LORATADINE
Λοραταδίνη
Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται η αζαταδίνη, η κυπροεπταδίνη, η οξατομίδη, η αστεμιζόλη και τα νεώτερα εβαστίνη, λοραταδίνη και μιζολαστίνη (δεν κυκλοφορούν όλα στη χώρα μας).
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-CLARITYNE
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από στόματος
- Χορήγηση: Μία φορά ημερησίως (ή κάθε δεύτερη ημέρα σε ηπατική δυσλειτουργία)
- Δόση έναρξης: 10 mg
- Τιτλοποίηση: Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία: 10 mg κάθε δεύτερη ημέρα (ή 5 ml για παιδιά ≤30kg).
-
Ενήλικες και παιδιά ηλικίας άνω των 12 ετώνΔόση10 ml (10 mg) μία φορά ημερησίως
-
Παιδιά ηλικίας 2 έως 12 ετών, σωματικό βάρος μεγαλύτερο από 30 kgΔόση10 ml (10 mg) μία φορά ημερησίως
-
Παιδιά ηλικίας 2 έως 12 ετών, σωματικό βάρος 30 kg ή μικρότεροΔόση5 ml (5 mg) μία φορά ημερησίως
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (ενήλικες και παιδιά >30kg)Δόση10 mg κάθε δεύτερη ημέραΧαμηλότερη αρχική δόση
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (παιδιά ≤30kg)Δόση5 ml (5 mg) κάθε δεύτερη ημέραΧαμηλότερη αρχική δόση
block
SPC-CLARITYNE
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
warning
SPC-CLARITYNE
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείςΧορήγηση με προσοχή
-
Δυσανεξία στη φρουκτόζη, δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκεια σακχαράσης-ισομαλτάσηςΠληθυσμόςΑσθενείςΔεν θα πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο
-
Δερματολογικές δοκιμασίεςΔιακοπή τουλάχιστον 48 ώρες πριν
swap_horiz
SPC-CLARITYNE
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΑλκοόλΠαρακολούθησηΔεν παρουσιάζει ενισχυμένη δράση.
-
Αναστολείς του CYP3A4 ή του CYP2D6ΠροσοχήΑυξημένα επίπεδα λοραταδίνης, πιθανή αύξηση ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
ΠαρακολούθησηΑύξηση συγκεντρώσεων λοραταδίνης στο πλάσμα, χωρίς κλινικά σημαντικές μεταβολές.
-
ΠαρακολούθησηΑύξηση συγκεντρώσεων λοραταδίνης στο πλάσμα, χωρίς κλινικά σημαντικές μεταβολές.
-
ΠαρακολούθησηΑύξηση συγκεντρώσεων λοραταδίνης στο πλάσμα, χωρίς κλινικά σημαντικές μεταβολές.
sick
SPC-CLARITYNE
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (συμπεριλαμβανομένων αγγειοοιδήματος και αναφυλαξίας)
- Ζάλη
- Σπασμοί
- Υπνηλία
- Κεφαλαλγία
- Νευρικότητα
- Ταχυκαρδία
- Αίσθημα παλμών
- Ναυτία
- Ξηροστομία
- Γαστρίτιδα
- Αυξημένη όρεξη
- Ηπατική λειτουργία μη φυσιολογική
- Εξάνθημα
- Αλωπεκία
- Κόπωση
- Αϋπνία
- Νευρικότητα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνήΥπνηλίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνήΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνήΑυξημένη όρεξηΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνήΑϋπνίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιαΑντιδράσεις υπερευαισθησίας (συμπεριλαμβανομένων αγγειοοιδήματος και αναφυλαξίας)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιαΖάληΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιαΣπασμοίΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιαΤαχυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιαΑίσθημα παλμώνΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιαΝαυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιαΞηροστομίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιαΓαστρίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιαΗπατική λειτουργία μη φυσιολογικήΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιαΕξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιαΑλωπεκίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιαΚόπωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνήΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνήΝευρικότηταΨυχικές διαταραχές
-
ΣυχνήΚόπωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
pregnant_woman
SPC-CLARITYNE
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΩς προληπτικό μέτρο, είναι προτιμότερο να αποφεύγεται η χρήση του CLARITYNE κατά τη διάρκεια της κύησης.
