IMIDAPRIL
Ιμιδαπρίλη
Τα φάρμακα της ομάδας αυτής αναστέλλουν την μετατροπή της αγγειοτασίνης Ι σε αγγειοτασίνη ΙΙ. Οι κυριότερες ενδείξεις τους είναι: Υπέρταση. Χορηγούνται σε ήπια ή μέτρια υπέρταση, ιδιαίτερα αν αντενδείκνυνται ή δεν γίνονται ανεκτοί ή αποτύχουν οι β-αποκλειστές ή τα διουρητικά, αν …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-TANATRIL
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Δόση έναρξης: 5 mg
- Τιτλοποίηση: Αν η βέλτιστη ρύθμιση της πίεσης του αίματος δεν έχει επιτευχθεί εντός περιόδου θεραπείας τουλάχιστον 3 εβδομάδων, η δόση πρέπει να αυξηθεί σε 10 mg, που έχει προσδιορισθεί ως η πλέον αποτελεσματική ημερήσια δόση. Ωστόσο, σε μικρό αριθμό ασθενών πιθανώς να είναι απαραίτητη η αύξηση της ημερήσιας δόσης σε 20 mg.
-
ΕνήλικεςΔόση5 mg μια φορά ημερησίωςΜέγ. δόση20 mgΣυνιστάται η λήψη των δισκίων περίπου την ίδια ώρα της ημέρας σχεδόν 15 λεπτά πριν από το γεύμα.
-
Ηλικιωμένοι (65 ετών και άνω)Δόση2,5 mg μια φορά ημερησίωςΜέγ. δόση10 mg μια φορά ημερησίως
-
Νεφρική ανεπάρκεια (Κάθαρση κρεατινίνης μεταξύ 30 ml/min και 80 ml/min)Δόση2,5 mgΑπαιτούνται ελαττωμένες δόσεις.
-
Νεφρική ανεπάρκεια (Κάθαρση κρεατινίνης μεταξύ 10 ml/min και 29 ml/min)Η imidapril δε θα πρέπει να χορηγείται.
-
Νεφρική ανεπάρκεια (Κάθαρση κρεατινίνης κάτω από 10 ml/min)Το φάρμακο αντενδείκνυται.
-
Ηπατική ανεπάρκειαΔόση2,5 mg μια φορά ημερησίωςΗ imidapril θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή.
-
Ασθενείς σε αυξημένο κίνδυνο υπότασης πρώτης δόσεωςΔόση2,5 mg imidaprilΑπαιτείται ρύθμιση της ανεπάρκειας άλατος ή/και των διαταραχών των υγρών του οργανισμού, και διακοπή της υπάρχουσας θεραπείας με διουρητικά για δύο ή τρεις ημέρες πριν την ανασταλτική δράση του ΜΕΑ, εάν είναι εφικτό. Για υπερτασικούς ασθενείς με συνυπάρχουσα καρδιακή ανεπάρκεια, η αρχική δόση είναι 2,5 mg μια φορά ημερησίως υπό στενή ιατρική επίβλεψη. Ασθενείς με υψηλό κίνδυνο σοβαρής οξείας υπότασης πρώτης δόσεως θα πρέπει να υπόκεινται σε ιατρική παρακολούθηση, κατά προτίμηση σε νοσοκομείο, για διάστημα 6-8 ωρών μετά τη χορήγηση της πρώτης δόσης imidapril και σε οποιαδήποτε περίπτωση αυξάνεται η δόση της imidapril ή του τυχόν συγχορηγούμενου διουρητικού. Αυτό εφαρμόζεται επίσης σε ασθενείς με στηθγχη και αγγειακή εγκεφαλική νόσο.
-
ΠαιδιάΔεν υπάρχει εμπειρία.
block
SPC-TANATRIL
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην imidapril ή σε οποιονδήποτε άλλο αναστολέα ΜΕΑ ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Ιστορικό αγγειοοιδήματος που σχετίζεται με προγενέστερη θεραπεία με αναστολέα ΜΕΑ
-
Κληρονομικό/ιδιοπαθές αγγειοοίδημα
-
Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης
-
Νεφρική ανεπάρκεια με διενέργεια ή όχι αιμοδιΰλισης (κάθαρση κρεατινίνης <10 ml/min)
warning
SPC-TANATRIL
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΥπότασηΗ imidapril, όπως και άλλοι αναστολείς MEA, είναι δυνατό να προκαλέσει σημαντική πτώση της αρτηριακής πίεσης, ιδιαίτερα μετά την πρώτη δόση. Η συμπτωματική υπόταση είναι σπάνια σε μη επιπλεγμένους υπερτασικούς ασθενείς. Είναι πιο πιθανό να εκδηλωθεί σε υποογκαιμικούς ασθενείς λόγω θεραπείας με διουρητικά, ή υπό διαιτητικό περιορισμό άλατος, αιμοδιΰλιση, διάρροια ή εμετό. Έχει αναφερθεί κυρίως σε ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια με ή χωρίς συνδυασμένη νεφρική ανεπάρκεια. Αυτό είναι πιο πιθανό σε ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις διουρητικών της αγκύλης, ή σε ασθενείς με υπονατριαιμία ή λειτουργική νεφρική ανεπάρκεια. Στους ασθενείς αυτούς, η αγωγή θα πρέπει να αρχίζει υπό αρκετά στενή ιατρική επίβλεψη, κατά προτίμηση σε νοσοκομείο, με 2,5 mg imidapril και προσεκτική τιτλοποίηση της δόσης. Εάν είναι εφικτό, η διουρητική θεραπεία θα πρέπει προσωρινά να διακόπτεται. Οι προφυλάξεις αυτές εφαρμόζονται επίσης σε ασθενείς με στηθάγχη ή αγγειακή εγκεφαλική νόσο στους οποίους η υψηλού βαθμού υπόταση θα μπορούσε να επιφέρει έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Στην περίπτωση που εκδηλωθεί υπόταση, ο ασθενής θα πρέπει να τίθεται σε ύπτια θέση. Πιθανόν να απαιτηθεί αποκατάσταση όγκου με ενδοφλέβια χορήγηση φυσιολογικού ορού. Η εμφάνιση υπότασης μετά την αρχική δόση δεν αποκλείει τη μετέπειτα προσεκτική τιτλοποίηση της δόσης με imidapril μετά την αποτελεσματική αντιμετώπιση.
-
Στένωση της αορτικής ή της μιτροειδούς βαλβίδας/Υπερτροφική καρδιομυοπάθειαΗ imidapril, όπως και άλλοι αναστολείς MEA, πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με κώλυμα στη ροή εξώθησης της αριστερής κοιλίας.
-
Ουδετεροπενία/ΑκοκκιοκυτταραιμίαΟυδετεροπενία/ακοκκιοκυτταραιμία, θρομβοκυτοπενία και αναιμία παρατηρήθηκε σπάνια σε ασθενείς που ελάμβαναν αναστολείς MEA, συμπεριλαμβανομένης της imidapril. Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία και χωρίς άλλους παράγοντες επιπλοκής, η ουδετεροπενία εμφανίζεται σπάνια. Η imidapril θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με αγγειοπάθεια κολλαγονωσικής αιτιολογίας, υπό με θεραπεία με ανοσοκατασταλτικά, υπό θεραπεία με αλλοπουρινόλη ή προκαϊναμίδιο, ή συνδυασμό αυτών των παραγόντων επιπλοκής, ειδικά ένα προϋπάρχει διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας. Πολλοί από αυτούς τους ασθενείς, εκδήλωσαν σοβαρές λοιμώξεις, η οποίες σε μερικές περιπτώσεις δεν ανταποκρίνονταν σε θεραπεία με συστηματικά αντιβιοτικά. Εάν η imidapril χρησιμοποιείται από αυτούς τους ασθενείς, συνιστάται να γίνεται έλεγχος του αριθμού των λευκοκυττάρων και άλλοι έλεγχοι πριν την έναρξη της θεραπείας, κάθε 2 εβδομάδες για τους πρώτους 3 μήνες της θεραπείας με imidarpil, και στη συνέχεια, περιοδικά. Κατά την διάρκεια της θεραπείας, όλοι οι ασθενείς, συνιστάται να αναφέρουν κάθε σύμπτωμα λοίμωξης (π.χ. φαρυγγίτιδα, πυρετός) όταν πραγματοποιείται ο διαφορικός έλεγχος του αριθμού των λευκοκυττάρων. Η imidarpil και κάθε άλλη συνυπάρχουσα φαρμακευτική αγωγή, πρέπει να διακόπτονται εάν υπάρχει υποψία ή ανιχνευθεί ουδετεροπενία (ουδετερόφιλα λιγότερα από 1000/mm).
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκειαΜεταβολές στη νεφρική λειτουργία μπορούν να αναμένονται σε ευπαθείς ασθενείς, λόγω της αναστολής του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης. Επομένως η imidapril, όπως και άλλοι αναστολείς του MEA, θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης μεταξύ 30 ml/min και 80 ml/min απαιτούνται ελαττωμένες δόσεις (βλ. Δοσολογία). Η imidapril δε θα πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη των 30 ml/min, λόγω περιορισμένης εμπειρίας στους ασθενείς αυτούς (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές). Η στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να εκτελείται όπως έχει ορισθεί. Έχει αναφερθεί νεφρική ανεπάρκεια σε σχέση με τους αναστολείς MEA, κυρίως σε ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια ή υποκείμενη νεφρική νόσο, συμπεριλαμβανομένης της στένωσης της νεφρικής αρτηρίας. Ορισμένοι ασθενείς, χωρίς έκδηλη προϋπάρχουσα νεφρική νόσο, πιθανόν να εμφανίσουν αυξήσεις στην ουρία του αίματος και στις συγκεντρώσεις της κρεατινίνης όταν συγχορηγείται διουρητικό. Πιθανόν να απαιτηθεί ελάττωση της δόσης του αναστολέα ΜΕΑ ή/και διακοπή του διουρητικού. Συνιστάται η παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων της θεραπείας.
-
Ασθενείς με νεφραγγειακή υπέρτασηΣτην περίπτωση που χορηγηθούν σε ασθενείς, με νεφραγγειακή υπέρταση και προϋπάρχουσα αμφοτερόπλευρη νεφρική αρτηριακή στένωση ή στένωση της αρτηρίας ενός νεφρού, αναστολείς του ΜΕΑ, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος σοβαρής υπότασης και νεφρικής ανεπάρκειας. Η απώλεια της νεφρικής λειτουργίας πιθανόν να επέλθει με ήπιες μόνον μεταβολές της κρεατινίνης στον ορό. Σε αυτούς τους ασθενείς, η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινάει, υπό στενή ιατρική παρακολούθηση, σε χαμηλές δόσεις, προσεκτική τιτλοδότηση και παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
-
Ασθενείς σε αιμοδιΰλισηΣε ασθενείς που υπόκεινται σε θεραπεία με αναστολείς του ΜΕΑ και υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση θα πρέπει να αποφεύγεται η χρήση μεμβρανών υψηλής ροής (π.χ. AN 69®) λόγω του κινδύνου εμφάνισης αντιδράσεων αναφυλακτικού τύπου. Σε αυτούς τους ασθενείς, συνιστάται η χρήση διαφορετικής μεμβράνης ή ενός παράγοντα, που να ανήκει σε άλλη κατηγορία αντιϋπερτασικών φαρμάκων.
