RIBAVIRIN
Ριμπαβιρίνη
Στη θεραπεία των χρονίων ηπατιτίδων Β και C χρησιμοποιούνται τα τελευταία χρόνια διάφορα φάρμακα όπως η ιντερφερόνη άλφα, η λαμιβουδίνη, η ριμπαβιρίνη μαζί με ιντερφερόνη άλφα-2b και η ιντερφερόνη αλφακόνη 1. Τα αποτελέσματα είναι αρκετά ικανοποιητικά σε ικανό ποσοστό ασθενών και …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-COPEGUS
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από το στόμα
- Χορήγηση: σε δύο διαιρημένες δόσεις με το φαγητό (πρωί και βράδυ)
- Δόση έναρξης: 1000 mg ή 1200 mg ημερησίως (ανάλογα με το βάρος)
- Τιτλοποίηση: Τροποποίηση δοσολογίας λόγω ανεπιθύμητων αντιδράσεων: βλ. Πίνακα 4 για κατευθυντήριες οδηγίες για την αναιμία. Εάν μετά την προσαρμογή της δόσης επιμείνει η δυσανεξία, μπορεί να χρειαστεί η διακοπή της χορήγησης.
-
Γονότυπος 1 με χαμηλό ιικό φορτίο (LVL) (≤800.000 IU/ml) πριν από την έναρξη της αγωγήςΔόση1000 mg ( < 75 kg) / 1200 mg ( ≥ 75 kg)Διάρκεια θεραπείας: 24 εβδομάδες ή 48 εβδομάδες
-
Γονότυπος 1 με υψηλό ιικό φορτίο (HVL) (>800.000IU/ml) πριν από την έναρξη της αγωγήςΔόση1000 mg ( < 75 kg) / 1200 mg ( ≥ 75 kg)Διάρκεια θεραπείας: 48 εβδομάδες
-
Γονότυπος 4Δόση1000 mg ( < 75 kg) / 1200 mg ( ≥ 75 kg)Διάρκεια θεραπείας: 24 εβδομάδες ή 48 εβδομάδες
-
Γονότυπος 1 ή 4 χωρίς RVR*Δόση1000 mg ( < 75 kg) / 1200 mg ( ≥ 75 kg)Διάρκεια θεραπείας: 48 εβδομάδες
-
Γονότυπος 2 ή 3 με χαμηλό ιικό φορτίο (LVL) (≤800.000 IU/ml) πριν από την έναρξη της αγωγήςΔόση800 mgΔιάρκεια θεραπείας: 16 εβδομάδες ή 24 εβδομάδες
-
Γονότυπος 2 ή 3 με υψηλό ιικό φορτίο (HVL) (>800.000IU/ml) πριν από την έναρξη της αγωγήςΔόση800 mgΔιάρκεια θεραπείας: 24 εβδομάδες
-
Γονότυπος 2 ή 3 χωρίς RVR**Δόση800 mgΔιάρκεια θεραπείας: 24 εβδομάδες
-
Ασθενείς που έχουν λάβει προηγούμενη θεραπεία (< 75 kg)Δόση1000 mg ημερησίωςΣε συνδυασμό με 180 μg πεγκιντερφερόνης άλφα-2α μια φορά την εβδομάδα. Διάρκεια: 48 εβδομάδες (ή 72 εβδομάδες για γονότυπο 1 που δεν ανταποκρίθηκαν σε προηγούμενη θεραπεία).
-
Ασθενείς που έχουν λάβει προηγούμενη θεραπεία (≥ 75 kg)Δόση1200 mg ημερησίωςΣε συνδυασμό με 180 μg πεγκιντερφερόνης άλφα-2α μια φορά την εβδομάδα. Διάρκεια: 48 εβδομάδες (ή 72 εβδομάδες για γονότυπο 1 που δεν ανταποκρίθηκαν σε προηγούμενη θεραπεία).
-
HIV - HCV συν-λοίμωξη (γονότυπος 1 <75 kg)Δόση1000 mg ημερησίωςΣε συνδυασμό με 180 μg πεγκιντερφερόνης άλφα-2α μια φορά την εβδομάδα. Διάρκεια: 48 εβδομάδες.
-
HIV - HCV συν-λοίμωξη (γονότυπος 1 ≥75 kg)Δόση1200 mg ημερησίωςΣε συνδυασμό με 180 μg πεγκιντερφερόνης άλφα-2α μια φορά την εβδομάδα. Διάρκεια: 48 εβδομάδες.
-
HIV - HCV συν-λοίμωξη (γονότυπος εκτός του 1)Δόση800 mg ημερησίωςΣε συνδυασμό με 180 μg πεγκιντερφερόνης άλφα-2α μια φορά την εβδομάδα. Διάρκεια: 48 εβδομάδες.
-
Ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C και προχωρημένη ίνωση ή κίρρωση (μη ανταποκρίνοντες σε προηγούμενη θεραπεία)Δόση1000/1200 mg ημερησίωςΣε συνδυασμό με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α 180 μg /εβδομάδα για 48 εβδομάδες συνολικά.
-
Ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C (γονότυπος 1)Δόση1000 mg (< 75 kg) / 1200 mg (≥ 75 kg)Σε συνδυασμό με ιντερφερόνη άλφα-2α. Διάρκεια: 24 ή 48 εβδομάδες.
-
Ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C (γονότυποι άλλοι εκτός του 1)Δόση1000 mg (< 75 kg) / 1200 mg (≥ 75 kg)Σε συνδυασμό με ιντερφερόνη άλφα-2α. Διάρκεια: 24 ή 48 εβδομάδες. Διάρκεια 48 εβδομάδων συνιστάται βάσει προγνωστικών παραγόντων.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΧρήση με εξαιρετική προσοχή. Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για ειδικές συστάσεις προσαρμογής δόσης.
block
SPC-COPEGUS
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη ριμπαβιρίνη ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα
-
Έγκυες γυναίκεςΠληθυσμόςΓυναίκες
-
Γυναίκες που θηλάζουν
-
Ιστορικό σοβαρών προϋπαρχουσών καρδιακών νόσων, συμπεριλαμβανομένης ασταθούς ή μη ελεγχόμενης καρδιακής νόσου, τους προηγούμενους έξι μήνες
-
Βαριά ηπατική δυσλειτουργία ή μη αντιρροπούμενη κίρρωση του ήπατος
-
Αιμοσφαιρινοπάθειες (π.χ. μεσογειακή αναιμία, δρεπανοκυτταρική αναιμία)
-
Η έναρξη της πεγκιντερφερόνης άλφα-2α αντενδείκνυται σε ασθενείς με συν-λοίμωξη HIV-HCV οι οποίοι έχουν κίρρωση και βαθμολογία κατά Child-Pugh μεγαλύτερη ή ίση με 6 εκτός εάν οφείλεται μόνο στην έμμεση υπερχολερυθριναιμία που προκαλείται από φάρμακα όπως αταζαναβίρη και ινδιναβίρηΠληθυσμόςΑσθενείς με συν-λοίμωξη HIV-HCV
warning
SPC-COPEGUS
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Ψυχιατρικό και Κεντρικό Νευρικό Σύστημα (ΚΝΣ)Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για οποιαδήποτε σημεία ή συμπτώματα ψυχιατρικών διαταραχών. Αν τα ψυχιατρικά συμπτώματα επιμένουν ή επιδεινώνονται, ή εξακριβώνεται ιδεασμός αυτοκτονίας, συνιστάται να διακόπτεται η θεραπεία με Copegus και πεγκιντερφερόνη άλφα-2α ή ιντερφερόνη άλφα-2α, και ο ασθενής να παρακολουθείται, με την απαραίτητη ψυχιατρική παρέμβαση.
-
Ασθενείς με ύπαρξη, ή ιστορικό σοβαρών ψυχιατρικών καταστάσεωνΑν η θεραπεία με Copegus σε συνδυασμό με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α ή ιντερφερόνη άλφα-2α κρίνεται απαραίτητη, θα πρέπει να ξεκινά μόνο εφόσον έχει εξασφαλιστεί η κατάλληλη εξατομικευμένη διαγνωστική και θεραπευτική αντιμετώπιση της ψυχιατρικής κατάστασης.
-
Ασθενείς με χρήση/κατάχρηση ουσιώνΟι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας, ακόμη και μετά τη διακοπή της θεραπείας. Συνιστάται η πρώιμη παρέμβαση με την επανεμφάνιση ή την ανάπτυξη ψυχιατρικών διαταραχών.
-
Ανάπτυξη και εξέλιξη (παιδιά και έφηβοι)Το αναμενόμενο όφελος της θεραπείας θα πρέπει να σταθμίζεται προσεκτικά έναντι των ευρημάτων ασφάλειας που παρατηρήθηκαν για τα παιδιά και τους εφήβους. Ο κίνδυνος της αναστολής της ανάπτυξης θα πρέπει να σταθμίζεται έναντι των χαρακτηριστικών της ασθένειας του παιδιού. Όποτε είναι δυνατό, το παιδί θα πρέπει να λαμβάνει θεραπεία μετά το στάδιο της έντονης εφηβικής ανάπτυξης.
-
Ηπατική λειτουργίαΣε ασθενείς που παρουσιάζουν ενδείξεις έκπτωσης της ηπατικής λειτουργίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας, θα πρέπει να διακόπτεται το Copegus σε συνδυασμό με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α ή ιντερφερόνη άλφα-2α. Όταν η αύξηση των επιπέδων της ALT είναι προοδευτική και κλινικά σημαντική, παρά τη μείωση της δόσης ή όταν η αύξηση συνοδεύεται από αύξηση της άμεσης χολερυθρίνης, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΗ θεραπεία με Copegus δεν θα πρέπει να ξεκινάει (ή να συνεχίζεται αν η νεφρική δυσλειτουργία εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας) σε αυτούς τους ασθενείς, είτε κάνουν αιμοκάθαρση είτε όχι, εκτός εάν θεωρείται ότι είναι απαραίτητο. Απαιτείται εξαιρετική προσοχή. Οι συγκεντρώσεις της αιμοσφαιρίνης θα πρέπει να παρακολουθούνται εντατικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας και θα πρέπει να εφαρμόζονται διορθωτικές ενέργειες εφόσον κριθεί απαραίτητο.
-
Οφθαλμικές μεταβολέςΌλοι οι ασθενείς πρέπει να υποβάλλονται σε οφθαλμολογική εξέταση πριν από την έναρξη της αγωγής. Οποιοσδήποτε ασθενής παραπονεθεί για μείωση ή απώλεια όρασης πρέπει να υποβληθεί αμέσως σε πλήρη οφθαλμολογική εξέταση. Η θεραπεία συνδυασμού με ιντερφερόνες άλφα θα πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς που εμφανίζουν νέες ή επιδεινούμενες οφθαλμικές διαταραχές.
-
Συν-λοίμωξη HIV - HCVΗ θεραπεία Copegus σε συνδυασμό με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α ή ιντερφερόνη άλφα-2α θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως σε ασθενείς με ηπατική αντιρρόπηση. Η συγχορήγηση Copegus και διδανοσίνης δε συνιστάται. Η συγχορήγηση Copegus και σταβουντίνης θα πρέπει να αποφεύγεται.
-
Εργαστηριακοί έλεγχοιΠρέπει να διεξάγονται εργαστηριακοί έλεγχοι τις εβδομάδες 2 και 4 της θεραπείας, και κατόπιν περιοδικά ανάλογα με την κλινική εικόνα. Για τις γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία: Οι γυναίκες πρέπει να υποβάλλονται σε δοκιμασία κύησης κάθε μήνα κατά τη διάρκεια της θεραπείας καθώς και για 4 μήνες μετά από αυτή. Οι γυναίκες σύντροφοι των άρρενων ασθενών πρέπει να υποβάλλονται σε δοκιμασία κύησης κάθε μήνα κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 7 μήνες μετά. Το ουρικό οξύ μπορεί να αυξηθεί με το Copegus λόγω αιμόλυσης και έτσι, ασθενείς με σχετική προδιάθεση πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για ανάπτυξη ουρικής αρθρίτιδας.
-
Οδοντικές και περιοδοντικές διαταραχέςΟι ασθενείς θα πρέπει να βουρτσίζουν πολύ καλά τα δόντια τους δύο φορές ημερησίως και να υποβάλλονται τακτικά σε οδοντιατρική εξέταση. Αν εμφανιστεί έμετος, θα πρέπει να υποδεικνύεται στους ασθενείς, να ξεπλένουν πολύ καλά το στόμα τους κατόπιν τούτου.
swap_horiz
SPC-COPEGUS
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αντιόξινα (περιέχουν μαγνήσιο, αργίλιο και σιμεθικόνη)παρακολούθησηΜείωση βιοδιαθεσιμότητας ριμπαβιρίνης κατά 14%.
-
προσοχήΠιθανότητα αυξημένης ιαιμίας του HIV στο πλάσμα. Επιδείνωση της αναιμίας.ΣύστασηΠαρακολούθηση επιπέδων RNA HIV στο πλάσμα. Επανεξέταση χρήσης.
-
προσοχήΠιθανότητα αυξημένης ιαιμίας του HIV στο πλάσμα.ΣύστασηΠαρακολούθηση επιπέδων RNA HIV στο πλάσμα. Επανεξέταση χρήσης.
-
Διδανοσίνη (ddI)αντένδειξηΑυξημένη έκθεση στη διδανοσίνη ή στον ενεργό μεταβολίτη της. Περιστατικά ηπατικής ανεπάρκειας, περιφερικής νευροπάθειας, παγκρεατίτιδας, γαλακτικής οξέωσης.ΣύστασηΔεν συνιστάται σύγχρονη χορήγηση.
-
προσοχήΠιθανότητα συσσώρευσης 6-MTIMP (σχετιζόμενη με μυελοτοξικότητα).ΣύστασηΑποφυγή ταυτόχρονης χρήσης. Στενή αιματολογική παρακολούθηση εάν η χρήση κρίνεται απαραίτητη.
