GANCICLOVIR
Γκανσικλοβίρη
**Ενδείξεις** Για έναρξη και διατήρηση στη θεραπεία της CMV ρετινίτιδας σε ανοσοκατασταλμένα άτομα, συμπεριλαμβανομένων ασθενών με επίκτητη ανοσοανεπάρκεια (AIDS). Επίσης χρησιμοποιείται στη θεραπεία σοβαρής CMV νόσου, συμπεριλαμβανομένης της CMV πνευμονίας, CMV γαστρεντερικής …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-CYMEVENE
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια έγχυση
- Χορήγηση: Κάθε 12 ώρες ή μία φορά ημερησίως, ανάλογα με το θεραπευτικό σχήμα
- Δόση έναρξης: 5 mg/kg
- Τιτλοποίηση: Η δόση τροποποιείται ανάλογα με την κάθαρση κρεατινίνης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
-
Ενήλικες και έφηβοι ηλικίας από 12 ετών με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (Θεραπεία της νόσου CMV)- Αγωγή εφόδου: 5 mg/kg χορηγούμενα ως ενδοφλέβια έγχυση επί μία ώρα, κάθε 12 ώρες για 14-21 ημέρες. - Αγωγή συντήρησης: 5 mg/kg χορηγούμενα ως ενδοφλέβια έγχυση επί μία ώρα, μία φορά ημερησίως για 7 ημέρες ανά εβδομάδα ή 6 mg/kg μία φορά ημερησίως για 5 ημέρες ανά εβδομάδα. Η διάρκεια της θεραπείας συντήρησης θα πρέπει να προσδιορίζεται σε ατομική βάση. - Αγωγή για την εξέλιξη της νόσου: Επανεκκίνηση αγωγής εφόδου.
-
Ενήλικες και έφηβοι ηλικίας από 12 ετών με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (Πρόληψη της νόσου CMV)- Προφύλαξη: 5 mg/kg χορηγούμενα ως ενδοφλέβια έγχυση επί μία ώρα, μία φορά ημερησίως για 7 ημέρες ανά εβδομάδα ή 6 mg/kg μία φορά ημερησίως για 5 ημέρες ανά εβδομάδα. Η διάρκεια της προφύλαξης βασίζεται στον κίνδυνο νόσου CMV. - Προληπτική θεραπεία: Θεραπεία εφόδου: 5 mg/kg χορηγούμενα ως ενδοφλέβια έγχυση επί μία ώρα, κάθε 12 ώρες για 7-14 ημέρες. Θεραπεία συντήρησης: 5 mg/kg χορηγούμενα ως ενδοφλέβια έγχυση επί μία ώρα, μία φορά ημερησίως για 7 ημέρες ανά εβδομάδα ή 6 mg/kg μία φορά ημερησίως για 5 ημέρες ανά εβδομάδα. Η διάρκεια της θεραπείας συντήρησης βασίζεται στον κίνδυνο νόσου CMV.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΗ δόση πρέπει να τροποποιείται σύμφωνα με την κάθαρση κρεατινίνης. Παρατίθεται πίνακας τροποποιήσεων δόσης για δόση εφόδου και συντήρησης με βάση την CrCl. Συνιστάται παρακολούθηση της κρεατινίνης ορού ή των εκτιμώμενων επιπέδων κάθαρσης κρεατινίνης.
-
ΗλικιωμένοιΧορηγείται με ιδιαιτέρως λαμβάνοντας υπόψη τη νεφρική κατάσταση.
block
SPC-CYMEVENE
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή τη βαλγκανσικλοβίρη ή κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
ΓαλουχίαΠληθυσμόςΓυναίκες που θηλάζουν
warning
SPC-CYMEVENE
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Διασταυρούμενη υπερευαισθησίαΝα δίνεται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση του Cymevene σε ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία στην ακυκλοβίρη ή την πενσικλοβίρη (ή στα προφάρμακά τους, βαλακυκλοβίρη ή φαμσικλοβίρη, αντίστοιχα).
-
Μεταλλαξιγένεση, τερατογένεση, καρκινογένεση, γονιμότητα και αντισύλληψηΠληθυσμόςΑσθενείς (γενικά)Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυο. Η γκανσικλοβίρη θα πρέπει να θεωρείται δυνητικά τερατογόνος και καρκινογόνος για τους ανθρώπους. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να καθοδηγούνται να χρησιμοποιούν αποτελεσματικά μέτρα αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της αγωγής και για τουλάχιστον 30 ημέρες στη συνέχεια. Οι άνδρες πρέπει να καθοδηγούνται να χρησιμοποιούν προφυλακτικό ως αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας, και για τουλάχιστον 90 ημέρες στη συνέχεια, εκτός αν είναι βέβαιο ότι η σύντροφός τους δεν διατρέχει κίνδυνο εγκυμοσύνης.
-
Μεταλλαξιγένεση, τερατογένεση, καρκινογένεση, γονιμότητα και αντισύλληψηΠληθυσμόςΠαιδιατρικός πληθυσμόςΗ χρήση της γκανσικλοβίρης απαιτεί εξαιρετική προσοχή, δεδομένης της πιθανότητας για καρκινογένεση μακροπρόθεσμα καθώς και για τοξικότητα στο αναπαραγωγικό σύστημα. Τα οφέλη της θεραπείας θα πρέπει να εξετάζονται προσεκτικά σε κάθε περίπτωση και θα πρέπει να υπερτερούν με σαφή τρόπο των κινδύνων.
-
ΜυελοκαταστολήΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα αιματολογική κυτταροπενία ή ιστορικό σχετιζόμενης με το φάρμακο αιματολογική κυτταροπενία και σε ασθενείς που λαμβάνουν ακτινοθεραπείαΤο Cymevene θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
ΜυελοκαταστολήΠληθυσμόςΓενικός πληθυσμόςΗ θεραπεία δεν θα πρέπει να ξεκινά εάν ο απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων είναι μικρότερος από 500 κύτταρα/µL ή εάν ο αριθμός των αιμοπεταλίων είναι μικρότερος από 25.000 κύτταρα/µL ή εάν η τιμή της αιμοσφαιρίνης είναι μικρότερη από 8 g/dL.
-
ΜυελοκαταστολήΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή λευκοπενία, ουδετεροπενία, αναιμία και/ή θρομβοπενίαΣυνιστάται να εξετάζεται το ενδεχόμενο χρήσης θεραπείας με αιμοποιητικούς αυξητικούς παράγοντες και/ή διακοπής της θεραπείας με γκανσικλοβίρη.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργίαΔιατρέχουν αυξημένο κίνδυνο τοξικότητας (ειδικά αιματολογικής τοξικότητας). Απαιτείται μείωση της δόσης.
-
Χρήση με άλλα φάρμακαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ιμιπενέμη-σιλαστατίνη και γκανσικλοβίρηΈχουν αναφερθεί σπασμοί. Η γκανσικλοβίρη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με ιμιπενέμη-σιλαστατίνη εκτός εάν τα πιθανά οφέλη υπερτερούν των πιθανών κινδύνων.
-
Χρήση με άλλα φάρμακαΠληθυσμόςΑσθενείς υπό θεραπεία με γκανσικλοβίρη και διδανοσίνηΘα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία πρόσθετης τοξικότητας.
-
ΈκδοχαΤο φαρμακευτικό προϊόν περιέχει νάτριο. Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από ασθενείς υπό δίαιτα με ελεγχόμενη πρόσληψη νατρίου.
swap_horiz
SPC-CYMEVENE
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΠροβενεσίδηΠαρακολούθησηΜειωμένη νεφρική κάθαρση γκανσικλοβίρης, αυξημένη έκθεση σε γκανσικλοβίρη.ΣύστασηΠαρακολούθηση για τοξικότητα της γκανσικλοβίρης.
-
ΠαρακολούθησηΑυξημένες συγκεντρώσεις διδανοσίνης στο πλάσμα.ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση για τοξικότητα της διδανοσίνης.
-
Ιμιπενέμη-σιλαστατίνηΠροσοχήΑναφέρθηκαν σπασμοί.ΣύστασηΝα μη χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα εκτός εάν τα πιθανά οφέλη υπερτερούν των πιθανών κινδύνων.
-
ΠροσοχήΔυνατότητα πρόκλησης ουδετεροπενίας και αναιμίας. Φαρμακοδυναμική αλληλεπίδραση.ΣύστασηΜερικοί ασθενείς μπορεί να μην ανέχονται ταυτόχρονη θεραπεία σε πλήρη δόση.
-
Άλλα μυελοκατασταλτικά ή φάρμακα που σχετίζονται με νεφρική δυσλειτουργία (π.χ. δαψόνη, πενταμιδίνη, φλουκυτοσίνη, αμφοτερικίνη Β, τριμεθοπρίμη, σουλφαμεθοξαζόλη, κυκλοσπορίνη, τακρόλιμους, μυκοφαινολάτη μοφετίλ, βινκριστίνη, βινβλαστίνη, δοξορουβικίνη, υδροξυουρία, ζιδοβουδίνη, σταβουδίνη, διδανοσίνη, τενοφοβίρη, αδεφοβίρη)ΠροσοχήΕνίσχυση τοξικότητας.ΣύστασηΝα εξετάζονται για ταυτόχρονη χρήση μόνο εάν τα πιθανά οφέλη υπερτερούν των πιθανών κινδύνων.