-
ΓαλουχίαΔεν συνιστάταιΗ λοραταδίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Επομένως, η χρήση του CLARITYNE δεν συνιστάται σε γυναίκες που θηλάζουν.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τη γονιμότητα στους άνδρες και στις γυναίκες.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-CLARITYNE
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντιισταμινικά - H 1 ανταγωνιστής, κωδικός ATC: R06AX13. ### Μηχανισμός δράσης Η λοραταδίνη, το δραστικό συστατικό του CLARITYNE, είναι ένα τρικυκλικό αντιισταμινικό με επιλεκτική, περιφερική δραστικότητα H 1 -υποδοχέα. ###…
biotech
SPC-CLARITYNE
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Η λοραταδίνη απορροφάται ταχέως και καλώς. Η ταυτόχρονη λήψη τροφής μπορεί να καθυστερήσει ελαφρώς την απορρόφηση της λοραταδίνης αλλά χωρίς να επηρεάσει την κλινική επίδραση. Οι παράμετροι βιοδιαθεσιμότητας της λοραταδίνης και του ενεργού…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-CLARITYNE
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Ενήλικες και παιδιά ηλικίας άνω των 12 ετών: 10 ml (10 mg) από το σιρόπι μία φορά ημερησίως.
Παιδιατρικός πληθυσμός
- Παιδιά ηλικίας 2 έως 12 ετών:
- Σωματικό βάρος μεγαλύτερο από 30 kg: 10 ml (10 mg) από το σιρόπι μία φορά ημερησίως.
- Σωματικό βάρος 30 kg ή μικρότερο: 5 ml (5 mg) από το σιρόπι μία φορά ημερησίως.
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του CLARITYNE σε παιδιά ηλικίας κάτω των 2 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία θα πρέπει να χορηγείται χαμηλότερη αρχική δόση, επειδή είναι πιθανόν να παρουσιάζουν μειωμένη κάθαρση της λοραταδίνης.
- Αρχική δόση 10 mg κάθε δεύτερη ημέρα συνιστάται για ενήλικες και παιδιά που ζυγίζουν περισσότερο από 30 kg.
- Για παιδιά που ζυγίζουν 30 kg ή λιγότερο, συνιστώνται 5 ml (5 mg) κάθε δεύτερη ημέρα.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Δεν απαιτούνται προσαρμογές της δοσολογίας σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.
Ηλικιωμένοι
Δεν απαιτούνται προσαρμογές της δοσολογίας στους ηλικιωμένους.
Τρόπος χορήγησης
Από στόματος χρήση. Το σιρόπι μπορεί να λαμβάνεται ανεξαρτήτως των γευμάτων.
block
Αντενδείξεις
SPC-CLARITYNE
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-CLARITYNE
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-CLARITYNE
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Όταν χορηγείται μαζί με αλκοόλ, το CLARITYNE δεν παρουσιάζει ενισχυμένη δράση, όπως προκύπτει από μετρήσεις σε μελέτες ψυχοκινητικής απόδοσης.
Ενδεχόμενη αλληλεπίδραση μπορεί να συμβεί με όλους τους γνωστούς αναστολείς του CYP3A4 ή του CYP2D6, έχοντας ως αποτέλεσμα αυξημένα επίπεδα λοραταδίνης (βλ. παράγραφο 5.2), τα οποία μπορεί να προκαλέσουν αύξηση των ανεπιθύμητων ενεργειών.
Έχει αναφερθεί αύξηση των συγκεντρώσεων λοραταδίνης στο πλάσμα έπειτα από ταυτόχρονη χρήση με κετοκοναζόλη, ερυθρομυκίνη και σιμετιδίνη σε ελεγχόμενες δοκιμές, αλλά χωρίς κλινικά σημαντικές μεταβολές (συμπεριλαμβανομένων ηλεκτροκαρδιογραφικών).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-CLARITYNE
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Σε κλινικές δοκιμές με ενήλικες και εφήβους, στη συνιστώμενη δόση των 10 mg ημερησίως, αναφέρθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες με τη λοραταδίνη σε 2% περισσότερους ασθενείς σε σχέση με εκείνους που έλαβαν το εικονικό φάρμακο. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν επιπλέον του εικονικού φαρμάκου ήταν υπνηλία (1,2%), κεφαλαλγία (0,6%), αυξημένη όρεξη (0,5%) και αϋπνία (0,1%).