sick
SPC-COPEGUS
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού
- Βρογχίτιδα
- Καντιντίαση του στόματος
- Έρπης απλός
- Λοίμωξη του κατώτερου αναπνευστικού
- Πνευμονία
- Ουρολοίμωξη
- Λοίμωξη του δέρματος
- Ενδοκαρδίτιδα
- Εξωτερική ωτίτιδα
- Κακόηθες ηπατικό νεόπλασμα
- Αναιμία
- Θρομβοπενία
- Λεμφαδενοπάθεια
- Πανκυτταροπενία
- Απλαστική αναιμία
- Αμιγής ερυθροκυτταρική απλασία
- Σαρκοείδωση
- Θυρεοειδίτιδα
- Αναφυλαξία
- Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος
- Ρευματοειδής αρθρίτιδα ιδιοπαθή ή θρομβωτική θρομβοπενική πορφύρα
- Απόρριψη ηπατικού και νεφρικού μοσχεύματος
- Νόσος Vogt-Koyanagi-Harada
- Υποθυρεοειδι-σμός
- Υπερθυρεοειδι-σμός
- Διαβήτης
- Ανορεξία
- Αφυδάτωση
- Κατάθλιψη
- Αϋπνία
- Μεταβολή της διάθεσης
- Συναισθηματικές διαταραχές
- Άγχος
- Επιθετικότητα
- Νευρικότητα
- Μειωμένη γενετήσια ορμή
- Ιδεασμός αυτοκτονίας
- Παραισθήσεις
- Οργή
- Αυτοκτονία
- Ψυχωσική διαταραχή
- Μανία
- Διπολικές διαταραχές
- Ιδεασμός ανθρωποκτονίας
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Διαταραχή της συγκέντρωσης
- Διαταραχή της μνήμης
- Συγκοπή
- Αδυναμία
- Ημικρανία
- Υπαισθησία
- Υπεραισθησία
- Παραισθησία
- Τρόμος
- Διαταραχή της γεύσης
- Εφιάλτες
- Υπνηλία
- Περιφερική νευροπάθεια
- Κώμα
- Σπασμοί
- Παράλυση προσωπικού νεύρου
- Θολή όραση
- Οφθαλμικό άλγος
- Φλεγμονή των οφθαλμών
- Ξηροφθαλμία
- Αιμορραγία του αμφιβληστροειδούς
- Οπτική νευροπάθεια
- Οίδημα της οπτικής θηλής
- Αγγειακή διαταραχή του αμφιβληστροειδούς
- Αμφιβληστροειδοπάθεια
- Έλκος κερατοειδούς
- Απώλεια όρασης
- Σοβαρή αποκόλληση αμφιβλη-στροειδούς
- Ίλιγγος
- Ωτικό άλγος
- Απώλεια ακοής
- Ταχυκαρδία
- Αίσθημα παλμών
- Οίδημα περιφερικό
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
- Στηθάγχη
- Υπερκοιλιακή ταχυκαρδία
- Αρρυθμία
- Κολπική μαρμαρυγή
- Περικαρδίτιδα
- Έξαψη
- Υπέρταση
- Εγκεφαλική αιμορραγία
- Δύσπνοια
- Βήχας
- Δύσπνοια μετά κόπωση
- Επίσταση
- Ρινοφαρυγγίτιδα
- Συμφόρηση κόλπων του προσώπου
- Ρινική συμφόρηση
- Ρινίτιδα
- Πονόλαιμος
- Βρογχόσπασμος
- Διάμεση πνευμονίτιδα με μοιραία έκβαση
- Πνευμονική εμβολή
- Διάρροια
- Ναυτία
- Κοιλιακό άλγος
- Έμετος
- Δυσπεψία
- Δυσφαγία
- Στοματική εξέλκωση
- Ουλορραγία
- Γλωσσίτιδα
- Στοματίτιδα
- Μετεωρισμός
- Δυσκοιλιότητα
- Ξηροστομία
- Γαστρεντερική αιμορραγία
- Χειλίτιδα
- Ουλίτιδα
- Πεπτικό έλκος
- Παγκρεατίτιδα
- Ηπατική δυσλειτουργία
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Χολαγγειίτιδα
- Λιπώδες ήπαρ
- Αλωπεκία
- Δερματίτιδα
- Κνησμός
- Ξηροδερμία
- Έξανθημα
- Αυξημένη εφίδρωση
- Ψωρίαση
- Κνίδωση
- Έκζεμα
- Διαταραχή του δέρματος
- Αντίδραση φωτοευαισθη-σίας
- Νυχτερινοί ιδρώτες
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Αγγειοοίδημα
- Πολύμορφο ερύθημα
- Μυαλγία
- Αρθραλγία
- Οσφυαλγία
- Αρθρίτιδα
- Μυϊκή αδυναμία
- Οστικό άλγος
- Αυχεναλγία
- Μυοσκελετικό άλγος
- Μυϊκές κράμπες
- Μυοσίτιδα
- Ραβδομυόλυση
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Νεφρωσικό σύνδρομο
- Ανικανότητα
- Πυρετός
- Ρίγη
- Άλγος
- Εξασθένηση
- Κόπωση
- Αντίδραση θέσης ένεσης
- Ευερεθιστότητα
- Θωρακικό άλγος
- Γριπώδης συνδρομή
- Κακουχία
- Λήθαργος
- Θερμές εξάψεις
- Δίψα
- Μειωμένο βάρος
- Υπερδοσολογία με ουσία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΛοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικούΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Πολύ συχνέςΒρογχίτιδαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Πολύ συχνέςΚαντιντίαση του στόματοςΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Πολύ συχνέςΈρπης απλόςΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΛοίμωξη του κατώτερου αναπνευστικούΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΠνευμονίαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΟυρολοίμωξηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΛοίμωξη του δέρματοςΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΕνδοκαρδίτιδαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΕξωτερική ωτίτιδαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣπάνιεςΚακόηθες ηπατικό νεόπλασμαΝεοπλάσματα καλοήθη και κακοήθη
-
Πολύ συχνέςΑναιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςΘρομβοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςΛεμφαδενοπάθειαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΠανκυτταροπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑπλαστική αναιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑμιγής ερυθροκυτταρική απλασίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΣαρκοείδωσηΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΘυρεοειδίτιδαΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑναφυλαξίαΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΣυστηματικός ερυθηματώδης λύκοςΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΡευματοειδής αρθρίτιδα ιδιοπαθή ή θρομβωτική θρομβοπενική πορφύραΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΑπόρριψη ηπατικού και νεφρικού μοσχεύματοςΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΝόσος Vogt-Koyanagi-HaradaΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΥποθυρεοειδι-σμόςΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΥπερθυρεοειδι-σμόςΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΔιαβήτηςΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΑνορεξίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΑφυδάτωσηΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Πολύ συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΜεταβολή της διάθεσηςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΣυναισθηματικές διαταραχέςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΝευρικότηταΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΜειωμένη γενετήσια ορμήΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΙδεασμός αυτοκτονίαςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΠαραισθήσειςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΟργήΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΑυτοκτονίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΨυχωσική διαταραχήΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΜανίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΔιπολικές διαταραχέςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΙδεασμός ανθρωποκτονίαςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΖάληΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΔιαταραχή της συγκέντρωσηςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔιαταραχή της μνήμηςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΣυγκοπήΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΑδυναμίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΗμικρανίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΥπαισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΥπεραισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΤρόμοςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔιαταραχή της γεύσηςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΕφιάλτεςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΠεριφερική νευροπάθειαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΚώμαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΣπασμοίΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΠαράλυση προσωπικού νεύρουΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΘολή όρασηΟφθαλμικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΟφθαλμικό άλγοςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΦλεγμονή των οφθαλμώνΟφθαλμικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΞηροφθαλμίαΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑιμορραγία του αμφιβληστροειδούςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΟπτική νευροπάθειαΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΟίδημα της οπτικής θηλήςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΑγγειακή διαταραχή του αμφιβληστροειδούςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΑμφιβληστροειδοπάθειαΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΈλκος κερατοειδούςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΑπώλεια όρασηςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΣοβαρή αποκόλληση αμφιβλη-στροειδούςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΊλιγγοςΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
Πολύ συχνέςΩτικό άλγοςΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
ΣυχνέςΑπώλεια ακοήςΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
Πολύ συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΟίδημα περιφερικόΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΣυμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΣτηθάγχηΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΥπερκοιλιακή ταχυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑρρυθμίαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΚολπική μαρμαρυγήΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΠερικαρδίτιδαΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΈξαψηΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΕγκεφαλική αιμορραγίαΑγγειακές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΔύσπνοιαΔιαταραχές του αναπνευστικού, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Πολύ συχνέςΒήχαςΔιαταραχές του αναπνευστικού, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
ΣυχνέςΔύσπνοια μετά κόπωσηΔιαταραχές του αναπνευστικού, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
ΣυχνέςΕπίστασηΔιαταραχές του αναπνευστικού, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
ΣυχνέςΡινοφαρυγγίτιδαΔιαταραχές του αναπνευστικού, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
ΣυχνέςΣυμφόρηση κόλπων του προσώπουΔιαταραχές του αναπνευστικού, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
ΣυχνέςΡινική συμφόρησηΔιαταραχές του αναπνευστικού, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
ΣυχνέςΡινίτιδαΔιαταραχές του αναπνευστικού, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
ΣυχνέςΠονόλαιμοςΔιαταραχές του αναπνευστικού, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Όχι συχνέςΒρογχόσπασμοςΔιαταραχές του αναπνευστικού, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
ΣπάνιεςΔιάμεση πνευμονίτιδα με μοιραία έκβασηΔιαταραχές του αναπνευστικού, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
ΣπάνιεςΠνευμονική εμβολήΔιαταραχές του αναπνευστικού, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΈμετοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΔυσφαγίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΣτοματική εξέλκωσηΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΟυλορραγίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΓλωσσίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΣτοματίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΞηροστομίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΓαστρεντερική αιμορραγίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΧειλίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΟυλίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣπάνιεςΠεπτικό έλκοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Πολύ συχνέςΗπατική δυσλειτουργίαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΗπατική ανεπάρκειαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΧολαγγειίτιδαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΛιπώδες ήπαρΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ συχνέςΑλωπεκίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ συχνέςΔερματίτιδαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ συχνέςΚνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ συχνέςΞηροδερμίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΈξανθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΑυξημένη εφίδρωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΨωρίασηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΚνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΈκζεμαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΔιαταραχή του δέρματοςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΑντίδραση φωτοευαισθη-σίαςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΝυχτερινοί ιδρώτεςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ συχνέςΜυαλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και συνδετικού ιστού
-
Πολύ συχνέςΑρθραλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΟσφυαλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΑρθρίτιδαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΜυϊκή αδυναμίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΟστικό άλγοςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΑυχεναλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΜυοσκελετικό άλγοςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΜυϊκές κράμπεςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΜυοσίτιδαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και συνδετικού ιστού
-
ΣπάνιεςΡαβδομυόλυσηΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΝεφρική ανεπάρκειαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΝεφρωσικό σύνδρομοΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Πολύ συχνέςΑνικανότηταΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Πολύ συχνέςΠυρετόςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ συχνέςΡίγηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ συχνέςΆλγοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ συχνέςΕξασθένησηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ συχνέςΑντίδραση θέσης ένεσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ συχνέςΕυερεθιστότηταΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΓριπώδης συνδρομήΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΚακουχίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΛήθαργοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΘερμές εξάψειςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΔίψαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ συχνέςΜειωμένο βάροςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΥπερδοσολογία με ουσίαΚακώσεις και δηλητηριάσεις
pregnant_woman
SPC-COPEGUS
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΤο Copegus δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται από έγκυες γυναίκες. Πρέπει να λαμβάνεται εξαιρετική προσοχή ώστε να αποφευχθεί η εγκυμοσύνη σε γυναίκες ασθενείς. Η θεραπεία με Copegus δε θα πρέπει να ξεκινάει μέχρις ότου ληφθεί αρνητικό αποτέλεσμα δοκιμασίας κύησης ακριβώς πριν από την έναρξη της θεραπείας. Οποιαδήποτε μέθοδος ελέγχου γεννήσεων μπορεί να αποτύχει. Για το λόγο αυτό, είναι άκρως σημαντικό γυναίκες οι οποίες δύνανται να τεκνοποιήσουν να χρησιμοποιούν κάποιο τύπο αποτελεσματικής αντισύλληψης, κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 4 μήνες αφότου έχει ολοκληρωθεί η θεραπεία. Κατά τη διάρκεια αυτού του διαστήματος θα πρέπει να γίνονται τακτικές δοκιμασίες εγκυμοσύνης σε μηνιαία βάση. Αν όντως συμβεί κύηση κατά τη διάρκεια της αγωγής ή κατά τους 4 μήνες μετά το τέλος της θεραπείας, η ασθενής θα πρέπει να ενημερώνεται για το σημαντικό κίνδυνο τερατογένεσης που μπορεί να προκαλέσει η ριμπαβιρίνη στο έμβρυο.
-
ΓονιμότηταΑποφεύγεταιΑπαιτείται εξαιρετική προσοχή ώστε να αποφευχθεί η εγκυμοσύνη σε συντρόφους άρρενων ασθενών που λαμβάνουν το Copegus. Η ριμπαβιρίνη συσσωρεύεται ενδοκυτταρίως και απομακρύνεται από τον οργανισμό πολύ αργά. Σε μελέτες σε πειραματόζωα, η ριμπαβιρίνη προκάλεσε αλλοιώσεις στο σπέρμα σε δόσεις μικρότερες από την κλινική δόση. Δεν είναι γνωστό εάν η ριμπαβιρίνη που περιέχεται στο σπέρμα θα ασκήσει την τερατογόνο δράση της μετά τη γονιμοποίηση του ωαρίου. Πρέπει επομένως, να συνιστάται στους άνδρες ασθενείς ή στις γυναίκες συντρόφους τους που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία να χρησιμοποιούν κάποιο τύπο αποτελεσματικής αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της αγωγής με Copegus και για 7 μήνες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας. Πριν την έναρξη της θεραπείας θα πρέπει να διενεργείται δοκιμασία κύησης. Οι άνδρες των οποίων οι σύντροφοι είναι έγκυες θα πρέπει να χρησιμοποιούν προφυλακτικό για να ελαχιστοποιήσουν τη «μεταφορά» ριμπαβιρίνης στη σύντροφο.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΔεν είναι γνωστό εάν η ριμπαβιρίνη εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Λόγω του δυναμικού ανεπιθύμητων αντιδράσεων σε θηλάζοντα νεογνά, ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται πριν από την έναρξη της θεραπείας.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-COPEGUS
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-COPEGUS
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-COPEGUS
expand_more
Δοσολογία
Η θεραπεία πρέπει να ξεκινά και να συνεχίζεται κάτω από την παρακολούθηση γιατρού που διαθέτει εμπειρία στην αντιμετώπιση της χρόνιας ηπατίτιδας C.
Τρόπος Χορήγησης Τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Copegus χορηγούνται από το στόμα σε δύο διαιρημένες δόσεις με το φαγητό (πρωί και βράδυ). Λόγω του δυναμικού τερατογένεσης της ριμπαβιρίνης τα δισκία δεν θα πρέπει να θραύονται ή να συνθλίβονται. Καθώς το Copegus είναι διαθέσιμο και σε δισκία των 200mg, δεν είναι ανάγκη να διαιρείται ή να θραύεται το δισκίο των 400mg στα δύο
Δοσολογία Το Copegus χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α ή ιντερφερόνη άλφα-2α. Η ακριβής δόση και η διάρκεια της θεραπείας εξαρτώνται από το χρησιμοποιούμενο προϊόν ιντερφερόνης.
Παρακαλείστε να ανατρέξετε στην Περίληψη Χαρακτηριστικών του Προϊόντος (ΠΧΠ) της πεγκιντερφερόνης άλφα-2α ή της ιντερφερόνης άλφα-2α για περαιτέρω πληροφορίες ως προς τη δοσολογία και τη διάρκεια της θεραπείας στις περιπτώσεις όπου το Copegus πρόκειται να χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με ένα από αυτά τα προϊόντα.
Δοσολογία σε συνδυασμό με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α:
-
Χορηγούμενη δόση Η συνιστώμενη δόση του Copegus σε συνδυασμό με ενέσιμο διάλυμα πεγκιντερφερόνης άλφα-2α εξαρτάται από τον γονότυπο του ιού και το σωματικό βάρος του ασθενούς (βλ. Πίνακα 1).
-
Διάρκεια θεραπείας Η διάρκεια της θεραπείας συνδυασμού με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α εξαρτάται από τον ιικό γονότυπο. Ασθενείς που έχουν μολυνθεί με ιό ηπατίτιδας C (HCV) γονότυπου -1 οι οποίοι έχουν ανιχνεύσιμο HCV RNA την 4 η εβδομάδα ανεξαρτήτως ιικού φορτίου πριν από την έναρξη της αγωγής, θα πρέπει να λάβουν 48 εβδομάδες θεραπείας.
Χορήγηση θεραπευτικής αγωγής για 24 εβδομάδες μπορεί να ληφθεί υπόψη σε ασθενείς με
- γονότυπο 1 με χαμηλό ιικό φορτίο (LVL) (≤800.000 IU/ml) πριν από την έναρξη της αγωγής ή
- γονότυπο 4 οι οποίοι επιτυγχάνουν μη ανιχνεύσιμο HCV RNA την 4 η εβδομάδα το οποίο παραμένει μη ανιχνεύσιμο την εβδομάδα 24. Ωστόσο, συνολική διάρκεια αγωγής 24 εβδομάδων μπορεί να συσχετισθεί με υψηλότερο κίνδυνο υποτροπής απ’ό,τι με διάρκεια θεραπείας 48 εβδομάδων (βλ. παράγραφο 5.1). Σε αυτούς τους ασθενείς, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ανεκτικότητα της θεραπείας συνδυασμού και επιπρόσθετοι προγνωστικοί παράγοντες όπως ο βαθμός ίνωσης προτού ληφθεί απόφαση σχετικά με την διάρκεια της θεραπείας. Η περικοπή της διάρκειας θεραπείας σε ασθενείς με γονότυπο 1 και υψηλό ιικό φορτίο (HVL) (>800.000IU/ml) πριν από την έναρξη της αγωγής οι οποίοι επιτυγχάνουν μη ανιχνεύσιμο HCV RNA την 4 η εβδομάδα και το οποίο παραμένει μη ανιχνεύσιμο την εβδομάδα 24, θα πρέπει να εξετάζεται με ακόμη μεγαλύτερη προσοχή καθώς τα περιορισμένα διαθέσιμα δεδομένα υποδεικνύουν ότι αυτό μπορεί να έχει σημαντική αρνητική επίδραση στην παραμένουσα ιολογική ανταπόκριση.
Ασθενείς που έχουν μολυνθεί με ιό ηπατίτιδας C γονότυπου 2 ή 3 και έχουν ανιχνεύσιμο HCV RNA την 4 η εβδομάδα, ανεξαρτήτως του ιικού φορτίου πριν από την έναρξη της αγωγής, θα πρέπει να λάβουν 24 εβδομάδες θεραπείας.
Χορήγηση θεραπευτικής αγωγής μόνο για 16 εβδομάδες μπορεί να ληφθεί υπόψη σε ασθενείς με γονότυπο 2 ή 3 με χαμηλό ιικό φορτίο (LVL) (≤800.000 IU/ml) πριν από την έναρξη της αγωγής, οι οποίοι επιτυγχάνουν μη ανιχνεύσιμο HCV RNA την 4 η εβδομάδα και διατηρούν μη ανιχνεύσιμο HCV RNA την 16 η εβδομάδα. Συνολικά 16 εβδομάδες θεραπείας μπορεί να συσχετισθούν με χαμηλότερη πιθανότητα ανταπόκρισης και συσχετίζονται με υψηλότερο κίνδυνο υποτροπής απ’ό,τι η θεραπεία διάρκειας 24 εβδομάδων (βλ. παράγραφο 5.1). Σε αυτούς τους ασθενείς, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ανεκτικότητα της θεραπείας συνδυασμού και η παρουσία επιπρόσθετων κλινικών ή προγνωστικών παραγόντων όπως ο βαθμός ίνωσης όταν εξετάζονται αποκλίσεις από την καθιερωμένη διάρκεια θεραπείας 24 εβδομάδων. Η περικοπή της διάρκειας θεραπείας σε ασθενείς με γονότυπο 2 ή 3 και υψηλό ιικό φορτίο (HVL) (>800.000IU/ml) πριν από την έναρξη της αγωγής οι οποίοι επιτυγχάνουν μη ανιχνεύσιμο HCV RNA την 4 η εβδομάδα, θα πρέπει να εξετάζεται με ακόμη μεγαλύτερη προσοχή καθώς αυτό μπορεί να έχει σημαντική αρνητική επίδραση στην παραμένουσα ιολογική ανταπόκριση (βλ. Πίνακα 1).
Είναι περιορισμένα τα δεδομένα για ασθενείς με γονότυπο 5 ή 6. Ως εκ τούτου, συνιστάται θεραπεία συνδυασμού με 1000/1200mg ριμπαβιρίνης για 48 εβδομάδες.
Πίνακας 1: Δοσολογικές Συστάσεις του Copegus για Θεραπεία Συνδυασμού με Πεγκιντερφερόνη άλφα -2α για Ασθενείς με λοίμωξη HCV
| Γονότυπος | Ημερήσια Δόση Copegus | Αριθμός δισκίων 200/400 mg | Διάρκεια θεραπείας |
|---|---|---|---|
| Γονότυπος 1 LVL με RVR* | <75 kg = 1000 mg≥75 kg = 1200 mg | 5 x 200 mg (2 το πρωί, 3 το βράδυ)6 x 200 mg (3 το πρωί, 3 το βράδυ) | 24 εβδομάδες ή 48 εβδομάδες |
| Γονότυπος 1 ΗVL με RVR* | <75 kg = 1000 mg≥75 kg = 1200 mg | 5 x 200 mg (2 το πρωί, 3 το βράδυ)6 x 200 mg (3 το πρωί, 3 το βράδυ) | 48 εβδομάδες |
| Γονότυπος 4 με RVR* | <75 kg = 1000 mg≥75 kg = 1200 mg | 5 x 200 mg (2 το πρωί, 3 το βράδυ)6 x 200 mg (3 το πρωί, 3 το βράδυ) | 24 εβδομάδες ή 48 εβδομάδες |
| Γονότυπος 1 ή 4 χωρίς RVR* | <75 kg = 1000 mg≥75 kg = 1200 mg | 5 x 200 mg (2 το πρωί, 3 το βράδυ)6 x 200 mg (3 το πρωί, 3 το βράδυ) | 48 εβδομάδες |
| Γονότυπος 2 ή 3 LVL με RVR** | 800 mg (α) | 4 x 200 mg (2 το πρωί, 2 το βράδυ) ή 2 x 400 mg (1 το πρωί, 1 το βράδυ) | 16 εβδομάδες (α) ή 24 εβδομάδες |
| Γονότυπος 2 ή 3 ΗVL με RVR** | 800 mg | 4 x 200 mg (2 το πρωί, 2 το βράδυ) ή 2 x 400 mg (1 το πρωί, 1 το βράδυ) | 24 εβδομάδες |
| Γονότυπος 2 ή 3 χωρίς RVR** | 800 mg | 4 x 200 mg (2 το πρωί, 2 το βράδυ) ή 2 x 400 mg (1 το πρωί, 1 το βράδυ) | 24 εβδομάδες |
*RVR = ταχεία ιική ανταπόκριση (μη ανιχνεύσιμο HCV RNA) την 4 η εβδομάδα και μη ανιχνεύσιμο HCV RNA την 24 η εβδομάδα **RVR = ταχεία ιική ανταπόκριση (μη ανιχνεύσιμο HCV RNA) την 4 η εβδομάδα LVL = <800.000 IU/ml, HVL =>800.000IU/ml (α) Δεν είναι προς το παρόν σαφές εάν μια υψηλότερη δόση ριμπαβιρίνης (π.χ. 1000/1200 mg/ημέρα με βάση το σωματικό βάρος) οδηγεί σε υψηλότερα ποσοστά SVR από ότι δόση 800 mg/ημέρα, όταν η θεραπεία μειώνεται σε 16 εβδομάδες. Η τελική κλινική επίδραση της περικοπής της αρχικής θεραπείας σε 16 εβδομάδες αντί των 24 εβδομάδων είναι άγνωστη, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη επαναθεραπείας μη-ανταποκριθέντων ασθενών και ασθενών που έχουν υποτροπιάσει.
Χρόνια Ηπατίτιδα C - ασθενείς που έχουν λάβει προηγούμενη θεραπεία Η συνιστώμενη δόση του Copegus σε συνδυασμό με 180 μικρογραμμάρια πεγκιντερφερόνης άλφα-2α μια φορά την εβδομάδα είναι 1000mg ημερησίως ή 1200mg ημερησίως για ασθενείς με βάρος < 75 kg και ≥ 75 kg, αντίστοιχα, ανεξάρτητα από το γονότυπο. Οι ασθενείς με ανιχνεύσιμο ιό την 12 η εβδομάδα θα πρέπει να διακόπτουν τη θεραπεία. Η συνιστώμενη συνολική διάρκεια θεραπείας είναι 48 εβδομάδες. Σε ασθενείς που έχουν μολυνθεί με ιό γονότυπου 1 και οι οποίοι δεν έχουν ανταποκριθεί σε προηγούμενη θεραπεία με πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη και ριμπαβιρίνη η συνιστώμενη συνολική διάρκεια θεραπείας είναι 72 εβδομάδες (βλ. παράγραφο 5.1).