-
Μεταμόσχευση νεφρώνΔεν υπάρχει εμπειρία σχετικά με τη χορήγηση imidapril σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί πρόσφατα σε μεταμόσχευση νεφρών
-
Αγγειονευρωτικό οίδημαΣε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης, συμπεριλαμβανομένης και της imidapril, είναι δυνατό να εμφανισθούν αγγειοοίδημα του προσώπου, των άκρων, των χειλέων, της γλώσσας, της γλωττίδας ή/και του λάρυγγα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή της θεραπείας. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η imidapril θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως και ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται με κατάλληλα μέσα ώστε να είναι σίγουρο ότι όλα τα συμπτώματα θα υποχωρήσουν πριν αφεθεί ελεύθερος. Στις περιπτώσεις όπου το πρήξιμο περιορίστηκε στο πρόσωπο και στα χείλη, δεν χρειάστηκε κάποια θεραπεία, παρόλα αυτά η χρήση αντιισταμινικών βοήθησε στην ανακούφιση από τα συμπτώματα. Το αγγειονευρωτικό οίδημα που σχετίζεται με το λάρυγγα πιθανόν να είναι θανατηφόρο. Όταν υπάρχει ανάμιξη της γλώσσας, της γλωττίδας ή του λάρυγγα, με πιθανότητα απόφραξης των αεραγωγών, θα πρέπει να χορηγείται αμέσως κατάλληλη θεραπεία, όπως υποδόρια χορήγηση διαλύματος επινεφρίνης 1:1000 (0,3 έως 0,5 ml) και/ή μέτρα για τη διασφάλιση της λειτουργίας των αεραγωγών του ασθενούς. Περιστατικά αγγειοοιδήματος αναφέρονται συχνότερα σε έγχρωμους ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς του ΜΕΑ σε σχέση με τους μη έγχρωμους ασθενείς. Ασθενείς με ιστορικό αγγειοοιδήματος, που δεν σχετιζόταν με θεραπεία με αναστολείς του ΜΕΑ, ενδεχομένως να βρίσκονται σε υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης αγγειοοιδήματος όταν λαμβάνουν αναστολείς του ΜΕΑ (βλ. Αντενδείξεις). Αγγειοοίδημα του εντέρου έχει αναφερθεί σπάνια σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς του ΜΕΑ (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Ασθενείς σε πλασμαφαίρεση για θεραπεία LDL υπερλιπιδαιμίαςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολέα ΜΕΑ, και οι οποίοι υπόκεινται σε πλασμαφαίρεση για θεραπεία LDL υπερλιπιδαιμίας με θειική δεξτράνη, πιθανόν να εκδηλώσουν αναφυλακτικού τύπου αντιδράσεις παρόμοιες με εκείνες που παρατηρούνται σε ασθενείς που υφίστανται αιμοδιΰλιση με μεμβράνες υψηλής ροής (βλ. ανωτέρω). Στους ασθενείς αυτούς συνιστάται η χορήγηση ενός παράγοντα, που να ανήκει σε άλλη κατηγορία αντιϋπερτασικών φαρμάκων.
-
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά τη διάρκεια της απευαισθητοποιήσεωςΣπάνια έχουν αναφερθεί παρατεταμένες αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις που μπορούν να απειλήσουν τη ζωή ασθενών που υπόκεινται σε θεραπεία απευαισθητοποίησης με δηλητήριο υμενόπτερα ενώ λαμβάνουν αναστολέα του ΜΕΑ. Στους ίδιους ασθενείς, αυτές οι αντιδράσεις αποφεύχθηκαν όταν η χορήγηση αναστολέα του ΜΕΑ προσωρινά σταμάτησε, αλλά επανεμφανίστηκαν ακούσια. Επομένως, πρέπει να υπάρχει προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς του ΜΕΑ και υπόκεινται σε διαδικασίες απευαισθητοποίησης.
-
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκειαΣπάνια, οι αναστολείς του ΜΕΑ έχουν συσχετιστεί με ένα σύνδρομο το οποίο ξεκινά με χολοστατικό ίκτερο ή ηπατίτιδα και εξελίσσεται σε κεραυνοβόλο ηπατική νέκρωση και (κάποιες φορές) καταλήγει σε θάνατο. Ο μηχανισμός αυτού τους συνδρόμου δεν έχει γίνει κατανοητός. Ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς του ΜΕΑ, οι οποίοι ανέπτυξαν ίκτερο ή σημαντικές αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων, πρέπει να διακόψουν τον αναστολέα ΜΕΑ και να λάβουν στενή ιατρική παρακολούθηση.
-
ΒήχαςΚατά τη διάρκεια της αγωγής με imidapril είναι δυνατό να εκδηλωθεί ξηρός μη παραγωγικός βήχας, που παρέρχεται μετά τη διακοπή της χορήγησης.
-
Χειρουργική/ΑναισθησίαΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τη χορήγηση της imidapril υπό συνθήκες χειρουργείου ή αναισθησίας. Ωστόσο, η imidapril, όπως και άλλοι αναστολείς ΜΕΑ, είναι δυνατό να προκαλέσει υπόταση ή ακόμη και υποτασικό shock σε ασθενείς που υφίστανται μείζονες χειρουργικές επεμβάσεις ή κατά τη διάρκεια της αναισθησίας, μέσω της ενίσχυσης άλλων υποτασικών παραγόντων. Εάν δεν είναι δυνατή η διακοπή της imidapril, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή για τη διατήρηση του κυκλοφορούντος όγκου αίματος.
-
ΥπερκαλιαιμίαΑυξήσεις στο κάλιο του ορού έχουν παρατηρηθεί σε ορισμένους ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς του ΜΕΑ, συμπεριλαμβανομένης της imidapril. Οι ασθενείς με κίνδυνο εμφάνισης υπερκαλιαιμίας είναι όσοι παρουσιάζουν νεφρική ανεπάρκεια, μη ελεγχόμενο σακχαρώδη διαβήτη, οι όσοι λαμβάνουν ταυτόχρονα καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα αλατιού που περιέχουν κάλιο⋅ ή όσοι ασθενείς λαμβάνουν άλλα φάρμακα που σχετίζονται με την αύξηση του καλίου του ορού (π.χ. ηπαρίνη). Εάν εν τούτοις, θεωρηθεί ότι ενδείκνυται η σύγχρονη χορήγηση των ανωτέρω αναφερομένων παραγόντων, συνιστάται η τακτική παρακολούθηση του καλίου του ορού (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
ΠρωτεϊνουρίαΠρωτεϊνουρία παρατηρήθηκε σπανιότατα με την imidapril. Είναι πιθανό να εμφανιστεί ιδιαίτερα σε ασθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική ανεπάρκεια, αλλά έχει επίσης παρουσιαστεί σε υψηλές δόσεις άλλων αναστολέων ΜΕΑ.
-
Διαβητικοί ασθενείςΤα επίπεδα γλυκόζης πρέπει να παρακολουθούνται στενά σε διαβητικούς ασθενείς που έχουν λάβει στο παρελθόν από του στόματος αντιδιαβητικά φάρμακα ή ινσουλίνη, δηλαδή, κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα της θεραπείας με αναστολέα του ΜΕΑ.
-
ΗλικιωμένοιΟρισμένοι ηλικιωμένοι, και ιδιαίτερα οι υπερήλικες ασθενείς, πιθανόν να ανταποκρίνονται περισσότερο στην imidapril σε σύγκριση με νεώτερους ασθενείς. Για ηλικιωμένους ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω, η αρχική ημερήσια δόση θα πρέπει να είναι 2,5 mg imidapril. Συνιστάται η εξέταση της νεφρικής λειτουργίας κατά την έναρξη της αγωγής.
-
ΠαιδιάΗ imidapril δε θα πρέπει να χορηγείται σε παιδιά έως ότου αποδειχθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητά της.
-
Εθνικές διαφοροποιήσειςΟι αναστολείς του ΜΕΑ έχουν μικρότερη επίδραση στη μείωση της πίεσης του αίματος των έγχρωμων ανθρώπων σε σχέση με τους μη έγχρωμους, πιθανότατα λόγο της υψηλότερης επικράτησης των κρατών χαμηλής ρενίνης στο συνολικό πληθυσμό των έγχρωμων υπερτασικών ανθρώπων.
-
ΛακτόζηΤο Tanatril περιέχει λακτόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα με δυσανεξία στη γαλακτόζη, με ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης, δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
-
ΑλληλεπιδράσειςΤο Tanatril δεν συνιστάται γενικά σε συνδυασμό με καλιοσυντηρητικά διουρητικά, άλατα καλίου ή λιθίου (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
ΚύησηΗ λήψη αναστολέων ΜΕΑ δεν θα πρέπει να ξεκινά κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Οι ασθενείς που σχεδιάζουν να μείνουν έγκυες θα πρέπει να αντικαθιστούν τη θεραπεία με αναστολέα ΜΕΑ με κάποια άλλη εναλλακτική θεραπεία κατά της υπέρτασης, η οποία να είναι αποδεδειγμένα ασφαλής για χρήση κατά την εγκυμοσύνη, εκτός εάν η θεραπεία με αναστολέα ΜΕΑ είναι απαραίτητο να συνεχιστεί. Εάν διαγνωσθεί εγκυμοσύνη, θα πρέπει να διακόπτεται άμεσα η θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ και, εάν είναι κατάλληλη, θα πρέπει να ξεκινά εναλλακτική θεραπεία (βλέπε Αντενδείξεις και Κύηση και γαλουχία).
swap_horiz
SPC-TANATRIL
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου, υποκατάστατα αλάτων που περιέχουν κάλιοΠροσοχήΣημαντικές αυξήσεις στο κάλιο του ορού.ΣύστασηΣυχνή παρακολούθηση του καλίου στον ορό.
-
Διουρητικά μη καλιοσυντηρητικάΚίνδυνος ξαφνικής υπότασης και/ή σοβαρής νεφρικής ανεπάρκειας κατά την έναρξη της θεραπείας σε ασθενείς που είναι υποογκαιμικοί και έχουν χαμηλές τιμές άλατος.ΣύστασηΕίτε διακοπή του διουρητικού πριν την έναρξη της θεραπείας με αναστολέα του ΜΕΑ, και εν συνεχεία επαναχορήγηση διουρητικού μη καλιοσυντηρητικού, είτε έναρξη της λήψης του αναστολέα του ΜΕΑ σε χαμηλή δόση και σταδιακή αύξηση της δόσης. Παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας (επίπεδα κρεατινίνης) κατά τις πρώτες εβδομάδες θεραπείας.
-
Αυξημένη συγκέντρωση λιθίου, ενδεχομένως σε τοξικά επίπεδα (μειωμένη νεφρική απέκκριση λιθίου).ΣύστασηΔεν συνιστάται. Εάν ο συνδυασμός είναι απαραίτητος, τα επίπεδα του λιθίου στον ορό θα πρέπει να παρακολουθούνται συχνά.
