LANREOTIDE
Λανρεοτίδη
Tα ανάλογα της γοναδορελίνης είναι ουσίες που προσομοιάζουν χημικά με τις γοναδοτροφίνες. Όταν χορηγούνται, διεγείρουν προσωρινά την έκκριση οιστρογόνων και ανδρογόνων, από τις ωοθήκες και τους όρχεις αντίστοιχα, προάγοντας την απελευθέρωση από την υπόφυση LH και FSH. Mετά από …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-SOMATULINE
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Βαθιά υποδόρια ένεση
- Χορήγηση: Ανά 28 ημέρες (ή 42-56 ημέρες για ορισμένους ασθενείς με μεγαλακρία)
- Δόση έναρξης: 60 mg
- Τιτλοποίηση: Η δόση μπορεί να αυξηθεί αν δεν επιτευχθεί η επιθυμητή ανταπόκριση, ή να μειωθεί αν επιτευχθεί πλήρης έλεγχος.
-
ΜεγαλακρίαΔόση60 έως 120 mg ανά 28 ημέρεςΑρχική δόση: 60 mg ανά 28 ημέρες για ασθενείς που λάμβαναν Somatuline 30 mg ανά 14 ημέρες. 90 mg ανά 28 ημέρες για ασθενείς που λάμβαναν Somatuline 30 mg ανά 10 ημέρες. Η δόση εξατομικεύεται ανάλογα με την ανταπόκριση. Μπορεί να αυξηθεί αν δεν επιτευχθεί ανταπόκριση, ή να μειωθεί αν επιτευχθεί πλήρης έλεγχος. Ασθενείς που ελέγχονται καλά μπορούν να λάβουν 120 mg κάθε 42-56 ημέρες. Μακροχρόνια παρακολούθηση συμπτωμάτων και επιπέδων GH και IGF-1.
-
Ενήλικοι ασθενείς με μη-εγχειρήσιμη τοπικά προχωρημένη ή μεταστατική νόσο (GEP-NETs)Δόση120 mg κάθε 28 ημέρεςΘεραπεία για όσο διάστημα απαιτείται για τον έλεγχο του όγκου.
-
Αντιμετώπιση συμπτωμάτων που σχετίζονται με νευροενδοκρινείς όγκουςΔόση60 έως 120 mg ανά 28 ημέρεςΗ δόση ρυθμίζεται ανάλογα με τον επιτυγχανόμενο βαθμό συμπτωματικής ανακούφισης.
-
Διαταραγμένη νεφρική / ηπατική λειτουργίαΔεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΔεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν συνιστάται.
block
SPC-SOMATULINE
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη σωματοστατίνη ή ανάλογα πεπτίδια ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
SPC-SOMATULINE
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΧολολιθίασηΟι ασθενείς μπορεί να χρειάζεται να παρακολουθούνται περιοδικά.
-
Επίπεδα γλυκόζης στο αίμαΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με lanreotideΘα πρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα και σε περίπτωση ύπαρξης αντιδιαβητικής αγωγής να γίνεται ανάλογη προσαρμογή της δοσολογίας της.
-
Λειτουργία θυρεοειδούςΠληθυσμόςμεγαλακρικοί ασθενείςΣυνιστώνται έλεγχοι της θυρεοειδικής λειτουργίας όταν ενδείκνυται κλινικά.
-
Καρδιακός ρυθμός / ΒραδυκαρδίαΠροσοχήΠρέπει να δίνεται προσοχή κατά την έναρξη της θεραπείας με lanreotide σε ασθενείς με βραδυκαρδία
swap_horiz
SPC-SOMATULINE
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΠροσοχήΜείωση εντερικής απορρόφησης και σχετικής βιοδιαθεσιμότητας. Μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή δόσης.
-
Φάρμακα υψηλής δέσμευσης στο πλάσμαΠαρακολούθησηΑπίθανο να συμβούν αλληλεπιδράσεις λόγω μέτριας πρόσδεσης του lanreotide στις πρωτεΐνες.
-
ΠροσοχήΠιθανή αύξηση της διαθεσιμότητας.
-
Φάρμακα που προκαλούν βραδυκαρδία (π.χ. β-αναστολείς)ΠροσοχήΠροσθετική επίδραση στην ελαφρά μείωση του καρδιακού ρυθμού. Μπορεί να είναι αναγκαία η ρύθμιση δόσεων.
-
Φάρμακα που μεταβολίζονται κυρίως από CYP3A4 με χαμηλό θεραπευτικό δείκτη (π.χ. quinidine, terfenadine)ΠροσοχήΠιθανή μείωση της μεταβολικής κάθαρσης. Χορήγηση με προσοχή.
sick
SPC-SOMATULINE
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Υπογλυκαιμία
- μειωμένη όρεξη
- υπεργλυκαιμία
- σακχαρώδης διαβήτης
- Αϋπνία
- Ζάλη
- κεφαλαλγία
- λήθαργος
- Φλεβοκομβική βραδυκαρδία
- Εξάψεις
- Διάρροια
- μαλακά κόπρανα
- κοιλιακό άλγος
- ναυτία
- έμετος
- δυσκοιλιότητα
- μετεωρισμός
- διάταση κοιλίας
- κοιλιακή δυσφορία
- δυσπεψία
- στεατόρροια
- αποχρωματισμός κοπράνων
- Παγκρεατίτιδα
- Χολολιθίαση
- Διάταση χοληφόρων
- Μυοσκελετικός πόνος
- μυαλγία
- Αλωπεκία
- ελάττωση τριχοφυΐας
- Εξασθένηση
- κόπωση
- Αντίδραση στο σημείο της ένεσης (πόνος, μάζα, σκλήρυνση, οζίδιο, κνησμός)
- ALAT αυξημένη
- ASAT αυξημένη
- Αλκαλική φωσφατάση μη φυσιολογική
- ALAT μη φυσιολογική
- Χολερυθρίνη αίματος αυξημένη
- Γλυκόζη αίματος αυξημένη
- Γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη αυξημένη
- Μείωση βάρους
- Μειωμένα παγκρεατικά ένζυμα
- Φωσφατάση αίματος αυξημένη
- Χολερυθρίνη αίματος μη φυσιολογική
- Νάτριο αίματος μειωμένο
- Αλλεργικές αντιδράσεις (περιλαμβάνονται αγγειοοίδημα, αναφυλαξία, υπεραισθησία)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΥπογλυκαιμίαΔιαταραχές μεταβολισμού και θρέψης
-
ΣυχνέςΜειωμένη όρεξηΔιαταραχές μεταβολισμού και θρέψης
-
ΣυχνέςΥπεργλυκαιμίαΔιαταραχές μεταβολισμού και θρέψης
-
ΣυχνέςΣακχαρώδης διαβήτηςΔιαταραχές μεταβολισμού και θρέψης
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΖάληΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΛήθαργοςΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΦλεβοκομβική βραδυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΕξάψειςΑγγειακές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΜαλακά κόπραναΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΔιάταση κοιλίαςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΚοιλιακή δυσφορίαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΣτεατόρροιαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Μη συχνέςΑποχρωματισμός κοπράνωνΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Μη συχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΧολολιθίασηΔιαταραχές ήπατος-χοληφόρων
