IMATINIB
Ιματινίμπη
Χρόνια μυελογενής λευχαιμία (βλ.και ανωτέρω). Κακοήθης γαστρεντερικός στρωματικός όγκος (GIST) kit θετικός ανεγχείρητος και/ή µεταστατικός.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-VIANIB
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: με το γεύμα
- Δόση έναρξης: 600 mg/ημέρα
- Τιτλοποίηση: Αυξήσεις της δόσης μπορεί να ληφθούν υπ' όψιν σε ασθενείς με βλαστική κρίση, παιδιατρικούς ασθενείς, ή ασθενείς με HES/CEL χωρίς σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, ανάλογα με την ένδειξη και την ανταπόκριση. Ρυθμίσεις δόσης για ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν μείωση της δόσης ή διακοπή.
-
ΧΜΛ σε βλαστική κρίση (ενήλικες)Δόση600 mg/ημέρα
-
ΧΜΛ σε βλαστική κρίση (ενήλικες)Δόση400 mgΑρχική δόση, μπορεί να αυξηθεί έως 800 mg (400 mg δύο φορές την ημέρα) σε περιπτώσεις εξέλιξης της νόσου, αποτυχίας ανταπόκρισης, ή απώλειας ανταπόκρισης.
-
ΧΜΛ σε χρόνια φάση (παιδιατρικοί ασθενείς)Δόση340 mg/m την ημέραΜέγ. δόση800 mgΜπορεί να χορηγηθεί ως εφάπαξ δόση ή διαιρεμένη σε δύο δόσεις. Αύξηση έως 570 mg/m εξετάζεται σε περίπτωση ανεπαρκούς ανταπόκρισης.
-
ΧΜΛ σε επιταχυνόμενη φάση (παιδιατρικοί ασθενείς)Δόση340 mg/m την ημέραΜέγ. δόση800 mgΜπορεί να χορηγηθεί ως εφάπαξ δόση ή διαιρεμένη σε δύο δόσεις. Αύξηση έως 570 mg/m εξετάζεται σε περίπτωση ανεπαρκούς ανταπόκρισης.
-
Ph+ ΟΛΛ (ενήλικες)Δόση600 mg/ημέρα
-
Ph+ ΟΛΛ (παιδιά)Δόση340 mg/m την ημέραΜέγ. δόση600 mg
-
MDS/MPD (ενήλικες)Δόση400 mg/ημέρα
-
HES/CEL (ενήλικες)Δόση100 mg/ημέραΜπορεί να αυξηθεί έως 400 mg εάν η ανταπόκριση είναι ανεπαρκής.
-
DFSP (ενήλικες)Δόση800 mg/ημέρα
-
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκειαΔόση400 mgΕλάχιστη συνιστώμενη δόση. Μπορεί να μειωθεί αν δεν είναι ανεκτή.
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια ή σε αιμοκάθαρσηΔόση400 mgΕλάχιστη συνιστώμενη δόση. Προσοχή συνιστάται. Η δόση μπορεί να μειωθεί αν δεν είναι ανεκτή ή να αυξηθεί λόγω έλλειψης αποτελεσματικότητας.
block
SPC-VIANIB
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
SPC-VIANIB
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόνταΑπαιτείται προσοχή όταν η ιματινίμπη λαμβάνεται με αναστολείς πρωτεάσης, αζολικά αντιμυκητιασικά, συγκεκριμένες μακρολίδες (βλ. παράγραφο 4.5), CYP3A4 υποστρώματα με περιορισμένο θεραπευτικό εύρος (π.χ. κικλοσπορίνη, πιμοζίδη, τακρόλιμους, σιρόλιμους, εργοταμίνη, διεργοταμίνη, φεντανύλη, αλφεντανίλη, τερφεναδίνη, βορτεζομίμπη, δοσεταξέλη, κινιδίνη) ή βαρφαρίνη και άλλα παράγωγα κουμαρίνης (βλ. παράγραφο 4.5).
-
Αλληλεπιδράσεις με επαγωγείς του CYP3A4Η ταυτόχρονη χρήση της ιματινίμπης και φαρμακευτικών προϊόντων που επάγουν το CYP3A4 (π.χ. δεξαμεθαζόνη, φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, ριφαμπικίνη, φαινοβαρβιτάλη ή Hypericum perforatum, γνωστό επίσης ως φυτό St. John’s) μπορεί να μειώνει σημαντικά την έκθεση στην ιματινίμπη και πιθανά να αυξάνεται ο κίνδυνος θεραπευτικής αποτυχίας. Για αυτόν το λόγο η ταυτόχρονη χρήση ισχυρών επαγωγέων του CYP3A4 και ιματινίμπης θα πρέπει να αποφεύγεται (βλ. παράγραφο 4.5).
-
ΥποθυρεοειδισμόςΠληθυσμόςΑσθενείς με θυρεοειδεκτομή σε θεραπεία υποκατάστασης με λεβοθυροξίνηΤα επίπεδα της θυρεοειδοτρόπου ορμόνης (TSH) θα πρέπει να ελέγχονται τακτικά.
-
ΗπατοτοξικότηταΠληθυσμόςΑσθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (ήπια, μέτρια ή σοβαρή)Πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά οι μετρήσεις του περιφερικού αίματος και των ηπατικών ενζύμων (βλ. παραγράφους 4.2, 4.8 και 5.2).
-
ΗπατοτοξικότηταΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ιματινίμπη σε συνδυασμό με χημειοθεραπευτικά σχήματα που είναι γνωστό ότι σχετίζονται με ηπατική δυσλειτουργίαΗ ηπατική λειτουργία θα πρέπει να ελέγχεται προσεκτικά (βλ. παράγραφο 4.5 και 4.8).
-
Κατακράτηση υγρώνΠληθυσμόςΝεοδιαγνωσθέντες με ΧΜΛ ασθενείςΟι ασθενείς να ζυγίζονται τακτικά. Μια μη αναμενόμενη γρήγορη αύξηση του βάρους θα πρέπει να διερευνάται προσεκτικά και εάν είναι απαραίτητο να λαμβάνονται τα απαραίτητα θεραπευτικά μέτρα και υποστηρικτική φροντίδα.
-
Κατακράτηση υγρώνΠληθυσμόςΗλικιωμένα άτομα και εκείνοι με προηγούμενο ιστορικό καρδιακής νόσουΑπαιτείται προσοχή σε ασθενείς με καρδιακή δυσλειτουργία.
-
Ασθενείς με καρδιακή νόσοΠληθυσμόςΑσθενείς με καρδιακή νόσο ή με παράγοντες κινδύνου καρδιακής έκπτωσης ή ιστορικό νεφρικής έκπτωσηςΘα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά και οποιοσδήποτε ασθενής με σημεία ή συμπτώματα που συνάδουν με καρδιακή ή νεφρική έκπτωση θα πρέπει να αξιολογείται και να θεραπεύεται.
-
Ασθενείς με υπερηωσινοφιλικό σύνδρομο (HES) με λανθάνουσα διήθηση HES κυττάρων εντός του μυοκαρδίουΜια προσεκτική αξιολόγηση της ωφέλειας/κινδύνου της θεραπείας με ιματινίμπη θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στο πληθυσμό με HES/CEL πριν την έναρξη της θεραπείας.
-
Μυελοδυσπλαστικές/μυελοϋπερπλαστικές νόσοι με γονιδιακές αναδιατάξεις του PDGFR που σχετίζονται με υψηλά επίπεδα ηωσινοφίλωνΗ αξιολόγηση από ειδικό καρδιολόγο, η διενέργεια υπερηχοκαρδιογραφήματος και ο καθορισμός της τροπονίνης στον ορό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη πριν τη χορήγηση της ιματινίμπης. Εάν κάτι είναι μη φυσιολογικό η παρακολούθηση από ειδικό καρδιολόγο και η προφυλακτική χρήση συστηματικών στεροειδών (1-2 mg/kg) για μια έως δύο εβδομάδες ταυτόχρονα με την ιματινίμπη θα πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την έναρξη της θεραπείας.
-
Γαστρεντερικές αιμορραγίεςΠληθυσμόςΑσθενείς με ανεγχείρητο και/ή μεταστατικό GISTΟι καθιερωμένες πρακτικές και διαδικασίες πρέπει να εφαρμόζονται σε όλους τους ασθενείς για την παρακολούθηση και αντιμετώπιση της αιμορραγίας.
-
Σύνδρομο λύσης όγκουΣυνιστάται η αποκατάσταση της κλινικά σημαντικής αφυδάτωσης και η θεραπεία των υψηλών επιπέδων ουρικού οξέως πριν την έναρξη της χορήγησης της ιματινίμπης (βλ. παράγραφο 4.8).
-
Εργαστηριακές δοκιμασίες (Αιματολογικοί έλεγχοι)Πλήρεις αιματολογικοί έλεγχοι πρέπει να διεξάγονται τακτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ιματινίμπη. Η αγωγή με ιματινίμπη μπορεί να διακοπεί ή να μειωθεί η δόση, όπως συνιστάται στη παράγραφο 4.2.
-
Εργαστηριακές δοκιμασίες (Ηπατική λειτουργία)Η ηπατική λειτουργία (τρανσαμινάσες, χολερυθρίνη, αλκαλική φωσφατάση) θα πρέπει να ελέγχεται τακτικά σε ασθενείς που λαμβάνουν ιματινίμπη.
-
Εργαστηριακές δοκιμασίες (Νεφρική λειτουργία)ΠληθυσμόςΑσθενείς με επιβάρυνση της νεφρικής λειτουργίαςΘα πρέπει να χορηγείται η ελάχιστη δόση έναρξης. Στους ασθενείς με σοβαρή επιβάρυνση της νεφρικής λειτουργίας θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή. Η δόση μπορεί να μειωθεί εάν δεν είναι ανεκτή (βλ. παράγραφο 4.2 και 5.2).
-
Εργαστηριακές δοκιμασίες (Νεφρική λειτουργία)ΠληθυσμόςΑσθενείς που παρουσιάζουν εσωτερικούς και εξωτερικούς παράγοντες κινδύνου για νεφρική δυσλειτουργία, συμπεριλαμβανομένης της ταυτόχρονης χρήσης φαρμακευτικών προϊόντων που επηρεάζουν την GFRΕίναι σημαντικό η νεφρική λειτουργία (συμπεριλαμβανομένου του ρυθμού σπειραματικής διήθησης) να ελέγχεται πρίν από την έναρξη της αγωγής και μηνιαίως κατά τη θεραπεία με ιματινίμπη.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΠληθυσμόςΠαιδιά και προ-έφηβοι που λαμβάνουν ιματινίμπηΣυνιστάται η στενή παρακολούθηση της ανάπτυξης των παιδιών που υπόκεινται σε αγωγή με ιματινίμπη (βλ. παράγραφο 4.8).
-
ΛακτόζηΟι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
-
Επανενεργοποίηση ηπατίτιδας ΒΟι ασθενείς πρέπει να εξεταστούν για λοίμωξη από τον ιό HBV πριν από την έναρξη της θεραπείας με VIANIB. Οι φορείς του HBV οι οποίοι χρήζουν θεραπείας με το VIANIB πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία και συμπτώματα ενεργού λοίμωξης από τον HBV κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για αρκετούς μήνες μετά τη λήξη της θεραπείας (βλέπε παράγραφο 4.8).
swap_horiz
SPC-VIANIB
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αναστολείς CYP3A4 (π.χ. κετοκοναζόλη, ερυθρομυκίνη)ΠροσοχήΜειώνουν το μεταβολισμό και αυξάνουν τις συγκεντρώσεις της ιματινίμπης.
-
ΠροσοχήΜειώνουν σημαντικά την έκθεση στην ιματινίμπη, αυξάνοντας τον κίνδυνο θεραπευτικής αποτυχίας.ΣύστασηΝα αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση.
-
ΠροσοχήΗ ιματινίμπη μπορεί να αυξήσει τη συγκέντρωσή τους στο πλάσμα.
-
Παράγωγα κουμαρίνης (π.χ. βαρφαρίνη)Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας.ΣύστασηΠροτιμάται η ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους ή η κλασσική ηπαρίνη.
-
Υποστρώματα CYP2D6 (π.χ. μετοπρολόλη)ΠροσοχήΗ ιματινίμπη μπορεί να αναστείλει το μεταβολισμό τους.ΣύστασηΣυνιστάται κλινική παρακολούθηση, ειδικά για υποστρώματα με στενό θεραπευτικό εύρος.
-
Ακεταμινοφαίνη/Παρακεταμόλη (σε υψηλές δόσεις)ΠροσοχήΠιθανή αλληλεπίδραση.
-
ΛεβοθυροξίνηΠροσοχήΜείωση της έκθεσης της λεβοθυροξίνης στο πλάσμα.