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (NSAIDs)Μείωση της αντιϋπερτασικής δράσης των αναστολέων ΜΕΑ. Αυξημένος κίνδυνος επιδείνωσης της νεφρικής ανεπάρκειας, συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, και αύξηση του καλίου του ορού ιδιαίτερα σε ασθενείς με προϋπάρχουσα μειωμένη νεφρική λειτουργία.ΣύστασηΠολύ προσεκτικά, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους ασθενείς. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενυδατώνονται επαρκώς και η νεφρική λειτουργία τους να παρακολουθείται μετά την έναρξη της συνδυαστικής θεραπείας και εν συνεχεία περιοδικά.
-
Χρυσός (sodium aurothiomalate)ΣπάνιεςΝιτροειδείς αντιδράσεις (έξαψη στο πρόσωπο, ναυτία, έμετος και υπόταση).
-
Αντιυπερτασικοί παράγοντες και αγγειοδιασταλτικάΑύξηση της υποτασικής δράσης της imidapril. Μείωση περαιτέρω της πίεσης του αίματος με νιτρογλυκερίνη και άλλα νιτρώδη, ή άλλα αγγειοδιασταλτικά.
-
Αντιδιαβητικοί παράγοντες (ινσουλίνη, υπογλυκαιμικά σουλφοναμίδια)Αύξηση της υπογλυκαιμικής δράσης (σπάνια επεισόδια).
-
Ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ως θρομβολυτικό), θρομβολυτικά, βήτα αποκλειστέςΔεν αναφέρονται αλληλεπιδράσεις.
-
Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, νευροληπτικάΑυξημένη αντιυπερτασική δράση και κίνδυνος ορθοστατικής υπότασης (πρόσθετη επίδραση).
-
Ελάττωση των επιπέδων πλάσματος της imidaprilat. Πιθανή ελάττωση της αντιϋπερτασικής δράσης της imidapril.
-
ΑντιόξιναΠιθανή ελάττωση της βιοδιαθεσιμότητας της imidapril.
-
ΣυμπαθομιμητικάΕλάττωση της αντιϋπερτασικής δράσης των αναστολέων ΜΕΑ.ΣύστασηΟι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για να διασφαλιστεί η επίτευξη του επιθυμητού αποτελέσματος.
sick
SPC-TANATRIL
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Υπερκαλιαιμία
- Αύξηση κρεατινίνης
- Αύξηση ουρίας
- Αύξηση GPT/ALAT
- Αύξηση Gamma-GT
- Αυξημένη αμυλάση αίματος
- Αύξηση GOT/ASAT
- Μείωση αλμπουμίνης
- Αύξηση AP
- Μείωση πρωτεΐνης ορού
- Διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας
- Μειώσεις της αιμοσφαιρίνης, του αιματοκρίτη, των αιμοπεταλίων και του αριθμό των λευκών κυττάρων
- Αύξηση των ενζύμων του ήπατος
- Αύξηση της χολερυθρίνης του ορού
- Αύξηση της κρεατινοφωσφοκινάσης (CPK)
- Αύξηση του καλίου στον ορό
- Αύξηση στην ουρία του αίματος
- Αίσθημα παλμών
- Σοβαρή υπόταση
- Ζάλη (σε συνδυασμό με υπόταση)
- Αίσθημα κόπωσης (σε συνδυασμό με υπόταση)
- Ελαττωμένη όραση (σε συνδυασμό με υπόταση)
- Διαταραχές της συνείδησης (παροδική απώλεια της συνείδησης) (σε συνδυασμό με υπόταση)
- Ταχυκαρδία
- Αίσθημα παλμών
- Αρρυθμία
- Στηθγχη
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Παροδικά ισχαιμικά επεισόδια
- Εγκεφαλική αιμορραγία
- Λευκοπενία
- Αναιμία
- Ουδετεροπενία/ακοκκιοκυτταραιμία
- Θρομβοκυτοπενία
- Πανκυτταροπενία
- Αιμολυτική αναιμία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Κόπωση/υπνηλία
- Αγγειακές διαταραχές
- Συγκοπή
- Παραισθησία
- Ζάλη (νευρικό σύστημα)
- Αίσθημα εξάντλησης
- Κόπωση (νευρικό σύστημα)
- Μελαγχολίες
- Διαταραχές του ύπνου
- Παραισθησίες (νευρικό σύστημα)
- Ανικανότητα
- Διαταραχή της ισορροπίας
- Σύγχυση
- Εμβοές
- Θάμβος όρασης
- Κεφαλαλγία (νευρικό σύστημα)
- Διαταραχή της γεύσης
- Βήχας
- Ρινίτιδα
- Βήχας (αναπνευστικό)
- Δύσπνοια
- Παραρρινοκολπίτιδα
- Ρινίτιδα (αναπνευστικό)
- Γλωσσίτιδα
- Βρογχίτιδα (αναπνευστικό)
- Βρογχόσπασμος
- Αγγειοοίδημα που αφορά στις ανώτερες αεροφόρους οδούς
- Αλλεργική κυψελιδίτιδα/ηωσινοφιλική πνευμονία
- Ναυτία
- Έμετος
- Επιγαστρικός πόνος
- Δυσπεψία
- Διάρροια
- Ναυτία (γαστρεντερικό)
- Έμετος (γαστρεντερικό)
- Γαστρίτιδα
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσκοιλιότητα
- Ξηροστομία
- Χολοστατικός ίκτερος
- Ηπατίτιδα
- Παγκρεατίτιδα
- Ειλεός
- Ερύθημα
- Κνησμός
- Αλλεργικές αντιδράσεις
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
- Ερύθημα (δέρμα)
- Κνησμός (δέρμα)
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Αγγειοοίδημα (προσωπικό, στοματοφαρυγγικό)
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Steven-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Εξανθήματα ψωριασικού τύπου
- Αλωπεκία
- Πυρετός (σε συσχέτιση με δερματικά συμπτώματα)
- Μυαλγία (σε συσχέτιση με δερματικά συμπτώματα)
- Αρθραλγία (σε συσχέτιση με δερματικά συμπτώματα)
- Ηωσινοφιλία (σε συσχέτιση με δερματικά συμπτώματα)
- Αυξημένοι τίτλοι αντιπυρηνικών αντισωμάτων (σε συσχέτιση με δερματικά συμπτώματα)
- Βρογχίτιδα
- Ιογενής λοίμωξη
- Λοίμωξη της ανώτερης αναπνευστικής οδού
- Θωρακικό άλγος
- Πόνος των άκρων
- Οίδημα (αρθρώσεων, περιφερικό)
- Ίκτερος
- Σημαντικές αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΑσυνήθειςΥπερκαλιαιμίαΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΑσυνήθειςΑύξηση κρεατινίνηςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΑσυνήθειςΑύξηση ουρίαςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΑσυνήθειςΑύξηση GPT/ALATΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΑσυνήθειςΑύξηση Gamma-GTΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΑυξημένη αμυλάση αίματοςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΑύξηση GOT/ASATΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΜείωση αλμπουμίνηςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΑύξηση APΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΜείωση πρωτεΐνης ορούΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΔιαταραχή της νεφρικής λειτουργίαςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΑσυνήθειςΑίσθημα παλμώνΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΛευκοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑναιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣυνήθειςΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυνήθειςΖάληΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυνήθειςΚόπωση/υπνηλίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΑσυνήθειςΑγγειακές διαταραχέςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΑσυνήθειςΣυγκοπήΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΑσυνήθειςΠαραισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυνήθειςΒήχαςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΑσυνήθειςΡινίτιδαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣυνήθειςΝαυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΑσυνήθειςΈμετοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΑσυνήθειςΕπιγαστρικός πόνοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΑσυνήθειςΔυσπεψίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΑσυνήθειςΕρύθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΑσυνήθειςΚνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΑσυνήθειςΒρογχίτιδαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΑσυνήθειςΙογενής λοίμωξηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΑσυνήθειςΛοίμωξη της ανώτερης αναπνευστικής οδούΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΑσυνήθειςΘωρακικό άλγοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΑσυνήθειςΠόνος των άκρωνΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΑσυνήθειςΟίδημα (αρθρώσεων, περιφερικό)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Λίγοι ασθενείςΜειώσεις της αιμοσφαιρίνης, του αιματοκρίτη, των αιμοπεταλίων και του αριθμό των λευκών κυττάρωνΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Λίγοι ασθενείςΑύξηση των ενζύμων του ήπατοςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Λίγοι ασθενείςΑύξηση της χολερυθρίνης του ορούΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Λίγοι ασθενείςΑύξηση της κρεατινοφωσφοκινάσης (CPK)Παρακλινικές εξετάσεις
-
Αύξηση του καλίου στον ορόΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Αύξηση στην ουρία του αίματοςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Σοβαρή υπότασηΚαρδιακές διαταραχές
-
Ζάλη (σε συνδυασμό με υπόταση)Καρδιακές διαταραχές
-
Αίσθημα κόπωσης (σε συνδυασμό με υπόταση)Καρδιακές διαταραχές
-
Ελαττωμένη όραση (σε συνδυασμό με υπόταση)Καρδιακές διαταραχές
-
ΣπάνιαΔιαταραχές της συνείδησης (παροδική απώλεια της συνείδησης) (σε συνδυασμό με υπόταση)Καρδιακές διαταραχές
-
ΤαχυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Αίσθημα παλμώνΚαρδιακές διαταραχές
-
ΑρρυθμίαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣτηθγχηΚαρδιακές διαταραχές
-
Έμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιακές διαταραχές
-
Παροδικά ισχαιμικά επεισόδιαΚαρδιακές διαταραχές
-
Εγκεφαλική αιμορραγίαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣπάνιαΟυδετεροπενία/ακοκκιοκυτταραιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιαΘρομβοκυτοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιαΠανκυτταροπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μεμονωμένα περιστατικάΑιμολυτική αναιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Ζάλη (νευρικό σύστημα)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Αίσθημα εξάντλησηςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Κόπωση (νευρικό σύστημα)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιαΜελαγχολίεςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιαΔιαταραχές του ύπνουΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιαΠαραισθησίες (νευρικό σύστημα)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιαΑνικανότηταΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιαΔιαταραχή της ισορροπίαςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιαΣύγχυσηΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιαΕμβοέςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιαΘάμβος όρασηςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιαΚεφαλαλγία (νευρικό σύστημα)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιαΔιαταραχή της γεύσηςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Σημαντικός αριθμός ασθενώνΒήχας (αναπνευστικό)Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣπάνιαΔύσπνοιαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣπάνιαΠαραρρινοκολπίτιδαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣπάνιαΡινίτιδα (αναπνευστικό)Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣπάνιαΓλωσσίτιδαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣπάνιαΒρογχίτιδα (αναπνευστικό)Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣπάνιαΒρογχόσπασμοςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣπάνιαΑγγειοοίδημα που αφορά στις ανώτερες αεροφόρους οδούςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Πολύ σπάνιαΑλλεργική κυψελιδίτιδα/ηωσινοφιλική πνευμονίαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΔιάρροιαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Ναυτία (γαστρεντερικό)Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Έμετος (γαστρεντερικό)Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΓαστρίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Κοιλιακό άλγοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΔυσκοιλιότηταΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΞηροστομίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Χολοστατικός ίκτεροςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΗπατίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΠαγκρεατίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΕιλεόςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣπάνιαΑλλεργικές αντιδράσειςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιαΑντιδράσεις υπερευαισθησίαςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιαΕρύθημα (δέρμα)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιαΚνησμός (δέρμα)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιαΕξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιαΚνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Αγγειοοίδημα (προσωπικό, στοματοφαρυγγικό)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύμορφο ερύθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Σύνδρομο Steven-JohnsonΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Τοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Εξανθήματα ψωριασικού τύπουΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΑλωπεκίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πυρετός (σε συσχέτιση με δερματικά συμπτώματα)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μυαλγία (σε συσχέτιση με δερματικά συμπτώματα)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Αρθραλγία (σε συσχέτιση με δερματικά συμπτώματα)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Ηωσινοφιλία (σε συσχέτιση με δερματικά συμπτώματα)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Αυξημένοι τίτλοι αντιπυρηνικών αντισωμάτων (σε συσχέτιση με δερματικά συμπτώματα)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΊκτεροςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Σημαντικές αυξήσεις των ηπατικών ενζύμωνΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
pregnant_woman
SPC-TANATRIL
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΔεν συνιστάταιΗ χρήση αναστολέων ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της εγκυμοσύνης (βλέπε εδάφιο 4.4). Η χρήση αναστολέων ΜΕΑ αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου της εγκυμοσύνης (βλέπε εδάφια 4.3 και 4.4). Τα επιδημιολογικά δεδομένα δεν κατέδειξαν με βεβαιότητα τον κίνδυνο τερατογένεσης από την έκθεση σε αναστολείς ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της εγκυμοσύνης. Παρόλα αυτά μία μικρή αύξηση του κινδύνου δεν μπορεί να αποκλειστεί. Οι ασθενείς που σχεδιάζουν να μείνουν έγκυες θα πρέπει να αντικαθιστούν τη θεραπεία με αναστολέα ΜΕΑ με κάποια άλλη εναλλακτική θεραπεία κατά της υπέρτασης, η οποία να είναι αποδεδειγμένα ασφαλής για χρήση κατά την εγκυμοσύνη, εκτός εάν η θεραπεία με αναστολέα ΜΕΑ είναι απαραίτητο να συνεχιστεί. Εάν διαγνωσθεί εγκυμοσύνη, θα πρέπει να διακόπτεται άμεσα η θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ και, εάν είναι κατάλληλη, θα πρέπει να ξεκινά εναλλακτική θεραπεία. Η θεραπεία με αναστολέα ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου της εγκυμοσύνης είναι γνωστό ότι επηρεάζει την ανθρώπινη εμβρυοτοξικότητα (μειωμένη νεφρική ανεπάρκεια, ολιγοϋδράμνιο, καθυστερημένη οστεοποίηση του κρανίου) και τοξικότητα του εμβρύου (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία) (βλέπε εδάφιο 5.3). Εάν έχει πραγματοποιηθεί έκθεση σε αναστολέα ΜΕΑ από το δεύτερο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, συνιστάται έλεγχος με υπερηχογράφημα της νεφρικής λειτουργίας και του κρανίου. Τα βρέφη των οποίων οι μητέρες έλαβαν αναστολείς ΜΕΑ θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για υπόταση (βλέπε εδάφια 4.3 και 4.4).