-
Μη συχνέςΔιάταση χοληφόρωνΔιαταραχές ήπατος-χοληφόρων
-
ΣυχνέςΜυοσκελετικός πόνοςΔιαταραχές μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΔιαταραχές μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΑλωπεκίαΔιαταραχές του δέρματος και υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΕλάττωση τριχοφυΐαςΔιαταραχές του δέρματος και υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΕξασθένησηΓενικές διαταραχές και τοπικές αντιδράσεις στο σημείο χορήγησης
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές διαταραχές και τοπικές αντιδράσεις στο σημείο χορήγησης
-
ΣυχνέςΑντίδραση στο σημείο της ένεσης (πόνος, μάζα, σκλήρυνση, οζίδιο, κνησμός)Γενικές διαταραχές και τοπικές αντιδράσεις στο σημείο χορήγησης
-
ΣυχνέςALAT αυξημένηΕξετάσεις
-
ΣυχνέςASAT αυξημένηΕξετάσεις
-
ΣυχνέςΑλκαλική φωσφατάση μη φυσιολογικήΕξετάσεις
-
ΣυχνέςALAT μη φυσιολογικήΕξετάσεις
-
ΣυχνέςΧολερυθρίνη αίματος αυξημένηΕξετάσεις
-
ΣυχνέςΓλυκόζη αίματος αυξημένηΕξετάσεις
-
ΣυχνέςΓλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη αυξημένηΕξετάσεις
-
ΣυχνέςΜείωση βάρουςΕξετάσεις
-
ΣυχνέςΜειωμένα παγκρεατικά ένζυμαΕξετάσεις
-
Μη συχνέςΦωσφατάση αίματος αυξημένηΕξετάσεις
-
Μη συχνέςΧολερυθρίνη αίματος μη φυσιολογικήΕξετάσεις
-
Μη συχνέςΝάτριο αίματος μειωμένοΕξετάσεις
-
Μη γνωστέςΑλλεργικές αντιδράσεις (περιλαμβάνονται αγγειοοίδημα, αναφυλαξία, υπεραισθησία)Αντιδράσεις ανοσοποιητικού συστήματος
pregnant_woman
SPC-SOMATULINE
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΚαθώς οι μελέτες σε ζώα δεν είναι πάντα προγνωστικές της απόκρισης σε ανθρώπους, το lanreotide πρέπει να χορηγείται σε εγκύους μόνο εφ’ όσον είναι απολύτως απαραίτητο.
-
ΓαλουχίαΜε προσοχήΔεν είναι γνωστό εάν αυτό το φάρμακο απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Καθώς πολλά φάρμακα απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα, το lanreotide πρέπει να χορηγείται με προσοχή κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΜειωμένη γονιμότητα παρατηρήθηκε σε θήλεις αρουραίους οφειλόμενη στην αναστολή της έκκρισης GH με δόσεις οι οποίες υπερέβαιναν σε αντιστοιχία τις θεραπευτικές δόσεις σε ανθρώπους.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-SOMATULINE
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Αντιαυξητικές ορμόνες, κωδικός ATC: H01C B03. Το lanreotide είναι ένα οκταπεπτιδικό ανάλογο της φυσικής σωματοστατίνης. Όπως η σωματοστατίνη, το lanreotide είναι αναστολέας πολλών ενδοκρινικών,…
biotech
SPC-SOMATULINE
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητική Οι εγγενείς φαρμακοκινητικές παράμετροι του lanreotide μετά από ενδοφλέβια χορήγηση σε υγιείς εθελοντές έδειξαν περιορισμένη εξωαγγειακή κατανομή, με σταθερό όγκο κατανομής 16,1 L. Η ολική κάθαρση ήταν 23,7 L/h, ο τελικός χρόνος ημιζωής…
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-SOMATULINE
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Μεγαλακρία: Η συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 60 έως 120 mg χορηγούμενα ανά 28 ημέρες.
Για παράδειγμα, σε ασθενείς οι οποίοι προηγούμενα ελάμβαναν το Somatuline 30 mg ανά 14 ημέρες, η αρχική δόση Somatuline Autogel πρέπει να είναι 60 mg χορηγούμενα ανά 28 ημέρες, σε ασθενείς οι οποίοι προηγούμενα ελάμβαναν το Somatuline 30 mg ανά 10 ημέρες, η αρχική δόση Somatuline Autogel πρέπει να είναι 90 mg χορηγούμενα ανά 28 ημέρες.
Στη συνέχεια, η δόση πρέπει να εξατομικεύεται ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενή (αξιολογούμενη με κριτήριο την ύφεση των κλινικών συμπτωμάτων και/ή τη μείωση των επιπέδων της GH και/ ή τoυ IGF-1).
Αν δεν επιτευχθεί η επιθυμητή ανταπόκριση, η δόση μπορεί να αυξηθεί. Αν επιτευχθεί πλήρης έλεγχος (μείωση των επιπέδων της GH κάτω από 1 ng/ml, ομαλοποιημένα επίπεδα IGF-1 και/ ή εξάλειψη των συμπτωμάτων), η δόση μπορεί να μειωθεί.
Οι ασθενείς που ελέγχονται καλά με ανάλογο σωματοστατίνης μπορούν να λάβουν αγωγή με Somatuline Autogel 120 mg κάθε 42-56 μέρες.
Θα πρέπει να παρακολουθούνται μακροχρόνια τα συμπτώματα και τα επίπεδα GH και IGF-1 όπως ενδείκνυται κλινικά.
Θεραπεία των βαθμού διαφοροποίησης 1 και υποσυνόλου των βαθμού 2 (δείκτης Ki67 έως 10%) γαστροεντεροπαγκρεατικών νευροενδοκρινών όγκων (GEP - NETs) του μέσου εντέρου, παγκρεατικής ή αγνώστου προέλευσης όταν έχουν αποκλειστεί θέσεις προέλευσης του οπισθίου εντέρου, σε ενήλικους ασθενείς με μη-εγχειρήσιμη τοπικά προχωρημένη ή μεταστατική νόσο: Η συνιστώμενη δόση είναι μία ένεση Somatuline Autogel 120 mg χορηγούμενη κάθε 28 ημέρες. Η θεραπεία με Somatuline Autogel θα πρέπει να συνεχίζεται για όσο διάστημα απαιτείται για τον έλεγχο του όγκου.