-
L-ασπαραγινάσηΠροσοχήΠιθανή αύξηση της ηπατοτοξικότητας.
sick
SPC-VIANIB
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Έρπητας ζωστήρας
- απλός έρπητας
- ρινοφαρυγγίτιδα
- πνευμονία
- κολπίτιδα
- κυτταρίτιδα
- λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- γρίπη
- ουρολοίμωξη
- γαστρεντερίτιδα
- σήψη
- Μυκητίαση
- Επανενεργοποίηση ηπατίτιδας Β
- Σύνδρομο λύσης όγκου
- Αιμορραγία όγκου/νέκρωση όγκου
- Ουδετεροπενία
- Θρομβοκυτταροπενία
- Αναιμία
- Πανκυτταροπενία
- Εμπύρετη ουδετεροπενία
- Θρομβοκυττάρωση
- Λεμφοπενία
- Καταστολή του μυελού των οστών
- Ηωσινοφιλία
- Λεμφαδενοπάθεια
- Αιμολυτική αναιμία
- Ανορεξία
- Υποκαλιαιμία
- Αύξηση της όρεξης
- Υποφωσφαταιμία
- Μείωση της όρεξης
- Αφυδάτωση
- Ουρική αρθρίτιδα
- Υπερουριχαιμία
- Υπερασβεστιαιμία
- Υπεργλυκαιμία
- Υπονατριαιμία
- Υπερκαλιαιμία
- Υπομαγνησιαιμία
- Αϋπνία
- Κατάθλιψη
- Μειωμένη γενετήσια ορμή
- Άγχος
- Συγχυτική κατάσταση
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Παραισθησία
- Διαταραχή της γεύσης
- Υπαισθησία
- Ημικρανία
- Υπνηλία
- Συγκοπή
- Περιφερική νευροπάθεια
- Επηρεασμένη μνήμη
- Ισχιαλγία
- Σύνδρομο ανήσυχων ποδιών
- Τρόμος
- Εγκεφαλική αιμορραγία
- Αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση
- Σπασμοί
- Οπτική νευρίτιδα
- Εγκεφαλικό οίδημα
- Οίδημα βλεφάρου
- Αυξημένη δακρύρροια
- Αιμορραγία του επιπεφυκότα
- Επιπεφυκίτιδα
- Ξηροφθαλμία
- Θολή όραση
- Ερεθισμός οφθαλμού
- Πόνος του οφθαλμού
- Οίδημα του κόγχου
- Αιμορραγία του σκληρού
- Αιμορραγία του αμφιβληστροειδούς
- Βλεφαρίτιδα
- Οίδημα της ωχράς κηλίδας
- Καταρράκτης
- Γλαύκωμα
- Οίδημα της οπτικής θηλής
- Αιμορραγία του υαλοειδούς σώματος
- Ίλιγγος
- Εμβοές
- Απώλεια ακοής
- Αίσθημα παλμών
- Ταχυκαρδία
- Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
- Πνευμονικό οίδημα
- Αρρυθμία
- Κολπική μαρμαρυγή
- Καρδιακή ανακοπή
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Στηθάγχη
- Περικαρδιακή συλλογή
- Περικαρδίτιδα
- Καρδιακός επιπωματισμός
- Έξαψη
- Αιμορραγία
- Υπέρταση
- Αιμάτωμα
- Υποσκληρίδιο αιμάτωμα
- Περιφερική ψυχρότητα
- Υπόταση
- Φαινόμενο Raynaud
- Θρόμβωση/εμβολή
- Δύσπνοια
- Επίσταξη
- Βήχας
- Υπεζωκοτική συλλογή
- Φαρυγγολαρυγγικό άλγος
- Φαρυγγίτιδα
- Πλευριτικό άλγος
- Πνευμονική ίνωση
- Πνευμονική υπέρταση
- Πνευμονική αιμορραγία
- Οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια
- Διάμεση πνευμονοπάθεια
- Ναυτία
- Διάρροια
- Έμετος
- Δυσπεψία
- Κοιλιακό άλγος
- Μετεωρισμός
- Διάταση της κοιλίας
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
- Δυσκοιλιότητα
- Ξηροστομία
- Γαστρίτιδα
- Στοματίτιδα
- Εξέλκωση του στόματος
- Αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα
- Ερυγή
- Μέλαινα
- Οισοφαγίτιδα
- Ασκίτης
- Γαστρικό έλκος
- Αιματέμεση
- Χειλίτιδα
- Δυσφαγία
- Παγκρεατίτιδα
- Κολίτιδα
- Ειλεός
- Φλεγμονώδης νόσος του εντέρου
- Ειλεός/εντερική απόφραξη
- Διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα
- Εκκολπωματίτιδα
- Αύξηση ηπατικών ενζύμων
- Υπερχολερυθριναιμία
- Ηπατίτιδα
- Ίκτερος
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Ηπατική νέκρωση
- Περικογχικό οίδημα
- Δερματίτιδα/έκζεμα/εξάνθημα
- Κνησμός
- Οίδημα προσώπου
- Ξηροδερμία
- Ερύθημα
- Αλωπεκία
- Νυκτερινοί ιδρώτες
- Αντίδραση από φωτοευαισθησία
- Φλυκταινώδες εξάνθημα
- Μώλωπας
- Αυξημένη εφίδρωση
- Κνίδωση
- Εκχύμωση
- Αυξημένη τάση εκχυμώσεων
- Υποτρίχωση
- Υποχρωματισμός δέρματος
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα
- Ρήξη όνυχα
- Θυλακίτιδα
- Πετέχειες
- Ψωρίαση
- Πορφύρα
- Υπέρχρωση δέρματος
- Πομφολυγώδη εξανθήματα
- Οξεία εμπύρετος ουδετεροφιλική δερμάτωση (σύνδρομο Sweet)
- Δυσχρωματισμός όνυχα
- Αγγειονευρωτικό οίδημα
- Φλυκταινώδες εξάνθημα
- Πολύμορφο ερύθημα
- Λευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP)
- Σύνδρομο παλαμο-πελματιαίας ερυθροδυσαισθησίας
- Λειχενοειδή υπερκεράτωση
- Ομαλός λειχήνας
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Φαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)
- Μυϊκοί σπασμοί και κράμπες
- Μυοσκελετικό άλγος συμπεριλαμβανομένης μυαλγίας, αρθραλγίας, οστικό άλγος
- Οίδημα αρθρώσεων
- Δυσκαμψία μυών και αρθρώσεων
- Μυϊκή αδυναμία
- Αρθρίτιδα
- Ραβδομυόλυση/μυοπάθεια
- Ανάγγεια νέκρωση/νέκρωση ισχίου
- Άλγος νεφρού
- Αιματουρία
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Αυξημένη συχνότητα ούρησης
- Νεφρική ανεπάρκεια χρονία
- Γυναικομαστία
- Στυτική δυσλειτουργία
- Μηνορραγία
- Ακανόνιστη έμμηνος ρύση
- Σεξουαλική δυσλειτουργία
- Άλγος θηλής
- Διόγκωση μαστού
- Οίδημα οσχέου
- Αιμορραγικό ωχρό σωμάτιο/αιμορραγική κύστη ωοθήκης
- Κατακράτηση υγρών και οίδημα
- Κόπωση
- Αδυναμία
- Πυρεξία
- Περιφερικό οίδημα
- Κρυάδες
- Ρίγη
- Θωρακικό άλγος
- Αίσθημα κακουχίας
- Αύξηση βάρους
- Μείωση βάρους
- Αύξηση κρεατινίνης αίματος
- Αύξηση κρεατινικής φωσφοκινάσης αίματος
- Αύξηση γαλακτικής δεϋδρογονάσης αίματος
- Αύξηση αλκαλικής φωσφατάσης αίματος
- Αύξηση αμυλάσης αίματος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΟυδετεροπενία
-
Πολύ συχνέςΘρομβοκυτταροπενία
-
Πολύ συχνέςΑναιμία
-
ΣυχνέςΠανκυτταροπενία
-
ΣυχνέςΕμπύρετη ουδετεροπενία
-
Όχι συχνέςΘρομβοκυττάρωση
-
Όχι συχνέςΛεμφοπενία
-
Όχι συχνέςΚαταστολή του μυελού των οστών
-
Όχι συχνέςΗωσινοφιλία
-
Όχι συχνέςΛεμφαδενοπάθεια
-
ΣπάνιεςΑιμολυτική αναιμία
-
ΣυχνέςΑνορεξία
-
Όχι συχνέςΥποκαλιαιμία
-
Όχι συχνέςΑύξηση της όρεξης
-
Όχι συχνέςΥποφωσφαταιμία
-
Όχι συχνέςΜείωση της όρεξης
-
Όχι συχνέςΑφυδάτωση
-
Όχι συχνέςΟυρική αρθρίτιδα
-
Όχι συχνέςΥπερουριχαιμία
-
Όχι συχνέςΥπερασβεστιαιμία
-
Όχι συχνέςΥπεργλυκαιμία
-
Όχι συχνέςΥπονατριαιμία
-
ΣπάνιεςΥπερκαλιαιμία
-
ΣπάνιεςΥπομαγνησιαιμία
-
ΣυχνέςΑϋπνία
-
Όχι συχνέςΚατάθλιψη
-
Όχι συχνέςΜειωμένη γενετήσια ορμή
-
Όχι συχνέςΆγχος
-
ΣπάνιεςΣυγχυτική κατάσταση
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγία
-
ΣυχνέςΖάλη
-
ΣυχνέςΠαραισθησία
-
ΣυχνέςΔιαταραχή της γεύσης
-
ΣυχνέςΥπαισθησία
-
Όχι συχνέςΗμικρανία
-
Όχι συχνέςΥπνηλία
-
Όχι συχνέςΣυγκοπή
-
Όχι συχνέςΠεριφερική νευροπάθεια
-
Όχι συχνέςΕπηρεασμένη μνήμη
-
Όχι συχνέςΙσχιαλγία
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο ανήσυχων ποδιών
-
Όχι συχνέςΤρόμος
-
Όχι συχνέςΕγκεφαλική αιμορραγία
-
ΣπάνιεςΑυξημένη ενδοκρανιακή πίεση
-
ΣπάνιεςΣπασμοί
-
ΣπάνιεςΟπτική νευρίτιδα
-
ΣυχνέςΟίδημα βλεφάρου
-
ΣυχνέςΑυξημένη δακρύρροια
-
ΣυχνέςΑιμορραγία του επιπεφυκότα
-
ΣυχνέςΕπιπεφυκίτιδα
-
ΣυχνέςΞηροφθαλμία
-
ΣυχνέςΘολή όραση
-
Όχι συχνέςΕρεθισμός οφθαλμού
-
Όχι συχνέςΠόνος του οφθαλμού
-
Όχι συχνέςΟίδημα του κόγχου
-
Όχι συχνέςΑιμορραγία του σκληρού
-
Όχι συχνέςΑιμορραγία του αμφιβληστροειδούς
-
Όχι συχνέςΒλεφαρίτιδα
-
Όχι συχνέςΟίδημα της ωχράς κηλίδας
-
ΣπάνιεςΚαταρράκτης
-
ΣπάνιεςΓλαύκωμα
-
ΣπάνιεςΟίδημα της οπτικής θηλής
-
Όχι συχνέςΊλιγγος
-
Όχι συχνέςΕμβοές
-
Όχι συχνέςΑπώλεια ακοής
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμών
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδία
-
Όχι συχνέςΣυμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
-
Όχι συχνέςΠνευμονικό οίδημα
-
ΣπάνιεςΑρρυθμία
-
ΣπάνιεςΚολπική μαρμαρυγή
-
ΣπάνιεςΚαρδιακή ανακοπή
-
ΣπάνιεςΈμφραγμα του μυοκαρδίου
-
ΣπάνιεςΣτηθάγχη
-
ΣπάνιεςΠερικαρδιακή συλλογή
-
ΣυχνέςΈξαψη
-
ΣυχνέςΑιμορραγία
-
Όχι συχνέςΥπέρταση
-
Όχι συχνέςΑιμάτωμα
-
Όχι συχνέςΥποσκληρίδιο αιμάτωμα
-
Όχι συχνέςΠεριφερική ψυχρότητα
-
Όχι συχνέςΥπόταση
-
Όχι συχνέςΦαινόμενο Raynaud
-
ΣυχνέςΔύσπνοια
-
ΣυχνέςΕπίσταξη
-
ΣυχνέςΒήχας
-
Όχι συχνέςΥπεζωκοτική συλλογή
-
Όχι συχνέςΦαρυγγολαρυγγικό άλγος
-
Όχι συχνέςΦαρυγγίτιδα
-
ΣπάνιεςΠλευριτικό άλγος
-
ΣπάνιεςΠνευμονική ίνωση
-
ΣπάνιεςΠνευμονική υπέρταση
-
ΣπάνιεςΠνευμονική αιμορραγία
-
Πολύ συχνέςΝαυτία
-
Πολύ συχνέςΔιάρροια
-
Πολύ συχνέςΈμετος
-
Πολύ συχνέςΔυσπεψία
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγος
-
ΣυχνέςΜετεωρισμός
-
ΣυχνέςΔιάταση της κοιλίας
-
ΣυχνέςΓαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότητα
-
ΣυχνέςΞηροστομία
-
ΣυχνέςΓαστρίτιδα
-
Όχι συχνέςΣτοματίτιδα
-
Όχι συχνέςΕξέλκωση του στόματος
-
Όχι συχνέςΑιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα
-
Όχι συχνέςΕρυγή
-
Όχι συχνέςΜέλαινα
-
Όχι συχνέςΟισοφαγίτιδα
-
Όχι συχνέςΑσκίτης
-
Όχι συχνέςΓαστρικό έλκος
-
Όχι συχνέςΑιματέμεση
-
Όχι συχνέςΧειλίτιδα
-
Όχι συχνέςΔυσφαγία