HIV - HCV συν-λοίμωξη Η συνιστώμενη δοσολογία του Copegus σε συνδυασμό με 180 μικρογραμμάρια πεγκιντερφερόνης άλφα-2α μια φορά την εβδομάδα είναι 800 χιλιοστόγραμμα, ημερησίως για 48 εβδομάδες, έχει ως ακολούθως:
- ασθενείς μολυσμένοι με HCV γονότυπου 1 <75 kg: 1000 mg ημερησίως
- ασθενείς μολυσμένοι με HCV γονότυπου 1 ≥75 kg: 1200 mg ημερησίως
- ασθενείς μολυσμένοι με HCV γονότυπου εκτός του 1 θα πρέπει να λαμβάνουν 800 mg ημερησίως
Δυνατότητα πρόβλεψης ανταπόκρισης και μη ανταπόκρισης-πρωτοθεραπευόμενων ασθενών Η πρώιμη απόκριση στην θεραπεία, εκτιμώμενη κατά την 12 η εβδομάδα ως μείωση του ιικού φορτίου κατά 2 λογάριθμους ή μη ανίχνευση πλέον του HCV RNA, έχει φανεί ως προγνωστική ένδειξη παρατεταμένης απόκρισης (βλ. Πίνακα 2).
Πίνακας 2. Προγνωστική Αξία Ιολογικής Απόκρισης την Εβδομάδα 12 με το συνιστώμενο Δοσολογικό σχήμα κατά τη διάρκεια Θεραπείας Συνδυασμού Copegus με πεγκιντερφερόνη
| Γονότυπος | Απόκρισ η κατά την εβδομάδα 12 | Παραμένουσα απόκριση | Προγνωστική αξία |
|---|---|---|---|
| Γονότυπος 1 (Ν=569) | 102 | 467 | 58% (271/467) |
| Γονότυπος 2 και 3 (Ν=96) | 3 | 93 | 87% (81/93) |
Μια παρόμοια αρνητική προγνωστική αξία έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς με συν-λοίμωξη HIV-HCV που λάμβαναν μονοθεραπεία με πεγκιντερφερόνη άλφα- 2α ή θεραπεία συνδυασμού αυτής με ριμπαβιρίνη (100% (130/130) ή 98% (83/85), αντιστοίχως). Παρατηρήθηκαν θετικές προγνωστικές αξίες 45% (50/110) και 70% (59/84) σε ασθενείς με συν-λοίμωξη HIV-HCV με γονότυπο 1 και γονότυπο 2/3, οι οποίοι λάμβαναν θεραπεία συνδυασμού.
Δυνατότητα πρόβλεψης ανταπόκρισης και μη ανταπόκρισης ασθενών που είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία Σε μη ανταποκριθέντες ασθενείς στους οποίους επαναχορηγήθηκε αγωγή για 48 ή 72 εβδομάδες, η ιική καταστολή τη 12 η εβδομάδα (μη ανιχνεύσιμο HCV RNA οριζόμενο ως <50 IU/ml) έχει αποδειχθεί ότι είναι παράγοντας πρόβλεψης παραμένουσας ιολογικής ανταπόκρισης. Οι πιθανότητες μη επίτευξης παραμένουσας ιολογικής ανταπόκρισης με 48 η 72 εβδομάδες θεραπείας αν η ιική καταστολή δεν επιτεύχθηκε τη 12 η εβδομάδα ήταν 96% (363 στους 380) και 96% (324 στους 339), αντίστοιχα. Οι πιθανότητες επίτευξης παραμένουσας ιολογικής ανταπόκρισης με 48 ή 72 εβδομάδες θεραπείας αν η ιική καταστολή είχε επιτευχθεί τη 12 η εβδομάδα ήταν 35% (20 στους 57) και 57% (57 στους 100), αντίστοιχα.
Δοσολογία σε συνδυασμό με ιντερφερόνη άλφα-2α:
-
Χορηγούμενη δόση Η συνιστώμενη δόση του Copegus σε συνδυασμό με ενέσιμο διάλυμα ιντερφερόνης άλφα-2α, εξαρτάται από το σωματικό βάρος του ασθενούς (βλ. Πίνακα 3).
-
Διάρκεια θεραπείας Οι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία συνδυασμού με ιντερφερόνη άλφα- 2α για τουλάχιστον έξι μήνες. Ασθενείς με λοιμώξεις από HCV γονότυπου 1, πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία συνδυασμού διάρκειας 48 εβδομάδων. Σε ασθενείς με λοίμωξη από HCV άλλων γονότυπων, η απόφαση για την παράταση της διάρκειας της θεραπείας στις 48 εβδομάδες πρέπει να βασίζεται σε άλλους προγνωστικούς παράγοντες (όπως υψηλό ιικό φορτίο πριν από την έναρξη της αγωγής, άρρεν φύλο, ηλικία > 40 έτη και ύπαρξη γεφυροποιού ίνωσης).
Πίνακας 3 Δοσολογικές Συστάσεις Copegus σε Συνδυασμό με Ιντερφερόνη άλφα-2α
| Βάρος ασθενούς (kg) | Ημερήσια δόση Copegus | Αριθμός δισκίων 200 mg | Διάρκεια θεραπείας |
|---|---|---|---|
| < 75 | 1.000 mg | 5 (2 το πρωί, 3 το βράδυ) | 24 ή 48 εβδομάδες |
| ≥ 75 | 1.200 mg | 6 (3 το πρωί, 3 το βράδυ) | 24 ή 48 εβδομάδες |
Τροποποίηση δοσολογίας λόγω ανεπιθύμητων αντιδράσεων Παράκληση όπως ανατρέξετε στην Περίληψη Χαρακτηριστικών του Προϊόντος (ΠΧΠ) της πεγκιντερφερόνης άλφα-2α ή της ιντερφερόνης άλφα-2α για περαιτέρω πληροφορίες ως προς την προσαρμογή της δόσης και τη διακοπή της αγωγής με οποιοδήποτε από αυτά τα προϊόντα. Εάν εμφανιστούν σοβαρές ανεπιθύμητες αντιδράσεις ή παθολογικές εργαστηριακές τιμές κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Copegus και πεγκιντερφερόνη άλφα-2α ή ιντερφερόνη άλφα-2α, τροποποιήστε τη δοσολογία κάθε φαρμάκου, μέχρις ότου υποχωρήσουν οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις. Κατά τις κλινικές δοκιμές διατυπώθηκαν κατευθυντήριες οδηγίες για την τροποποίηση της δόσης (βλ. Πίνακα 4). Εάν μετά την προσαρμογή της δόσης επιμείνει η δυσανεξία, μπορεί να χρειαστεί η διακοπή της χορήγησης του Copegus ή του Copegus και της πεγκιντερφερόνης άλφα-2α ή της ιντερφερόνης άλφα-2α.
Πίνακας 4 Κατευθυντήριες Οδηγίες Τροποποίησης της Δοσολογίας για την Αντιμετώπιση της Αναιμίας που προκαλείται από την αγωγή
| Εργαστηριακές Τιμές | Μειώστε μόνο τη δόση του Copegus σε 600 mg/ημέρα* εάν: | Διακόψτε το Copegus εάν**: |
|---|---|---|
| Αιμοσφαιρίνη σε ασθενείς χωρίς καρδιακή νόσο | < 10 g/dl | |
| Αιμοσφαιρίνη: ασθενείς με ιστορικό σταθερής καρδιακής νόσου | μείωση της αιμοσφαιρίνης ≥ 2 g/dl κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε περιόδου 4 εβδομάδων κατά τη διάρκεια της θεραπείας (οριστική μείωση δόσης) | < 12 g/dl παρά τη χορήγηση μειωμένης δόσης για 4 εβδομάδες |
- Ασθενείς των οποίων η δόση του Copegus μειώνεται σε 600 mg ημερησίως λαμβάνουν ένα δισκίο 200 mg το πρωί και είτε δύο δισκία 200 mg ή ένα δισκίο 400 mg το βράδυ. ** Εάν οι τιμές επανέλθουν στα φυσιολογικά όρια, το Copegus μπορεί να επαναχορηγηθεί σε δόση 600 mg ημερησίως που μπορεί κατόπιν να αυξηθεί σε 800 mg ημερησίως κατά την κρίση του θεράποντος ιατρού. Ωστόσο, δε συνιστάται επιστροφή σε υψηλότερες δόσεις.
Ειδικοί πληθυσμοί
- Χρήση σε νεφρική δυσλειτουργία: Τα συνιστώμενα δοσολογικά σχήματα (προσαρμοσμένα με βάση το όριο σωματικού βάρους των 75 kg) της ριμπαβιρίνης οδηγούν σε σημαντικές αυξήσεις των συγκεντρώσεων της ριμπαβιρίνης στο πλάσμα σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την ασφάλεια, αποτελεσματικότητα και φαρμακοκινητική της ριμπαβιρίνης σε ασθενείς με κρεατινίνη ορού >2 mg/dl ή κάθαρση κρεατινίνης < 50 ml/min, είτε υπό αιμοκάθαρση είτε όχι, τα οποία να τεκμηριώνουν ειδικές συστάσεις για προσαρμογές της δόσης (βλ. παράγραφο 5.2). Έτσι, η ριμπαβιρίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε αυτούς τους ασθενείς μόνο όταν θεωρείται ότι είναι απαραίτητο. Η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινάει (ή να συνεχίζεται εάν εμφανιστεί νεφρική δυσλειτουργία όσο ο ασθενής υποβάλλεται σε θεραπεία) με εξαιρετική προσοχή και θα πρέπει να γίνεται εντατική παρακολούθηση των συγκεντρώσεων της αιμοσφαιρίνης και να εφαρμόζονται διορθωτικές ενέργειες εάν κρίνεται απαραίτητο, σε όλη την περίοδο της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.4).
- Χρήση σε ηπατική δυσλειτουργία: Η ηπατική λειτουργία δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της ριμπαβιρίνης (βλ. παράγραφο 5.2). Γι’ αυτό δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης του Copegus σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Η χρήση πεγκιντερφερόνης άλφα-2α και ιντερφερόνης άλφα-2α αντενδείκνυται σε ασθενείς με μη αντιρροπούμενη κίρρωση και άλλες μορφές βαριάς ηπατικής δυσλειτουργίας.
- Χρήση σε ηλικιωμένους ασθενείς ηλικίας μεγαλύτερης των 65 ετών: Δεν φαίνεται να υπάρχει σημαντική, σχετιζόμενη με την ηλικία επίδραση στη φαρμακοκινητική της ριμπαβιρίνης. Ωστόσο, όπως και στους νεώτερους ασθενείς, θα πρέπει να προσδιορίζεται η νεφρική λειτουργία πριν από τη χορήγηση του Copegus.
- Χρήση σε ασθενείς ηλικίας μικρότερης των 18 ετών: Η θεραπεία με Copegus δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά και εφήβους (ηλικίας μικρότερης των 18 ετών) λόγω ανεπαρκών δεδομένων για την ασφάλεια και αποτελεσματικότητα σε συνδυασμό με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α και ιντερφερόνη άλφα-2α. Είναι διαθέσιμα περιορισμένα μόνο στοιχεία ασφάλειας και αποτελεσματικότητας σε παιδιά και εφήβους (6-18 ετών) σε συνδυασμό με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α (βλ. παράγραφο 5.1).
block
Αντενδείξεις
SPC-COPEGUS
expand_more
Αντενδείξεις
Βλέπε συνταγογραφικές πληροφορίες για την πεγκιντερφερόνη άλφα-2α ή την ιντερφερόνη άλφα-2α για αντενδείξεις που σχετίζονται με οποιοδήποτε από αυτά τα προϊόντα.
- υπερευαισθησία στη ριμπαβιρίνη ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- έγκυες γυναίκες (βλ. παράγραφο 4.4). Η χορήγηση του Copegus δεν πρέπει να αρχίζει μέχρις ότου έχει ληφθεί αρνητικό αποτέλεσμα δοκιμασίας κύησης ακριβώς πριν από την έναρξη της θεραπείας.
- γυναίκες που θηλάζουν (βλ. παράγραφο 4.6).
- ιστορικό σοβαρών προϋπαρχουσών καρδιακών νόσων, συμπεριλαμβανομένης ασταθούς ή μη ελεγχόμενης καρδιακής νόσου, τους προηγούμενους έξι μήνες.
- βαριά ηπατική δυσλειτουργία ή μη αντιρροπούμενη κίρρωση του ήπατος.
- αιμοσφαιρινοπάθειες (π.χ. μεσογειακή αναιμία, δρεπανοκυτταρική αναιμία)
- η έναρξη της πεγκιντερφερόνης άλφα-2α αντενδείκνυται σε ασθενείς με συν-λοίμωξη HIV-HCV οι οποίοι έχουν κίρρωση και βαθμολογία κατά Child- Pugh μεγαλύτερη ή ίση με 6 εκτός εάν οφείλεται μόνο στην έμμεση υπερχολερυθριναιμία που προκαλείται από φάρμακα όπως αταζαναβίρη και ινδιναβίρη.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-COPEGUS
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ψυχιατρικό και Κεντρικό Νευρικό Σύστημα (ΚΝΣ)
Έχουν παρατηρηθεί σοβαρά νευρολογικά συμβάματα, ιδιαιτέρως κατάθλιψη, ιδεασμός αυτοκτονίας και απόπειρα αυτοκτονίας σε μερικούς ασθενείς κατά τη διάρκεια της θεραπείας συνδυασμού Copegus με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α ή ιντερφερόνη άλφα-2α, και ακόμη και μετά τη διακοπή της θεραπείας κυρίως κατά τη διάρκεια της 6-μηνιαίας περιόδου παρακoλούθησης. Άλλα νευρολογικά συμβάματα συμπεριλαμβανομένης επιθετικής συμπεριφοράς (μερικές φορές στρεφόμενη σε άλλους όπως ιδεασμός ανθρωποκτονίας), διπολικών διαταραχών, μανίας,), σύγχυσης και μεταβολών της διανοητικής κατάστασης, έχουν παρατηρηθεί με ιντερφερόνες άλφα. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για οποιαδήποτε σημεία ή συμπτώματα ψυχιατρικών διαταραχών. Αν εμφανιστούν τέτοια συμπτώματα, η πιθανή σοβαρότητα αυτών των ανεπιθύμητων ενεργειών θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το συνταγογράφο ιατρό και να εξετάζεται προσεκτικά η ανάγκη κατάλληλης θεραπευτικής αντιμετώπισης. Αν τα ψυχιατρικά συμπτώματα επιμένουν ή επιδεινώνονται, ή εξακριβώνεται ιδεασμός αυτοκτονίας, συνιστάται να διακόπτεται η θεραπεία με Copegus και πεγκιντερφερόνη άλφα-2α ή ιντερφερόνη άλφα-2α, και ο ασθενής να παρακολουθείται, με την απαραίτητη ψυχιατρική παρέμβαση.
Ασθενείς με ύπαρξη, ή ιστορικό σοβαρών ψυχιατρικών καταστάσεων
Αν η θεραπεία με Copegus σε συνδυασμό με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α ή ιντερφερόνη άλφα-2α κρίνεται απαραίτητη σε ασθενείς οι οποίοι έχουν σοβαρές ψυχιατρικές νόσους ή ιστορικό τέτοιων νόσων, η θεραπεία αυτή θα πρέπει να ξεκινά μόνο εφόσον έχει εξασφαλιστεί η κατάλληλη εξατομικευμένη διαγνωστική και θεραπευτική αντιμετώπιση της ψυχιατρικής κατάστασης.
Ασθενείς με χρήση/κατάχρηση ουσιών
Oι ασθενείς με λοίμωξη HCV οι οποίοι έχουν ταυτόχρονα μία διαταραχή χρήσης ουσιών (αλκοόλ, κάνναβη, κλπ) διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης ψυχιατρικών διαταραχών ή επιδείνωσης ήδη υπαρχουσών ψυχιατρικών διαταραχών όταν λαμβάνουν αγωγή με ιντερφερόνη άλφα. Εάν η θεραπεία με ιντερφερόνη άλφα κριθεί απαραίτητη σε αυτούς τους ασθενείς, θα πρέπει να αξιολογούνται προσεκτικά η παρουσία ψυχιατρικών συννοσηροτήτων και το ενδεχόμενο χρήσης άλλων ουσιών και να αντιμετωπίζονται επαρκώς πριν από την έναρξη της θεραπείας. Εάν είναι απαραίτητο, μία διεπιστημονική προσέγγιση η οποία θα συμπεριλαμβάνει έναν φορέα παροχής ψυχιατρικής περίθαλψης ή έναν ειδικό στον εθισμό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την αξιολόγηση, τη θεραπεία και την παρακολούθηση του ασθενούς. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας, ακόμη και μετά τη διακοπή της θεραπείας. Συνιστάται η πρώιμη παρέμβαση με την επανεμφάνιση ή την ανάπτυξη ψυχιατρικών διαταραχών.
Ανάπτυξη και εξέλιξη (παιδιά και έφηβοι)
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας διάρκειας έως 49 εβδομάδες σε ασθενείς ηλικίας 5 έως 17 ετών, η απώλεια βάρους και η αναστολή της ανάπτυξης ήταν συχνές (βλ. παραγράφους 4.8 και 5.1). Σε 2 έτη μετά από τη θεραπεία με Pegasys, το 16% των παιδιατρικών ασθενών παρέμειναν 15 εκατοστημόρια ή περισσότερο κάτω από τη γραμμή βάσης στην καμπύλη αναφοράς βάρους τους και το 11% παρέμειναν 15 εκατοστημόρια ή περισσότερο κάτω από τη γραμμή βάσης στην καμπύλη αναφοράς ύψους τους. Κατά περίπτωση αξιολόγηση του οφέλους/κινδύνου σε παιδιά Το αναμενόμενο όφελος της θεραπείας θα πρέπει να σταθμίζεται προσεκτικά έναντι των ευρημάτων ασφάλειας που παρατηρήθηκαν για τα παιδιά και τους εφήβους στις κλινικές δοκιμές (βλ. παραγράφους 4.8 και 5.1).
- Είναι σημαντικό να λαμβάνεται υπόψη το ότι η θεραπεία συνδυασμού προκάλεσε αναστολή της ανάπτυξης.
- Αυτός ο κίνδυνος θα πρέπει να σταθμίζεται έναντι των χαρακτηριστικών της ασθένειας του παιδιού, όπως ενδείξεις εξέλιξης της νόσου (κυρίως ίνωση), συννοσηρότητες οι οποίες μπορεί ενδεχομένως να επηρεάσουν αρνητικά την εξέλιξη της νόσου (όπως συν-λοίμωξη HIV), καθώς και προγνωστικοί παράγοντες ανταπόκρισης (γονότυπος HCV και ιικό φορτίο). Όποτε είναι δυνατό, το παιδί θα πρέπει να λαμβάνει θεραπεία μετά το στάδιο της έντονης εφηβικής ανάπτυξης, προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος αναστολής της ανάπτυξης. Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στη σεξουαλική ωρίμανση. Παρακαλείστε να ανατρέξετε στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος για την πεγκιντερφερόνη άλφα-2α ή την ιντερφερόνη άλφα-2α για επιπρόσθετες προειδοποιήσεις και προφυλάξεις για κάθε ένα από αυτά τα προϊόντα.