sick
SPC-CYMEVENE
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοιμώξεις από Candida, συμπεριλαμβανομένης της στοματικής καντιντίασης
- Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Σηψαιμία
- Γρίπη
- Ουρολοίμωξη
- Κυτταρίτιδα
- Ουδετεροπενία
- Αναιμία
- Θρομβοπενία
- Λευκοπενία
- Πανκυτταροπενία
- Ανεπάρκεια του μυελού των οστών
- Απλαστική αναιμία
- Ακοκκιοκυττάρωση
- Κοκκιοκυτταροπενία
- Υπερευαισθησία
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Μειωμένη όρεξη
- Μειωμένο σωματικό βάρος
- Κατάθλιψη
- Συγχυτική κατάσταση
- Άγχος
- Διέγερση
- Ψυχωσική διαταραχή
- Μη φυσιολογική σκέψη
- Ψευδαισθήσεις
- Κεφαλαλγία
- Αϋπνία
- Περιφερική νευροπάθεια
- Ζάλη
- Παραισθησία
- Υπαισθησία
- Σπασμός
- Δυσγευσία (διαταραχή της γεύσης)
- Τρόμος
- Οπτική Διαταραχή
- Αποκόλληση αμφιβληστροειδούς
- Εξιδρώματα του υαλοειδούς σώματος
- Πόνος του οφθαλμού
- Επιπεφυκίτιδα
- Οίδημα ωχράς κηλίδας
- Ωταλγία
- Κώφωση
- Καρδιακές αρρυθμίες
- Υπόταση
- Βήχας
- Δύσπνοια
- Διάρροια
- Ναυτία
- Έμετος
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσπεψία
- Μετεωρισμός
- Άλγος της άνω κοιλιακής χώρας
- Δυσκοιλιότητα
- Εξέλκωση του στόματος
- Δυσφαγία
- Διάταση της κοιλίας
- Παγκρεατίτιδα
- Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος
- Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
- Αυξημένη αλανινική αμινοτρανσφεράση
- Δερματίτιδα
- Νυχτερινές εφιδρώσεις
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Αλωπεκία
- Ξηροδερμία
- Κνίδωση
- Οσφυαλγία
- Μυαλγία
- Αρθραλγία
- Μυϊκοί σπασμοί
- Νεφρική δυσλειτουργία
- Μειωμένη νεφρική κάθαρση κρεατινίνης
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Αιματουρία
- Στειρότητα άρρενος
- Πυρεξία
- Κόπωση
- Αντίδραση στη θέση ένεσης
- Άλγος
- Ρίγη
- Αίσθημα κακουχίας
- Εξασθένιση
- Θωρακικό άλγος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΛοιμώξεις από Candida, συμπεριλαμβανομένης της στοματικής καντιντίασηςΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΛοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΣηψαιμίαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΓρίπηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΟυρολοίμωξηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΚυτταρίτιδαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Πολύ συχνέςΟυδετεροπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςΑναιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςΘρομβοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςΛευκοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςΠανκυτταροπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑνεπάρκεια του μυελού των οστώνΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑπλαστική αναιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑκοκκιοκυττάρωσηΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΚοκκιοκυτταροπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςΥπερευαισθησίαΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑναφυλακτική αντίδρασηΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΜειωμένη όρεξηΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΜειωμένο σωματικό βάροςΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΆγχοςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΔιέγερσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΨυχωσική διαταραχήΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογική σκέψηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΠεριφερική νευροπάθειαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΖάληΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΥπαισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΣπασμόςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔυσγευσία (διαταραχή της γεύσης)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΤρόμοςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΟπτική ΔιαταραχήΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑποκόλληση αμφιβληστροειδούςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΕξιδρώματα του υαλοειδούς σώματοςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΠόνος του οφθαλμούΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΟίδημα ωχράς κηλίδαςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΩταλγίαΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
Όχι συχνέςΚώφωσηΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
Όχι συχνέςΚαρδιακές αρρυθμίεςΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΒήχαςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Πολύ συχνέςΔύσπνοιαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΆλγος της άνω κοιλιακής χώραςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΕξέλκωση του στόματοςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΔυσφαγίαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΔιάταση της κοιλίαςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματοςΔιαταραχές ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογική ηπατική λειτουργίαΔιαταραχές ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΑυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράσηΔιαταραχές ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΑυξημένη αλανινική αμινοτρανσφεράσηΔιαταραχές ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ συχνέςΔερματίτιδαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΝυχτερινές εφιδρώσειςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΑλωπεκίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΞηροδερμίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΟσφυαλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΜυϊκοί σπασμοίΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΝεφρική δυσλειτουργίαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΜειωμένη νεφρική κάθαρση κρεατινίνηςΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΝεφρική ανεπάρκειαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΑιματουρίαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΣτειρότητα άρρενοςΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Πολύ συχνέςΠυρεξίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΑντίδραση στη θέση ένεσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΆλγοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΡίγηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
pregnant_woman
SPC-CYMEVENE
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
Γονιμότηταθεωρείται πιθανό ότι η γκανσικλοβίρη ενδέχεται να προκαλέσει προσωρινή ή οριστική αναστολή της σπερματογένεσης στους ανθρώπους
-
Κύησηδεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε εγκύους γυναίκες εκτός εάν η κλινική ανάγκη για τη θεραπεία της γυναίκας υπερσκελίζει τον πιθανό κίνδυνο τερατογένεσης για το έμβρυο
-
Αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκεςοι γυναίκες με αναπαραγωγική ικανότητα πρέπει να συμβουλεύονται να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια και για τουλάχιστον 30 ημέρες μετά από τη θεραπεία. Οι άνδρες ασθενείς πρέπει να καθοδηγούνται να χρησιμοποιούν προφυλακτικό ως μέθοδο αντισύλληψης κατά τη διάρκεια, και για τουλάχιστον 90 ημέρες μετά από τη θεραπεία
-
Θηλασμόςπρέπει να διακοπεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με γκανσικλοβίρη
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-CYMEVENE
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-CYMEVENE
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-CYMEVENE
expand_more
Δοσολογία
Θεραπεία της νόσου CMV σε ενήλικες και εφήβους ηλικίας από 12 ετών με φυσιολογική νεφρική λειτουργία
- Αγωγή εφόδου: 5 mg/kg χορηγούμενα ως ενδοφλέβια έγχυση επί μία ώρα, κάθε 12 ώρες για 14-21 ημέρες.
- Αγωγή συντήρησης: Για τους ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς σε κίνδυνο υποτροπής, μπορεί να χορηγηθεί θεραπεία συντήρησης. 5 mg/kg χορηγούμενα ως ενδοφλέβια έγχυση επί μία ώρα, μία φορά ημερησίως για 7 ημέρες ανά εβδομάδα ή 6 mg/kg μία φορά ημερησίως για 5 ημέρες ανά εβδομάδα. Η διάρκεια της θεραπείας συντήρησης θα πρέπει να προσδιορίζεται σε ατομική βάση. Θα πρέπει να γίνεται παραπομπή στις τοπικές κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας.
- Αγωγή για την εξέλιξη της νόσου: Οποιοσδήποτε ασθενής, στον οποίο η νόσος CMV εξελίσσεται, είτε κατά τη διάρκεια της αγωγής συντήρησης ή γιατί η αγωγή με γκανσικλοβίρη έχει αποσυρθεί, μπορεί να επαναλάβει την αγωγή χρησιμοποιώντας το θεραπευτικό σχήμα εφόδου.
Πρόληψη της νόσου CMV σε ενήλικες και εφήβους ηλικίας από 12 ετών με φυσιολογική νεφρική λειτουργία χρησιμοποιώντας προφύλαξη ή προληπτική θεραπεία
- Προφύλαξη: 5 mg/kg χορηγούμενα ως ενδοφλέβια έγχυση επί μία ώρα, μία φορά ημερησίως για 7 ημέρες ανά εβδομάδα ή 6 mg/kg μία φορά ημερησίως για 5 ημέρες ανά εβδομάδα. Η διάρκεια της προφύλαξης βασίζεται στον κίνδυνο νόσου CMV. Θα πρέπει να γίνεται παραπομπή στις τοπικές κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας.
- Προληπτική θεραπεία: Θεραπεία εφόδου: 5 mg/kg χορηγούμενα ως ενδοφλέβια έγχυση επί μία ώρα, κάθε 12 ώρες για 7-14 ημέρες. Θεραπεία συντήρησης: 5 mg/kg χορηγούμενα ως ενδοφλέβια έγχυση επί μία ώρα, μία φορά ημερησίως για 7 ημέρες ανά εβδομάδα ή 6 mg/kg μία φορά ημερησίως για 5 ημέρες ανά εβδομάδα. Η διάρκεια της θεραπείας συντήρησης βασίζεται στον κίνδυνο νόσου CMV. Θα πρέπει να γίνεται παραπομπή στις τοπικές κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας.
Νεφρική δυσλειτουργία Για τους ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, η δόση της γκανσικλοβίρης θα πρέπει να τροποποιείται σύμφωνα με την κάθαρση κρεατινίνης όπως εμφανίζεται στον πίνακα που ακολουθεί (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
Τροποποιήσεις της δόσης για τους ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία: CrCl Δ όση εφόδου Δ όση συντήρησης
70 mL/min 5,0 mg/kg 12 ανά ώρες 5,0 mg/kg/ μη έρα 50-69 mL/λεπτό 2,5 mg/kg 12 ανά ώρες 2,5 mg/kg/ μη έρα 25-49 mL/λεπτό 2,5 mg/kg/ μ η έρα 1,25 mg/kg/ μη έρα 10-24 mL/λεπτό 1,25 mg/kg/ μ η έρα 0,625 mg/kg/ μη έρα <10 mL/ λεπτό 1,25 mg/kg 3x/εβδομάδα μετά από την αιμοκάθαρση 0,625 mg/kg 3x/εβδομάδα μετά από την αιμοκάθαρση
Η εκτιμώμενη κάθαρση κρεατινίνης μπορεί να υπολογιστεί από την κρεατινίνη ορού χρησιμοποιώντας τους ακόλουθους τύπους: Για άνδρες: (140 - ηλικία [έτη]) x (βάρος σώματος [kg]) / (72) x (0,011 x κρεατινίνη ορού [micromol/L]) Για γυναίκες: 0,85 x τιμή άνδρα
Καθώς συνιστώνται τροποποιήσεις της δόσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, η κρεατινίνη ορού ή τα εκτιμώμενα επίπεδα κάθαρσης κρεατινίνης θα πρέπει να παρακολουθούνται.
Ηπατική δυσλειτουργία Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Cymevene δεν έχουν μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Σοβαρή λευκοπενία, ουδετεροπενία, αναιμία, θρομβοπενία και πανκυτταροπενία Βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις πριν από την έναρξη της θεραπείας. Σε περίπτωση σημαντικής μείωσης των τιμών των αιματολογικών εξετάσεων κατά τη διάρκεια της αγωγής με γκανσικλοβίρη, θα πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο θεραπείας με αιμοποιητικούς αυξητικούς παράγοντες και/ή διακοπής της θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Ηλικιωμένοι Δεν έχουν διενεργηθεί μελέτες σχετικά με την αποτελεσματικότητα ή την ασφάλεια της γκανσικλοβίρης στους ηλικιωμένους. Δεδομένου ότι η νεφρική λειτουργία επιδεινώνεται με την ηλικία, η γκανσικλοβίρη θα πρέπει να χορηγείται στους ηλικιωμένους ασθενείς έχοντας λάβει ιδιαιτέρως υπόψη τη νεφρική τους κατάσταση (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Παιδιατρικός πληθυσμός Οι πληροφορίες για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα της γκανσικλοβίρης σε παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών, συμπεριλαμβανομένων των νεογνών, είναι περιορισμένες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις, Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές). Τα παρόντα διαθέσιμα παιδιατρικά δεδομένα περιγράφονται στις παραγράφους Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές, αλλά δεν μπορούν να γίνουν συστάσεις για τη δοσολογία. Θα πρέπει να γίνεται παραπομπή στις θεραπευτικές κατευθυντήριες οδηγίες.
Τρόπος χορήγησης Προσοχή: H γκανσικλοβίρη πρέπει να χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση σε διάστημα 1 ώρας σε συγκέντρωση που δεν υπερβαίνει τα 10 mg/mL. Να μη χορηγείται με ταχεία ή bolus ενδοφλέβια ένεση γιατί τα υπερβολικά επίπεδα στο πλάσμα που θα προκύψουν ενδέχεται να αυξήσουν την τοξικότητα της γκανσικλοβίρης. Να μη χορηγείται με ενδομυική ή υποδόρια ένεση γιατί αυτό μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρό ερεθισμό του ιστού λόγω του υψηλού pH (~11) των διαλυμάτων της γκανσικλοβίρης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η συνιστώμενη δόση, η συχνότητα και οι ρυθμοί έγχυσης δεν θα πρέπει να υπερβαίνονται. Το Cymevene είναι κόνις για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση. Μετά από την ανασύσταση, το Cymevene είναι ένα άχρωμο έως ελαφρώς υποκίτρινο διάλυμα, πρακτικά ελεύθερο ορατών σωματιδίων. Η έγχυση θα πρέπει να πραγματοποιείται στη φλέβα με επαρκή ροή αίματος, κατά προτίμηση μέσω πλαστικού καθετήρα. Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλέπε παράγραφο 6.6.
Προφύλαξη που πρέπει να λαμβάνεται πριν από το χειρισμό ή τη χορήγηση του φαρμακευτικού προϊόντος: Δεδομένου ότι η γκανσικλοβίρη θεωρείται δυνητικός τερατογόνος και καρκινογόνος παράγοντας στους ανθρώπους, θα πρέπει να δίνεται προσοχή στον χειρισμό της (βλ παράγραφο 6.6).
block
Αντενδείξεις
SPC-CYMEVENE
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή τη βαλγκανσικλοβίρη ή κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Γαλουχία (βλ. Δοσολογία).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-CYMEVENE
expand_more
Προειδοποιήσεις
Διασταυρούμενη υπερευαισθησία
Εξαιτίας της ομοιότητας της χημικής δομής της γκανσικλοβίρης και αυτής της ακυκλοβίρης και της πενσικλοβίρης, είναι δυνατό να εμφανιστεί αντίδραση διασταυρούμενης υπερευαισθησίας ανάμεσα σε αυτά τα φάρμακα. Επομένως, θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση του Cymevene σε ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία στην ακυκλοβίρη ή την πενσικλοβίρη (ή στα προφάρμακά τους, βαλακυκλοβίρη ή φαμσικλοβίρη, αντίστοιχα).