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδα
-
ΣπάνιεςΚολίτιδα
-
ΣπάνιεςΕιλεός
-
ΣπάνιεςΦλεγμονώδης νόσος του εντέρου
-
ΣυχνέςΑύξηση ηπατικών ενζύμων
-
Όχι συχνέςΥπερχολερυθριναιμία
-
Όχι συχνέςΗπατίτιδα
-
Όχι συχνέςΊκτερος
-
ΣπάνιεςΗπατική ανεπάρκεια
-
ΣπάνιεςΗπατική νέκρωση
-
Πολύ συχνέςΠερικογχικό οίδημα
-
Πολύ συχνέςΔερματίτιδα/έκζεμα/εξάνθημα
-
ΣυχνέςΚνησμός
-
ΣυχνέςΟίδημα προσώπου
-
ΣυχνέςΞηροδερμία
-
ΣυχνέςΕρύθημα
-
ΣυχνέςΑλωπεκία
-
ΣυχνέςΝυκτερινοί ιδρώτες
-
ΣυχνέςΑντίδραση από φωτοευαισθησία
-
Όχι συχνέςΦλυκταινώδες εξάνθημα
-
Όχι συχνέςΜώλωπας
-
Όχι συχνέςΑυξημένη εφίδρωση
-
Όχι συχνέςΚνίδωση
-
Όχι συχνέςΕκχύμωση
-
Όχι συχνέςΑυξημένη τάση εκχυμώσεων
-
Όχι συχνέςΥποτρίχωση
-
Όχι συχνέςΥποχρωματισμός δέρματος
-
Όχι συχνέςΑποφολιδωτική δερματίτιδα
-
Όχι συχνέςΡήξη όνυχα
-
Όχι συχνέςΘυλακίτιδα
-
Όχι συχνέςΠετέχειες
-
Όχι συχνέςΨωρίαση
-
Όχι συχνέςΠορφύρα
-
Όχι συχνέςΥπέρχρωση δέρματος
-
Όχι συχνέςΠομφολυγώδη εξανθήματα
-
ΣπάνιεςΟξεία εμπύρετος ουδετεροφιλική δερμάτωση (σύνδρομο Sweet)
-
ΣπάνιεςΔυσχρωματισμός όνυχα
-
ΣπάνιεςΑγγειονευρωτικό οίδημα
-
ΣπάνιεςΦλυκταινώδες εξάνθημα
-
ΣπάνιεςΠολύμορφο ερύθημα
-
ΣπάνιεςΛευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδα
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-Johnson
-
ΣπάνιεςΟξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP)
-
Πολύ συχνέςΜυϊκοί σπασμοί και κράμπες
-
Πολύ συχνέςΜυοσκελετικό άλγος συμπεριλαμβανομένης μυαλγίας, αρθραλγίας, οστικό άλγος
-
ΣυχνέςΟίδημα αρθρώσεων
-
Όχι συχνέςΔυσκαμψία μυών και αρθρώσεων
-
ΣπάνιεςΜυϊκή αδυναμία
-
ΣπάνιεςΑρθρίτιδα
-
ΣπάνιεςΡαβδομυόλυση/μυοπάθεια
-
Όχι συχνέςΆλγος νεφρού
-
Όχι συχνέςΑιματουρία
-
Όχι συχνέςΟξεία νεφρική ανεπάρκεια
-
Όχι συχνέςΑυξημένη συχνότητα ούρησης
-
Μη γνωστέςΝεφρική ανεπάρκεια χρονία
-
Όχι συχνέςΓυναικομαστία
-
Όχι συχνέςΣτυτική δυσλειτουργία
-
Όχι συχνέςΜηνορραγία
-
Όχι συχνέςΑκανόνιστη έμμηνος ρύση
-
Όχι συχνέςΣεξουαλική δυσλειτουργία
-
Όχι συχνέςΆλγος θηλής
-
Όχι συχνέςΔιόγκωση μαστού
-
Όχι συχνέςΟίδημα οσχέου
-
ΣπάνιεςΑιμορραγικό ωχρό σωμάτιο/αιμορραγική κύστη ωοθήκης
-
Πολύ συχνέςΚατακράτηση υγρών και οίδημα
-
Πολύ συχνέςΚόπωση
-
ΣυχνέςΑδυναμία
-
ΣυχνέςΠυρεξία
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημα
-
ΣυχνέςΚρυάδες
-
ΣυχνέςΡίγη
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγος
-
Όχι συχνέςΑίσθημα κακουχίας
-
Πολύ συχνέςΑύξηση βάρους
-
ΣυχνέςΜείωση βάρους
-
Όχι συχνέςΑύξηση κρεατινίνης αίματος
-
Όχι συχνέςΑύξηση κρεατινικής φωσφοκινάσης αίματος
-
Όχι συχνέςΑύξηση γαλακτικής δεϋδρογονάσης αίματος
-
Όχι συχνέςΑύξηση αλκαλικής φωσφατάσης αίματος
-
ΣπάνιεςΑύξηση αμυλάσης αίματος
-
Όχι συχνέςΈρπητας ζωστήρας
-
Όχι συχνέςΑπλός έρπητας
-
Όχι συχνέςΡινοφαρυγγίτιδα
-
Όχι συχνέςΠνευμονία
-
Όχι συχνέςΚολπίτιδα
-
Όχι συχνέςΚυτταρίτιδα
-
Όχι συχνέςΛοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΓρίπη
-
Όχι συχνέςΟυρολοίμωξη
-
Όχι συχνέςΓαστρεντερίτιδα
-
Όχι συχνέςΣήψη
-
ΣπάνιεςΜυκητίαση
-
Μη γνωστέςΕπανενεργοποίηση ηπατίτιδας Β
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο λύσης όγκου
-
Όχι συχνέςΈρπητας ζωστήρας
-
Όχι συχνέςΑπλός έρπητας
-
Όχι συχνέςΡινοφαρυγγίτιδα
-
Όχι συχνέςΠνευμονία
-
Όχι συχνέςΚολπίτιδα
-
Όχι συχνέςΚυτταρίτιδα
-
Όχι συχνέςΛοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΓρίπη
-
Όχι συχνέςΟυρολοίμωξη
-
Όχι συχνέςΓαστρεντερίτιδα
-
Όχι συχνέςΣήψη
-
ΣπάνιεςΜυκητίαση
-
Μη γνωστέςΕπανενεργοποίηση ηπατίτιδας Β
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο λύσης όγκου
-
Μη γνωστέςΑιμορραγία όγκου/νέκρωση όγκου
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτική καταπληξία
-
Μη γνωστέςΕγκεφαλικό οίδημα
-
Μη γνωστέςΑιμορραγία του υαλοειδούς σώματος
-
Μη γνωστέςΠερικαρδίτιδα
-
Μη γνωστέςΚαρδιακός επιπωματισμός
-
Μη γνωστέςΘρόμβωση/εμβολή
-
Μη γνωστέςΟξεία αναπνευστική ανεπάρκεια
-
Μη γνωστέςΔιάμεση πνευμονοπάθεια
-
Μη γνωστέςΕιλεός/εντερική απόφραξη
-
Μη γνωστέςΔιάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα
-
Μη γνωστέςΕκκολπωματίτιδα
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο παλαμο-πελματιαίας ερυθροδυσαισθησίας
-
Μη γνωστέςΛειχενοειδή υπερκεράτωση
-
Μη γνωστέςΟμαλός λειχήνας
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυση
-
Μη γνωστέςΦαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)
-
Μη γνωστέςΑνάγγεια νέκρωση/νέκρωση ισχίου
-
Μη γνωστέςΚαθυστέρηση της ανάπτυξης σε παιδιά
pregnant_woman
SPC-VIANIB
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Άγνωστο
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
Κύησηδεν πρέπει να χρησιμοποιείται εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητοΥπάρχουν περιορισμένα δεδομένα από τη χρήση της ιματινίμπης σε έγκυες γυναίκες. Ωστόσο, μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3) και ο ενδεχόμενος κίνδυνος για το έμβρυο είναι άγνωστος. Εάν χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της κύησης, η ασθενής θα πρέπει να ενημερώνεται για τον ενδεχόμενο κίνδυνο για το έμβρυο. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να συμβουλεύονται να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Γαλουχίαδεν πρέπει να θηλάζουνΥπάρχει περιορισμένος αριθμός πληροφοριών για τη κατανομή της ιματινίμπης στο ανθρώπινο γάλα. Μελέτες σε δύο γυναίκες που θήλαζαν αποκάλυψαν ότι τόσο η ιματινίμπη όσο και ο δραστικός του μεταβολίτης μπορεί να κατανέμονται στο ανθρώπινο γάλα. Ο λόγος γάλακτος προς πλάσμα που μελετήθηκε σε μία μόνο ασθενή καθορίστηκε στο 0,5 για την ιματινίμπη και 0,9 για τον μεταβολίτη, υποδηλώνοντας μεγαλύτερη κατανομή του μεταβολίτη στο γάλα. Λαμβάνοντας υπόψην την συνδυαζμένη συγκέντρωση της ιματινίμπης και του μεταβολίτη και την μέγιστη ημερησία πρόσληψη γάλακτος από τα βρέφη, η συνολική έκθεση θα αναμενόταν να είναι χαμηλή (~10% μιας θεραπευτικής δόσης). Παρόλα αυτά, αφού τα αποτελέσματα της έκθεσης του βρέφους σε χαμηλή δόση ιματινίμπης είναι άγνωστα.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΣε μη κλινικές δοκιμές, δεν επηρεάστηκε η γονιμότητα των θηλυκών και αρσενικών αρουραίων (βλ. παράγραφο 5.3). Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε ασθενείς που λάμβαναν ιματινίμπη, όσον αφορά την επίδρασή του στην γονιμότητα και την γαμετογένεση. Ασθενείς οι οποίοι ανησυχούν για την γονιμότητα τους ενώ είναι σε θεραπεία με ιματινίμπη πρέπει να συμβουλευθούν τον ιατρό τους.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-VIANIB
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-VIANIB
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-VIANIB
expand_more
Δοσολογία
Η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά από πεπειραμένο ιατρό στη θεραπευτική αντιμετώπιση ασθενών με αιματολογικές κακοήθειες και κακοήθη σαρκώματα, όπως ενδείκνυται. Για δόσεις άλλες των 400 mg (βλέπε κάτωθι δοσολογικές συστάσεις) είναι διαθέσιμα τα καψάκια των 100 mg. Η συνταγογραφούμενη δόση πρέπει να χορηγείται από του στόματος με το γεύμα και ένα μεγάλο ποτήρι νερó για να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος γαστρεντερικών ερεθισμών. Οι δόσεις των 400 mg ή των 600 mg θα πρέπει να χορηγούνται μια φορά την ημέρα, ενώ η ημερήσια δόση των 800 mg θα πρέπει να χορηγείται ως 400 mg δύο φορές την ημέρα, το πρωί και το βράδυ. Για ασθενείς (παιδιά) που δεν μπορούν να καταπιούν τα καψάκια, το περιεχόμενο τους μπορεί να διαλυθεί σε ένα ποτήρι είτε μεταλλικού νερού είτε χυμού μήλου. Το εναιώρημα πρέπει να χορηγείται αμέσως μετά την παρασκευή του. Επειδή οι μελέτες σε ζώα έδειξαν τοξικότητα κατά την αναπαραγωγή και ο πιθανός κίνδυνος για το ανθρώπινο έμβρυο είναι άγνωστος, στις γυναίκες, με ενδεχόμενο κυοφορίας, θα πρέπει να τους γίνεται σύσταση όταν ανοίγουν τα καψάκια να χειρίζονται το περιεχόμενο με προσοχή και να αποφεύγουν την επαφή με τα μάτια, το δέρμα ή να τα εισπνέουν (βλ. παράγραφο 4.6). Τα χέρια θα πρέπει να πλένονται αμέσως μετά το άνοιγμα των καψακίων. Δοσολογία για ΧΜΛ σε ενήλικες ασθενείς Η συνιστώμενη δόση της ιματινίμπης για ενήλικες ασθενείς με ΧΜΛ σε βλαστική κρίση είναι 600 mg/ημέρα. Ως βλαστική κρίση ορίζεται η παρουσία βλαστών ≥ 30% στο αίμα ή στο μυελό των οστών ή η παρουσία εξωμυελικής νόσου άλλης από την ηπατοσπληνομεγαλία. Διάρκεια αγωγής: Σε κλινικές δοκιμές, η θεραπευτική αγωγή με ιματινίμπη συνεχίστηκε μέχρι την εξέλιξη της νόσου. Το αποτέλεσμα της διακοπής της αγωγής μετά την επίτευξη πλήρους κυτταρογενετικής ανταπόκρισης δεν έχει διερευνηθεί. Αυξήσεις της δόσης από 600 mg σε 800 mg το μέγιστο (400 mg χορηγούμενα 2 φορές ημερησίως) μπορεί να ληφθούν υπ’ όψιν σε ασθενείς με βλαστική κρίση χωρίς σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες στο φάρμακο και σοβαρής, που δεν σχετίζεται με τη λευχαιμία, ουδετεροπενίας ή θρομβοπενίας στις ακόλουθες περιπτώσεις: εξέλιξη της νόσου (σε οποιοδήποτε στάδιο), αποτυχία να επιτευχθεί μια ικανοποιητική αιματολογική ανταπόκριση μετά από τουλάχιστον 3 μήνες θεραπευτικής αγωγής, αποτυχία να επιτευχθεί κυτταρογενετική ανταπόκριση μετά από 12 μήνες θεραπευτικής αγωγής, ή απώλεια προηγούμενης επίτευξης αιματολογικής ανταπόκρισης και/ή κυτταρογενετικής ανταπόκρισης. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά μετά την κλιμάκωση της δόσης, δεδομένης της πιθανότητας για αυξημένη εμφάνιση ανεπιθύμητων αντιδράσεων σε υψηλότερες δοσολογίες. Δοσολογία για ΧΜΛ σε παιδιατρικούς ασθενείς Η δοσολογία σε παιδιά θα πρέπει να καθορίζεται με βάση την επιφάνεια σώματος (mg/m ). Σε παιδιά με ΧΜΛ σε χρόνια φάση και σε επιταχυνόμενη φάση ΧΜΛ συνιστάται δόση των 340 mg/m την ημέρα (να μην γίνεται υπέρβαση των 800 mg). Η αγωγή μπορεί να χορηγηθεί ως μια εφάπαξ ημερήσια δόση ή εναλλακτικά η ημερήσια δόση μπορεί να διαιρεθεί σε 2 χορηγήσεις, μια το πρωί και μια το βράδυ. Η συνιστώμενη δοσολογία, προς το παρόν, βασίζεται σε μικρό αριθμό παιδιατρικών ασθενών (βλ. παράγραφο 5.1 και 5.2). Δεν υπάρχει εμπειρία με τη θεραπευτική αντιμετώπιση παιδιών ηλικίας κάτω των 2 ετών. Αύξηση της δόσης από 340 mg/m ημερησίως σε 570 mg/m ημερησίως (χωρίς να γίνεται υπέρβαση της συνολικής δόσης των 800 mg) μπορεί να εξετασθεί σε παιδιά σε περίπτωση απουσίας σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών και απουσίας σοβαρής ουδετεροπενίας ή θρομβοκυτταροπενίας που δεν σχετίζεται με λευχαιμία στις ακόλουθες περιπτώσεις: εξέλιξη της νόσου (οποιαδήποτε χρονική στιγμή), αποτυχία να επιτευχθεί ικανοποιητική αιματολογική ανταπόκριση μετά από τουλάχιστον 3 μήνες αγωγής, αποτυχία να επιτευχθεί κυτταρογενετική ανταπόκριση μετά από 12 μήνες αγωγής ή απώλεια μιας προηγούμενης αιματολογικής και/ή κυτταρογενετικής ανταπόκρισης. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά μετά από κλιμάκωση της δόσης δεδομένης της πιθανότητας για αυξημένη εμφάνιση ανεπιθύμητων αντιδράσεων σε υψηλότερες δοσολογίες. Δοσολογία για Ph+ ΟΛΛ σε ενήλικες ασθενείς Η συνιστώμενη δόση της ιματινίμπης είναι 600 mg/ημέρα για ενήλικες ασθενείς με Ph+ ΟΛΛ. Αιματολόγοι - ειδικοί στη διαχείριση αυτής της νόσου - θα πρέπει να επιβλέπουν την αγωγή κατά τη διάρκεια όλων των φάσεων της αγωγής. Θεραπευτικό σχήμα: Με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα, η ιματινίμπη έχει δειχθεί να είναι αποτελεσματική και ασφαλής όταν χορηγείται σε δόση 600 mg/ημέρα σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία κατά τη φάση εφόδου, στις φάσεις εδραίωσης και συντήρησης της χημειοθεραπείας (βλ. παράγραφο 5.1) σε ενήλικες ασθενείς με νεοδιαγνωσθείσα Ph+ ΟΛΛ. Η διάρκεια της θεραπείας με ιματινίμπη μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με το επιλεχθέν θεραπευτικό πρόγραμμα αλλά γενικά οι μεγαλύτερες σε χρόνο εκθέσεις στην ιματινίμπη έχουν αποδώσει καλύτερα αποτελέσματα. Σε ενήλικες ασθενείς με υποτροπιάζουσα ή ανθεκτική Ph+ ΟΛΛ, η μονοθεραπεία με ιματινίμπη στα 600 mg/ημέρα είναι ασφαλής, αποτελεσματική και μπορεί να χορηγείται μέχρι να εμφανισθεί βελτίωση της νόσου. Δοσολογία για Ph+ ΟΛΛ σε παιδιά Η δοσολογία σε παιδιά θα πρέπει να καθορίζεται με βάση την επιφάνεια σώματος (mg/m ). Σε παιδιά με Ph+ ΟΛΛ συνιστάται δόση των 340 mg/m την ημέρα (να μην γίνεται υπέρβαση των 600 mg). Δοσολογία για MDS/MPD Η συνιστώμενη δόση της ιματινίμπης είναι 400 mg/ημέρα για ενήλικες ασθενείς με MDS/MPD. Διάρκεια αγωγής: Στη μοναδική κλινική δοκιμή που διεξήχθη έως τώρα, η αγωγή με ιματινίμπη συνεχίστηκε έως την εξέλιξη της νόσου (βλ. παράγραφο 5.1). Τη χρονική στιγμή της ανάλυσης, η διάμεση διάρκεια αγωγής ήταν 47 μήνες (24 ημέρες - 60 μήνες). Δοσολογία για HES/CEL Η συνιστώμενη δοσολογία της ιματινίμπης είναι 100 mg/ημέρα για ενήλικες ασθενείς με HES/CEL. Αύξηση της δόσης από 100 mg σε 400 mg μπορεί να ληφθεί υπόψη σε απουσία ανεπιθύμητων ενεργειών εάν οι εξετάσεις καταδεικνύουν μια ανεπαρκή ανταπόκριση στη θεραπεία. Η θεραπεία πρέπει να συνεχίζεται για όσο ο ασθενής εξακολουθεί να έχει όφελος. Δοσολογία για DFSP Η συνιστώμενη δόση της ιματινίμπης είναι 800 mg/ημέρα για ενήλικες ασθενείς με DFSP. Ρύθμιση της δόσης για ανεπιθύμητες ενέργειες Μη αιματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες Εάν μια σοβαρή μη αιματολογική ανεπιθύμητη ενέργεια αναπτυχθεί με τη χρήση της ιματινίμπης, η αγωγή θα πρέπει να αποσυρθεί μέχρις ότου επιλυθεί το συμβάν. Κατόπιν η αγωγή μπορεί να επαναληφθεί καταλλήλως, ανάλογα με την αρχική σοβαρότητα του συμβάντος. Εάν εμφανισθούν αυξήσεις της χολερυθρίνης μεγαλύτερες από το τριπλάσιο του ανώτερου φυσιολογικού ορίου ή των ηπατικών τρανσαμινασών μεγαλύτερες από το πενταπλάσιο του ανώτερου φυσιολογικού ορίου, η ιματινίμπη θα πρέπει να αποσυρθεί μέχρις ότου τα επίπεδα χολερυθρίνης επανέλθουν σε τιμές μικρότερες από 1,5 φορά το ανώτερο φυσιολογικό όριο και τα επίπεδα τρανσαμινασών σε τιμές μικρότερες από 2,5 φορές το ανώτερο φυσιολογικό όριο. Η αγωγή με ιματινίμπη μπορεί να συνεχισθεί σε μειωμένη ημερήσια δόση. Στους ενήλικες η δόση πρέπει να μειωθεί από 400 mg σε 300 mg ή από 600 mg σε 400 mg ή από 800 mg σε 600 mg. Στα παιδιά η δόση πρέπει να μειωθεί από 340 mg/m /ημέρα σε 260 mg/m /ημέρα. Αιματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες Συνιστάται μείωση της δόσης ή διακοπή της αγωγής για σοβαρή ουδετεροπενία και θρομβοκυτταροπενία, όπως ενδείκνυται στον παρακάτω πίνακα. Προσαρμογές της δόσης για ουδετεροπενία και θρομβοκυτταροπενία: | HES/CEL (δόση έναρξης 100 mg) | | ANC < 1,0 x 10 /l και/ή αιμοπετάλια < 50 x 10 /l |
- Διακοπή της ιματινίμπης μέχρι ANC ≥ 1,5 x 10 /l και αιμοπετάλια ≥ 75 x 10 /l.
- Επανάληψη αγωγής με την ιματινίμπη στη προηγούμενη δόση (δηλ. πριν τη σοβαρή ανεπιθύμητη αντίδραση). | | Χρόνια φάση ΧΜΛ, MDS/MDP (δόση έναρξης 400 mg) HES/CEL (στη δόση των 400 mg) | | ANC < 1,0 x 10 /l και/ή αιμοπετάλια < 50 x 10 /l |
- Διακοπή της ιματινίμπης μέχρι ANC ≥ 1,5 x 10 /l και αιμοπετάλια ≥ 75 x 10 /l.
- Επανάληψη αγωγής με την ιματινίμπη στη προηγούμενη δόση (δηλ. πριν τη σοβαρή ανεπιθύμητη αντίδραση).
- Σε περίπτωση επανεμφάνισης ANC < 1,0 x 10 /l και/ή αιμοπετάλια < 50 x 10 /l, επανάληψη βήματος 1 και επανέναρξη ιματινίμπης στη μειωμένη δόση των 300 mg. | | Χρόνια φάση ΧΜΛ σε pαιδιατρικούς ασθενείς (στη δόση 340 mg/m ) | | ANC < 1,0 x 10 /l και/ή αιμοπετάλια < 50 x 10 /l |
- Διακοπή της ιματινίμπης μέχρι ANC ≥ 1,5 x 10 /l και αιμοπετάλια ≥ 75 x 10 /l.
- Επανάληψη αγωγής με την ιματινίμπη στη προηγούμενη δόση (δηλ. πριν τη σοβαρή ανεπιθύμητη αντίδραση).
- Σε περίπτωση επανεμφάνισης ANC < 1,0 x 10 /l και/ή αιμοπετάλια < 50 x 10 /l, επανάληψη βήματος 1 και επανέναρξη ιματινίμπης στη μειωμένη δόση των 260 mg/m . | | Βλαστική κρίση και Ph+ ΟΛΛ (δόση έναρξης 600 mg) ª | | ANC < 0,5 x 10 /l και/ή αιμοπετάλια < 10 x 10 /l |
- Έλεγχος εάν η κυτταροπενία σχετίζεται με λευχαιμία (με στερνική παρακέντηση ή βιοψία).
- Εάν η κυτταροπενία δεν σχετίζεται με λευχαιμία, μείωση δόσης ιματινίμπης στα 400 mg.
- Εάν η κυτταροπενία εμμένει για 2 εβδομάδες, επιπλέον μείωση στα 300 mg.
- Εάν η κυτταροπενία εμμένει για 4 εβδομάδες και εξακολουθεί να μη σχετίζεται με λευχαιμία, διακοπή της ιματινίμπης μέχρι ANC ≥ 1 x 10 /l και αιμοπετάλια ≥ 20 x 10 /l, κατόπιν επανέναρξη της αγωγής στα 300 mg. | | Επιταχυνόμενη φάση ΧΜΛ και βλαστική κρίση σε pαιδιατρικούς ασθενείς (δόση έναρξης 340 mg/m ) ª | | ANC < 0,5 x 10 /l και/ή αιμοπετάλια < 10 x 10 /l |
- Έλεγχος εάν η κυτταροπενία σχετίζεται με λευχαιμία (με στερνική παρακέντηση ή βιοψία).
- Εάν η κυτταροπενία δεν σχετίζεται με λευχαιμία, μείωση δόσης ιματινίμπης στα 260 mg/m .
- Εάν η κυτταροπενία εμμένει για 2 εβδομάδες, επιπλέον μείωση στα 200 mg/m .