Παρακολούθηση ηπατικής λειτουργίας
Σε όλους τους ασθενείς που συμπεριελήφθησαν στις μελέτες χρόνιας ηπατίτιδας C, έγινε προηγουμένως βιοψία ήπατος, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις (δηλ. ασθενείς με γονότυπο 2 ή 3), η θεραπεία μπορεί να είναι δυνατή χωρίς ιστολογική επιβεβαίωση. Θα πρέπει να συμβουλευθείτε τις τρέχουσες οδηγίες θεραπείας για το εάν απαιτείται βιοψία ήπατος πριν την έναρξη της θεραπείας. Σε ασθενείς με φυσιολογικές τιμές ALT, η εξέλιξη της ίνωσης, μπορεί να συμβεί κατά μέσο όρο με πιο αργό ρυθμό από ό,τι σε ασθενείς με αυξημένες τιμές ALT. Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μαζί με άλλα κριτήρια όπως, ο γονότυπος HCV, η ηλικία, η παρουσία εξωηπατικών εκδηλώσεων, ο κίνδυνος μετάδοσης κλπ, τα οποία επηρεάζουν την απόφαση έναρξης θεραπείας ή όχι.
Κίνδυνος τερατογένεσης
Βλ. παράγραφο 4.6 Πριν από την έναρξη της θεραπείας με ριμπαβιρίνη, ο γιατρός θα πρέπει να ενημερώσει λεπτομερώς τον ασθενή για τον κίνδυνο τερατογένεσης από τη ριμπαβιρίνη, την αναγκαιότητα αποτελεσματικής και συνεχούς αντισύλληψης, την πιθανότητα αποτυχίας των αντισυλληπτικών μεθόδων και τις πιθανές επιπτώσεις εάν συμβεί εγκυμοσύνη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ριμπαβιρίνη. Για την εργαστηριακή παρακολούθηση της κύησης παρακαλείστε να δείτε τους Εργαστηριακούς Ελέγχους.
Καρκινογένεση
Η ριμπαβιρίνη είναι μεταλλαξιογόνος σε μερικές in vivo και in vitro δοκιμασίες γενοτοξικότητας. Δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο καρκινογόνου δράσης της ριμπαβιρίνης (βλ. παράγραφο 5.3).
Αιμόλυση και Καρδιαγγειακό σύστημα
Μείωση των επιπέδων της αιμοσφαιρίνης σε < 10 g/dl παρατηρήθηκε σε μέχρι και 15% των ασθενών που λάμβαναν 1000/1200 mg Copegus σε συνδυασμό με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α για 48 εβδομάδες και σε μέχρι και 19% των ασθενών που λάμβαναν Copegus σε συνδυασμό με ιντερφερόνη άλφα-2α. Όταν χορηγήθηκαν 800 mg Copegus σε συνδυασμό με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α για 24 εβδομάδες, ποσοστό 3% των ασθενών παρουσίασε μείωση των επιπέδων της αιμοσφαιρίνης σε < 10 g/dl. Ο κίνδυνος ανάπτυξης αναιμίας είναι μεγαλύτερος στο γυναικείο πληθυσμό. Παρόλο που η ριμπαβιρίνη δεν έχει άμεσες επιδράσεις στο καρδιαγγειακό σύστημα, η σχετιζόμενη με Copegus αναιμία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα επιδείνωση της καρδιακής λειτουργίας ή επιδείνωση των συμπτωμάτων στεφανιαίας νόσου, ή και τα δύο. Έτσι, το Copegus θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με προϋπάρχουσα καρδιακή νόσο. Η κατάσταση της καρδιακής λειτουργίας θα πρέπει να εκτιμάται πριν από την έναρξη της θεραπείας και να παρακολουθείται κλινικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Εάν εμφανιστεί οποιαδήποτε επιδείνωση, διακόψτε τη θεραπεία (βλ. παράγραφο 4.2). Θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά οι ασθενείς με ιστορικό συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας, εμφράγματος του μυοκαρδίου, και/ή παλαιότερες ή υπάρχουσες διαταραχές του ρυθμού. Σε αυτούς τους ασθενείς με προϋπάρχουσες καρδιολογικές διαταραχές συνιστάται να γίνονται ηλεκτροκαρδιογραφήματα πριν και κατά τη διάρκεια της αγωγής. Οι καρδιακές αρρυθμίες (κυρίως υπερκοιλιακές) συνήθως ανταποκρίνονται στη συνήθη θεραπεία, αλλά μπορεί να απαιτηθεί διακοπή της αγωγής.
Πανκυτταροπενία και καταστολή του μυελού των οστών
Πανκυτταροπενία και καταστολή του μυελού των οστών έχουν αναφερθεί στη βιβλιογραφία να συμβαίνουν μέσα σε 3 έως 7 εβδομάδες από τη χορήγηση πεγκιντερφερόνης και ριμπαβιρίνης ταυτόχρονα με αζαθειοπρίνη. Αυτή η μυελοτοξικότητα ήταν αναστρέψιμη μέσα σε 4 έως 6 εβδομάδες από τη διακοπή της αντιικής θεραπείας για λοίμωξη HCV και συγχορήγησης αζαθειοπρίνης και δεν επαναλήφθηκε με την επαναπρόσληψη κάθε αγωγής ξεχωριστά (βλ. παράγραφο 4.5).
Ασθενείς που απέτυχαν σε προηγούμενη θεραπεία
Η χρήση της θεραπείας συνδυασμού Copegus και πεγκιντερφερόνης άλφα-2α σε ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C οι οποίοι απέτυχαν σε προηγούμενη αγωγή δεν έχει μελετηθεί επαρκώς σε ασθενείς που διέκοψαν την προηγούμενη θεραπεία λόγω αιματολογικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Οι θεράποντες γιατροί αυτών των ασθενών θα πρέπει να σταθμίζουν προσεκτικά τους κινδύνους έναντι των ωφελειών της χορήγησης εκ νέου θεραπευτικής αγωγής.
Οξεία υπερευαισθησία
Εάν παρουσιαστεί κάποια οξεία αντίδραση υπερευαισθησίας (πχ. κνίδωση, αγγειοοίδημα, βρογχόσπασμος, αναφυλαξία), το Copegus θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να ξεκινάει η κατάλληλη θεραπεία. Δεν απαιτείται διακοπή της θεραπείας όταν εμφανισθούν παροδικά εξανθήματα.
Ηπατική λειτουργία
Σε ασθενείς που παρουσιάζουν ενδείξεις έκπτωσης της ηπατικής λειτουργίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας, θα πρέπει να διακόπτεται το Copegus σε συνδυασμό με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α ή ιντερφερόνη άλφα-2α. Όταν η αύξηση των επιπέδων της ALT είναι προοδευτική και κλινικά σημαντική, παρά τη μείωση της δόσης ή όταν η αύξηση συνοδεύεται από αύξηση της άμεσης χολερυθρίνης, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται.
Νεφρική δυσλειτουργία
Η φαρμακοκινητική της ριμπαβιρίνης μεταβάλλεται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία λόγω της μείωσης της φαινόμενης κάθαρσης σε αυτούς τους ασθενείς. Έτσι, συνιστάται αξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας σε όλους τους ασθενείς πριν από την έναρξη του Copegus, κατά προτίμηση με εκτίμηση της κάθαρσης κρεατινίνης. Στο συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα διαπιστώθηκαν σημαντικές αυξήσεις των συγκεντρώσεων της ριμπαβιρίνης στο πλάσμα σε ασθενείς με κρεατινίνη ορού > 2 mg/dl ή με κάθαρση κρεατινίνης < 50 ml/min. Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την ασφάλεια, την αποτελεσματικότητα και φαρμακοκινητική του Copegus σε τέτοιους ασθενείς τα οποία να τεκμηριούν ειδικές συστάσεις για προσαρμογές της δόσης (βλ. παράγραφο 5.2). Η θεραπεία με Copegus δεν θα πρέπει να ξεκινάει (ή να συνεχίζεται αν η νεφρική δυσλειτουργία εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας) σε αυτούς τους ασθενείς, είτε κάνουν αιμοκάθαρση είτε όχι, εκτός εάν θεωρείται ότι είναι απαραίτητο. Απαιτείται εξαιρετική προσοχή. Οι συγκεντρώσεις της αιμοσφαιρίνης θα πρέπει να παρακολουθούνται εντατικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας και θα πρέπει να εφαρμόζονται διορθωτικές ενέργειες εφόσον κριθεί απαραίτητο (βλ. παράγραφο 4.2).
Οφθαλμικές μεταβολές
Το Copegus χρησιμοποιείται σε θεραπεία συνδυασμού με ιντερφερόνες άλφα. Σε σπάνιες περιπτώσεις έχουν αναφερθεί αμφιβληστροειδοπάθεια συμπεριλαμβανομένων αιμορραγιών του αμφιβληστροειδούς, βαμβακοειδείς κηλίδες, οίδημα της οπτικής θηλής, οπτική νευροπάθεια και απόφραξη αρτηρίας ή φλέβας του αμφιβληστροειδούς με θεραπεία συνδυασμού με ιντερφερόνες άλφα, οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε απώλεια της όρασης. Όλοι οι ασθενείς πρέπει να υποβάλλονται σε οφθαλμολογική εξέταση πριν από την έναρξη της αγωγής. Οποιοσδήποτε ασθενής παραπονεθεί για μείωση ή απώλεια όρασης πρέπει να υποβληθεί αμέσως σε πλήρη οφθαλμολογική εξέταση. Οι ασθενείς με προϋπάρχουσες οφθαλμικές διαταραχές (π.χ. διαβητική ή υπερτασική αμφιβληστροειδοπάθεια) πρέπει να υποβάλλονται σε περιοδικές οφθαλμολογικές εξετάσεις κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ιντερφερόνες άλφα. Η θεραπεία συνδυασμού με ιντερφερόνες άλφα θα πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς που εμφανίζουν νέες ή επιδεινούμενες οφθαλμικές διαταραχές.
Μεταμόσχευση
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της θεραπείας με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α και Copegus δεν έχουν τεκμηριωθεί σε ασθενείς με μεταμόσχευση ήπατος και άλλες μεταμοσχεύσεις. Απορρίψεις ηπατικών και νεφρικών μοσχευμάτων έχουν αναφερθεί με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α, μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με Copegus.
Συν-λοίμωξη HIV - HCV
Παρακαλείστε να διαβάσετε τις αντίστοιχες Περιλήψεις των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος των αντιρετροϊκών φαρμακευτικών προϊόντων τα οποία πρέπει να λαμβάνονται συγχρόνως με τη θεραπεία της λοίμωξης HCV, για λόγους επίγνωσης καθώς και για την αντιμετώπιση των ειδικών τοξικοτήτων του κάθε προϊόντος και για την πιθανότητα υπερκαλυπτόμενων τοξικοτήτων με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α με ή χωρίς ριμπαβιρίνη. Στη μελέτη NR15961, η συχνότητα εμφάνισης παγκρεατίτιδας και/ή γαλακτικής οξέωσης σε ασθενείς που έλαβαν αγωγή με σταβουδίνη και ιντερφερόνη με ή χωρίς ριμπαβιρίνη, ήταν 3% (12/398). Ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C και συν-λοίμωξη από HIV που υποβάλλονται σε ισχυρή αντιρετροϊκή αγωγή (HAART) μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών (πχ. γαλακτική οξέωση, περιφερική νευροπάθεια, παγκρεατίτιδα). Ασθενείς με συν-λοίμωξη και προχωρημένη κίρρωση οι οποίοι λαμβάνουν ισχυρή αντιρετροϊκή αγωγή (HAART) μπορεί επίσης να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ηπατικής αντιρρόπησης, και πιθανόν θανάτου, εάν λαμβάνουν αγωγή με Copegus σε συνδυασμό με ιντερφερόνες. Οι παράμετροι οι οποίες μπορεί να συσχετιστούν με ηπατική αντιρρόπηση σε κιρρωτικούς ασθενείς με συν- λοίμωξη πριν την έναρξη της αγωγής, περιλαμβάνουν: αυξημένη χολερυθρίνη ορρού, μειωμένη αιμοσφαιρίνη, αυξημένη αλκαλική φωσφατάση ή μειωμένο αριθμό αιμοπεταλίων και θεραπεία με διδανοσίνη (ddI). Ως εκ τούτου, πρέπει να εφιστάται η προσοχή όταν προστίθενται πεγκιντερφερόνη άλφα-2α και Copegus σε αγωγή HAART (βλ. παράγραφο 4.5). Η σύγχρονη χρήση ριμπαβιρίνης και ζιδοβουδίνης δε συνιστάται λόγω αυξημένου κινδύνου αναιμίας (βλ. παράγραφο 4.5). Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, ασθενείς με συν-λοίμωξη θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία και συμπτώματα ηπατικής αντιρρόπησης (συμπεριλαμβανομένων ασκίτη, εγκεφαλοπάθειας, κιρσικής αιμορραγίας, έκπτωσης ηπατικής συνθετικής λειτουργίας, π.χ. βαθμολογία κατά Child-Pugh 7 ή μεγαλύτερη). Η βαθμολογία κατά Child-Pugh μπορεί να επηρεαστεί από παράγοντες που σχετίζονται με τη θεραπεία (όπως έμμεση υπερχολερυθριναιμία, μειωμένη λευκωματίνη) και οι οποίοι δεν οφείλονται απαραίτητα στην ηπατική αντιρρόπηση. Η θεραπεία Copegus σε συνδυασμό με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α ή ιντερφερόνη άλφα-2α θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως σε ασθενείς με ηπατική αντιρρόπηση. Η συγχορήγηση Copegus και διδανοσίνης δε συνιστάται λόγω του κινδύνου μιτοχονδριακής τοξικότητας (βλ. παράγραφο 4.5). Επιπροσθέτως, η συγχορήγηση Copegus και σταβουντίνης θα πρέπει να αποφεύγεται για τον περιορισμό του κινδύνου αλληλεπικαλυπτόμενης μιτοχονδριακής τοξικότητας.
Εργαστηριακοί έλεγχοι
Πριν από την έναρξη της θεραπείας, πρέπει να διεξάγονται οι κλασικές αιματολογικές εξετάσεις και βιοχημικοί έλεγχοι (γενική αίματος και τύπος λευκών αιμοσφαιρίων, αριθμός αιμοπεταλίων, ηλεκτρολύτες, κρεατινίνη ορού, δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας, ουρικό οξύ) σε όλους τους ασθενείς. Αποδεκτές αρχικές τιμές πριν από την έναρξη του Copegus σε συνδυασμό με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α ή ιντερφερόνη άλφα-2α που μπορούν να θεωρηθούν ως κατευθυντήριες οδηγίες είναι: Αιμοσφαιρίνη ≥ 12 g/dl (γυναίκες), ≥ 13 g/dl (άνδρες) Αιμοπετάλια≥ 90.000/mm Αριθμός ουδετερόφιλων ≥ 1.500/mm Σε ασθενείς με συν-λοίμωξη HIV-HCV, περιορισμένα στοιχεία αποτελεσματικότητας και ασφάλειας είναι διαθέσιμα σε άτομα με αριθμό κυττάρων CD4 μικρότερο των 200/μL. Κατά συνέπεια, απαιτείται προσοχή στη θεραπεία ασθενών με χαμηλό αριθμό κυττάρων CD4. Πρέπει να διεξάγονται εργαστηριακοί έλεγχοι τις εβδομάδες 2 και 4 της θεραπείας, και κατόπιν περιοδικά ανάλογα με την κλινική εικόνα. Για τις γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία: Οι γυναίκες πρέπει να υποβάλλονται σε δοκιμασία κύησης κάθε μήνα κατά τη διάρκεια της θεραπείας καθώς και για 4 μήνες μετά από αυτή. Οι γυναίκες σύντροφοι των άρρενων ασθενών πρέπει να υποβάλλονται σε δοκιμασία κύησης κάθε μήνα κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 7 μήνες μετά. Το ουρικό οξύ μπορεί να αυξηθεί με το Copegus λόγω αιμόλυσης και έτσι, ασθενείς με σχετική προδιάθεση πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για ανάπτυξη ουρικής αρθρίτιδας.
Οδοντικές και περιοδοντικές διαταραχές
Έχουν αναφερθεί οδοντικές και περιοδοντικές διαταραχές, οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε απώλεια δοντιών, σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία συνδυασμού Copegus και πεγκιντερφερόνη άλφα-2α. Επιπροσθέτως η ξηροστομία θα μπορούσε να έχει επιβλαβή επίδραση στα δόντια και τις στοματικές βλεννογόνους κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας με συνδυασμό Copegus και πεγκιντερφερόνη άλφα-2α. Οι ασθενείς θα πρέπει να βουρτσίζουν πολύ καλά τα δόντια τους δύο φορές ημερησίως και να υποβάλλονται τακτικά σε οδοντιατρική εξέταση. Επιπροσθέτως, κάποιοι ασθενείς μπορεί να εμφανίσουν έμετο. Αν εμφανιστεί αυτή η αντίδραση, θα πρέπει να υποδεικνύεται στους ασθενείς, να ξεπλένουν πολύ καλά το στόμα τους κατόπιν τούτου.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-COPEGUS
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Έχουν διεξαχθεί μελέτες αλληλεπίδρασης με τη ριμπαβιρίνη σε συνδυασμό με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α και ιντερφερόνη άλφα-2β και αντιόξινα. Οι συγκεντρώσεις της ριμπαβιρίνης είναι παρόμοιες όταν χορηγείται μόνη ή ταυτόχρονα με ιντερφερόνη άλφα-2β ή πεγκιντερφερόνη άλφα-2α.
Οποιαδήποτε πιθανότητα αλληλεπιδράσεων μπορεί να επιμείνει για μέχρι και 2 μήνες (5 χρόνοι ημιζωής για τη ριμπαβιρίνη) μετά τη διακοπή της θεραπείας με Copegus λόγω του μακρού χρόνου ημιζωής.
Αποτελέσματα in vitro μελετών στις οποίες χρησιμοποιήθηκαν ηπατικά μικροσωματικά παρασκευάσματα ανθρώπου και αρουραίου δεν έδειξαν μεταβολισμό της ριμπαβιρίνης μέσω του ενζυμικού κυτοχρώματος P450. Η ριμπαβιρίνη δεν αναστέλλει τα ένζυμα του κυτοχρώματος P450. Δεν υπάρχει ένδειξη από τις μελέτες τοξικότητας ότι η ριμπαβιρίνη επάγει τα ηπατικά ένζυμα. Παρόλα αυτά, υπάρχει μικρή πιθανότητα για αλληλεπιδράσεις εξαρτώμενες από το ενζυμικό σύστημα P450.
- Αντιόξινα: Η βιοδιαθεσιμότητα 600 mg ριμπαβιρίνης μειώθηκε με συγχορήγηση με ένα αντιόξινο που περιείχε μαγνήσιο, αργίλιο και σιμεθικόνη. Η AUC tf μειώθηκε κατά 14%. Είναι πιθανό η μειωμένη βιοδιαθεσιμότητα σ’ αυτή τη μελέτη να οφειλόταν σε καθυστερημένη διάβαση της ριμπαβιρίνης ή στο τροποποιημένο pH. Αυτή η αλληλεπίδραση δε θεωρείται κλινικά σημαντική.