Μεταλλαξιγένεση, τερατογένεση, καρκινογένεση, γονιμότητα και
αντισύλληψη Πριν από την έναρξη της θεραπείας με γκανσικλοβίρη, οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυο. Σε μελέτες σε ζώα η γκανσικλοβίρη φάνηκε να είναι μεταλλαξιογόνος, τερατογόνος, ασπερματογόνος και καρκινογόνος και να διαταράσσει τη γονιμότητα. Θεωρείται πιθανό ότι η γκανσικλοβίρη προκαλεί προσωρινή ή οριστική αναστολή της σπερματογένεσης (βλ. κύηση και γαλουχία, Ανεπιθύμητες ενέργειες και Προκλινικά δεδομένα). Ως εκ τούτου, η γκανσικλοβίρη θα πρέπει να θεωρείται δυνητικά τερατογόνος και καρκινογόνος για τους ανθρώπους, με δυνατότητα πρόκλησης συγγενών δυσπλασιών και καρκίνων. Επομένως, οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να καθοδηγούνται να χρησιμοποιούν αποτελεσματικά μέτρα αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της αγωγής και για τουλάχιστον 30 ημέρες στη συνέχεια. Οι άνδρες πρέπει να καθοδηγούνται να χρησιμοποιούν προφυλακτικό ως αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας, και για τουλάχιστον 90 ημέρες στη συνέχεια, εκτός αν είναι βέβαιο ότι η σύντροφός τους δεν διατρέχει κίνδυνο εγκυμοσύνης (βλ. κύηση και γαλουχία, Ανεπιθύμητες ενέργειες και Προκλινικά δεδομένα). Η χρήση της γκανσικλοβίρης απαιτεί εξαιρετική προσοχή, ειδικά στον παιδιατρικό πληθυσμό, δεδομένης της πιθανότητας για καρκινογένεση μακροπρόθεσμα καθώς και για τοξικότητα στο αναπαραγωγικό σύστημα. Τα οφέλη της θεραπείας θα πρέπει να εξετάζονται προσεκτικά σε κάθε περίπτωση και θα πρέπει να υπερτερούν με σαφή τρόπο των κινδύνων (βλ. Δοσολογία). Ανατρέξτε στις κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας.
Μυελοκαταστολή
Το Cymevene θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με προϋπάρχουσα αιματολογική κυτταροπενία ή ιστορικό σχετιζόμενης με το φάρμακο αιματολογική κυτταροπενία και σε ασθενείς που λαμβάνουν ακτινοθεραπεία. Σοβαρή λευκοπενία, ουδετεροπενία, αναιμία, θρομβοπενία, πανκυτταροπενία και ανεπάρκεια του μυελού των οστών έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς υπό θεραπεία με γκανσικλοβίρη. Η θεραπεία δεν θα πρέπει να ξεκινά εάν ο απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων είναι μικρότερος από 500 κύτταρα/µL ή εάν ο αριθμός των αιμοπεταλίων είναι μικρότερος από 25.000 κύτταρα/µL ή εάν η τιμή της αιμοσφαιρίνης είναι μικρότερη από 8 g/dL (βλ. Δοσολογία και Ανεπιθύμητες ενέργειες). Συνιστάται η παρακολούθηση της γενικής εξέτασης αίματος, συμπεριλαμβανομένου του αριθμού των αιμοπεταλίων, κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Ενδέχεται να απαιτείται αυξημένη παρακολούθηση των αιματολογικών παραμέτρων στους ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Κατά τη διάρκεια των πρώτων 14 ημερών της χορήγησης, συνιστάται ο προσδιορισμός του αριθμού των λευκοκυττάρων (κατά προτίμηση με ανάλυση ανά λευκοκυτταρικό τύπο) να διενεργείται κάθε δεύτερη ημέρα. Στους ασθενείς με χαμηλά αρχικά επίπεδα ουδετεροφίλων (<1.000 ουδετερόφιλα/µl), στους ασθενείς που εμφάνισαν λευκοπενία κατά τη διάρκεια της προηγούμενης θεραπείας με άλλες μυελοτοξικές ουσίες, και στους ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, αυτή η παρακολούθηση θα πρέπει να πραγματοποιείται ημερησίως. Για τους ασθενείς με σοβαρή λευκοπενία, ουδετεροπενία, αναιμία και/ή θρομβοπενία συνιστάται να εξετάζεται το ενδεχόμενο χρήσης θεραπείας με αιμοποιητικούς αυξητικούς παράγοντες και/ή διακοπής της θεραπείας με γκανσικλοβίρη (βλ. Δοσολογία και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Νεφρική δυσλειτουργία
Οι ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο τοξικότητας (ειδικά αιματολογικής τοξικότητας). Απαιτείται μείωση της δόσης (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
Χρήση με άλλα φάρμακα
Έχουν αναφερθεί σπασμοί σε ασθενείς που λαμβάνουν ιμιπενέμη- σιλαστατίνη και γκανσικλοβίρη. Η γκανσικλοβίρη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με ιμιπενέμη-σιλαστατίνη εκτός εάν τα πιθανά οφέλη υπερτερούν των πιθανών κινδύνων (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Οι ασθενείς υπό θεραπεία με γκανσικλοβίρη και διδανοσίνη, φάρμακα τα οποία είναι γνωστό ότι είναι μυελοκατασταλτικά, ή που επηρεάζουν τη νεφρική λειτουργία, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία πρόσθετης τοξικότητας (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Έκδοχα
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 2 mmol (43 mg) νατρίου ανά δόση 500 mg. Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από ασθενείς υπό δίαιτα με ελεγχόμενη πρόσληψη νατρίου.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-CYMEVENE
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις Προβενεσίδη Η προβενεσίδη χορηγούμενη με από του στόματος γκανσικλοβίρη είχε ως αποτέλεσμα στατιστικά μειωμένη νεφρική κάθαρση της γκανσικλοβίρης και οδήγησε σε κλινικά σημαντική αυξημένη έκθεση. Επομένως, οι ασθενείς που λαμβάνουν προβενεσίδη και Cymevene θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για τοξικότητα της γκανσικλοβίρης. Διδανοσίνη Οι συγκεντρώσεις της διδανοσίνης στο πλάσμα βρέθηκαν να είναι σταθερά αυξημένες όταν χορηγήθηκε μαζί με την γκανσικλοβίρη. Στις ενδοφλέβιες δόσεις των 5 και 10 mg/kg/ημέρα, έχει παρατηρηθεί αύξηση στην AUC της διδανοσίνης, η οποία κυμαίνεται από 38% έως 67%. Δεν υπήρξε καμία κλινικά σημαντική επίδραση στις συγκεντρώσεις της γκανσικλοβίρης. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για τοξικότητα της διδανοσίνης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Άλλα αντιρετροϊκά Τα ισοένζυμα του κυτοχρώματος P450 δεν διαδραματίζουν κανένα ρόλο στη φαρμακοκινητική της γκανσικλοβίρης. Κατά συνέπεια, δεν αναμένονται φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις με αναστολείς πρωτεάσης και μη-νουκλεοσιδικούς αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης.
Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις Ιμιπενέμη-σιλαστατίνη Έχουν αναφερθεί σπασμοί σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα γκανσικλοβίρη και ιμιπενέμη-σιλαστατίνη. Τα φάρμακα αυτά δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα εκτός εάν τα πιθανά οφέλη υπερτερούν των πιθανών κινδύνων (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Z ιδοβουδίνη Τόσο η ζιδοβουδίνη όσο και η γκανσικλοβίρη έχουν τη δυνατότητα να προκαλέσουν ουδετεροπενία και αναιμία. Μπορεί να εμφανιστεί φαρμακοδυναμική αλληλεπίδραση κατά τη διάρκεια ταυτόχρονης χορήγησης αυτών των φαρμάκων. Μερικοί ασθενείς μπορεί να μην ανέχονται ταυτόχρονη θεραπεία σε πλήρη δόση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Άλλες πιθανές φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις Η τοξικότητα μπορεί να ενισχυθεί όταν η γκανσικλοβίρη συγχορηγείται με άλλα φάρμακα που είναι γνωστό ότι είναι μυελοκατασταλτικά ή σχετιζόμενα με νεφρική δυσλειτουργία. Αυτό περιλαμβάνει αντιμυκητιασικούς παράγοντες (όπως είναι η δαψόνη, η πενταμιδίνη, η φλουκυτοσίνη, η αμφοτερικίνη Β, τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη), ανοσοκατασταλτικά (π.χ. η κυκλοσπορίνη, το τακρόλιμους, η μυκοφαινολάτη μοφετίλ), αντινεοπλασματικοί παράγοντες (π.χ. η βινκριστίνη, η βινβλαστίνη, η δοξορουβικίνη και η υδροξυουρία) καθώς και τα νουκλεοσίδια (συμπεριλαμβανομένης της ζιδοβουδίνης, της σταβουδίνης και της διδανοσίνης) και τα νουκλεοτιδικά ανάλογα (συμπεριλαμβανομένης της τενοφοβίρης και της αδεφοβίρης). Επομένως, τα φάρμακα αυτά θα πρέπει να εξετάζονται για ταυτόχρονη χρήση με γκανσικλοβίρη μόνο εάν τα πιθανά οφέλη υπερτερούν των πιθανών κινδύνων (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Παιδιατρικός πληθυσμός Μελέτες αλληλεπίδρασης έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-CYMEVENE
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Στους ασθενείς υπό θεραπεία με γκανσικλοβίρη/βαλγκανσικλοβίρη, οι σοβαρότερες και πιο συχνές ανεπιθύμητες αντιδράσεις φαρμάκου είναι οι αιματολογικές αντιδράσεις και περιλαμβάνουν την ουδετεροπενία, την αναιμία και τη θρομβοπενία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Άλλες ανεπιθύμητες αντιδράσεις φαρμάκου παρουσιάζονται στον πίνακα που ακολουθεί.
Οι συχνότητες που παρουσιάζονται στον πίνακα των ανεπιθύμητων αντιδράσεων προέρχονται από έναν συγκεντρωτικό πληθυσμό ασθενών με λοίμωξη HIV (n=1.704) που λάμβανε θεραπεία συντήρησης με γκανσικλοβίρη ή βαλγκανσικλοβίρη. Εξαιρείται η ακοκκιοκυττάρωση, η κοκκιοκυτταροπενία και η αναφυλακτική αντίδραση, οι συχνότητες των οποίων προέρχονται από την εμπειρία μετά από την κυκλοφορία. Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις παρατίθενται σύμφωνα με το MedRA ανά κατηγορία οργανικού συστήματος. Οι κατηγορίες συχνότητας ορίζονται χρησιμοποιώντας την ακόλουθη συνθήκη: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000).
Το συνολικό προφίλ ασφαλείας της γκανσικλοβίρης/βαλγκανσικλοβίρης είναι συνεπές στους πληθυσμούς με λοίμωξη HIV και στους πληθυσμούς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση με εξαίρεση την περίπτωση της αποκόλλησης του αμφιβληστροειδούς που έχει αναφερθεί μόνο σε ασθενείς με λοίμωξη HIV με αμφιβληστροειδίτιδα από κυτταρομεγαλοϊό. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένες διαφορές στη συχνότητα συγκεκριμένων αντιδράσεων. Η ενδοφλέβια γκανσικλοβίρη σχετίζεται με χαμηλότερο κίνδυνο διάρροιας συγκριτικά με την από του στόματος λαμβανόμενη βαλγκανσικλοβίρη. Η πυρεξία, οι λοιμώξεις από candida, η κατάθλιψη, η σοβαρή ουδετεροπενία (ANC <500µL) και οι δερματικές αντιδράσεις αναφέρονται συχνότερα σε ασθενείς με λοίμωξη HIV. Η νεφρική και η ηπατική δυσλειτουργία αναφέρονται συχνότερα σε λήπτες μοσχευμάτων.