Αντιμετώπιση συμπτωμάτων που σχετίζονται με νευροενδοκρινείς όγκους: Η συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 60 έως 120 mg χορηγούμενα ανά 28 ημέρες.
Η δόση πρέπει να ρυθμίζεται ανάλογα με τον επιτυγχανόμενο βαθμό συμπτωματικής ανακούφισης.
Διαταραγμένη νεφρική / ηπατική λειτουργία Σε ασθενείς με έκπτωση της νεφρικής ή ηπατικής λειτουργίας δεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης, λόγω του ευρέος θεραπευτικού παραθύρου του lanreotide (βλ. παράγραφο 5.2).
Ηλικιωμένοι ασθενείς Σε ηλικιωμένους ασθενείς δεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης, λόγω του ευρέος θεραπευτικού παραθύρου του lanreotide (βλ. παράγραφο 5.2).
Παιδιατρικός πληθυσμός Δεν συνιστάται η χρήση του Somatuline Autogel σε παιδιά και εφήβους λόγω έλλειψης στοιχείων ασφαλείας και αποτελεσματικότητας.
Τρόπος χορήγησης Το Somatuline Autogel χορηγείται με βαθιά υποδόρια ένεση στο άνω έξω τεταρτημόριο του γλουτού.
Σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν αγωγή για μεγαλακρία ή για συμπτώματα που σχετίζονται με νευροενδοκρινείς όγκους και οι οποίοι λαμβάνουν σταθερή δόση Somatuline Autogel, το φάρμακο μπορεί να χορηγηθεί, μετά από κατάλληλη εκπαίδευση, είτε από τον ίδιο τον ασθενή ή από κάποιο εκπαιδευμένο άτομο.
Σε περίπτωση αυτοχορήγησης η ένεση πρέπει να γίνεται στο άνω έξω μέρος του μηρού.
Η απόφαση για χορήγηση είτε από τον ίδιο τον ασθενή ή από κάποιο εκπαιδευμένο άτομο, πρέπει να λαμβάνεται από έναν επαγγελματία υγείας.
Ανεξάρτητα από το σημείο της ένεσης, το δέρμα δεν πρέπει να διπλώνεται και η βελόνα πρέπει να εισέρχεται γρήγορα σε όλο το μήκος της, κάθετα στο δέρμα.
Τα σημεία της ένεσης πρέπει να εναλλάσσονται μεταξύ της αριστερής και της δεξιάς πλευράς του σώματος.
block
Αντενδείξεις
SPC-SOMATULINE
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-SOMATULINE
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-SOMATULINE
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις
- Οι φαρμακολογικές γαστρεντερικές επιδράσεις του lanreotide μπορεί να οδηγήσουν σε ελάττωση της εντερικής απορρόφησης συγχορηγούμενων φαρμάκων συμπεριλαμβανομένης της κυκλοσπορίνης. Ταυτόχρονη χορήγηση κυκλοσπορίνης με lanreotide μπορεί να ελαττώσει τη σχετική βιοδιαθεσιμότητα της κυκλοσπορίνης. Επομένως μπορεί να χρειαστεί η προσαρμογή της δόσης της κυκλοσπορίνης ώστε να διατηρηθούν τα θεραπευτικά επίπεδα.
- Είναι απίθανο να συμβούν αλληλεπιδράσεις με φάρμακα υψηλής δέσμευσης στο πλάσμα, λόγω της μέτριας πρόσδεσης του lanreotide στις πρωτεΐνες του ορού.
- Υπάρχουν περιορισμένα δημοσιευμένα στοιχεία τα οποία δείχνουν ότι η ταυτόχρονη χορήγηση αναλόγων σωματοστατίνης και βρωμοκρυπτίνης μπορεί να αυξήσει τη διαθεσιμότητα της βρωμοκρυπτίνης.
- Ταυτόχρονη χορήγηση φαρμάκων που προκαλούν βραδυκαρδία (π.χ. β -αναστολείς) μπορεί να έχουν προσθετική επίδραση στην ελαφρά μείωση του καρδιακού ρυθμού η οποία συνδέεται με το lanreotide. Η ρύθμιση των δόσεων τέτοιων συγχορηγούμενων φαρμάκων μπορεί να είναι αναγκαία.
- Περιορισμένα διαθέσιμα δημοσιευμένα δεδομένα δείχνουν ότι τα ανάλογα σωματοστατίνης μπορεί να μειώσουν τη μεταβολική κάθαρση ουσιών, για τις οποίες είναι γνωστό ότι μεταβολίζονται από ένζυμα του κυτοχρώματος P450. Αυτό μπορεί να οφείλεται στην καταστολή της αυξητικής ορμόνης. Εφ’ όσον δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι το lanreotide μπορεί να έχει αυτή την επίδραση, άλλα φάρμακα που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP3A4 και τα οποία έχουν χαμηλό θεραπευτικό δείκτη (π.χ. quinidine, terfenadine) πρέπει να χορηγούνται με προσοχή.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-SOMATULINE
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε κλινικές μελέτες από ασθενείς με μεγαλακρία και GEP-NETs στους οποίους χορηγήθηκε θεραπεία με lanreotide, κατατάσσονται στα αντίστοιχα οργανικά συστήματα με βάση τη συχνότητα ως εξής: Πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), μη συχνές (≥1/1000 έως <1/100).
Οι συχνότερα αναμενόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες, επακόλουθες της θεραπείας με lanreotide είναι γαστρεντερικές διαταραχές (συχνότερα αναφερόμενες είναι η διάρροια και το κοιλιακό άλγος, συνήθως ήπιας ή μέτριας έντασης και παροδικές), χολολιθίαση (συχνά ασυμπτωματική) και τοπικές αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης (πόνος, οζίδια και σκληρύνσεις). Το προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών είναι παρόμοιο για όλες τις ενδείξεις.