- Εάν η κυτταροπενία εμμένει για 4 εβδομάδες και εξακολουθεί να μη σχετίζεται με λευχαιμία, διακοπή της ιματινίμπης μέχρι ANC ≥ 1 x 10 /l και αιμοπετάλια ≥ 20 x 10 /l, κατόπιν επανέναρξη της αγωγής στα 200 mg/m . | | DFSP (στη δόση των 800 mg) | | ANC < 1,0 x 10 /l και/ή αιμοπετάλια < 50 x 10 /l |
- Διακοπή της ιματινίμπης μέχρι ANC ≥ 1,5 x 10 /l και αιμοπετάλια ≥ 75 x 10 /l.
- Επανάληψη της αγωγής με την ιματινίμπη στα 600 mg.
- Σε περίπτωση
επανεμφάνισης
ANC < 1,0 x 10
/l και/ή
αιμοπετάλια < 50 x 10
/l,
επανάληψη
βήματος 1 και επανέναρξη
ιματινίμπης στη μειωμένη
δόση των 400 mg. |
ANC = απόλυτος αριθμός ουδετεροφίλων
ª που εμφανίζεται μετά από τουλάχιστον 1 μήνα θεραπείας
Ειδικοί πληθυσμοί
Παιδιατρική χρήση: Δεν υπάρχει εμπειρία στα παιδιά με ΧΜΛ ηλικίας
κάτω των 2 ετών (βλέπε παράγραφο 5.1). Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία
στα παιδιά με Ph+ ΟΛΛ και πολύ περιορισμένη εμπειρία σε παιδιά με
MDS/MPD, DFSP, και HES/CEL.
Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της ιματινίμπης σε παιδιά με
MDS/MPD, DFSP, και HES/CEL ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν
τεκμηριωθεί σε κλινικές δοκιμές. Τα διαθέσιμα δεδομένα που έχουν
δημοσιευθεί περιγράφονται στην παράγραφο 5.1, αλλά δεν μπορεί να
γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
Ηπατική ανεπάρκεια: Η ιματινίμπη μεταβολίζεται κυρίως μέσω του
ήπατος. Σε ασθενείς με ήπια, μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία θα
πρέπει να χορηγείται ημερησίως η ελάχιστη συνιστώμενη δόση των 400
mg. Η δόση μπορεί να μειωθεί εάν δεν είναι ανεκτή (βλέπε παραγράφους
4.4, 4.8 και 5.2).
Κατάταξη της ηπατικής δυσλειτουργίας:
Hπατική δυσλειτουργία Εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας Ήπια Ολική χολερυθρίνη: = 1,5 ULN AST: > ULN (μπορεί να είναι φυσιολογική ή < ULN εάν η ολική χολερυθρίνη είναι > ULN) Μέτρια Ολική χολερυθρίνη: > 1,5-3,0 ULN AST: οποιαδήποτε τιμή Σοβαρή Ολική χολερυθρίνη: > 3-10 ULN AST: οποιαδήποτε τιμή ULN = ανώτερο όριο της φυσιολογικής τιμής για το εργαστήριο AST = ασπαρτική αμινοτρανσφεράση Νεφρική ανεπάρκεια: Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ή σε αιμοκάθαρση θα πρέπει να χορηγείται η ελάχιστη συνιστώμενη δόση των 400 mg την ημέρα ως εναρκτήρια δόση. Εντούτοις, σε αυτούς τους ασθενείς συνιστάται προσοχή. Η δόση μπορεί να ελαττωθεί εάν δεν είναι ανεκτή. Εάν είναι ανεκτή, η δόση μπορεί να αυξηθεί λόγω έλλειψης αποτελεσματικότητας (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2). Ηλικιωμένοι ασθενείς: Η φαρμακοκινητική της ιματινίμπης δεν έχει μελετηθεί ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους. Δεν έχουν παρατηρηθεί σημαντικές φαρμακοκινητικές διαφορές σχετιζόμενες με την ηλικία σε ενήλικες ασθενείς, σε κλινικές μελέτες στις οποίες πάνω από το 20% των ασθενών που συμπεριελήφθησαν ήταν άνω των 65 ετών. Δεν είναι απαραίτητη ιδιαίτερη δοσολογική σύσταση στα ηλικιωμένα άτομα.
block
Αντενδείξεις
SPC-VIANIB
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-VIANIB
expand_more
Προειδοποιήσεις
Όταν η ιματινίμπη συγχορηγείται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, υπάρχει πιθανότητα για φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις. Απαιτείται προσοχή όταν η ιματινίμπη λαμβάνεται με αναστολείς πρωτεάσης, αζολικά αντιμυκητιασικά, συγκεκριμένες μακρολίδες (βλ. παράγραφο 4.5), CYP3A4 υποστρώματα με περιορισμένο θεραπευτικό εύρος (π.χ. κικλοσπορίνη, πιμοζίδη, τακρόλιμους, σιρόλιμους, εργοταμίνη, διεργοταμίνη, φεντανύλη, αλφεντανίλη, τερφεναδίνη, βορτεζομίμπη, δοσεταξέλη, κινιδίνη) ή βαρφαρίνη και άλλα παράγωγα κουμαρίνης (βλ. παράγραφο 4.5).
Η ταυτόχρονη χρήση της ιματινίμπης και φαρμακευτικών προϊόντων που επάγουν το CYP3A4 (π.χ. δεξαμεθαζόνη, φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, ριφαμπικίνη, φαινοβαρβιτάλη ή Hypericum perforatum, γνωστό επίσης ως φυτό St. John’s) μπορεί να μειώνει σημαντικά την έκθεση στην ιματινίμπη και πιθανά να αυξάνεται ο κίνδυνος θεραπευτικής αποτυχίας. Για αυτόν το λόγο η ταυτόχρονη χρήση ισχυρών επαγωγέων του CYP3A4 και ιματινίμπης θα πρέπει να αποφεύγεται (βλ. παράγραφο 4.5).
Υποθυρεοειδισμός
Κλινικά περιστατικά υποθυρεοειδισμού έχουν αναφερθεί σε ασθενείς με θυρεοειδεκτομή σε θεραπεία υποκατάστασης με λεβοθυροξίνη κατά τη διάρκεια αγωγής με ιματινίμπη (βλ. παράγραφο 4.5). Τα επίπεδα της θυρεοειδοτρόπου ορμόνης (TSH) θα πρέπει να ελέγχονται τακτικά σε αυτούς τους ασθενείς.
Ηπατοτοξικότητα
Ο μεταβολισμός της ιματινίμπης είναι κυρίως ηπατικός και μόνο το 13% της απέκκρισης γίνεται μέσω των νεφρών. Σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (ήπια, μέτρια ή σοβαρή) πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά οι μετρήσεις του περιφερικού αίματος και των ηπατικών ενζύμων (βλ. παραγράφους 4.2, 4.8 και 5.2). Πρέπει να σημειωθεί ότι οι ασθενείς με GIST μπορεί να έχουν ηπατικές μεταστάσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ηπατική βλάβη.
Περιστατικά ηπατικής βλάβης συμπεριλαμβανομένων της ηπατικής έκπτωσης και ηπατικής νέκρωσης έχουν παρατηρηθεί με την ιματινίμπη. Όταν η ιματινίμπη συνδυάζεται με σχήματα χημειοθεραπείας υψηλής δόσης έχει διαπιστωθεί μια αύξηση στις σοβαρές ηπατικές αντιδράσεις. Η ηπατική λειτουργία θα πρέπει να ελέγχεται προσεκτικά σε περιπτώσεις που η ιματινίμπη συνδυάζεται με χημειοθεραπευτικά σχήματα που είναι γνωστό ότι σχετίζονται με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.5 και 4.8).
Κατακράτηση υγρών
Περιστατικά σοβαρής κατακράτησης υγρών (πλευριτικό εξίδρωμα, οίδημα, πνευμονικό οίδημα, ασκίτης, επιφανειακό οίδημα) έχουν αναφερθεί σε περίπου 2,5% των νεοδιαγνωσθέντων με ΧΜΛ ασθενών που λαμβάνουν ιματινίμπη. Για αυτόν το λόγο συνιστάται οι ασθενείς να ζυγίζονται τακτικά. Μια μη αναμενόμενη γρήγορη αύξηση του βάρους θα πρέπει να διερευνάται προσεκτικά και εάν είναι απαραίτητο να λαμβάνονται τα απαραίτητα θεραπευτικά μέτρα και υποστηρικτική φροντίδα. Σε κλινικές μελέτες υπήρξε αυξημένη συχνότητα εμφάνισης αυτών των συμβαμάτων στα ηλικιωμένα άτομα και σε εκείνους με προηγούμενο ιστορικό καρδιακής νόσου. Για αυτόν τον λόγο απαιτείται προσοχή σε ασθενείς με καρδιακή δυσλειτουργία.
Ασθενείς με καρδιακή νόσο
Οι ασθενείς με καρδιακή νόσο ή με παράγοντες κινδύνου καρδιακής έκπτωσης ή ιστορικό νεφρικής έκπτωσης θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά και οποιοσδήποτε ασθενής με σημεία ή συμπτώματα που συνάδουν με καρδιακή ή νεφρική έκπτωση θα πρέπει να αξιολογείται και να θεραπεύεται.
Σε ασθενείς με υπερηωσινοφιλικό σύνδρομο (HES) με λανθάνουσα διήθηση HES κυττάρων εντός του μυοκαρδίου, μεμονωμένες περιπτώσεις καρδιογενούς καταπληξίας/δυσλειτουργίας της αριστερής κοιλίας έχουν συσχετιστεί με αποκοκκίωση των HES κυττάρων κατά την έναρξη της θεραπείας με ιματινίμπη. Αναφέρθηκε ότι η κατάσταση κατέστη αναστρέψιμη με τη χορήγηση συστηματικών στεροειδών, τη λήψη μέτρων υποστήριξης του κυκλοφορικού και την προσωρινή διακοπή της ιματινίμπης. Αν και καρδιακές ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί όχι συχνά με την ιματινίμπη μια προσεκτική αξιολόγηση της ωφέλειας/κινδύνου της θεραπείας με ιματινίμπη θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στο πληθυσμό με HES/CEL πριν την έναρξη της θεραπείας.
Οι μυελοδυσπλαστικές/μυελοϋπερπλαστικές νόσοι με γονιδιακές αναδιατάξεις του PDGFR ενδέχεται να σχετίζονται με υψηλά επίπεδα ηωσινοφίλων. Η αξιολόγηση από ειδικό καρδιολόγο, η διενέργεια υπερηχοκαρδιογραφήματος και ο καθορισμός της τροπονίνης στον ορό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς με HES/CEL και σε ασθενείς με MDS/MPD που συνδέονται με υψηλά επίπεδα ηωσινοφίλων πριν τη χορήγηση της ιματινίμπης. Εάν κάτι είναι μη φυσιολογικό η παρακολούθηση από ειδικό καρδιολόγο και η προφυλακτική χρήση συστηματικών στεροειδών (1-2 mg/kg) για μια έως δύο εβδομάδες ταυτόχρονα με την ιματινίμπη θα πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την έναρξη της θεραπείας.
Γαστρεντερικές αιμορραγίες
Στην μελέτη με ασθενείς με ανεγχείρητο και/ή μεταστατικό GIST αναφέρθηκαν γαστρεντερικές και ενδο-ογκικές αιμορραγίες (βλ. παράγραφο 4.8). Με βάσει τα διαθέσιμα δεδομένα, δεν έχουν προσδιορισθεί προδιαθεσικοί παράγοντες (π.χ. μέγεθος όγκου, εντόπιση όγκου, διαταραχές πήξης) που να θέτουν τους ασθενείς με GIST σε υψηλότερο κίνδυνο για κάποιο από τους δύο τύπους αιμορραγίας. Επειδή η αυξημένη αγγείωση και η τάση για αιμορραγία είναι μέρος της φύσης και της κλινικής πορείας των GIST, οι καθιερωμένες πρακτικές και διαδικασίες πρέπει να εφαρμόζονται σε όλους τους ασθενείς για την παρακολούθηση και αντιμετώπιση της αιμορραγίας.
Σύνδρομο λύσης όγκου
Λόγω της πιθανής επανεμφάνισης του συνδρόμου λύσης όγκου, συνιστάται η αποκατάσταση της κλινικά σημαντικής αφυδάτωσης και η θεραπεία των υψηλών επιπέδων ουρικού οξέως πριν την έναρξη της χορήγησης της ιματινίμπης (βλ. παράγραφο 4.8).