Κατάλογος ανεπιθύμητων αντιδράσεων υπό μορφή πίνακα
Ανεπιθύμητη αντίδραση (ADR) (MedDRA) Κατηγορία Οργανικού Συστήματος Κατηγορία συχνότητας Λοιμώξεις και παρασιτώσεις: Λοιμώξεις από Candida, συμπεριλαμβανομένης της στοματικής καντιντίασης. Πολύ συχνές Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος Σηψαιμία Συχνές Γρίπη Ουρολοίμωξη Κυτταρίτιδα Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος: Ουδετεροπενία Πολύ συχνές Αναιμία Θρομβοπενία Συχνές Λευκοπενία Πανκυτταροπενία Ανεπάρκεια του μυελού των οστών Όχι συχνές Απλαστική αναιμία Σπάνιες Ακοκκιοκυττάρωση* *Κοκκιοκυτταροπενία Δ μ:ιαταραχές του ανοσοποιητικού συστή ατος Υπερευαισθησία Συχνές *Αναφυλακτική αντίδραση Σπάνιες Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης: Μειωμένη όρεξη Πολύ συχνές Μειωμένο σωματικό βάρος Συχνές Ψυχιατρικές διαταραχές: Κατάθλιψη Συχνές Συγχυτική κατάσταση Άγχος Διέγερση Όχι συχνές Ψυχωσική διαταραχή Μη φυσιολογική σκέψη Ψευδαισθήσεις Δ μ:ιαταραχές του νευρικού συστή ατος Κεφαλαλγία Πολύ συχνές Αϋπνία Συχνές Περιφερική νευροπάθεια Ζάλη Παραισθησία Υπαισθησία μΣπασ ός Δυσγευσία (διαταραχή της γεύσης) Ανεπιθύμητη αντίδραση (ADR) (MedDRA) Κατηγορία Οργανικού Συστήματος Κατηγορία συχνότητας Τρόμος Όχι συχνές Οφθαλμικές διαταραχές: Οπτική Διαταραχή Συχνές Αποκόλληση αμφιβληστροειδούς μ μΕξιδρώ ατα του υαλοειδούς σώ ατος Πόνος του οφθαλμού Επιπεφυκίτιδα Οίδημα ωχράς κηλίδας Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου: Ωταλγία Συχνές Κώφωση Όχι συχνές Καρδιακές διαταραχές: Καρδιακές αρρυθμίες Όχι συχνές Αγγειακές διαταραχές: Υπόταση Συχνές Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου: Βήχας Πολύ συχνές Δύσπνοια :Γαστρεντερικές διαταραχές Διάρροια Πολύ συχνές Ναυτία Έμετος Κοιλιακό άλγος Δυσπεψία Συχνές μΜετεωρισ ός Άλγος της άνω κοιλιακής χώρας Δυσκοιλιότητα Εξέλκωση του στόματος Δυσφαγία Διάταση της κοιλίας Παγκρεατίτιδα Διαταραχές ήπατος και των χοληφόρων: Αυξημένη α μ λκαλική φωσφατάση αί ατος Συχνές Μη φυσιολογική η πατική λειτουργία Αυξημένη α μσπαρτική α ινοτρανσφεράση Αυξημένη αλανινική αμινοτρανσφεράση Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού: Δερματίτιδα Πολύ συχνές Νυχτερινές εφιδρώσεις Συχνές Κνησμός Εξάνθημα Αλωπεκία Ξηροδερμία Όχι συχνές Κνίδωση Ανεπιθύμητη αντίδραση (ADR) (MedDRA) Κατηγορία Οργανικού Συστήματος Κατηγορία συχνότητας Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού: Οσφυαλγία Συχνές Μυαλγία Αρθραλγία Μυϊκοί σπασμοί Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών: Νεφρική δυσλειτουργία Συχνές Μειωμένη νεφρική κάθαρση κρεατινίνης Αυξημένη κ μρεατινίνη αί ατος Νεφρική ανεπάρκεια Όχι συχνές μΑι ατουρία Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού: Στειρότητα άρρενος Όχι συχνές Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης: Πυρεξία Πολύ συχνές Κόπωση Αντίδραση στη θέση ένεσης Συχνές Άλγος Ρίγη Αίσθημα κακουχίας Εξασθένιση Θωρακικό άλγος Όχι συχνές
*Οι συχνότητες αυτών των ανεπιθύμητων αντιδράσεων προέρχονται από την εμπειρία μετά από την κυκλοφορία. Όλες οι άλλες κατηγορίες συχνότητας βασίζονται στη συχνότητα που καταγράφηκε σε κλινικές δοκιμές.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων αντιδράσεων Ουδετεροπενία Ο κίνδυνος ουδετεροπενίας δεν είναι προβλέψιμος επί τη βάση του αριθμού των ουδετεροφίλων πριν από τη θεραπεία. Η ουδετεροπενία συνήθως εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της πρώτης ή δεύτερης εβδομάδας της θεραπείας εφόδου και μετά από τη χορήγηση αθροιστικής δόσης ≤ 200 mg/kg. Ο αριθμός των κυττάρων συνήθως ομαλοποιείται σε διάστημα 2 έως 5 ημερών μετά από τη διακοπή του φαρμάκου ή τη μείωση της δόσης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Σοβαρή ουδετεροπενία Η σοβαρή ουδετεροπενία αναφέρθηκε συχνότερα σε ασθενείς με HIV (14%) που λάμβαναν θεραπεία συντήρησης με βαλγκανσικλοβίρη, από του στόματος ή ενδοφλέβια χορήγηση γκανσικλοβίρη (n = 1.704), σε σύγκριση με τους ασθενείς που έλαβαν βαλγκανσικλοβίρη ή από του στόματος χορηγούμενη γκανσικλοβίρη. Σε ασθενείς που έλαβαν βαλγκανσικλοβίρη ή από του στόματος χορηγούμενη γκανσικλοβίρη έως την Ημέρα 100 μετά τη μεταμόσχευση, η συχνότητα εμφάνισης σοβαρής ουδετεροπενίας ήταν 5% και 3% αντίστοιχα, ενώ σε ασθενείς που έλαβαν βαλγκανσικλοβίρη έως την Ημέρα 200 μετά τη μεταμόσχευση, η συχνότητα εμφάνισης σοβαρής ουδετεροπενίας ήταν 10%.
Θρομβοπενία Οι ασθενείς με χαμηλό αρχικό αριθμό αιμοπεταλίων (<100.000/μL) διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης θρομβοπενίας. Οι ασθενείς με ιατρογενή ανοσοκαταστολή εξαιτίας της θεραπείας με ανοσοκατασταλτικά φάρμακα διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο θρομβοπενίας σε σχέση με τους ασθενείς με AIDS (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η σοβαρή θρομβοπενία μπορεί να σχετίζεται με δυνητικά απειλητική για τη ζωή αιμορραγία.
Σπασμοί Έχουν αναφερθεί σπασμοί σε ασθενείς που λαμβάνουν ιμιπενέμη- σιλαστατίνη και γκανσικλοβίρη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
Αποκόλληση αμφιβληστροειδούς Αυτή η ανεπιθύμητη αντίδραση έχει αναφερθεί μόνο σε μελέτες με ασθενείς με AIDS οι οποίοι έλαβαν αγωγή με Cymevene για αμφιβληστροειδίτιδα από CMV.
Αντιδράσεις της θέσης ένεσης Στους ασθενείς που λαμβάνουν γκανσικλοβίρη εμφανίζονται συχνά αντιδράσεις της θέσης ένεσης. Το Cymevene θα πρέπει να χορηγείται σύμφωνα με τις συστάσεις στην παράγραφο Δοσολογία ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος τοπικού ερεθισμού του ιστού.
Παιδιατρικός πληθυσμός Δεν έχουν πραγματοποιηθεί επίσημες μελέτες ασφάλειας με την γκανσικλοβίρη σε παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών αλλά βάσει της εμπειρίας με τη βαλγκανσικλοβίρη, ένα προφάρμακο της γκανσικλοβίρης, το συνολικό προφίλ ασφάλειας του δραστικού φαρμάκου είναι παρόμοιο στους παιδιατρικούς και ενήλικες ασθενείς. Ωστόσο, τα ποσοστά συγκεκριμένων ανεπιθύμητων αντιδράσεων, όπως είναι η πυρεξία και το κοιλιακό άλγος, τα οποία μπορεί να είναι χαρακτηριστικά του παιδιατρικού πληθυσμού εμφανίζονται συχνότερα στους παιδιατρικούς συγκριτικά με τους ενήλικες ασθενείς. Η ουδετεροπενία εμφανίζεται επίσης συχνότερα στους παιδιατρικούς ασθενείς, αλλά δεν υπάρχει συσχέτιση ανάμεσα στην ουδετεροπενία και οι λοιμώδεις ανεπιθύμητες αντιδράσεις στον παιδιατρικό πληθυσμό. Διατίθενται μόνο περιορισμένα δεδομένα σε νεογνά ή βρέφη με HIV/AIDS ή συμπτωματική συγγενή λοίμωξη από CMV, τα οποία έλαβαν θεραπεία με βαλγκανσικλοβίρη ή γκανσικλοβίρη. Ωστόσο, το προφίλ ασφάλειας φαίνεται να συνάδει με το γνωστό προφίλ ασφάλειας της βαλγκανσικλοβίρης/γκανσικλοβίρης.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες (βλ. λεπτομέρειες παρακάτω). Ελλάδα Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http:// www. eof. gr Κύπρος Φαρμακευτικές Υπηρεσίες Υπουργείο Υγείας CY-1475 Λευκωσία Φαξ: + 357 22608649 Ιστότοπος: www. moh. gov. cy / phs
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-CYMEVENE
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Γονιμότητα
Στις μελέτες σε ζώα, η γκανσικλοβίρη διατάραξε τη γονιμότητα σε άρρενες και θήλεις επίμυες. Βάσει της εμφάνισης ασπερματογένεσης στις εκθέσεις της γκανσικλοβίρης κάτω από τα θεραπευτικά επίπεδα σε μελέτες σε ζώα, θεωρείται πιθανό ότι η γκανσικλοβίρη ενδέχεται να προκαλέσει προσωρινή ή οριστική αναστολή της σπερματογένεσης στους ανθρώπους (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Κύηση
Η ασφάλεια της γκανσικλοβίρης για χρήση σε έγκυες γυναίκες δεν έχει θεμελιωθεί. Ωστόσο, η γκανσικλοβίρη διέρχεται άμεσα στον ανθρώπινο πλακούντα. Σε μελέτες σε ζώα, η γκανσικλοβίρη σχετίστηκε με αναπαραγωγική τοξικότητα και τερατογένεση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Προκλινικά δεδομένα). Επομένως, η γκανσικλοβίρη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε εγκύους γυναίκες εκτός εάν η κλινική ανάγκη για τη θεραπεία της γυναίκας υπερσκελίζει τον πιθανό κίνδυνο τερατογένεσης για το έμβρυο.
Αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκες
Ως αποτέλεσμα της πιθανότητας για αναπαραγωγική τοξικότητα και τερατογένεση, οι γυναίκες με αναπαραγωγική ικανότητα πρέπει να συμβουλεύονται να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια και για τουλάχιστον 30 ημέρες μετά από τη θεραπεία. Οι άνδρες ασθενείς πρέπει να καθοδηγούνται να χρησιμοποιούν προφυλακτικό ως μέθοδο αντισύλληψης κατά τη διάρκεια, και για τουλάχιστον 90 ημέρες μετά από τη θεραπεία με γκανσικλοβίρη, εκτός εάν είναι βέβαιο ότι η σύντροφός τους δεν διατρέχει κίνδυνο εγκυμοσύνης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Προκλινικά δεδομένα).
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η γκανσικλοβίρη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα, αλλά η πιθανότητα έκκρισης της γκανσικλοβίρης στο μητρικό γάλα και πρόκλησης σοβαρών ανεπιθύμητων αντιδράσεων στο θηλάζον βρέφος δεν μπορεί να αποκλειστεί. Δεδομένα σε ζώα δείχνουν ότι η γκανσικλοβίρη εκκρίνεται στο γάλα των αρουραίων που θηλάζουν. Επομένως, πρέπει να διακοπεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με γκανσικλοβίρη (βλ. Αντενδείξεις).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-CYMEVENE
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιιικά για συστηματική χρήση, απευθείας δρώντα αντιιικά, νουκλεοσίδια και νουκλεοτίδια εκτός των αναστολέων της ανάστροφης μεταγραφάσης, κωδικός ATC: J05AB06
Μηχανισμός δράσης Η γκανσικλοβίρη είναι ένα συνθετικό ανάλογο της 2’-δεοξυγουανοσίνης, η οποία αναστέλλει την αντιγραφή των ιών του έρπητα τόσο in vitro όσο και in vivo. Οι ευαίσθητοι ανθρώπινοι ιοί περιλαμβάνουν τον ανθρώπινο μεγαλοκυτταροϊό (HCMV), τον ιό του απλού έρπη -1 και -2 (HSV-1 και HSV-2), τον ανθρώπινο ιό έρπη -6, -7 και -8 (HHV-6, HHV-7, HHV-8), τον ιό Epstein-Barr (EBV), τον ιό ανεμευλογιάς-ζωστήρα (VZV) και τον ιό της ηπατίτιδας B. Οι κλινικές μελέτες έχουν περιοριστεί στην αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας σε ασθενείς με λοίμωξη από CMV.
