LEUPRORELIN(Λευπρορελίνη)
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.
Κατά την πηγή: περίπου 3 ώρες
Δέσμευση πρωτεϊνών
Το ποσοστό του φαρμάκου που κυκλοφορεί δεσμευμένο σε πρωτεΐνες του πλάσματος. Δρα μόνο το ελεύθερο κλάσμα, γι' αυτό η υψηλή δέσμευση αυξάνει τον κίνδυνο αλληλεπιδράσεων εκτόπισης.
Απέκκριση
Η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου. Δείχνει πού χρειάζεται προσαρμογή δόσης — σε νεφρική ή σε ηπατική ανεπάρκεια.
Καθαρίζει (~5×t½)
Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.
Σκευάσματα και τιμές
Ενδείξεις κατά έγγραφο
Ατομικές ενδείξεις όπως δηλώνονται στα πιστοποιημένα κείμενα των SPC, με τεκμηρίωση
- Φόρτωση…
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Παρηγορητική θεραπεία προχωρημένου ορμονοεξαρτώμενου καρκινώματος του προστάτη
σε: Ασθενείς
- C61 Κακοήθης νεοπλασία του προστάτη
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος PROSTAPLANT
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Υποδόρια
- Χορήγηση: μία φορά κάθε 3 μήνες
- Δόση έναρξης: 5 mg
-
ΕνήλικεςΔόση5 mgμία φορά κάθε 3 μήνες
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας
-
Άτομα μεγαλύτερης ηλικίαςΔεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΑντενδείκνυται
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα ή σε άλλα ανάλογα της LHRH
-
Επιβεβαιωμένα μη ορμονοεξαρτώμενο καρκίνωμα
-
ΑντενδείκνυταιΠληθυσμόςΓυναίκες και παιδιατρικοί ασθενείς (για το Λευπρορελίνη 5 mg εμφύτευμα)
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΥπέρτασηΠληθυσμόςΑσθενείς με υπέρτασηΝα παρακολουθούνται προσεκτικά
-
ΚατάθλιψηΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με αγωνιστές LHRHΕνημέρωση ασθενών για τον κίνδυνο και αντιμετώπιση συμπτωμάτων
-
Αλλεργικές και αναφυλακτικές αντιδράσεις
-
Αύξηση τεστοστερόνης κατά την έναρξη της θεραπείαςΠληθυσμόςΑσθενείς με κίνδυνο νευρολογικών επιπλοκών, μετάστασης στη σπονδυλική στήλη και απόφραξης των ουροφόρων οδώνΝα παρακολουθούνται συνεχώς κατά τις πρώτες εβδομάδες της αγωγής
-
Επιδείνωση κλινικών συμπτωμάτωνΕξέταση συμπληρωματικής χορήγησης κατάλληλου αντι-ανδρογόνου για την αρχική φάση της θεραπείας
-
Αξιολόγηση επιτυχίας θεραπείαςΑξιολόγηση σε τακτικά χρονικά διαστήματα μέσω κλινικών εξετάσεων και παρακολούθησης επιπέδων φωσφατάσης, PSA και τεστοστερόνης ορού
-
Υπογοναδισμός και οστεοπόρωσηΠληθυσμόςΑσθενείς που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο οστεοπόρωσηςΕπικουρική χορήγηση διφωσφονικού μπορεί να εμποδίσει την απομετάλλωση των οστών
-
Αλλαγή ανοχής στη γλυκόζηΠληθυσμόςΔιαβητικοί ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με Λευπρορελίνη 5 mg εμφύτευμαΝα παρακολουθούνται πολύ στενά
-
Παράταση του διαστήματος QTΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό ή παράγοντες κινδύνου για παράταση του διαστήματος QT και σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φαρμακευτικά προϊόντα που μπορεί να παρατείνουν το διάστημα QTΟι ιατροί να αξιολογήσουν την αναλογία οφέλους-κινδύνου, συμπεριλαμβανομένης της πιθανότητας για κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (Torsade de pointes)
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που παρατείνουν το διάστημα QTπροσοχήΠαράταση του διαστήματος QTΣύστασηΘα πρέπει να αξιολογηθεί με προσοχή
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που μπορούν να προκαλέσουν κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (Torsade de pointes)προσοχήΚοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (Torsade de pointes)ΣύστασηΘα πρέπει να αξιολογηθεί με προσοχή
-
Αντιαρρυθμικά φαρμακευτικά προϊόντα της κατηγορίας ΙΑ (π.χ. κινιδίνη, δισοπυραμίδη)προσοχήΠαράταση του διαστήματος QT, Torsade de pointesΣύστασηΘα πρέπει να αξιολογηθεί με προσοχή
-
Αντιαρρυθμικά φαρμακευτικά προϊόντα της κατηγορίας ΙΙΙ (π.χ. αμιωδαρόνη, σοταλόλη, δοφετιλίδη, ιβουτιλίδη)προσοχήΠαράταση του διαστήματος QT, Torsade de pointesΣύστασηΘα πρέπει να αξιολογηθεί με προσοχή
-
προσοχήΠαράταση του διαστήματος QT, Torsade de pointesΣύστασηΘα πρέπει να αξιολογηθεί με προσοχή
-
προσοχήΠαράταση του διαστήματος QT, Torsade de pointesΣύστασηΘα πρέπει να αξιολογηθεί με προσοχή
-
ΑντιψυχωσικάπροσοχήΠαράταση του διαστήματος QT, Torsade de pointesΣύστασηΘα πρέπει να αξιολογηθεί με προσοχή
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Γενικές αλλεργικές αντιδράσεις (πυρετός, κνησμός, ηωσινοφιλία, δερματικό εξάνθημα)
- Αναφυλακτικές αντιδράσεις
- Πρόσληψη βάρους
- Αύξηση όρεξης
- Απώλεια βάρους
- Ελαττωμένη όρεξη
- Μεταβολές στη διαβητική μεταβολική κατάσταση (αύξηση ή μείωση των τιμών γλυκόζης του αίματος)
- Αλλαγές στη διάθεση
- Κατάθλιψη
- Διαταραχές ύπνου
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησία
