Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ J01DH56 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

IMIPENEM, CILASTATIN + RELEBACTAM

Θεραπευτικός παράγοντας σε κλινική χρήση. Δείτε το κλινικό και φαρμακολογικό προφίλ για περισσότερες λεπτομέρειες.

Εμπορικά Ονόματα

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συνιστάται το Recarbrio να χρησιμοποιείται στη θεραπεία λοιμώξεων που οφείλονται σε αερόβιους Gram-αρνητικούς οργανισμούς σε ενήλικους ασθενείς με περιορισμένες επιλογές θεραπείας μόνο μετά από συμβουλή ιατρού με κατάλληλη εμπειρία στην αντιμετώπιση λοιμώξεων. Δοσολογία Ο Πίνακας 1 δείχνει τη συνιστώμενη ενδοφλέβια δόση για ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης (CrCl) ≥ 90 ml/min (βλ. παράγραφους 4.4 και 5.1). 2 Πίνακας 1: Συνιστώμενη ενδοφλέβια δόση για ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης (CrCl)≥ 90 ml/min12 Τύπος Λοίμωξης Δόση Recarbrio (ιμιπενέμη/ σιλαστατίνη/ ρελεμπακτάμη) Συχνότητα Χρόνος έγχυσης Διάρκεια θεραπείας Ενδονοσοκομειακή πνευμονία, 7 έως 14 ημέρες 30 λεπτά 500 mg/500 mg/250 m Κάθε συμπεριλαμβανόμενης της g 6 ώρες πνευμονίας του 2,3 αναπνευστήρα Λοιμώξεις λόγω αερόβιων Διάρκεια Gram-αρνητικών σύμφωνα με την Κάθε 500 mg/500 mg/250 m οργανισμών σε ασθενείς με 30 λεπτά εστία της g 6 ώρες περιορισμένες θεραπευτικές 4 λοίμωξης επιλογές2 1 Όπως υπολογίζεται με τη χρήση της εξίσωσης Cockcroft-Gault. 2 Για ασθενείς με HAP ή VAP με CrCl ˃ 250 ml/min, και για ασθενείς με επιπλεγμένες ενδοκοιλιακές λοιμώξεις (cIAI) ή επιπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος (cUTI), συμπεριλαμβανομένης της πυελονεφρίτιδας με CrCl ˃ 150 ml/min, η συνιστώμενη δόση του Recarbrio μπορεί να μην επαρκεί (βλ. παράγραφο 4.4). 3 Συμπεριλαμβάνει βακτηριαιμία, σχετιζόμενη με HAP ή VAP ή για πιθανολογούμενη συσχέτιση. 4 π.χ., για cIAI και cUTI η συνιστώμενη διάρκεια θεραπείας είναι 5 έως 10 ημέρες. Η θεραπεία μπορεί να συνεχιστεί μέχρι και 14 ημέρες. Ειδικοί πληθυσμοί Νεφρική δυσλειτουργία Οι ασθενείς που έχουν CrCl μικρότερη από 90 ml/min απαιτούν μείωση της δοσολογίας του Recarbrio όπως υποδεικνύεται στον Πίνακα 2. Για ασθενείς με κυμαινόμενη νεφρική λειτουργία, η CrCl πρέπει να παρακολουθείται. Πίνακας 2: Συνιστώμενη ενδοφλέβια δόση για ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης (CrCl) <90 ml/min Συνιστώμενη δόση Recarbrio (ιμιπενέμη/ σιλαστατίνη/ ρελεμπακτάμη) (mg)† Εκτιμώμενη Κάθαρση Κρεατινίνης (ml/min)* Μικρότερη από 90 έως μεγαλύτερη ή ίση με 60 Μικρότερη από 60 έως μεγαλύτερη ή ίση με 30 Μικρότερη από 30 έως μεγαλύτερη ή ίση με 15 400/400/200 300/300/150 200/200/100 Νεφρική νόσος τελικού σταδίου (ESRD) σε 200/200/100 αιμοκάθαρση‡ * Η CrCL υπολογίζεται με τη χρήση της εξίσωσης Cockcroft-Gault. † Χορηγήστε ενδοφλεβίως για πάνω από 30 λεπτά κάθε 6 ώρες. ‡ Η χορήγηση θα πρέπει να προγραμματιστεί για να ακολουθήσει την αιμοκάθαρση. Η ιμιπενέμη, σιλαστατίνη και ρελεμπακτάμη αποβάλλονται από την κυκλοφορία κατά την αιμοκάθαρση. Το Recarbrio παρέχεται ως ένα μόνο φιαλίδιο σε συνδυασμό σταθερής δόσης. Η δόση για κάθε συστατικό θα προσαρμόζεται εξίσου κατά την προετοιμασία (βλ. παράγραφο 6.6). Οι ασθενείς με CrCl μικρότερη από 15 ml/min δεν θα πρέπει να λαμβάνουν Recarbrio, εκτός εάν πραγματοποιηθεί αιμοκάθαρση εντός 48 ωρών. Υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες για να συνιστάται η χρήση του Recarbrio για ασθενείς που υποβάλλονται σε περιτοναϊκή αιμοκάθαρση. 3 Ηπατική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με μειωμένη ηπατική λειτουργία (βλ. παράγραφο 5.2). Ηλικιωμένοι Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για τους ηλικιωμένους ασθενείς (βλ. παράγραφο 5.2). Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ιμιπενέμης/σιλαστατίνης/ρελεμπακτάμης σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα. Τρόπος χορήγησης Ενδοφλέβια χρήση. Το Recarbrio χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση για 30 λεπτά. Το Recarbrio πρέπει να ανασυσταθεί (βλ. παραγράφους 6.2, 6.3 και 6.6) πριν από την ενδοφλέβια έγχυση.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1. Υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε άλλο αντιβακτηριακό παράγοντα καρβαπενέμης. Σοβαρή υπερευαισθησία (π.χ., αναφυλακτική αντίδραση, σοβαρή δερματική αντίδραση) σε οποιονδήποτε άλλο τύπο αντιβακτηριακού παράγοντα βήτα-λακτάμης (π.χ., πενικιλλίνες, κεφαλοσπορίνες ή μονοβακτάμες) (βλ. παράγραφο 4.4)