Σε κύτταρα με λοίμωξη από CMV, η γκανσικλοβίρη αρχικώς φωσφορυλιώνεται προς μονοφωσφορική γκανσικλοβίρη από την ιική πρωτεϊνική κινάση, UL97. Περαιτέρω φωσφορυλίωση λαμβάνει χώρα από αρκετές κυτταρικές κινάσες προς δημιουργία τριφωσφορικής γκανσικλοβίρης, η οποία μεταβολίζεται κατόπιν βραδέως, ενδοκυτταρικά. Αυτό έχει δειχθεί ότι λαμβάνει χώρα σε κύτταρα με λοίμωξη HSV και HCMV με χρόνους ημίσειας ζωής, 18 και 6-24 ωρών, αντίστοιχα, μετά την απομάκρυνση της εξωκυττάριας γκανσικλοβίρης. Επειδή η φωσφορυλίωση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ιική κινάση, η φωσφορυλίωση της γκανσικλοβίρης λαμβάνει χώρα κατά προτίμηση σε κύτταρα με ιογενή λοίμωξη.
Η ιοστατική δραστικότητα της γκανσικλοβίρης οφείλεται σε αναστολή της σύνθεσης του ιικού DNA μέσω: (1) ανταγωνιστικής αναστολής της ενσωμάτωσης της τριφωσφορικής δεοξυγουανοσίνης στο DNA από την πολυμεράση του ιικού DNA, και (2) ενσωμάτωσης της τριφωσφορικής γκανσικλοβίρης στο ιικό DNA, η οποία προκαλεί διακοπή της περαιτέρω επιμήκυνσης του ιικού DNA ή περιορισμό της σε μεγάλο βαθμό.
Αντιιική Δραστικότητα Η in vitro αντιιική δραστικότητα, μετρηθείσα ως IC50 της γκανσικλοβίρης έναντι του CMV, κυμαίνεται μεταξύ 0,08 M (0,02 g/ml) έως 14 M (3,57 g/ml).
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Ιική αντίσταση Η πιθανότητα ιικής αντίστασης θα πρέπει να εξετάζεται στους ασθενείς που επιτυγχάνουν επανειλημμένα πτωχή κλινική ανταπόκριση ή εμφανίζουν συνεχή ιική απέκκριση κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Ιική αντίσταση στη γκανσικλοβίρη μπορεί να προκύψει από την επιλογή μεταλλάξεων στο γονίδιο της ιικής κινάσης (UL97) που ευθύνεται για τη μονοφωσφορυλίωση της γκανσικλοβίρης και/ή του γονιδίου της ιικής πολυμεράσης (UL54). Οι ιοί που περιέχουν μεταλλάξεις στο γονίδιο UL97 είναι ανθεκτικοί στη μονοθεραπεία με γκανσικλοβίρη, ενώ οι ιοί με μεταλλάξεις στο γονίδιο UL54 είναι ανθεκτικοί στη γκανσικλοβίρη, αλλά ενδέχεται να επιδείξουν διασταυρούμενη αντίσταση σε άλλα αντιιικά που στοχεύουν, επίσης, την ιική πολυμεράση.
Παιδιατρικός πληθυσμός Σε μία προοπτική μελέτη, 36 σοβαρά ανοσοκατεσταλμένοι παιδιατρικοί ασθενείς (ηλικίας 6 μηνών - 16 ετών) με λοίμωξη από HIV και CMV έλαβαν ενδοφλέβια γκανσικλοβίρη στη δόση των 5 mg/kg ανά ημέρα για 2 ημέρες, ακολουθούμενη από την από του στόματος γκανσικλοβίρη για διάμεσο διάστημα 32 εβδομάδων. Η γκανσικλοβίρη ήταν δραστική με παρόμοιο προφίλ τοξικότητας με αυτό που παρατηρήθηκε στους ενήλικες. Η γκανσικλοβίρη σχετίστηκε με μείωση στον εντοπισμό CMV με καλλιέργεια ή αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης. Η ουδετεροπενία ήταν η μόνη σοβαρή ανεπιθύμητη αντίδραση φαρμάκου που παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια της μελέτης και παρόλο που κανένα παιδί δεν έχρηζε διακοπής της θεραπείας, 4 έχρηζαν θεραπείας με παράγοντα διέγερσης αποικιών των κοκκιοκυττάρων (G-CSF) ώστε να διατηρηθεί ο απόλυτος αριθμός ουδετεροφίλων 400 κύτταρα/mm .
Σε μία αναδρομική μελέτη, 122 παιδιατρικοί λήπτες μεταμόσχευσης ήπατος (ηλικίας 16 ημερών - 18 ετών, διάμεση ηλικία 2,5 ετών) έλαβαν ελάχιστη δόση 5 mg/kg ενδοφλέβιας γκανσικλοβίρης δύο φορές ημερησίως για 14 ημέρες, ακολουθούμενη από προληπτική παρακολούθηση του CMV με PCR. Σαράντα τρεις ασθενείς θεωρούνταν υψηλού κινδύνου για CMV και 79 ασθενείς θεωρούνταν τυπικού κινδύνου. Ασυμπτωματική λοίμωξη CMV εντοπίστηκε με PCR στο 34,4% των ατόμων και ήταν πιθανότερη στους λήπτες υψηλού κινδύνου σε σχέση με τους λήπτες τυπικού κινδύνου (58,1% έναντι 21,8%, p 0,0001). Δώδεκα άτομα (9,8%) ανέπτυξαν νόσο CMV (8 υψηλού κινδύνου έναντι 4 τυπικού κινδύνου, p 0,03). Τρία άτομα ανέπτυξαν οξεία απόρριψη σε διάστημα 6 μηνών από τον εντοπισμό του CMV, αλλά είχε προηγηθεί του CMV απόρριψη σε 13 άτομα. Δεν σημειώθηκαν θάνατοι λόγω του CMV. Συνολικά, το 38,5% των ατόμων δεν χρειάστηκε να λάβει αντιιική φαρμακευτική αγωγή πέραν της αρχικής τους μετεγχειρητικής προφύλαξης.
Σε μία αναδρομική ανάλυση, η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της γκανσικλοβίρης συγκρίθηκαν με τη βαλγκανσικλοβίρη σε 92 παιδιατρικούς ασθενείς με μεταμόσχευση νεφρού και/ή ήπατος (ηλικίας 7 μηνών - 18 ετών, διάμεση ηλικία 9 ετών). Όλα τα παιδιά έλαβαν ενδοφλέβια γκανσικλοβίρη 5 mg/kg δύο φορές ημερησίως για 2 εβδομάδες μετά από τη μεταμόσχευση. Τα παιδιά που έλαβαν θεραπεία πριν από το 2004 στη συνέχεια έλαβαν από του στόματος γκανσικλοβίρη 30 mg/kg/δόση έως και 1 g/δόση τρεις φορές την ημέρα (n 41), ενώ τα παιδιά που έλαβαν θεραπεία μετά από το 2004 έλαβαν βαλγκανσικλοβίρη έως και 900 mg μία φορά ημερησίως (n 51). Η συνολική επίπτωση του CMV ήταν 16% (15/92 ασθενείς). Ο χρόνος έως την έναρξη της λοίμωξης από CMV ήταν συγκρίσιμος σε αμφότερες τις ομάδες.
Σε μία τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη μελέτη, 100 νεογνά (ηλικίας ≤1 μήνα) με συμπτωματική συγγενή νόσο από CMV με διήθηση του ΚΝΣ έλαβαν 6 εβδομάδες ενδοφλέβιας γκανσικλοβίρης 6 mg/kg κάθε 12 ώρες ή καθόλου θεραπεία. Από τους 100 ασθενείς που εντάχθηκαν, οι 42 ικανοποίησαν όλα τα κριτήρια της μελέτης και είχαν ακουομετρικές αξιολογήσεις κατά την αρχική εκτίμηση και στην παρακολούθηση στους 6 μήνες. Από αυτούς, 25 έλαβαν γκανσικλοβίρη και 17 δεν έλαβαν θεραπεία. Είκοσι ένας από τους 25 λήπτες γκανσικλοβίρης είχαν βελτιωμένη ακοή ή διατήρηση της ακοής στα φυσιολογικά επίπεδα από την αρχική εκτίμηση έως τους 6 μήνες συγκριτικά με τους 10/17 ασθενείς ελέγχου (84% και 59%, αντίστοιχα, p 0,06). Κανένας από τους λήπτες γκανσικλοβίρης δεν εμφάνισε επιδείνωση της ακοής από την αρχική εκτίμηση έως τους 6 μήνες, συγκριτικά με τους 7 ασθενείς ελέγχου (p 0,01). Είως το πρώτο έτος μετά από την αρχική εκτίμηση, 5/24 λήπτες γκανσικλοβίρης και 13/19 ασθενείς ελέγχου είχαν επιδεινούμενη ακοή (p 0,01). Κατά τη διάρκεια της μελέτης, 29/46 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με γκανσικλοβίρη, είχαν ουδετεροπενία, συγκριτικά με 9/43 ασθενείς ελέγχου (p 0,1). Υπήρξαν 9 θάνατοι κατά τη διάρκεια της μελέτης, 3 στην ομάδα της γκανσικλοβίρης και 6 στην ομάδα ελέγχου. Κανένας θάνατος δεν σχετίστηκε με την υπό μελέτη φαρμακευτική αγωγή.
Σε μία τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη μελέτη Φάσης ΙΙΙ, 100 νεογνά (ηλικίας 3-33 ημερών, διάμεσης ηλικίας 12 ημερών) με σοβαρό συμπτωματικό συγγενή CMV με συμμετοχή του ΚΝΣ, έλαβαν είτε ενδοφλέβια γκανσικλοβίρη 6 mg/kg δύο φορές ημερησίως για 6 εβδομάδες (n 48) ή καμία αντιιική θεραπεία (n 52). Τα βρέφη που έλαβαν γκανσικλοβίρη είχαν βελτιωμένες νευροαναπτυξιακές εκβάσεις στους 6 και 12 μήνες συγκριτικά με αυτά που δεν έλαβαν αντιική θεραπεία. Παρόλο που οι λήπτες γκανσικλοβίρης είχαν λιγότερες καθυστερήσεις και περισσότερες φυσιολογικές νευρολογικές εκβάσεις, οι περισσότεροι δεν είχαν επιτύχει τη θεωρούμενη φυσιολογική ανάπτυξη στην ηλικία των 6 εβδομάδων, των 6 μηνών ή των 12 μηνών. Η ασφάλεια δεν εκτιμήθηκε σε αυτή τη μελέτη.