- Ίλιγγος
- Παροδική δυσγευσία
- Αποπληξία του αδένα της υπόφυσης έπειτα από αρχική χορήγηση λευπρορελίνης σε ασθενείς με αδένωμα της υπόφυσης
- Παράταση διαστήματος QT
- Εξάψεις
- Θρόμβωση
- Μεταβολές στην πίεση του αίματος (υπέρταση ή υπόταση)
- Θρόμβωση της κεντρικής αρτηρίας του αμφιβληστροειδούς
- Πνευμονική εμβολή
- Διάμεση πνευμονία
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
- Ξηρό δέρμα ή βλεννογόννος
- Νυκτερινή εφίδρωση
- Αλωπεκία
- Αυξημένη εφίδρωση
- Οστικό άλγος
- Μυασθένεια
- Άλγος στις αρθρώσεις και/ή την πλάτη
- Πόνος στο περινέο
- Νυκτουρία
- Δυσουρία
- Συχνουρία
- Κατακράτηση ούρων
- Ελαττωμένη ή απώλεια της λίμπιντο και της σεξουαλικής ικανότητας
- Άλγος στους όρχεις
- Μείωση μεγέθους όρχεων
- Γυναικομαστία
- Αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης (π.χ. ερυθρότητα, άλγος, οίδημα, κνησμός που συνήθως υποχωρεί ακόμη και με τη συνέχιση της θεραπείας)
- Γενικευμένη αδυναμία
- Κόπωση
- Περιφερικό οίδημα
- Απόστημα στο σημείο της ένεσης
- Αύξηση LDH
- Αύξηση αλκαλικής φωσφατάσης
- Αύξηση των τρανσαμινασών (ALT, AST)
- Αύξηση της γάμμα-GT
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑλλαγές στη διάθεσηΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΑντιδράσεις στο σημείο της ένεσης (π.χ. ερυθρότητα, άλγος, οίδημα, κνησμός που συνήθως υποχωρεί ακόμη και με τη συνέχιση της θεραπείας)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη εφίδρωσηΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΓενικές αλλεργικές αντιδράσεις (πυρετός, κνησμός, ηωσινοφιλία, δερματικό εξάνθημα)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΔιαταραχές ύπνουΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΕλαττωμένη ή απώλεια της λίμπιντο και της σεξουαλικής ικανότηταςΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Πολύ συχνέςΕξάψειςΑγγειακές
-
Πολύ συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΜείωση μεγέθους όρχεωνΑναπαραγωγικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΝυκτερινή εφίδρωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ συχνέςΞηρό δέρμα ή βλεννογόννοςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ συχνέςΟστικό άλγοςΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΆλγος άνω κοιλιακής χώραςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΆλγος στις αρθρώσεις και/ή την πλάτηΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΆλγος στους όρχειςΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
ΣυχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΑύξηση LDHΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑύξηση αλκαλικής φωσφατάσηςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑύξηση της γάμμα-GTΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΑύξηση των τρανσαμινασών (ALT, AST)Παρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΓενικευμένη αδυναμίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΜεταβολές στην πίεση του αίματος (υπέρταση ή υπόταση)Αγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΜυασθένειαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝυκτουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΠαροδική δυσγευσίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΠρόσληψη βάρουςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΠόνος στο περινέοΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΣυχνουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΑπώλεια βάρουςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑύξηση όρεξηςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΕλαττωμένη όρεξηΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΚατακράτηση ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτικές αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑποπληξία του αδένα της υπόφυσης έπειτα από αρχική χορήγηση λευπρορελίνης σε ασθενείς με αδένωμα της υπόφυσηςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑπόστημα στο σημείο της ένεσηςΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΔιάμεση πνευμονίαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΘρόμβωσηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΘρόμβωση της κεντρικής αρτηρίας του αμφιβληστροειδούςΑγγειακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΜεταβολές στη διαβητική μεταβολική κατάσταση (αύξηση ή μείωση των τιμών γλυκόζης του αίματος)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Μη γνωστέςΠαράταση διαστήματος QTΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΠνευμονική εμβολήΑναπνευστικό
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ορμόνες και συναφείς παράγοντες, ανάλογα της εκλυτικής ορμόνης των γοναδοτροπινών. Κωδικός ATC: L02AE02.