| Τάξη οργανικού μσυστή ατος | Πολύ συχνές (≥1/10) | Συχνές (≥1/100 έως <1/10) | Μη συχνές (≥1/1.000 έως <1/100) | Εμπειρία ασφάλειας μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά (μη γνωστής συχνότητας
| ) | ||||
|---|---|---|---|---|
| Δ ιαταραχές | ||||
| μ μεταβολισ ο | ||||
| ύ και θρέψης | Υ μπογλυκαι ία | |||
| , μειωμένη | ||||
| όρεξη**, | ||||
| μυπεργλυκαι ί | ||||
| ,α | ||||
| σακχαρώδης | ||||
| διαβήτης | ||||
| Ψυχιατρικές | ||||
| διαταραχές | Α *ϋπνία | |||
| Διαταραχές | ||||
| νευρικού | ||||
| συστήματος | Ζάλη, | |||
| κεφαλαλγία, | ||||
| λήθαργος** | ||||
| Καρδιακές | ||||
| διαταραχές | Φλεβοκομβικ | |||
| ή | ||||
| βραδυκαρδία* | ||||
| Αγγειακές | ||||
| διαταραχές | Εξάψεις* | |||
| Γαστρεντερι | ||||
| κές | ||||
| διαταραχές | Διάρροια, | |||
| μαλακά | ||||
| κόπρανα*, | ||||
| κοιλιακό | ||||
| άλγος | Ναυτία, | |||
| έμετος, | ||||
| δυσκοιλιότητ | ||||
| α, | ||||
| μετεωρισμός, | ||||
| διάταση | ||||
| κοιλίας, | ||||
| κοιλιακή | ||||
| δυσφορία, | ||||
| δυσπεψία | ||||
| στεατόρροια* | Α μποχρω α | |||
| μ τισ ένα | ||||
| *κόπρανα | ||||
| Παγκρεατίτ | ||||
| ιδα | ||||
| Διαταραχές | ||||
| ήπατος- | ||||
| χοληφόρων | Χολολιθία | |||
| ση | Δ ιάταση | |||
| χοληφόρων* | ||||
| Διαταραχές | ||||
| μυοσκελετικ | ||||
| ού | ||||
| συστήματος | ||||
| και του | ||||
| συνδετικού | ||||
| ιστού | Μυοσκελετικ | |||
| ός πόνος**, | ||||
| μυαλγία** | ||||
| Διαταραχές | ||||
| του | ||||
| δέρματος | ||||
| και | ||||
| υποδόριου | ||||
| ιστού | Αλωπεκία, | |||
| ελάττωση | ||||
| τριχοφυΐας* | ||||
| Γενικές | ||||
| διαταραχές | ||||
| και τοπικές | ||||
| αντιδράσεις | ||||
| στο σημείο | ||||
| χορήγησης | Εξασθένηση, | |||
| κόπωση, | ||||
| αντίδραση | ||||
| στο σημείο | ||||
| της ένεσης | ||||
| (πόνος, μάζα, | ||||
| σκλήρυνση, | ||||
| οζίδιο, | ||||
| κνησμός) | ||||
| Ε ξετάσεις | ALAT | |||
| αυξημένη*, | ||||
| ASAT μη | ||||
| ASAT | ||||
| αυξημένη*, | ||||
| αλκαλική | ||||
| φυσιολογική*, | ||||
| ALAT μη | ||||
| φυσιολογική*, |
-
| | | | | χολερυθρίνη αίματος αυξημένη*, γλυκόζη αίματος αυξημένη*, γλυκοζυλιωμ ένη αιμοσφαιρίνη αυξημένη*, μείωση βάρους, μειωμένα παγκρεατικά ένζυμα** | φωσφατάσ η αίματος αυξημένη*, χολερυθρί νη αίματος μη φυσιολογι κή*, νάτριο αίματος μειωμένο* | | | Αντιδράσεις ανοσοποιητι κού συστήματος | | Αλλεργικές αντιδράσει ς (περιλαμβά νονται αγγειοοίδημ α, αναφυλαξία , υπερευαισθ ησία) | | |
-
με βάση ένα σύνολο μελετών σε ασθενείς με μεγαλακρία ** με βάση ένα σύνολο μελετών σε ασθενείς με GEP-NETs
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους / κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Οι επαγγελματίες υγείας καλούνται να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς: Ελλάδα: Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων, Λ. Μεσογείων 284, 15562, Χολαργός, Τηλ.: +30 2132040000, Ιστότοπος: www.eof.gr Κύπρος: Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, Υπουργείο Υγείας, 1475 Λευκωσία Φαξ: + 357 22608649, Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-SOMATULINE
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Μελέτες σε ζώα κατά τη διάρκεια της οργανογένεσης δεν έδειξαν ττερατογόνες επιδράσεις σχετιζόμενες με το lanreotide.
Στοιχεία από περιορισμένο αριθμό εγκύων γυναικών οι οποίες εκτέθηκαν σε lanreotide δεν δείχνουν ανεπιθύμητες επιδράσεις του lanreotide στην κύηση ή στην υγεία του εμβρύου / νεογέννητου. Μέχρι σήμερα, δεν υπάρχουν διαθέσιμα άλλα σχετικά επιδημιολογικά δεδομένα.
Καθώς οι μελέτες σε ζώα δεν είναι πάντα προγνωστικές της απόκρισης σε ανθρώπους, το lanreotide πρέπει να χορηγείται σε εγκύους μόνο εφ’ όσον είναι απολύτως απαραίτητο.
Γαλουχία
Δεν είναι γνωστό εάν αυτό το φάρμακο απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα.
Καθώς πολλά φάρμακα απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα, το lanreotide πρέπει να χορηγείται με προσοχή κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.
Γονιμότητα
Μειωμένη γονιμότητα παρατηρήθηκε σε θήλεις αρουραίους οφειλόμενη στην αναστολή της έκκρισης GH με δόσεις οι οποίες υπερέβαιναν σε αντιστοιχία τις θεραπευτικές δόσεις σε ανθρώπους.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-SOMATULINE
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Αντιαυξητικές ορμόνες, κωδικός ATC: H01C B03.
Το lanreotide είναι ένα οκταπεπτιδικό ανάλογο της φυσικής σωματοστατίνης.
Όπως η σωματοστατίνη, το lanreotide είναι αναστολέας πολλών ενδοκρινικών, νευροενδοκρινικών, εξωκρινικών και παρακρινικών μηχανισμών. Το lanreotide έχει υψηλή συγγένεια για τους ανθρώπινους υποδοχείς σωματοστατίνης (SSTR) 2 και 5 και μειωμένη συγγένεια πρόσδεσης ως προς τους υποδοχείς SSTR1, 3 και 4. O βασικός μηχανισμός υπεύθυνος για την αναστολή της GH στους ανθρώπους θεωρείται ότι είναι η δραστικότητα στους υποδοχείς SSTR 2 και 5. Το lanreotide, είναι περισσότερο δραστικό από την φυσική σωματοστατίνη και εμφανίζει μία μακρύτερη διάρκεια δράσης.
Το lanreotide, όπως η σωματοστατίνη, εμφανίζει μία γενική εξωκρινή αντι-εκκριτική δράση. Αναστέλλει τη βασική έκκριση μοτιλίνης, γαστρικού ανασταλτικού πεπτιδίου και παγκρεατικού πολυπεπτιδίου, όμως δεν έχει σημαντική επίδραση στον περιορισμό της έκκρισης σεκρετίνης νηστείας ή γαστρίνης. Επιπρόσθετα, μειώνει τα επίπεδα πλάσματος χρωμογρανίνης Α και 5-ΗΙΑΑ (5- υδροξυ ινδολοξεικό οξύ) ούρων στους ασθενείς με GEP-NETS και αυξημένα επίπεδα αυτών των καρκινικών δεικτών.