-
ΓαλουχίαΔεν ενδείκνυταιΕπειδή δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες για τη χρήση της imidapril κατά τη διάρκεια της γαλουχίας, η imidarpil δεν ενδείκνυται και είναι προτιμότερες αποδεδειγμένα ασφαλείς εναλλακτικές θεραπείες κατά τη διάρκεια της γαλουχίας, ειδικότερα εάν θηλάζετε νεογέννητα ή πρόωρα βρέφη.
neurology
SPC-TANATRIL
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Φαρμακοδυναμικές Κωδικός ATC και φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: C09A A16, αναστολείς ΜΕΑ. Η υποτασική δράση της imidapril στην υπέρταση, εμφανίζεται κυρίως ως αποτέλεσμα της καταστολής του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης στο πλάσμα. Η ρενίνη…
monitor_heart
SPC-TANATRIL
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές Κωδικός ATC και φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: C09A A16, αναστολείς ΜΕΑ. Η υποτασική δράση της imidapril στην υπέρταση, εμφανίζεται κυρίως ως αποτέλεσμα της καταστολής του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης στο πλάσμα. Η ρενίνη…
biotech
SPC-TANATRIL
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές Μετά την από του στόματος χορήγηση η imidapril απορροφάται ταχέως από το γαστρεντερικό σωλήνα και φθάνει τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα εντός 2 ωρών. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα ελαττώνονται μονοφασικά με χρόνο ημιζωής περίπου 2 ωρών….
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-TANATRIL
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
- Ενήλικες Η αγωγή πρέπει να αρχίζει με 5 mg μια φορά ημερησίως. Εάν η βέλτιστη ρύθμιση της πίεσης του αίματος δεν έχει επιτευχθεί εντός περιόδου θεραπείας τουλάχιστον 3 εβδομάδων, η δόση πρέπει να αυξηθεί σε 10 mg, που έχει προσδιορισθεί ως η πλέον αποτελεσματική ημερήσια δόση. Ωστόσο, σε μικρό αριθμό ασθενών πιθανώς να είναι απαραίτητη η αύξηση της ημερήσιας δόσης σε 20 mg (συνιστώμενη μέγιστη δόση) ή κατά προτίμηση, να εξετασθεί η περίπτωση συνδυασμένης θεραπείας με διουρητικό. Δεν έχει καθορισθεί το πιθανό όφελος των υπερτασικών ασθενών από το συνδυασμό της imidapril με άλλες αντιϋπερτασικές αγωγές. Συνιστάται η λήψη των δισκίων περίπου την ίδια ώρα της ημέρας σχεδόν 15 λεπτά πριν από το γεύμα, συνθήκες υπό τις οποίες έχει αποδειχθεί η αποτελεσματικότητα.
- Ηλικιωμένοι (65 ετών και άνω) Η αρχική δόση είναι 2,5 mg μια φορά ημερησίως. Η δόση θα πρέπει να ρυθμίζεται σύμφωνα με την ανταπόκριση της αρτηριακής πίεσης. Η συνιστώμενη μέγιστη δόση είναι 10 mg μια φορά ημερησίως.
- Νεφρική ανεπάρκεια Η imidapril και ο φαρμακολογικά ενεργός μεταβολίτης της, η imidaprilat, απεκκρίνονται κυρίως από τους νεφρούς. Η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να εξετάζεται πριν την έναρξη της θεραπείας με imidapril σε ασθενείς με πιθανή νεφρική ανεπάρκεια. Η κάθαρση κρεατινίνης μπορεί να προσδιοριστεί πριν την έναρξη της αγωγής χρησιμοποιώντας τον τύπο των COCKROFT & GAULT (Nephron 1976; 16: 31-41): Cl Crea = (140-ηλικία [έτη]) x σωματικό βάρος [kg] / 72 x κρεατινίνη ορού [mg/dl] (για τις γυναίκες η τιμή που προκύπτει θα πολλαπλασιαστεί επί 0,85. Εάν χρησιμοποιηθεί η μονάδα μmol/l αντί για mg/dl, το 72 αντικαθίσταται με 0,813).
- Κάθαρση κρεατινίνης μεταξύ 30 ml/min και 80 ml/min (βλ. εδάφιο 4.4): Για τους ασθενείς αυτούς απαιτούνται ελαττωμένες δόσεις και επομένως συνιστάται η έναρξη της θεραπείας με 2,5 mg.
- Κάθαρση κρεατινίνης μεταξύ 10 ml/min και 29 ml/min (βλ. εδάφιο 4.4): Λόγω της περιορισμένης εμπειρίας, που έχει δείξει αύξηση της AUC της imidaprilat (βλ. εδάφιο 5.2), η imidapril δε θα πρέπει να χορηγείται στους ασθενείς αυτούς.
- Κάθαρση κρεατινίνης κάτω από 10 ml/min (νεφρική ανεπάρκεια με ή χωρίς αιμοδιΰλιση): Το φάρμακο αντενδείκνυται στους ασθενείς αυτούς (βλ. εδάφιο 4.3).
- Ηπατική ανεπάρκεια Η συνιστώμενη δόση για την έναρξη της αγωγής σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια είναι 2,5 mg μια φορά ημερησίως. Η imidapril θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια.
- Ασθενείς σε αυξημένο κίνδυνο υπότασης πρώτης δόσεως Η υπόταση πρώτης δόσεως είναι δυνατό να εκδηλωθεί σε ασθενείς υψηλού κινδύνου (βλ. εδάφιο 4.4). Πριν από την έναρξη της θεραπείας απαιτείται, εάν είναι εφικτό, ρύθμιση της ανεπάρκειας άλατος ή/και των διαταραχών των υγρών του οργανισμού, και διακοπή της υπάρχουσας θεραπείας με διουρητικά για δύο ή τρεις ημέρες πριν την ανασταλτική δράση του ΜΕΑ. Εάν αυτό δεν είναι δυνατό, η αρχική δόση θα πρέπει να είναι 2,5 mg imidapril. Σε υπερτασικούς ασθενείς με συνυπάρχουσα καρδιακή ανεπάρκεια, έχει παρατηρηθεί συμπτωματική υπόταση μετά από αγωγή με αναστολείς MEA. Στους ασθενείς αυτούς η αρχική δόση θα πρέπει να είναι 2,5 mg imidapril μια φορά ημερησίως υπό στενή ιατρική επίβλεψη. Ασθενείς με υψηλό κίνδυνο σοβαρής οξείας υπότασης πρώτης δόσεως θα πρέπει να υπόκεινται σε ιατρική παρακολούθηση, κατά προτίμηση σε νοσοκομείο, για διάστημα 6-8 ωρών μετά τη χορήγηση της πρώτης δόσης imidapril και σε οποιαδήποτε περίπτωση αυξάνεται η δόση της imidapril ή του τυχόν συγχορηγούμενου διουρητικού. Η αρχική δόση θα πρέπει να είναι 2,5 mg. Αυτό εφαρμόζεται επίσης σε ασθενείς με στηθγχη και αγγειακή εγκεφαλική νόσο. Οι ασθενείς αυτοί βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου ή αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου μετά από σημαντικού βαθμού υπόταση.
- Παιδιά Δεν υπάρχει εμπειρία στα παιδιά (βλ. εδάφιο 4.4.).
block
Αντενδείξεις
SPC-TANATRIL
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στην imidapril ή σε οποιονδήποτε άλλο αναστολέα ΜΕΑ ή σε κάποιο από τα έκδοχα
- Ιστορικό αγγειοοιδήματος που σχετίζεται με προγενέστερη θεραπεία με αναστολέα ΜΕΑ
- Κληρονομικό/ιδιοπαθές αγγειοοίδημα
- Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης (βλ. εδάφια 4.4 και 4.6.)