Μηχανισμός δράσης
Η οξική λευπρορελίνη, η δραστική ουσία του Λευπρορελίνη 5 mg εμφύτευμα, είναι ένα συνθετικό ανάλογο του φυσικού υποθαλαμικού «εκλυτικού παράγοντα» LHRH, ο οποίος ελέγχει την έκκριση των γοναδοτροπινών ορμονών LH (ωχρινοτρόπος ορμόνη) και FSH (ωοθυλακιοτρόπος ορμόνη) από τον πρόσθιο λοβό του αδένα της υπόφυσης. Αυτές οι ορμόνες με τη σειρά τους διεγείρουν τη σύνθεση των στεροειδών στις γονάδες.
Σε αντίθεση με τη φυσιολογικά παραγόμενη LHRH, η οποία εκκρίνεται κατά ώσεις από τον υποθάλαμο, η οξική λευπρορελίνη - γνωστή και ως αγωνιστής της LHRH - αποκλείει με συνεχή τρόπο τους υποδοχείς της LHRH του αδένα της υπόφυσης κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας και έπειτα από την αρχική βραχυχρόνια διέγερση, προκαλώντας ρύθμιση προς τα κάτω. Ως αποτέλεσμα υπάρχει αναστρέψιμη καταστολή της έκκρισης της γοναδοτροπίνης, με επακόλουθη μείωση των συγκεντρώσεων της τεστοστερόνης. Η συγκέντρωση τεστοστερόνης μειώνεται και αυτό κατά συνέπεια επηρεάζει την αύξηση του προστατικού ιστού, ο οποίος είχε υποστεί καρκινωματώδεις εξαλλαγές και που κανονικά διεγείρεται από τη διυδροτεστοστερόνη, η οποία παράγεται μέσω της αναγωγής της τεστοστερόνης που συντελείται στα κύτταρα του προστάτη. Η συνεχής χορήγηση της οξικής λευπρορελίνης οδηγεί σε μείωση ως προς τον αριθμό και/ή ως προς την ευαισθησία (η επονομαζόμενη «ρύθμιση προς τα κάτω») των υποδοχέων του αδένα της υπόφυσης και κατά συνέπεια στη μείωση των συγκεντρώσεων της LH, της FSH και της DHT. Κατά τη διαδικασία το επίπεδο της τεστοστερόνης μειώνεται σε επίπεδο ευνουχισμού. Σε μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε ζώα καταδείχθηκε επίσης μία αντιανδρογόνος δράση και αναστολή της αύξησης των καρκινωμάτων του προστάτη.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Σύμφωνα με προκλινικές και κλινικές μελέτες, η θεραπεία με οξική λευπρορελίνη κάθε 3 μήνες αναστέλλει την έκκριση της γοναδοτροπίνης έπειτα από αρχική διέγερση. Στον άνθρωπο, η υποδόρια χορήγηση οξικής λευπρορελίνης προκαλεί μία αρχική αύξηση της LH (ωχρινοτρόπος ορμόνη) και της FSH (ωοθυλακιοτρόπος ορμόνη), η οποία χαρακτηρίζεται από μία παροδική αύξηση των συγκεντρώσεων της τεστοστερόνης και της διυδροτεστοστερόνης. Επειδή σε μεμονωμένες περιπτώσεις παρατηρήθηκε μία συσχετιζόμενη βραχυπρόθεσμη επιδείνωση των κλινικών συμπτωμάτων κατά τη διάρκεια των 3 πρώτων εβδομάδων, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η χορήγηση επικουρικής αγωγής με αντιανδρογόνα στους άνδρες με καρκίνωμα του προστάτη.