Το lanreotide αναστέλλει σημαντικά τις μεταγευματικές αυξήσεις της ροής του αίματος της άνω μεσεντέριας αρτηρίας, καθώς και τη ροή αίματος της πυλαίας φλέβας. Το lanreotide μειώνει σημαντικά τη νηστιδική έκκριση ύδατος, νατρίου, καλίου και χλωρίου που διεγείρεται από την προσταγλανδίνη Ε1.
Το lanreotide μειώνει τα επίπεδα προλακτίνης σε μεγαλακρικούς ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν μακροχρόνια θεραπεία.
Σε μια ανοικτή, ελεγχόμενη μελέτη, η οποία συμπεριέλαβε ασθενείς με μεγαλακρία που έλαβαν θεραπεία με σταθερή δόση Somatuline Autogel για τουλάχιστον 4 μήνες, 93% των ασθενών οι οποίοι έλαβαν ενέσεις Somatuline Autogel μετά από κατάλληλη εκπαίδευση με αυτοχορήγηση ή από οικοίους θεωρήθηκαν ικανοί για χορήγηση ενέσεων χωρίς επίβλεψη (διατήρηση επιπέδων GH και IGF- 1).
Σε μια ανοικτή μελέτη χορηγήθηκε Somatuline Autogel 120 mg κάθε 28 ημέρες για 48 εβδομάδες σε 90 μεγαλακρικούς ασθενείς οι οποίοι δεν είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία και είχαν διαγνωσθεί με μακροαδένωμα της υπόφυσης. Παρατηρήθηκε μείωση στο μέγεθος του όγκου ≥ 20% στο 63% των ασθενών (95% CI: 52% -73%). Την εβδομάδα 48, η μέση ποσοστιαία μείωση του μεγέθους του όγκου ήταν 26,8%, τα επίπεδα GH ήταν κάτω από 2,5 μg / L στο 77,8% των ασθενών και τα επίπεδα του IGF-1 ομαλοποιήθηκαν στο 50%. Ομαλοποιημένα επίπεδα IGF-1 σε συνδυασμό με επίπεδα GH κάτω από 2,5 μg / L παρατηρήθηκαν στο 43,5% των ασθενών. Οι περισσότεροι ασθενείς ανέφεραν σαφή ανακούφιση από τα συμπτώματα της μεγαλακρίας όπως κόπωση, υπερβολική εφίδρωση, αρθραλγία και διόγκωση μαλακών ιστών. Παρατηρήθηκε πρώιμη όσο και παρατεταμένη μείωση του μεγέθους του όγκου, καθώς και των επιπέδων GH και IGF-1 από την εβδομάδα 12 και μετά. Η μελέτη απέκλεισε ασθενείς οι οποίοι αναμενόταν να χρειαστούν χειρουργική επέμβαση υπόφυσης ή ακτινοθεραπεία κατά την διάρκεια της περιόδου της μελέτης.
Μία φάσης III, καθορισμένης διάρκειας 96-εβδομάδων, τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, πολυκεντρική, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική δοκιμή του Somatuline Autogel, διεξήχθηκε σε ασθενείς με γαστροεντεροπαγκρεατικούς νευροενδοκρινείς όγκουs για να εκτιμηθεί το αντιπολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα του lanreotide. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν 1:1 για να λάβουν Somatuline Autogel 120 mg κάθε 28 ημέρες (n=101) ή εικονικό φάρμακο (n=103). Η τυχαιοποίηση ήταν στρωματοποιημένη ως προς την προγενέστερη θεραπεία κατά την εισαγωγή και την παρουσία/απουσία εξέλιξης από την χρονική στιγμή έναρξης όπως εκτιμήθηκε με RECIST 1.0 (Κριτήρια Εκτίμησης Ανταπόκρισης σε Συμπαγείς Όγκουs) κατά τη διάρκεια μίας περιόδου εξέτασης 3 έως 6 μηνών. Οι ασθενείς είχαν μεταστατική και /ή τοπικά προχωρημένη μη- εγχειρήσιμη νόσο με ιστολογικά επιβεβαιωμένους καλά ή μέτρια καλά διαφοροποιημένους όγκουs πρωτογενώς εντοπισμένους στο πάγκρεας (44,6% των ασθενών), το μέσο έντερο (35,8%), το οπίσθιο έντερο (6,9%) ή άλλης/άγνωστης πρωτοπαθούς εντόπισης (12,7%). Το 69% των ασθενών με GEP-NETs είχαν όγκο βαθμού 1 (G1), καθορισμένου είτε με δείκτη πολλαπλασιασμού (proliferation index) Ki67 ≤ 2% (50,5% του συνολικού πληθυσμού ασθενών) ή με μιτωτικό δείκτη (mitotic index) < 2 μιτώσεις/10 HPF (18,5% του συνολικού πληθυσμού ασθενών) και το 30% των ασθενών με GEP- NETs είχαν όγκους στην κατώτερη περιοχή του βαθμού 2 (G2) (καθορισμένη με δείκτη πολλαπλασιασμού Ki67 > 2% - ≤ 10%). Ο βαθμός δεν ήταν διαθέσιμος για το 1% των ασθενών. Από τη μελέτη αποκλείστηκαν ασθενείς με βαθμού 2 GEP-NETs με υψηλότερο δείκτη πολλαπλασιασμού (Ki 67 >10% - ≤ 20%) και βαθμού 3 GEP νευροενδοκρινή καρκινώματα (δείκτης Ki 67 > 20%). Συνολικά, 52,5% των ασθενών είχαν ηπατικό φορτίο όγκου ≤10%, 14,5% είχαν ηπατικό φορτίο όγκου > 10 και ≤25% ενώ 33% είχαν ηπατικό φορτίο όγκου >25%. Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS) η οποία μετρήθηκε ως ο χρόνος είτε έως την εξέλιξη της νόσου με RECIST 1.0 ή τον θάνατο μέσα σε 96 εβδομάδες μετά τη χορήγηση της πρώτης θεραπείας. Η ανάλυση της PFS χρησιμοποίησε ανεξάρτητα κεντρικά επιθεωρημένη ακτινολογική εκτίμηση της εξέλιξης.
