Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ L04AA50 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

PONESIMOD

Πονεσιμόδη

### Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανοσοκατασταλτικά, εκλεκτικά ανοσοκατασταλτικά, κωδικός ATC: L04AE04 ### Μηχανισμός δράσης Η πονεσιμόδη είναι ένας τροποποιητής των υποδοχέων της 1-φωσφορικής (S1P) σφιγγοσίνης.

Εμπορικά Ονόματα

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10

clinical_notes
  • G35 Πολλαπλή σκλήρυνση

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Υποτροπιάζουσες μορφές πολλαπλής σκλήρυνσης

search Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη arrow_forward

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
από στόματος
Χορήγηση:
άπαξ ημερησίως
Δόση έναρξης:
2 mg
Τιτλοποίηση:
Η θεραπεία ξεκινάει με ένα δισκίο των 2 mg την ημέρα 1 και οι αυξήσεις της δόσης πραγματοποιούνται σταδιακά σύμφωνα με το πρόγραμμα τιτλοποίησης του Πίνακα 1. Μετά την ολοκλήρωση της τιτλοποίησης, η συνιστώμενη δόση συντήρησης είναι 20 mg άπαξ ημερησίως.
  • Ηλικιωμένοι
    Να συνταγογραφείται με προσοχή σε ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω λόγω της έλλειψης δεδομένων για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα.
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.
  • Ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορίας Α κατά Child‐Pugh). Αντενδείκνυται σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορίας B και C κατά Child-Pugh, αντίστοιχα).
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (κάτω των 18 ετών)
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
  • Κατάσταση ανοσοανεπάρκειας
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου, ασταθής στηθάγχη, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο (TIA), μη αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια που απαίτησε νοσηλεία, ή καρδιακή ανεπάρκεια σταδίου III ή IV κατά NYHA
    ΠληθυσμόςΑσθενείς οι οποίοι τους τελευταίους 6 μήνες εμφάνισαν
  • Κολποκοιλιακό (AV) αποκλεισμό δεύτερου βαθμού τύπου ΙΙ κατά Mobitz, κολποκοιλιακό (AV) αποκλεισμό τρίτου βαθμού, ή σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου
    ΠληθυσμόςΑσθενείς, εκτός εάν ο ασθενής έχει λειτουργικό βηματοδότη
  • Σοβαρές ενεργές λοιμώξεις, ενεργές χρόνιες λοιμώξεις
  • Ενεργές κακοήθειες
  • Μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία B και C κατά Child-Pugh, αντίστοιχα)
  • Κύηση
    ΠληθυσμόςΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία που δεν χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Βραδυαρρυθμία
    ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς
    Διενέργεια ΗΚΓ πριν την έναρξη της θεραπείας για προσδιορισμό προϋπαρχουσών διαταραχών αγωγιμότητας
  • Βραδυαρρυθμία
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με β-αποκλειστή
    Απαιτείται προσοχή. Προσωρινή διακοπή του β-αποκλειστή μπορεί να χρειαστεί εάν ο HR σε ηρεμία είναι μικρότερος ή ίσος με 55 bpm
  • Καρδιακές παθήσεις
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σημαντική παράταση του διαστήματος QT (QTc > 500 msec) ή που λαμβάνουν φάρμακα που παρατείνουν το QT με γνωστές αρρυθμιογόνες ιδιότητες
    Ζητείται συμβουλή καρδιολόγου πριν την έναρξη
  • Καρδιακές παθήσεις
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με κολπικό πτερυγισμό/κολπική μαρμαρικά ή αρρυθμίες που αντιμετωπίζονται με αντιαρρυθμικά Κατηγορίας Ia ή III
    Ζητείται συμβουλή καρδιολόγου πριν την έναρξη
  • Καρδιακές παθήσεις
    αντένδειξη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ασταθή ισχαιμική καρδιοπάθεια, μη αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια που εμφανίστηκε πάνω από 6 μήνες πριν την έναρξη της θεραπείας, ιστορικό καρδιακής ανακοπής, αγγειοεγκεφαλική νόσο (TIA, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο πάνω από 6 μήνες πριν την έναρξη της θεραπείας) και μη ελεγχόμενη υπέρταση
    Η θεραπεία δεν συνιστάται
  • Καρδιακές παθήσεις
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό AV αποκλεισμού δεύτερου βαθμού τύπου ΙΙ κατά Mobitz ή μεγαλύτερου βαθμού, συνδρόμου νοσούντος φλεβοκόμβου ή καρδιακού φλεβοκομβοκολπικού αποκλεισμού
    Ζητείται συμβουλή καρδιολόγου πριν την έναρξη
  • Καρδιακές παθήσεις
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό υποτροπιάζουσας συγκοπής ή συμπτωματικής βραδυκαρδίας
    Ζητείται συμβουλή καρδιολόγου πριν την έναρξη
  • Αλληλεπιδράσεις
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με φάρμακα που μειώνουν τον καρδιακό ρυθμό (π.χ., β-αποκλειστές, μη διυδροπυριδινικοί αναστολείς των διαύλων ασβεστίου, διγοξίνη)
    Ζητείται συμβουλή καρδιολόγου πριν την έναρξη. Εξετάστε την πιθανή ανάγκη για μετάβαση σε φαρμακευτικά προϊόντα που δεν μειώνουν τον HR
  • Κίνδυνος λοιμώξεων
    ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς
    Η θεραπεία πρέπει να καθυστερεί σε ασθενείς με σοβαρή ενεργό λοίμωξη έως την αποδρομή της. Πρέπει να εξετάζεται αναστολή της θεραπείας εάν ο ασθενής αναπτύξει σοβαρή λοίμωξη
  • Λοιμώξεις από τον ιό του έρπητα (VZV)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς χωρίς ιστορικό ανεμοβλογιάς ή χωρίς τεκμηρίωση πλήρους κύκλου εμβολιασμού κατά του VZV
    Πριν την έναρξη της θεραπείας: υποβολή σε έλεγχο για αντισώματα κατά του VZV. Συνιστάται πλήρης κύκλος εμβολιασμού με εμβόλιο ανεμοβλογιάς για VZV αρνητικούς ασθενείς. Καθυστέρηση θεραπείας για 4 εβδομάδες μετά τον εμβολιασμό
  • Κρυπτοκοκκικές λοιμώξεις (CM)
    ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς
    Οι ιατροί πρέπει να είναι σε επαγρύπνηση για κλινικά συμπτώματα ή σημεία CM. Άμεση διαγνωστική αξιολόγηση και θεραπεία αν συμπτώματα. Αναστολή θεραπείας έως τον αποκλεισμό της λοίμωξης. Διακοπή θεραπείας και κατάλληλη αγωγή αν διάγνωση CM
  • Προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια (PML)
    ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς
    Οι ιατροί πρέπει να είναι σε επαγρύπνηση για κλινικά συμπτώματα ή ευρήματα MRI. Αναστολή θεραπείας αν υποψία PML. Διακοπή θεραπείας αν επιβεβαίωση PML. Παρακολούθηση για ανάπτυξη IRIS
  • Ανοσοκατασταλτική αγωγή
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αντινεοπλασματικές, ανοσοτροποποιητικές ή ανοσοκατασταλτικές θεραπείες ή με ιστορικό χρήσης αυτών
    Λαμβάνονται υπόψη οι πιθανές αθροιστικές επιδράσεις στο ανοσοποιητικό σύστημα. Απαιτείται προσοχή για έως 1 εβδομάδα μετά την τελευταία δόση της πονεσιμόδης
  • Εμβολιασμοί
    ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς
    Αποφυγή χρήσης εμβολίων με ζώντες εξασθενημένους οργανισμούς. Αναστολή θεραπείας 1 εβδομάδα πριν έως 4 εβδομάδες μετά τον εμβολιασμό εάν απαιτείται ζώντες εμβόλια
  • Οίδημα της ωχράς κηλίδας
    ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς
    Δεν πρέπει να ξεκινάει θεραπεία σε ασθενείς με οίδημα έως την αποδρομή του. Διακοπή θεραπείας αν επιβεβαιωθεί οίδημα
  • Οίδημα της ωχράς κηλίδας
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό ραγοειδίτιδας ή σακχαρώδους διαβήτη
    Υποβολή σε τακτικές εξετάσεις του βυθού, συμπεριλαμβανομένης της ωχράς κηλίδας, πριν την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας
  • Επιδράσεις στο αναπνευστικό σύστημα
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή αναπνευστική νόσο, πνευμονική ίνωση και χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια
    Χρήση με προσοχή
  • Ηπατική βλάβη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που αναπτύσσουν συμπτώματα που υποδηλώνουν ηπατική δυσλειτουργία
    Παρακολούθηση για ηπατοτοξικότητα. Διακοπή θεραπείας εάν επιβεβαιωθεί σημαντική ηπατική βλάβη (ALT > 3xULN και ολική χολερυθρίνη > 2xULN)
  • Ηπατική βλάβη
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό σημαντικής ηπατικής νόσου
    Απαιτείται προσοχή
  • Δερματικό νεόπλασμα
    ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς
    Προειδοποίηση ώστε να αποφεύγουν την έκθεση στο ηλιακό φως χωρίς προστασία. Δεν πρέπει να λαμβάνουν συγχορηγούμενη φωτοθεραπεία με UV-B ή φωτοχημειοθεραπεία PUVA
  • Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
    ΠληθυσμόςΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
    Αρνητικό αποτέλεσμα δοκιμασίας κύησης πριν την έναρξη. Χρήση αποτελεσματικής αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 1 εβδομάδα μετά τη διακοπή της θεραπείας
  • Σύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας (PRES)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με πονεσιμόδη
    Αν αναπτυχθούν μη αναμενόμενα νευρολογικά ή ψυχιατρικά συμπτώματα/σημεία, ο ιατρός πρέπει να προγραμματίσει πλήρη κλινική και νευρολογική εξέταση και να εξετάσει διενέργεια MRI. Διακοπή πονεσιμόδης αν πιθανολογείται PRES
  • Επανεμφάνιση ενεργότητας της νόσου
    ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς
    Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για σοβαρή παρόξυνση ή επανεμφάνιση υψηλής ενεργότητας της νόσου μετά τη διακοπή της πονεσιμόδης. Έναρξη κατάλληλης θεραπείας. Μετά τη διακοπή λόγω PML, παρακολούθηση για PML-IRIS
  • Λακτόζη (έκδοχο)
    αντένδειξη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης
    Δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Αντινεοπλασματικές, ανοσοτροποποιητικές ή ανοσοκατασταλτικές θεραπείες
    προσοχή
    Κίνδυνος αθροιστικών ανοσολογικών επιδράσεων κατά τη διάρκεια και κατά τις εβδομάδες μετά τη χορήγηση.
    ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή κατά τη συγχορήγηση.
  • Φαρμακευτικά προϊόντα που παρατείνουν το διάστημα QT
    προσοχή
    Δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν τέτοια προϊόντα.
  • Β-αποκλειστές (π.χ. προπρανολόλη)
    παρακολούθηση
    Αθροιστική αρνητική χρονότροπος επίδραση (μείωση καρδιακού ρυθμού).
    ΣύστασηΜελέτες έδειξαν αθροιστική επίδραση στον καρδιακό ρυθμό (HR) όταν η πονεσιμόδη συγχορηγείται με προπρανολόλη.
  • Εμβόλια
    προσοχή
    Ενδέχεται να είναι λιγότερο αποτελεσματικά.
    ΣύστασηΟι εμβολιασμοί ενδέχεται να είναι λιγότερο αποτελεσματικοί, εάν χορηγηθούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με πονεσιμόδη και για έως 1 εβδομάδα μετά τη διακοπή της.
  • Εμβόλια με ζώντες εξασθενημένους οργανισμούς
    αντένδειξη
    Κίνδυνος λοίμωξης.
    ΣύστασηΘα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με πονεσιμόδη και για έως 1 εβδομάδα μετά τη διακοπή της θεραπείας με πονεσιμόδη.
  • Ισχυροί επαγωγείς των CYP3A4 και UGT1A1 (π.χ. καρβαμαζεπίνη)
    παρακολούθηση
    Μείωση Cmax και AUC της πονεσιμόδης (μη κλινικά σημαντική).
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης όταν η πονεσιμόδη συγχορηγείται.
  • Από στόματος ορμονικά αντισυλληπτικά
    Χωρίς αλληλεπίδραση
    Δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση. Δεν αναμένεται να μειώσει την αποτελεσματικότητα.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Λοιμώξεις
  • Ρινοφαρυγγίτιδα
  • Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
  • Ουρολοίμωξη
  • Γρίπη
  • Λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος
  • Πνευμονία
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
  • βρογχίτιδα (Συχνές)
  • ιογενής ρινοφαρυγγίτιδα (Συχνές)
  • φαρυγγίτιδα (Συχνές)
  • ιογενής λοίμωξη (Συχνές)
  • έρπης ζωστήρας (Συχνές)
  • λαρυγγίτιδα (Συχνές)
Αναπνευστικό
  • Ρινίτιδα
  • Παραρρινοκολπίτιδα
  • Δύσπνοια
  • Βήχας
Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
  • λεμφοπενία (Συχνές)
  • αριθμός λεμφοκυττάρων μειωμένος (Συχνές)
Ψυχιατρικές
  • Κατάθλιψη
  • Αϋπνία
  • Άγχος
Νευρικό
  • Ζάλη
  • Υποαισθησία
  • Υπνηλία
  • Ημικρανία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • επιληπτική κρίση (Συχνές)
Διαταραχές του οφθαλμού
  • οίδημα της ωχράς κηλίδας (Συχνές)
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
  • ίλιγγος (Συχνές)
Καρδιά
  • Βραδυκαρδία
Αγγειακές
  • Υπέρταση
Γαστρεντερικό
  • Δυσπεψία
  • Ξηροστομία
Μυοσκελετικό
  • Οσφυαλγία
  • Αρθραλγία
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • πόνος στα άκρα (Συχνές)
  • διάταση συνδέσμου (Συχνές)
  • διόγκωση άρθρωσης (Συχνές)
Γενικές
  • Κόπωση
  • Πυρεξία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης
  • περιφερικό οίδημα (Συχνές)
  • θωρακική δυσφορία (Συχνές)
Διερευνήσεις
  • αμινοτρανσφεράση της αλανίνης αυξημένη (Πολύ συχνές)
  • ασπαρτική αμινοτρανσφεράση αυξημένη (Συχνές)
  • υπερχοληστερολαιμία (Συχνές)
  • ηπατικά ένζυμα αυξημένα (Συχνές)
  • C-αντιδρώσα πρωτεΐνη αυξημένη (Συχνές)
  • χοληστερόλη αίματος αυξημένη (Συχνές)
  • υπερκαλιαιμία (Όχι συχνές)
Εργαστηριακές
  • Αυξημένες τρανσαμινάσες
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Αυξημένη αμινοτρανσφεράση αλανίνης
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Λοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
    Λοιμώξεις
    Πολύ συχνές
  • Ρινοφαρυγγίτιδα
    Λοιμώξεις
    Πολύ συχνές
  • Άγχος
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Έρπης ζωστήρας
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Ίλιγγος
    Νευρικό
    Συχνές
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αυξημένες τρανσαμινάσες