- Νουκλεοσιδικά ανάλογα: Η ριμπαβιρίνη έδειξε in vitro ότι αναστέλλει τη φωσφορυλίωση της ζιδοβουδίνης και της σταβουδίνης. Η κλινική σημασία αυτών των ευρημάτων, είναι άγνωστη. Ωστόσο, αυτά τα in vitro ευρήματα υποδηλώνουν την πιθανότητα η ταυτόχρονη χρήση του Copegus είτε με ζιδοβουδίνη είτε με σταβουδίνη να οδηγεί σε αυξημένη ιαιμία του HIV στο πλάσμα. Για το λόγο αυτό, συνιστάται να παρακολουθούνται στενά τα επίπεδα του RNA του HIV στο πλάσμα σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με Copegus ταυτόχρονα με οποιοδήποτε από τους δύο αυτούς παράγοντες. Εάν τα επίπεδα του RNA του HIV αυξηθούν, πρέπει να αναθεωρείται η χρήση του Copegus ταυτόχρονα με αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης.
- Διδανοσίνη (ddI): Δεν συνιστάται σύγχρονη χορήγηση ριμπαβιρίνης και διδανοσίνης. Η έκθεση στη διδανοσίνη ή στον ενεργό μεταβολίτη αυτής (5’-τριφωσφορική διδεοξυαδενοσίνη) αυξάνεται in vitro όταν η διδανοσίνη συγχορηγείται με ριμπαβιρίνη. Έχουν αναφερθεί περιστατικά ηπατικής ανεπάρκειας με μοιραία έκβαση, καθώς και περιφερική νευροπάθεια, παγκρεατίτιδα και συμπτωματική εμφάνιση αυξημένων επιπέδων γαλακτικού οξέος στο αίμα/γαλακτική οξέωση, με τη χρήση ριμπαβιρίνης.
- Αζαθειοπρίνη: Η ριμπαβιρίνη, έχοντας ανασταλτική δράση στη μονοφωσφορική αφυδρογονάση της ινοσίνης, μπορεί να παρέμβει στο μεταβολισμό της αζαθειοπρίνης οδηγώντας ενδεχομένως σε μία συσσώρευση της μονοφωσφορικής 6-μεθυλοθειοϊνοσίνης (6-mentylthioinosine monophosphate, 6-MTIMP), η οποία έχει συσχετισθεί με μυελοτοξικότητα σε ασθενείς που έλαβαν αγωγή με αζαθειοπρίνη. Η χρήση Copegus και πεγκιντερφερόνης άλφα-2α ταυτόχρονα με αζαθειοπρίνη πρέπει να αποφεύγεται. Σε μεμονωμένα περιστατικά στα οποία το όφελος της χορήγησης Copegus ταυτόχρονα με αζαθειοπρίνη δικαιολογεί τον δυνητικό κίνδυνο, συνιστάται η στενή αιματολογική παρακολούθηση να γίνεται κατά τη διάρκεια της συγχορήγησης με αζαθειοπρίνη για να προσδιορισθούν τα σημάδια της μυελοτοξικότητας, στα οποία πρέπει να σταματήσει η αγωγή με αυτά τα φάρμακα (βλ. παράγραφο 4.4).
Ασθενείς με συν-λοίμωξη HIV - HCV Δεν παρατηρήθηκε εμφανής απόδειξη φαρμακευτικής αλληλεπίδρασης σε 47 ασθενείς με συν-λοίμωξη HIV-HCV οι οποίοι ολοκλήρωσαν μια φαρμακοκινητική υπομελέτη 12 εβδομάδων για να εξετάσουν τα αποτελέσματα της ριμπαβιρίνης στην ενδοκυττάρια φωσφορυλίωση κάποιων νουκλεοσιδικών αναστολέων ανάστροφης μεταγραφάσης (λαμιβουδίνη και ζιδοβουδίνη ή σταβουδίνη). Ωστόσο, λόγω της υψηλής μεταβλητότητας τα διαστήματα εμπιστοσύνης ήταν αρκετά ευρεία. Η έκθεση της ριμπαβιρίνης στο πλάσμα δεν εμφανίστηκε να επηρεάζεται από τη σύγχρονη χορήγηση των νουκλεοσιδικών αναστολέων ανάστροφης μεταγραφάσης (NRTIs),
Έχει αναφερθεί επιδείνωση της αναιμίας εξαιτίας της ριμπαβιρίνης όταν η ζιδοβουδίνη αποτελεί μέρος του σχήματος της αντιρετροϊκής αγωγής παρόλο που πρέπει να εξακριβωθεί ο ακριβής μηχανισμός. Η σύγχρονη χρήση ριμπαβιρίνης και ζιδοβουδίνης δε συνιστάται λόγω αυξημένου κινδύνου αναιμίας (βλ. παράγραφο 4.4). Θα πρέπει να εξετάζεται η αντικατάσταση της ζιδοβουδίνης με νέο σχήμα συνδυασμού αντιρετροϊκής αγωγής αν αυτό έχει ήδη καθιερωθεί. Αυτό θα ήταν ιδιαίτερα σημαντικό σε ασθενείς με γνωστό ιστορικό αναιμίας προκαλούμενης από τη ζιδουβουδίνη.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-COPEGUS
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Βλ. τις συνταγογραφικές πληροφορίες για την πεγκιντερφερόνη άλφα-2α ή την ιντερφερόνη άλφα-2α για επιπρόσθετες ανεπιθύμητες ενέργειες καθενός από αυτά τα προϊόντα.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται σε ασθενείς που λαμβάνουν Copegus σε συνδυασμό με ιντερφερόνη άλφα-2α είναι βασικά οι ίδιες με αυτές που αναφέρονται με Copegus σε συνδυασμό με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α.
Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Χρόνια ηπατίτιδα C Οι συχνότερα αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες με Copegus σε συνδυασμό με 180 μg πεγκιντερφερόνη άλφα-2α ήταν ως επί το πλείστον ήπιες έως μέτριες σε βαρύτητα. Οι περισσότερες από αυτές ήταν αντιμετωπίσιμες χωρίς την ανάγκη τροποποίησης των δόσεων ή διακοπής της θεραπείας.
Χρόνια ηπατίτιδα C σε ασθενείς μη ανταποκριθέντες σε προηγούμενη θεραπεία Συνολικά, η εικόνα ασφάλειας του Copegus σε συνδυασμό με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α σε ασθενείς μη ανταποκριθέντες σε προηγούμενη θεραπεία ήταν παρόμοια με αυτή σε πρωτοθεραπευόμενους ασθενείς. Σε μια κλινική δοκιμή μη ανταποκριθέντων ασθενών σε προηγούμενη θεραπεία με πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη άλφα-2β/ ριμπαβιρίνη, στην οποία εκτέθηκαν ασθενείς σε 48 ή 72 εβδομάδες θεραπείας, η συχνότητα αποσύρσεων λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών ή μη φυσιολογικών εργαστηριακών τιμών λόγω της θεραπείας με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α και Copegus ήταν 6% και 7% αντίστοιχα, στο σκέλος θεραπείας των 48 εβδομάδων και 12% και 13% αντίστοιχα, στο σκέλος θεραπείας των 72 εβδομάδων. Ομοίως για ασθενείς με κίρρωση ή μετάπτωση προς κίρρωση, οι συχνότητες απόσυρσης από τη θεραπεία με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α και Copegus ήταν υψηλότερες στα σκέλη θεραπείας των 72 εβδομάδων (13% και 15%) έναντι αυτών στα σκέλη θεραπείας των 48 εβδομάδων (6% και 6%). Οι ασθενείς που αποσύρθηκαν από προηγούμενη θεραπεία με πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη άλφα-2β και ριμπαβιρίνη λόγω αιματολογικής τοξικότητας αποκλείστηκαν από την ένταξή τους σ’αυτή τη δοκιμή. Σε μια άλλη κλινική δοκιμή, μη ανταποκριθέντες ασθενείς με προχωρημένη ίνωση ή κίρρωση (βαθμολογία κατά Ishak 3 έως 6), και αριθμό αιμοπεταλίων πριν από την έναρξη της αγωγής 50.000/mm έλαβαν αγωγή για 48 εβδομάδες. Οι μη φυσιολογικές αιματολογικές εργαστηριακές τιμές που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια των πρώτων 20 εβδομάδων της δοκιμής συμπεριελάμβαναν αναιμία (26% των ασθενών εμφάνισαν αιμοσφαιρίνη μικρότερη των 10g/dL), ουδετεροπενία (30% των ασθενών εμφάνισαν τιμή ANC < 750/ mm ), και θρομβοπενία (13% των ασθενών εμφάνισαν αριθμό αιμοπεταλίων <50.000/ mm ) (βλ. παράγραφο. 4.4).
Χρόνια ηπατίτιδα C και Συν-λοίμωξη από τον Ιό Ανθρώπινης Ανοσοανεπάρκειας Σε ασθενείς με συν-λοίμωξη HIV-HCV, η κλινική εικόνα ανεπιθύμητων ενεργειών που αναφέρθηκε για την πεγκιντερφερόνη άλφα - 2α, μόνης ή σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη, ήταν παρόμοια με αυτή που παρατηρήθηκε σε ασθενείς με λοίμωξη HCV μόνο. Σε ασθενείς με συν-λοίμωξη HIV-HCV που λάμβαναν θεραπεία συνδυασμού με Copegus και πεγκιντερφερόνη άλφα-2α έχουν αναφερθεί άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες σε > 1% έως < 2% των ασθενών: αυξημένα επίπεδα γαλακτικού οξέος στο αίμα / γαλακτική οξέωση, γρίπη, πνευμονία, ασταθές συναίσθημα, απάθεια, εμβοές, φαρυγγολαρυγγικό άλγος, χειλίτιδα, επίκτητη λιποδυστροφία και χρωματουρία. H θεραπεία με την πεγκιντερφερόνη άλφα - 2α συσχετίστηκε με μειώσεις του απόλυτου αριθμού κυττάρων CD4+ μέσα στις πρώτες 4 εβδομάδες χωρίς μείωση του ποσοστού κυττάρων CD4+. Η μείωση του αριθμού των κυττάρων CD4+ ήταν αναστρέψιμη με τη μείωση της δόσης ή τη διακοπή της θεραπείας. Η χρήση της πεγκιντερφερόνης άλφα - 2α δεν είχε αισθητή αρνητική επίδραση στον έλεγχο της ιαιμίας από HIV κατά τη διάρκεια της θεραπείας ή της περιόδου παρακολούθησης. Περιορισμένα δεδομένα ασφάλειας είναι διαθέσιμα σε ασθενείς με συν-λοίμωξη με αριθμό κυττάρων CD4+ < 200/μL (βλέπε Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος της πεγκιντερφερόνης άλφα-2α).
Ο πίνακας 5 περιλαμβάνει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Copegus και πεγκιντερφερόνη άλφα-2α ή ιντερφερόνη άλφα-2α.
Πίνακας 5: Ανεπιθύμητες Ενέργειες που Αναφέρθηκαν με Copegus σε συνδυασμό με Πεγκιντερφερόνη άλφα-2α σε Ασθενείς με HCV
| Οργανικό σύστημα | Πολύ συχνές > 1/10 | Συχνές >1/100 έως < 1/10 | Όχι συχνές >1/1000 έως < 1/100 | Σπάνιες >1/10.000 έως < 1/1000 | Πολύ σπάνιες < 1/10.000 | Συχνότητα μη γνωστή* |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού, βρογχίτιδα, καντιντίαση του στόματος, έρπης απλός | Λοίμωξη του κατώτερου αναπνευστικού, πνευμονία, ουρολοίμωξη, λοίμωξη του δέρματος | Ενδοκαρδίτιδα, Εξωτερική ωτίτιδα | |||
| Νεοπλάσματα καλοήθη και κακοήθη | Κακόηθες ηπατικό νεόπλασμα | |||||
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και λεμφικού συστήματος | Αναιμία | Θρομβοπενία, λεμφαδενοπάθεια | Πανκυτταροπενία | Απλαστική αναιμία, Αμιγής ερυθροκυτταρική απλασία | ||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Σαρκοείδωση, θυρεοειδίτιδα | Αναφυλαξία, συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, ρευματοειδής αρθρίτιδα ιδιοπαθή ή θρομβωτική θρομβοπενική πορφύρα | Απόρριψη ηπατικού και νεφρικού μοσχεύματος, νόσος Vogt-Koyanagi-Harada | |||
| Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος | Υποθυρεοειδι-σμός, υπερθυρεοειδι-σμός | Διαβήτης | ||||
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Ανορεξία | Αφυδάτωση | ||||
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Κατάθλιψη, αϋπνία | Μεταβολή της διάθεσης, συναισθηματικές διαταραχές, άγχος επιθετικότητα, νευρικότητα, μειωμένη γενετήσια ορμή | Ιδεασμός αυτοκτονίας, παραισθήσεις, οργή | Αυτοκτονία, ψυχωσική διαταραχή | Μανία, διπολικές διαταραχές, ιδεασμός ανθρωποκτονίας | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία, ζάλη, διαταραχή της συγκέντρωσης | Διαταραχή της μνήμης, συγκοπή, αδυναμία, ημικρανία, υπαισθησία, υπεραισθησία, παραισθησία, τρόμος, διαταραχή της γεύσης, εφιάλτες, υπνηλία | Περιφερική νευροπάθεια | Κώμα, σπασμοί, παράλυση προσωπικού νεύρου | ||
| Οφθαλμικές διαταραχές | Θολή όραση, οφθαλμικό άλγος, φλεγμονή των οφθαλμών, ξηροφθαλμία | Αιμορραγία του αμφιβληστροειδούς | Οπτική νευροπάθεια, οίδημα της οπτικής θηλής, αγγειακή διαταραχή του αμφιβληστροειδούς, αμφιβληστροειδοπάθεια, έλκος κερατοειδούς | Απώλεια όρασης, Σοβαρή αποκόλληση αμφιβλη-στροειδούς | ||
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Ίλιγγος, ωτικό άλγος | Απώλεια ακοής | ||||
| Καρδιακές διαταραχές | Ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών, οίδημα περιφερικό | Έμφραγμα του μυοκαρδίου, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, στηθάγχη, υπερκοιλιακή ταχυκαρδία, αρρυθμία, κολπική μαρμαρυγή, περικαρδίτιδα | ||||
| Αγγειακές διαταραχές | Έξαψη | Υπέρταση | Εγκεφαλική αιμορραγία | |||
| Διαταραχές του αναπνευστικού, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Δύσπνοια, βήχας | Δύσπνοια μετά κόπωση, επίσταση, ρινοφαρυγγίτιδα, συμφόρηση κόλπων του προσώπου, ρινική συμφόρηση, ρινίτιδα, πονόλαιμος | Βρογχόσπασμος | Διάμεση πνευμονίτιδα με μοιραία έκβαση, πνευμονική εμβολή | ||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Διάρροια, ναυτία, κοιλιακό άλγος | Έμετος, δυσπεψία, δυσφαγία, στοματική εξέλκωση, ουλορραγία, γλωσσίτιδα, στοματίτιδα, μετεωρισμός, δυσκοιλιότητα, ξηροστομία | Γαστρεντερική αιμορραγία, χειλίτιδα, ουλίτιδα | Πεπτικό έλκος, παγκρεατίτιδα | ||
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Ηπατική δυσλειτουργία | Ηπατική ανεπάρκεια, χολαγγειίτιδα, λιπώδες ήπαρ | ||||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Αλωπεκία, δερματίτιδα, κνησμός, ξηροδερμία | Έξανθημα, αυξημένη εφίδρωση, ψωρίαση, κνίδωση, έκζεμα, διαταραχή του δέρματος, αντίδραση φωτοευαισθη-σίας, νυχτερινοί ιδρώτες | Τοξική επιδερμική νεκρόλυση, σύνδρομο Stevens-Johnson, αγγειοοίδημα, πολύμορφο ερύθημα | |||
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και συνδετικού ιστού | Μυαλγία, αρθραλγία | Οσφυαλγία, αρθρίτιδα, μυϊκή αδυναμία, οστικό άλγος, αυχεναλγία, μυοσκελετικό άλγος, μυϊκές κράμπες | Μυοσίτιδα | Ραβδομυόλυση | ||
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Νεφρική ανεπάρκεια, νεφρωσικό σύνδρομο | |||||
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Ανικανότητα | |||||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Πυρετός, ρίγη, άλγος, εξασθένηση, κόπωση, αντίδραση θέσης ένεσης, ευερεθιστότητα | Θωρακικό άλγος, γριπώδης συνδρομή, κακουχία, λήθαργος, θερμές εξάψεις, δίψα | ||||
| Παρακλινικές εξετάσεις | Μειωμένο βάρος | |||||
| Κακώσεις και δηλητηριάσεις | Υπερδοσολογία με ουσία |
- Ανιχνεύθηκαν μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου
Εργαστηριακές τιμές: Σε κλινικές δοκιμές του Copegus σε συνδυασμό με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α ή με ιντερφερόνη άλφα-2α, η πλειονότητα των περιστατικών μη φυσιολογικών εργαστηριακών τιμών αντιμετωπίστηκε με τροποποιήσεις της δόσης (βλ. παράγραφο 4.2).
Στη θεραπεία συνδυασμού πεγκιντερφερόνης άλφα-2α με Copegus, έως 2% των ασθενών ανέπτυξαν αυξημένα επίπεδα ALT, τα οποία οδήγησαν σε τροποποίηση της δόσης ή σε διακοπή της αγωγής.
Η αιμόλυση είναι η τοξικότητα που περιορίζει τη δόση της θεραπείας με ριμπαβιρίνη. Παρατηρήθηκε μείωση στα επίπεδα αιμοσφαιρίνης σε < 10g/dl σε ποσοστό μέχρι και 15% των ασθενών που έλαβαν αγωγή με 1000/1200 mg Copegus σε συνδυασμό με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α για 48 εβδομάδες και μέχρι και σε ποσοστό 19% των ασθενών σε συνδυασμό με ιντερφερόνη άλφα-2α. Όταν χορηγήθηκε συνδυασμός 800 mg Copegus με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α για 24 εβδομάδες, ποσοστό 3% των ασθενών είχε μία μείωση των επιπέδων της αιμοσφαιρίνης σε <10 g/dl. Στις περισσότερες περιπτώσεις η μείωση της αιμοσφαιρίνης εμφανίστηκε πρώιμα στη θεραπευτική περίοδο και σταθεροποιήθηκε ταυτόχρονα με αντισταθμιστική αύξηση των δικτυερυθροκυττάρων.
Οι περισσότερες περιπτώσεις αναιμίας, λευκοπενίας και θρομβοπενίας ήταν ήπιες (βαθμού 1 κατά WHO). Αναφέρθηκαν βαθμού 2 κατά WHO μεταβολές των εργαστηριακών τιμών για την αιμοσφαιρίνη (4% των ασθενών), τα λευκοκύτταρα (24% των ασθενών) και τα θρομβοκύτταρα (2% των ασθενών).
Παρατηρήθηκε μέτρια (απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων (ANC): 0,749-0,5 x 10 /l) και σοβαρή (ANC): <0,5 x 10 /l) ουδετεροπενία σε 24% (216/887) και 5% (41/887) των ασθενών που λάμβαναν επί 48 εβδομάδες 1000/1200 mg Copegus σε συνδυασμό με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α.