Συνοπτικός πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά παρουσιάζονται στον ακόλουθο πίνακα ανά Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα. Οι συχνότητες εμφάνισης ορίζονται ως πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000) και μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
| Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα | Συχνότητα εμφάνισης | Όρος Ανεπιθύμητης Ενέργειας |
|---|---|---|
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Πολύ σπάνια | Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (συμπεριλαμβανομένων αγγειοοιδήματος και αναφυλαξίας) |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Πολύ σπάνια | Ζάλη, σπασμοί |
| Καρδιακές διαταραχές | Πολύ σπάνια | Ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Πολύ σπάνια | Ναυτία, ξηροστομία, γαστρίτιδα |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Πολύ σπάνια | Ηπατική λειτουργία μη φυσιολογική |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Πολύ σπάνια | Εξάνθημα, αλωπεκία |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Πολύ σπάνια | Κόπωση |
Παιδιατρικός πληθυσμός
Σε κλινικές δοκιμές σε παιδιατρικό πληθυσμό, σε παιδιά ηλικίας 2 έως 12 ετών, οι συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν επιπλέον του εικονικού φαρμάκου ήταν κεφαλαλγία (2,7%), νευρικότητα (2,3%) και κόπωση (1%).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-CLARITYNE
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Ένας μεγάλος αριθμός δεδομένων από έγκυες γυναίκες (περισσότερες από 1.000 εκβάσεις έκθεσης στο φάρμακο) δεν υποδεικνύουν καμία δυσμορφική ούτε εμβρυϊκή/νεογνική τοξικότητα της λοραταδίνης. Μελέτες σε πειραματόζωα δεν υποδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις σε σχέση με την τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Ως προληπτικό μέτρο, είναι προτιμότερο να αποφεύγεται η χρήση του CLARITYNE κατά τη διάρκεια της κύησης.
Γαλουχία
Η λοραταδίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Επομένως, η χρήση του CLARITYNE δεν συνιστάται σε γυναίκες που θηλάζουν.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τη γονιμότητα στους άνδρες και στις γυναίκες.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-CLARITYNE
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντιισταμινικά - H
1
ανταγωνιστής, κωδικός ATC: R06AX13.
Μηχανισμός δράσης
Η λοραταδίνη, το δραστικό συστατικό του CLARITYNE, είναι ένα τρικυκλικό αντιισταμινικό με επιλεκτική, περιφερική δραστικότητα H
1
-υποδοχέα.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η λοραταδίνη δεν έχει κλινικά σημαντικές κατασταλτικές ή αντιχολινεργικές ιδιότητες στην πλειονότητα του πληθυσμού και όταν χρησιμοποιείται στη συνιστώμενη δοσολογία.
Κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας δεν υπήρξαν κλινικά σημαντικές μεταβολές στα ζωτικά σημεία, τις εργαστηριακές τιμές, τις φυσικές εξετάσεις ή τα ηλεκτροκαρδιογραφήματα.
Η λοραταδίνη δεν έχει σημαντική δραστικότητα στους H
1
-υποδοχείς. Δεν αναστέλλει την πρόσληψη της νορεπινεφρίνης και πρακτικά δεν έχει επίδραση στην καρδιαγγειακή λειτουργία ή στη δραστικότητα του ενδογενούς καρδιακού βηματοδότη.
Μελέτες δερματικών πομφών επαγόμενων από ανθρώπινη ισταμίνη, έπειτα από εφάπαξ δόση των 10 mg, έχουν δείξει ότι οι αντιισταμινικές επιδράσεις παρατηρούνται εντός 1-3 ωρών, φτάνουν στο μέγιστο σε 8-12 ώρες και διαρκούν περισσότερο από 24 ώρες. Δεν τεκμηριώθηκε ανοχή σε αυτήν την επίδραση έπειτα από 28 ημέρες χορήγησης λοραταδίνης.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Περισσότερα από 10.000 άτομα (ηλικίας 12 ετών και άνω) έχουν λάβει θεραπεία με λοραταδίνη 10 mg δισκία σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές. Η λοραταδίνη 10 mg δισκία μία φορά ημερησίως ήταν ανώτερη από το εικονικό φάρμακο και παρόμοια με την κλεμαστίνη στη βελτίωση των επιδράσεων των ρινικών και μη-ρινικών συμπτωμάτων της ΑΡ. Σε αυτές τις μελέτες, η υπνηλία εμφανίστηκε λιγότερο συχνά με τη λοραταδίνη από ότι με την κλεμαστίνη και περίπου με την ίδια συχνότητα όπως με την τερφεναδίνη και το εικονικό φάρμακο.
Μεταξύ αυτών των ατόμων (ηλικίας 12 ετών και άνω), 1.000 άτομα με ΧΙΚ εντάχθηκαν στις ελεγχόμενες μελέτες με εικονικό φάρμακο. Η δόση λοραταδίνης 10 mg μία φορά ημερησίως ήταν ανώτερη από το εικονικό φάρμακο στη διαχείριση της ΧΙΚ, όπως επιδείχθηκε από τη μείωση του σχετιζόμενου κνησμού, ερυθήματος και κνίδωσης. Σε αυτές τις μελέτες, η επίπτωση της υπνηλίας με τη λοραταδίνη ήταν παρόμοια με το εικονικό φάρμακο.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Περίπου 200 παιδιατρικοί ασθενείς (ηλικίας 6 έως 12 ετών) με εποχική αλλεργική ρινίτιδα έλαβαν δόσεις λοραταδίνης σε σιρόπι έως 10 mg μία φορά ημερησίως σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές. Σε μια άλλη μελέτη, 60 παιδιατρικοί ασθενείς (ηλικίας 2 έως 5 ετών) έλαβαν 5 mg λοραταδίνης σε σιρόπι μία φορά ημερησίως. Δεν παρατηρήθηκαν μη αναμενόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες.
