LINCOMYCIN
Λινκομυκίνη
Στην ομάδα των λινκοζαμιδών περιλαμβάνεται η κλινδαμυκίνη και η λινκομυκίνη. Tο αντιμικροβιακό τους φάσμα περιλαμβάνει: Gram+ κόκκους (στρεπτόκοκκοι, σταφυλόκοκκοι) και βακτηρίδια αερόβια (Bacillus anthracis, στελέχη Nocardia, Corynobacterium diphtheriae) ως και Gram+ και Gram- …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
ΕΟΦ
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
PubChem
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
ΕΟΦ · 5.1.8
Λινκοζαμίδες
expand_more
Λινκοζαμίδες
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Η Λινκομυκίνη περιέχει την ασυνήθιστη αμινομάδα προπυλ υγρικού οξέος συνδεδεμένη με την αμινομάδα υδατάνθρακα α-μεθυλοθειο-λινκοσαμίνη (α-MTL) η οποία, όπως και άλλες λινκοσαμίδες, λειτουργεί ως δομικό ανάλογο του 3’ άκρου του L-Pro-Met-tRNA και του απεακυλιωμένου-tRNA για να αλληλεπιδράσει με το 23S rRNA της 50S βακτηριακής ριβοσωμικής υπομονάδας. Λεπτομερείς έρευνες για τον μηχανισμό της σχετιζόμενης λινκοσαμίδης [κλινδαμυκίνη] υπέδειξαν δίφασική δέσμευση, άμεσα στην Α-θέση με μετατόπιση της ισορροπίας προς την Ρ-θέση σε διάστημα δευτερολέπτων. Αυτή η μετατόπιση φαίνεται να οφείλεται σε περιστροφή της προπυλ υγρικού οξέος αμινομάδας, ενώ η α-MTL παραμένει σχετικά σταθερή. Πρόσφατες κρυσταλλικές δομές της λινκομυκίνης σε σύμπλοκο με την 50S ριβοσωμική υπομονάδα του Staphylococcus aureus δείχνουν ότι η α-MTL αμινομάδα σχηματίζει δεσμούς υδρογόνου με C2611, A2058, G2505, A2059 και G2503 του 23S rRNA, ενώ η προπυλ υγρικού οξέος αμινομάδα αλληλεπιδρά μόνο μέσω δυνάμεων van der Waals, υποδεικνύοντας ότι μπορεί να είναι ελεύθερη να περιστραφεί παρόμοια με την [κλινδαμυκίνη]. Αυτός ο μηχανισμός υποστηρίζεται από την παρατήρηση ότι ο πιο κοινός μηχανισμός αντίστασης, ο οποίος επηρεάζει επίσης μακρολίδες και στρεπτογραμίνη Β (αντίσταση MSLB) περιλαμβάνει μεθυλίωση του A2058· άλλοι μηχανισμοί αντίστασης στοχεύουν παρόμοια υπολείμματα όπως A2058, A2059 και C2611.
Η λινκομυκίνη μπορεί να δράσει βακτηριοστατικά ή βακτηριοκτόνα, ανάλογα με τη συγκέντρωση του φαρμάκου που επιτυγχάνεται στο σημείο της λοίμωξης και την ευαισθησία του υπεύθυνου μικροοργανισμού. Η λινκομυκίνη φαίνεται να αναστέλλει τη σύνθεση πρωτεϊνών σε ευαίσθητους οργανισμούς δεσμευόμενη στις 50S ριβοσωμικές υπομονάδες· η κύρια δράση είναι η αναστολή του σχηματισμού πεπτιδικών δεσμών. Ο τόπος δράσης φαίνεται να είναι ο ίδιος με αυτόν της κλινδαμυκίνης, ερυθρομυκίνης και χλωραμφενικόλης.