Μία αναδρομική μελέτη διερεύνησε την επίδραση της αντιιικής θεραπείας στην απώλεια της ακοής όψιμης έναρξης στα βρέφη με συγγενή λοίμωξη από CMV (ηλικία 4-34 μηνών, μέση ηλικία 10,3±7,8 μήνες, διάμεση ηλικία 8 μηνών). Η μελέτη συμπεριέλαβε 21 βρέφη με φυσιολογική ακοή κατά τη γέννηση, τα οποία ανέπτυξαν απώλεια της ακοής όψιμης έναρξης. Η αντιιική θεραπεία αποτελούνταν από τα εξής:
- Ενδοφλέβια γκανσικλοβίρη 5 mg/kg ημερησίως για 6 εβδομάδες, ακολουθούμενη από βαλγκανσικλοβίρη από του στόματος17 mg/kg δύο φορές ημερησίως για 6 εβδομάδες, και στη συνέχεια ημερησίως έως το 1 έτος της ηλικίας, ή
- Από του στόματος βαλγκανσικλοβίρη 17 mg/kg δύο φορές ημερησίως για 12 εβδομάδες, και στη συνέχεια ημερησίως για 9 μήνες
Κανένα από τα παιδιά δεν έχρηζε κοχλιακού εμφυτεύματος και η απώλεια της ακοής βελτιώθηκε στο 83% των ώτων που επηρεάστηκαν από την απώλεια της ακοής κατά την έναρξη. Η ουδετεροπενία ήταν η μόνη ανεπιθύμητη ενέργεια που αναφέρθηκε και δεν χρειάστηκε να διακοπεί η θεραπεία σε οποιονδήποτε ασθενή.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-CYMEVENE
expand_more
Φαρμακοκινητική
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της γκανσικλοβίρης έχουν αξιολογηθεί σε HIV- και CMV-οροθετικούς ασθενείς, ασθενείς με AIDS και αμφιβληστροειδίτιδα από CMV, και σε ασθενείς με μεταμόσχευση συμπαγών οργάνων.
Κατανομή Ο όγκος κατανομής της ενδοφλεβίως χορηγούμενης γκανσικλοβίρης σχετίζεται με το βάρος του σώματος. Ο όγκος κατανομής στη σταθεροποιημένη κατάσταση κυμαίνεται μεταξύ 0,54-0,87 L/kg. Η πρωτεϊνική δέσμευση στο πλάσμα ήταν 1-2% έναντι των συγκεντρώσεων της γκανσικλοβίρης της τάξεως του 0,5 και 51 g/mL. Η γκανσικλοβίρη διεισδύει στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό, όπου οι παρατηρηθείσες συγκεντρώσεις φθάνουν το 24%-67% των συγκεντρώσεων στο πλάσμα.
Βιομετασχηματισμός Η γκανσικλοβίρη δεν μεταβολίζεται σε σημαντική έκταση.
Αποβολή Η γκανσικλοβίρη αποβάλλεται κυρίως με νεφρική απέκκριση μέσω της σπειραματικής διήθησης και της ενεργού σωληναριακής απέκκρισης της αμετάβλητης γκανσικλοβίρης. Στους ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, περισσότερο από το 90% της ενδοφλεβίως χορηγούμενης δόσης γκανσικλοβίρης ανακτάται αμετάβλητο στα ούρα σε διάστημα 24 ωρών. Η μέση συστηματική κάθαρση κυμαινόταν από 2,64 0,38 mL/min/kg (N 15) έως 4,52 2,79 mL/min/kg (N 6) και η νεφρική κάθαρση κυμαινόταν από 2,57 0,69 mL/min/kg (N 15) έως 3,48 0,68 mL/min/kg (N 20), το οποίο αντιστοιχεί στο 90-101% της χορηγούμενης γκανσικλοβίρης. Οι χρόνοι ημίσειας ζωής στα άτομα χωρίς νεφρική δυσλειτουργία κυμαίνονταν από 2,73 1,29 (N 6) έως 3,98 1,78 ώρες (N 8).
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα Η ενδοφλέβια γκανσικλοβίρη εμφανίζει γραμμική φαρμακοκινητική στο εύρος των 1,6-5,0 mg/kg.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Η ολική κάθαρση της γκανσικλοβίρης στο σώμα σχετίζεται γραμμικά με την κάθαρση της κρεατινίνης. Στους ασθενείς με ήπια, μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, παρατηρήθηκε μέση συστηματική κάθαρση της τάξης του 2,1, 1 και 0,3 mL/min/kg. Οι ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία έχουν αυξημένο χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η ημίσεια ζωή αποβολής αυξήθηκε κατά 10 φορές (βλ. Δοσολογία για τις απαιτούμενες τροποποιήσεις της δόσης στους ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία).
Ασθενείς με Νεφρική Δυσλειτουργία που Υποβάλλονται σε Αιμοκάθαρση Η αιμοκάθαρση μειώνει τις συγκεντρώσεις της γκανσικλοβίρης στο πλάσμα κατά 50% μετά από την ενδοφλέβια χορήγηση κατά τη διάρκεια μίας συνεδρίας αιμοκάθαρσης διάρκειας 4 ωρών. Κατά τη διάρκεια της διαλείπουσας αιμοκάθαρσης, οι εκτιμήσεις για την κάθαρση της γκανσικλοβίρης κυμαίνονταν από 42-92 mL/min, με αποτέλεσμα χρόνους ημίσειας ζωής στο μεσοδιάστημα της αιμοκάθαρσης με τιμές 3,3-4,5 ώρες. Το κλάσμα της γκανσικλοβίρης που απομακρύνθηκε κατά τη διάρκεια μίας συνεδρίας αιμοκάθαρσης ποίκιλλε από 50% έως 63%. Οι εκτιμήσεις της κάθαρσης της γκανσικλοβίρης για τη συνεχή αιμοκάθαρση ήταν μικρότερες (4,0-29,6 mL/min) αλλά οδήγησαν σε μεγαλύτερη απομάκρυνση της γκανσικλοβίρης σε ένα διάστημα μεταξύ δόσεων.
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Cymevene δεν έχουν μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Η ηπατική δυσλειτουργία δεν θα πρέπει να επηρεάσει τη φαρμακοκινητική της γκανσικλοβίρης δεδομένου ότι απεκκρίνεται μέσω των νεφρών και, γι’ αυτό το λόγο, δεν γίνεται συγκεκριμένη σύσταση δόσης (βλ. Δοσολογία).
Παιδιατρικός Πληθυσμός Η φαρμακοκινητική της ενδοφλέβιας γκανσικλοβίρης διερευνήθηκε σε νεογνά ηλικίας 2-49 ημερών μετά από δόσεις 4 mg/kg (N 14) και 6 mg/kg (N 13). Η μέση Cmax ήταν 5,5 6 g/mL στα 4 mg/kg και 7,0 1,6 g/mL στα 6 mg/kg. Οι μέσες τιμές για τον όγκο κατανομής στη σταθεροποιημένη κατάσταση (0,7 L/kg) και τη συστηματική κάθαρση (3,15 0,47 mL/min/kg στα 4 mg/kg και 3,55 0,35 mL/min/kg στα 6 mg/kg) ήταν συγκρίσιμες με αυτές που παρατηρήθηκαν σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.
Η φαρμακοκινητική της ενδοφλέβιας γκανσικλοβίρης μελετήθηκε επίσης σε βρέφη και παιδιά με φυσιολογική νεφρική λειτουργία και ηλικίας 9 μηνών-12 ετών. Τα φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά της γκανσικλοβίρης ήταν τα ίδια με την εφάπαξ και τις πολλαπλές ενδοφλέβιες δόσεις (ανά 12 ώρες) 5 mg/kg. Η έκθεση όπως μετρήθηκε από τη μέση AUC0 - ∞ στις Ημέρες 1 και 14 ήταν 19,4 7,1 και 24,1 14,6 g.h/mL, αντίστοιχα, και οι αντίστοιχες τιμές Cmax ήταν 7,59 3,21 g/mL (Ημέρα 1) και 8,31 4,9 g/mL (Ημέρα 14). Το εύρος των εκθέσεων ήταν συγκρίσιμο με αυτό που παρατηρήθηκε στους ενήλικες.
Οι αντίστοιχες τιμές της μέσης συστηματικής κάθαρσης, της μέσης νεφρικής κάθαρσης, και του μέσου χρόνου ημίσειας ζωής αποβολής ήταν 4,66 1,72 mL/min/kg, 3,49 2,40 mL/min/kg, και 2,49 0,57 ώρες, αντίστοιχα. Η φαρμακοκινητική της ενδοφλέβιας γκανσικλοβίρης στα βρέφη και τα παιδιά ήταν συνεπής με αυτή που παρατηρήθηκε στα νεογνά και τους ενήλικες.
Ηλικιωμένοι Δεν έχουν διενεργηθεί μελέτες σε ενήλικες ηλικίας άνω των 65 ετών (βλ. Δοσολογία).
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Ένας ανάλογος της ακικλοβίρης που αποτελεί ισχυρό ανασταλτικό παράγοντα στη νόσο της οικογένειας του ιού ανεμευελώ/ερπητοϊού συμπεριλαμβανομένου του κυτταρομεγαλοϊού (CMV). Η γανσικλοβίρη χρησιμοποιείται για τη θεραπεία επιπλοκών από λοιμώξεις CMV σε ασθενείς με ανοσοανεπάρκεια, συμπεριλαμβανομένων ασθενών με Acquired Immunodeficiency Syndrome (AIDS).
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
Για έναρξη και διατήρηση στη θεραπεία της CMV ρετινίτιδας σε ανοσοκατασταλμένα άτομα, συμπεριλαμβανομένων ασθενών με επίκτητη ανοσοανεπάρκεια (AIDS). Επίσης χρησιμοποιείται στη θεραπεία σοβαρής CMV νόσου, συμπεριλαμβανομένης της CMV πνευμονίας, CMV γαστρεντερικής νόσου και διασπαρμένων λοιμώξεων CMV, σε ανοσοκατασταλμένα άτομα.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία (Pharmacology)
Η γκανσικλοβίρη είναι συνθετικό νουκλεοζίδιο ανάλογο της 2’-δεοξυγουανιδίνης που αναστέλλει την αντιγραφή των ερπηϊκών ιών και in vitro και in vivo. Ιοί που είναι ευαίσθητοι περιλαμβάνουν CMV, HSV-1, HSV-2, EBV και VZV, ωστόσο οι κλινικές μελέτες έχουν περιοριστεί στην αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας σε ασθενείς με λοίμωξη CMV. Η γκανσικλοβίρη είναι προφάρμακο που έχει δομή παρόμοια με την ακικλοβίρη. Ενεργεί με ενσωμάτωση στο DNA του ιού, εμποδίζοντας τη σύνθεση DNA.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός δράσης
Η αντιϊκή δράση της γκανσικλοβίρης εμποδίζει την αντιγραφή του ιού. Αυτή η ανασταλτική δράση είναι εξαιρετικά επιλεκτική καθώς το φάρμακο πρέπει να μετατραπεί στην ενεργή μορφή από ένα ιο-κωδικοποιημένο κυτταρικό ένζυμο, κινάση θρυιδίνης (TK). Η TK καταλύει τη φωσφορυλίωση της γκανσικλοβίρης σε μονοφωσφορικό, το οποίο κατόπιν μετατρέπεται σε διφωσφορικό από κυτταρική κινάση γουανυλάσης και σε τριφωσφορικό από έναν αριθμό κυτταρικών ενζύμων. In vitro, το τριφωσφορικό της γκανσικλοβίρης σταματά την αντιγραφή DNA του ιού. Όταν χρησιμοποιείται ως υπόστρωμα για την ιογενή DNA πολυμεράση, το τριφωσφορικό της γκανσικλοβίρης ανταγωνιστικά εμποδίζει το dATP οδηγώντας σε DNA λαθών. Αυτό ενσωματώνεται αντί για βάσεις αδενοσίνης, προκαλώντας πρόληψη της σύνθεσης DNA, στρέφοντας την αλυσίδα προς μη σταθερή δομή. Η γκανσικλοβίρη εμποδίζει περισσότερο τις ιογενείς πολυμεράσεις DNA από ότι τις κυτταρικές και η αλυσίδα μπορεί να παραταθεί μόλις αφαιρεθεί.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
Φτωχή(b) απορρόφηση συστηματικά μετά από από του στόματος χορήγηση. Η βιοδιαθεσιμότητα υπό συνθήκες νηστείας είναι περίπου 5%, ενώ όταν χορηγείται με τροφή, 6–9% (περίπου 30% με λιπαρό γεύμα).
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Ημιζωή
2.5–3.6 ώρες (μέσος όρος 2.9 ώρες) όταν χορηγείται ενδοφλέβια σε ενήλικες. 3.1–5.5 ώρες όταν χορηγείται από το στόμα σε ενήλικες. Η νεφρική δυσλειτουργία προκαλεί αισθητή αύξηση της ημιζωής (9–30 ώρες ενδοφλέβια, 15.7–18.2 ώρες από το στόμα).