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αυξημένη C-αντιδρώσα πρωτεΐνη
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Βήχας
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Βρογχίτιδα
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Γρίπη
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Διόγκωση άρθρωσης
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Ημικρανία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Θωρακική δυσφορία
    Γενικές
    Συχνές
  • Ιογενής λοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Συχνές
  • Λεμφοπενία
    Αίμα
    Συχνές
  • Λοίμωξη αναπνευστικού συστήματος
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Μειωμένος αριθμός λεμφοκυττάρων
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Ξηροστομία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Οίδημα ωχράς κηλίδας
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Οσφυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Ουρολοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Παραρρινοκολπίτιδα
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Περιφερικό οίδημα
    Γενικές
    Συχνές
  • Πνευμονία
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Πυρεξία
    Γενικές
    Συχνές
  • Πόνος στα άκρα
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Ρινίτιδα
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Υπέρταση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Υπαισθησία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Υπερχοληστερολαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Υπνηλία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Φαρυγγίτιδα
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • διάταση συνδέσμου
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Συχνές
  • επιληπτική κρίση
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Συχνές
  • ιογενής ρινοφαρυγγίτιδα
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Συχνές
  • λαρυγγίτιδα
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Συχνές
  • χοληστερόλη αίματος αυξημένη
    Διερευνήσεις
    Συχνές
  • Βραδυκαρδία
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Υπερκαλιαιμία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Το Πονεσιμόδη αντενδείκνυται σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία που δεν χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη.
    Πριν από την έναρξη της θεραπείας με Πονεσιμόδη σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να υπάρχει διαθέσιμο αρνητικό αποτέλεσμα δοκιμασίας κύησης και οι γυναίκες θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τον ενδεχόμενο σοβαρό κίνδυνο για το έμβρυο και την ανάγκη για χρήση αποτελεσματικής αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με πονεσιμόδη. Δεδομένου ότι χρειάζεται περίπου 1 εβδομάδα για την απομάκρυνση της πονεσιμόδης από τον οργανισμό μετά τη διακοπή της θεραπείας, ο ενδεχόμενος κίνδυνος για το έμβρυο ενδέχεται να επιμείνει και οι γυναίκες πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Όταν η θεραπεία με πονεσιμόδη διακόπτεται για τον προγραμματισμό μιας εγκυμοσύνης, η πιθανή επιστροφή της δραστηριότητας της νόσου θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Κύηση
    Το Πονεσιμόδη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
    Παρόλο που δεν υπάρχουν δεδομένα από τη χρήση της πονεσιμόδης σε έγκυες γυναίκες, μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Αν μία γυναίκα μείνει έγκυος κατά τη διάρκεια της θεραπείας, η πονεσιμόδη πρέπει να διακόπτεται αμέσως. Θα πρέπει να παρέχονται ιατρικές συμβουλές σχετικά με τον κίνδυνο επιβλαβών επιδράσεων στο έμβρυο που σχετίζονται με τη θεραπεία (βλ. Προκλινικά δεδομένα) και θα πρέπει να πραγματοποιούνται εξετάσεις παρακολούθησης. Με βάση την κλινική εμπειρία σε ασθενείς που λαμβάνουν άλλον τροποποιητή των υποδοχέων S1P, η χρήση συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο μειζόνων συγγενών δυσπλασιών.
  • Θηλασμός
    Το Πονεσιμόδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
    Δεν είναι γνωστό εάν η πονεσιμόδη ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Μία μελέτη σε θηλάζοντες αρουραίους κατέδειξε απέκκριση της πονεσιμόδης στο γάλα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο κίνδυνος στα νεογέννητα/βρέφη δεν μπορεί να αποκλεισθεί.
  • Γονιμότητα
    Η επίδραση της πονεσιμόδης στη γονιμότητα στον άνθρωπο δεν έχει αξιολογηθεί.
    Τα δεδομένα από προκλινικές μελέτες δεν υποδηλώνουν ότι η πονεσιμόδη συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο μειωμένης γονιμότητας (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συμπτώματα
  • βραδυκαρδία
  • AV αποκλεισμός της αγωγιμότητας
Αντιμετώπιση
γενική υποστηρικτική θεραπεία έως ότου η κλινική τοξικότητα ελαχιστοποιηθεί ή αποδράμει. Η μείωση του καρδιακού ρυθμού που προκαλείται από την πονεσιμόδη μπορεί να αναστραφεί με ατροπίνη.
ΑιμοκάθαρσηΌχι
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΑμελητέα
Το Πονεσιμόδη δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Πυρήνας του δισκίου
Καρμελλόζη νατριούχος διασταυρούμενη
Λακτόζη μονοϋδρική
Μαγνήσιο στεατικό
Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη
Ποβιδόνη K30
Άνυδρο κολλοειδές διοξείδιο του πυριτίου
Λαουρυλοθειικό νάτριο
Επικάλυψη του δισκίου
Υπρομελλόζη 2910
Λακτόζη μονοϋδρική
Πολυαιθυλενογλυκόλη 3350
Τιτανίου διοξείδιο
Τριακετίνη
Πονεσιμόδη 3 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία
Σιδήρου οξείδιο ερυθρό (E172)
Σιδήρου οξείδιο κίτρινο (E172)
Πονεσιμόδη 4 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία
Σιδήρου οξείδιο ερυθρό (E172)
Σιδήρου οξείδιο μέλαν (E172)
24
Πονεσιμόδη 5 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία
Σιδήρου οξείδιο μέλαν (E172)
Σιδήρου οξείδιο κίτρινο (E172)
Πονεσιμόδη 7 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία
Σιδήρου οξείδιο ερυθρό (E172)
Σιδήρου οξείδιο κίτρινο (E172)
Πονεσιμόδη 8 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία
Σιδήρου οξείδιο ερυθρό (E172)
Σιδήρου οξείδιο μέλαν (E172)
Πονεσιμόδη 9 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία
Σιδήρου οξείδιο ερυθρό (E172)
Σιδήρου οξείδιο μέλαν (E172)
Σιδήρου οξείδιο κίτρινο (E172)
Πονεσιμόδη 10 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία
Σιδήρου οξείδιο ερυθρό (E172)
Σιδήρου οξείδιο κίτρινο (E172)
Πονεσιμόδη 20 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία
Σιδήρου οξείδιο κίτρινο (E172)
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανοσοκατασταλτικά, εκλεκτικά ανοσοκατασταλτικά, κωδικός ATC: L04AE04