Η παιδιατρική αποτελεσματικότητα ήταν παρόμοια με την αποτελεσματικότητα που παρατηρήθηκε σε ενήλικες.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-CLARITYNE
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Η λοραταδίνη απορροφάται ταχέως και καλώς. Η ταυτόχρονη λήψη τροφής μπορεί να καθυστερήσει ελαφρώς την απορρόφηση της λοραταδίνης αλλά χωρίς να επηρεάσει την κλινική επίδραση. Οι παράμετροι βιοδιαθεσιμότητας της λοραταδίνης και του ενεργού μεταβολίτη είναι ανάλογες της δόσης.
Κατανομή
Η λοραταδίνη συνδέεται σε μεγάλο βαθμό (97% έως 99%) και ο ενεργός μεταβολίτης της σε μέτριο βαθμό (73% έως 76%) με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Σε υγιή άτομα, ο χρόνος ημίσειας ζωής κατανομής στο πλάσμα της λοραταδίνης και του ενεργού μεταβολίτη της είναι περίπου 1 και 2 ώρες, αντίστοιχα.
Βιομετασχηματισμός
Έπειτα από χορήγηση από στόματος, η λοραταδίνη απορροφάται ταχέως και καλώς και υπόκειται σε εκτεταμένο μεταβολισμό πρώτης διόδου, κυρίως από το CYP3A4 και το CYP2D6. Ο κύριος μεταβολίτης - δεσλοραταδίνη (DL) - είναι φαρμακολογικά ενεργός και υπεύθυνος για ένα μεγάλο μέρος της κλινικής επίδρασης. Η λοραταδίνη και η DL επιτυγχάνουν μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (T max ) μεταξύ 1-1,5 ώρας και 1,5-3,7 ωρών μετά τη χορήγηση, αντίστοιχα.
Αποβολή
Περίπου 40% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα και 42% στα κόπρανα σε χρονικό διάστημα 10 ημερών και κυρίως με τη μορφή συζευγμένων μεταβολιτών. Περίπου 27% της δόσης αποβάλλεται στα ούρα κατά τη διάρκεια των πρώτων 24 ωρών. Λιγότερο από το 1% της δραστικής ουσίας απεκκρίνεται αμετάβλητη σε ενεργή μορφή, ως λοραταδίνη ή DL.
Οι μέσοι χρόνοι ημίσειας ζωής της αποβολής σε υγιή ενήλικα άτομα ήταν 8,4 ώρες (εύρος = 3 έως 20 ώρες) για τη λοραταδίνη και 28 ώρες (εύρος = 8,8 έως 92 ώρες) για τον κύριο ενεργό μεταβολίτη.
Νεφρική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς με χρόνια νεφρική δυσλειτουργία, τόσο η επιφάνεια κάτω από την καμπύλη (AUC) όσο και τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα (C max ) αυξήθηκαν για τη λοραταδίνη και τον ενεργό μεταβολίτη της, σε σύγκριση με την AUC και τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα (C max ) σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της λοραταδίνης και του ενεργού μεταβολίτη της δεν διέφεραν σημαντικά σε σύγκριση με εκείνον που παρατηρήθηκε σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η αιμοδιύλιση δεν επιδρά στη φαρμακοκινητική της λοραταδίνης ή του ενεργού μεταβολίτη της σε άτομα με χρόνια νεφρική δυσλειτουργία.
Ηπατική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς με χρόνια αλκοολική ηπατοπάθεια, η AUC και τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα (C max ) της λοραταδίνης ήταν διπλάσια, ενώ τα φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά του ενεργού μεταβολίτη δεν μεταβάλλονταν σημαντικά σε σχέση με εκείνα σε ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Οι χρόνοι ημίσειας ζωής αποβολής για τη λοραταδίνη και τον ενεργό μεταβολίτη της ήταν 24 και 37 ώρες αντίστοιχα και αυξάνονταν αυξανόμενης της βαρύτητας της ηπατοπάθειας.
Ηλικιωμένοι
Το φαρμακοκινητικό προφίλ της λοραταδίνης και του ενεργού μεταβολίτη της είναι συγκρίσιμο σε υγιείς ενήλικες εθελοντές και σε υγιείς γηριατρικούς εθελοντές.
ΕΟΦ · 3.5.5
Πιπεριδίνες
expand_more
Πιπεριδίνες
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η απελευθέρωση ισταμίνης είναι ένας βασικός μεσολαβητής στην αλλεργική ρινίτιδα και την κνίδωση. Ως αποτέλεσμα, η λοραταδίνη ασκεί τη δράση της στοχεύοντας τους H1 υποδοχείς ισταμίνης.
