμάκων, ιδιαίτερα με ανιονικά παράγωγα. Η εξετιδίνη αδρανοποιείται σε αλκαλικό διάλυμα
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Άλλα αντισηπτικά φάρμακαπροσοχήΠιθανές αλληλεπιδράσεις (ανταγωνισμός, αδρανοποίηση)ΣύστασηΘα πρέπει να αποφεύγεται η παράλληλη ή στη συνέχεια χρήση
-
Ανιονικά παράγωγαπροσοχήΠιθανές αλληλεπιδράσεις (ανταγωνισμός, αδρανοποίηση)ΣύστασηΘα πρέπει να αποφεύγεται η παράλληλη ή στη συνέχεια χρήση
-
Αλκαλικό διάλυμαπροσοχήΑδρανοποίηση της εξετιδίνης
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
- Αγγειοοίδημα
- Αγευσία
- Δυσγευσία
- Βήχας
- Δύσπνοια
- Ξηροστομία
- Δυσφαγία
- Ναυτία
- Διόγκωση σιελογόνων αδένων
- Έμετος
- Αντίδραση στο σημείο εφαρμογής
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ σπάνιεςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑγευσίαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΑλλοίωση γεύσηςΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΑναισθησίαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΑντίδραση στο σημείο εφαρμογήςΓενικές
-
Πολύ σπάνιεςΑντιδράσεις υπερευαισθησίαςΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιεςΔιόγκωση σιελογόνων αδένωνΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιεςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΉπιος ερεθισμός (κυνάγχη, κάψιμο ή κνησμός) της γλώσσας και / ή των στοματικών ιστών
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χορηγείται
-
ΓαλουχίαΑπίθανο να παρουσιάσει κίνδυνοΔεν είναι γνωστό αν η εξετιδίνη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα, ωστόσο λαμβάνοντας υπόψη το αμελητέο ποσό της εξετιδίνης, που μπορεί να προβλεφθεί ότι θα απορροφηθεί συστηματικά, είναι απίθανο ότι οι συγκεντρώσεις της εξετιδίνης στο γάλα θα παρουσιάσουν κάποιο κίνδυνο για το νεογέννητο.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Κωδικός ATC Α01ΑΒ12 Η εξετιδίνη ανήκει στην ομάδα των εξαυδροπυριμιδινών και είναι τοπικό αντισηπτικό της στοματοφαρυγγικής κοιλότητας, των οδόντων και των ούλων. Έχει ευρύ φάσμα αντιβακτηριακής (Gram +&-) και αντιμυκητιακής δράσης, που αφορά στην πλειονότητα των παθογόνων μικροοργανισμών που προκαλούν στοματοφαρυγγικές λοιμώξεις. Η ταχεία δράση της εξετιδίνης έχει αποδειχθεί in vitro & in vivo και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για αυτήν τη φαρμακοτεχνική μορφή όπου ο χρόνος επαφής με το μικροοργανισμό είναι εξ’ ορισμού σύντομος. Η εξετιδίνη έχει επίσης επουλωτικές, αιμοστατικές και τοπικά αναισθητικές ιδιότητες στο στόμα και το φάρυγγα.
Μηχανισμός δράσης
Ανταγωνίζεται τη βιταμίνη Β1 (θειαμίνη), ουσία απαραίτητη για την ανάπτυξη των μικροβίων. Η μεγάλη της χημική συγγένεια με πρωτεΐνες και πολυμερή τα οποία περιέχουν ηλεκτραρνητικές θέσεις (πεπτιδογλυκάνες) μπορούν να εξηγήσουν τη σύνδεση της εξετιδίνης με τα μικρόβια και μπορεί τουλάχιστον ως ένα βαθμό να συσχετισθεί η δράση της με τη συσσώρευσή της σε συγκεκριμένες περιοχές. Αυτή η χημική συγγένεια εξηγεί επίσης και τη σύνδεσή της με τις οδοντικές πλάκες και την κατά των οδοντικών πλακών δράση. Η εξετιδίνη αναστέλλει συγκεκριμένα ενζυμικά συστήματα και ειδικά την σουκκινυλ-αφυδρογονάση. Έχει επίσης αποδειχθεί ότι τουλάχιστον όσον αφορά στο E. coli, η αναστολή της ανάπτυξής της η οποία προκαλείται από την εξετιδίνη παρεμποδίζεται μερικά από την προσθήκη θειαμίνης στην καλλιέργεια, ενώ ακόμη, στα σπόρια του Bacillus cereus η εξετιδίνη αναστέλλει την οξείδωση του πυρουβικού, δράση που επίσης αναστέλλεται από τη θειαμίνη. Η ανταγωνιστική δράση της θειαμίνης μπορεί να εξηγεί τον ανταγωνισμό εξετιδίνης - συνενζύμου Α. Επιπρόσθετα, έχει αποδειχθεί ότι ο ψευδάργυρος αναστέλλει τη δράση της εξετιδίνης στο διφωσφοπυριδυλνουκλεοτίδιο, ενώ ο χαλκός ενισχύει αυτήν τη δράση. Τα στοιχεία αυτά συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι μέσα στους μηχανισμούς δράσης της είναι και η σύνδεση με μεταλλικά ιόντα.