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Δέσμευση πρωτεϊνών
1–2%
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός απέκκρισης
Η νεφρική απέκκριση άθικτης ουσίας μέσω γλομευτικής διήθησης και ενεργητικής σωληναριακής απέκκρισης αποτελεί τη βασική οδό απέκκρισης της γκανσικλοβίρης.
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
Όγκος κατανομής
0.74 ± 0.15 L/kg
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Απέκκριση (Clearance)
128 ± 63 mL/min [Ασθενείς με Νεφρική Επιβάρυνση (Clcr=50–79 mL/min)] 57 ± 8 mL/min [Ασθενείς με Νεφρική Επιβάρυνση (Clcr=25–49 mL/min)] 30 ± 13 mL/min [Ασθενείς με Νεφρική Επιβάρυνση (Clcr<25 mL/min)] 4.7 ± 2.2 mL/min/kg [παιδια, ηλικία 9 μηνών έως 12 ετών]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα
Τοξικότητα: από το στόμα, LD50 σε ποντίκια: > 2 g/kg. Ενδοφλέβια, LD50 σε σκύλους: > 150 mg/kg. Τα συμπτώματα υπερδοσολογίας περιλαμβάνουν μόνιμη πανκυττανομία, επιδείνωση γαστρεντερικών συμπτωμάτων και οξεία νεφρική ανεπάρκεια. Υποψιαζόμενος καρκινογόνος παράγοντας.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η γανσικλοβίρη είναι ένα συνθετικό ανάλογο νουκλεοσίδης της 2’-δεοξυγουανοσίνης που αναστέλλει την αντιγραφή των ιών του έρπητα in vitro και in vivo. Ευαίσθητοι ιοί στον άνθρωπο περιλαμβάνουν τον κυτταρομεγαλοϊό (CMV), τον ιό του απλού έρπητα -1 και -2 (HSV-1, HSV-2), τον ιό Epstein-Barr (EBV) και τον ιό ανεμοβλογιάς-ζωστήρα (VZV), αν και οι κλινικές μελέτες έχουν περιοριστεί στην αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας σε ασθενείς με λοίμωξη CMV. Η γανσικλοβίρη είναι ένα προφάρμακο που είναι δομικά παρόμοιο με την ακυκλοβίρη. Αναστέλλει την αντιγραφή του ιού μέσω της ενσωμάτωσής του στο ιικό DNA. Αυτή η ενσωμάτωση αναστέλλει την dATP και οδηγεί σε ελλιπές DNA, διακόπτοντας ή επιβραδύνοντας τον ιικό μηχανισμό που απαιτείται για τη μετάδοση του ιού σε άλλα κύτταρα.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η αντιική δράση της γανσικλοβίρης αναστέλλει την αντιγραφή του ιού. Αυτή η ανασταλτική δράση είναι ιδιαίτερα επιλεκτική, καθώς το φάρμακο πρέπει να μετατραπεί στην ενεργή μορφή του από ένα ιικό ένζυμο, τη θυμιδινική κινάση (TK). Η TK καταλύει τη φωσφορυλίωση της γανσικλοβίρης σε μονοφωσφορική, η οποία στη συνέχεια μετατρέπεται σε διφωσφορική από την κυτταρική γουανυλική κινάση και σε τριφωσφορική από διάφορα κυτταρικά ένζυμα. In vitro, η γανσικλοβίρη τριφωσφορική σταματά την αντιγραφή του DNA των ιών του έρπητα. Όταν χρησιμοποιείται ως υπόστρωμα για την ιική DNA πολυμεράση, η γανσικλοβίρη τριφωσφορική ανταγωνιστικά αναστέλλει την dATP, οδηγώντας στο σχηματισμό ‘ελαττωματικού’ DNA. Αυτό συμβαίνει όταν η γανσικλοβίρη τριφωσφορική ενσωματώνεται στην αλυσίδα DNA αντικαθιστώντας πολλές αδενοσίνες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή της σύνθεσης DNA, καθώς οι φωσφοδιεστερικές γέφυρες δεν μπορούν πλέον να σχηματιστούν, αποσταθεροποιώντας την αλυσίδα. Η γανσικλοβίρη αναστέλλει τις ιικές DNA πολυμεράσες πιο αποτελεσματικά από τις κυτταρικές πολυμεράσες, και η επιμήκυνση της αλυσίδας συνεχίζεται όταν αφαιρείται η γανσικλοβίρη.
Παρόλο που ο ακριβής μηχανισμός(οί) δράσης της γανσικλοβίρης δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί, φαίνεται ότι το φάρμακο ασκεί την αντιική του δράση στον ανθρώπινο κυτταρομεγαλοϊό και στους άλλους ανθρώπινους ερπητοϊούς παρεμβαίνοντας στη σύνθεση DNA μέσω ανταγωνισμού με τη δεοξυγουανοσίνη για ενσωμάτωση στο ιικό DNA και μέσω ενσωμάτωσης σε αναπτυσσόμενες αλυσίδες ιικού DNA. Η ενεργή φωσφορυλιωμένη μορφή της γανσικλοβίρης μπορεί τόσο ανταγωνιστικά να αναστείλει την ιική DNA πολυμεράση όσο και να ενσωματωθεί σε αναπτυσσόμενες αλυσίδες DNA ως ψευδο-νουκλεοτίδιο, παρεμβαίνοντας έτσι στην επιμήκυνση της αλυσίδας (πρόωρη διακοπή της σύνθεσης DNA) ή/και οδηγώντας στο σχηματισμό μεταλλαγμένης αλυσίδας DNA, αναστέλλοντας έτσι την ιική αντιγραφή. Η γανσικλοβίρη τριφωσφορική προφανώς δεν έχει καμία επίδραση στη σύνθεση ιικών πρωτεϊνών ή RNA. Η κυτταρική άλφα-DNA πολυμεράση αναστέλλεται επίσης από το φάρμακο, αλλά γενικά σε συγκεντρώσεις υψηλότερες από αυτές που απαιτούνται για την αναστολή της ιικής DNA πολυμεράσης. Σε ανθρώπινα κύτταρα μυελού των οστών, η IC50 (συγκέντρωση του φαρμάκου που προκαλεί 50% αναστολή της κυτταρικής διαίρεσης) έχει αναφερθεί ως 9.95 ug/ml.
Η αμετάβλητη γανσικλοβίρη δεν φαίνεται να έχει αντιική δράση. Αντίθετα, η αντιική δράση φαίνεται να εξαρτάται κυρίως από την ενδοκυτταρική μετατροπή του φαρμάκου σε γανσικλοβίρη τριφωσφορική. Ο σχηματισμός γανσικλοβίρης μονοφωσφορικής φαίνεται να είναι το βραδύ βήμα στον σχηματισμό της γανσικλοβίρης τριφωσφορικής. In vitro σε ιούς του έρπητα, η γανσικλοβίρη τριφωσφορική λειτουργεί τόσο ως υπόστρωμα όσο και ως προτιμώμενος αναστολέας της ιικής DNA πολυμεράσης και ως ψευδο-νουκλεοτιδική βάση. Σε κύτταρα που έχουν μολυνθεί από τον ιό του απλού έρπητα τύπου 1 ή 2 ή τον ιό ανεμοβλογιάς-ζωστήρα, η γανσικλοβίρη μετατρέπεται σε γανσικλοβίρη μονοφωσφορική μέσω της ιικά κωδικοποιημένης θυμιδινικής κινάσης. Η οδός μετατροπής σε μονοφωσφορική σε κύτταρα που έχουν μολυνθεί από τον ιό Epstein-Barr ή τον κυτταρομεγαλοϊό είναι ασαφής· αυτοί οι ιοί δεν κωδικοποιούν θυμιδινική κινάση, και μια κυτταρική δεοξυγουανοσίνη κινάση, που βρίσκεται στο κυτταρόπλασμα και στα μιτοχόνδρια, μπορεί να εμπλέκεται. Σε κύτταρα που έχουν μολυνθεί από τον κυτταρομεγαλοϊό, έχουν ανιχνευθεί αυξημένες συγκεντρώσεις δεοξυγουανοσίνη κινάσης (μιτοχονδριακής προέλευσης), υποδηλώνοντας ότι ο ιός μπορεί να προκαλέσει την παραγωγή του ενζύμου. Η επακόλουθη φωσφορυλίωση γίνεται μέσω κυτταρικών κινασών (συμπεριλαμβανομένης της γουανυλικής κινάσης, της φωσφογλυκερικής κινάσης και της νουκλεοσιδικής διφωσφοκινάσης) προς τη διφωσφορική και στη συνέχεια την ενεργή τριφωσφορική μορφή.
Η γανσικλοβίρη φαίνεται να είναι κυρίως ιοστατική παρά ιοκτόνος δράση. Μετά την απομάκρυνση του φαρμάκου από το καλλιεργητικό μέσο in vitro, η σύνθεση του ιικού DNA, η οποία προηγουμένως είχε ανασταλεί, συνεχίζεται, οδηγώντας σε αποκατεστημένη ιική αντιγραφή. Επιπλέον, κλινικά στοιχεία επανενεργοποιημένης νόσου υποδηλώνουν ότι η γανσικλοβίρη δρα κυρίως για την καταστολή της ιικής δραστηριότητας και ότι η εξάλειψη του ιού δεν φαίνεται να συμβαίνει.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
- Απορρόφηση: Χαμηλή συστηματική απορρόφηση μετά από από του στόματος χορήγηση. Η βιοδιαθεσιμότητα υπό νηστεία είναι περίπου 5%, και όταν χορηγείται με τροφή, 6 έως 9% (περίπου 30% με λιπαρό γεύμα).
- Απέκκριση: Νεφρική απέκκριση αμετάβλητου φαρμάκου μέσω σπειραματικής διήθησης και ενεργής σωληνικής έκκρισης αποτελεί την κύρια οδό αποβολής της γανσικλοβίρης.
- Κατανομή:
- Όγκος κατανομής: 0.74 ± 0.15 L/kg
- Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (CrCl = 50-79 mL/min): 128 ± 63 mL/min
- Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (CrCl = 25-49 mL/min): 57 ± 8 mL/min
- Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (CrCl < 25 mL/min): 30 ± 13 mL/min
- Σε παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 9 μηνών έως 12 ετών): 4.7 ± 2.2 mL/min/kg
Η γανσικλοβίρη απορροφάται ελάχιστα από το ΓΕΣ. Μετά από από του στόματος χορήγηση υδατικού διαλύματος γανσικλοβίρης νατρίου, 7% ή λιγότερο μιας δόσης 10 έως 20 mg/kg φαίνεται να απορροφάται, βασιζόμενο στην απέκκριση στα ούρα, και η σχετική από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα φαίνεται να μειώνεται με την αύξηση της δόσης και της συχνότητας χορήγησης. Οι συγκεντρώσεις γανσικλοβίρης στο πλάσμα που απαιτούνται για θεραπευτική αντιική δράση δεν είναι επί του παρόντος γνωστές. Παρόλο που οι μέγιστες συγκεντρώσεις γανσικλοβίρης στο πλάσμα που επιτυγχάνονται μετά από από του στόματος χορήγηση 20 mg/kg κάθε 6 ώρες έχουν υπερβεί την in vitro ID50 (συγκέντρωση του φαρμάκου που απαιτείται για την επίτευξη 50% αναστολής σχηματισμού ιικών πλακών) πολλών στελεχών κυτταρομεγαλοϊού, η ID50 για πολλά άλλα ευαίσθητα στελέχη του ιού υπερβαίνει τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα που επιτυγχάνονται με αυτή τη δοσολογία από του στόματος· επομένως, η ενδοφλέβια χορήγηση του φαρμάκου προτιμάται επί του παρόντος. Σε μια μελέτη σε αρκετούς ενήλικες με σύνδρομο επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας και κυτταρομεγαλοϊϊκή αμφιβληστροειδίτιδα που λάμβαναν δόση γανσικλοβίρης από του στόματος 20 mg/kg κάθε 6 ώρες, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα του φαρμάκου επιτεύχθηκαν εντός 1 ώρας και κυμαίνονταν περίπου 0.76 ug/ml σε κατάσταση ισορροπίας· οι ελάχιστες συγκεντρώσεις σε κατάσταση ισορροπίας πριν από τη δόση κυμαίνονταν περίπου 0.27 g/ml.