Η λοραταδίνη δεσμεύεται στους H1 υποδοχείς ισταμίνης που βρίσκονται στην επιφάνεια επιθηλιακών κυττάρων, ενδοθηλιακών κυττάρων, ηωσινοφίλων, ουδετερόφιλων, κυττάρων αεραγωγών και κυττάρων λείων μυών των αγγείων, μεταξύ άλλων.
Οι H1 υποδοχείς ισταμίνης ανήκουν στην ευρύτερη κατηγορία των G-πρωτεϊνών συζευγμένων υποδοχέων και υπάρχουν σε μια κατάσταση ισορροπίας μεταξύ της ενεργής και της ανενεργής μορφής. Η δέσμευση της ισταμίνης στον H1-υποδοχέα διευκολύνει τη διασταύρωση μεταξύ των διαμεμβρανικών τομέων III και V, σταθεροποιώντας την ενεργό μορφή του υποδοχέα.
Από την άλλη πλευρά, τα αντιισταμινικά δεσμεύονται σε διαφορετική θέση στον H1 υποδοχέα, ευνοώντας την ανενεργό μορφή. Ως εκ τούτου, η λοραταδίνη μπορεί να ταξινομηθεί πιο σωστά ως “ανταγωνιστής αντίστροφης δράσης” (inverse agonist) αντί για “ανταγωνιστής ισταμίνης” (antagonist), και μπορεί να αποτρέψει ή να μειώσει τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων που μεσολαβούνται από την ισταμίνη.
- Όλοι οι διαθέσιμοι ανταγωνιστές H1 υποδοχέων είναι αναστρέψιμοι, ανταγωνιστικοί αναστολείς της αλληλεπίδρασης της ισταμίνης με τους H1 υποδοχείς.
- Οι H1 ανταγωνιστές αναστέλλουν τις περισσότερες αποκρίσεις των λείων μυών στην ισταμίνη.
- Εντός του αγγειακού δέντρου, οι H1 ανταγωνιστές αναστέλλουν τόσο τις αγγειοσυσπαστικές επιδράσεις της ισταμίνης όσο και, σε κάποιο βαθμό, τις ταχύτερες αγγειοδιασταλτικές επιδράσεις που μεσολαβούνται από τους H1 υποδοχείς στα ενδοθηλιακά κύτταρα.
- Οι H1 ανταγωνιστές αποκλείουν ισχυρά τη δράση της ισταμίνης που οδηγεί σε αυξημένη διαπερατότητα των τριχοειδών και σχηματισμό οιδήματος και οιδήματος.
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τον Μηχανισμό Δράσης (Πλήρης) για τη LORATADINE (σύνολο 6), επισκεφθείτε τη σελίδα καταγραφής HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η λοραταδίνη απορροφάται ταχέως και επιτυγχάνει μέγιστη πλασματική συγκέντρωση σε 1-2 ώρες, ενώ ο κύριος μεταβολίτης της επιτυγχάνει μέγιστη πλασματική συγκέντρωση σε 3-4 ώρες.
Στη μορφή ταχείας αποσύνθεσης, οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της λοραταδίνης είναι οι εξής: Cmax = 2.56 ng/ml, Tmax = 1.14 ώρες, AUC = 6.14 ng x hr/ml. Στη μορφή ταχείας αποσύνθεσης, οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της δεσκαρβοαιθοξυλοραταδίνης είναι οι εξής: Cmax = 3.72 ng/ml, Tmax = 1.97 ώρες, AUC = 49.1 ng x hr/ml.
Στη συμβατική μορφή, οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της λοραταδίνης είναι οι εξής: Cmax = 2.11 ng/ml, Tmax = 1.00 ώρες, AUC = 4.64 ng x hr/ml. Στη συμβατική μορφή, οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της δεσκαρβοαιθοξυλοραταδίνης είναι οι εξής: Cmax = 3.66 ng/ml, Tmax = 1.97 ώρες, AUC = 48.4 ng x hr/ml.
Κατά τη διάρκεια μιας περιόδου 10 ημερών, το 40% της λοραταδίνης απεκκρίνεται στα ούρα και το 42% αποβάλλεται στα κόπρανα.
Ο όγκος κατανομής της λοραταδίνης είναι 120 L/Kg.