Ειδικές μελέτες Φαρμακοκινητικής για την εξετιδίνη δεν έχουν διεξαχθεί στον άνθρωπο. Έχει παρατηρηθεί κατακράτηση της εξετιδίνης στο στόμα, στη βλεννογόνο μεμβράνη και στην οδοντική πλάκα. Σε μελέτες που έχει χρησιμοποιηθεί ραδιοεπισημασμένη εξετιδίνη έχει αποδειχθεί ότι η κατακράτηση στους στοματικούς ιστούς μπορεί να διαρκέσει από 8 έως 10 ώρες μετά από εφάπαξ πλύση του στόματος και σε μερικές περιπτώσεις η εξετιδίνη έχει ανιχνευθεί σε στοματικό ιστό πάνω από 65 ώρες μετά την αποθεραπεία.
Φαρμακοκινητική στη νεφρική ανεπάρκεια: Δεν έχουν γίνει ειδικές μελέτες της εξετιδίνης όσον αφορά στην ηπατική ανεπάρκεια.
Φαρμακοκινητική στους ηλικιωμένους: Δεν έχουν γίνει ειδικές μελέτες της εξετιδίνης στους ηλικιωμένους.
5.3 Προκλινικά στοιχεία για την ασφάλεια
Οξεία, υποχρόνια και χρόνια τοξικότητα
Με βάση τις μελέτες για την οξεία, υποχρόνια και χρόνια τοξική δυναμικότητα σε διάφορα είδη ζώων, τα προκλινικά δεδομένα δεν δείχνουν κανένα ιδιαίτερο κίνδυνο της εξετιδίνης για τους ανθρώπους εάν χρησιμοποιείται σύμφωνα με τις οδηγίες.
Μεταλλαξιογένεση
Η εξετιδίνη δεν προκάλεσε σημαντική αύξηση στη μετάλλαξη όταν μελετήθηκε in vitro χρησιμοποιώντας τη βασική Ames test.
Καρκινογένεση
Δεν έχουν γίνει ειδικές μελέτες της εξετιδίνης.
Τερατογένεση
Δεν παρατηρήθηκαν αποτελέσματα τερατογένεσης σε άσπρα κουνέλια Νέας Ζηλανδίας στα οποία χορηγήθηκε από το στόμα 5, 10 και 20mg εξετιδίνης/kg/ημέρα από την 6η έως την 18η ημέρα της κύησης. Ένας μικρός αριθμός από αυτά πέθανε σαν αποτέλεσμα της τοξικής παρενέργειας της εξετιδίνης, αλλά κανένα άλλο κλινικό σύμπτωμα ή αλλαγή στη συμπεριφορά παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια της μελέτης. Η εξετιδίνη θεωρήθηκε εμβρυοτοξική όπως αποδείχθηκε από ένα μικρό αριθμό αμβλώσεων. Σημαντική αύξηση στον αριθμό των απωλειών κατά την επαναρρόφηση και μετά την εμφύτευση παρατηρήθηκε σε ομάδα που έλαβαν 10 και 20mg hexetidine/kg/ημέρα και σημαντική ελάττωση του βάρους του εμβρύου σε ομάδα που ελάμβανε 20mg/kg/ημέρα.
Γονιμότητα
Η εξετιδίνη χορηγήθηκε από το στόμα σε λευκά κουνέλια Νέας Ζηλανδίας μετά το ζευγάρωμα για αναπαραγωγή και δεν παρουσίασαν κάποια εμφανή παρενέργεια όσο αφορά στην γονιμότητα σε σχέση με την ομάδα αναφοράς.
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση MeSH
- Ουσίες που χρησιμοποιούνται σε ανθρώπους και άλλα ζώα που καταστρέφουν επιβλαβείς μικροοργανισμούς ή αναστέλλουν τη δραστηριότητά τους. Διακρίνονται από τα ΑΠΟΛΥΜΑΝΤΙΚΑ, τα οποία χρησιμοποιούνται σε άψυχα αντικείμενα.
- Ουσίες που καταστρέφουν μύκητες καταστέλλοντας την ικανότητά τους να αναπτυχθούν ή να αναπαραχθούν. Διαφέρουν από τα ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΜΥΚΗΤΟΚΤΟΝΑ επειδή προστατεύουν από μύκητες που υπάρχουν σε ιστούς ανθρώπων ή ζώων.
Οδός χορήγησης
Μορφή
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Φαρμακολογική Ταξινόμηση MeSH
- Ουσίες που χρησιμοποιούνται σε ανθρώπους και άλλα ζώα που καταστρέφουν επιβλαβείς μικροοργανισμούς ή αναστέλλουν τη δραστηριότητά τους. Διακρίνονται από τα ΑΠΟΛΥΜΑΝΤΙΚΑ, τα οποία χρησιμοποιούνται σε άψυχα αντικείμενα.
- Ουσίες που καταστρέφουν μύκητες καταστέλλοντας την ικανότητά τους να αναπτυχθούν ή να αναπαραχθούν. Διαφέρουν από τα ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΜΥΚΗΤΟΚΤΟΝΑ επειδή προστατεύουν από μύκητες που υπάρχουν σε ιστούς ανθρώπων ή ζώων.