Εργαστηριακές δοκιμασίες
Πλήρεις αιματολογικοί έλεγχοι πρέπει να διεξάγονται τακτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ιματινίμπη. Η θεραπευτική αγωγή με ιματινίμπη των ασθενών με ΧΜΛ έχει συσχετιστεί με ουδετεροπενία ή θρομβοκυτταροπενία. Ωστόσο, η εμφάνιση αυτών των κυτταροπενιών πιθανόν σχετίζεται με το στάδιο της νόσου που αντιμετωπίζεται θεραπευτικά και ήταν πιο συχνές σε ασθενείς με ΧΜΛ σε επιταχυνόμενη φάση ή βλαστική κρίση σε σύγκριση με ασθενείς με ΧΜΛ σε χρόνια φάση. Η αγωγή με ιματινίμπη μπορεί να διακοπεί ή να μειωθεί η δόση, όπως συνιστάται στη παράγραφο 4.2.
Η ηπατική λειτουργία (τρανσαμινάσες, χολερυθρίνη, αλκαλική φωσφατάση) θα πρέπει να ελέγχεται τακτικά σε ασθενείς που λαμβάνουν ιματινίμπη.
Σε ασθενείς με επιβάρυνση της νεφρικής λειτουργίας, η έκθεση στην ιματινίμπη πλάσματος φαίνεται να είναι υψηλότερη από αυτή σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, πιθανόν λόγω του αυξημένου στο πλάσμα επιπέδου της άλφα όξινης γλυκοπρωτεΐνης (AGP), μιας πρωτεΐνης που δεσμεύει την ιματινίμπη, σε αυτούς τους ασθενείς. Στους ασθενείς με επιβάρυνση της νεφρικής λειτουργίας θα πρέπει να χορηγείται η ελάχιστη δόση έναρξης. Στους ασθενείς με σοβαρή επιβάρυνση της νεφρικής λειτουργίας θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή. Η δόση μπορεί να μειωθεί εάν δεν είναι ανεκτή (βλ. παράγραφο 4.2 και 5.2).
Η μακροχρόνια αγωγή με ιματινίμπη μπορεί να οδηγήσει σε με μια κλινικά σημαντική μείωση της νεφρικής λειτουργίας. Είναι σημαντικό η νεφρική λειτουργία (συμπεριλαμβανομένου του ρυθμού σπειραματικής διήθησης) να ελέγχεται πρίν από την έναρξη της αγωγής και μηνιαίως κατά τη θεραπεία με ιματινίμπη με ιδιαίτερη προσοχή στους ασθενείς εκείνους που παρουσιάζουν εσωτερικούς και εξωτερικούς παράγοντες κινδύνου για νεφρική δυσλειτουργία, συμπεριλαμβανομένης της ταυτόχρονης χρήσης φαρμακευτικών προϊόντων που επηρεάζουν την GFR όπως τα διουρητικά, οι αναστολείς ACE, οι αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης και τα Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα (ΜΣΑΦ).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Έχουν αναφερθεί περιστατικά καθυστέρησης της ανάπτυξης σε παιδιά και προ-έφηβους που λάμβαναν ιματινίμπη. Οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της παρατεταμένης θεραπείας με ιματινίμπη στην ανάπτυξη των παιδιών είναι άγνωστη. Συνεπώς, συνιστάται η στενή παρακολούθηση της ανάπτυξης των παιδιών που υπόκεινται σε αγωγή με ιματινίμπη (βλ. παράγραφο 4.8).
Λακτόζη
Το VIANIB περιέχει λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
Επανενεργοποίηση ηπατίτιδας Β
Επανενεργοποίηση της ηπατίτιδας Β σε ασθενείς που είναι χρόνιοι φορείς αυτού του ιού έχει εμφανιστεί μετά τη χορήγηση αναστολέων της τυροσινικής κινάσης (TKI) BCR-ABL. Ορισμένα περιστατικά είχαν ως αποτέλεσμα οξεία ηπατική ανεπάρκεια ή κεραυνοβόλο ηπατίτιδα οδηγώντας σε μεταμόσχευση ήπατος ή θανατηφόρο έκβαση.
Οι ασθενείς πρέπει να εξεταστούν για λοίμωξη από τον ιό HBV πριν από την έναρξη της θεραπείας με VIANIB. Πριν από την έναρξη της θεραπείας σε ασθενείς που αντιδρούν θετικά στην ορολογική ανίχνευση της ηπατίτιδας Β (συμπεριλαμβανομένων εκείνων με ενεργό νόσο) και σε ασθενείς θετικούς στη λοίμωξη από τον HBV κατά τη διάρκεια της θεραπείας, πρέπει να ζητηθεί η συμβουλή ειδικών στην ηπατική νόσο και τη θεραπεία της ηπατίτιδας Β. Οι φορείς του HBV οι οποίοι χρήζουν θεραπείας με το VIANIB πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία και συμπτώματα ενεργού λοίμωξης από τον HBV κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για αρκετούς μήνες μετά τη λήξη της θεραπείας (βλέπε παράγραφο 4.8).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-VIANIB
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-VIANIB
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας Ασθενείς με κακοήθειες σε προχωρημένα στάδια μπορεί να έχουν πολυάριθμες, συγχυτικές ιατρικές καταστάσεις που κάνουν την αιτιολογική συσχέτιση ανεπιθύμητων αντιδράσεων δύσκολο να εκτιμηθεί λόγω της ποικιλίας των συμπτωμάτων που σχετίζονται με την υποκείμενη νόσο, την εξέλιξη της και τη συγχορήγηση πολυάριθμων φαρμακευτικών προϊόντων. Σε κλινικές δοκιμές με ΧΜΛ, η διακοπή του φαρμάκου, λόγω ανεπιθύμητων αντιδράσεων σχετιζομένων με το φάρμακο, παρατηρήθηκε στο 2,4% των νεοδιαγνωσθέντων ασθενών, στο 4% των ασθενών με όψιμη χρόνια φάση μετά από αποτυχία της θεραπείας με ιντερφερόνη, στο 4% των ασθενών με επιταχυνόμενη φάση μετά από αποτυχία της θεραπείας με ιντερφερόνη και στο 5% ασθενών με βλαστική κρίση μετά από αποτυχία της θεραπείας με ιντερφερόνη. Σε GIST το φάρμακο της μελέτης διακόπηκε στο 4% των ασθενών λόγω ανεπιθύμητων αντιδράσεων σχετιζομένων με την ιματινίμπη. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν παρόμοιες σε όλες τις ενδείξεις, με δύο εξαιρέσεις. Παρατηρήθηκε μεγαλύτερη μυελοκαταστολή σε ασθενείς με ΧΜΛ από ότι σε ασθενείς με GIST. Αυτό πιθανόν σχετίζεται με την υποκείμενη νόσο. Στην μελέτη με ασθενείς με ανεγχείρητο και/ή μεταστατικό GIST, 7 (5%) ασθενείς παρουσίασαν CTC βαθμού 3/4 αιμορραγίες από το γαστρεντερικό (3 ασθενείς), αιμορραγίες εντός του όγκου (3 ασθενείς) ή και τις δύο (1 ασθενής). Η εντόπιση των όγκων στο γαστρεντερικό μπορεί να είναι η πηγή των αιμορραγιών του γαστρεντερικού (βλ. παράγραφο 4.4). Οι αιμορραγίες από το γαστρεντερικό και οι αιμορραγίες εντός του όγκου μπορεί να είναι σοβαρές και μερικές φορές θανατηφόρες. Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες αντιδράσεις (≥ 10%)σχετιζόμενες με το φάρμακο και στις δύο ομάδες ήταν ήπια ναυτία, έμετος, διάρροια, κοιλιακό άλγος, κόπωση, μυαλγία, μυϊκές κράμπες και εξάνθημα. Τα επιπολής οιδήματα ήταν ένα συχνό εύρημα σε όλες τις κλινικές μελέτες και κύρια περιγράφηκαν ως περικογχικά οιδήματα ή οιδήματα των κάτω άκρων. Παρόλα αυτά, αυτά τα οιδήματα ήταν σπανίως σοβαρά και μπορεί να αντιμετωπισθούν με διουρητικά, άλλα υποστηρικτικά μέτρα ή μειώνοντας τη δόση της ιματινίμπης. Όταν η ιματινίμπη συνδυάστηκε με χημειοθεραπεία υψηλής δόσης σε ασθενείς με Ph+ ΟΛΛ, παρατηρήθηκε παροδική ηπατοτοξικότητα με τη μορφή της αύξησης των τρανσαμινασών και της υπερχολερυθριναιμίας. Λαμβάνοντας υπόψη την περιορισμένη βάση δεδομένων ασφαλείας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί μέχρι σήμερα σε παιδιά είναι συμβατές με το γνωστό προφίλ ασφαλείας σε ενήλικες ασθενείς με Ph+ ΟΛΛ. Τα δεδομένα ασφαλείας για παιδιά με Ph+ ΟΛΛ είναι πολύ περιορισμένα παρόλο που δεν έχουν εξακριβωθεί νέες ανησυχίες για την ασφάλεια. Διάφορες ανεπιθύμητες αντιδράσεις όπως πλευριτική εξιδρωματική συλλογή, ασκίτης, πνευμονικό οίδημα και γρήγορη αύξηση βάρους με ή χωρίς επιπολής οίδημα μπορεί συγκεντρωτικά να περιγραφούν ως «κατακράτηση υγρού». Αυτές συνήθως μπορεί να αντιμετωπισθούν με προσωρινή διακοπή της ιματινίμπης και με διουρητικά και με άλλα κατάλληλα μέτρα υποστηρικτικής φροντίδας. Ωστόσο, κάποιες από αυτές τις ανεπιθύμητες αντιδράσεις μπορεί να είναι σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή και κάποιοι ασθενείς με βλαστική κρίση πέθαναν με πολύπλοκο κλινικό ιστορικό πλευριτικής εξιδρωματικής συλλογής, συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας και νεφρικής έκπτωσης. Δεν υπήρξαν ιδιαίτερα ευρήματα σχετικά με την ασφάλεια σε pαιδιατρικές κλινικές δοκιμές. Ανεπιθύμητες ενέργειες Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται ως περισσότερες από μία μεμονωμένη περίπτωση κατατάσσονται παρακάτω, ανάλογα με τη κατηγορία του συστήματος οργάνου και τη συχνότητα: Οι κατηγορίες συχνότητας ορίζονται με βάση την ακόλουθη σύμβαση: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά σειρά συχνότητας, με την πιο συχνή να αναφέρεται πρώτη. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες και οι συχνότητές τους που παρατίθενται στον Πίνακα 1 βασίζονται στις κύριες εγκεκριμένες μελέτες. Πίνακας 1 Ανεπιθύμητες ενέργειες σε κλινικές μελέτες Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Όχι συχνές: Έρπητας ζωστήρας, απλός έρπητας, ρινοφαρυγγίτιδα, πνευμονία , κολπίτιδα, κυτταρίτιδα, λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, γρίπη, ουρολοίμωξη, γαστρεντερίτιδα, σήψη Σπάνιες: Μυκητίαση Μη γνωστές: Επανενεργοποίηση ηπατίτιδας Β Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες) Σπάνιες: Σύνδρομο λύσης όγκου Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Πολύ συχνές: Ουδετεροπενία, θρομβοκυτταροπενία, αναιμία Συχνές: Πανκυτταροπενία, εμπύρετη ουδετεροπενία Όχι συχνές: Θρομβοκυττάρωση, λεμφοπενία, καταστολή του μυελού των οστών, ηωσινοφιλία, λεμφαδενοπάθεια Σπάνιες: Αιμολυτική αναιμία Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Συχνές: Ανορεξία Όχι συχνές: Υποκαλιαιμία, αύξηση της όρεξης, υποφωσφαταιμία, μείωση της όρεξης, αφυδάτωση, ουρική αρθρίτιδα, υπερουριχαιμία, υπερασβεστιαιμία, υπεργλυκαιμία, υπονατριαιμία Σπάνιες: Υπερκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία Ψυχιατρικές διαταραχές Συχνές: Αϋπνία Όχι συχνές: Κατάθλιψη, μειωμένη γενετήσια ορμή, άγχος Σπάνιες: Συγχυτική κατάσταση Διαταραχές του νευρικού συστήματος Πολύ συχνές: Κεφαλαλγία Συχνές: Ζάλη, παραισθησία, διαταραχή της γεύσης, υπαισθησία Όχι συχνές: Ημικρανία, υπνηλία, συγκοπή, περιφερική νευροπάθεια, επηρεασμένη μνήμη, ισχιαλγία, σύνδρομο ανήσυχων ποδιών, τρόμος, εγκεφαλική αιμορραγία Σπάνιες: Αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση, σπασμοί, οπτική νευρίτιδα Οφθαλμικές διαταραχές Συχνές: Οίδημα βλεφάρου, αυξημένη δακρύρροια, αιμορραγία του επιπεφυκότα, επιπεφυκίτιδα, ξηροφθαλμία, θολή όραση Όχι συχνές: Ερεθισμός οφθαλμού, πόνος του οφθαλμού, οίδημα του κόγχου, αιμορραγία του σκληρού, αιμορραγία του αμφιβληστροειδούς, βλεφαρίτιδα, οίδημα της ωχράς κηλίδας Σπάνιες: Καταρράκτης, γλαύκωμα, οίδημα της οπτικής θηλής Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου Όχι συχνές: Ίλιγγος, εμβοές, απώλεια ακοής Καρδιακές διαταραχές Όχι συχνές: Αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια , πνευμονικό οίδημα Σπάνιες: Αρρυθμία, κολπική μαρμαρυγή, καρδιακή ανακοπή, έμφραγμα του μυοκαρδίου, στηθάγχη, περικαρδιακή συλλογή Αγγειακές διαταραχές Συχνές: Έξαψη, αιμορραγία Όχι συχνές: Υπέρταση, αιμάτωμα, υποσκληρίδιο αιμάτωμα, περιφερική ψυχρότητα, υπόταση, φαινόμενο Raynaud Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου Συχνές: Δύσπνοια, επίσταξη, βήχας Όχι συχνές: Υπεζωκοτική συλλογή , φαρυγγολαρυγγικό άλγος, φαρυγγίτιδα Σπάνιες: Πλευριτικό άλγος, πνευμονική ίνωση, πνευμονική υπέρταση, πνευμονική αιμορραγία Διαταραχές του γαστρεντερικού Πολύ συχνές: Ναυτία, διάρροια, έμετος, δυσπεψία, κοιλιακό άλγος Συχνές: Μετεωρισμός, διάταση της κοιλίας, γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, δυσκοιλιότητα, ξηροστομία, γαστρίτιδα