Αντιθέτως, η μακροχρόνια θεραπεία με οξική λευπρορελίνη προκαλεί σε όλους τους ασθενείς μείωση στις συγκεντρώσεις της LH και της FSH. Οι συγκεντρώσεις των ανδρογόνων που επιτυγχάνονται στους άνδρες είναι παρόμοιες με εκείνες έπειτα από αμφίπλευρη ορχεκτομή. Οι μεταβολές αυτές συνήθως εμφανίζονται 2-3 εβδομάδες έπειτα από την έναρξη της θεραπείας και διατηρούνται καθ’ όλη τη χρονική διάρκεια της θεραπείας. Για το λόγο αυτό, η οξική λευπρορελίνη μπορεί επίσης να διερευνηθεί σε σχέση με την ορμονική ευαισθησία των προστατικών καρκινωμάτων και την ενδεχόμενη θεραπευτική αξία της ορχεκτομής. Εάν είναι απαραίτητο, η ορχεκτομή μπορεί να αντικατασταθεί από χορήγηση οξικής λευπρορελίνης κάθε 3 μήνες. Μέχρι στιγμής, είναι δυνατή η διατήρηση των επιπέδων της τεστοστερόνης σε τιμές ευνουχισμού έπειτα από συνεχή χορήγηση οξικής λευπρορελίνης για χρονικό διάστημα 5 ετών.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Η δραστική ουσία, οξική λευπρορελίνη, απελευθερώνεται με συνεχή τρόπο από το πολυμερές γαλακτικού οξέος για χρονικό διάστημα έως 182 ημερών (26 εβδομάδων) έπειτα από την ένεση του βιοδιασπώμενου εμφυτεύματος Λευπρορελίνη 5 mg. Το πολυμερές απορροφάται με τον ίδιο τρόπο, όπως ένα νήμα χειρουργικού ράμματος.
Μέσα σε 2 ώρες από την υποδόρια χορήγηση μιας δόσης Λευπρορελίνη 5 mg εμφύτευμα, έχουν μετρηθεί μέγιστα επίπεδα λευπρορελίνης στον ορό 5216 pg/ml (5,2 ng/ml).
Η AUC κατά τη διάρκεια τρίμηνης θεραπείας με Λευπρορελίνη 5 mg εμφύτευμα ήταν 32,4 ng/ml*d. Ανιχνεύσιμα επίπεδα στον ορό είναι παρόντα για έως 182 ημέρες (26 εβδομάδες) μετά τη χορήγηση.
Ο όγκος κατανομής της λευπρορελίνης είναι 36 l στους άνδρες. Η ολική κάθαρση είναι 139,6 ml/min.
Σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική ή ηπατική λειτουργία, τα επίπεδα της λευπρορελίνης ήταν εντός του εύρους που είχε παρατηρηθεί σε ασθενείς με υγιή νεφρά ή ήπαρ. Σε μερικούς ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, μετρήθηκαν υψηλότερα επίπεδα λευπρορελίνης στον ορό. Αυτή η παρατήρηση, όμως, δε φαίνεται να έχει κάποια κλινική συσχέτιση.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ορμόνες και συναφείς παράγοντες, ανάλογα της εκλυτικής ορμόνης των γοναδοτροπινών. Κωδικός ATC: L02AE02. ### Μηχανισμός δράσης Η οξική λευπρορελίνη, η δραστική ουσία του Λευπρορελίνη 5 mg…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αρτηριακή πίεση | monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία | — | Υπέρταση |
| Ανοχή στη γλυκόζη | more_horizΆλλο / λοιπά | Πολύ στενά | Διαβητικοί ασθενείς |
| Ειδικό προστατικό αντιγόνο (PSA) | more_horizΆλλο / λοιπά | Σε τακτικά χρονικά διαστήματα | Για αξιολόγηση επιτυχίας θεραπείας |
| Επίπεδα φωσφατάσης | more_horizΆλλο / λοιπά | Σε τακτικά χρονικά διαστήματα | Για αξιολόγηση επιτυχίας θεραπείας |
| Κλινικές εξετάσεις (δακτυλική εξέταση προστατικού αδένα, υπερηχογράφημα, σπινθηρογράφημα οστών, αξονική τομογραφία) | more_horizΆλλο / λοιπά | Σε τακτικά χρονικά διαστήματα | Για αξιολόγηση επιτυχίας θεραπείας, ιδιαίτερα με σημεία εξέλιξης της νόσου |
| Νευρολογικά συμπτώματα, μετάσταση στη σπονδυλική στήλη, απόφραξη ουροφόρων οδών | more_horizΆλλο / λοιπά | Συνεχής παρακολούθηση | Κατά τις πρώτες εβδομάδες της αγωγής σε ασθενείς με κίνδυνο |