Παρατηρήθηκε αύξηση των τιμών του ουρικού οξέος και της έμμεσης χολερυθρίνης σχετιζόμενη με αιμόλυση σε μερικούς ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Copegus σε συνδυασμό με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α ή ιντερφερόνη άλφα-2α και οι τιμές επανήλθαν στα επίπεδα πριν από την έναρξη της αγωγής, μέσα σε 4 εβδομάδες από το πέρας της θεραπείας. Σε σπάνιες περιπτώσεις (2/755) αυτό συσχετίστηκε με κλινική εκδήλωση (οξεία ουρική αρθρίτιδα).
Εργαστηριακές τιμές για ασθενείς με συν-λοίμωξη HIV - HCV Παρόλο που οι αιματολογικές τοξικότητες ουδετεροπενίας, θρομβοπενίας, και αναιμίας αναφέρθηκαν συχνότερα σε ασθενείς με συν-λοίμωξη HIV-HCV, η πλειοψηφία αυτών ήταν δυνατόν να αντιμετωπιστεί με τροποποίηση της δόσης και με τη χρήση αυξητικών παραγόντων και δεν απαιτήθηκε συχνά η πρόωρη διακοπή της θεραπείας. Παρατηρήθηκε μείωση των επιπέδων του αριθμού των ουδετερόφιλων (ANC) κάτω των 500 κυττάρων/mm σε ποσοστό 13% και 11% των ασθενών που λάμβαναν μονοθεραπεία πεγκιντερφερόνης άλφα-2α και θεραπεία συνδυασμού, αντίστοιχα. Παρατηρήθηκε μείωση των αιμοπεταλίων κάτω των 50.000/mm σε ποσοστό 10% και 8% των ασθενών που λάμβαναν μονοθεραπεία πεγκιντερφερόνης άλφα - 2α και θεραπεία συνδυασμού, αντίστοιχα. Αναφέρθηκε αναιμία (αιμοσφαιρίνη <10g/dL) σε ποσοστό 7% και 14% των ασθενών που λάμβαναν μονοθεραπεία πεγκιντερφερόνης άλφα - 2α ή θεραπεία συνδυασμού αυτής αντίστοιχα.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-COPEGUS
expand_more
Κύηση / γαλουχία
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-COPEGUS
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Νουκλεοσίδια και νουκλεοτίδια (εξαιρουμένων των αναστολέων της ανάστροφης μεταγραφάσης), κωδικός ATC: J05A B04
Μηχανισμός δράσης: Η ριμπαβιρίνη είναι ένα συνθετικό νουκλεοσιδικό ανάλογο το οποίο δείχνει in vitro δραστικότητα ενάντια κάποιων RNA και DNA ιών. Ο μηχανισμός μέσω του οποίου η ριμπαβιρίνη σε συνδυασμό με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α ή ιντερφερόνη άλφα-2α ασκεί τις δράσεις της κατά του ιού της ηπατίτιδας C (HCV) δεν είναι γνωστός.
Τα επίπεδα του RNA του HCV μειώνονται με διφασικό τρόπο στους αποκρινόμενους ασθενείς με ηπατίτιδα C, οι οποίοι έχουν λάβει αγωγή με 180 mg πεγκιντερφερόνη άλφα-2α. Η πρώτη φάση της πτώσης συμβαίνει 24-36 ώρες μετά την πρώτη δόση της πεγκιντερφερόνης άλφα-2α και ακολουθείται από τη δεύτερη φάση της πτώσης η οποία συνεχίζεται κατά τη διάρκεια των επόμενων 4-16 εβδομάδων σε ασθενείς που επιτυγχάνουν παραμένουσα απόκριση. Το Copegus δεν είχε καμία σημαντική επίδραση στην αρχική κινητική του ιού κατά τη διάρκεια των πρώτων 4-6 εβδομάδων σε ασθενείς που έλαβαν αγωγή με τον συνδυασμό Copegus και πεγκυλιωμένης ιντερφερόνης άλφα-2α ή ιντερφερόνης άλφα-2α.
Από του στόματος χορηγούμενες μορφές ριμπαβιρίνης σε μονοθεραπεία έχουν διερευνηθεί ως θεραπεία για τη χρόνια ηπατίτιδα C σε αρκετές κλινικές δοκιμές. Τα αποτελέσματα αυτών των ερευνών έδειξαν ότι η μονοθεραπεία ριμπαβιρίνης δεν είχε κανένα αποτέλεσμα στην εξάλειψη του ιού της ηπατίτιδας (HCV-RNA) ή στη βελτίωση της ιστολογικής εικόνας του ήπατος μετά από 6 έως και 12 μήνες θεραπείας και 6 μήνες παρακολούθησης.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Copegus σε συνδυασμό με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α
-
Δυνατότητα πρόβλεψης της απόκρισης Παράκληση όπως ανατρέξετε στην παράγραφο 4.2 στον Πίνακα 2.
-
Αποτελέσματα μελετών σε πρωτοθεραπευόμενους ασθενείς Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του συνδυασμού Copegus με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α αποδείχθηκαν σε δύο κύριες μελέτες (NV15801 + NV15942), οι οποίες συμπεριελάμβαναν ένα σύνολο 2405 ασθενών. Οι συμμετέχοντες στη μελέτη ήταν ασθενείς που δεν είχαν λάβει στο παρελθόν ιντερφερόνη, με χρόνια ηπατίτιδα C επιβεβαιωμένη με ανιχνεύσιμα επίπεδα HCV RNA ορού, με υψηλά επίπεδα ALT και με βιοψία ήπατος συμβατή με τη λοίμωξη χρόνιας ηπατίτιδας C. Στη μελέτη NR15961 συμπεριελήφθησαν μόνο ασθενείς με συν-λοίμωξη HIV-HCV (βλ. Πίνακα 14). Οι ασθενείς αυτοί είχαν σταθεροποιημένη νόσο HIV και ο μέσος όρος του αριθμού Τ-λεμφοκυττάρων CD4 ήταν περίπου 500 κύτταρα / μL. Η μελέτη NV15801 (1121 ασθενείς υπό αγωγή) σύγκρινε την αποτελεσματικότητα της διάρκειας 48 εβδομάδων αγωγής με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α (180 μg μία φορά εβδομαδιαίως) και Copegus (1000/1200 mg ημερησίως) είτε με τη μονοθεραπεία με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α είτε με τη θεραπεία συνδυασμού με ιντερφερόνη άλφα-2β και ριμπαβιρίνη. Ο συνδυασμός πεγκιντερφερόνης άλφα-2α και Copegus ήταν σημαντικά πιο αποτελεσματικός και από τον συνδυασμό ιντερφερόνης άλφα-2β με ριμπαβιρίνη, καθώς και από τη μονοθεραπεία με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α. Η μελέτη NV15942 (1284 ασθενείς υπό αγωγή) σύγκρινε την αποτελεσματικότητα αγωγής διάρκειας 24 εβδομάδων με αγωγή διάρκειας 48 εβδομάδων και δόσης Copegus 800 mg με δόση Copegus 1000/1200 mg.
Για ασθενείς με λοίμωξη HCV μόνο, και συν-λοίμωξη HIV-HCV, για θεραπευτικά σχήματα, διάρκεια της αγωγής και έκβαση της μελέτης βλ. Πίνακες 6, 7, 8 και 14 αντίστοιχα. Η ιολογική απόκριση ορίστηκε ως μη ανιχνεύσιμο HCV RNA όπως μετρήθηκε με το COBAS AMPLICOR TM HCV Test, έκδοση 2.0 (όριο ανίχνευσης 100 αντίγραφα/ml ισοδύναμα με 50 Διεθνείς Μονάδες/ml) και η παραμένουσα απόκριση ως ένα αρνητικό δείγμα ορού περίπου 6 μήνες μετά το τέλος της θεραπείας.
Πίνακας 6 Ιολογική απόκριση στον συνολικό πληθυσμό (συμπεριλαμβανομένων μη κιρρωτικών και κιρρωτικών ασθενών)
| Μελέτη NV15942 | Μελέτη NV15801 | |
|---|---|---|
| Copegus 1.000/1.200mg & πεγκιντερφερόνη άλφα-2α 180 μg (Ν=436) 48 εβδομάδες | Copegus 1.000/1.200mg & Πεγκιντερφερόνη άλφα-2α 180 μg (Ν=453) 48 εβδομάδες | |
| Απόκριση στο τέλος της θεραπείας | 68% | 69% |
| Συνολική παραμένουσα απόκριση | 63% | 54%* |
*95% Διάστημα εμπιστοσύνης (CI) για διαφορά: 3% έως 16% τιμή p (διαστρωματοποιημένο Cochran-Mantel-Haenszel test)=0,003
Οι ιολογικές ανταποκρίσεις των ασθενών με λοίμωξη HCV μόνο που λάμβαναν θεραπεία συνδυασμού με Copegus και πεγκιντερφερόνη άλφα-2α σε σχέση με το γονότυπο και το ιικό φορτίο πριν από την έναρξη της θεραπείας και σε σχέση με το γονότυπο, το ιικό φορτίο πριν από την έναρξη της αγωγής και την ταχεία ιολογική ανταπόκριση την 4 η εβδομάδα συνοψίζονται στον Πίνακα 7 και Πίνακα 8 αντίστοιχα. Τα αποτελέσματα της μελέτης NV 15942 παρέχουν την αιτιολογία σύστασης δοσολογικού σχήματος με βάση το γονότυπο, το ιικό φορτίο πριν από την έναρξη της αγωγής και την ιολογική ανταπόκριση την 4 η εβδομάδα (βλ. Πίνακες 1, 7 και 8).
Η διαφορά μεταξύ των θεραπευτικών σχημάτων δεν επηρεάστηκε σε γενικές γραμμές από την παρουσία/απουσία κίρρωσης. Ως εκ τούτου, οι συστάσεις για τον γονότυπο 1, 2 ή 3 είναι ανεξάρτητες από αυτά τα χαρακτηριστικά πριν από την έναρξη της αγωγής.
Πίνακας 7. Παραμένουσα ιολογική απόκριση με βάση το γονότυπο και το ιικό φορτίο πριν από την έναρξη της αγωγής μετά από θεραπεία συνδυασμού Copegus με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α
| Μελέτη NV15942 | Μελέτη NV15801 | |
|---|---|---|
| Copegus 800 mg & Πεγκιντερφερόνη άλφα-2α 180 μg 24 εβδομάδες | Copegus 1000/1200 mg & Πεγκιντερφερόνη άλφα-2α 180 μg 24 εβδομάδες | |
| Γονότυπος 1 | ||
| Χαμηλό ιικό φορτίο | 29% (29/101) | 41% (21/51) |
| Υψηλό ιικό φορτίο | 41% (102/250)* | 55% (33/60) |
| Γονότυπος 2/3 | ||
| Χαμηλό ιικό φορτίο | 84% (81/96) | 85% (29/34) |
| Υψηλό ιικό φορτίο | 80% (123/153) | 77% (37/48) |
| Γονότυπος 4 | 0% (0/5) | 67% (8/12) |
Χαμηλό ιικό φορτίο= <800.000 IU/ml, Υψηλό ιικό φορτίο = >800.000 IU/ml,
- Copegus 1000/1200 mg + πεγκιντερφερόνη άλφα-2α 180 μg, 48 εβδομάδες έναντι Copegus 800 mg + πεγκιντερφερόνη άλφα-2α 180 μg, 48 εβδομάδες: Πηλίκο των διαγωνίων γινομένων (95% Διάστημα εμπιστοσύνης, CI) = 1,52 (1,07 έως 2,17) Τιμή-p (διαστρωματοποιημένο Cochran-Mantel-Haenszel test) = 0,020 † Copegus 1000/1200 mg + πεγκιντερφερόνη άλφα-2α 180 μg, 48 εβδομάδες έναντι Copegus 1000/1200 mg + πεγκιντερφερόνη άλφα-2α 180 μg, 24 εβδομάδες: Πηλίκο των διαγωνίων γινομένων (95% Διάστημα εμπιστοσύνης, CI) = 2,12 (1,30 έως 3,46) Τιμή-p (διαστρωματοποιημένο Cochran-Mantel-Haenszel test) = 0,002.
Εξετάστηκε η πιθανότητα περικοπής της διάρκειας της θεραπείας σε 24 εβδομάδες σε ασθενείς με γονότυπο 1 και 4 με βάση την παραμένουσα ταχεία ιολογική ανταπόκριση σε ασθενείς με ταχεία ιολογική ανταπόκριση την 4 η εβδομάδα στις μελέτες NV15942 και ML17131 (βλ. Πίνακα 8).
Πίνακας 8: Παραμένουσα Ιολογική Ανταπόκριση με βάση την Ταχεία Ιική Ανταπόκριση την 4 η εβδομάδα για το Γονότυπο 1 και 4 μετά από Θεραπεία Συνδυασμού Copegus και πεγκιντερφερόνη άλφα-2α σε Ασθενείς με HCV
| Μελέτη NV15942 | Μελέτη ML17131 | |
|---|---|---|
| Copegus 1000/1200 mg & Πεγκιντερφερόνη άλφα-2α 180 μg 24 εβδομάδες | Copegus 1000/1200 mg & Πεγκιντερφερόνη άλφα-2α 180 μg 48 εβδομάδες | |
| Γονότυπος 1 | ||
| RVR | ||
| Χαμηλό ιικό φορτίο | 90% (28/31) | 92% (47/51) |
| Υψηλό ιικό φορτίο | 93% (25/27) | 96% (26/27) |
| Γονότυπος 1 | ||
| όχι RVR | ||
| Χαμηλό ιικό φορτίο | 75% (3/4) | 43% (95/220) |
| Υψηλό ιικό φορτίο | 21% (9/43) | 50% (31/62) |
| Γονότυπος 4 | ||
| RVR | 92% (22/24) | |
| όχι RVR | (3/6) | (4/6) |
Χαμηλό ιικό φορτίο = ≤ 800.000 IU / ml; Υψηλό ιικό φορτίο= > 800.000 IU / ml RVR = ταχεία ιική ανταπόκριση (μη ανιχνεύσιμο HCV RNA) την 4 η εβδομάδα και μη ανιχνεύσιμο HCV RNA την 24 η εβδομάδα
Παρότι περιορισμένα, τα δεδομένα υποδεικνύουν ότι η περικοπή της θεραπείας σε 24 εβδομάδες θα μπορούσε να συσχετισθεί με αυξημένο κίνδυνο υποτροπής (βλ. Πίνακα 9).
Πίνακας 9: Υποτροπή Ιολογικής Ανταπόκρισης στο Τέλος της Θεραπείας για Πληθυσμό με Ταχεία Ιολογική Ανταπόκριση
| Μελέτη NV15942 | Μελέτη NV15801 | |
|---|---|---|
| Copegus 1000/1200 mg & Πεγκιντερφερόνη άλφα-2α 180 μg 24 εβδομάδες | Copegus 1000/1200 mg & Πεγκιντερφερόνη άλφα-2α 180 μg 48 εβδομάδες | |
| Γονότυπος 1 RVR | ||
| Χαμηλό ιικό φορτίο | 6.7% (2/30) | 4.3% (2/47) |
| Υψηλό ιικό φορτίο | 3.8% (1/26) | 0% (0/25) |
| Γονότυπος 4 RVR | (0/5) | (0/5) |
Η πιθανότητα περικοπής της θεραπείας σε 16 εβδομάδες σε ασθενείς με γονότυπο 2 ή 3 εξετάστηκε με βάση την παραμένουσα ιολογική ανταπόκριση που παρατηρήθηκε σε ασθενείς με ταχεία ιολογική ανταπόκριση την 4 η εβδομάδα στη μελέτη NV17317 (βλ. Πίνακα 10).
Στη μελέτη NV17317 η οποία διενεργήθηκε σε ασθενείς που μολύνθηκαν με ιικό γονότυπο 2 ή 3, όλοι οι ασθενείς έλαβαν 180 μg πεγκιντερφερόνη άλφα-2α υποδορίως την εβδομάδα και δόση Copegus 800mg και τυχαιοποιήθηκαν σε θεραπεία 16 ή 24 εβδομάδων. Η συνολική διάρκεια θεραπείας των 16 εβδομάδων είχε σαν αποτέλεσμα χαμηλότερη παραμένουσα ιική ανταπόκριση (65%) έναντι της θεραπείας των 24 εβδομάδων (76%) (p< 0,0001).
Η παραμένουσα ιική ανταπόκριση που επιτεύχθηκε εντός 16 εβδομάδων θεραπείας και αυτή που επιτεύχθηκε εντός 24 εβδομάδων θεραπείας εξετάστηκε επίσης σε μια αναδρομική ανάλυση υποομάδων ασθενών που είχαν μη ανιχνεύσιμο HCV RNA την 4 η εβδομάδα και είχαν χαμηλό ιικό φορτίο (LVL) πριν από την έναρξη της αγωγής (βλ. Πίνακα 10).
Πίνακας 10: Παραμένουσα Ιολογική Ανταπόκριση Συνολικά και με Βάση την Ταχεία Ιική Ανταπόκριση την 4 η Εβδομάδα για Γονότυπο 2 ή 3 κατόπιν Θεραπείας Συνδυασμού Copegus με Πεγκιντερφερόνη άλφα-2α σε ασθενείς με HCV
| Μελέτη NV17317 | |
|---|---|
| Copegus 800 mg & Πεγκιντερφερόνη άλφα-2α 180 μg 16 εβδομάδες | |
| Γονότυπος 2 ή 3 | 65% (443/679) |
| Γονότυπος 2 ή 3 RVR | |
| Χαμηλό ιικό φορτίο | 82% (378/461) |
| Υψηλό ιικό φορτίο | 89% (147/166) |
Χαμηλό ιικό φορτίο = ≤ 800,000 IU / ml πριν από την έναρξη της αγωγής; Υψηλό ιικό φορτίο = > 800,000 IU / mL πριν από την έναρξη της αγωγής RVR = ταχεία ιική ανταπόκριση (HCV RNA μη ανιχνεύσιμο) την 4 η εβδομάδα.
Δεν είναι προς το παρόν σαφές εάν μια υψηλότερη δόση Copegus (π.χ. 1000/1200 mg/ημέρα με βάση το σωματικό βάρος) οδηγεί σε υψηλότερα ποσοστά SVR από ότι δόση 800 mg/ημέρα, όταν η θεραπεία μειώνεται σε 16 εβδομάδες.
Τα δεδομένα υποδεικνύουν ότι η περικοπή της θεραπείας σε 16 εβδομάδες συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο υποτροπής (βλ. Πίνακα 11).
Πίνακας 11: Υποτροπή Ιολογικής Ανταπόκρισης μετά το Τέλος της Θεραπείας σε Ασθενείς με Γονότυπο 2 ή 3 με Ταχεία Ιική Ανταπόκριση
| Μελέτη NV17317 | |
|---|---|
| Copegus 800 mg & Πεγκιντερφερόνη άλφα-2α 180 μg 16 εβδομάδες | |
| Γονότυπος 2 ή 3 RVR | |
| Χαμηλό ιικό φορτίο | 15% (67/439) |
| Υψηλό ιικό φορτίο | 20% (57/284) |
Ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C οι οποίοι δεν είχαν ανταποκριθεί σε προηγούμενη αγωγή Στη μελέτη MV17150, ασθενείς που δεν ανταποκρίθηκαν σε προηγούμενη θεραπεία με πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη άλφα-2β και ριμπαβιρίνη, τυχαιοποιήθηκαν σε τέσσερα διαφορετικά σχήματα:
- πεγκιντερφερόνη άλφα-2α 360 μg /εβδομάδα για 12 εβδομάδες, ακολουθούμενα από 180 μg /εβδομάδα για 60 εβδομάδες επιπλέον
- πεγκιντερφερόνη άλφα-2α 360 μg /εβδομάδα για 12 εβδομάδες, ακολουθούμενα από 180 μg /εβδομάδα για 36 εβδομάδες επιπλέον
- πεγκιντερφερόνη άλφα-2α 180 μg /εβδομάδα για 72 εβδομάδες,
- πεγκιντερφερόνη άλφα-2α 180 μg /εβδομάδα για 48 εβδομάδες. Όλοι οι ασθενείς έλαβαν Copegus (1000 ή 1200 mg/ημέρα) σε συνδυασμό με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α. Όλα τα σκέλη θεραπείας περιελάμβαναν 24 εβδομάδες παρακολούθησης χωρίς θεραπεία.