/Οι συγγραφείς/ … διερεύνησαν την αναστολή του σχηματισμού πεπτιδικών δεσμών από το αντιβιοτικό λινκομυκίνη, σε 150 mM NH4Cl. /Οι συγγραφείς/ … χρησιμοποίησαν ένα in vitro σύστημα στο οποίο ένα ριβοσωμικό τριμερές σύμπλοκο, το σύμπλοκο ακετυλ[3H]φαινυλαλανίνης-tRNA-70S ριβοσώματος-πολυ(U) (σύμπλοκο C), αντιδρά με πουρομυκίνη, σχηματίζοντας πεπτιδικούς δεσμούς. Το σύμπλοκο C μπορεί να θεωρηθεί ως ανάλογο του ριβοσωμικού συμπλόκου επιμήκυνσης και η πουρομυκίνη ως ανάλογο του αμινοακυλ-tRNA. Σε προηγούμενη μελέτη /οι συγγραφείς/ … ανέφεραν την κινητική της αναστολής από λινκομυκίνη σε 100 mM NH4Cl. Στην παρούσα έρευνα, /οι συγγραφείς/ … διαπιστώνουν ότι η αύξηση της συγκέντρωσης ιόντων αμμωνίου σε 150 mM προκαλεί σημαντικές αλλαγές στην κινητική συμπεριφορά του συστήματος, οι οποίες μπορούν να συνοψιστούν ως εξής. Πρώτον, αυξάνεται ο ρυθμός συσχέτισης για το σύμπλοκο C και τη λινκομυκίνη. Σε συγκέντρωση λινκομυκίνης 10 μΜ ο φαινόμενος ρυθμός εξισορρόπησης είναι 4,3 min-1 σε 100 mM NH4Cl, ενώ γίνεται 6,7 min-1 σε 150 mM. Δεύτερον, σε 150 mM NH4Cl, με αυξανόμενες συγκεντρώσεις λινκομυκίνης, παρατηρείται μετάβαση από ανταγωνιστική σε μικτή-μη ανταγωνιστική αναστολή. Η επικρατούσα άποψη είναι ότι η λινκομυκίνη δρα στην ριβοσωμική Α-θέση, ένας μηχανισμός που συμφωνεί μόνο με ανταγωνιστική κινητική (αμοιβαία αποκλειόμενη δέσμευση μεταξύ πουρομυκίνης και λινκομυκίνης). Σε μοριακό επίπεδο, η αλλαγή στην κινητική της αναστολής που παρατηρούμε μπορεί να σημαίνει ότι η αμοιβαία αποκλειόμενη δέσμευση μεταξύ αμινοακυλ-tRNA και λινκομυκίνης μετατρέπεται σε ταυτόχρονη δέσμευση, ως αποτέλεσμα δομικών αλλαγών που συμβαίνουν στο ριβοσωμικό σύμπλοκο επιμήκυνσης.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Μια δόση 600 mg λινκομυκίνης που χορηγήθηκε ενδοφλεβίως για δύο ώρες οδηγεί σε μέγιστη συγκέντρωση (Cmax) 15,9 μg/mL, ενώ η ίδια δόση που χορηγήθηκε με ενδομυϊκή ένεση παράγει μέγιστη συγκέντρωση (Cmax) 11,6 μg/mL μετά από 60 λεπτά. Η λινκομυκίνη που χορηγήθηκε ενδομυϊκά σε υγιείς ενήλικους άνδρες εθελοντές σε δόσεις μεταξύ 600 και 1500 mg είχε AUC0-∞ μεταξύ 92,22 και 159,91 μgh/mL. Μια παρόμοια μελέτη που χρησιμοποίησε ενδοφλέβια έγχυση 600-2400 mg λινκομυκίνης βρήκε τιμές AUC0-∞ μεταξύ 72,5 και 212,8 μgh/mL. Συνολικά, η AUC αυξάνεται δυσανάλογα με τη δόση.
Μετά από δόση 600 mg λινκομυκίνης που χορηγήθηκε είτε ενδομυϊκά είτε ενδοφλεβίως, η νεφρική απέκκριση κυμαίνεται από 1,8-30,3% της χορηγηθείσας δόσης. Η χολή θεωρείται επίσης σημαντική οδός αποβολής. Απαιτούνται προσαρμογές δόσης σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια.
Η λινκομυκίνη που χορηγήθηκε ενδοφλεβίως σε υγιείς ενήλικες άνδρες είχε σταθερό όγκο κατανομής 63,8 ± 23,8, 78,8 ± 17,0 και 105,1 ± 43,1 L για δόσεις 600, 1200 και 2400 mg, αντίστοιχα.
Η λινκομυκίνη που χορηγήθηκε ενδοφλεβίως σε υγιείς ενήλικες άνδρες είχε κάθαρση 9,9 ± 2,5, 10,0 ± 2,0 και 11,8 ± 2,4 L/h για δόσεις 600, 1200 και 2400 mg, αντίστοιχα.