| Συγκέντρωση τεστοστερόνης στον ορό | more_horizΆλλο / λοιπά | Σε τακτικά χρονικά διαστήματα | Για αξιολόγηση επιτυχίας θεραπείας |
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η λευπρολίδη είναι ένας αγωνιστής του υποδοχέα της γοναδοτροπίνης που εκκρίνεται από την υπόφυση (GnRH), ο οποίος λειτουργεί ως υπεραγωνιστής του υποδοχέα GnRH. Μετά από μια αρχική αύξηση στην παραγωγή στεροειδών που μεσολαβείται από το GnRH, συμπεριλαμβανομένης της τεστοστερόνης και της εστραδιόλης, η παρατεταμένη χρήση οδηγεί σε σημαντική μείωση των κυκλοφορούντων επιπέδων στεροειδών, σύμφωνα με αυτά που παράγονται μέσω άλλων μορφών θεραπείας στέρησης ανδρογόνων (ADT). Οι αντίστοιχες ορμονικές/στεροειδικές αλλαγές προκαλούν συγκεκριμένες ανεπιθύμητες ενέργειες σε διαφορετικούς πληθυσμούς ασθενών. Σε γυναίκες που υποβάλλονται σε θεραπεία για ενδομητρίωση ή ινομυώματα της μήτρας, συνιστάται προσεκτική εξέταση της κατάστασης εγκυμοσύνης. Η αρχική αύξηση των επιπέδων εστραδιόλης μπορεί να επιδεινώσει συμπτώματα όπως πόνο και αιμορραγία. Η μακροχρόνια χρήση λευπρολίδης σχετίζεται με απώλεια της οστικής πυκνότητας. Ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα [νορεθιστερόνη] μπορεί να εμφανίσουν αιφνίδια απώλεια όρασης, προπίπτουσα οφθαλμική μονάδα, διπλωπία, ημικρανία, θρομβοφλεβίτιδα και πνευμονική εμβολή και μπορεί επίσης να διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων. Ασθενείς με ιστορικό κατάθλιψης μπορεί να εμφανίσουν σοβαρή υποτροπή καταθλιπτικών συμπτωμάτων. Σε άνδρες που υποβάλλονται σε παρηγορητική θεραπεία για προχωρημένο/μεταστατικό καρκίνο του προστάτη, οι βραχυπρόθεσμες αυξήσεις στα επίπεδα τεστοστερόνης μπορεί να προκαλέσουν έξαρση όγκου και σχετιζόμενα συμπτώματα όπως πόνο στα οστά, αιματουρία, νευροπάθεια, απόφραξη ουροδόχου κύστης ή/και ουρητήρα και συμπίεση του νωτιαίου μυελού. Επιπλέον, οι ασθενείς διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης υπεργλυκαιμίας, διαβήτη και καρδιαγγειακών παθήσεων, οι οποίες μπορεί να εκδηλωθούν μέσω εμφράγματος του μυοκαρδίου, εγκεφαλικού επεισοδίου, καρδιακού θανάτου ή παρατεταμένου διαστήματος QT/QTc. Επιπλέον, η λευπρολίδη μπορεί να προκαλέσει σπασμούς και εμβρυο-τοξικότητα.
Σε παιδιατρικούς ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία για κεντρική πρόωρη εφηβεία (CPP), η αρχική στεροειδική αύξηση μπορεί να σχετίζεται με αυξημένα κλινικά σημάδια εφηβείας εντός 2-4 εβδομάδων από την έναρξη της θεραπείας. Επιπλέον, η λευπρολίδη μπορεί να προκαλέσει σπασμούς και ψυχιατρικά συμπτώματα, συμπεριλαμβανομένης της ευερεθιστότητας, της ανυπομονησίας, της επιθετικότητας, του θυμού και του κλάματος.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η γοναδοτροπίνη που εκκρίνεται από την υπόφυση (GnRH) είναι ένα φυσικά απαντώμενο δεκαπεπτίδιο που ρυθμίζει τον άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης-γονάδων (HPG). Το GnRH συνδέεται με τους αντίστοιχους υποδοχείς (GnRHRs) στους γοναδοτρόπους της πρόσθιας υπόφυσης, οι οποίοι με τη σειρά τους απελευθερώνουν ωχρινοτρόπο ορμόνη (LH) και θυλακιοτρόπο ορμόνη (FSH). Αυτές, με τη σειρά τους, επηρεάζουν την κατάντη σύνθεση και απελευθέρωση των ορμονών του φύλου: τεστοστερόνη, διυδροτεστοστερόνη, οιστρόνη και εστραδιόλη.