Σε περιορισμένο αριθμό ανοσοκατεσταλμένων ασθενών με λοιμώξεις από κυτταρομεγαλοϊό και φυσιολογική νεφρική λειτουργία που έλαβαν δόση γανσικλοβίρης 5 mg/kg κάθε 12 ώρες με ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 1 ώρας, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα του φαρμάκου που επιτεύχθηκαν στο τέλος της έγχυσης κυμαίνονταν κατά μέσο όρο 9.5-11.6 ug/ml (εύρος: 3.1-24.1 ug/ml) και οι ελάχιστες συγκεντρώσεις πριν από τη δόση κυμαίνονταν κατά μέσο όρο 1.6 ug/ml (εύρος: 0.11-3.5 ug/ml). Ελαφρώς χαμηλότερες μέγιστες και ελάχιστες συγκεντρώσεις (κατά μέσο όρο 6.6-8.3 και 0.56-1 ug/ml, αντίστοιχα) επιτεύχθηκαν μετά την πρώτη δόση. Οι μέγιστες και ελάχιστες συγκεντρώσεις στο πλάμα του φαρμάκου μετά από ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 1 ώρας 2.5 mg/kg κάθε 8 ώρες κυμαίνονταν κατά μέσο όρο 4.09-5.36 (εύρος: 1.66-7.78 ug/ml) και 0.33-1.07 ug/ml (εύρος: 0.2-1.66 ug/ml), αντίστοιχα, σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς με λοιμώξεις από κυτταρομεγαλοϊό και φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Σε περιορισμένο αριθμό τέτοιων ασθενών που έλαβαν 5 mg/kg κάθε 8 ώρες με ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 1 ώρας, οι μέγιστες και ελάχιστες συγκεντρώσεις κυμαίνονταν κατά μέσο όρο 6.53-11.41 και 1.13-2.23 ug/ml, αντίστοιχα. Δεν φαίνεται να συμβαίνει συσσώρευση του φαρμάκου σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία που λαμβάνουν ενδοφλέβιες δόσεις 3-15 mg/kg ημερησίως σε διαιρεμένες δόσεις.
Περιορισμένα δεδομένα υποδηλώνουν ότι παρατηρείται ελάχιστη συστηματική απορρόφηση της γανσικλοβίρης μετά από ενδοϋαλοειδική έγχυση του φαρμάκου, αν και επαρκείς ενδοϋαλοειδικές συγκεντρώσεις γανσικλοβίρης φαίνεται να επιτυγχάνονται με αυτή τη χορήγηση. Σε έναν ασθενή με κυτταρομεγαλοϊϊκή αμφιβληστροειδίτιδα που έλαβε πέντε ενδοϋαλοειδικές δόσεις 200 ug σε διάστημα 15 ημερών, οι συστηματικές συγκεντρώσεις γανσικλοβίρης στο πλάμα κατά τη διάρκεια της θεραπείας ήταν μικρότερες από 0.1 ug/ml. Επίπεδα γανσικλοβίρης στον υαλοειδή χιτώνα 1.17 ug/ml και στον προσθιο θάλαμο 0.66 ug/ml επιτεύχθηκαν 51.4 ώρες μετά την αρχική δόση σε αυτόν τον ασθενή, και συγκέντρωση στον υαλοειδή χιτώνα 0.1 ug/ml επιτεύχθηκε 97.3 ώρες μετά την τέταρτη δόση. Δεδομένα από κουνέλια υποδεικνύουν επίσης ότι αντιιικές ενδοϋαλοειδικές συγκεντρώσεις του φαρμάκου είναι εφικτές με μικρές ενδοϋαλοειδικές αλλά όχι υποεπιπεφυκοτικές δόσεις γανσικλοβίρης. Μετά από ενδοϋαλοειδική έγχυση μιας εφάπαξ δόσης 400 ug σε κουνέλια, οι συγκεντρώσεις γανσικλοβίρης στον υαλοειδή χιτώνα κυμαίνονταν κατά μέσο όρο 543, 423, 57.7, 16, 2.02 και 1.2 ug/ml 2, 5, 12, 24, 48 και 60 ώρες μετά την έγχυση. Μετά από υποεπιπεφυκοτική έγχυση μιας εφάπαξ δόσης 1.25 mg σε κουνέλια, οι συγκεντρώσεις γανσικλοβίρης 1, 2, 3 και 8 ώρες μετά την έγχυση κυμαίνονταν κατά μέσο όρο 0.09, 0.31, 0.16 και 0.02 ug/ml, αντίστοιχα, στον υαλοειδή χιτώνα και 2.18, 3.27, 2.22 και 0.07 ug/ml, αντίστοιχα, στον προσθιο θάλαμο.
Η κατανομή της γανσικλοβίρης στους ανθρώπινους ιστούς και υγρά του σώματος δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί. Ευρήματα νεκροψίας σε αρκετούς ασθενείς που έλαβαν το φάρμακο ενδοφλεβίως υποδηλώνουν ότι η γανσικλοβίρη συγκεντρώνεται στα νεφρά, με σημαντικά χαμηλότερες συγκεντρώσεις στους πνεύμονες, στο ήπαρ, στον εγκέφαλο και στους όρχεις. Ενώ η αποτελεσματικότητα του φαρμάκου στην πνευμονία από κυτταρομεγαλοϊό ήταν σημαντικά μικρότερη από ό,τι σε πολλές άλλες λοιμώξεις (π.χ. αμφιβληστροειδίτιδα) με τον ιό μέχρι σήμερα, οι συγκεντρώσεις γανσικλοβίρης στους πνεύμονες που υπερβαίνουν την ID50 για τον κυτταρομεγαλοϊό φαίνεται να επιτυγχάνονται με τις συνήθεις ενδοφλέβιες δόσεις. Οι συγκεντρώσεις που επιτεύχθηκαν στους πνεύμονες και στο ήπαρ ήταν 99% και 92%, αντίστοιχα, συγκριτικά με αυτές που επιτεύχθηκαν ταυτόχρονα στο αίμα της καρδιάς σε αρκετούς ενήλικες που έλαβαν το φάρμακο ενδοφλεβίως. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση σε ποντίκια, η γανσικλοβίρη κατανεμήθηκε ευρέως, επιτυγχάνοντας τις υψηλότερες συγκεντρώσεις στα νεφρά και τις χαμηλότερες στον εγκέφαλο. Παρατηρήθηκε επίσης σημαντική κατανομή της γανσικλοβίρης στους πνεύμονες, στο ήπαρ, στην καρδιά, στον σπλήνα, στο στομάχι, στα έντερα, στους μύες και στους όρχεις, υπερβαίνοντας τις ταυτόχρονες συγκεντρώσεις στο αίμα σε αυτούς τους ιστούς· οι συγκεντρώσεις που επιτεύχθηκαν στον εγκέφαλο, στα μάτια και στο λίπος ήταν χαμηλότερες από τις ταυτόχρονες συγκεντρώσεις στο αίμα. Δεν φάνηκε να συμβαίνει συσσώρευση του φαρμάκου, αν και μετρήσιμες συγκεντρώσεις παρέμειναν για τουλάχιστον 30 ώρες στο στομάχι, στο ήπαρ και στα έντερα σε αυτά τα ζώα. Επιπλέον, δεν υπήρξαν ενδείξεις συσσώρευσης γανσικλοβίρης στους όρχεις σε αρκετούς ανθρώπους που έλαβαν 15 mg/kg ενδοφλεβίως ημερησίως για 8-13 ημέρες.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
1-2%
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ελάχιστος έως καθόλου μεταβολισμός, περίπου 90% της γανσικλοβίρης στο πλάσμα αποβάλλεται αμετάβλητη στα ούρα.
Με εξαίρεση την ενδοκυτταρική φωσφορυλίωση του φαρμάκου, η γανσικλοβίρη δεν φαίνεται να μεταβολίζεται σημαντικά στους ανθρώπους.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
- Ενδοφλέβια χορήγηση (ενήλικες): 2.5 έως 3.6 ώρες (μέσος όρος 2.9 ώρες).
- Από του στόματος χορήγηση (ενήλικες): 3.1 έως 5.5 ώρες.
- Σε νεφρική δυσλειτουργία: Σημαντική αύξηση του χρόνου ημίσειας ζωής (9 έως 30 ώρες ενδοφλεβίως, 15.7 έως 18.2 ώρες από του στόματος).
Οι συγκεντρώσεις γανσικλοβίρης στο πλάμα φαίνεται να μειώνονται διφασικά. Σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, ο χρόνος ημίσειας ζωής της γανσικλοβίρης στην αρχική φάση κατανομής κυμαίνεται κατά μέσο όρο 0.23-0.76 ώρες και ο χρόνος ημίσειας ζωής στην τελική φάση αποβολής κυμαίνεται κατά μέσο όρο 2.53-3.6 ώρες. Οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάμα μπορεί να είναι υψηλότερες και ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής παρατεταμένος σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Σε ενήλικες με μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 50 mL/min/1.73 τ.μ.), ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της γανσικλοβίρης κυμάνθηκε από 4.4-30 ώρες, ανάλογα με το βαθμό της δυσλειτουργίας.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της γανσικλοβίρης από τον υαλοειδή χιτώνα μετά από ενδοϋαλοειδική έγχυση εκτιμήθηκε σε 13.3 ώρες σε έναν ασθενή με κυτταρομεγαλοϊϊκή αμφιβληστροειδίτιδα.
Σε κουνέλια, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής από τον υαλοειδή χιτώνα μετά από ενδοϋαλοειδική έγχυση μιας εφάπαξ δόσης 400 ug ήταν 8.6 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται στην προφύλαξη ή θεραπεία VIRUS_DISEASES. Ορισμένοι από τους τρόπους δράσης τους περιλαμβάνουν την αναστολή της ιικής αντιγραφής μέσω της αναστολής της ιικής DNA πολυμεράσης, τη σύνδεση με ειδικούς υποδοχείς κυτταρικής επιφάνειας και την αναστολή της διείσδυσης ή αποκάψωσης του ιού, την αναστολή της σύνθεσης ιικών πρωτεϊνών, ή το μπλοκάρισμα των τελικών σταδίων της συναρμολόγησης του ιού.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογίας
P9G3CKZ4P5
GANCICLOVIR
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας DNA Πολυμεράσης Νουκλεοσιδικού Αναλόγου Κυτταρομεγαλοϊού
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς DNA Πολυμεράσης
Νουκλεοσιδικό Ανάλογο [EXT]
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αντιικό Νουκλεοσιδικό Ανάλογο
Η γανσικλοβίρη είναι Αναστολέας DNA Πολυμεράσης Νουκλεοσιδικού Αναλόγου Κυτταρομεγαλοϊού και Αντιικό Νουκλεοσιδικό Ανάλογο. Ο μηχανισμός δράσης της γανσικλοβίρης είναι ως Αναστολέας DNA Πολυμεράσης.
GANCICLOVIR
Αναστολέας DNA Πολυμεράσης Νουκλεοσιδικού Αναλόγου Κυτταρομεγαλοϊού [EPC]; Αναστολείς DNA Πολυμεράσης [MoA]; Νουκλεοσιδικό Ανάλογο [EXT]; Αντιικό Νουκλεοσιδικό Ανάλογο [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται στην προφύλαξη ή θεραπεία VIRUS_DISEASES. Ορισμένοι από τους τρόπους δράσης τους περιλαμβάνουν την αναστολή της ιικής αντιγραφής μέσω της αναστολής της ιικής DNA πολυμεράσης, τη σύνδεση με ειδικούς υποδοχείς κυτταρικής επιφάνειας και την αναστολή της διείσδυσης ή αποκάψωσης του ιού, την αναστολή της σύνθεσης ιικών πρωτεϊνών, ή το μπλοκάρισμα των τελικών σταδίων της συναρμολόγησης του ιού.