Η λινκομυκίνη απορροφάται ταχέως αλλά μόνο μερικώς (20 έως 35%) από τον γαστρεντερικό σωλήνα… Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα κυμαίνονται κατά μέσο όρο 2 έως 5 μg/mL μετά από από του στόματος δόση 500 mg· οι τιμές διατηρούνται… για τους περισσότερους Gram-θετικούς μικροοργανισμούς για 6 έως 8 ώρες, και η ανιχνεύσιμη αντιβακτηριακή δράση παραμένει για 12 ώρες ή περισσότερο. Η ενδομυϊκή χορήγηση οδηγεί σε μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα εντός 30 λεπτών.
Η νεφρική απέκκριση… είναι περιορισμένη και αρκετά μεταβλητή· περίπου το 5% της από του στόματος δόσης και το 15% της παρεντερικής δόσης εμφανίζεται στα ούρα. Η χολή είναι σημαντική οδός απέκκρισης του… αντιβιοτικού. Το φάρμακο εμφανίζεται σε δραστική μορφή στα κόπρανα μετά από από του στόματος και παρεντερική χορήγηση, υποδηλώνοντας απέκκριση μέσω της χολής, μέσω του εντερικού τοιχώματος ή και των δύο.
Η λινκομυκίνη κατανέμεται τόσο σε εξωκυτταρικά όσο και σε ενδοκυτταρικά υγρά και ανιχνεύεται στους περισσότερους ανθρώπινους ιστούς. Φτάνει σε αμελητέες συγκεντρώσεις στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό σε άτομα με φυσιολογικές μήνιγγες, και επιτυγχάνει συγκεντρώσεις που είναι περίπου 40% αυτών στο πλάσμα σε περιπτώσεις μηνιγγίτιδας.
Η λινκομυκίνη κατανέμεται στο γάλα· έχουν αναφερθεί συγκεντρώσεις 0,5-2,4 μg/mL στο ανθρώπινο γάλα.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη ΛΙΝΚΟΜΥΚΙΝΗ (12 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Ο μεταβολισμός της Λινκομυκίνης είναι ασαφώς καθορισμένος, αν και το κύριο προϊόν που ανακτήθηκε μετά τη χορήγηση σε ανθρώπους είναι η αμετάβλητη λινκομυκίνη.
Η λινκομυκίνη μεταβολίζεται μερικώς στο ήπαρ και τόσο το φάρμακο όσο και οι μεταβολίτες του απεκκρίνονται στα ούρα, τη χολή και τα κόπρανα.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Η Λινκομυκίνη έχει βιολογικό χρόνο ημίσειας ζωής 5,4 ± 1,0 ώρες μετά από ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια χορήγηση, ο οποίος παρατείνεται σε ασθενείς με διαταραγμένη ηπατική ή νεφρική λειτουργία.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα της λινκομυκίνης είναι 4-6,4 ώρες σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Ο χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα αυξάνεται ανάλογα με τον βαθμό της διαταραχής σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική ή ηπατική λειτουργία.100 Έχουν αναφερθεί χρόνοι ημίσειας ζωής στο πλάσμα έως και 3 φορές του φυσιολογικού σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια. Ο χρόνος ημίσειας ζωής μπορεί να είναι 2 φορές του φυσιολογικού σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ουσίες που αναστέλλουν τη σύνθεση πρωτεϊνών. Συνήθως είναι ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ή τοξίνες. Ο μηχανισμός δράσης της αναστολής περιλαμβάνει τη διακοπή της επιμήκυνσης της πεπτιδικής αλυσίδας, τον αποκλεισμό της Α θέσης των ριβοσωμάτων, την εσφαλμένη ανάγνωση του γενετικού κώδικα ή την παρεμπόδιση της προσκόλλησης ολιγοσακχαριδικών πλευρικών αλυσίδων σε γλυκοπρωτεΐνες.
Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Ουσίες που αναστέλλουν τη σύνθεση πρωτεϊνών. Συνήθως είναι ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ή τοξίνες. Ο μηχανισμός δράσης της αναστολής περιλαμβάνει τη διακοπή της επιμήκυνσης της πεπτιδικής αλυσίδας, τον αποκλεισμό της Α θέσης των ριβοσωμάτων, την εσφαλμένη ανάγνωση του γενετικού κώδικα ή την παρεμπόδιση της προσκόλλησης ολιγοσακχαριδικών πλευρικών αλυσίδων σε γλυκοπρωτεΐνες.
Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.