Παρά την ποικιλία των καταστάσεων που ενδείκνυνται για θεραπεία με λευπρολίδη, ο μηχανισμός δράσης που υποκρύπτει την αποτελεσματικότητα είναι ο ίδιος σε όλες τις περιπτώσεις. Ως αγωνιστής GnRHR, η λευπρολίδη συνδέεται και αρχικά ενεργοποιεί την κατάντη απελευθέρωση LH και FSH. Αυτή η αρχική αύξηση στα επίπεδα των γοναδοτροπινών ευθύνεται για ορισμένες από τις ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη θεραπεία. Μετά από 2-4 εβδομάδες θεραπείας, η συνεχής διέγερση του GnRHR οδηγεί σε αναστολή ανάδρασης και σημαντική μείωση της έκφρασης των LH, FSH και των αντίστοιχων καταντών τους, επιφέροντας θεραπευτικό όφελος. Αυτές οι επιδράσεις είναι αναστρέψιμες με τη διακοπή της θεραπείας.
Όπως η φυσικά απαντώμενη ωχρινοτρόπος ορμόνη, η αρχική ή διαλείπουσα χορήγηση λευπρολίδης διεγείρει την απελευθέρωση της ωχρινοτρόπου ορμόνης και της θυλακιοτρόπου ορμόνης από την πρόσθια υπόφυση.
Η απελευθέρωση της ωχρινοτρόπου ορμόνης και της θυλακιοτρόπου ορμόνης από την πρόσθια υπόφυση αυξάνει παροδικά τη συγκέντρωση τεστοστερόνης στους άνδρες. Ωστόσο, η συνεχής χορήγηση λευπρολίδης στη θεραπεία του καρκίνου του προστάτη καταστέλλει την έκκριση γοναδοτροπίνης που εκκρίνεται από την υπόφυση (GnRH), με αποτέλεσμα τη μείωση των συγκεντρώσεων τεστοστερόνης και τη «φαρμακευτική ευνουχισμό».
Η αρχική διέγερση των γοναδοτροπινών από την πρόσθια υπόφυση ακολουθείται από παρατεταμένη καταστολή. Η απελευθέρωση γοναδοτροπινών από την πρόσθια υπόφυση αυξάνει παροδικά τις συγκεντρώσεις οιστρόνης και εστραδιόλης στις γυναίκες. Ωστόσο, η συνεχής χορήγηση λευπρολίδης στη θεραπεία της ενδομητρίωσης προκαλεί πτώση των οιστρογόνων σε επίπεδα μετά την εμμηνόπαυση. Ως συνέπεια της καταστολής της ωοθηκικής λειτουργίας, τόσο ο φυσιολογικός όσο και ο έκτοπος ενδομητρικός ιστός γίνονται ανενεργοί και ατροφικοί. Ως αποτέλεσμα, συμβαίνει αμηνόρροια.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η λευπρολίδη συνήθως χορηγείται ως εφάπαξ ενέσιμη φόρμουλα μακράς δράσης που χρησιμοποιεί τεχνολογίες μικροσφαιριδίων ή βιοδιασπώμενων στερεών αποθεμάτων. Ανεξάρτητα από την ακριβή φόρμουλα και την αρχική ισχύ της δόσης, η Cmax επιτυγχάνεται συνήθως 4-5 ώρες μετά την ένεση και παρουσιάζει μεγάλη μεταβλητότητα στο εύρος 4,6 - 212 ng/mL. Η τελική κινητική σταθερής κατάστασης επιτυγχάνεται συνήθως σε τέσσερις εβδομάδες, με στενότερο εύρος 0,1 - 2 ng/mL. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις των τροφών στην απορρόφηση.
Μετά τη χορήγηση 3,75 mg εναιωρήματος λευπρολίδης σε τρεις ασθενείς, λιγότερο από 5% της αρχικής δόσης ανακτήθηκε ως αμετάβλητος ή πενταπεπτιδικός μεταβολίτης στα ούρα.
Η λευπρολίδη έχει φαινόμενο όγκο κατανομής σταθερής κατάστασης 27 L μετά από ενδοφλέβια χορήγηση bolus σε υγιείς άνδρες. Ο όγκος κατανομής για τις ενδεικνυόμενες οδούς υποδόριας ή ενδομυϊκής ένεσης δεν έχει αναφερθεί.
Η λευπρολίδη που χορηγείται ως ενδοφλέβιο bolus 1 mg σε υγιείς άνδρες έχει μέση συστηματική κάθαρση μεταξύ 7,6 και 8,3 L/h.