Πίνακας 1: Δεδομένα Αποτελεσματικότητας της μελέτης φάσης III
| Διάμεση Επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS) | Εβδομάδες | Σχετικός κίνδυνος (Hazard Ratio) (95% CI) | Μείωση στο κίνδυνο εξέλιξης ή θανάτου | Τιμή-p
| (p-value) | ||||
|---|---|---|---|---|
| Somatuline Autogel | ||||
| (n=101) | > 96 μεβδο άδες | 0.470 | ||
| (0.304, 0.729) | 53% | 0.0002 | ||
| μΕικονικό φάρ ακο | ||||
| (n=103) | 72.00 μεβδο άδες |
Εικόνα 1: Καμπύλες Kaplan-Meier της Επιβίωσης Χωρίς Εξέλιξη της νόσου (PFS)
Το ωφέλιμο αποτέλεσμα του lanreotide στη μείωση του κινδύνου εξέλιξης ή θανάτου ήταν σταθερά αναπαραγόμενο ανεξάρτητα από τον εντοπισμό του πρωτογενούς όγκου, το ηπατικό φορτίο όγκου, προγενέστερη χημειοθεραπεία, το Ki67 στην χρονική στιγμή έναρξης, βαθμό διαφοροποίησης όγκου ή άλλα προεπιλεγμένα χαρακτηριστικά, όπως φαίνεται στην Εικόνα 2.
Μία κλινικά σχετιζόμενη ωφέλεια της θεραπείας με lanreotide Autogel παρατηρήθηκε σε ασθενείς με όγκους παγκρεατικής, του μέσου εντέρου ή άλλης/ μη γνωστής προέλευσης όπως στον συνολικό πληθυσμό της μελέτης. Ο περιορισμένος αριθμός ασθενών με όγκους οπίσθιου εντέρου (14/2014) συνετέλεσε στη δυσκολία ερμηνείας των αποτελεσμάτων σε αυτή την ομάδα. Τα διαθέσιμα δεδομένα δεν υπέδειξαν όφελος σε αυτούς τους ασθενείς.
Εικόνα 2 - Αποτελέσματα Cox Proportional Hazards Covariates Ανάλυσης της PFS
Μεταπήδηση ασθενών, στην μελέτη επέκτασης, από το εικονικό φάρμακο σε ανοιχτής σήμανσης lanreotide Autogel έγινε στο 45,6% (47/103) των ασθενών.
Παιδιατρικός πληθυσμός Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει εξαιρέσει την υποχρέωση υποβολής αποτελεσμάτων μελετών με Somatuline Autogel στην όλες τις υποομάδες του παιδιατρικού πληθυσμού στην μεγαλακρία και τον υποφυσιακό γιγαντισμό (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες στην παιδιατρική χρήση). Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει κατατάξει τους γαστροεντεροπαγκρεατικούς νευροενδοκρινείς όγκουs (εξαιρώντας το νευροβλάστωμα, νευρογαγγλειοβλάστωμα, φαιοχρωμοκύττωμα) στον κατάλογο των τάξεων προς εξαίρεση.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-SOMATULINE
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητική
Οι εγγενείς φαρμακοκινητικές παράμετροι του lanreotide μετά από ενδοφλέβια χορήγηση σε υγιείς εθελοντές έδειξαν περιορισμένη εξωαγγειακή κατανομή, με σταθερό όγκο κατανομής 16,1 L. Η ολική κάθαρση ήταν 23,7 L/h, ο τελικός χρόνος ημιζωής ήταν 1,14 h και ο μέσος χρόνος παραμονής 0,68 h.
Σε μελέτες αξιολόγησης της απέκκρισης, λιγότερο από 5% του lanreotide απεκκρίθηκε στα ούρα και λιγότερο από 0,5% ανακτήθηκε αμετάβλητο στα κόπρανα, ενδεικτικό κάποιας χολικής έκκρισης.
Μετά από βαθιά υποδόρια χορήγηση του Somatuline Autogel 60, 90 και 120 mg σε υγιείς εθελοντές, οι συγκεντρώσεις του lanreotide αυξάνονται ώστε να επιτευχθούν μέγιστες συγκεντρώσεις ορού 4,25, 8,39 και 6,79 ng/mL αντίστοιχα. Αυτές οι τιμές Cmax επιτυγχάνονται κατά τη διάρκεια της πρώτης ημέρας μετά τη χορήγηση σε 8, 12 και 7 ώρες (διάμεσες τιμές). Μετά την κορύφωση, τα επίπεδα της συγκέντρωσης του lanreotide στον ορό μειώνονται αργά ακολουθώντας κινητική πρώτης τάξης, με τελικό χρόνο ημιζωής στις 23,3, 27,4 και 30,1 μέρες αντίστοιχα. Τέσσερις εβδομάδες μετά τη χορήγηση τα μέσα επίπεδα του lanreotide στον ορό ήταν 0,9, 1,11 και 1,69 ng/mL αντίστοιχα. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα ήταν 73,4, 69,0 και 78,4% αντίστοιχα.
Μετά από βαθιά υποδόρια χορήγηση του Somatuline Autogel 60, 90 και 120 mg σε μεγαλακρικούς ασθενείς, οι συγκεντρώσεις του lanreotide αυξάνονται ώστε να επιτευχθούν μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις ορού 1,6, 3,5 και 3,1 ng/mL αντίστοιχα. Αυτές οι τιμές Cmax επιτυγχάνονται κατά τη διάρκεια της πρώτης ημέρας μετά τη χορήγηση σε 6, 6 και 24 ώρες αντίστοιχα. Μετά την κορύφωση, τα επίπεδα της συγκέντρωσης του lanreotide στον ορό μειώνονται αργά ακολουθώντας κινητική πρώτης τάξης και 4 εβδομάδες μετά τη χορήγηση τα μέσα επίπεδα του lanreotide στον ορό ήταν 0,7, 1,0 και 1,4 ng/mL αντίστοιχα.
Σταθερά επίπεδα του lanreotide στον ορό επιτεύχθηκαν μετά από 4 ενέσεις κάθε 4 εβδομάδες κατά μέσο όρο. Μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση δόσεων κάθε 4 εβδομάδες, οι μέσες τιμές της Cmax σε σταθερά επίπεδα ήταν 3,8, 5,7 και 7,7 ng/mL για 60, 90 και 120 mg αντίστοιχα, ενώ οι μέσες τιμές Cmin που επιτεύχθηκαν ήταν 1,8, 2,5 και 3,8 ng/mL. Η κορύφωση μέσω του δείκτη διακύμανσης ήταν μέτρια και κυμαινόταν από 81 σε 108%.
Μετά από βαθιά υποδόρια χορήγηση Somatuline Autogel 60, 90 και 120 mg σε μεγαλακρικούς ασθενείς παρατηρήθηκαν γραμμικά προφίλ φαρμακοκινητικής απελευθέρωσης.