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας Έχουν αναφερθεί σοβαρές και περιστασιακά θανατηφόρες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλακτικές) σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με βήτα-λακτάμες (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.8). Αυτές οι αντιδράσεις είναι πιθανότερο να συμβούν σε άτομα με ιστορικό ευαισθησίας σε πολλαπλά αλλεργιογόνα. Πριν από την έναρξη της θεραπείας με Recarbrio, θα πρέπει να γίνει προσεκτική έρευνα σχετικά με προηγούμενες αντιδράσεις υπερευαισθησίας σε καρβαπενέμες, πενικιλλίνες, κεφαλοσπορίνες, άλλες βήτα-λακτάμες και άλλα αλλεργιογόνα. Εάν παρουσιαστεί αλλεργική αντίδραση στο Recarbrio, η θεραπεία με Recarbrio πρέπει να διακοπεί αμέσως. Σοβαρές αναφυλακτικές αντιδράσεις απαιτούν άμεση θεραπεία έκτακτης ανάγκης. Ηπατική λειτουργία Η ηπατική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Recarbrio λόγω του κινδύνου ηπατικής τοξικότητας (όπως αύξηση των τρανσαμινασών, ηπατική ανεπάρκεια και ηπατίτιδα κεραυνοβόλος) (βλέπε παράγραφο 4.8). Χρήση σε ασθενείς με ηπατική νόσο: οι ασθενείς με προϋπάρχουσες ηπατικές διαταραχές θα πρέπει να παρακολουθούν τη λειτουργία του ήπατος κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Recarbrio. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης (βλ. παράγραφο 4.2). 4 Κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ) Οι ανεπιθύμητες ενέργειες του ΚΝΣ, όπως επιληπτικές κρίσεις, συγχυτικές καταστάσεις, και μυοκλωνική δραστηριότητα, έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ιμιπενέμη/σιλαστατίνη, συστατικά του Recarbrio, ειδικά όταν έχει γίνει υπέρβαση των συνιστώμενων δόσεων της ιμιπενέμης. Αυτές οι αντιδράσεις έχουν αναφερθεί πιο συχνά σε ασθενείς με διαταραχές του ΚΝΣ (π.χ. εγκεφαλικές βλάβες ή ιστορικό επιληπτικών κρίσεων) ή/και σε διαταραγμένη νεφρική λειτουργία. Αυξημένο ενδεχόμενο επιληπτικών κρίσεων λόγω αλληλεπίδρασης με βαλπροϊκό οξύ Η ταυτόχρονη χρήση του Recarbrio και του βαλπροϊκού οξέος/ βαλπροϊκό νάτριο (divalproex sodium) δεν συνιστάται. Τα αντιβακτηριακά, εκτός από τις καρβαπενέμες, θα πρέπει να θεωρούνται ότι αντιμετωπίζουν λοιμώξεις σε ασθενείς των οποίων οι επιληπτικές κρίσεις είναι καλά ελεγχόμενες με βαλπροϊκό οξύ ή με βαλπροϊκό νατρίο (divalproex sodium). Εάν είναι απαραίτητη η χορήγηση του Recarbrio, θα πρέπει να εξετάζεται η συμπληρωματική αντισπασμωδική θεραπεία (βλ.παράγραφο 4.5). Διάρροια σχετιζόμενη με το Clostridium difficile (CDAD) Έχει αναφερθεί διάρροια σχετιζόμενη με το Clostridium difficile (CDAD) με το Recarbrio. Η CDAD μπορεί να κυμαίνεται σε σοβαρότητα από ήπια διάρροια έως θανατηφόρα κολίτιδα. Η CDAD πρέπει να εξετάζεται σε όλους τους ασθενείς που παρουσιάζουν διάρροια κατά τη διάρκεια ή μετά τη χορήγηση του Recarbrio (βλ. παράγραφο 4.8). Προσεκτικό ιατρικό ιστορικό είναι απαραίτητο, δεδομένου ότι η CDAD έχει αναφερθεί να εμφανίζεται πάνω από δύο μήνες μετά τη χορήγηση των αντιβακτηριακών παραγόντων. Εάν υπάρχει υποψία ή επιβεβαιωμένη CDAD, θα πρέπει να εξετάζεται η διακοπή της θεραπείας με Recarbrio και η χορήγηση ειδικής αγωγής για το C. difficile. Δεν πρέπει να δίνονται φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν τον περισταλτισμό. Ασθενείς με CrCl ≥ 150 ml/min Με βάση φαρμακοκινητικές-φαρμακοδυναμικές αναλύσεις, η δόση του Recarbrio που συνιστάται για ασθενείς με CrCl ≥ 90 ml/min μπορεί να μην επαρκεί για τη θεραπεία ασθενών με HAP ή VAP και CrCl≥ 250 ml/min, ή ασθενείς με cIAI ή cUTI και CrCl > 150 ml/min. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η χρήση εναλλακτικών θεραπειών για αυτούς τους ασθενείς. Νεφρική δυσλειτουργία Συνιστάται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ.παράγραφο 4.2). Υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες για να συνιστάται η χρήση Recarbrio για ασθενείς που υποβάλονται σε περιτοναϊκή αιμοκάθαρση. Περιορισμοί των κλινικών δεδομένων Οι ασθενείς που ήταν ανοσοκατεσταλμένοι, συμπεριλαμβανομένων εκείνων με ουδετεροπενία, εξαιρέθηκαν από τις κλινικές δοκιμές. Ενδονοσοκομειακή πνευμονία, συμπεριλαμβανομένης της πνευμονίας σχετιζόμενης με τον αναπνευστήρα Σε μία μόνο μελέτη ενδονοσοκομειακής πνευμονίας, συμπεριλαμβανομένης της πνευμονίας που σχετίζεται με τον αναπνευστήρα, το 6,2% (33/535) των ασθενών είχαν βακτηριαιμία κατά την έναρξη της θεραπείας. 