Η βιοδιαθεσιμότητα μετά από ενδομυϊκή ένεση του σκευάσματος depot εκτιμάται περίπου στο 90%.
Οι φαρμακολογικές επιδράσεις των μικροσφαιριδίων λευπρολίδης ακετατικής depot μελετήθηκαν σε αρουραίους και σκύλους μετά από υποδόρια και ενδομυϊκή ένεση. Μετά την ένεση, τα μικροσφαιρίδια παρείχαν παρόμοια γραμμική απελευθέρωση του φαρμάκου και διατηρούσαν τα επίπεδα του φαρμάκου στον ορό για 3 μήνες. Επίμονη καταστολή της ωχρινοτρόπου ορμόνης, της θυλακιοτρόπου ορμόνης σε αρουραίους, και της τεστοστερόνης σε αρουραίους και σκύλους για πάνω από 16 εβδομάδες επιτεύχθηκε με μικροσφαιρίδια σε δόση 100 ug/kg/ημέρα σε αρουραίους και 25,6 ug/kg/ημέρα σε σκύλους. Οι αποκρίσεις σε περιοδικές δοκιμές πρόκλησης αποκάλυψαν ότι μία μόνο ένεση μικροσφαιριδίων κατέστειλε δραματικά τη λειτουργία του άξονα υπόφυσης-γονάδων για 15 εβδομάδες σε αρουραίους. Η ανάπτυξη των γεννητικών οργάνων καταστέλλει επίσης δοσοεξαρτώμενα για πάνω από 3 μήνες. Συμπεράστηκε ότι επιτυγχάνονται επίμονες φαρμακολογικές επιδράσεις με μία ένεση μικροσφαιριδίων λευπρολίδης 3-μηνών depot.
Η επίδραση των βοηθητικών ουσιών του σκευάσματος στην απορρόφηση της λευπρολίδης ακετατικής μετά από ενδοδωδεκαδακτυλική ένεση και από του στόματος χορήγηση σε αρσενικούς αρουραίους-ευνούχους αναφέρεται. Η απορρόφηση ήταν χαμηλή, περίπου 0,01% και 0,08% με από του στόματος και ενδοδωδεκαδακτυλική χορήγηση, αντίστοιχα, σε σύγκριση με τα ενδοφλέβια ελέγχους. Ένα υδατικό σκεύασμα και ένας γαλακτωματοποιητής νερού-σε-έλαιο ενός λιπόφιλου αλατος, ενός παραγώγου δεκανοσουλφονικού οξέος της λευπρολίδης, έδωσαν ενδοδωδεκαδακτυλικές βιοδιαθεσιμότητες περίπου 0,2% και 1% αντίστοιχα. Η αξιολόγηση των επιδράσεων του σκευάσματος στην από του στόματος απορρόφηση του φαρμάκου έδειξε ότι η λιποφιλικότητα, ο επιφανειοδραστικός παράγοντας και οι ιδιότητες του φορέα επηρέασαν σημαντικά την ενδοδωδεκαδακτυλική απορρόφηση της λευπρολίδης. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του φαρμάκου σε τυπικά γαλακτωματοποιητικά συστήματα κυμάνθηκε από περίπου 3-10% και αντιπροσώπευε βελτίωση περίπου 100 φορές στην γαστρεντερική βιοδιαθεσιμότητα αυτού του πεπτιδίου. Συζητούνται οι επιπτώσεις αυτών των ευρημάτων σχετικά με την επίδραση των βοηθητικών ουσιών του σκευάσματος στην από του στόματος απορρόφηση της λευπρολίδης και άλλων πεπτιδίων μετά από ενδοδωδεκαδακτυλική χορήγηση.