Όχι συχνές: Στοματίτιδα, εξέλκωση του στόματος, αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα , ερυγή, μέλαινα, οισοφαγίτιδα, ασκίτης, γαστρικό έλκος, αιματέμεση, χειλίτιδα, δυσφαγία, παγκρεατίτιδα Σπάνιες: Κολίτιδα, ειλεός, φλεγμονώδης νόσος του εντέρου Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Συχνές: Αύξηση ηπατικών ενζύμων Όχι συχνές: Υπερχολερυθριναιμία, ηπατίτιδα, ίκτερος Σπάνιες: Ηπατική ανεπάρκεια , ηπατική νέκρωση Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Πολύ συχνές: Περικογχικό οίδημα, δερματίτδα/έκζεμα/εξάνθημα Συχνές: Κνησμός, οίδημα προσώπου, ξηροδερμία, ερύθημα, αλωπεκία, νυκτερινοί ιδρώτες, αντίδραση από φωτοευαισθησία Όχι συχνές: Φλυκταινώδες εξάνθημα, μώλωπας, αυξημένη εφίδρωση, κνίδωση, εκχύμωση, αυξημένη τάση εκχυμώσεων, υποτρίχωση, υποχρωματισμός δέρματος, αποφολιδωτική δερματίτιδα, ρήξη όνυχα, θυλακίτιδα, πετέχειες, ψωρίαση, πορφύρα, υπέρχρωση δέρματος, πομφολυγώδη εξανθήματα Σπάνιες: Οξεία εμπύρετος ουδετεροφιλική δερμάτωση (σύνδρομο Sweet), δυσχρωματισμός όνυχα, αγγειονευρωτικό οίδημα, φλυκταινώδες εξάνθημα, πολύμορφο ερύθημα, λευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδα, σύνδρομο Stevens- Johnson, οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP) Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Πολύ συχνές: Μυϊκοί σπασμοί και κράμπες, μυοσκελετικό άλγος συμπεριλαμβανομένης μυαλγίας, αρθραλγίας, οστικό άλγος Συχνές: Οίδημα αρθρώσεων Όχι συχνές: Δυσκαμψία μυών και αρθρώσεων Σπάνιες: Μυϊκή αδυναμία, αρθρίτιδα, ραβδομυόλυση/μυοπάθεια Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Όχι συχνές: Άλγος νεφρού, αιματουρία, οξεία νεφρική ανεπάρκεια, αυξημένη συχνότητα ούρησης Μη γνωστές: Νεφρική ανεπάρκεια χρονία Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Όχι συχνές: Γυναικομαστία, στυτική δυσλειτουργία, μηνορραγία, ακανόνιστη έμμηνος ρύση, σεξουαλική δυσλειτουργία, άλγος θηλής, διόγκωση μαστού, οίδημα οσχέου Σπάνιες: Αιμορραγικό ωχρό σωμάτιο/αιμορραγική κύστη ωοθήκης Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Πολύ συχνές: Κατακράτηση υγρών και οίδημα, κόπωση Συχνές: Αδυναμία, πυρεξία, ανά σάρκα οίδημα, κρυάδες, ρίγη Όχι συχνές: Θωρακικό άλγος, αίσθημα κακουχίας Παρακλινικές εξετάσεις Πολύ συχνές: Αύξηση βάρους Συχνές: Μείωση βάρους Όχι συχνές: Αύξηση κρεατινίνης αίματος, αύξηση κρεατινικής φωσφοκινάσης αίματος, αύξηση γαλακτικής δεϋδρογονάσης αίματος, αύξηση αλκαλικής φωσφατάσης αίματος Σπάνιες: Αύξηση αμυλάσης αίματος
Πνευμονία αναφέρθηκε πιο συχνά σε ασθενείς με ΧΜΛ σε μετατροπή και σε ασθενείς με GIST. Η κεφαλαλγία ήταν συχνότερη στους ασθενείς με GIST. Σε βάση ασθενο-έτους, τα καρδιακά συμβάντα περιλαμβανομένης της συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας παρατηρήθηκαν πιο συχνά σε ασθενείς με ΧΜΛ σε μετατροπή από ότι σε ασθενείς με χρόνια ΧΜΛ. Η έξαψη ήταν πιο συχνή σε ασθενείς με GIST και η αιμορραγία (αιμάτωμα, αιμορραγία) ήταν πιο συχνή σε ασθενείς με GIST και με ΧΜΛ σε μετατροπή (ΧΜΛ σε επιταχυνόμενη φάση και ΧΜΛ σε βλαστική κρίση). Η υπεζωκοτική συλλογή αναφέρθηκε πιο συχνά σε ασθενείς με GIST και σε ασθενείς με ΧΜΛ σε μετατροπή (ΧΜΛ σε επιταχυνόμενη φάση και ΧΜΛ σε βλαστική κρίση) από ότι σε ασθενείς με χρόνια ΧΜΛ. 6+7 Το κοιλιακό άλγος και η αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα παρατηρήθηκαν πιο συχνά σε ασθενείς με GIST. Έχουν αναφερθεί ορισμένες θανατηφόρες καταλήξεις ηπατικής ανεπάρκειας ή ηπατικής νέκρωσης. Μυοσκελετικός πόνος και σχετικές ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρήθηκαν πιο συχνά σε ασθενείς με ΧΜΛ από ότι σε ασθενείς με GIST. Επανενεργοποίηση της ηπατίτιδας Β έχει αναφερθεί σε συνδυασμό με BCR-ABL TKI. Ορισμένα περιστατικά είχαν ως αποτέλεσμα οξεία ηπατική ανεπάρκεια ή κεραυνοβόλο ηπατίτιδα οδηγώντας σε μεταμόσχευση ήπατος ή θανατηφόρο έκβαση (βλέπε παράγραφο 4.4). Οι ακόλουθες αντιδράσεις έχουν αναφερθεί κυρίως κατά την εμπειρία μετά την κυκλοφορία της ιματινίμπης στην αγορά. Σε αυτές περιλαμβάνονται αυθόρμητες αναφορές περιστατικών καθώς και σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες από μελέτες σε εξέλιξη, προγράμματα ευρείας πρόσβασης, κλινικές φαρμακολογικές μελέτες και διερευνητικές μελέτες πάνω σε μη εγκεκριμένες ενδείξεις. Καθώς αυτές οι αντιδράσεις έχουν αναφερθεί από πληθυσμό αβέβαιου μεγέθους, δεν είναι πάντα δυνατός ο αξιόπιστος υπολογισμός της συχνότητάς τους ή η απόδειξη αιτιολογικής σχέσης με την έκθεση στην ιματινίμπη. Πίνακας 2 Ανεπιθύμητες ενέργειες από αναφορές μετά την κυκλοφορία Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες) Μη γνωστές: Αιμορραγία όγκου/νέκρωση όγκου Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Μη γνωστές: Αναφυλακτική καταπληξία Διαταραχές του νευρικού συστήματος Μη γνωστές: Εγκεφαλικό οίδημα Οφθαλμικές διαταραχές Μη γνωστές: Αιμορραγία του υαλοειδούς σώματος Καρδιακές διαταραχές Μη γνωστές: Περικαρδίτιδα, καρδιακός επιπωματισμός Αγγειακές διαταραχές Μη γνωστές: Θρόμβωση/εμβολή Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου Μη γνωστές: Οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια , διάμεση πνευμονοπάθεια Διαταραχές του γαστρεντερικού Μη γνωστές: Ειλεός/εντερική απόφραξη, διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα, εκκολπωματίτιδα Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Μη γνωστές: Σύνδρομο παλαμο- πελματιαίας ερυθροδυσαισθησίας Μη γνωστές: Λειχενοειδή υπερκεράτωση, ομαλός λειχήνας Μη γνωστές: Τοξική επιδερμική νεκρόλυση Μη γνωστές: Φαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS) Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Μη γνωστές: Ανάγγεια νέκρωση/νέκρωση ισχίου Μη γνωστές: Καθυστέρηση της ανάπτυξης σε pαιδιά Έχουν αναφερθεί θανατηφόρες καταλήξεις σε ασθενείς με νόσο προχωρημένου σταδίου, σοβαρές λοιμώξεις, σοβαρή ουδετεροπενία και άλλες σοβαρές συνυπάρχουσες καταστάσεις. Ανωμαλίες εργαστηριακών δοκιμών Αιματολογικές διαταραχές Σε ΧΜΛ, κυτταροπενίες, ειδικά ουδετεροπενία και θρομβοκυτταροπενία είναι ένα σταθερό εύρημα σε όλες τις μελέτες με ένδειξη για μεγαλύτερη συχνότητα στις μεγαλύτερες δόσεις ≥ 750 mg (μελέτη φάσης Ι). Ωστόσο, η εμφάνιση των κυτταροπενιών που ήταν σαφώς εξαρτημένη από το στάδιο της νόσου, τη συχνότητα της βαθμίδας 3 ή 4 των ουδετεροπενιών (ANC < 1,0 x 10 /l) και των θρομβοκυτταροπενιών (αριθμός αιμοπεταλίων < 50 x 10 /l), ήταν 4 με 6 φορές υψηλότερη σε βλαστική κρίση και επιταχυνόμενη φάση (59-64% και 44-63% για ουδετεροπενία και θρομβοκυτταροπενία, αντίστοιχα) σε σύγκριση με τους νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς σε χρόνια φάση ΧΜΛ (16,7% ουδετεροπενία και 8,9% θρομβοκυτταροπενία). Σε νεοδιαγνωσθέντες σε χρόνια φάση ΧΜΛ, βαθμού 4 ουδετεροπενία (ANC < 0,5 x 10 /l) και θρομβοκυτταροπενία (αριθμός αιμοπεταλίων < 10 x 10 /l), παρατηρήθηκε στο 3,6% και σε ποσοστό < 1% των ασθενών αντίστοιχα. Η μέση διάρκεια των ουδετεροπενικών και θρομβοκυτταροπενικών επεισοδίων κυμάνθηκε συνήθως από 2 έως 3 εβδομάδες και από 3 έως 4 εβδομάδες, αντίστοιχα. Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να αντιμετωπισθούν είτε με μείωση της δόσης, είτε με διακοπή της αγωγής με ιματινίμπη αλλά μπορεί σε σπάνιες περιπτώσεις να οδηγήσουν σε οριστική διακοπή της αγωγής. Σε παιδιατρικούς ασθενείς με ΧΜΛ οι πιο συχνές τοξικότητες που παρατηρήθηκαν ήταν βαθμού 3 ή 4 κυτταροπενίες που συμπεριλάμβαναν ουδετεροπενία, θρομβοκυτταροπενία και αναιμία. Αυτές γενικά εμφανίζονται κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών θεραπείας. Στην μελέτη με ασθενείς με ανεγχείρητο και/ή μεταστατικό GIST, αναιμία βαθμού 3 και 4 αναφέρθηκε στο 5,4% και 0,7% των ασθενών αντίστοιχα και μπορεί να σχετίζεται με γαστρεντερική ή αιμορραγία εντός του όγκου σε τουλάχιστον μερικούς από τους ασθενείς. Ουδετεροπενία βαθμού 3 και 4 παρατηρήθηκε στο 7,5% και 2,7% των ασθενών αντίστοιχα και βαθμού 3 θρομβοκυτταροπενία στο 0,7% των ασθενών. Κανένας ασθενής δεν ανέπτυξε βαθμού 4 θρομβοκυτταροπενία. Μείωση των λευκών αιμοσφαιρίων και του αριθμού των ουδετερόφιλων παρουσιάσθηκε κυρίως κατά τη διάρκεια των πρώτων έξι εβδομάδων θεραπείας, με τιμές που παρέμεναν σχετικά σταθερές μετά από αυτό το διάστημα. Βιοχημικές διαταραχές Σοβαρή αύξηση των τρανσαμινασών (< 5%) ή της χολερυθρίνης (< 1%) παρατηρήθηκε σε ασθενείς με ΧΜΛ και αντιμετωπίσθηκε συνήθως με μείωση της δόσης ή διακοπή (η διάμεση διάρκεια αυτών των επεισοδίων ήταν περίπου μια εβδομάδα). Η αγωγή διεκόπη οριστικά, λόγω ηπατικών εργαστηριακών διαταραχών, σε λιγότερο από 1% των ασθενών με ΧΜΛ. Σε ασθενείς με GIST (μελέτη Β2222), παρατηρήθηκαν στο 6,8% αυξήσεις ALT (αλανινική αμινοτρανσφεράση) βαθμού 3 ή 4 και στο 4,8% αυξήσεις AST (ασπαρτική αμινοτρανσφεράση) βαθμού 3 ή 4. Η αύξηση της χολερυθρίνης ήταν κάτω του 3%. Υπήρξαν περιπτώσεις κυτταρολυτικής και χολοστατικής ηπατίτιδας και ηπατικής ανεπάρκειας. Κάποιοι από αυτούς κατέληξαν, συμπεριλαμβανομένου ενός ασθενούς σε υψηλή δόση ακεταμινοφαίνης/παρακεταμόλης. Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς: Ελλάδα Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων, Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr Κύπρος Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, Υπουργείο Υγείας, CΥ-1475, www. moh. phs. gov. cy / phs, Fax: + 357 22608649
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-VIANIB
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα από τη χρήση της ιματινίμπης σε έγκυες γυναίκες. Ωστόσο, μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3) και ο ενδεχόμενος κίνδυνος για το έμβρυο είναι άγνωστος. Η ιματινίμπη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο. Εάν χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της κύησης, η ασθενής θα πρέπει να ενημερώνεται για τον ενδεχόμενο κίνδυνο για το έμβρυο. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να συμβουλεύονται να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Θηλασμός
Υπάρχει περιορισμένος αριθμός πληροφοριών για τη κατανομή της ιματινίμπης στο ανθρώπινο γάλα. Μελέτες σε δύο γυναίκες που θήλαζαν αποκάλυψαν ότι τόσο η ιματινίμπη όσο και ο δραστικός του μεταβολίτης μπορεί να κατανέμονται στο ανθρώπινο γάλα. Ο λόγος γάλακτος προς πλάσμα που μελετήθηκε σε μία μόνο ασθενή καθορίστηκε στο 0,5 για την ιματινίμπη και 0,9 για τον μεταβολίτη, υποδηλώνοντας μεγαλύτερη κατανομή του μεταβολίτη στο γάλα. Λαμβάνοντας υπόψην την συνδυαζμένη συγκέντρωση της ιματινίμπης και του μεταβολίτη και την μέγιστη ημερησία πρόσληψη γάλακτος από τα βρέφη, η συνολική έκθεση θα αναμενόταν να είναι χαμηλή (~10% μιας θεραπευτικής δόσης). Παρόλα αυτά, αφού τα αποτελέσματα της έκθεσης του βρέφους σε χαμηλή δόση ιματινίμπης είναι άγνωστα, οι γυναίκες που λαμβάνουν ιματινίμπη δεν πρέπει να θηλάζουν.