5 Ασθενείς με περιορισμένες θεραπευτικές επιλογές Η χρήση του Recarbrio για τη θεραπεία ασθενών με λοιμώξεις που οφείλονται σε αερόβιους Gramαρνητικούς οργανισμούς οι οποίοι έχουν περιορισμένες θεραπευτικές επιλογές βασίζεται στην εμπειρία με την ιμιπενέμη/σιλαστατίνη, την φαρμακοκινητική-φαρμακοδυναμική ανάλυση για την ιμιπενέμη/σιλαστατίνη/ρελεμπακτάμη και στα περιορισμένα δεδομένα από μια τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη στην οποία 21 αξιολογήσιμοι ασθενείς έλαβαν θεραπεία με Recarbrio και 10 αξιολογήσιμοι ασθενείς έλαβαν θεραπεία με κολιστίνη και ιμιπενέμη/σιλαστατίνη για λοιμώξεις που προκλήθηκαν από μη ευαίσθητους οργανισμούς στην ιμιπενέμη. Περιορισμοί του φάσματος της αντιβακτηριακής δραστηριότητας Η ιμιπενέμη δεν έχει δράση ενάντια στον ανθεκτικό στη μεθικιλλίνη Staphylococcus aureus (MRSA) και Staphylococcus epidermidis (MRSE) ή ενάντια στον Enterococcus faecium. Θα πρέπει να χρησιμοποιούνται εναλλακτικοί ή πρόσθετοι αντιβακτηριακοί παράγοντες όταν αυτά τα παθογόνα είναι γνωστά ή ύποπτα ότι συμβάλλουν στη διαδικασία λοίμωξης. Το ανασταλτικό φάσμα της ρελεμπακτάμης περιλαμβάνει βήτα-λακταμάσες κλάσης Α (όπως ESBLs και KPC) και κλάσης C βήτα-λακταμάσες, συμπεριλαμβανομένης της PDC. Η ρελεμπακτάμη δεν αναστέλλει της κλάσης D καρβαπεμενάσες, όπως OXA-48 ή κλάσης Β μεταλλο-βήτα-λακταμάσες όπως NDM και VIM (βλ. παράγραφο 5.1). Μη ευαίσθητοι οργανισμοί Η χρήση της ιμιπενέμης/σιλαστατίνης/ρελεμπακτάμης μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την υπερβολική ανάπτυξη μη ευαίσθητων οργανισμών, οι οποίοι ενδέχεται να απαιτούν διακοπή της θεραπείας ή άλλα κατάλληλα μέτρα. Ορομετατροπή δοκιμασίας αντισφαιρίνης (δοκιμασία Coombs) Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ιμιπενέμη/σιλαστατίνη/ρελεμπακτάμη μπορεί να αναπτυχθεί μια θετική άμεση ή έμμεση δοκιμασία Coombs (βλ. παράγραφο 4.8). Δίαιτα ελεγχόμενη νατρίου Κάθε φιαλίδιο περιέχει συνολικά 37,5 mg νατρίου (1,6 mmol), που ισοδυναμεί με το 1,9% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ (Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας) μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης των 2 g νατρίου για έναν ενήλικα. Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τη χορήγηση του Recarbrio σε ασθενείς που βρίσκονται σε δίαιτα ελεγχόμενη νατρίου.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Γκανσικλοβίρη Έχουν αναφερθεί γενικευμένες επιληπτικές κρίσεις σε ασθενείς που έλαβαν γκανσικλοβίρη ταυτόχρονα με την ιμιπενέμη/σιλαστατίνη, συστατικό του Recarbrio. Η γκανσικλοβίρη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με το Recarbrio, εκτός αν τα πιθανά οφέλη υπερτερούν των κινδύνων. Βαλπροϊκό οξύ Οι αναφορές περιπτώσεων στη βιβλιογραφία έδειξαν ότι η συγχορήγηση των καρβαπενέμων, συμπεριλαμβανομένης της ιμιπενέμης/σιλαστατίνης (συστατικα του Recarbrio), σε ασθενείς που λαμβάνουν βαλπροϊκό οξύ ή βαλπροϊκό νάτριο έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των συγκεντρώσεων βαλπροϊκού οξέος. Οι συγκεντρώσεις βαλπροϊκού οξέος μπορεί να πέσουν κάτω από το θεραπευτικό εύρος ως αποτέλεσμα αυτής της αλληλεπίδρασης, αυξάνοντας έτσι τον κίνδυνο παροξυσμών. Αν και ο μηχανισμός αυτής της αλληλεπίδρασης είναι άγνωστος, τα δεδομένα από μελέτες in vitro και μελέτες σε ζώα υποδηλώνουν ότι οι καρβαπενέμες μπορεί να αναστέλλουν την υδρόλυση του γλυκουρονικού μεταβολίτη του βαλπροϊκού οξέος (VPA-g) πίσω σε βαλπροϊκό οξύ, μειώνοντας έτσι 6 τις συγκεντρώσεις του βαλπροϊκού οξέος στον ορό. Η ταυτόχρονη χρήση του Recarbrio και του βαλπροϊκού οξέος/βαλπροϊκού νατρίο νατρίου δεν συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.4). Από του στόματος χορηγούμενα αντιπηκτικά Ταυτόχρονη χορήγηση αντιβακτηριακών παραγόντων με βαρφαρίνη μπορεί να αυξήσει τις αντιπηκτικές της επιδράσεις. Συνιστάται να παρακολουθείται το INR (διεθνής ομαλοποιημένη σχέση) κατά περίπτωση κατά τη διάρκεια και λίγο μετά τη συγχορήγηση αντιβιοτικών με από του στόματος χορηγούμενα αντιπηκτικά φαρμακευτικά προϊόντα. Κλινικές μελέτες αλληλεπίδρασης με φάρμακα Μια κλινική μελέτη αλληλεπίδρασης φαρμάκου-φαρμάκου κατέδειξε ότι η έκθεση ιμιπενέμης και ρελεμπακτάμης δεν αυξάνεται κατά κλινικά σημαντικό βαθμό όταν το Recarbrio συγχορηγείται με τον πρωτότυπο OAT αναστολέα προβενεσίδη, υποδεικνύοντας έλλειψη κλινικά σημαντικής αλληλεπιδράσης φαρμάκου-φαρμακου με μεσολάβηση OAT. Η ταυτόχρονη χορήγηση της ιμιπενέμης/σιλαστατίνης και προβενεσίδης αύξησε το επίπεδο στο πλάσμα και τον χρόνο ημίσειας ζωής της σιλαστατίνης, αλλά όχι σε κλινικά σημαντική έκταση. Επομένως, το Recarbrio μπορεί να χορηγηθεί ταυτόχρονα με αναστολείς OAT.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Περίληψη του προφίλ ασφαλείας Η συχνότερα εμφανιζόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια (≥ 2%) σε ασθενείς που λάμβαναν ιμιπενέμη/σιλαστατίνη συν ρελεμπακτάμη σε συγκεντρωτικές δοκιμές Φάσης 2 επιπλεγμένων ενδοκοιλιακών λοιμώξεων (cIAI) και επιπλεγμένων λοιμώξεων του ουροποιητικού συστήματος (cUTI), συμπεριλαμβανομένης της πυελονεφρίτιδας (N = 431) ήταν: διάρροια. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες (≥ 2%) σε ασθενείς που έλαβαν Recarbrio σε μια δοκιμή Φάσης 3 για HAP ή για VAP (N = 266) ήταν διάρροια, αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης και ασπαρτική αμινοτρανσφεράση αυξημένη. Περίληψη των ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια των κλινικών δοκιμών Φάσης 2 (ιμιπενέμη/σιλαστατίνη και ρελεμπακτάμη που συμπεριλάμβαναν 431 ασθενείς) και Φάσης 3 (Recarbrio που συμπεριλάμβανε 266 ασθενείς) με ιμιπενέμη/σιλαστατίνη σε κλινικές μελέτες ή κατά την εμπειρία μετά την κυκλοφορία με ιμιπενέμη/σιλαστατίνη (βλ. Πίνακα 3) Οι ανεπιθύμητες ενέργειες κατηγοριοποιούνται ανά Kατηγορία Oργανικό Σύστημα MEdDRA και ανά συχνότητα. Οι κατηγορίες συχνότητας ορίζονται ως: Πολύ συχνές (≥ 1/10), Συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι Συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), Σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), Πολύ σπάνιες (< 1/10.000) και Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Πίνακας 3: Συχνότητα ανεπιθύμητων αντιδράσεων ανά κατηγορία οργανικού συστήματος Κατηγορία Οργανικού Συστήματος Συχνές Όχι συχνές Σπάνιες Κολίτιδα ψευδομεμβρανώδης* Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Πολύ Σπάνιες Γαστρεντερίτιδα* Καντιντίαση* * Πανκυτταροπενία Ουδετεροπενία* Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Αιμολυτική αναιμία* Λευκοπενία* Ηωσινοφιλία* Ακοκκιοκυτταραιμία* Θρομβοπενία* Θρομβοκυττάρωση * Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Αναφυλακτικές αντιδράσεις * 8 Καταστολή του μυελού των οστών* Mη γνωστές Κατηγορία Οργανικού Συστήματος Συχνές Όχι συχνές Σπάνιες Πολύ Σπάνιες Mη γνωστές Σπασμοί* Διαταραχές του νευρικού συστήματος Ψευδαισθήσεις* Εγκεφαλοπάθεια* Συγχυτικές καταστάσεις* Παραισθησία* Επιδείνωση της μυασθένειας gravis* * Εστιακός τρόμος Μυοκλονική δραστηριότητα* * Διαταραχές της γεύσης Κεφαλαλγία* Διέγερση* Δυσκινησία* Ζάλη* Υπνηλία* Ίλιγγος* Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου Απώλεια ακοής* Εμβοές* Κυάνωση* Καρδιακές διαταραχές Ταχυκαρδία* Αίσθημα παλμών* Αγγειακές διαταραχές Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου Θρομβοφλεβίτι δα* Υπόταση* Έξαψη* Δύσπνοια* Υπεραερισμός* Φαρυγγικό άλγος* Aιμορραγική κολίτιδα* Kοιλιακό άλγος* Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος Διάρροια†* Χρωματισμός των δοντιών και/ή της γλώσσας* Ναυτία†* Έμετος†* Οπισθοστερνικός καύσος* Γλωσσίτιδα* Υπερτροφία των θηλών της γλώσσας* Αυξημένη σιελόρροια* Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Αμινοτρανσφε ράση της αλανίνης αυξημένη†* Ηπατική ανεπάρκεια* * Ασπαρτική αμινοτρανσφερ άση αυξημένη†* Ηπατίτιδα 9 Ηπατίτιδα Κεραυνοβόλος * Ίκτερος* Κατηγορία Οργανικού Συστήματος Συχνές Όχι συχνές Σπάνιες Πολύ Σπάνιες Mη γνωστές Τοξική επιδερμική νεκρόλυση* Αγγειοοίδημα* Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Κνίδωση* Εξάνθημα (π.χ. εξανθηματικό)* Υπεριδρωσία* Σύνδρομο Stevens- Κνησμός* Johnson* Αλλαγές στην υφή του δέρματος* Πολύμορφο ερύθημα* Αποφολιδωτική δερματίτιδα* Πολυαρθραλγία* Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Πόνος θωρακικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης* Oξεία νεφρική ανεπάρκεια* Oλιγουρία/ανουρία* Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Πολυουρία* Αυξήσεις της κρεατινίνης ορού* Δυσχρωματισμός των ούρων (ακίνδυνο και δεν πρέπει να συγχέεται με αιματουρία)* Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Kνησμός αιδοίου* Πυρετός* Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Θωρακική δυσφορία* Tοπικό άλγος και σκλήρυνση στο σημείο της ένεσης* Δοκιμασία Coombs θετική* Εξασθένηση/αδυναμί α* Παρατεταμένο χρόνο προθρομβίνης* Παρακλινικές εξετάσεις Αυξήσεις της αλκαλικής φωσφατάσης στον ορό Αιμοσφαιρίνη Μειωμένη* Γαλακτική αφυδρογονάσ η αίματος αυξημένη* Αυξήσεις της χολερυθρίνης στον ορό* Αυξήσεις του αζώτου ουρίας αίματος* * που αναφέρθηκαν με την ιμιπενέμη/σιλαστατίνη σε κλινικές μελέτες ή κατά την εμπειρία μετά την κυκλοφορία με ιμιπενέμη/σιλαστατίνη. †που αναφέρθηκαν με την ιμιπενέμη/σιλαστατίνη και ρελεμπακτάμη σε μελέτες Φάσης 2 (N = 431) και σε Φάσης 3 (N = 266) 10 Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Kύηση Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες για τη χρήση της ιμιπενέμης, σιλαστατίνης ή ρελεμπακτάμης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα με ιμιπενέμη/σιλαστατίνη κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα σε πιθήκους (βλ. παράγραφο 5.3). Ο πιθανός κίνδυνος για τους ανθρώπους είναι άγνωστος. Οι μελέτες σε ζώα με ρελεμπακτάμη δεν υποδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις σε σχέση με την αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Το Recarbrio θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο εάν το δυνητικό όφελος δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο. Θηλασμός Η ιμιπενέμη και η σιλαστατίνη απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα σε μικρές ποσότητες. Δεν είναι γνωστό εάν η ρελεμπακτάμη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Τα διαθέσιμα δεδομένα σε ζώα έχουν δείξει ότι η ρελεμπακτάμη απεκκρίνεται στο γάλα των αρουραίων (για λεπτομέρειες βλ. παράγραφο 5.3). Ο κίνδυνος στα νεογέννητα/βρέφη που θηλάζουν δεν μπορεί να αποκλειστεί. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί η θεραπεία με Recarbrio, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα. Γονιμότητα Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τον άνθρωπο σχετικά με πιθανές επιδράσεις της ιμιπενέμης/σιλαστατίνης ή της θεραπείας με ρελεμπακτάμη στην ανδρική ή γυναικεία γονιμότητα. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν επιβλαβείς επιδράσεις της ιμιπενέμης/σιλαστατίνης ή της ρελεμπακτάμης στη γονιμότητα (βλ. παράγραφο 5.3). 7
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Aντιβακτηριακά για συστηματική χρήση, καρβαπενέμες, κωδικός ATC: J01DH56 Μηχανισμός δράσης Η βακτηριοκτόνος δράση της ιμιπενέμης προκύπτει από την αναστολή των πρωτεϊνών σύνδεσης πενικιλλίνης (PBPs) που οδηγούν σε αναστολή της σύνθεσης κυτταρικών τοιχωμάτων της πεπτιδογλυκάνης. Η σιλαστατίνη περιορίζει τον νεφρικό μεταβολισμό της ιμιπενέμης και δεν έχει αντιβακτηριακή δράση. Η ρελεμπακτάμη είναι ένας μη βητα αναστολέας λακτάμης των Ambler κλάσης A και C βήταλακταμασών, συμπεριλαμβανομένων της κλάσης Α Klebsiella pneumoniae καρβαπενεμάσης (KPC) και των ευρέος-φάσματος β- λακταμασών (ESBLs), και κατηγορίας C (AmpC-τύπου) βήταλακταμάσες, συμπεριλαμβανόμενης της Κεφαλοσπορινάσης που προέρχεται από Ψευδομονάδα (PDC). Η ρελεμπακτάμη δεν αναστέλλει τα ένζυμα κλάσης Β (μετάλλο-βήτα-λακταμάσες) ή τις καρβαπεμενάσες κλάσης D. Η ρελεμπακτάμη δεν έχει αντιβακτηριακή δράση. Αντοχή Οι μηχανισμοί αντοχής σε Gram-αρνητικά βακτήρια που είναι γνωστό ότι επηρεάζουν την ιμιπενέμη/ρελεμπακτάμη περιλαμβάνουν την παραγωγή μεταλό-βήτα-λακταμάσων ή οξακιλλινασών με δράση καρβαπεμενέσης. Η έκφραση ορισμένων αλληλόμορφων της βήτα-λακταμάσης κλάσης Α Guiana ευρέως φάσματος βήτα-λακταμάση (GES) και υπερέκφραση του PDC σε συνδυασμό με την απώλεια της πορίνης εισαγωγής OprD της ιμιπενέμης μπορεί να προσδώσει αντοχή στην ιμιπενέμη/ρελεμπακτάμη σε P. aeruginosa. Η έκφραση των αντλιών εκροής στην P. aeruginosa δεν επηρεάζει τη δραστικότητα είτε της ιμιπενέμης είτε της ρελεμπακτάμης. Μηχανισμοί βακτηριακής αντοχής που θα μπορούσαν να μειώσουν την αντιβακτηριακή δραστηριότητα της ιμιπενέμης/ρελεμπακτάμης στα Enterobacterales περιλαμβάνουν μεταλλάξεις πορινών που επηρεάζουν την εξωτερική διαπερατότητα της μεμβράνης. Αντιβακτηριακή δραστηριότητα σε συνδυασμό με άλλους αντιβακτηριακούς παράγοντες Οι in vitro μελέτες δεν κατέδειξαν ανταγωνισμό μεταξύ της ιμιπενέμης/ρελεμπακτάμης και της αμικασίνης, της αζιθρομυκίνης, της αζτρεονάμης, της κολιστίνης, της γενταμυκίνης, της λεβοφλοξασίνης, της λινεζολιδης, της τιγεκυκλίνης, της τομπραμυκίνης ή βανκομυκίνης. 11 Όρια δοκιμής ευαισθησίας Τα ερμηνευτικά κριτήρια των ελάχιστων ανασταλτικών συγκεντρώσεων (MIC) για τον έλεγχο ευαισθησίας καθορίστηκαν από Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δοκιµής της Ευαισθησίας σε Αντιµικροβιακούς Παράγοντες (EUCAST) για την ιμιπενέμη-ρελεμπακτάμη και παρατίθενται εδώ: https://www.ema.europa.eu/documents/other/minimum-inhibitory-concentration-micbreakpoints_en.xlsx. Φαρμακοκινητική/Φαρμακοδυναμική σχέση Ο χρόνος που οι μη δεσμευμένες συγκεντρώσεις της ιμιπενέμης στο πλάσμα υπερβαίνουν την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση ιμιπενέμης/ρελεμπακτάμης (% fT > MIC) έχει αποδειχτεί ότι συνδέεται καλύτερα με την αποτελεσματικότητα. Η αναλογία της 24ωρης μη δεσμευμένης ρελεμπακτάμης στο πλάσμα AUC προς την MIC ιμιπενέμης/ρελεμπακτάμης (fAUC / MIC) έχει προσδιοριστεί ότι είναι ο δείκτης που προβλέπει καλύτερα την αποτελεσματικότητα της ρελεμπακτάμης. Κλινική αποτελεσματικότητα έναντι συγκεκριμένων παθογόνων Η αποτελεσματικότητα έχει αποδειχθεί σε κλινικές μελέτες έναντι των παθογόνων παραγόντων που απαριθμούνται σε κάθε ένδειξη που ήταν ευαίσθητα στην ιμιπενέμη και την ρελεμπακτάμη in vitro: Ενδονοσοκομειακή πνευμονία, συμπεριλαμβανομένης της πνευμονίας σχετιζόμενης με τον αναπνευστήρα Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοί

  • Escherichia coli
  • Haemophilus influenzae
  • Klebsiella pneumoniae
  • Pseudomonas aeruginosa
  • Serratia marcescens In vitro μελέτες υποδεικνύουν ότι τα ακόλουθα παθογόνα θα ήταν ευαίσθητα στην ιμιπενέμη και την ρελεμπακτάμη ελλείψει επίκτητων μηχανισμών αντοχής: Αερόβιοι Gram-αρνητικοί μικρο-οργανισμοί
  • Acinetobacter calcoaceticus baumannii σύμπλεγμα
  • Citrobacter spp. (συμπεριλαμβανομένων C. freundii και C. koseri)
  • Enterobacter spp. (συμπεριλαμβανόμενων E. asburiae και E. cloacae)
  • Escherichia coli
  • Klebsiella spp. (συμπεριλαμβανομένων K. aerogenes, K. oxytoca και K. pneumoniae)

Pseudomonas aeruginosa

Serratia marcescens Αναερόβιοι Gram-αρνητικοί μικρο-ργανισμοί

  • Bacteroides spp. (συμπεριλαμβανόμενου του B. fragilis)
  • Fusobacterium spp. (συμπεριλαμβανόμενου του F. nucleatum και του F. necrophorum)
  • Prevotella spp. (συμπεριλαμβανόμενου του P. melaninogenica, P. bivia, και P. buccae) Gram-θετικοί αερόβιοι μικροοργανισμοί

Enterococcus faecalis Staphylococcus aureus (μόνο ευαίσθητα στη methicillin στελέχη) Viridans group streptococci (συμπεριλαμβανόμενου του S. anginosus και του S. constellatus) In vitro μελέτες υποδεικνύουν ότι τα ακόλουθα είδη δεν είναι ευαίσθητα στην ιμιπενέμη και ρελεμπακτάμη: 12 Gram-αρνητικοί αερόβιοι μικρο-οργανισμοί