Μηχανισμός δράσης

Η πονεσιμόδη είναι ένας τροποποιητής των υποδοχέων της 1-φωσφορικής (S1P) σφιγγοσίνης. Η πονεσιμόδη δεσμεύεται με υψηλή συγγένεια στον υποδοχέα 1 της S1P που βρίσκεται στα λεμφοκύτταρα. Η πονεσιμόδη αναστέλλει την ικανότητα των λεμφοκυττάρων να εξέρχονται από τους λεμφαδένες μειώνοντας τον αριθμό των λεμφοκυττάρων στο περιφερικό αίμα. Ο μηχανισμός με τον οποίο η πονεσιμόδη ασκεί θεραπευτική δράση στην πολλαπλή σκλήρυνση ενδέχεται να περιλαμβάνει τη μείωση της μετανάστευσης των λεμφοκυττάρων στο κεντρικό νευρικό σύστημα.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Ανοσοποιητικό σύστημα

Σε υγιείς εθελοντές, η πονεσιμόδη προκαλεί δοσοεξαρτώμενη μείωση του αριθμού των περιφερικών λεμφοκυττάρων στο αίμα από την εφάπαξ δόση των 5 mg και άνω, με τη μεγαλύτερη μείωση να παρατηρείται 6 ώρες μετά τη δόση, η οποία προκαλείται από την αναστρέψιμη δέσμευση των λεμφοκυττάρων στους λεμφικούς ιστούς. Μετά από 7 ημερήσιες δόσεις των 20 mg, η μεγαλύτερη μείωση στον απόλυτο μέσο αριθμό λεμφοκυττάρων ήταν 26% από την αρχική τιμή (650 κύτταρα/µl) και παρατηρήθηκε 6 ώρες μετά τη χορήγηση. Επηρεάζονται τα B κύτταρα [CD19+] και τα T κύτταρα [CD3+] του περιφερικού αίματος, καθώς και τα υποσύνολα των T-βοηθητικών κυττάρων [CD3+CD4+] και των T-κυτταροτοξικών [CD3+CD8+] κυττάρων, ενώ δεν επηρεάζονται τα NK κύτταρα. Τα T-βοηθητικά κύτταρα ήταν πιο ευαίσθητα στις επιδράσεις της πονεσιμόδης σε σύγκριση με τα T-κυτταροτοξικά κύτταρα. Το μοντέλο φαρμακοκινητικής/φαρμακοδυναμικής δείχνει ότι ο αριθμός λεμφοκυττάρων επανήλθε στο φυσιολογικό εύρος σε >90% των υγειών συμμετεχόντων εντός 1 εβδομάδας από τη διακοπή της θεραπείας. Στο πρόγραμμα ανάπτυξης, ο αριθμός των λεμφοκυττάρων του περιφερικού αίματος επανήλθε στο φυσιολογικό εύρος εντός 1 εβδομάδας μετά τη διακοπή της πονεσιμόδης. Στη μελέτη OPTIMUM, ο αριθμός των λεμφοκυττάρων επανήλθε στο φυσιολογικό εύρος στο 94% των ασθενών και σε επίπεδα πάνω από 0,8 × 10^9 κύτταρα/l στο 99% των ασθενών στην πρώτη προγραμματισμένη επίσκεψη παρακολούθησης (ημέρα 15) μετά τη διακοπή της θεραπείας με πονεσιμόδη.

Καρδιακή συχνότητα και καρδιακός ρυθμός

Η πονεσιμόδη προκαλεί παροδική δοσοεξαρτώμενη μείωση του HR και καθυστερήσεις της AV αγωγιμότητας κατά την έναρξη της θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Οι μειώσεις του HR σταθεροποιήθηκαν σε δόσεις μεγαλύτερες ή ίσες με 40 mg και συμβάντα βραδυαρρυθμίας (AV αποκλεισμός) ανιχνεύθηκαν με υψηλότερη επίπτωση υπό θεραπεία με πονεσιμόδη, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Αυτή η επίδραση ξεκινάει εντός της πρώτης ώρας από τη χορήγηση της δόσης και είναι μέγιστη στις 2-4 ώρες μετά τη δόση, ενώ ο HR γενικά επανέρχεται στις τιμές προ της δόσης σε 4-5 ώρες μετά τη δόση την ημέρα 1 και η επίδραση μειώνεται με την επαναλαμβανόμενη χορήγηση, γεγονός που υποδεικνύει ανοχή. Με τη σταδιακή προς τα άνω τιτλοποίηση της πονεσιμόδης, οι μειώσεις του HR είναι λιγότερο έντονες ενώ δεν παρατηρήθηκε δεύτερου βαθμού AV αποκλεισμός τύπου ΙΙ κατά Mobitz ή μεγαλύτερου βαθμού AV αποκλεισμός. Η μείωση του HR που προκαλείται από την πονεσιμόδη μπορεί να αναστραφεί με ατροπίνη.