Σύμφωνα με αναλύσεις πολλαπλής παλινδρόμησης και αναλύσεων συγκεντρωτικής ομάδας με τις οποίες αξιολογήθηκε η επίδραση της διάρκειας θεραπείας και η χρήση δόσης εφόδου, αναγνωρίστηκε σαφώς η διάρκεια θεραπείας 72 εβδομάδων ως ο πρωταρχικός παράγοντας επίτευξης παραμένουσας ιολογικής ανταπόκρισης. Οι διαφορές στην παραμένουσα ιολογική ανταπόκριση (SVR) με βάση τη διάρκεια θεραπείας, τα δημογραφικά στοιχεία και τις καλύτερες ανταποκρίσεις σε προηγούμενη θεραπεία παρατίθενται στον Πίνακα 12.
Πίνακας 12: Ιολογική Ανταπόκριση (VR) 12 η ς Εβδομάδας και Παραμένουσα Ιολογική Ανταπόκριση (SVR) σε Ασθενείς με Ιολογική Ανταπόκριση τη 12 η Εβδομάδα κατόπιν θεραπείας Συνδυασμού με Copegus και Πεγκιντερφερόνη άλφα-2α, οι οποίοι δεν είχαν Ανταποκριθεί σε Προηγούμενη Αγωγή με Πεγκιντερφερόνη άλφα-2β και Ριμπαβιρίνη
| | Copegus 1000/1200 mg & Πεγκιντερφερόνη άλφα-2α 360/180 ή 180 μg 72 ή 48 Εβδομάδες (N = 942) | Copegus 1000/1200 mg & Πεγκιντερφερόνη άλφα-2α 360/180 ή 180 μg 72 Εβδομάδες (N = 473) | Copegus 1000/1200 mg & Πεγκιντερφερόνη άλφα-2α 360/180 ή 180 μg 48 Εβδομάδες (N = 469) | |—|—|—| | | Ασθενείς με VR την εβδομάδα α (N = 876) | SVR σε Ασθενείς με VR την εβδομάδα β (N = 100) | SVR σε Ασθενείς με VR την εβδομάδα 12 β (N = 57) | | Συνολικά | 18% (157/876) | 57% (57/100) | 35% (20/57) | | Χαμηλό ιικό φορτίο | 35% (56/159) | 63% (22/35) | 38% (8/21) | | Υψηλό ιικό φορτίο | 14% (97/686) | 54% (34/63) | 32% (11/34) | | Γονότυπος 1/4 | | | | | Χαμηλό ιικό φορτίο | 17% (140/846) | 55% (52/94) | 35% (16/46) | | Υψηλό ιικό φορτίο | 35% (54/154) | 63% (22/35) | 38% (8/21) | | Γονότυπος 2/3 | | | | | Χαμηλό ιικό φορτίο | 58% (15/26) | (6/13) | (3/4) | | Υψηλό ιικό φορτίο | (2/5) | (3/6) | (1/2) | | Κιρρωτικοί ή μη | | | | | Μη κρρωτικοί | 8% (19/239) | 59% (51/87) | 35% (20/57) | | Κιρρωτικοί | 22% (137/633) | 54% (34/63) | 32% (11/34) | | Καλύτερη Ανταπόκριση κατά τη διάρκεια Προηγούμενης Θεραπείας | | | | | 2log μείωση του HCV RNA | 28% (34/121) | 68% (15/22) | 63% (22/35) | | <2log μείωση του HCV RNA | 12% (39/323) | 64% (16/25) | 54% (34/63) | | Ελλιπής παρακολούθηση προηγούμενης ανταπόκρισης | 19% (84/432) | 49% (26/53) | 32% (11/34) |
Υψηλό ιικό φορτίο = > 800,000 IU / ml, χαμηλό ιικό φορτίο = ≤ 800,000 IU / ml. α. Ασθενείς που πέτυχαν ιική καταστολή (μη ανιχνεύσιμα επίπεδα HCV RNA, <50 IU / ml) τη 12 η εβδομάδα θεωρείται ότι είχαν ιολογική ανταπόκριση τη 12 η εβδομάδα. Σε ασθενείς στους οποίους δεν μελετήθηκαν τα επίπεδα HCV RNA τη 12 η εβδομάδα δε συμπεριλήφθηκαν στην ανάλυση. β. Ασθενείς που πέτυχαν ιική καταστολή τη 12 η εβδομάδα αλλά δεν μελετήθηκαν τα επίπεδα HCV RNA στο τέλος της παρακολούθησής τους θεωρήθηκαν ως μη ανταποκριθέντες.
Στη μελέτη HALT-C, ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C και προχωρημένη ίνωση ή κίρρωση που δεν είχαν ανταποκριθεί σε προηγούμενη θεραπεία με ιντερφερόνη άλφα ή πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη άλφα, ως μονοθεραπεία ή ως θεραπεία συνδυασμού με ριμπαβιρίνη, έλαβαν αγωγή με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α 180 μg /εβδομάδα και Copegus 1000/1200mg την ημέρα. Οι ασθενείς που πέτυχαν μη ανιχνεύσιμα επίπεδα HCV RNA μετά από 20 εβδομάδες θεραπείας παρέμειναν σε θεραπεία συνδυασμού με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α και Copegus για 48 εβδομάδες συνολικά και κατόπιν σε παρακολούθηση για 24 εβδομάδες μετά το πέρας της θεραπείας. Η πιθανότητα παραμένουσας ιολογικής ανταπόκρισης διαφοροποιήθηκε ανάλογα με το προηγούμενο θεραπευτικό σχήμα (βλ. Πίνακα 13).
Πίνακας 13 Παραμένουσα Ιολογική Ανταπόκριση στην HALT-C με βάση το Προηγούμενο Θεραπευτικό Σχήμα σε Πληθυσμό χωρίς Προηγούμενη Ανταπόκριση
| Προηγούμενη θεραπεία | Copegus 1000/1200 mg & Πεγκιντερφερόνη άλφα-2α 360/180 ή 180 μg 72 ή 48 Εβδομάδες | Copegus 1000/1200 mg & Πεγκιντερφερόνη άλφα-2α 360/180 ή 180 μg 72 Εβδομάδες | Copegus 1000/1200 mg & Πεγκιντερφερόνη άλφα-2α 360/180 ή 180 μg 48 Εβδομάδες | |—|—|—| | | Ασθενείς με VR την εβδομάδα α | SVR σε Ασθενείς με VR την εβδομάδα β | SVR σε Ασθενείς με VR την εβδομάδα 12 β | | Συνολικά | 18% (157/876) | 57% (57/100) | 35% (20/57) | | Χαμηλό ιικό φορτίο | 35% (56/159) | 63% (22/35) | 38% (8/21) | | Υψηλό ιικό φορτίο | 14% (97/686) | 54% (34/63) | 32% (11/34) | | Γονότυπος 1/4 | | | | | Χαμηλό ιικό φορτίο | 17% (140/846) | 55% (52/94) | 35% (16/46) | | Υψηλό ιικό φορτίο | 35% (54/154) | 63% (22/35) | 38% (8/21) | | Γονότυπος 2/3 | | | | | Χαμηλό ιικό φορτίο | 58% (15/26) | (6/13) | (3/4) | | Υψηλό ιικό φορτίο | (2/5) | (3/6) | (1/2) | | Κιρρωτικοί ή μη | | | | | Μη κρρωτικοί | 8% (19/239) | 59% (51/87) | 35% (20/57) | | Κιρρωτικοί | 22% (137/633) | 54% (34/63) | 32% (11/34) | | Καλύτερη Ανταπόκριση κατά τη διάρκεια Προηγούμενης Θεραπείας | | | | | 2log μείωση του HCV RNA | 28% (34/121) | 68% (15/22) | 63% (22/35) | | <2log μείωση του HCV RNA | 12% (39/323) | 64% (16/25) | 54% (34/63) | | Ελλιπής παρακολούθηση προηγούμενης ανταπόκρισης | 19% (84/432) | 49% (26/53) | 32% (11/34) |
Υψηλό ιικό φορτίο = > 800,000 IU / ml, χαμηλό ιικό φορτίο = ≤ 800,000 IU / ml.
Ασθενείς με λοίμωξη HCV με φυσιολογικά επίπεδα ALT Στη μελέτη NR16071, οι ασθενείς με HCV με φυσιολογικές τιμές ALT τυχαιοποιήθηκαν για τη λήψη 180 μg πεγκιντερφερόνης άλφα-2α/εβδομάδα και μια δόση Copegus 800 mg/ημέρα, είτε για 24 ή για 48 εβδομάδες ακολουθούμενη από μια περίοδο παρακολούθησης 24 εβδομάδων χωρίς αγωγή ή χωρίς αγωγή για 72 εβδομάδες (ομάδα ελέγχου). Οι παρατεταμένες ιολογικές ανταποκρίσεις που αναφέρθηκαν στα θεραπευτικά σκέλη αυτής της μελέτης ήταν παρόμοιες με τα αντίστοιχα θεραπευτικά σκέλη από τη μελέτη NV 15942.
Παιδιά και έφηβοι Στη χορηγούμενη από τον ερευνητή μελέτη CHIPS (Διεθνής Παιδιατρική Μελέτη Χρόνιας Ηπατίτιδας C), 65 παιδιά και έφηβοι (6-18 ετών) με χρόνια HCV λοίμωξη έλαβαν αγωγή με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α 100 μg /m υποδορίως μια φορά την εβδομάδα και Copegus 15 mg/kg/ημέρα για 24 εβδομάδες (γονότυποι 2 και 3) ή 48 εβδομάδες (όλοι οι άλλοι γονότυποι). Τα προκαταρκτικά και περιορισμένα στοιχεία ασφάλειας κατέδειξαν μη προφανή παρέκκλιση από τη γνωστή εικόνα ασφάλειας του συνδυασμού σε ενήλικες με χρόνια HCV λοίμωξη, αλλά, σημαντικότερα, δεν έχει αναφερθεί πιθανή επίπτωση στην ανάπτυξη. Τα αποτελέσματα αποτελεσματικότητας ήταν παρόμοια με αυτά που αναφέρθηκαν σε ενήλικες.
Ασθενείς με HIV - HCV συν-λοίμωξη Οι ιολογικές ανταποκρίσεις των ασθενών που έλαβαν θεραπεία συνδυασμού Copegus και πεγκιντερφερόνη άλφα-2α με βάση το γονότυπο και το ιικό φορτίο πριν από την έναρξη της αγωγής για ασθενείς με συν-λοίμωξη HIV-HCV συνοψίζονται παρακάτω στον Πίνακα 14.
Πίνακας 14. Παραμένουσα Ιολογική Ανταπόκριση με βάση το Γονότυπο και το Ιικό Φορτίο πριν την έναρξη της αγωγής κατόπιν Θεραπείας Συνδυασμού Copegus και πεγκιντερφερόνη άλφα-2α σε Ασθενείς με συν-λοίμωξη HIV-HCV
| Μελέτη NR15961 | |
|---|---|
| Ιντερφερόνη άλφα-2α 3 MIU & Copegus 800 mg 48 εβδομάδες | |
| Όλοι οι ασθενείς | 12% (33/285)* |
| Γονότυπος 1 | 7% (12/171) |
| Χαμηλό ιικό φορτίο | 19% (8/42) |
| Υψηλό ιικό φορτίο | 3% (4/129) |
| Γονότυπος 2-3 | 20% (18/89) |
| Χαμηλό ιικό φορτίο | 27% (8/30) |
| Υψηλό ιικό φορτίο | 17% (10/59) |
Χαμηλό ιικό φορτίο = ≤ 800.000 IU / ml; Υψηλό ιικό φορτίο= > 800.000 IU / ml
- Πεγκιντερφερόνη άλφα-2α 180 μg + Copegus 800mg έναντι Ιντερφερόνης άλφα-2α 3MIU + Copegus 800mg: Πηλίκο των διαγωνίων γινομένων (95% διάστημα εμπιστοσύνης) = 5,40 (3,42 έως 8,54), Τιμή - p (διαστρωματοποιημένο Cochran-Mantel-Haenszel test) = < 0,0001 Πεγκιντερφερόνη άλφα-2α 180 μg + Copegus 800mg έναντι πεγκιντερφερόνης άλφα-2α 180g: Πηλίκο των διαγωνίων γινομένων (95% CI) = 2,89 (1,93 έως 4,32), Τιμή -p (διαστρωματοποιημένο Cochran-Mantel-Haenszel test) = < 0,0001 Ιντερφερόνη άλφα-2α 3MIU + Copegus 800mg έναντι πεγκιντερφερόνης άλφα-2α 180g: Πηλίκο των διαγωνίων γινομένων (95% CI) = 0,53 (0,33 έως 0,85), Τιμή -p (διαστρωματοποιημένο Cochran-Mantel-Haenszel test) = < 0,0084
Μια μεταγενέστερη μελέτη (NV18209) σε ασθενείς με συν-λοίμωξη HCV με γονότυπο 1 και HIV συνέκρινε τη θεραπεία με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α 180 μg/εβδομάδα και Copegus 800 mg ή 1000 mg (<75 kg)/1200 mg (≥75 kg) ημερησίως για 48 εβδομάδες. Η μελέτη δεν είχε στατιστική ισχύ για την αξιολόγηση αποτελεσματικότητας. Οι εικόνες ασφάλειας και στις δυο ομάδες Copegus βρίσκονται σε συμφωνία με τη γνωστή εικόνα ασφάλειας της θεραπείας συνδυασμού πεγκιντερφερόνης άλφα-2α με Copegus και δεν είναι ενδεικτικές οποιωνδήποτε σχετικών διαφορών, με την εξαίρεση μιας ελαφράς αύξησης της αναιμίας στο σκέλος με την υψηλή δόση Copegus.
Ριμπαβιρίνη σε συνδυασμό με ιντερφερόνη άλφα-2α
Η θεραπευτική αποτελεσματικότητα της ιντερφερόνης άλφα-2α ως μονοθεραπεία και σε συνδυασμό με από του στόματος χορηγούμενη ριμπαβιρίνη συγκρίθηκε σε κλινικές δοκιμές σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει προηγούμενη αγωγή και σε ασθενείς που υποτροπίασαν και είχαν ιολογικά, βιοχημικά και ιστολογικά τεκμηριωμένη χρόνια ηπατίτιδα C. Έξι μήνες μετά το τέλος της αγωγής αξιολογήθηκε η παραμένουσα βιοχημική και ιολογική ανταπόκριση καθώς και η ιστολογική βελτίωση.
Παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική, 10πλάσια αύξηση (από 4% σε 43%, p<0,01) στην παραμένουσα ιολογική και βιοχημική απόκριση σε ασθενείς που υποτροπίασαν (Μ23136, Ν=99). Το ευνοϊκό προφίλ της θεραπείας συνδυασμού αντικατοπτρίστηκε επίσης στο σχετιζόμενο με το γονότυπο HCV ή με το ιικό φορτίο πριν την έναρξη της αγωγής, ποσοστό απόκρισης. Στους βραχίονες συνδυασμού και μονοθεραπείας με ιντερφερόνη αντίστοιχα, τα ποσοστά παραμένουσας απόκρισης σε ασθενείς με γονότυπο-1 HCV ήταν 28% έναντι 0% και με γονότυπο μη-1 ήταν 58% έναντι 8%. Επιπροσθέτως, η ιστολογική βελτίωση ευνόησε τη θεραπεία συνδυασμού. Αναφέρθηκαν υποστηρικτικά ευνοϊκά αποτελέσματα (μονοθεραπείας έναντι συνδυασμού: 6% έναντι 48%, p<0,04) αναφέρθηκαν και σε μία μικρή δημοσιευμένη μελέτη με ασθενείς που δεν είχαν λάβει προηγούμενη αγωγή (Ν=40) με χρήση ιντερφερόνης άλφα-2α (3 MIU 3 φορές την εβδομάδα) και ριμπαβιρίνης.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-COPEGUS
expand_more
Φαρμακοκινητική
Η ριμπαβιρίνη απορροφάται ταχέως μετά τη χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης Copegus από το στόμα (διάμεση τιμή T max =1-2 ώρες). Ο μέσος χρόνος ημιζωής τελικής φάσης της ριμπαβιρίνης μετά από εφάπαξ δόση Copegus κυμαίνεται από 140 έως 160 ώρες. Δεδομένα από τη βιβλιογραφία για τη ριμπαβιρίνη καταδεικνύουν ότι η απορρόφηση είναι εκτεταμένη, με περίπου το 10% μιας ραδιοσεσημασμένης δόσης να απεκκρίνεται στα κόπρανα. Ωστόσο, η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 45-65%, που φαίνεται να οφείλεται σε μεταβολισμό πρώτης διόδου. Υπάρχει μια περίπου γραμμική σχέση μεταξύ δόσης και AUC tf κατόπιν εφάπαξ δόσεων 200-1200 mg ριμπαβιρίνης. Η μέση φαινόμενη κάθαρση της από στόματος χορηγούμενης ριμπαβιρίνης κατόπιν εφάπαξ δόσεων Copegus 600 mg κυμαίνεται από 22 έως 29 λίτρα/ώρα. Ο όγκος κατανομής είναι περίπου 4.500 λίτρα μετά από χορήγηση Copegus. Η ριμπαβιρίνη δεν δεσμεύεται από τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Η ριμπαβιρίνη έχει δείξει ότι παράγει υψηλή δι- και ενδο-ατομική φαρμακοκινητική μεταβλητότητα κατόπιν εφάπαξ από του στόματος δόσεων Copegus (ενδο-ατομική μεταβλητότητα ≤ 25% τόσο για την AUC όσο και τη C max ), η οποία μπορεί να οφείλεται σε εκτεταμένο μεταβολισμό πρώτης διόδου και μεταφορά εντός και εκτός του κυκλοφορικού συστήματος.
Η μεταφορά της ριμπαβιρίνης σε διαμερίσματα εκτός του πλάσματος έχει μελετηθεί πολύ εκτεταμένα σε ερυθρά αιμοσφαίρια και έχει αναγνωριστεί ότι γίνεται κυρίως μέσω ενός εξισορροπητικού νουκλεοσιδικού μεταφορέα τύπου es. Αυτός ο τύπος μεταφορέα υπάρχει σε όλους σχεδόν τους τύπους κυττάρων και μπορεί να ευθύνεται για το μεγάλο όγκο κατανομής της ριμπαβιρίνης. Η αναλογία των συγκεντρώσεων της ριμπαβιρίνης στο πλήρες αίμα/πλάσμα είναι περίπου 60:1. Η περίσσεια της ριμπαβιρίνης στο πλήρες αίμα υπάρχει ως νουκλεοτίδια ριμπαβιρίνης εντός των ερυθροκυττάρων ή εντοπιζόμενα στα ερυθροκύτταρα.