  • Legionella spp.
  • Stenotrophomonas maltophilia Παιδιατρικός πληθυσμός Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Recarbrio σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στη θεραπεία των Gram-αρνητικών βακτηριακών λοιμώξεων (βλ. παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Φαρμακοκινητική
Γενική εισαγωγή Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι σταθεροποιημένης κατάστασης της ιμιπενέμης, σιλαστατίνης και ρελεμπακτάμης σε υγιείς ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (CrCl 90 ml/min ή μεγαλύτερη) μετά από πολλαπλές ενδοφλέβιες εγχύσεις 30 λεπτών 500 mg ιμιπενέμης/500 mg σιλαστατίνης + 250 mg ρελεμπακτάμης που χορηγούνται κάθε 6 ώρες συνοψίζονται στον Πίνακα 4. Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι σταθεροποιημένης κατάστασης της ιμιπενέμης και της ρελεμπακτάμης σε ασθενείς με cIAI ή cUTI και HAP ή VAP με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (90 ml/min ≤ CrCl < 150 ml/min) μετά από πολλαπλές ενδοφλέβιες εγχύσεις 30 λεπτών 500 mg ιμιπενέμης/500 mg σιλαστατίνης + 250 mg ρελεμπακτάμης που χορηγούνται κάθε 6 ώρες συνοψίζονται στους Πίνακες 5 και 6, αντίστοιχα. Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι ήταν παρόμοιες για τη χορήγηση εφάπαξ και πολλαπλής δόσης λόγω της ελάχιστης συσσώρευσης. Η Cmax και η AUC της ιμιπενέμης, σιλαστατίνης και ρελεμπακτάμης αυξάνονται αναλογικά με τη δόση. Η ημίσεια ζωή αποβολής (t1/2) της ιμιπενέμης, σιλαστατίνης και ρελεμπακτάμης είναι ανεξάρτητη της δόσης. Πίνακας 4: Γεωμετρικός μέσος όρος σταθεροποιημένης κατάστασης (% γεωμετρικός συντελεστής της διακύμανσης) φαρμακοκινητικών παραμέτρων στο πλάσμα της ιμιπενέμης, σιλαστατίνης και ρελεμπακτάμης μετά από πολλαπλές ενδοφλέβιες εγχύσεις 30 λεπτών 500 mg ιμιπενέμης/500 mg σιλαστατίνης + 250 mg ρελεμπακτάμης ανά 6 ώρες σε υγιείς ενήλικες Ρελεμπακτάμη Ιμιπενέμη (n=6) Σιλαστατίνη (n=6) AUC 0 - 6 hr (μM-hr) 138,0 (17,8) 98,0 (17,0) 81,6 (17,8) C max (μM) 106, (26,8) 96,4 (21,8) 48,3 (24,9) CL (L/hr) 12,0 (17,8) 14,2 (17,0) 8,8 (17,8) t 1/2 (hr)* 1,1 (±0,1) 1,0 (±0,1) 1,7 (±0,2) (n=6) Αριθμητικός μέσος (τυπική απόκλιση) που αναφέρθηκε για t 1/2 AUC 0 - 6 hr = περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης χρόνου από 0 έως 6 ώρες. C max = μέγιστη συγκέντρωση. CL = κάθαρση πλάσματος. t 1/2= χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής 13 Πίνακας 5: Πληθυσμός μοντέλου φαρμακοκινητικής βασισμένου στο γεωμετρικό μέσο όρο σε σταθεροποιημένη κατάσταση (% γεωμετρικός συντελεστής της διακύμανσης) φαρμακοκινητικών παραμέτρων πλάσματος της ιμιπενέμης και ρελεμπακτάμης μετά από πολλαπλές ενδοφλέβιες εγχύσεις 30 λεπτών Recarbrio (500 mg ιμιπενέμη/500 mg σιλαστατίνη/250 mg ρελεμπακτάμη) ανά 6 ώρες σε ασθενείς με cIAI η cUTI με CrCl 90 ml/min ή μεγαλύτερη Ιμιπενέμη Ρελεμπακτάμη AUC 0 - 24 hr (µM-hr) 500,0 (56,3) 390,5 (44,5) C max (µM) 88,9 (62,1) 58,5 (44,9) CL (L/hr) 13,4 (56,3) 7,4 (44,5) t 1/2 (hr) 1,0 (±0,5) 1,2 (±0,7) **Αριθμητικός μέσος (τυπική απόκλιση) που αναφέρθηκε για t 1/2 AUC 0 - 24 hr = περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης χρόνου από 0 έως 24 ώρες. Cmax = μέγιστη συγκέντρωση. CL = κάθαρση πλάσματος. t 1/2= χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής Πίνακας 6: Φαρμακοκινητικό μοντέλο πληθυσμού με βάση γεωμετρικό μέσο όρο σε σταθεροποιημένη κατάσταση (% γεωμετρικός συντελεστής διακύμανσης) φαρμακοκινητικών παραμέτρων πλάσματος της ιμιπενέμης και της ρελεμπακτάμης μετά από πολλαπλές ενδοφλέβιες εγχύσεις 30 λεπτών Recarbrio (500 mg ιμιπενέμης/500 mg σιλαστατίνης + 250 mg ρελεμπακτάμης) κάθε 6 ώρες σε ασθενείς με HAP ή με VAP με CrCl 90 ml/min ή μεγαλύτερη Ιμιπενέμη Ρελεμπακτάμη AUC0 - 24hr (µM-hr) 812.2 (59.4) 655.2 (47.9) Cmax (µM) 159.1 (62.3) 87.6 (43.8) CL (L/hr) 8.2 (59.4) 4.4 (47.9) AUC0 - 24hr=περιοχή κάτω από την καμπύλη χρόνου συγκέντρωσης από 0 έως 24 ώρες,·Cmax=μέγιστη συγκέντρωση, CL=κάθαρση πλάσματος Κατανομή Η δέσμευση της ιμιπενέμης και της σιλαστατίνης στις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος είναι περίπου 20% και 40%, αντίστοιχα. Η σύνδεση της ρελεμπακτάμης με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος είναι περίπου 22% και είναι ανεξάρτητη από τη συγκέντρωση. Ο όγκος κατανομής σε σταθεροποιημένη κατάσταση της ιμιπενέμης, σιλαστατίνης και ρελεμπακτάμης είναι 24,3 L, 13,8 L, και 19,0 L αντίστοιχα, σε ασθενείς μετά από πολλαπλές δόσεις που εγχύονται για 30 λεπτά κάθε 6 ώρες. Η διείσδυση στο υγρό της πνευμονικής επιθηλιακής επένδυσης (ELF) εκφρασμένο ως ο συνολικός λόγος έκθεσης στο ELF προς μη δεσμευμένο πλάσμα ποσοστό ήταν 55% και 54% για την ιμιπενέμη και την ρελεμπακτάμη, αντίστοιχα. Βιομετασχηματισμός Η ιμιπενέμη, όταν χορηγείται μόνη της, μεταβολίζεται στα νεφρά από την δεϋδροπεπτιδάση-I, με αποτέλεσμα τα χαμηλά επίπεδα της ιμιπενέμης (μέσος όρος του 15-20% της δόσης) να ανακτώνται στα ανθρώπινα ούρα. Η σιλαστατίνη, ένας αναστολέας αυτού του ενζύμου, αποτρέπει αποτελεσματικά το μεταβολισμό μέσω των νεφρών έτσι ώστε όταν χορηγούνται ταυτόχρονα ιμιπενέμη και σιλαστατίνη, να επιτυγχάνονται επαρκή επίπεδα ιμιπενέμης (περίπου το 70% της δόσης) στα ούρα για να καταστεί δυνατή η αντιβακτηριδιακή δράση. Η σιλαστατίνη αποβάλλεται κυρίως στα ούρα ως αμετάβλητο αρχικό φάρμακο (περίπου 70-80% της δόσης), με 10% της δόσης να ανακτάται ως ένας N-ακετυλομεταβολίτης, ο οποίος έχει ανασταλτική δράση κατά της δεϋδροπεπτιδάση-I, συγκρίσιμης με το αρχικό φαρμακευτικό προϊόν. 