Επίδραση στο διάστημα QT/QTc και στην καρδιακή ηλεκτροφυσιολογία

Σε μία διεξοδική μελέτη του QT με τις υπερθεραπευτικές δόσεις των 40 mg και 100 mg (2 και 5 φορές, αντίστοιχα, τη συνιστώμενη δόση συντήρησης) πονεσιμόδης σε σταθερή κατάσταση, η θεραπεία με πονεσιμόδη προκάλεσε ήπια παράταση του ατομικά διορθωμένου διαστήματος QT (QTcI), με ανώτερο όριο του αμφίπλευρου 90% διαστήματος εμπιστοσύνης (CI) στα 11,3 ms (40 mg) και 14,0 ms (100 mg). Δεν υπήρχε σταθερό σήμα για αυξημένη επίπτωση έκτοπων τιμών QTcI σχετιζόμενων με τη θεραπεία με πονεσιμόδη, είτε ως απόλυτες τιμές είτε ως μεταβολή σε σχέση με την αρχική τιμή. Με βάση τη σχέση συγκέντρωσης-επίδρασης, δεν αναμένεται κλινικά σημαντική επίδραση στο διάστημα QTc με τη θεραπευτική δόση των 20 mg (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Πνευμονική λειτουργία

Παρατηρήθηκαν δοσοεξαρτώμενες μειώσεις του απόλυτου βιαίως εκπνεόμενου όγκου σε 1 δευτερόλεπτο σε συμμετέχοντες που έλαβαν θεραπεία με πονεσιμόδη και ήταν υψηλότερες σε σύγκριση με τους συμμετέχοντες που έλαβαν εικονικό φάρμακο (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Η αποτελεσματικότητα της πονεσιμόδης αξιολογήθηκε στη Φάσης 3 μελέτη OPTIMUM, μία πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, παράλληλων ομάδων, ελεγχόμενη με δραστικό φάρμακο μελέτη ανωτερότητας σε ασθενείς με υποτροπιάζουσα ΠΣ (ΥΠΣ) που έλαβαν θεραπεία για 108 εβδομάδες. Στη μελέτη συμπεριλήφθηκαν ασθενείς με υποτροπιάζουσα πορεία ΠΣ από την έναρξη (RRMS ή SPMS με επάλληλες υποτροπές) και βαθμολογία στη Διευρυμένη Κλίμακα Κατάστασης Αναπηρίας (EDSS) 0 έως 5,5, οι οποίοι είχαν εμφανίσει τουλάχιστον μία υποτροπή εντός του προηγούμενου έτους ή δύο υποτροπές εντός των προηγούμενων δύο ετών ή είχαν τουλάχιστον μία προσλαμβάνουσα γαδολίνιο (Gd+) βλάβη σε MRI εγκεφάλου εντός των προηγούμενων 6 μηνών ή κατά την έναρξη της μελέτης. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε άπαξ ημερησίως λήψη πονεσιμόδης ή τεριφλουνομίδης 14 mg, ξεκινώντας με τιτλοποίηση της δόσης για 14 ημέρες (βλ. Δοσολογία). Νευρολογικές αξιολογήσεις πραγματοποιήθηκαν κάθε 12 εβδομάδες καθώς και στην περίπτωση πιθανολογούμενης υποτροπής. MRI εγκεφάλου πραγματοποιήθηκαν στην έναρξη της μελέτης και τις Εβδομάδες 60 και 108. Το κύριο καταληκτικό σημείο της μελέτης ήταν το ετησιοποιημένο ποσοστό υποτροπών (ARR) από την έναρξη έως το τέλος της μελέτης (EOS). Στην προκαθορισμένη ιεραρχική αλληλουχία ελέγχου οπισθοχώρησης συμπεριλήφθηκαν το κύριο καταληκτικό σημείο και τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία: αθροιστικός αριθμός συνδυασμένων μοναδικών ενεργών βλαβών (CUAL, ορίζεται ως νέες Gd+ T1 βλάβες συν νέες ή διευρυνόμενες T2 βλάβες [χωρίς διπλή καταμέτρηση των βλαβών]) από την έναρξη της μελέτης έως την Εβδομάδα 108, χρόνος έως την επιβεβαιωμένη συσσώρευση αναπηρίας (CDA) στις 12 εβδομάδες από την έναρξη της μελέτης έως την EOS, καθώς και χρόνος έως την CDA στις 24 εβδομάδες από την έναρξη της μελέτης έως την EOS. Ως CDA στις 12 εβδομάδες ορίστηκε η αύξηση κατά τουλάχιστον 1,5 μονάδες στην EDSS για τους συμμετέχοντες με αρχική βαθμολογία EDSS 0 ή η αύξηση κατά τουλάχιστον 1,0 μονάδα στην EDSS για συμμετέχοντες με αρχική βαθμολογία EDSS 1,0 έως 5,0 ή η αύξηση κατά τουλάχιστον 0,5 μονάδες στην EDSS για συμμετέχοντες με αρχική βαθμολογία EDSS ≥5,5 που επιβεβαιώθηκε μετά από 12 εβδομάδες. Στη μελέτη OPTIMUM, 1.133 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε λήψη πονεσιμόδης (N=567) ή τεριφλουνομίδης 14 mg (N=566). Το 86,4% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με πονεσιμόδη και το 87,5% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με τεριφλουνομίδη 14 mg ολοκλήρωσαν τη μελέτη σύμφωνα με το πρωτόκολλο. Τα αρχικά δημογραφικά στοιχεία και χαρακτηριστικά της νόσου ήταν καλά εξισορροπημένα μεταξύ των ομάδων θεραπείας. Στην έναρξη της μελέτης, η μέση ηλικία των ασθενών ήταν τα 37 έτη (τυπική απόκλιση 8,74), το 97% ήταν λευκοί και το 65% ήταν γυναίκες. Η μέση διάρκεια της νόσου ήταν 7,6 έτη, ο μέσος αριθμός υποτροπών το προηγούμενο έτος ήταν 1,3 και η μέση βαθμολογία EDSS ήταν 2,6. Το 57% των ασθενών δεν είχαν λάβει προηγουμένως τροποποιητικές της νόσου θεραπείες (DMT) για την ΠΣ. Στην έναρξη της μελέτης, το 40% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με πονεσιμόδη είχαν μία ή περισσότερες Gd+ T1 βλάβες στην MRI εγκεφάλου (μέση τιμή 1,9).

Πίνακας 3: Αποτελέσματα της μελέτης OPTIMUM για την αποτελεσματικότητα

Κλινικό καταληκτικό σημείο Πονεσιμόδη 20 mg (N=567) Τεριφλουνομίδη 14 mg (N=566) Σχετική μείωση του ποσοστού (95% CLs)
Κύριο καταληκτικό σημείο
Μέσο Ετησιοποιημένο Ποσοστό Υποτροπώνa 0,202 0,290 30,5% (p=0,0003)* (15,2%, 43,0%)
Ασθενείς με τουλάχιστον μία επιβεβαιωμένη υποτροπή 29,3% 39,4%
Δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία
Επιβεβαιωμένη Συσσώρευση Αναπηρίας (CDA)b
Ασθενείςb με CDA στις 12-εβδομάδες 10,8% 13,2% 17% (p=0,2939) (-18%, 42%)
Ασθενείςb με CDA στις 24-εβδομάδες 8,7% 10,5% 16% (p=0,3720) (-24%, 43%)
Καταληκτικά σημεία MRI: Αθροιστικός αριθμός Συνδυασμένων Μοναδικών Ενεργών Βλαβών (CUAL)
Μέσος αριθμός CUAL ανά έτοςd 1,41 (N=539) 3,16 (N=536) 56% (p<0,0001)* (45,8%, 63,6%)

Όλες οι αναλύσεις βασίζονται στην ομάδα πλήρους ανάλυσης (FAS), που περιλαμβάνει όλους τους τυχαιοποιημένους ασθενείς. Το «N» αναφέρεται στον αριθμό των ασθενών που συμπεριλήφθηκαν σε κάθε ανάλυση του καταληκτικού σημείου, ανά ομάδα θεραπείας.

a Ορίζεται ως επιβεβαιωμένες υποτροπές ανά έτος έως το τέλος της μελέτης (μοντέλο αρνητικής διωνυμικής παλινδρόμησης με τις μεταβλητές διαστρωμάτωσης (EDSS ≤ 3,5 έναντι EDSS > 3,5, DMT εντός των τελευταίων 2 ετών πριν από την τυχαιοποίηση [Ναι/Όχι]) και αριθμός υποτροπών στο έτος πριν από την ένταξη στη μελέτη (<=1, >=2) ως συμμεταβλητές)

b Με βάση τον χρόνο έως το πρώτο συμβάν CDA 12 Εβδομάδων/24 Εβδομάδων έως το τέλος της μελέτης (εκτιμήσεις Kaplan-Meier την Εβδομάδα 108)

c Ορίζεται ως ο χρόνος έως την CDA 12 Εβδομάδων/24 Εβδομάδων από την έναρξη έως το τέλος της μελέτης (διαστρωματωμένο μοντέλο αναλογικού κινδύνου Cox, τιμή p με βάση τον διαστρωματωμένο έλεγχο log-rank). Δύο προκαθορισμένες μέθοδοι έμμεσης σύγκρισης έδειξαν σταθερή κλινικά σημαντική επίδραση της πονεσιμόδης σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο στον χρόνο έως την πρώτη CDA 12 εβδομάδων: η Προσαρμοσμένη ως προς την Αντιστοίχιση Έμμεση Σύγκριση (MAIC) προσέγγιση έδειξε ότι η πονεσιμόδη μείωσε την CDA 12 εβδομάδων κατά 40% σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (αναλογία κινδύνου: 0,60 [95% CI: 0,34, 1,05]) και η Βασιζόμενη σε Μοντέλο Μετα-Ανάλυση (MBMA) έδειξε ότι η πονεσιμόδη μείωσε τον κίνδυνο CDA 12 εβδομάδων κατά 39%, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (αναλογία κινδύνου: 0,61 [95% CLs: 0,47, 0,80]).

d Ορίζεται ως νέες Gd+ T1 βλάβες συν νέες ή διευρυνόμενες T2 βλάβες [χωρίς διπλή καταμέτρηση των βλαβών] ανά έτος από την έναρξη της μελέτης έως την Εβδομάδα 108 (μοντέλο αρνητικής διωνυμικής παλινδρόμησης με τους παράγοντες διαστρωμάτωσης και τις Gd+ T1 βλάβες (παρουσία/απουσία) στην έναρξη της μελέτης ως συμμεταβλητές)

  • Στατιστικά σημαντικό σύμφωνα με την προκαθορισμένη στρατηγική δοκιμής πολλαπλότητας, CLs: όρια εμπιστοσύνης

Μακροπρόθεσμα δεδομένα

Οι ασθενείς με υποτροπιάζουσα πολλαπλή σκλήρυνση (RMS) που ολοκλήρωσαν τη μελέτη φάσης 3 OPTIMUM ήταν επιλέξιμοι για συμμετοχή στη διερευνητική, ανοιχτή μελέτη επέκτασης OPTIMUM-LT. Συνολικά, συμμετείχαν 877 ασθενείς (δηλ. το 77,4% των ασθενών από την OPTIMUM, n=439 από την ομάδα ponesimod και n=438 από την ομάδα teriflunomide). Όλοι οι ασθενείς έλαβαν ponesimod 20 mg μία φορά την ημέρα για έως και 240 εβδομάδες. Η μέση διάρκεια της θεραπείας ήταν 46,91 μήνες (εύρος: 0,7-71,8 μήνες) και το ποσοστό εγκατάλειψης ήταν 25,4%. Η μέση μείωση απόλυτου κινδύνου (ARR) στην περίοδο επέκτασης ήταν 0,132 (διαστήματα εμπιστοσύνης 95%: 0,113, 0,152). Στην εβδομάδα 384, η εκτίμηση Kaplan Meier για τους ασθενείς με CDA 24 εβδομάδων στη μελέτη επέκτασης, που έλαβαν συνεχή θεραπεία με ponesimod (P20 mg/P20 mg) από την τυχαιοποίηση της βασικής μελέτης, ήταν 21,3% (διαστήματα εμπιστοσύνης 95%: 17,7, 25,6).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Πονεσιμόδη σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην πολλαπλή σκλήρυνση (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Η φαρμακοκινητική της πονεσιμόδης είναι παρόμοια σε υγιή άτομα και άτομα με πολλαπλή σκλήρυνση. Το προφίλ φαρμακοκινητικής της πονεσιμόδης επέδειξε «χαμηλή έως μέτρια» μεταβλητότητα μεταξύ των συμμετεχόντων, περίπου 6% - 33% και «χαμηλή» μεταβλητότητα ενδοσυμμετέχοντα, περίπου 12% - 20%.