Η κάθαρση της λοραταδίνης μετά από εφάπαξ από του στόματος δόσεις 20 mg και 40 mg είναι 12 L/h/kg και 9 L/h/kg αντίστοιχα. Η P-γλυκοπρωτεΐνη εμπλέκεται στην κάθαρση πολλών αντιισταμινικών 2ης γενιάς, συμπεριλαμβανομένης της λοραταδίνης, από το κεντρικό νευρικό σύστημα. Τα αντιισταμινικά 1ης γενιάς δεν καθαρίζονται από την P-γλυκοπρωτεΐνη, γεγονός που μπορεί να εξηγήσει γιατί έχουν διαφορετικό προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών στο κεντρικό νευρικό σύστημα σε σύγκριση με τα αντίστοιχα 2ης γενιάς. Φαίνεται ότι ένα αντιισταμινικό με υψηλότερη συγγένεια για την p-γλυκοπρωτεΐνη θα έχει χαμηλότερη επίπτωση ανεπιθύμητων ενεργειών στο ΚΝΣ.
- Οι H1 ανταγωνιστές απεκκρίνονται ταχύτερα από τα παιδιά παρά από τους ενήλικες και βραδύτερα σε άτομα με σοβαρή ηπατική νόσο.
- Οι H1 ανταγωνιστές απορροφώνται καλά από το γαστρεντερικό σωλήνα. Μετά από από του στόματος χορήγηση, οι μέγιστες πλασματικές συγκεντρώσεις επιτυγχάνονται σε 2 έως 3 ώρες.
- Περίπου το 80% της συνολικής χορηγηθείσας δόσης ανευρίσκεται εξίσου κατανεμημένο μεταξύ ούρων και κοπράνων με τη μορφή μεταβολικών προϊόντων μετά από 10 ημέρες.
Μελέτες ολικού σωματικού αυτοραδιογραφίας σε αρουραίους και πιθήκους, μελέτες κατανομής ραδιοσημασμένων ιστών σε ποντίκια και αρουραίους, και μελέτες in vivo ραδιο-συνδέσεων σε ποντίκια έδειξαν ότι ούτε η λοραταδίνη ούτε οι μεταβολίτες της διαπερνούν εύκολα τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Μελέτες ραδιο-συνδέσεων με H1-υποδοχείς πνευμόνων και εγκεφάλου ινδικού χοιριδίου έδειξαν προτιμησιακή δέσμευση σε περιφερικούς έναντι κεντρικών νευρικών H1-υποδοχέων.
Σε αντίθεση με άλλα διαθέσιμα αντιισταμινικά, τα αντιισταμινικά δεύτερης γενιάς όπως η… λοραταδίνη φαίνεται να κατανέμονται ελάχιστα ή καθόλου στο ΚΝΣ σε συνήθεις δόσεις.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Συγγένεια με Πρωτεΐνες
Το 97 - 99% της λοραταδίνης δεσμεύεται με πρωτεΐνες του πλάσματος.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η λοραταδίνη υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό πρώτης διόδου στο ήπαρ και μεταβολίζεται κυρίως από τα CYP3A4, CYP2D6, CYP1A1 και CYP2C19. Λιγότερο εμπλεκόμενα ένζυμα CYP περιλαμβάνουν τα CYP1A2, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9 και CYP3A5. Τα CYP3A4 και CYP2D6 είναι κυρίως υπεύθυνα για το μεταβολισμό της λοραταδίνης σε δεσκαρβοαιθοξυλοραταδίνη. Αυτός ο κύριος μεταβολίτης είναι 4 φορές πιο φαρμακολογικά ενεργός από τη λοραταδίνη.
Επιπλέον, μια μελέτη δείχνει ότι η δεσκαρβοαιθοξυλοραταδίνη υφίσταται πρώτα γλυκουρονιδίωση από την UGT2B10, και στη συνέχεια υδροξυλίωση από την CYP2C8 για να σχηματίσει 3-υδροξυδεσλοραταδίνη. Περαιτέρω γλυκουρονιδίωση της 3-υδροξυδεσλοραταδίνης διευκολύνει την απέκκριση.
- Τα αντιισταμινικά H1 δεύτερης γενιάς, αστεμιζόλη, λοραταδίνη και τερφεναδίνη, απορροφώνται ταχέως από το γαστρεντερικό σωλήνα και μεταβολίζονται στο ήπαρ σε ενεργούς μεταβολίτες από το ηπατικό μικροσωμικό σύστημα p450.
- Φαρμακοκινητικές μελέτες μετά από εφάπαξ και πολλαπλές από του στόματος δόσεις λοραταδίνης σε 115 εθελοντές έδειξαν ότι η λοραταδίνη απορροφάται ταχέως και μεταβολίζεται εκτενώς σε έναν ενεργό μεταβολίτη (δεσκαρβοαιθοξυλοραταδίνη).
- Μελέτες in vitro με ανθρώπινα ηπατικά μικροσωμάτια έδειξαν ότι η λοραταδίνη μεταβολίζεται σε δεσκαρβοαιθοξυλοραταδίνη κυρίως από την p450 CYP3A4 και, σε μικρότερο βαθμό, από την p450 CYP2D6.