Τα ελάχιστα επίπεδα του lanreotide στον ορό που επιτεύχθηκαν μετά από τρεις βαθιές υποδόριες ενέσεις Somatuline Autogel 60, 90 ή 120 mg, οι οποίες χορηγήθηκαν κάθε 28 ημέρες είναι παρόμοια με τα ελάχιστα επίπεδα του lanreotide στον ορό που επιτεύχθηκαν σε μεγαλακρικούς ασθενείς, οι οποίοι προηγουμένως είχαν λάβει ενδομυϊκά Somatuline 30 mg κάθε 14, 10 ή 7 μέρες αντίστοιχα.
Επίπεδα ορού lanreotide του 1ng/mL είναι ικανά να καταστείλουν την GH σε < 5ng/mL σε περισσότερους από το 60% των ασθενών που μελετήθηκαν. Επίπεδα ορού lanreotide των 2.5ng/mL είναι ικανά να καταστείλουν την GH σε < 5ng/mL σε περισσότερους από το 90% των ασθενών που μελετήθηκαν.
Σε μία φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού σε 290 GEP-NET ασθενείς που λάμβαναν Somatuline Autogel 120 mg, παρατηρήθηκε ταχεία αρχική απελευθέρωση με μέσες τιμές Cmax 7.49 ± 7.58 ng/mL οι οποίες επιτεύχθηκαν μέσα στην πρώτη ημέρα μετά από μία εφάπαξ ένεση. Συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης επιτεύχθηκαν μετά από 5 ενέσεις Somatuline Autogel 120 mg κάθε 28 ημέρες και διατηρήθηκαν μέχρι την τελευταία εκτίμηση (μέχρι 96 εβδομάδες μετά την πρώτη ένεση). Σε σταθερή κατάσταση οι μέσες τιμές Cmax ήταν 13.9 ± 7.44 ng/mL και τα μέσα ελάχιστα επίπεδα στον ορό ήταν 6.56 ± 1.99 ng/mL. Η μέση φαινόμενη τελική ημι-ζωή ήταν 49.8 ± 28.0 ημέρες.
Έκπτωση της νεφικής / ηπατικής λειτουργίας: Ασθενείς με σοβαρή έκπτωση της νεφικής λειτουργίας εμφανίζουν κατά προσέγγιση μείωση κατά 2 φορές της ολικής κάθαρσης του lanreotide στον ορό, με επακόλουθη αύξηση του χρόνου ημιζωής και της AUC. Σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας παρατηρήθηκε μείωση της κάθαρσης κατά 30%. Ο όγκος κατανομής και ο μέσος χρόνος παραμονής αυξήθηκε σε ασθενείς με όλους τους βαθμούς έκπτωσης της ηπατικής λειτουργίας. Δεν παρατηρήθηκε επίδραση στην κάθαρση του lanreotide σε μία PK ανάλυση πληθυσμού GEP-NET ασθενών που ελάμβαναν θεραπεία με Somatuline Autogel όπου συμπεριλαμβάνονταν 165 ασθενείς με ήπια και μέτρια έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας (106 και 59 αντίστοιχα). Δεν μελετήθηκαν GEP-NET ασθενείς με σοβαρή έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας. Δεν μελετήθηκαν GEP-NET ασθενείς με έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας (βαθμολογία κατά Child-Pugh). Δεν είναι απαραίτητο να μεταβληθεί η αρχική δόση σε ασθενείς με έκπτωση της νεφρικής ή ηπατικής λειτουργίας, καθώς σε αυτούς τους ασθενείς, η συγκέντρωση του lanreotide στον ορό αναμένεται να είναι εντός των ασφαλών ανεκτών ορίων για υγιείς ανθρώπους.
Ηλικωμένοι ασθενείς: Τα ηλικιωμένα άτομα εμφανίζουν αύξηση στο χρόνο ημιζωής και το μέσο χρόνο παραμονής της ουσίας, όταν συγκρίνονται με υγιείς νέους ανθρώπους. Δεν είναι απαραίτητο να αλλαχθεί η αρχική δόση σε ηλικιωμένους ασθενείς, καθώς σε αυτούς τους ασθενείς οι συγκεντρώσεις του lanreotide στον ορό αναμένεται να είναι εντός των ασφαλών ανεκτών ορίων για υγιείς ανθρώπους. Σε μία φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού που περιελάμβανε 122 GEP-NET ασθενείς ηλικίας 65 έως 85 ετών, δεν παρατηρήθηκε καμία επίδραση της ηλικίας στην κάθαρση και τον όγκο κατανομής του lanreotide.
ΕΟΦ · 6.7.1.1
Aνάλογα των εκλυτικών ορμονών του υποθαλάμου
expand_more
Aνάλογα των εκλυτικών ορμονών του υποθαλάμου
Tα ανάλογα της γοναδορελίνης είναι ουσίες που προσομοιάζουν χημικά με τις γοναδοτροφίνες. Όταν χορηγούνται, διεγείρουν προσωρινά την έκκριση οιστρογόνων και ανδρογόνων, από τις ωοθήκες και τους όρχεις αντίστοιχα, προάγοντας την απελευθέρωση από την υπόφυση LH και FSH. Mετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση ή ανταπόκριση αυτή στην διέγερση σταδιακά μειώνεται. Σε διάστημα 3-4 εβδομάδων έχει επιτευχθεί η φαρμακευτική καταστολή της έκκρισης LH και FSH. Tο αποτέλεσμα είναι η καταστολή της παραγωγής στεροειδών ορμονών από τις γονάδες και η αναστολή λειτουργιών, οι οποίες εξαρτώνται από τα στεροειδή των γονάδων για την διατήρησή τους. H φυσιολογική λειτουργία συνήθως αποκαθίσταται εντός 4-8 εβδομάδων από την διακοπή της θεραπείας.
Για τους παραπάνω λόγους τα ανάλογα αυτά (βουσερελίνη, ναφαρελίνη, κλπ.) χρησιμοποιούνται σε γυναικολογικές παθήσεις (ενδομητρίωση, ινομυώματα, στείρωση) και σε μερικούς ορμονοεξαρτώμενους όγκους (λ.χ. του προστάτη). Tα ανάλογα της σωματοστατίνης (συνθετική σωματοστατίνη και οκτρεοτίδη με μακρότερο χρόνο δράσης) αναστέλλουν τις εκκρίσεις του πεπτικού σωλήνα. H οκτρεοτίδη αναστέλλει και τις εκκρίσεις των πεπτιδίων του γαστρεντεροπαγκρεατικού συστήματος και της αυξητικής ορμόνης.
Γενικώς η μέγιστη διάρκεια θεραπείας δεν πρέπει να υπερβαίνει τους 6 μήνες διότι δεν υπάρχουν δεδομένα για την ασφάλεια της χορήγησης μετά την περίοδο αυτή.