Η βιοδιαθεσιμότητα της λευπρολίδης ακετατικής μελετήθηκε σε αρουραίους και σε υγιείς άνδρες (ηλικίας 19-39 ετών) μετά από εισπνευστική και ρινική χορήγηση, σε σύγκριση με ενδοφλέβια και υποδόρια ένεση. Η ρινική βιοδιαθεσιμότητα σε αρουραίους αυξήθηκε σημαντικά με την α-κυκλοδεξτρίνη, το ειδικό οξύ και τον όγκο του διαλύματος. Η μεταβλητότητα εντός του ίδιου ζώου ήταν 30-60% και η απορρόφηση κυμάνθηκε από 8 έως 46% σε σύγκριση με τους ενδοφλέβιους ελέγχους. Σε ανθρώπους, η υποδόρια ένεση ήταν 94% βιοδιαθέσιμη σε σύγκριση με την ενδοφλέβια. Η ρινική βιοδιαθεσιμότητα ήταν κατά μέσο όρο 2,4%, με σημαντική δια-υποκειμενική μεταβλητότητα. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα για δόσεις ενός και 3 mg ήταν 0,24-1,6 και 0,1-11 ng/ml, αντίστοιχα. Μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα για αερολύματα 1 mg και αερολύματα εναιωρήματος 2 mg, αντίστοιχα. Η βιοδιαθεσιμότητα των αερολυμάτων εναιωρήματος ήταν τετραπλάσια από αυτή του αερολύματος διαλύματος. /Λευπρολίδη ακετάτη/
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η λευπρολίδη εμφανίζει in vitro σύνδεση με ανθρώπινες πρωτεΐνες πλάσματος μεταξύ 43% και 49%.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Μελέτες ραδιοσημάνσεως υποδεικνύουν ότι η λευπρολίδη μεταβολίζεται κυρίως σε ανενεργά πεντα-, τρι- και διπεπτιδικές οντότητες, οι οποίες πιθανώς υφίστανται περαιτέρω μεταβολισμό. Αναμένεται ότι διάφορες πεπτιδάσες που απαντώνται στο συστηματικό κυκλοφορούν σύστημα ευθύνονται για το μεταβολισμό της λευπρολίδης.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Η λευπρολίδη έχει τελικό χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής περίπου τρεις ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατηγοριοποίηση MeSH
- Ουσίες που αυξάνουν την ικανότητα σύλληψης σε θήλεα.
- Αντινεοπλασματικοί παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ορμονοεξαρτώμενων όγκων. Οι ορμονοεξαρτώμενοι όγκοι μπορεί να είναι ορμονοεξαρτώμενοι, ορμονοευαίσθητοι ή και τα δύο. Ένας ορμονοεξαρτώμενος όγκος υποχωρεί με την αφαίρεση του ορμονικού ερεθίσματος, με χειρουργική επέμβαση ή φαρμακολογικό αποκλεισμό. Οι ορμονοευαίσθητοι όγκοι μπορεί να υποχωρήσουν όταν χορηγούνται φαρμακολογικές ποσότητες ορμονών, ανεξάρτητα από το αν έχουν παρατηρηθεί προηγούμενα σημάδια ορμονοευαισθησίας. Τα κύρια ορμονοευαίσθητα καρκινώματα περιλαμβάνουν καρκινώματα του μαστού, του προστάτη και του ενδομητρίου· λεμφώματα· και ορισμένες λευχαιμίες. (From AMA Drug Evaluations Annual 1994, p2079)
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατηγοριοποίηση FDA
EFY6W0M8TG
ΛΕΠΡΟΛΙΔΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αγωνιστής Υποδοχέα Ορμόνης που Εκκρίνεται από την Υπόφυση (GnRH)
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αγωνιστές Υποδοχέα Ορμόνης που Εκκρίνεται από την Υπόφυση (GnRH)
Η λευπρολίδη είναι ένας Αγωνιστής Υποδοχέα Ορμόνης που Εκκρίνεται από την Υπόφυση (GnRH). Ο μηχανισμός δράσης της λευπρολίδης είναι ως Αγωνιστής Υποδοχέα Ορμόνης που Εκκρίνεται από την Υπόφυση (GnRH).
ΛΕΠΡΟΛΙΔΗ
Αγωνιστές Υποδοχέα Ορμόνης που Εκκρίνεται από την Υπόφυση (GnRH) [MoA]; Αγωνιστής Υποδοχέα Ορμόνης που Εκκρίνεται από την Υπόφυση (GnRH) [EPC]
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Κατηγοριοποίηση MeSH
- Ουσίες που αυξάνουν την ικανότητα σύλληψης σε θήλεα.
- Αντινεοπλασματικοί παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ορμονοεξαρτώμενων όγκων. Οι ορμονοεξαρτώμενοι όγκοι μπορεί να είναι ορμονοεξαρτώμενοι, ορμονοευαίσθητοι ή και τα δύο. Ένας ορμονοεξαρτώμενος όγκος υποχωρεί με την αφαίρεση του ορμονικού ερεθίσματος, με χειρουργική επέμβαση ή φαρμακολογικό αποκλεισμό. Οι ορμονοευαίσθητοι όγκοι μπορεί να υποχωρήσουν όταν χορηγούνται φαρμακολογικές ποσότητες ορμονών, ανεξάρτητα από το αν έχουν παρατηρηθεί προηγούμενα σημάδια ορμονοευαισθησίας. Τα κύρια ορμονοευαίσθητα καρκινώματα περιλαμβάνουν καρκινώματα του μαστού, του προστάτη και του ενδομητρίου· λεμφώματα· και ορισμένες λευχαιμίες. (From AMA Drug Evaluations Annual 1994, p2079)