- Νεφρική ανεπάρκεια με διενέργεια ή όχι αιμοδιΰλισης (κάθαρση κρεατινίνης <10 ml/min).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-TANATRIL
expand_more
Προειδοποιήσεις
- Υπόταση Η imidapril, όπως και άλλοι αναστολείς MEA, είναι δυνατό να προκαλέσει σημαντική πτώση της αρτηριακής πίεσης, ιδιαίτερα μετά την πρώτη δόση. Η συμπτωματική υπόταση είναι σπάνια σε μη επιπλεγμένους υπερτασικούς ασθενείς. Είναι πιο πιθανό να εκδηλωθεί σε υποογκαιμικούς ασθενείς λόγω θεραπείας με διουρητικά, ή υπό διαιτητικό περιορισμό άλατος, αιμοδιΰλιση, διάρροια ή εμετό. Έχει αναφερθεί κυρίως σε ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια με ή χωρίς συνδυασμένη νεφρική ανεπάρκεια. Αυτό είναι πιο πιθανό σε ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις διουρητικών της αγκύλης, ή σε ασθενείς με υπονατριαιμία ή λειτουργική νεφρική ανεπάρκεια. Στους ασθενείς αυτούς, η αγωγή θα πρέπει να αρχίζει υπό αρκετά στενή ιατρική επίβλεψη, κατά προτίμηση σε νοσοκομείο, με 2,5 mg imidapril και προσεκτική τιτλοποίηση της δόσης. Εάν είναι εφικτό, η διουρητική θεραπεία θα πρέπει προσωρινά να διακόπτεται. Οι προφυλάξεις αυτές εφαρμόζονται επίσης σε ασθενείς με στηθάγχη ή αγγειακή εγκεφαλική νόσο στους οποίους η υψηλού βαθμού υπόταση θα μπορούσε να επιφέρει έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Στην περίπτωση που εκδηλωθεί υπόταση, ο ασθενής θα πρέπει να τίθεται σε ύπτια θέση. Πιθανόν να απαιτηθεί αποκατάσταση όγκου με ενδοφλέβια χορήγηση φυσιολογικού ορού. Η εμφάνιση υπότασης μετά την αρχική δόση δεν αποκλείει τη μετέπειτα προσεκτική τιτλοποίηση της δόσης με imidapril μετά την αποτελεσματική αντιμετώπιση.
- Στένωση της αορτικής ή της μιτροειδούς βαλβίδας/Υπερτροφική καρδιομυοπάθεια Η imidapril, όπως και άλλοι αναστολείς MEA, πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με κώλυμα στη ροή εξώθησης της αριστερής κοιλίας.
- Ουδετεροπενία/Ακοκκιοκυτταραιμία Ουδετεροπενία/ακοκκιοκυτταραιμία, θρομβοκυτοπενία και αναιμία παρατηρήθηκε σπάνια σε ασθενείς που ελάμβαναν αναστολείς MEA, συμπεριλαμβανομένης της imidapril. Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία και χωρίς άλλους παράγοντες επιπλοκής, η ουδετεροπενία εμφανίζεται σπάνια. Η imidapril θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με αγγειοπάθεια κολλαγονωσικής αιτιολογίας, υπό με θεραπεία με ανοσοκατασταλτικά, υπό θεραπεία με αλλοπουρινόλη ή προκαϊναμίδιο, ή συνδυασμό αυτών των παραγόντων επιπλοκής, ειδικά ένα προϋπάρχει διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας. Πολλοί από αυτούς τους ασθενείς, εκδήλωσαν σοβαρές λοιμώξεις, η οποίες σε μερικές περιπτώσεις δεν ανταποκρίνονταν σε θεραπεία με συστηματικά αντιβιοτικά. Εάν η imidapril χρησιμοποιείται από αυτούς τους ασθενείς, συνιστάται να γίνεται έλεγχος του αριθμού των λευκοκυττάρων και άλλοι έλεγχοι πριν την έναρξη της θεραπείας, κάθε 2 εβδομάδες για τους πρώτους 3 μήνες της θεραπείας με imidarpil, και στη συνέχεια, περιοδικά. Κατά την διάρκεια της θεραπείας, όλοι οι ασθενείς, συνιστάται να αναφέρουν κάθε σύμπτωμα λοίμωξης (π.χ. φαρυγγίτιδα, πυρετός) όταν πραγματοποιείται ο διαφορικός έλεγχος του αριθμού των λευκοκυττάρων. Η imidarpil και κάθε άλλη συνυπάρχουσα φαρμακευτική αγωγή, πρέπει να διακόπτονται εάν υπάρχει υποψία ή ανιχνευθεί ουδετεροπενία (ουδετερόφιλα λιγότερα από 1000/mm ).
- Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια Μεταβολές στη νεφρική λειτουργία μπορούν να αναμένονται σε ευπαθείς ασθενείς, λόγω της αναστολής του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης. Επομένως η imidapril, όπως και άλλοι αναστολείς του MEA, θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης μεταξύ 30 ml/min και 80 ml/min απαιτούνται ελαττωμένες δόσεις (βλ. εδάφιο 4.2). Η imidapril δε θα πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη των 30 ml/min, λόγω περιορισμένης εμπειρίας στους ασθενείς αυτούς (βλ. εδάφιο 4.2 και εδάφιο 5.2). Η στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να εκτελείται όπως έχει ορισθεί. Έχει αναφερθεί νεφρική ανεπάρκεια σε σχέση με τους αναστολείς MEA, κυρίως σε ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια ή υποκείμενη νεφρική νόσο, συμπεριλαμβανομένης της στένωσης της νεφρικής αρτηρίας. Ορισμένοι ασθενείς, χωρίς έκδηλη προϋπάρχουσα νεφρική νόσο, πιθανόν να εμφανίσουν αυξήσεις στην ουρία του αίματος και στις συγκεντρώσεις της κρεατινίνης όταν συγχορηγείται διουρητικό. Πιθανόν να απαιτηθεί ελάττωση της δόσης του αναστολέα ΜΕΑ ή/και διακοπή του διουρητικού. Συνιστάται η παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων της θεραπείας.
- Ασθενείς με νεφραγγειακή υπέρταση Στην περίπτωση που χορηγηθούν σε ασθενείς, με νεφραγγειακή υπέρταση και προϋπάρχουσα αμφοτερόπλευρη νεφρική αρτηριακή στένωση ή στένωση της αρτηρίας ενός νεφρού, αναστολείς του ΜΕΑ, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος σοβαρής υπότασης και νεφρικής ανεπάρκειας. Η απώλεια της νεφρικής λειτουργίας πιθανόν να επέλθει με ήπιες μόνον μεταβολές της κρεατινίνης στον ορό. Σε αυτούς τους ασθενείς, η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινάει, υπό στενή ιατρική παρακολούθηση, σε χαμηλές δόσεις, προσεκτική τιτλοδότηση και παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
- Ασθενείς σε αιμοδιΰλιση Σε ασθενείς που υπόκεινται σε θεραπεία με αναστολείς του ΜΕΑ και υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση θα πρέπει να αποφεύγεται η χρήση μεμβρανών υψηλής ροής (π.χ. AN 69®) λόγω του κινδύνου εμφάνισης αντιδράσεων αναφυλακτικού τύπου. Σε αυτούς τους ασθενείς, συνιστάται η χρήση διαφορετικής μεμβράνης ή ενός παράγοντα, που να ανήκει σε άλλη κατηγορία αντιϋπερτασικών φαρμάκων.
- Μεταμόσχευση νεφρών Δεν υπάρχει εμπειρία σχετικά με τη χορήγηση imidapril σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί πρόσφατα σε μεταμόσχευση νεφρών
- Αγγειονευρωτικό οίδημα Σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης, συμπεριλαμβανομένης και της imidapril, είναι δυνατό να εμφανισθούν αγγειοοίδημα του προσώπου, των άκρων, των χειλέων, της γλώσσας, της γλωττίδας ή/και του λάρυγγα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή της θεραπείας. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η imidapril θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως και ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται με κατάλληλα μέσα ώστε να είναι σίγουρο ότι όλα τα συμπτώματα θα υποχωρήσουν πριν αφεθεί ελεύθερος. Στις περιπτώσεις όπου το πρήξιμο περιορίστηκε στο πρόσωπο και στα χείλη, δεν χρειάστηκε κάποια θεραπεία, παρόλα αυτά η χρήση αντιισταμινικών βοήθησε στην ανακούφιση από τα συμπτώματα. Το αγγειονευρωτικό οίδημα που σχετίζεται με το λάρυγγα πιθανόν να είναι θανατηφόρο. Όταν υπάρχει ανάμιξη της γλώσσας, της γλωττίδας ή του λάρυγγα, με πιθανότητα απόφραξης των αεραγωγών, θα πρέπει να χορηγείται αμέσως κατάλληλη θεραπεία, όπως υποδόρια χορήγηση διαλύματος επινεφρίνης 1:1000 (0,3 έως 0,5 ml) και/ή μέτρα για τη διασφάλιση της λειτουργίας των αεραγωγών του ασθενούς. Περιστατικά αγγειοοιδήματος αναφέρονται συχνότερα σε έγχρωμους ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς του ΜΕΑ σε σχέση με τους μη έγχρωμους ασθενείς. Ασθενείς με ιστορικό αγγειοοιδήματος, που δεν σχετιζόταν με θεραπεία με αναστολείς του ΜΕΑ, ενδεχομένως να βρίσκονται σε υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης αγγειοοιδήματος όταν λαμβάνουν αναστολείς του ΜΕΑ (βλ. εδάφιο 4.3). Αγγειοοίδημα του εντέρου έχει αναφερθεί σπάνια σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς του ΜΕΑ (βλ. εδάφιο 4.8).
- Ασθενείς σε πλασμαφαίρεση για θεραπεία LDL υπερλιπιδαιμίας Ασθενείς που λαμβάνουν αναστολέα ΜΕΑ, και οι οποίοι υπόκεινται σε πλασμαφαίρεση για θεραπεία LDL υπερλιπιδαιμίας με θειική δεξτράνη, πιθανόν να εκδηλώσουν αναφυλακτικού τύπου αντιδράσεις παρόμοιες με εκείνες που παρατηρούνται σε ασθενείς που υφίστανται αιμοδιΰλιση με μεμβράνες υψηλής ροής (βλ. ανωτέρω). Στους ασθενείς αυτούς συνιστάται η χορήγηση ενός παράγοντα, που να ανήκει σε άλλη κατηγορία αντιϋπερτασικών φαρμάκων.
- Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά τη διάρκεια της απευαισθητοποιήσεως Σπάνια έχουν αναφερθεί παρατεταμένες αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις που μπορούν να απειλήσουν τη ζωή ασθενών που υπόκεινται σε θεραπεία απευαισθητοποίησης με δηλητήριο υμενόπτερα ενώ λαμβάνουν αναστολέα του ΜΕΑ. Στους ίδιους ασθενείς, αυτές οι αντιδράσεις αποφεύχθηκαν όταν η χορήγηση αναστολέα του ΜΕΑ προσωρινά σταμάτησε, αλλά επανεμφανίστηκαν ακούσια. Επομένως, πρέπει να υπάρχει προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς του ΜΕΑ και υπόκεινται σε διαδικασίες απευαισθητοποίησης.
- Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια Σπάνια, οι αναστολείς του ΜΕΑ έχουν συσχετιστεί με ένα σύνδρομο το οποίο ξεκινά με χολοστατικό ίκτερο ή ηπατίτιδα και εξελίσσεται σε κεραυνοβόλο ηπατική νέκρωση και (κάποιες φορές) καταλήγει σε θάνατο. Ο μηχανισμός αυτού τους συνδρόμου δεν έχει γίνει κατανοητός. Ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς του ΜΕΑ, οι οποίοι ανέπτυξαν ίκτερο ή σημαντικές αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων, πρέπει να διακόψουν τον αναστολέα ΜΕΑ και να λάβουν στενή ιατρική παρακολούθηση.