Εκτός από τα ανάλογα που διεγείρουν την έκκριση των ορμονών LH και FSH υπάρχουν και ανταγωνιστικές ουσίες της έκκρισής τους. Τέτοια ουσία είναι λ.χ. η δαναζόλη (κεφ. 7.4), η οποία χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις ενδομητρίωσης, ινοκυστικής μαστοπάθειας κλπ. Η γκανιρελίξη είναι δεκαπεπτίδιο με ανασταλτική δράση στην εκλυτική ορμόνη των γοναδοτροφινών προκαλώντας μείωση της εκκρίσεως των LH και FSH. Χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.
ΕΟΦ · 8.7.4
Aνταγωνιστικά ορμονών και ανάλογα των εκλυτικών ορμονών του υποθαλάμου
expand_more
Aνταγωνιστικά ορμονών και ανάλογα των εκλυτικών ορμονών του υποθαλάμου
Πολλές ουσίες ανταγωνίζονται τη δράση διαφόρων ορμονών καταλαμβάνοντας τους υποδοχείς των τελευταίων, ανταγωνιζόμενες έτσι τη δράση τους. H ταμοξιφαίνη καταλαμβάνει τους υποδοχείς των οιστρογόνων και λειτουργεί επομένως ως αντιοιστρογόνο. Eίναι το φάρμακο εκλογής στον μεταστατικό καρκίνο του μαστού των γυναικών μετά την εμμηνόπαυση, ιδιαίτερα αν οι όγκοι είναι θετικοί στους οιστρογονικούς υποδοχείς. Eπίσης χορηγείται πριν την εμμηνόπαυση με δράση όμοια με την ωοθηκεκτομή καθώς και σε γυναίκες που έχουν υποστεί μαστεκτομή και έχουν υψηλό κίνδυνο υποτροπής. H φορμεστάνη είναι ανταγωνιστής ορμονών, παράγωγο ανδροστενδιόνης. Aναστέλλει το ένζυμο αρωματάση, το οποίο συμβάλλει στη μετατροπή των ανδρογόνων σε οιστρογόνα. Πρόκειται επομένως για αναστολέα του σχηματισμού οιστρογόνων. Όμοια δράση έχει και το νεώτερο εξεμεστάνη.
Aνάλογες ανταγωνιστικές ουσίες των ανδρογονικών υποδοχέων του προστάτη, όπως π.χ. η φλουταμίδη, χρησιμοποιούνται στον καρκίνο του προστάτη.
Tα ανάλογα LH-RH είναι πεπτίδια τα οποία έχουν ανάλογη δράση με τη φυσική διεγερτική ορμόνη των γοναδοτροπινών (LH-RH). H μακροχρόνια χορήγησή τους μετά την αρχική διέγερση, αναστέλλει την παραγωγή των γοναδοτροπινών, καταργώντας έτσι τη λειτουργία των όρχεων και των ωοθηκών. Kατά την αρχική διεγερτική φάση πολλοί ασθενείς εμφανίζουν μεγέθυνση του όγκου, που μπορεί να προκαλέσει συμπίεση του NM ή επιδείνωση των οστικών αλγών, οπότε μπορεί να χρησιμοποιηθούν τα αντιανδρογόνα. Tα ανάλογα LH-RH (γοναδορελίνη, βουσερελίνη, κλπ.) χορηγούνται κυρίως σε καρκίνο του προστάτη, του μαστού, σε ενδομητρίωση και ινομυώματα της μήτρας. Περιγράφονται στο κεφάλαιο 6.7.1.1.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η λανρεοτίδη εμφανίζει αντιεκκριτικές δράσεις μέσω καταστολής του cAMP και ενεργοποίησης ιοντικών ρευμάτων όπως τα Κ+ και Ca2+, τα οποία οδηγούν σε υπερπόλωση της μεμβράνης και αναστολή της αποπόλωσης που μεσολαβείται από Ca2+.
Επιπλέον, μέσω άμεσων και έμμεσων μηχανισμών, η λανρεοτίδη έχει ισχυρές αντιπολλαπλασιαστικές δράσεις.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η λανρεοτίδη είναι ένα ανάλογο της σωματοστατίνης (SSA) και έχει κυρίως ανασταλτικές δράσεις που μεσολαβούνται μέσω των υποδοχέων σωματοστατίνης (SSTRs) 2 και 5 και περιλαμβάνουν την αναστολή της απελευθέρωσης της αυξητικής ορμόνης στον εγκέφαλο.
Η ενεργοποίηση των SSTRs του όγκου προκαλεί επαγωγή κυτταρικού κύκλου και/ή απόπτωση, ενώ οδηγεί επίσης σε μειωμένη παραγωγή ουσιών που υποστηρίζουν την ανάπτυξη του όγκου, καθώς και στην αγγειογένεση του όγκου.
Αυτό οδηγεί στις αντιπολλαπλασιαστικές δράσεις της λανρεοτίδης.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η λανρεοτίδη σχηματίζει ένα φαρμακευτικό αποθεματικό (drug depot) στον τόπο της ένεσης· επομένως, υπάρχουν 2 φάσεις που περιγράφουν την απορρόφηση της λανρεοτίδης:
- Αρχική ταχεία υποδόρια απελευθέρωση κατά τις πρώτες ημέρες της θεραπείας, όπου το φάρμακο που δεν έχει καθιζήσει απορροφάται ταχέως.
- Αργή απελευθέρωση του φαρμάκου από το αποθεματικό μέσω παθητικής διάχυσης.
Η απορρόφηση είναι ανεξάρτητη από το σωματικό βάρος, το φύλο και τη δοσολογία.
<5% της λανρεοτίδης απεκκρίνεται στα ούρα, και λιγότερο από 0,5% απεκκρίνεται αμετάβλητο στα κόπρανα, υποδηλώνοντας εμπλοκή της χολικής απέκκρισης.
Εκτιμώμενος Όγκος Κατανομής = 15,1 L
Εκτιμώμενη Κάθαρση = 23,1 L/h
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής είναι περίπου 22 ημέρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατάταξη MeSH Φαρμακολογίας
Ουσίες που αναστέλλουν ή προλαμβάνουν τον πολλαπλασιασμό των ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατάταξη FDA Φαρμακολογίας
0G3DE8943Y
LANREOTIDE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Ανάλογο Σωματοστατίνης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αγωνιστές Υποδοχέων Σωματοστατίνης
Η λανρεοτίδη είναι ένα Ανάλογο Σωματοστατίνης. Ο μηχανισμός δράσης της λανρεοτίδης είναι ως Αγωνιστής Υποδοχέων Σωματοστατίνης.
Ημίσεια ζωή
Απέκκριση
Scientific Profile
Κατάταξη MeSH Φαρμακολογίας
Ουσίες που αναστέλλουν ή προλαμβάνουν τον πολλαπλασιασμό των ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΩΝ.