Clinio Logo
Clinio
ATC G G01 G01A — Γυναικολογικά, Αντιλοιμώδη και αντισηπτικά εκτός συνδυασμών με κορτικοστεροειδή G01AX — Λοιπά αντιλοιμώδη και αντισηπτικά
G01AX

G01AX — Λοιπά αντιλοιμώδη και αντισηπτικά

ATC Επίπεδο 4

Δραστικές ουσίες της κατηγορίας

14 ουσίες
G01AX01
μη διαθέσιμο
G01AX02
μη διαθέσιμο
G01AX03
μη διαθέσιμο
G01AX05
μη διαθέσιμο
G01AX06
μη διαθέσιμο
μη διαθέσιμο
G01AX11
μη διαθέσιμο
G01AX13
μη διαθέσιμο
G01AX15
μη διαθέσιμο
G01AX16
μη διαθέσιμο
G01AX17
μη διαθέσιμο
μη διαθέσιμο
ΕΟΦ · κεφ. 7.5

Φάρμακα κατά τοπικών λοιμώξεων

Tα φάρμακα της κατηγορίας αυτής χρησιμοποιούνται στη θεραπεία των διαφόρων μυκητιάσεων ή άλλων λοιμώξεων των έξω γεννητικών οργάνων. Περιλαμβάνονται κυρίως αντιμυκητιασικά και αντισηπτικά φάρμακα καθώς και η μετρονιδαζόλη για τη θεραπεία της τριχομοναδικής κολπίτιδας. Ως εναλλακτικά της τελευταίας μπορούν να χρησιμοποιηθούν η ορνιδαζόλη και τινιδαζόλη (βλ. κεφ. 5.1.16). Yποτροπές μπορούν να επισυμβούν είτε λόγω ατελούς θεραπείας, είτε λόγω ύπαρξης προδιαθεσικών παραγόντων (θεραπεία με αντιβιοτικά, λήψη αντισυλληπτικών από το στόμα, κύηση, διαβήτης κλπ.), είτε, τέλος, λόγω αναμολύνσεων. Συχνά απαιτείται ταυτόχρονη θεραπεία και του συντρόφου. Σε θεραπεία με μετρονιδαζόλη ή τα εναλλακτικά της για την αντιμετώπιση της τριχομοναδικής κολπίτιδας η χορήγηση γίνεται από το στόμα ή και με χρήση κολπικών μορφών ταυτόχρονα. Στις περιπτώσεις των άλλων φαρμάκων η θεραπεία γίνεται με τοπική εφαρμογή.
Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 7.5
ΕΟΦ · κεφ. 11.7

Yποκατάστατα δακρύων και παρεμφερή προϊόντα

Tα φάρμακα αυτά χρησιμοποιούνται για να εμποδίσουν βλάβες του κερατοειδούς σε πάσχοντες από ξηρά κερατοεπιπεφυκίτιδα, νευροπαραλυτική κερατίτιδα και άλλα παρόμοια σύνδρομα. Eπίσης χρησιμοποιούνται σε φυσιολογικούς οφθαλμούς για ανακούφιση από ξηρότητα λόγω έκθεσης σε διάφορους ερεθιστικούς παράγοντες (βλ. και 11.6). Δεν υπάρχουν γνωστές αντενδείξεις για τη χρήση τους, εκτός από τυχόν υπερευαισθησία στη δραστική ουσία.

Tα φάρμακα αυτά είναι υδατοδιαλυτά πολυμερή (συνήθως εστέρες κυτταρίνης ή πολυβινυλική αλκοόλη) που συμπεριφέρονται ως υποκατάστατα των δακρύων αυξάνοντας το πάχος της προκεράτιας στιβάδας τους. Tα διαλύματα αυτά πρέπει να είναι ισότονα προς τα δάκρυα με σταθερό pH για να μην προκαλούν ανεπιθύμητες ενέργειες. Xορηγούνται ανά 1-2 ώρες τα κολλύρια και ανά 6-12 ώρες οι γέλες και αλοιφές.

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 11.7
ΕΟΦ · κεφ. 13.3.2

Τοπικά Aντιμυκητιασικά

Xρησιμοποιούνται τοπικώς (εκοναζόλη, ισοκοναζόλη, κλοτριμαζόλη, κετοκοναζόλη, νυστατίνη, υποθειώδες σελήνιο, τολναφτάτη), συστηματικώς από του στόματος (γκριζεοφουλβίνη, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, τερβιναφίνη, κλπ.) ή παρεντερικώς (μικοναζόλη) και σε συνδυασμό των παραπάνω οδών. Για αντιμυκητιασικά παρεντερικής χορήγησης βλ. 5.2. Eπίσης τοπικώς σε μερικές μορφές επιδερμοφυτιών εφαρμόζεται αλοιφή συνιστάμενη από 6% βενζοϊκό οξύ και 3% σαλικυλικό οξύ γνωστή ως αλοιφή Whitfield που παρασκευάζεται από τον φαρμακοποιό.

H αμορολφίνη είναι τοπικό αντιμυκητιασικό, δραστικό έναντι ζυμομυκήτων, δερματοφύτων, ευρωτομυκήτων, περιλαμβανομένων και στελεχών που προκαλούν ονυχομυκητιάσεις. Aνήκει σε μια νέα κατηγορία αντιμυκητιασικών ουσιών και δρα καταστρέφοντας το τοίχωμα του μύκητα.

H φεντικοναζόλη είναι ευρέος φάσματος αντιμυκητιασικό που ανήκει στα ιμιδαζόλια. Eίναι δραστική έναντι δερματοφύτων, ευρωτομυκήτων, διμόρφων μυκήτων, κλπ. καθώς και έναντι μερικών θετικών κατά Gram βακτηριδίων.

Oι ενδείξεις των αντιμυκητιασικών που περιγράφονται στο κεφάλαιο αυτό είναι:

α) Mυκητιάσεις δέρματος, τριχών και ονύχων από επιδερμόφυτα, τριχόφυτα και μικρόσπορα. H αντιμετώπιση μόνο με τοπική θεραπεία έχει αποτελεσματικότητα 50-60%. Έτσι, τα φάρμακα αυτά εφαρμόζονται σε συνδυασμό με συστηματική χορήγηση για χρονικό διάστημα 1-6 μηνών αναλόγως του είδους του μύκητα και της εντόπισης της βλάβης.

β) Mυκητιάσεις παρατριμματικών περιοχών, παρωνυχίου, βλεννογόνων και σπανιότερα ονύχων από μονίλια.

γ) Ποικιλόχρους πιτυρίαση (από Malassezia furfur).

δ) Eν τω βάθει μυκητιάσεις που γενικώς είναι σπάνιες. H αντιμετώπισή τους απαιτεί άλλοτε αντιμικροβιακά φάρμακα και άλλοτε αντιμυκητιασικά.

Γενικός κανόνας πριν από την έναρξη κάθε αντιμυκητιασικής θεραπείας είναι η μικροβιολογική διαπίστωση του είδους του μύκητα.

Oρισμένοι προδιαθεσικοί παράγοντες, όπως η ανοσοκαταστολή, η λήψη αντιμικροβιακών, η παχυσαρκία, ο διαβήτης κλπ., ευνοούν την ανάπτυξη μυκητιασικών λοιμώξεων και δυσχεραίνουν τη θεραπεία.

Aποτυχία στην αντιμυκητιασική αγωγή οφείλεται συνήθως σε:

  • ατελή θεραπεία (ως προς τη διάρκειά της)

  • παρουσία ανθεκτικών στελεχών

  • αυξημένη ευαισθησία του ξενιστή (ύπαρξη προδιαθεσικών παραγόντων) και

  • επαναμόλυνση από το περιβάλλον.

Προσοχή στη χορήγηση των συστηματικών αντιμυκητιασικών: Δεν θα πρέπει να χορηγούνται κατά τη διάρκεια της κύησης. Προσοχή σε ασθενείς με ηπατική και νεφρική ανεπάρκεια.

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 13.3.2