- Βήχας Κατά τη διάρκεια της αγωγής με imidapril είναι δυνατό να εκδηλωθεί ξηρός μη παραγωγικός βήχας, που παρέρχεται μετά τη διακοπή της χορήγησης.
- Χειρουργική/Αναισθησία Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τη χορήγηση της imidapril υπό συνθήκες χειρουργείου ή αναισθησίας. Ωστόσο, η imidapril, όπως και άλλοι αναστολείς ΜΕΑ, είναι δυνατό να προκαλέσει υπόταση ή ακόμη και υποτασικό shock σε ασθενείς που υφίστανται μείζονες χειρουργικές επεμβάσεις ή κατά τη διάρκεια της αναισθησίας, μέσω της ενίσχυσης άλλων υποτασικών παραγόντων. Εάν δεν είναι δυνατή η διακοπή της imidapril, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή για τη διατήρηση του κυκλοφορούντος όγκου αίματος.
- Υπερκαλιαιμία Αυξήσεις στο κάλιο του ορού έχουν παρατηρηθεί σε ορισμένους ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς του ΜΕΑ, συμπεριλαμβανομένης της imidapril. Οι ασθενείς με κίνδυνο εμφάνισης υπερκαλιαιμίας είναι όσοι παρουσιάζουν νεφρική ανεπάρκεια, μη ελεγχόμενο σακχαρώδη διαβήτη, οι όσοι λαμβάνουν ταυτόχρονα καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα αλατιού που περιέχουν κάλιο⋅ ή όσοι ασθενείς λαμβάνουν άλλα φάρμακα που σχετίζονται με την αύξηση του καλίου του ορού (π.χ. ηπαρίνη). Εάν εν τούτοις, θεωρηθεί ότι ενδείκνυται η σύγχρονη χορήγηση των ανωτέρω αναφερομένων παραγόντων, συνιστάται η τακτική παρακολούθηση του καλίου του ορού (βλ. εδάφιο 4.5).
- Πρωτεϊνουρία Πρωτεϊνουρία παρατηρήθηκε σπανιότατα με την imidapril. Είναι πιθανό να εμφανιστεί ιδιαίτερα σε ασθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική ανεπάρκεια, αλλά έχει επίσης παρουσιαστεί σε υψηλές δόσεις άλλων αναστολέων ΜΕΑ.
- Διαβητικοί ασθενείς Τα επίπεδα γλυκόζης πρέπει να παρακολουθούνται στενά σε διαβητικούς ασθενείς που έχουν λάβει στο παρελθόν από του στόματος αντιδιαβητικά φάρμακα ή ινσουλίνη, δηλαδή, κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα της θεραπείας με αναστολέα του ΜΕΑ.
- Ηλικιωμένοι Ορισμένοι ηλικιωμένοι, και ιδιαίτερα οι υπερήλικες ασθενείς, πιθανόν να ανταποκρίνονται περισσότερο στην imidapril σε σύγκριση με νεώτερους ασθενείς. Για ηλικιωμένους ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω, η αρχική ημερήσια δόση θα πρέπει να είναι 2,5 mg imidapril. Συνιστάται η εξέταση της νεφρικής λειτουργίας κατά την έναρξη της αγωγής.
- Παιδιά Η imidapril δε θα πρέπει να χορηγείται σε παιδιά έως ότου αποδειχθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητά της.
- Εθνικές διαφοροποιήσεις Οι αναστολείς του ΜΕΑ έχουν μικρότερη επίδραση στη μείωση της πίεσης του αίματος των έγχρωμων ανθρώπων σε σχέση με τους μη έγχρωμους, πιθανότατα λόγο της υψηλότερης επικράτησης των κρατών χαμηλής ρενίνης στο συνολικό πληθυσμό των έγχρωμων υπερτασικών ανθρώπων.
- Λακτόζη Το Tanatril περιέχει λακτόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα με δυσανεξία στη γαλακτόζη, με ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης, δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
- Αλληλεπιδράσεις Το Tanatril δεν συνιστάται γενικά σε συνδυασμό με καλιοσυντηρητικά διουρητικά, άλατα καλίου ή λιθίου (βλ. εδάφιο 4.5).
- Κύηση Η λήψη αναστολέων ΜΕΑ δεν θα πρέπει να ξεκινά κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Οι ασθενείς που σχεδιάζουν να μείνουν έγκυες θα πρέπει να αντικαθιστούν τη θεραπεία με αναστολέα ΜΕΑ με κάποια άλλη εναλλακτική θεραπεία κατά της υπέρτασης, η οποία να είναι αποδεδειγμένα ασφαλής για χρήση κατά την εγκυμοσύνη, εκτός εάν η θεραπεία με αναστολέα ΜΕΑ είναι απαραίτητο να συνεχιστεί. Εάν διαγνωσθεί εγκυμοσύνη, θα πρέπει να διακόπτεται άμεσα η θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ και, εάν είναι κατάλληλη, θα πρέπει να ξεκινά εναλλακτική θεραπεία (βλέπε εδάφια 4.3 και 4.6).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-TANATRIL
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις
- Καλιοσυντηρητικά διουρητικά ή συμπληρώματα καλίου: Η imidapril, όπως και άλλοι αναστολείς ΜΕΑ, είναι δυνατό να μετριάσει την προκαλούμενη από διουρητικά απώλεια καλίου. Τα καλιοσυντηρητικά διουρητικά, π.χ. σπειρονολακτόνη, τριαμτερένη, αμιλορίδη, τα συμπληρώματα καλίου, ή τα υποκατάστατα αλάτων που περιέχουν κάλιο, είναι δυνατό να επιφέρουν σημαντικές αυξήσεις στο κάλιο του ορού. Εάν η σύγχρονη χορήγηση ενδείκνυται λόγω αποδεδειγμένης υποκαλιαιμίας, θα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή και με συχνή παρακολούθηση του καλίου στον ορό.
- Διουρητικά μη καλιοσυντηρητικά: Σε ασθενείς που είναι υποογκαιμικοί και έχουν χαμηλές τιμές άλατος υπάρχει κίνδυνος ξαφνικής υπότασης και/ή σοβαρής νεφρικής ανεπάρκειας κατά την έναρξη της θεραπείας με αναστολέα του ΜΕΑ. Σε αρτηριακή υπέρταση, όταν προηγουμένως η θεραπεία με διουρητικό μπορεί να έχει προκαλέσει υποογκαιμία και χαμηλές τιμές άλατος, πρέπει είτε να διακοπεί το διουρητικό πριν την έναρξη της θεραπείας με αναστολέα του ΜΕΑ, και εν συνεχεία να επαναχορηγηθεί διουρητικό μη καλιοσυντηρητικό, είτε να ξεκινήσει η λήψη του αναστολέα του ΜΕΑ σε χαμηλή δόση και να αυξηθεί η δόση σταδιακά. Η νεφρική λειτουργία (επίπεδα κρεατινίνης) πρέπει να παρακολουθούνται κατά τις πρώτες εβδομάδες θεραπείας με αναστολέα του ΜΕΑ.
- Λίθιο: Αυξημένη συγκέντρωση λιθίου, ενδεχομένως σε τοξικά επίπεδα (μειωμένη νεφρική απέκκριση λιθίου). Η σύγχρονη χορήγηση imidapril με λίθιο δεν συνιστάται, αλλά αν ο συνδυασμός του είναι απαραίτητος, τα επίπεδα του λιθίου στον ορό θα πρέπει να παρακολουθούνται συχνά (βλ. εδάφιο 4.4).
- Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (NSAIDs): Όταν χορηγούνται αναστολείς του ΜΕΑ με μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (π.χ ακετυλοσαλικυλικό οξύ σε δοσολογικά σχήματα με αντιφλεγμονώδη, αναστολείς του COX-2 και μη εκλεκτικά NSAIDs), είναι δυνατό να μειωθεί η αντιϋπερτασική δράση των αναστολέων ΜΕΑ. Η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων του ΜΕΑ και NSAIDs μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο επιδείνωσης της νεφρικής ανεπάρκειας, συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, και αύξηση του καλίου του ορού ιδιαίτερα σε ασθενείς με προϋπάρχουσα μειωμένη νεφρική λειτουργία. Ο συνδυασμός τους θα πρέπει να γίνεται πολύ προσεκτικά και ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους ασθενείς. Οι ασθενείς που λαμβάνουν το συνδυασμό των παραπάνω ουσιών θα πρέπει να ενυδατώνονται επαρκώς και θα πρέπει να δίνεται προσοχή ώστε η νεφρική λειτουργία τους να παρακολουθείται μετά την έναρξη της συνδυαστικής θεραπείας και εν συνεχεία περιοδικά.
- Χρυσός: Νιτροειδείς αντιδράσεις (τα συμπτώματα περιλαμβάνουν έξαψη στο πρόσωπο, ναυτία, έμετο και υπόταση) έχουν αναφερθεί σπάνια σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με ενέσιμο χρυσό (sodium aurothiomalate) και ταυτόχρονα αναστολείς του ΜΕΑ.
- Αντιυπερτασικοί παράγοντες και αγγειοδιασταλτικά: Η ταυτόχρονη λήψη αυτών των παραγόντων μπορεί να αυξήσει την υποτασική δράση της imidapril. Η ταυτόχρονη χρήση με νιτρογλυκερίνη και άλλα νιτρώδη, ή άλλα αγγειοδιασταλτικά, μπορεί να μειώσει περαιτέρω την πίεση του αίματος.
- Αντιδιαβητικοί παράγοντες (ινσουλίνη, υπογλυκαιμικά σουλφοναμίδια): Σε διαβητικούς ασθενείς με λαμβάνουν θεραπεία με ινσουλίνη ή υπογλυκαιμικά σουλφοναμίδια, η χρήση αναστολέων του ΜΕΑ μπορεί να αυξήσει την υπογλυκαιμική τους δράση. Τα υπογλυκαιμικά επεισόδια είναι σπάνια (αυξημένη ανοχή στη γλυκόζη, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη ανάγκη σε ινσουλίνη). Πρέπει να ενισχύεται η αυτό-παρακολούθηση των επιπέδων γλυκόζης.
- Ακετυλοσαλικυλικό οξύ, θρομβολυτικά, βήτα αποκλειστές: Η imidapril μπορεί να χρησιμοποιηθεί παράλληλα με το ακετυλοσαλικυλικό οξύ (όταν χρησιμοποιείται ως θρομβολυτικό), με θρομβολυτικά και βήτα-αποκλειστές.
- Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, νευροληπτικά: Αυξημένη αντιυπερτασική δράση και κίνδυνος ορθοστατικής υπότασης (πρόσθετη επίδραση).
- Ριφαμπικίνη: Η χορήγηση ριφαμπικίνης ελάττωσε τα επίπεδα πλάσματος της imidaprilat, του ενεργού μεταβολίτη της imidapril. Η αντιϋπερτασική δράση της imidapril πιθανόν επομένως να ελαττώνεται.
- Αντιόξινα: Πιθανόν να προκαλέσουν ελαττωμένη βιοδιαθεσιμότητα της imidapril.