Απορρόφηση

Ο χρόνος για την επίτευξη της μέγιστης συγκέντρωσης της πονεσιμόδης στο πλάσμα είναι 2-4 ώρες μετά τη δόση. Η απόλυτη από στόματος βιοδιαθεσιμότητα μίας δόσης 10 mg είναι 83,8%.

Επίδραση της τροφής

Η τροφή δεν έχει κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της πονεσιμόδης, ως εκ τούτου η πονεσιμόδη μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς τροφή.

Κατανομή

Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση σε υγιή άτομα, ο όγκος κατανομής της πονεσιμόδης σε σταθερή κατάσταση είναι 160 l. Η πονεσιμόδη συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με πρωτεΐνες του πλάσματος, (>99%) και κατανέμεται κυρίως (78,5%) στο κλάσμα του πλάσματος του ολικού αίματος. Μελέτες σε ζώα δείχνουν ότι η πονεσιμόδη διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.

Βιομετασχηματισμός

Η πονεσιμόδη μεταβολίζεται εκτεταμένα πριν από την απέκκριση στον άνθρωπο, αν και η αμετάβλητη πονεσιμόδη ήταν το κύριο κυκλοφορούν συστατικό στο πλάσμα. Επίσης έχουν ταυτοποιηθεί δύο ανενεργοί κυκλοφορούντες μεταβολίτες στο ανθρώπινο πλάσμα, οι M12 και M13. Ο M13 αντιπροσωπεύει περίπου το 20% και ο M12 το 6% της συνολικής σχετιζόμενης με το φάρμακο έκθεσης. Και οι δύο μεταβολίτες είναι ανενεργοί στους υποδοχείς S1P στις συγκεντρώσεις που επιτυγχάνονται με τις θεραπευτικές δόσεις της πονεσιμόδης. Μελέτες in vitro με ανθρώπινα ηπατικά παρασκευάσματα δείχνουν ότι ο μεταβολισμός της πονεσιμόδης λαμβάνει χώρα μέσω πολλαπλών, διακριτών ενζυμικών συστημάτων, συμπεριλαμβανομένων πολλαπλών CYP450 (CYP2J2, CYP3A4, CYP3A5, CYP4F3A και CYP4F12), UGT (κυρίως UGT1A1 και UGT2B7) και μη CYP450 οξειδωτικών ενζύμων, χωρίς σημαντική συμβολή από οποιοδήποτε μεμονωμένο ένζυμο. Έρευνες in vitro δείχνουν ότι στη θεραπευτική δόση των 20 mg άπαξ ημερησίως, η πονεσιμόδη και ο μεταβολίτης της M13 δεν επιδεικνύουν κλινικά σημαντική πιθανότητα φαρμακευτικής αλληλεπίδρασης για τα ένζυμα CYP ή UGT ή τους μεταφορείς.

Αποβολή

Μετά από εφάπαξ ενδοφλέβια χορήγηση, η συνολική κάθαρση της πονεσιμόδης είναι 3,8 l/ώρα. Η ημίσεια ζωή αποβολής μετά από χορήγηση από στόματος είναι περίπου 33 ώρες. Μετά από εφάπαξ από στόματος χορήγηση 14C-πονεσιμόδης, το 57% έως 80% της δόσης ανακτήθηκε στα κόπρανα (το 16% ως αμετάβλητη πονεσιμόδη) και το 10% έως 18% στα ούρα (χωρίς αμετάβλητη πονεσιμόδη).

Γραμμικότητα

Μετά την από στόματος χορήγηση πονεσιμόδης, η Cmax και η AUC αυξήθηκαν σχεδόν αναλογικά προς τη δόση στο δοσολογικό εύρος που μελετήθηκε (1-75 mg). Τα επίπεδα σε σταθερή κατάσταση είναι περίπου 2,0 έως 2,6 φορές υψηλότερα από τα επίπεδα με εφάπαξ δόση και επιτυγχάνονται μετά από 4 ημέρες χορήγησης της δόσης συντήρησης της πονεσιμόδης.

Ειδικοί πληθυσμοί

Νεφρική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Σε ενήλικες συμμετέχοντες με μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (εκτιμώμενη κάθαρση κρεατινίνης (CrCl) με βάση τον τύπο Cockroft-Gault 30-59 ml/min για τη μέτρια και <30 ml/min για τη σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία), δεν υπήρξαν σημαντικές μεταβολές στην Cmax και την AUC της πονεσιμόδης, σε σύγκριση με συμμετέχοντες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (CrCl>90 ml/min). Η επίδραση της διύλισης στη φαρμακοκινητική της πονεσιμόδης δεν έχει μελετηθεί. Λόγω του υψηλού βαθμού σύνδεσης της πονεσιμόδης σε πρωτεΐνες του πλάσματος (πάνω από 99%), η διύλιση δεν αναμένεται να μεταβάλλει τη συγκέντρωση της συνολικής και της μη δεσμευμένης πονεσιμόδης, και βάσει αυτών των εκτιμήσεων δεν αναμένονται προσαρμογές της δόσης.

Ηπατική δυσλειτουργία

Σε ενήλικες συμμετέχοντες χωρίς ΠΣ με ήπια, μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία A, B και C κατά Child-Pugh, αντίστοιχα, Ν=8 για κάθε κατηγορία), η AUC0-∞ της πονεσιμόδης αυξήθηκε κατά 1,3, 2,0 και 3,1 φορές, αντίστοιχα, σε σύγκριση με υγιή άτομα. Με βάση την εκτίμηση της πληθυσμιακής φαρμακοκινητικής σε μια μεγαλύτερη ομάδα συμμετεχόντων (N=1245), συμπεριλαμβανομένων 55 συμμετεχόντων με ΠΣ με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (ταξινομημένη με βάση τα κριτήρια της ομάδας εργασίας του Εθνικού Ινστιτούτου Καρκίνου - Δυσλειτουργία Οργάνου), εκτιμήθηκε μία αύξηση κατά 1,1 φορές της AUC0-∞ της πονεσιμόδης, σε σύγκριση με άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Η πονεσιμόδη αντενδείκνυται σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, καθώς ο κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών ενδέχεται να είναι μεγαλύτερος. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία Α κατά Child-Pugh).

Ηλικία

Τα αποτελέσματα από μία ανάλυση πληθυσμιακής φαρμακοκινητικής έδειξε ότι η ηλικία (εύρος: 17 έως 65 έτη) δεν επηρεάζει σημαντικά τη φαρμακοκινητική της πονεσιμόδης. Η πονεσιμόδη δεν έχει διερευνηθεί σε ηλικιωμένους (>65 ετών).