- Οι ανταγωνιστές H1 υποδοχέων είναι μεταξύ των πολλών φαρμάκων που επάγουν τα ηπατικά μικροσωμικά ένζυμα, και μπορεί να διευκολύνουν τον δικό τους μεταβολισμό.
Η μη-υπνωτική αντιισταμινική λοραταδίνη… χορηγήθηκε από το στόμα σε ώριμα αρσενικά αρουραίους σε δόσεις 4, 10 και 25 mg/kg/ημέρα για 2 εβδομάδες. Οι επιδράσεις αυτών των θεραπειών στα ηπατικά μικροσωμικά κυτοχρώματα P450 αξιολογήθηκαν με ανοσοχημικές και βιοχημικές τεχνικές, και συγκρίθηκαν με τις επιδράσεις της θεραπείας αρουραίων με τρεις διαφορετικούς επαγωγείς του κυτοχρώματος P450, δηλαδή φαινοβαρβιτάλη, 3-μεθυλοχολανθρένη και δεξαμεθαζόνη. Η θεραπεία αρουραίων με λοραταδίνη προκάλεσε δοσοεξαρτώμενη αύξηση στα επίπεδα P450 2B1 και 2B2, τα κύρια επαγόμενα από φαινοβαρβιτάλη P450 ένζυμα, όπως προσδιορίστηκε με Western immunoblotting. Στην υψηλότερη δοκιμασμένη δόση, η λοραταδίνη ήταν λιγότερο αποτελεσματική από τη φαινοβαρβιτάλη ως επαγωγός των 2B1 και 2B2, αν και η επαγωγή αυτών των πρωτεϊνών μπορούσε να ανιχνευθεί ανοσοχημικά ακόμη και στην χαμηλότερη δοκιμασμένη δόση λοραταδίνης. Σύμφωνα με αυτές τις παρατηρήσεις, η θεραπεία αρουραίων με λοραταδίνη προκάλεσε δοσοεξαρτώμενη αύξηση στον ρυθμό δύο αντιδράσεων που καταλύονται κυρίως από τα 2B1/2, δηλαδή την 16-β-υδροξυλίωση της τεστοστερόνης και την O-αποαλκυλίωση της 7-πεντοξυρεσορουφίνης. Στην υψηλότερη δοκιμασμένη δόση, η λοραταδίνη προκάλεσε 7.3- και 8.5-πλάσια αύξηση στον ρυθμό της 16-β-υδροξυλίωσης της τεστοστερόνης και της O-αποαλκυλίωσης της 7-πεντοξυρεσορουφίνης, αντίστοιχα, σε σύγκριση με αύξηση 7- και 45-πλάσια που προκλήθηκε από θεραπεία με φαινοβαρβιτάλη. Η θεραπεία αρουραίων με λοραταδίνη προκάλεσε 1.4 έως 2.0-πλάσια αύξηση στην 2-β-, 6-β- και 15-β-υδροξυλίωση της τεστοστερόνης, η οποία συνδέθηκε με παρόμοια αύξηση στα επίπεδα ανοσοαντιδραστικής P450 3A1 και/ή 3A2. Ως επαγωγός της P450 3A1/2, η λοραταδίνη ήταν ελαφρώς λιγότερο αποτελεσματική από τη φαινοβαρβιτάλη, και πολύ λιγότερο αποτελεσματική από τη δεξαμεθαζόνη, η οποία προκάλεσε 10- έως 33-πλάσια αύξηση στη δραστηριότητα των 2-β-, 6-β- και 15-β-υδροξυλάσης της τεστοστερόνης. Στις δοκιμασμένες δόσεις, η λοραταδίνη δεν αύξησε τα επίπεδα P450 1A1, του κύριου επαγόμενου από 3-μεθυλοχολανθρένη P450 ενζύμου, όπως προσδιορίστηκε με Western immunoblotting. Ο ρυθμός της O-αποαλκυλίωσης της 7-αιθοξυρεσορουφίνης, η οποία καταλύεται κυρίως από την P450 1A1, αυξήθηκε 1.9-πλάσια μετά από θεραπεία με λοραταδίνη, αλλά αυτή η αύξηση ήταν μικρότερη από αυτή που προκλήθηκε από θεραπεία με φαινοβαρβιτάλη (2.2-πλάσια), και πολύ μικρότερη από αυτή που προκλήθηκε από θεραπεία με 3-μεθυλοχολανθρένη (33-πλάσια). Οι επιδράσεις της θεραπείας ώριμων αρσενικών ποντικών με λοραταδίνη στα ηπατικά μικροσωμικά κυτοχρώματα P450 έμοιαζαν με τις επιδράσεις που παρατηρήθηκαν σε αρουραίους. Αυτά τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι η λοραταδίνη είναι επαγωγός τύπου φαινοβαρβιτάλης των ηπατικών μικροσωμικών κυτοχρωμάτων P450 σε αρουραίους και ποντίκια.