- Συμπαθομιμητικά: Είναι δυνατό να ελαττώσουν την αντιϋπερτασική δράση των αναστολέων ΜΕΑ· επομένως οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για να διασφαλιστεί η επίτευξη του επιθυμητού αποτελέσματος.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-TANATRIL
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών σε υπερτασικούς ασθενείς υπό θεραπεία με imidapril ή placebo ήταν 34% με 36%. Στην ομάδα της imidapril εκδηλώθηκαν συχνότερα βήχας, ζάλη, κόπωση/υπνηλία, δυσπεψία και εμετός. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν και καταγράφηκαν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με imidapril σε προ-εγκριτικές μελέτες παρουσιάζονται στον παρακάτω πίνακα με τις ακόλουθες συχνότητες: πολύ συχνές (≥ 1/10), συνήθεις (≥ 1/100, <1/10), ασυνήθεις (≥ 1/1000, <1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000, <1/1000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν από τα διαθέσιμα δεδομένα).
Παρακλινικές εξετάσεις
- Ασυνήθεις: Υπερκαλιαιμία, αύξηση κρεατινίνης, αύξηση ουρίας, αύξηση GPT/ALAT, αύξηση Gamma-GT
- Σπάνιες: Αυξημένη αμυλάση αίματος, αύξηση GOT/ASAT, μείωση αλμπουμίνης, αύξηση AP, μείωση πρωτεΐνης ορού, διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας
Καρδιακές διαταραχές
- Ασυνήθεις: Αίσθημα παλμών
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
- Σπάνιες: Λευκοπενία, αναιμία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος:
- Συνήθεις: Κεφαλαλγία, ζάλη, κόπωση/υπνηλία
- Ασυνήθεις: Αγγειακές διαταραχές, συγκοπή, παραισθησία
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
- Συνήθεις: Βήχας
- Ασυνήθεις: Ρινίτιδα
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
- Συνήθεις: Ναυτία
- Ασυνήθεις: Έμετος, επιγαστρικός πόνος, δυσπεψία
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Ασυνήθεις: Ερύθημα, κνησμός
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
- Ασυνήθεις: Βρογχίτιδα, Ιογενής λοίμωξη, Λοίμωξη της ανώτερης αναπνευστικής οδού
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
- Ασυνήθεις: Θωρακικό άλγος, πόνος των άκρων, οίδημα (αρθρώσεων, περιφερικό)
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρήθηκαν σε συσχέτιση με την imidapril ή με αναστολείς του ΜΕΑ. Παρακαλούμε να αναφερθείτε στο εδάφιο 4.4 προκειμένου να αποφύγετε αυτές τις ανεπιθύμητες ενέργειες:
Παρακλινικές εξετάσεις: Μειώσεις της αιμοσφαιρίνης, του αιματοκρίτη, των αιμοπεταλίων και του αριθμό των λευκών κυττάρων όπως επίσης αύξηση των ενζύμων του ήπατος, της χολερυθρίνης του ορού, της κρεατινοφωσφοκινάσης (CPK) έχουν αναφερθεί σε λίγους ασθενείς. Μπορεί να πραγματοποιηθεί αύξηση του καλίου στον ορό, αφού η imidarpil οδηγεί στη μείωση της έκκρισης αλδοστερόνης. Αυξήσεις στην ουρία του αίματος, αναστρέψιμες με την διακοπή της θεραπείας, μπορεί να πραγματοποιηθούν, ιδιαίτερα εάν υπάρχει νεφρική ανεπάρκεια.
Καρδιακές διαταραχές: Σοβαρή υπόταση πιθανόν να επέλθει μετά την έναρξη της θεραπείας ή την αύξηση της δόσης σε ορισμένες ευπαθείς ομάδες. Συμπτώματα όπως ζάλη, αίσθημα κόπωσης, ελαττωμένη όραση, και σπάνια διαταραχές της συνείδησης (παροδική απώλεια της συνείδησης), είναι δυνατό να εμφανισθούν σε συνδυασμό με υπόταση. Για τους αναστολείς ΜΕΑ έχουν αναφερθεί μεμονωμένα περιστατικά ταχυκαρδίας, αισθήματος παλμών, αρρυθμίας, στηθγχης, εμφράγματος του μυοκαρδίου, παροδικών ισχαιμικών επεισοδίων και εγκεφαλικής αιμορραγίας σε συνδυασμό με υπόταση.
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος: Ουδετεροπενία/ακοκκιοκυτταραιμία, θρομβοκυτοπενία, πανκυτταροπενία και αναιμία έχουν αναφερθεί σπάνια σε ασθενείς που ελάμβαναν αναστολείς του ΜΕΑ. Σε ασθενείς με συγγενή έλλειψη της G-6-PDH, έχουν αναφερθεί μεμονωμένα περιστατικά αιμολυτικής αναιμίας μετά από χορήγηση άλλων αναστολέων ΜΕΑ.
Διαταραχές του νευρικού συστήματος: Έχουν αναφερθεί ζάλη, αίσθημα εξάντλησης και κόπωση. Σπάνια είναι δυνατό να παρουσιαστούν μελαγχολίες, διαταραχές του ύπνου, παραισθησίες, ανικανότητα, διαταραχή της ισορροπίας, σύγχυση, εμβοές, θάμβος όρασης, κεφαλαλγία και διαταραχή της γεύσης, από τους αναστολείς του ΜΕΑ.
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου: Οι αναστολείς ΜΕΑ έχει αναφερθεί ότι προκαλούν βήχα σε σημαντικό αριθμό ασθενών. Σπάνια δύσπνοια, παραρρινοκολπίτιδα, ρινίτιδα, γλωσσίτιδα, βρογχίτιδα, βρογχόσπασμος και αγγειοοίδημα που αφορά στις ανώτερες αεροφόρους οδούς και πολύ σπάνια αλλεργική κυψελιδίτιδα/ηωσινοφιλική πνευμονία πιθανόν να εκδηλωθούν.
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος: Διάρροια, ναυτία, εμετός, γαστρίτιδα, κοιλιακό άλγος, δυσκοιλιότητα, ξηροστομία, χολοστατικός ίκτερος, ηπατίτιδα, παγκρεατίτιδα και ειλεός μπορεί να παρατηρηθούν με αναστολείς του ΜΕΑ.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού: Αλλεργικές αντιδράσεις και αντιδράσεις υπερευαισθησίας, όπως ερύθημα, κνησμός, εξάνθημα και κνίδωση, έχουν αναφερθεί σπάνια. Οι αναστολείς του ΜΕΑ συσχετίζονται με την έναρξη αγγειοοιδήματος, που περιλαμβάνει τους προσωπικούς και στοματοφαρυγγικούς ιστούς. Για τους αναστολείς ΜΕΑ έχουν αναφερθεί περιπτώσεις πολύμορφου ερυθήματος, συνδρόμου Steven-Johnson, τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης, εξανθημάτων ψωριασικού τύπου και αλωπεκίας. Τα δερματικά συμπτώματα είναι δυνατό να συνοδεύονται από πυρετό, μυαλγία, αρθραλγία, ηωσινοφιλία, ή/και αυξημένους τίτλους αντιπυρηνικών αντισωμάτων.
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων: Ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς του ΜΕΑ έχουν αναπτύξει ίκτερος ή είχαν σημαντικές αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-TANATRIL
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Η χρήση αναστολέων ΜΕΑ δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της εγκυμοσύνης (βλέπε εδάφιο 4.4). Η χρήση αναστολέων ΜΕΑ αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου της εγκυμοσύνης (βλέπε εδάφια 4.3 και 4.4).
Τα επιδημιολογικά δεδομένα δεν κατέδειξαν με βεβαιότητα τον κίνδυνο τερατογένεσης από την έκθεση σε αναστολείς ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της εγκυμοσύνης. Παρόλα αυτά μία μικρή αύξηση του κινδύνου δεν μπορεί να αποκλειστεί. Οι ασθενείς που σχεδιάζουν να μείνουν έγκυες θα πρέπει να αντικαθιστούν τη θεραπεία με αναστολέα ΜΕΑ με κάποια άλλη εναλλακτική θεραπεία κατά της υπέρτασης, η οποία να είναι αποδεδειγμένα ασφαλής για χρήση κατά την εγκυμοσύνη, εκτός εάν η θεραπεία με αναστολέα ΜΕΑ είναι απαραίτητο να συνεχιστεί. Εάν διαγνωσθεί εγκυμοσύνη, θα πρέπει να διακόπτεται άμεσα η θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ και, εάν είναι κατάλληλη, θα πρέπει να ξεκινά εναλλακτική θεραπεία.
Η θεραπεία με αναστολέα ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου της εγκυμοσύνης είναι γνωστό ότι επηρεάζει την ανθρώπινη εμβρυοτοξικότητα (μειωμένη νεφρική ανεπάρκεια, ολιγοϋδράμνιο, καθυστερημένη οστεοποίηση του κρανίου) και τοξικότητα του εμβρύου (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία) (βλέπε εδάφιο 5.3). Εάν έχει πραγματοποιηθεί έκθεση σε αναστολέα ΜΕΑ από το δεύτερο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, συνιστάται έλεγχος με υπερηχογράφημα της νεφρικής λειτουργίας και του κρανίου. Τα βρέφη των οποίων οι μητέρες έλαβαν αναστολείς ΜΕΑ θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για υπόταση (βλέπε εδάφια 4.3 και 4.4).