Γονιμότητα
Σε μη κλινικές δοκιμές, δεν επηρεάστηκε η γονιμότητα των θηλυκών και αρσενικών αρουραίων (βλ. παράγραφο 5.3). Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε ασθενείς που λάμβαναν ιματινίμπη, όσον αφορά την επίδρασή του στην γονιμότητα και την γαμετογένεση. Ασθενείς οι οποίοι ανησυχούν για την γονιμότητα τους ενώ είναι σε θεραπεία με ιματινίμπη πρέπει να συμβουλευθούν τον ιατρό τους.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-VIANIB
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-VIANIB
expand_more
Φαρμακοκινητική
ΕΟΦ · 8.6.5
Αναστολείς της πρωτεϊνικής κινάσης
expand_more
Αναστολείς της πρωτεϊνικής κινάσης
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
- 8 L/h [50-χρονος ασθενής με CML και GIST, βάρος 50 kg]
- 14 L/h [50-χρονος ασθενής με CML και GIST, βάρος 100 kg]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Το ιματινίμπη είναι ένας νεοπλασματικός παράγοντας της κατηγορίας των παραγώγων 2-φαινυλαμινοπυριμιδίνης, που ανήκει στην κλάση των αναστολέων της κινάσης τυροσίνης. Παρόλο που το ιματινίμπη αναστέλλει έναν αριθμό κινάσων τυροσίνης, είναι αρκετά εκλεκτικό προς την πρωτεΐνη σύντηξης BCR-ABL που απαντάται σε διάφορους καρκίνους. Η οδός BCR-ABL ελέγχει πολλές κατάντη οδούς που εμπλέκονται σε μεγάλο βαθμό στην νεοπλασματική ανάπτυξη, όπως η οδός Ras/MapK (κυτταρική πολλαπλασιασμός), η οδός Src/Pax/Fak/Rac (κυτταρική κινητικότητα) και η οδός PI/PI3K/AKT/BCL-2 (οδός απόπτωσης). Επομένως, η οδός BCR-ABL αποτελεί ελκυστικό στόχο για τη θεραπεία του καρκίνου. Παρόλο που τα φυσιολογικά κύτταρα εξαρτώνται επίσης από αυτές τις οδούς για την ανάπτυξή τους, αυτά τα κύτταρα τείνουν να έχουν πλεονάζουσες κινάσες τυροσίνης για να λειτουργούν συνεχώς παρά την αναστολή της ABL από το ιματινίμπη. Τα καρκινικά κύτταρα, από την άλλη πλευρά, μπορεί να έχουν εξάρτηση από την BCR-ABL, επηρεάζοντας έτσι περισσότερο από το ιματινίμπη.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Το ιματινίμπη μεσιλικό είναι ένας αναστολέας της κινάσης πρωτεΐνης-τυροσίνης που αναστέλλει την κινάση τυροσίνης BCR-ABL, την συνταγματικά ενεργή κινάση τυροσίνης που δημιουργείται από την ανωμαλία του Φιλαδέλφεια χρωμοσώματος στη ΧΜΛ. Παρόλο που η λειτουργία της φυσιολογικής BCR είναι ακόμα ασαφής, η ενεργοποίηση της ABL υπερεκφράζεται σε διάφορους όγκους και εμπλέκεται έντονα στην ανάπτυξη και επιβίωση των καρκινικών κυττάρων. Το ιματινίμπη αναστέλλει την πρωτεΐνη BCR-ABL συνδεόμενο με την ATP τσέπη στον ενεργό τόπο, εμποδίζοντας έτσι την κατάντη φωσφορυλίωση της πρωτεΐνης-στόχου. Το ιματινίμπη είναι επίσης αναστολέας των υποδοχέων κινάσων τυροσίνης για τον αυξητικό παράγοντα που προέρχεται από αιμοπετάλια (PDGF) και τον παράγοντα βλαστοκυττάρων (SCF), c-Kit, και αναστέλλει τα κυτταρικά γεγονότα που μεσολαβούνται από PDGF και SCF. In vitro, το ιματινίμπη αναστέλλει τον πολλαπλασιασμό και προκαλεί απόπτωση στα κύτταρα GIST, τα οποία εκφράζουν μια ενεργοποιητική μετάλλαξη του c-Kit.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Το ιματινίμπη απορροφάται καλά μετά από από του στόματος χορήγηση με Cmax να επιτυγχάνεται εντός 2-4 ωρών μετά τη δόση. Η μέση απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι 98%. Η μέση AUC του ιματινίμπη αυξάνεται αναλογικά με την αύξηση των δόσεων από 25 mg έως 1.000 mg. Δεν παρατηρείται σημαντική αλλαγή στη φαρμακοκινητική του ιματινίμπη σε επαναλαμβανόμενες δόσεις, και η συσσώρευση είναι 1,5- έως 2,5-πλάσια σε σταθερή κατάσταση όταν το Gleevec χορηγείται μία φορά την ημέρα.
Η απέκκριση του ιματινίμπη γίνεται κυρίως μέσω των κοπράνων, κυρίως ως μεταβολίτες. Με βάση την ανάκτηση της ουσίας (ουσιών) μετά από από του στόματος δόση 14C-σημειωμένου ιματινίμπη, περίπου το 81% της δόσης απεκκρίθηκε εντός 7 ημερών, στα κόπρανα (68% της δόσης) και στα ούρα (13% της δόσης). Το αμετάβλητο ιματινίμπη αντιστοιχούσε στο 25% της δόσης (5% ούρα, 20% κόπρανα), με το υπόλοιπο να είναι μεταβολίτες.
Η πληθυσμιακή φαρμακοκινητική σε ενήλικες ασθενείς με ΧΜΛ εκτίμησε τον όγκο κατανομής σε σταθερή κατάσταση του ιματινίμπη σε 295,0 ± 62,5 L.Σε δόση 340 mg/m2, ο όγκος κατανομής του ιματινίμπη σε παιδιατρικούς ασθενείς υπολογίστηκε σε 167 ± 84 L.
Τυπικά, η κάθαρση του ιματινίμπη σε ασθενή 50 ετών βάρους 50 kg αναμένεται να είναι 8 L/h, ενώ για ασθενή 50 ετών βάρους 100 kg η κάθαρση θα αυξηθεί σε 14 L/h. Η μεταβλητότητα μεταξύ ασθενών 40% στην κάθαρση δεν δικαιολογεί αρχική προσαρμογή της δόσης βάσει του σωματικού βάρους ή/και της ηλικίας, αλλά υποδηλώνει την ανάγκη στενής παρακολούθησης για τοξικότητες σχετιζόμενες με τη θεραπεία.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Σε κλινικά σχετιζόμενες συγκεντρώσεις ιματινίμπη, η σύνδεση με πρωτεΐνες πλάσματος σε in vitro πειράματα είναι περίπου 95%, κυρίως με αλβουμίνη και α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η CYP3A4 είναι το κύριο ένζυμο που είναι υπεύθυνο για το μεταβολισμό του ιματινίμπη. Άλλα ένζυμα του κυτοχρώματος P450, όπως η CYP1A2, CYP2D6, CYP2C9 και CYP2C19, παίζουν δευτερεύοντα ρόλο στο μεταβολισμό του. Ο κύριος κυκλοφορών ενεργός μεταβολίτης στους ανθρώπους είναι το N-απομεθυλιωμένο παράγωγο της πιπεραζίνης, που σχηματίζεται κυρίως από την CYP3A4. Δείχνει in vitro ισχύ παρόμοια με το μητρικό ιματινίμπη.
Το ιματινίμπη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν το N-απομεθυλιωμένο ιματινίμπη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Μετά από από του στόματος χορήγηση σε υγιείς εθελοντές, οι χρόνοι ημίσειας ζωής αποβολής του ιματινίμπη και του κύριου ενεργού μεταβολίτη του, του N-απομεθυλιωμένου παραγώγου (CGP74588), είναι περίπου 18 και 40 ώρες, αντίστοιχα.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατάταξη MeSH Φαρμακολογικής
Ουσίες που αναστέλλουν ή προλαμβάνουν τον πολλαπλασιασμό ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΩΝ.
Αναστολείς κινάσης τυροσίνης που αναστέλλουν ΤΙΡΟΣΥΝΙΚΕΣ ΚΙΝΑΣΕΣ ΠΡΩΤΕΪΝΗΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατάταξη FDA Φαρμακολογικής
BKJ8M8G5HI
IMATINIB
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Ομάδα [EPC] - Αναστολέας Κινάσης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κινάσης Τυροσίνης Bcr-Abl
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A4
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 2D6
Το ιματινίμπη είναι Αναστολέας Κινάσης. Ο μηχανισμός δράσης του ιματινίμπη είναι ως Αναστολέας Κινάσης Τυροσίνης Bcr-Abl, και Αναστολέας Κυτοχρώματος P450 3A4, και Αναστολέας Κυτοχρώματος P450 2D6.
IMATINIB
Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 2D6 [MoA]; Αναστολείς Κινάσης Τυροσίνης Bcr-Abl [MoA]; Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A4 [MoA]; Αναστολέας Κινάσης [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Κατάταξη MeSH Φαρμακολογικής
Ουσίες που αναστέλλουν ή προλαμβάνουν τον πολλαπλασιασμό ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΩΝ.
Αναστολείς κινάσης τυροσίνης που αναστέλλουν ΤΙΡΟΣΥΝΙΚΕΣ ΚΙΝΑΣΕΣ ΠΡΩΤΕΪΝΗΣ.