Η λοραταδίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την Δεσλοραταδίνη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής είναι περίπου 10 ώρες για τη λοραταδίνη και 20 ώρες για τη δεσκαρβοαιθοξυλοραταδίνη.
Οι μέσοι χρόνοι ημίσειας ζωής αποβολής που βρέθηκαν σε μελέτες σε φυσιολογικούς ενήλικες (n= 54) ήταν 8,4 ώρες (εύρος= 3 έως 20 ώρες) για τη λοραταδίνη και 28 ώρες (εύρος= 8,8 έως 92 ώρες) για τους κύριους ενεργούς μεταβολίτες (δεσκαρβοαιθοξυλοραταδίνη).
Ήπαρ Χρόνος Ημίσειας Ζωής: 8.4 ώρες
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογικής Δράσης
- Αντιπνητικοί Παράγοντες: Ουσίες, συνήθως τοπικές, που ανακουφίζουν τον κνησμό (φαγούρα).
- Αντι-αλλεργικοί Παράγοντες: Ουσίες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία αλλεργικών αντιδράσεων. Τα περισσότερα από αυτά τα φάρμακα δρουν αποτρέποντας την απελευθέρωση φλεγμονωδών μεσολαβητών ή αναστέλλοντας τις δράσεις των απελευθερωμένων μεσολαβητών στα κύτταρα-στόχους τους (από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, p475).
- Αντιισταμινικά H1 (Μη-υπνωτικά): Μια κατηγορία μη-υπνωτικών φαρμάκων που δεσμεύονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους υποδοχείς ισταμίνης (ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΦΑΡΜΑΚΩΝ), αναστέλλοντας έτσι τις δράσεις της ισταμίνης ή των αγωνιστών της ισταμίνης. Αυτά τα αντιισταμινικά αντιπροσωπεύουν μια ετερογενή ομάδα ενώσεων με διαφορετικές χημικές δομές, ανεπιθύμητες ενέργειες, κατανομή και μεταβολισμό. Σε σύγκριση με τα πρώιμα (πρώτης γενιάς) αντιισταμινικά, αυτά τα μη-υπνωτικά αντιισταμινικά έχουν μεγαλύτερη ειδικότητα υποδοχέων, χαμηλότερη διείσδυση στον ΑΙΜΑΤΟΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟ ΦΡΑΓΜΟ, και είναι λιγότερο πιθανό να προκαλέσουν υπνηλία ή ψυχοκινητική δυσλειτουργία.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογικής Δράσης
- ΠΑΙΔΙΚΗ ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΗ ΑΛΛΕΡΓΙΑΣ
- Ανταγωνιστές Υποδοχέα Ισταμίνης Η1 [MoA]; Ανταγωνιστής Υποδοχέα Ισταμίνης-1 [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογικής Δράσης
- Αντιπνητικοί Παράγοντες: Ουσίες, συνήθως τοπικές, που ανακουφίζουν τον κνησμό (φαγούρα).
- Αντι-αλλεργικοί Παράγοντες: Ουσίες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία αλλεργικών αντιδράσεων. Τα περισσότερα από αυτά τα φάρμακα δρουν αποτρέποντας την απελευθέρωση φλεγμονωδών μεσολαβητών ή αναστέλλοντας τις δράσεις των απελευθερωμένων μεσολαβητών στα κύτταρα-στόχους τους (από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, p475).
- Αντιισταμινικά H1 (Μη-υπνωτικά): Μια κατηγορία μη-υπνωτικών φαρμάκων που δεσμεύονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους υποδοχείς ισταμίνης (ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΦΑΡΜΑΚΩΝ), αναστέλλοντας έτσι τις δράσεις της ισταμίνης ή των αγωνιστών της ισταμίνης. Αυτά τα αντιισταμινικά αντιπροσωπεύουν μια ετερογενή ομάδα ενώσεων με διαφορετικές χημικές δομές, ανεπιθύμητες ενέργειες, κατανομή και μεταβολισμό. Σε σύγκριση με τα πρώιμα (πρώτης γενιάς) αντιισταμινικά, αυτά τα μη-υπνωτικά αντιισταμινικά έχουν μεγαλύτερη ειδικότητα υποδοχέων, χαμηλότερη διείσδυση στον ΑΙΜΑΤΟΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟ ΦΡΑΓΜΟ, και είναι λιγότερο πιθανό να προκαλέσουν υπνηλία ή ψυχοκινητική δυσλειτουργία.