Γαλουχία
Επειδή δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες για τη χρήση της imidapril κατά τη διάρκεια της γαλουχίας, η imidarpil δεν ενδείκνυται και είναι προτιμότερες αποδεδειγμένα ασφαλείς εναλλακτικές θεραπείες κατά τη διάρκεια της γαλουχίας, ειδικότερα εάν θηλάζετε νεογέννητα ή πρόωρα βρέφη.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-TANATRIL
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές
Κωδικός ATC και φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: C09A A16, αναστολείς ΜΕΑ. Η υποτασική δράση της imidapril στην υπέρταση, εμφανίζεται κυρίως ως αποτέλεσμα της καταστολής του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης στο πλάσμα. Η ρενίνη είναι ενδογενές ένζυμο, που συντίθεται στους νεφρούς και αποδεσμεύεται στην κυκλοφορία, όπου μετατρέπει το αγγειοτασινογόνο προς αγγειοτασίνη Ι, ένα σχετικά ανενεργό δεκαπεπτίδιο. Η αγγειοτασίνη Ι στη συνέχεια μετατρέπεται από το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτασίνης, μια πεπτιδυλοπεπτιδάση, προς την αγγειοτασίνη ΙΙ. Η αγγειοτασίνη ΙΙ είναι ένας ισχυρός αγγειοσυσπαστικός παράγοντας, υπεύθυνος για την αρτηριακή αγγειοσύσπαση και την αύξηση της αρτηριακής πίεσης, καθώς και για τη διέγερση των επινεφριδίων για την έκκριση αλδοστερόνης. Η αναστολή του ΜΕΑ επιφέρει ελάττωση της αγγειοτασίνης ΙΙ στο πλάσμα, που οδηγεί σε μειωμένη αγγειοσυσπαστική δράση και σε μειωμένη έκκριση αλδοστερόνης. Παρότι η τελευταία μείωση είναι μικρή, πιθανόν να συμβούν μικρές αυξήσεις στις συγκεντρώσεις του καλίου στο πλάσμα, παράλληλα με απώλεια νατρίου και υγρών. Η διακοπή της αρνητικής παλίνδρομης ρύθμισης της αγγειοτασίνης ΙΙ στην έκκριση ρενίνης επιφέρει αύξηση της δραστικότητας της ρενίνης στο πλάσμα. Μια ακόμη λειτουργία του μετατρεπτικού ενζύμου είναι η μετατροπή του ισχυρού αγγειοδιασταλτικού πεπτιδίου κινίνης, της βραδυκινίνης, προς αδρανείς μεταβολίτες. Η αναστολή επομένως του ΜΕΑ επιφέρει αυξημένη δραστικότητα του κυκλοφορούντος και τοπικού συστήματος καλλικρεΐνης-κινίνης, που είναι πιθανό να συνεισφέρει στην πρόκληση περιφερικής αγγειοδιαστολής, ενεργοποιώντας το σύστημα των προσταγλανδινών. Ο μηχανισμός αυτός πιθανώς συμμετέχει στην υποτασική δράση των αναστολέων ΜΕΑ και είναι υπεύθυνος για ορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες. Η χορήγηση της imidapril σε υπερτασικούς ασθενείς επιφέρει μείωση της αρτηριακής πίεσης σε καθιστή, ύπτια και όρθια θέση στην ίδια έκταση περίπου, χωρίς αντισταθμιστική αύξηση της καρδιακής συχνότητας. Η μέγιστη υποτασική δράση παρατηρήθηκε 6-8 ώρες μετά την πρόσληψη του φαρμάκου. Η επίτευξη της βέλτιστης μείωσης της πίεσης του αίματος πιθανόν να απαιτήσει αρκετές εβδομάδες θεραπείας για ορισμένους ασθενείς. Οι αντιϋπερτασικές ιδιότητες διατηρούνται κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας αγωγής. Η απότομη διακοπή της θεραπείας δεν έχει συσχετισθεί με ταχεία αύξηση της αρτηριακής πίεσης. Υπάρχει μία αύξηση στη ροή του αίματος στους νεφρούς και ο ρυθμός σπειραματικής διήθησης είναι συνήθως αμετάβλητος. Οι αναστολείς του ΜΕΑ είναι αποτελεσματικοί ακόμα και σε ασθενείς με υπέρταση χαμηλής- ρενίνης. Παρότι οι αντιυπερτασικές επιδράσεις βρέθηκαν στις φυλές που μελετήθηκαν, οι έγχρωμοι υπερτασικοί ασθενείς (συνήθως πληθυσμός με υπέρταση χαμηλής ρενίνης) είχαν κατά μέσο όρο μικρότερη απόκριση στη μονοθεραπεία με αναστολείς του ΜΕΑ, απ’ ότι οι μη έγχρωμοι ασθενείς. Αυτή η διαφορά εξαφανίζεται όταν προστίθεται ένα διουρητικό.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-TANATRIL
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές
Μετά την από του στόματος χορήγηση η imidapril απορροφάται ταχέως από το γαστρεντερικό σωλήνα και φθάνει τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα εντός 2 ωρών. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα ελαττώνονται μονοφασικά με χρόνο ημιζωής περίπου 2 ωρών. Η απορρόφηση είναι περίπου 70%. Ένα γεύμα πλούσιο σε λιπαρά ελαττώνει σημαντικά την απορρόφηση της imidapril. Η imidapril κυρίως υδρολύεται προς τον φαρμακολογικά ενεργό μεταβολίτη της, την imidaprilat. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της imidaprilat στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 7 ωρών. Οι συγκεντρώσεις της imidaprilat στο πλάσμα μειώνονται διφασικά με αρχικό χρόνο ημιζωής περίπου 7-9 ώρες και τελικό χρόνο ημιζωής μεγαλύτερο από 24 ώρες. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της imidaprilat είναι περίπου 42%. Η πρωτεϊνική σύνδεση της imidapril και της imidaprilat ήταν μέτρια (85% και 53%, αντίστοιχα). Μετά εφάπαξ από του στόματος χορήγηση της imidapril, η απορρόφηση αυτής με βάση δεδομένα από το πλάσμα και την απέκκριση στα ούρα εμφανίστηκε γραμμική από τουλάχιστον 10 mg έως 240 mg imidapril. Μετά την από του στόματος χορήγηση της ραδιοεπισημασμένης ένωσης, περίπου 40% της ολικής ραδιενέργειας απεκκρίνεται στα ούρα και περίπου 50% στα κόπρανα. Μετά από επανειλημμένη χορήγηση, οι συγκεντρώσεις στη σταθεροποιημένη κατάσταση της imidaprilat επιτυγχάνονται περίπου μετά 5 ημέρες από την πρώτη χορήγηση της imidapril. Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια παρατηρήθηκαν αυξημένα επίπεδα στο πλάσμα και αυξημένες τιμές AUC για την imidapril και την imidaprilat. Υπήρξε αύξηση της AUC της imidaprilat κατά το διπλάσιο σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης 30-80 ml/min και αύξηση περίπου κατά το δεκαπλάσιο σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης 10-29 ml/min. Η εμπειρία που αφορά στους διάφορους βαθμούς της νεφρικής ανεπάρκειας είναι πολύ περιορισμένη. Δεν υπάρχει εμπειρία με τη δόση των 20 mg σε περιπτώσεις νεφρικής ανεπάρκειας. Σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια η AUC της imidapril και της imidaprilat ήταν ελαφρά υψηλότερη σε σύγκριση με αυτή φυσιολογικών ατόμων, ενώ ο tmax ήταν παρόμοιος και για τις δύο στις δύο ομάδες. Περαιτέρω, ο t½ της imidaprilat, αλλά όχι της imidapril, αυξήθηκε σημαντικά στους ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια.
ΕΟΦ · 2.5.1
Αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης
expand_more
Αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης
Τα φάρμακα της ομάδας αυτής αναστέλλουν την μετατροπή της αγγειοτασίνης Ι σε αγγειοτασίνη ΙΙ. Οι κυριότερες ενδείξεις τους είναι:
Υπέρταση. Χορηγούνται σε ήπια ή μέτρια υπέρταση, ιδιαίτερα αν αντενδείκνυνται ή δεν γίνονται ανεκτοί ή αποτύχουν οι β-αποκλειστές ή τα διουρητικά, αν και συνδυάζονται με τα τελευταία επιτυχώς. Οι ασθενείς με νεφραγγειακή υπέρταση είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι στους α-ΜΕΑ και η αγωγή πρέπει να αρχίζει με μικρότερες δόσεις. Προσοχή επίσης χρειάζεται σε περιπτώσεις στις οποίες κινητοποιείται το σύστημα ρενίνης, όπως λ.χ. στην καρδιακή ανεπάρκεια, σε προηγηθείσα χρήση διουρητικών ή σε αυστηρή άναλο δίαιτα, διότι μπορεί να προκληθεί σοβαρή υπόταση κατά την πρώτη λήψη του φαρμάκου. Για το λόγο αυτό τα διουρητικά διακόπτονται λίγες μέρες πριν δοθεί η πρώτη δόση των α-ΜΕΑ.
Καρδιακή ανεπάρκεια. Οι α-ΜΕΑ είναι ιδιαίτερα χρήσιμα φάρμακα σε όλα τα στάδια της καρδιακής ανεπάρκειας και πρέπει να συνδυάζονται με διουρητικά και δακτυλίτιδα όταν κρίνεται απαραίτητο. Βελτιώνουν την πρόγνωση και επομένως πλεονεκτούν θεραπευτικών σχημάτων όπως ο συνδυασμός νιτρωδών με υδραλαζίνη. Η χορήγηση α-ΜΕΑ ενδείκνυται σε κάθε ασθενή με καρδιακή ανεπάρκεια όταν δεν υπάρχει αντένδειξη. Για να αποφευχθεί η υπερκαλιαιμία πριν αρχίσει η χορήγηση α-ΜΕΑ πρέπει να διακοπεί η χρήση διουρητικών προστατευτικών της απώλειας καλίου καθώς και σκευασμάτων υποκατάστασης καλίου. Η έναρξη χορήγησης α-ΜΕΑ σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια που ήδη λαμβάνουν υψηλές δόσεις διουρητικών της αγκύλης (π.χ. φουροσεμίδη 80 mg ημερησίως) είναι δυνατόν να προκαλέσει έντονη υπόταση. Η προσωρινή διακοπή του διουρητικού μειώνει τον κίνδυνο της υπότασης αλλά είναι δυνατόν να προκαλέσει σοβαρό πνευμονικό οίδημα. Ως εκ τούτου στις περιπτώσεις αυτές η πρώτη δόση των α-ΜΕΑ πρέπει να είναι ιδιαίτερα χαμηλή (π.χ. 6.25 mg Καπτοπρίλης) με τον ασθενή ξαπλωμένο, κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση και με δυνατότητα θεραπείας της υπότασης. Συμπερασματικά στις περιπτώσεις αυτές ο ασθενής πρέπει να εισάγεται στο νοσοκομείο για έναρξη της χορήγησης των α-ΜΕΑ.
Έμφραγμα του μυοκαρδίου. Οι α-ΜΕΑ βελτιώνουν την πρόγνωση ασθενών με έμφραγμα του μυοκαρδίου και είτε κλινικά διαπιστωμένη αριστερή καρδιακή ανεπάρκεια είτε απλή δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας. Η θεραπεία κλινικά σταθεροποιημένων ασθενών πρέπει να ξεκινά 3-10 μέρες μετά το έμφραγμα του μυοκαρδίου.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση MeSH
Μια κατηγορία φαρμάκων των οποίων οι κύριες ενδείξεις είναι η θεραπεία της υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας. Ασκούν την αιμοδυναμική τους επίδραση κυρίως με την αναστολή του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης. Επίσης, ρυθμίζουν τη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και αυξάνουν τη σύνθεση προσταγλανδινών. Προκαλούν κυρίως αγγειοδιαστολή και ήπια νατριούρηση χωρίς να επηρεάζουν τον καρδιακό ρυθμό και τη συσταλτικότητα.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής υπέρτασης ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ, ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ); Β-ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΑΔΡΕΝΑΛΙΝΗΣ; Α-ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΑΔΡΕΝΑΛΙΝΗΣ; ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ; ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ; ΑΠΟΜΟΙΩΤΙΚΟΙ ΓΑΓΓΛΙΩΝ· και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Οδός χορήγησης
Μορφή
Scientific Profile
Φαρμακολογική Ταξινόμηση MeSH
Μια κατηγορία φαρμάκων των οποίων οι κύριες ενδείξεις είναι η θεραπεία της υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας. Ασκούν την αιμοδυναμική τους επίδραση κυρίως με την αναστολή του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης. Επίσης, ρυθμίζουν τη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και αυξάνουν τη σύνθεση προσταγλανδινών. Προκαλούν κυρίως αγγειοδιαστολή και ήπια νατριούρηση χωρίς να επηρεάζουν τον καρδιακό ρυθμό και τη συσταλτικότητα.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής υπέρτασης ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ, ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ); Β-ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΑΔΡΕΝΑΛΙΝΗΣ; Α-ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΑΔΡΕΝΑΛΙΝΗΣ; ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ; ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ; ΑΠΟΜΟΙΩΤΙΚΟΙ ΓΑΓΓΛΙΩΝ· και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.