IMIPENEM, CILASTATIN + RELEBACTAM
Θεραπευτικός παράγοντας σε κλινική χρήση. Δείτε το κλινικό και φαρμακολογικό προφίλ για περισσότερες λεπτομέρειες.
Εμπορικά Ονόματα
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Aντιβακτηριακά για συστηματική χρήση, καρβαπενέμες, κωδικός ATC: J01DH56 Μηχανισμός δράσης Η βακτηριοκτόνος δράση της ιμιπενέμης προκύπτει από την αναστολή των πρωτεϊνών σύνδεσης πενικιλλίνης (PBPs) που οδηγούν σε αναστολή της σύνθεσης κυτταρικών τοιχωμάτων της πεπτιδογλυκάνης. Η σιλαστατίνη περιορίζει τον νεφρικό μεταβολισμό της ιμιπενέμης και δεν έχει αντιβακτηριακή δράση. Η ρελεμπακτάμη είναι ένας μη βητα αναστολέας λακτάμης των Ambler κλάσης A και C βήταλακταμασών, συμπεριλαμβανομένων της κλάσης Α Klebsiella pneumoniae καρβαπενεμάσης (KPC) και των ευρέος-φάσματος β- λακταμασών (ESBLs), και κατηγορίας C (AmpC-τύπου) βήταλακταμάσες, συμπεριλαμβανόμενης της Κεφαλοσπορινάσης που προέρχεται από Ψευδομονάδα (PDC). Η ρελεμπακτάμη δεν αναστέλλει τα ένζυμα κλάσης Β (μετάλλο-βήτα-λακταμάσες) ή τις καρβαπεμενάσες κλάσης D. Η ρελεμπακτάμη δεν έχει αντιβακτηριακή δράση. Αντοχή Οι μηχανισμοί αντοχής σε Gram-αρνητικά βακτήρια που είναι γνωστό ότι επηρεάζουν την ιμιπενέμη/ρελεμπακτάμη περιλαμβάνουν την παραγωγή μεταλό-βήτα-λακταμάσων ή οξακιλλινασών με δράση καρβαπεμενέσης. Η έκφραση ορισμένων αλληλόμορφων της βήτα-λακταμάσης κλάσης Α Guiana ευρέως φάσματος βήτα-λακταμάση (GES) και υπερέκφραση του PDC σε συνδυασμό με την απώλεια της πορίνης εισαγωγής OprD της ιμιπενέμης μπορεί να προσδώσει αντοχή στην ιμιπενέμη/ρελεμπακτάμη σε P. aeruginosa. Η έκφραση των αντλιών εκροής στην P. aeruginosa δεν επηρεάζει τη δραστικότητα είτε της ιμιπενέμης είτε της ρελεμπακτάμης. Μηχανισμοί βακτηριακής αντοχής που θα μπορούσαν να μειώσουν την αντιβακτηριακή δραστηριότητα της ιμιπενέμης/ρελεμπακτάμης στα Enterobacterales περιλαμβάνουν μεταλλάξεις πορινών που επηρεάζουν την εξωτερική διαπερατότητα της μεμβράνης. Αντιβακτηριακή δραστηριότητα σε συνδυασμό με άλλους αντιβακτηριακούς παράγοντες Οι in vitro μελέτες δεν κατέδειξαν ανταγωνισμό μεταξύ της ιμιπενέμης/ρελεμπακτάμης και της αμικασίνης, της αζιθρομυκίνης, της αζτρεονάμης, της κολιστίνης, της γενταμυκίνης, της λεβοφλοξασίνης, της λινεζολιδης, της τιγεκυκλίνης, της τομπραμυκίνης ή βανκομυκίνης. 11 Όρια δοκιμής ευαισθησίας Τα ερμηνευτικά κριτήρια των ελάχιστων ανασταλτικών συγκεντρώσεων (MIC) για τον έλεγχο ευαισθησίας καθορίστηκαν από Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δοκιµής της Ευαισθησίας σε Αντιµικροβιακούς Παράγοντες (EUCAST) για την ιμιπενέμη-ρελεμπακτάμη και παρατίθενται εδώ: https://www.ema.europa.eu/documents/other/minimum-inhibitory-concentration-micbreakpoints_en.xlsx. Φαρμακοκινητική/Φαρμακοδυναμική σχέση Ο χρόνος που οι μη δεσμευμένες συγκεντρώσεις της ιμιπενέμης στο πλάσμα υπερβαίνουν την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση ιμιπενέμης/ρελεμπακτάμης (% fT > MIC) έχει αποδειχτεί ότι συνδέεται καλύτερα με την αποτελεσματικότητα. Η αναλογία της 24ωρης μη δεσμευμένης ρελεμπακτάμης στο πλάσμα AUC προς την MIC ιμιπενέμης/ρελεμπακτάμης (fAUC / MIC) έχει προσδιοριστεί ότι είναι ο δείκτης που προβλέπει καλύτερα την αποτελεσματικότητα της ρελεμπακτάμης. Κλινική αποτελεσματικότητα έναντι συγκεκριμένων παθογόνων Η αποτελεσματικότητα έχει αποδειχθεί σε κλινικές μελέτες έναντι των παθογόνων παραγόντων που απαριθμούνται σε κάθε ένδειξη που ήταν ευαίσθητα στην ιμιπενέμη και την ρελεμπακτάμη in vitro: Ενδονοσοκομειακή πνευμονία, συμπεριλαμβανομένης της πνευμονίας σχετιζόμενης με τον αναπνευστήρα Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοί
- Escherichia coli
- Haemophilus influenzae
- Klebsiella pneumoniae
- Pseudomonas aeruginosa
- Serratia marcescens In vitro μελέτες υποδεικνύουν ότι τα ακόλουθα παθογόνα θα ήταν ευαίσθητα στην ιμιπενέμη και την ρελεμπακτάμη ελλείψει επίκτητων μηχανισμών αντοχής: Αερόβιοι Gram-αρνητικοί μικρο-οργανισμοί
- Acinetobacter calcoaceticus baumannii σύμπλεγμα
- Citrobacter spp. (συμπεριλαμβανομένων C. freundii και C. koseri)
- Enterobacter spp. (συμπεριλαμβανόμενων E. asburiae και E. cloacae)
- Escherichia coli
- Klebsiella spp. (συμπεριλαμβανομένων K. aerogenes, K. oxytoca και K. pneumoniae)
Pseudomonas aeruginosa
Serratia marcescens Αναερόβιοι Gram-αρνητικοί μικρο-ργανισμοί
- Bacteroides spp. (συμπεριλαμβανόμενου του B. fragilis)
- Fusobacterium spp. (συμπεριλαμβανόμενου του F. nucleatum και του F. necrophorum)
- Prevotella spp. (συμπεριλαμβανόμενου του P. melaninogenica, P. bivia, και P. buccae) Gram-θετικοί αερόβιοι μικροοργανισμοί
Enterococcus faecalis Staphylococcus aureus (μόνο ευαίσθητα στη methicillin στελέχη) Viridans group streptococci (συμπεριλαμβανόμενου του S. anginosus και του S. constellatus) In vitro μελέτες υποδεικνύουν ότι τα ακόλουθα είδη δεν είναι ευαίσθητα στην ιμιπενέμη και ρελεμπακτάμη: 12 Gram-αρνητικοί αερόβιοι μικρο-οργανισμοί
- Legionella spp.
- Stenotrophomonas maltophilia Παιδιατρικός πληθυσμός Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Recarbrio σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στη θεραπεία των Gram-αρνητικών βακτηριακών λοιμώξεων (βλ. παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).