Φύλο

Το φύλο δεν έχει κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της πονεσιμόδης.

Φυλή

Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική μεταξύ των συμμετεχόντων από την Ιαπωνία και Καυκάσιων ή Μαύρων και Λευκών συμμετεχόντων.

Μηχανισμός δράσης

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανοσοκατασταλτικά, εκλεκτικά ανοσοκατασταλτικά, κωδικός ATC: L04AE04 ### Μηχανισμός δράσης Η πονεσιμόδη είναι ένας τροποποιητής των υποδοχέων της 1-φωσφορικής (S1P) σφιγγοσίνης. Η πονεσιμόδη…

Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανοσοκατασταλτικά, εκλεκτικά ανοσοκατασταλτικά, κωδικός ATC: L04AE04 ### Μηχανισμός δράσης Η πονεσιμόδη είναι ένας τροποποιητής των υποδοχέων της 1-φωσφορικής (S1P) σφιγγοσίνης. Η πονεσιμόδη…

Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες Η φαρμακοκινητική της πονεσιμόδης είναι παρόμοια σε υγιή άτομα και άτομα με πολλαπλή σκλήρυνση. Το προφίλ φαρμακοκινητικής της πονεσιμόδης επέδειξε «χαμηλή έως μέτρια» μεταβλητότητα μεταξύ των συμμετεχόντων, περίπου 6% - 33%…

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
flag

Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη

  • Ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) · Πριν την έναρξη της θεραπείας
  • Γενική αίματος (CBC) με διαφορικό · Πριν την έναρξη (εντός 6 μηνών ή μετά διακοπή προηγούμενης θεραπείας) και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας
  • Λεμφοκύτταρα · Πριν την έναρξη (εντός 6 μηνών ή μετά διακοπή προηγούμενης θεραπείας) και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας
  • Εξέταση βυθού · Τακτικά, πριν την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας
    Ιστορικό ραγοειδίτιδας ή σακχαρώδους διαβήτη
  • Εξέταση ωχράς κηλίδας · Τακτικά, πριν την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας
    Ιστορικό ραγοειδίτιδας ή σακχαρώδους διαβήτη
  • Αμινοτρανσφεράσες (AST/ALT) · Πριν την έναρξη (εντός των τελευταίων 6 μηνών)
  • Χολερυθρίνη · Πριν την έναρξη (εντός των τελευταίων 6 μηνών)
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Ηπατική λειτουργία gastroenterologyΗπατική λειτουργία Ανάλογα με συμπτώματα Συμπτώματα ηπατικής δυσλειτουργίας
Αντισώματα ανεμοβλογιάς-ζωστήρα (VZV) coronavirusΛοιμώξεις & ιολογικός έλεγχος Πριν από την έναρξη της θεραπείας Χωρίς ιστορικό ανεμοβλογιάς ή πλήρη εμβολιασμό VZV
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Αρτηριακή πίεση monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία 4 ώρες μετά την πρώτη δόση (τουλάχιστον ωριαίες μετρήσεις) Φλεβοκομβική βραδυκαρδία, AV αποκλεισμός 1ου ή 2ου βαθμού, ή ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου ή καρδιακής ανεπάρκειας σε σταθερή κατάσταση
Τακτικά
Σπιρομέτρηση pulmonologyΑναπνευστική λειτουργία Εάν ενδείκνυται κλινικά
Νευρολογική εξέταση neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος Αμέσως Ανάπτυξη μη αναμενόμενων νευρολογικών ή ψυχιατρικών συμπτωμάτων/σημείων (υποψία PRES)
Αξιολόγηση βυθού visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος Πριν από την έναρξη της θεραπείας και οποιαδήποτε στιγμή αν ο ασθενής αναφέρει αλλαγή στην όραση
Ενεργότητα νόσου stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) Μετά τη διακοπή πονεσιμόδης
Κλινική εξέταση stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) Αμέσως Ανάπτυξη μη αναμενόμενων νευρολογικών ή ψυχιατρικών συμπτωμάτων/σημείων (υποψία PRES)
Δοκιμασία κύησης more_horizΆλλο / λοιπά Πριν από την έναρξη της θεραπείας Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
cardiology

ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) Στο τέλος της 4ωρης περιόδου παρακολούθησης Κατά τη χορήγηση της πρώτης δόσης
Επιπλέον μετά τις 4 ώρες Νέα εμφάνιση AV αποκλεισμού δεύτερου βαθμού ή μεγαλύτερου στο ΗΚΓ 4 ώρες μετά τη δόση
Καθ' όλη τη διάρκεια της νύχτας και 4ωρη επανάληψη μετά τη δεύτερη δόση Συμπτωματική βραδυκαρδία, βραδυαρρυθμία, συμπτώματα αγωγιμότητας, νέος AV αποκλεισμός ≥2ου βαθμού ή QTc ≥ 500 msec στο ΗΚΓ 4 ώρες μετά τη δόση με ανάγκη φαρμακευτικής θεραπείας
Καρδιακός ρυθμός (HR) cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) 4 ώρες μετά την πρώτη δόση (τουλάχιστον ωριαίες μετρήσεις) Φλεβοκομβική βραδυκαρδία, AV αποκλεισμός 1ου ή 2ου βαθμού, ή ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου ή καρδιακής ανεπάρκειας σε σταθερή κατάσταση
Επιπλέον μετά τις 4 ώρες HR < 45 bpm ή χαμηλότερη τιμή 4 ώρες μετά τη δόση
radiology

Απεικόνιση (CT / MRI / ακτινογραφία)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Μαγνητική τομογραφία (MRI) radiologyΑπεικονιστικός έλεγχος Αμέσως Ανάπτυξη μη αναμενόμενων νευρολογικών ή ψυχιατρικών συμπτωμάτων/σημείων (υποψία PRES)
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Οδός χορήγησης

oral

Μορφή

tablet

Σκευάσματα σε κυκλοφορία

1

Καθαρίζει (~5×t½)

≈ 7 ημέρες
Εργαλείο washout arrow_forward
science
Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
11363176
Μοριακός τύπος
C23H25ClN2O4S
Μοριακό βάρος
461.0
IUPAC
(5Z)-5-[[3-chloro-4-[(2R)-2,3-dihydroxypropoxy]phenyl]methylidene]-3-(2-methylphenyl)-2-propylimino-1,3-thiazolidin-4-one
InChIKey
LPAUOXUZGSBGDU-ULCCENQXSA-N