14 Η ρελεμπακτάμη αποβάλλεται κυρίως μέσω της νεφρικής αποβολής ως αμετάβλητο αρχικό φαρμάκο (μεγαλύτερο από το 90% της δόσης) και μεταβολίζεται ελάχιστα. Η αμετάβλητη ρελεμπακτάμη ήταν το μόνο συστατικό σχετικό με το φάρμακο που ανιχνεύθηκε στο ανθρώπινο πλάσμα. Αποβολή Η ιμιπενέμη, σιλαστατίνη και ρελεμπακτάμη απεκκρίνονται κυρίως από τους νεφρούς. Μετά από χορήγηση πολλαπλής δόσης 500 mg ιμιπενέμης, 500 mg σιλαστατίνης, και 250 mg ρελεμπακτάμης σε υγιή αρσενικά άτομα, περίπου το 63% της χορηγούμενης δόσης ιμιπενέμης, και 77% της χορηγούμενης δόσης σιλαστατίνης ανακτώνται ως αμετάβλητο αρχικό συστατικό στα ούρα. Η νεφρική απέκκριση της ιμιπενέμης και της σιλαστατίνης περιλαμβάνει τόσο σπειραματική διήθηση όσο και ενεργή σωληναριακή έκκριση. Μεγαλύτερο από το 90% της χορηγούμενης δόσης ρελεμπακτάμης απεκκρίθηκε αμετάβλητο στα ανθρώπινα ούρα. Η μέση νεφρική κάθαρση για τη ρελεμπακτάμη είναι 135 ml/min, κοντά στην κάθαρση του πλάσματος (148 ml/min), υποδεικνύοντας σχεδόν πλήρη αποβολή της ρελεμπακτάμης από τη νεφρική οδό. Η μη δεσμευμένη νεφρική κάθαρση της ρελεμπακτάμης είναι μεγαλύτερη από το ρυθμό σπειραματικής διήθησης, υποδεικνύοντας ότι εκτός από τη σπειραματική διήθηση, η ενεργός σωληναριακή έκκριση εμπλέκεται στη νεφρική αποβολή, που αντιπροσώπευε το ~ 30% της συνολικής κάθαρσης. Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα Η φαρμακοκινητική της ρελεμπακτάμης είναι γραμμική σε σχέση με το εύρος δόσεων των 25 mg έως 1150 mg που μελετήθηκε για μία εφάπαξ ενδοφλέβια χορήγηση και 50 mg έως 625 mg που μελετήθηκε για πολλαπλή ενδοφλέβια χορήγηση κάθε 6 ώρες έως και 7 ημέρες. Παρατηρήθηκε ελάχιστη συσσώρευση ιμιπενέμης, σιλαστατίνης ή ρελεμπακτάμης μετά από πολλαπλές ενδοφλέβιες εγχύσεις ρελεμπακτάμης 30 λεπτών (50 έως 625 mg) συγχορηγούμενα με 500 mg ιμιπενέμη/500 mg σιλαστατίνης κάθε 6 ώρες έως 7 ημέρες σε υγιή ενήλικα αρσενικά με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Ενζυμα που μεταβολίζουν το φαρμάκο Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες αξιολόγησης της πιθανότητας να αλληλεπιδράσει η ιμιπενέμη ή η σιλαστατίνη με CYP450 ένζυμα. Η ρελεμπακτάμη σε κλινικά συναφείς συγκεντρώσεις δεν αναστέλλει τα CYP1A2, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9, CYP2C19, CYP2D6, ή CYP3A4 in vitro σε ανθρώπινα ηπατικά μικροσώματα. Η ρελεμπακτάμη δεν έδειξε καμία πιθανότητα για in vitro επαγωγή των CYP1A2, CYP2B6 και CYP3A4 σε ανθρώπινα ηπατοκύτταρα. Έτσι η ρελεμπακτάμη είναι απίθανο να προκαλέσει κλινικές φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις μέσω των οδών με διαμεσολάβηση CYP. Η κάθαρση της ιμιπενέμης, σιλαστατίνης και ρελεμπακτάμης γίνεται κυρίως μέσω νεφρικής αποβολής αμετάβλητη, με το μεταβολισμό ως μικρή οδό αποβολής. Έτσι, το Recarbrio είναι απίθανο να υπόκειται σε αλληλεπιδράσεις φαρμάκου-φαρμάκου όταν συγχορηγείται με αναστολείς ή επαγωγείς CYP. Μεταφορείς μεμβρανών Η ρελεμπακτάμη δεν αναστέλλει τους ακόλουθους ηπατικούς και νεφρικούς μεταφορείς in vitro σε κλινικά συναφείς συγκεντρώσεις: OATP1B1, OATP1B3, OAT1, OAT3, OCT2, P-gp, BCRP, MATE1, MATE2K ή BSEP. Η ρελεμπακτάμη απεκκρίνεται ενεργά στα ούρα. Δεν είναι υπόστρωμα των OAT1, OCT2, P-gp, BCRP, MRP2, ή MRP4 μεταφορέων, αλλά είναι ένα υπόστρωμα των μεταφορέων OAT3, OAT4, MATE1 και MATE2K. Η ενεργός σωληναριακή έκκριση αντιστοιχεί μόνο στο 30% περίπου της συνολικής κάθαρσης της ρελεμπακτάμης, έτσι, η έκταση της αλληλεπίδρασης φαρμάκου-φαρμάκου 15 λόγω αναστολής των σωληναριακών μεταφορέων αναμένεται να έχει ελάχιστη κλινική σημασία, η οποία επιβεβαιώθηκε με μια κλινική μελέτη αλληλεπίδρασης φαρμάκου -φαρμάκου με προβενεσίδη και Recarbrio (βλ. παράγραφο 4.5). Ειδικοί πληθυσμοί Νεφρική δυσλειτουργία Σε μια κλινική φαρμακοκινητική μελέτη και φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού, παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στην έκθεση (AUC) για την ιμιπενέμη, σιλαστατίνη και ρελεμπακτάμη με βάση την έκταση της νεφρικής δυσλειτουργίας. Στην κλινική μελέτη, ο γεωμετρικός μέσος όρος AUC της ιμιπενέμης ήταν έως 1,4 φορές, 1,5 φορές και 2,5 φορές υψηλότερος σε ασθενείς με ήπια, μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, αντίστοιχα, σε σύγκριση με υγιή άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Ο αντίστοιχος γεωμετρικος μέσος όρος των AUC της σιλαστατίνης ήταν μέχρι 1,6 φορές, 1,9 φορές και 5,6 φορές ηψηλότερος. Ο γεωμετρικος μέσος όρος των AUC της ρελεμπακτάμης ήταν μέχρι 1,6 φορές, 2,2 φορές, και 4,9 φορές υψηλότερος σε ασθενείς με ήπια, μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, αντίστοιχα, σε σύγκριση με υγιή άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Σε ασθενείς με Νεφρική Νόσο Τελικού Σταδίου (ESRD) σε αιμοκάθαρση, η ιμιπενέμη, σιλαστατίνη και ρελεμπακτάμη απομακρύνονται αποτελεσματικά με αιμοκάθαρση. Για τη διατήρηση συστημικών εκθέσεων παρόμοιων με ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, συνιστάται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Οι ασθενείς ESRD που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση θα πρέπει να λαμβάνουν Recarbrio μετά από τη συνεδρία αιμοκάθαρσης (βλ. παράγραφο 4.2). Ηπατική δυσλειτουργία Η κάθαρση της ιμιπενέμης, σιλαστατίνης και ρελεμπακτάμης γίνεται κυρίως μέσω της νεφρικής οδού. Επομένως, η ηπατική δυσλειτουργία δεν είναι πιθανό να έχει επίδραση στις εκθέσεις σε Recarbrio (βλ. παράγραφο 4.2). Ηλικιωμένοι/γένος Σε μια μελέτη ηλικιωμένων/φύλου και σε φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στην έκθεση (AUC) για την ιμιπενέμη, σιλαστατίνη και ρελεμπακτάμη με βάση την ηλικία ή το φύλο, εκτός από την επίδραση της νεφρικής λειτουργίας (βλ. παράγραφο 4.2). Φυλή Μόνο ένας περιορισμένος αριθμός μη λευκών ασθενών συμπεριλήφθηκε στις κλινικές μελέτες, αλλά δεν αναμένεται σημαντική επίδραση της φυλής στην φαρμακοκινητική της ιμιπενέμης, σιλαστατίνης και ρελεμπακτάμης.

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Οδός χορήγησης

parenteral

Μορφή

injectable

Σκευάσματα σε κυκλοφορία

1
science