Η ριμπαβιρίνη έχει δύο μεταβολικές οδούς: 1) μια οδό αναστρέψιμης φωσφορυλίωσης, 2) μία οδό διασπάσεως που περιλαμβάνει αποριβοζυλίωση και υδρόλυση του αμιδίου προς τριαζολικό καρβοξικό μεταβολίτη. Η ριμπαβιρίνη καθώς και οι τριαζολο-καρβοξαμιδικοί μεταβολίτες και οι μεταβολίτες τριαζολο-καρβοξυλικού οξέος απεκκρίνονται από τους νεφρούς.
Μετά από χορήγηση επανειλημμένων δόσεων, η ριμπαβιρίνη συσσωρεύεται σε μεγάλο βαθμό στο πλάσμα με την αναλογία των AUC 12 ωρών επανειλημμένων δόσεων προς AUC 12 ωρών εφάπαξ δόσης να ισούται προς 6, με βάση βιβλιογραφικά στοιχεία. Κατόπιν από στόματος χορήγησης 600 mg δύο φορές ημερησίως, η σταθεροποιημένη κατάσταση επιτεύχθηκε περίπου σε 4 εβδομάδες, με μέση τιμή συγκεντρώσεων σταθεροποιημένης κατάστασης περίπου 2200 ng/ml. Με τη διακοπή της χορήγησης ο χρόνος ημιζωής ήταν περίπου 300 ώρες, γεγονός που πιθανόν αντικατοπτρίζει την αργή αποβολή από τα λοιπά πλην του πλάσματος διαμερίσματα.
Επίδραση της τροφής: Η βιοδιαθεσιμότητα μιας εφάπαξ από του στόματος δόσης 600 mg Copegus αυξήθηκε με τη συγχορήγηση ενός πολύ λιπαρού γεύματος. Οι παράμετροι έκθεσης AUC (0-192 h) και C max της ριμπαβιρίνης αυξήθηκαν κατά 42% και 66% αντίστοιχα, όταν το Copegus ελήφθη μαζί με ένα πολύ λιπαρό πρόγευμα συγκριτικά με τη λήψη του σε κατάσταση νηστείας. Η κλινική σημασία των αποτελεσμάτων αυτής της μελέτης εφάπαξ δόσης δεν είναι γνωστή. Η έκθεση στη ριμπαβιρίνη κατόπιν επανειλημμένης δοσολογίας όταν ελήφθη μαζί με τροφή ήταν συγκρίσιμη σε ασθενείς που λάμβαναν πεγκιντερφερόνη άλφα-2α και Copegus και ιντερφερόνη άλφα-2β και ριμπαβιρίνη. Συνιστάται η λήψη της ριμπαβιρίνης με τροφή έτσι ώστε να επιτυγχάνονται οι βέλτιστες συγκεντρώσεις της στο πλάσμα.
Νεφρική λειτουργία: Η φαινομενική κάθαρση της ριμπαβιρίνης είναι μειωμένη σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης ≤50 ml/min, συμπεριλαμβανομένων των ασθενών με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (ESRD) σε χρόνια αιμοκάθαρση, εμφανίζοντας περίπου 30% της τιμής που βρέθηκε σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Με βάση μια μικρή μελέτη σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης ≤50 ml/min) που λάμβαναν ημερησίως μειωμένες δόσεις Copegus 600 mg και 400 mg, τα επίπεδα της ριμπαβιρίνης στο πλάσμα (AUC) βρέθηκαν αντίστοιχα να είναι υψηλότερα σε σύγκριση με ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης >80 ml/min) που λάμβαναν την καθιερωμένη δοσολογία Copegus. Οι ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (ESRD) σε χρόνια αιμοκάθαρση και οι οποίοι έλαβαν 200 mg Copegus ημερησίως, εμφάνισαν μέση τιμή ριμπαβιρίνης στο πλάσμα (AUC) περίπου 80% της τιμής που βρέθηκε με ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία που λάμβαναν την καθιερωμένη δοσολογία Copegus 1000/1200 mg ημερησίως. Η ριμπαβιρίνη στο πλάσμα απομακρύνεται με αιμοκάθαρση με ποσοστό απομάκρυνσης περίπου 50%. Ωστόσο, εξαιτίας του μεγάλου όγκου κατανομής της ριμπαβιρίνης, σημαντικές ποσότητες ριμπαβιρίνης δεν απομακρύνονται αποτελεσματικά από τον οργανισμό με αιμοκάθαρση. Αυξημένα ποσοστά ανεπιθύμητων ενεργειών παρατηρήθηκαν σε ασθενείς με μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία που λάμβαναν δόσεις που αξιολογήθηκαν σε αυτή τη μελέτη. Αν και η δόση της ριμπαβιρίνης θα πρέπει να μειωθεί εάν χρησιμοποιείται σε ασθενείς με σημαντική νεφρική δυσλειτουργία, δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για την ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της ριμπαβιρίνης σε αυτούς τους ασθενείς που να υποστηρίζουν συγκεκριμένες συστάσεις για προσαρμογή της δόσης (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4).
Ηπατική λειτουργία: Η φαρμακοκινητική μιας εφάπαξ δόσης ριμπαβιρίνης σε ασθενείς με ήπια, μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (ταξινόμηση Α, Β ή C κατά Child-Pugh) είναι παρόμοια με την αντίστοιχη σε φυσιολογικούς μάρτυρες.
Χρήση σε ηλικιωμένους ασθενείς ηλικίας μεγαλύτερης των 65 ετών: Δεν έχουν διενεργηθεί ειδικές φαρμακοκινητικές αξιολογήσεις σε ηλικιωμένα άτομα. Ωστόσο, σε μία δημοσιευμένη φαρμακοκινητική μελέτη πληθυσμού, η ηλικία δεν ήταν παράγοντας-κλειδί στην κινητική της ριμπαβιρίνης. Η νεφρική λειτουργία είναι ο καθοριστικός παράγοντας.
Ασθενείς ηλικίας μικρότερης των 18 ετών: Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ριμπαβιρίνης δεν έχουν πλήρως αξιολογηθεί σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 18 ετών. Το Copegus σε συνδυασμό με πεγκιντερφερόνη άλφα-2α ή ιντερφερόνη άλφα-2α ενδείκνυται για τη θεραπεία της χρόνιας ηπατίτιδας C μόνο σε ασθενείς 18 ετών ή μεγαλύτερους.
Φαρμακοκινητική σε πληθυσμιακές ομάδες: Διενεργήθηκε φαρμακοκινητική ανάλυση με βάση τον πληθυσμό χρησιμοποιώντας τιμές συγκεντρώσεων στο πλάσμα από πέντε κλινικές δοκιμές. Ενώ το σωματικό βάρος και η φυλή ήταν στατιστικά σημαντικές συνμεταβλητές στο πρότυπο κάθαρσης μόνο η επίδραση του σωματικού βάρους ήταν κλινικά σημαντική. Η κάθαρση αυξανόταν ως συνάρτηση του σωματικού βάρους και προβλέφθηκε ότι ποικίλλει μεταξύ 17,7 και 24,8 L/h σε σωματικό βάρος κυμαινόμενο από 44 έως 155 κιλά. Η κάθαρση της κρεατινίνης (σε χαμηλά επίπεδα των 34 ml/min) δεν επηρέασε την κάθαρση της ριμπαβιρίνης.
Μεταφορά στο σπερματικό υγρό: Έχει μελετηθεί η μεταφορά της ριμπαβιρίνης μέσω του σπέρματος. Οι συγκεντρώσεις ριμπαβιρίνης στο σπερματικό υγρό είναι περίπου δύο φορές υψηλότερη σε σύγκριση με τον ορό. Ωστόσο, έχει εκτιμηθεί ότι η συστημική έκθεση στη ριμπαβιρίνη γυναίκας συντρόφου, μετά από σεξουαλική επαφή με ασθενή υπό θεραπεία, παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη σε σύγκριση με τις θεραπευτικές συγκεντρώσεις της ριμπαβιρίνης στο πλάσμα.
ΕΟΦ · 5.3.6
Φάρμακα κατά της ηπατίτιδας
expand_more
Φάρμακα κατά της ηπατίτιδας
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
- Φαινομενική κάθαρση=26 L/h [Μία από του στόματος δόση]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η ριμπαβιρίνη επιδεικνύει άμεση αντι-ιική δράση έναντι διαφόρων ιών DNA και RNA, αυξάνοντας τη συχνότητα μεταλλάξεων στο γονιδίωμα αρκετών ιών RNA. Ανήκει στα αντιμεταβολιτικά νουκλεοσιδικά φάρμακα που παρεμβαίνουν στην αντιγραφή του ιογενούς γενετικού υλικού. Το φάρμακο αναστέλλει τη δραστηριότητα του ενζύμου RNA-εξαρτώμενη RNA πολυμεράση, λόγω της ομοιότητάς του με τα δομικά συστατικά των μορίων RNA.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η ριμπαβιρίνη αναφέρεται ότι έχει πολλούς μηχανισμούς δράσης που οδηγούν στην αναστολή της σύνθεσης ιογενούς RNA και πρωτεϊνών. Μετά την ενεργοποίηση από την αδενοσινοκινάση σε μονο-, δι- και τριφωσφορικές μεταβολίτες της ριμπαβιρίνης. Η τριφωσφορική ριμπαβιρίνη (RTP) είναι ο κύριος μεταβολίτης που αναστέλλει άμεσα την ιογενή πολυμεράση mRNA, δεσμευόμενη στη θέση πρόσδεσης νουκλεοτιδίων του ενζύμου. Αυτό εμποδίζει τη δέσμευση των σωστών νουκλεοτιδίων, οδηγώντας σε μείωση της ιογενούς αντιγραφής ή στην παραγωγή ελαττωματικών ιόντων. Η RTP επιδεικνύει επίσης ανασταλτική δράση στην ιογενή mRNA γουανυλυλοτρανσφεράση και mRNA 2′-O-μεθυλοτρανσφεράση του ιού Dengue. Η αναστολή αυτών των ενζύμων διαταράσσει την μετα-μεταφραστική κάλυψη (capping) του 5′ άκρου του ιογενούς mRNA μέσω της ενσωμάτωσης της ριμπαβιρίνης στη θέση της γουανοσίνης και εμποδίζοντας το βήμα μεθυλίωσης της κάλυψης. Προτείνεται ως άλλος μηχανισμός δράσης της ριμπαβιρίνης η αναστολή της κυτταρικής ινoσινο μονοφωσφορικής δεϋδρογενάσης (IMPDH) και η επακόλουθη εξάντληση της δεξαμενής GTP. Η IMPDH καταλύει το βήμα καθορισμού του ρυθμού, όπου η ινοσινο-5′-μονοφωσφορική μετατρέπεται σε ξανθινο μονοφωσφορική κατά τη σύνθεση γουανοσινο μονοφωσφορικής (GMP). Η GMP μετατρέπεται αργότερα σε γουανοσινο τριφωσφορική (GTP). Η μονοφωσφορική ριμπαβιρίνη μιμείται την ινοσινο-5′-μονοφωσφορική και δρα ως ανταγωνιστικός αναστολέας της IMPDH. Η αναστολή της de novo σύνθεσης γουανινικών νουκλεοτιδίων και η μειωμένη ενδοκυττάρια δεξαμενή GTP οδηγούν σε μείωση της σύνθεσης ιογενών πρωτεϊνών και περιορίζουν την αντιγραφή των ιογενών γονιδιωμάτων. Η ριμπαβιρίνη δρα ως μεταλλαξιογόνο στον στόχο ιό, προκαλώντας «καταστροφή σφαλμάτων» λόγω αυξημένων ιογενών μεταλλάξεων. Η RTP ζευγαρώνει με την κυτιδινο τριφωσφορική ή ουριδινο τριφωσφορική με ίση αποδοτικότητα και μπλοκάρει την επιμήκυνση του RNA του HCV. Προκαλεί πρόωρο τερματισμό του νεοσυντιθέμενου RNA του HCV και αυξάνει τη μεταλλαξιγένεση, παράγοντας ελαττωματικά ιόντα. Η ριμπαβιρίνη ασκεί επίσης ανοσοτροποποιητική δράση του ξενιστή προς τον ιό, μετατοπίζοντας την απόκριση Th2 υπέρ ενός φαινοτύπου Th1. Η απόκριση Th2 και η παραγωγή κυτοκινών τύπου 2 όπως IL-4, IL-5 και IL-10 διεγείρουν την χυμική απόκριση που ενισχύει την ανοσία έναντι του ιού. Η ριμπαβιρίνη ενίσχυσε την επαγωγή γονιδίων σχετιζόμενων με την ιντερφερόνη, συμπεριλαμβανομένου του υποδοχέα ιντερφερόνης-α, και μείωσε τη γονιδιακή έκφραση που εμπλέκεται στην αναστολή της ιντερφερόνης, την απόπτωση και την ενεργοποίηση των ηπατικών αστεροειδών κυττάρων in vitro.
Ο ακριβής μηχανισμός δράσης της αντι-ιικής δραστηριότητας της ριμπαβιρίνης δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί, αλλά το φάρμακο φαίνεται να ασκεί την αντι-ιική του δράση παρεμβαίνοντας στη σύνθεση RNA και DNA και, στη συνέχεια, αναστέλλοντας τη σύνθεση πρωτεϊνών και την ιογενή αντιγραφή. Η αντι-ιική δραστηριότητα του φαρμάκου οδηγεί κυρίως σε ενδοκυτταρική βιoστατική δράση σε κύτταρα που έχουν μολυνθεί από ευαίσθητους στη ριμπαβιρίνη ιούς RNA ή DNA. Ωστόσο, οι ειδικοί μηχανισμοί δράσης του φαρμάκου μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με τον ιό. Σε ιογενώς μολυσμένα κύτταρα in vitro, η ριμπαβιρίνη γενικά εμφανίζει μεγαλύτερη συγγένεια για την αναστολή της ιογενούς σύνθεσης DNA και RNA παρά για την κυτταρική (ξενιστή) σύνθεση DNA και RNA. Ωστόσο, σε κύτταρα που έχουν μολυνθεί από τον ιό της κυστικής στοματίτιδας in vitro, το φάρμακο φάνηκε να εμφανίζει μεγαλύτερη συγγένεια για την αναστολή της κυτταρικής σύνθεσης RNA παρά της ιογενούς. Η αναστολή της κυτταρικής σύνθεσης RNA συνήθως συμβαίνει μόνο σε συγκεντρώσεις in vitro υψηλότερες από εκείνες που απαιτούνται για την αναστολή της κυτταρικής σύνθεσης DNA.
Η αντι-ιική δραστηριότητα της ριμπαβιρίνης φαίνεται να εξαρτάται κυρίως από την ενδοκυττάρια μετατροπή του φαρμάκου σε ριμπαβιρίνη-5′-τριφωσφορική και -μονοφωσφορική. Η ριμπαβιρίνη-5′-διφωσφορική εμφανίζει ελάχιστη αντι-ιική δραστηριότητα σε σύγκριση με τη μονοφωσφορική ή τριφωσφορική. Η ριμπαβιρίνη απορροφάται εύκολα μέσω της κυτταρικής πλασματικής μεμβράνης, πιθανώς μέσω ενός μηχανισμού μεταφοράς νουκλεοσιδίων. Στη συνέχεια, το φάρμακο μετατρέπεται μέσω κυτταρικών ενζύμων σε δεριμπoζυλιωμένη ριμπαβιρίνη (1,2,4-τριαζόλη-3-καρβοξαμίδη) και φωσφορυλιώνεται σε ριμπαβιρίνη-5′-μονοφωσφορική, -διφωσφορική και -τριφωσφορική. Η φωσφορυλίωση της ριμπαβιρίνης συμβαίνει κυρίως σε ιογενώς μολυσμένα κύτταρα, αλλά συμβαίνει και σε μη μολυσμένα κύτταρα. Η ριμπαβιρίνη μετατρέπεται σε ριμπαβιρίνη-5′-μονοφωσφορική μέσω της αδενοσινοκινάσης· η μονοφωσφορική φωσφορυλιώνεται σε διφωσφορική και τριφωσφορική μέσω άλλων κυτταρικών ενζύμων, συμπεριλαμβανομένης της αδενοσινοκινάσης. Το ένζυμο δεοξυαδενοσινοκινάση μπορεί επίσης να συμμετέχει στη φωσφορυλίωση της ριμπαβιρίνης. Ο σχηματισμός ριμπαβιρίνης-5′-μονοφωσφορικής φαίνεται να είναι το βήμα καθορισμού του ρυθμού στο σχηματισμό ριμπαβιρίνης-5′-τριφωσφορικής. Ο βαθμός φωσφορυλίωσης της ριμπαβιρίνης τόσο από μη μολυσμένα όσο και από ιογενώς μολυσμένα κύτταρα in vitro σχετίζεται άμεσα με την εξωκυττάρια (π.χ., στο θρεπτικό μέσο) συγκέντρωση του φαρμάκου. Η ριμπαβιρίνη-5′-τριφωσφορική είναι η κύρια ενδοκυττάρια μορφή του φαρμάκου, με μόνο περίπου 4% και 12% των φωσφορυλιωμένων μεταβολιτών να υπάρχουν ως ριμπαβιρίνη-5′-διφωσφορική και -μονοφωσφορική, αντίστοιχα. Η μεταφορά του φαρμάκου έξω από τα κύτταρα φαίνεται να συμβαίνει μόνο μετά από αποφωσφορυλίωση μέσω φωσφατασών.
Μελέτες in vitro με τον ιό της γρίπης δείχνουν ότι η ριμπαβιρίνη-5′-τριφωσφορική λειτουργεί ως προτιμητέος αναστολέας της ιογενούς RNA πολυμεράσης. Η ριμπαβιρίνη-5′-τριφωσφορική ανταγωνίζεται την αδενοσινο-5′-τριφωσφορική και τη γουανοσινο-5′-τριφωσφορική για την ιογενή RNA πολυμεράση. Η αναστολή της κυτταρικής (ξενιστή) RNA πολυμεράσης αναφέρεται ως ελάχιστη και αναστρέψιμη. Μελέτες in vitro με τον ιό της γρίπης έχουν δείξει ότι η ριμπαβιρίνη-5′-τριφωσφορική αναστέλλει επίσης την ιογενή αντιγραφή αναστέλλοντας τη γουανυλυλοτρανσφεράση και τη μεθυλοτρανσφεράση, ένζυμα απαραίτητα για την προσθήκη γουανοσινο τριφωσφορικής στο 5′ άκρο (cap) του ιογενούς αγγελιοφόρου RNA (mRNA), και ανταγωνιζόμενη τη γουανοσίνη για την ενσωμάτωση στο 5′ άκρο του ιογενούς mRNA. Παρόλο που ο ρυθμός σύνθεσης του mRNA δεν φαίνεται να επηρεάζεται, η αποδοτικότητα της μετάφρασης του mRNA στην ιογενή αντιγραφή μειώνεται κατά περίπου 80%. Ιοί στους οποίους λείπει φυσικά το 5′ άκρο του mRNA (π.χ., πολιοϊός) γενικά δεν αναστέλλονται ουσιαστικά από τη ριμπαβιρίνη.
Μελέτες in vitro δείχνουν ότι η ριμπαβιρίνη αναστέλλει τη φωσφορυλίωση της θυμιδίνης σε συγκεντρώσεις φαρμάκου 2 μmol/L (0,5 μg/mL) και ότι η σύνθεση DNA αναστέλλεται μόνο σε συγκεντρώσεις φαρμάκου 200 μmol/L (50 μg/mL). Σε αντίθεση με την ακυκλοβίρη, η ριμπαβιρίνη φαίνεται να ενσωματώνεται ελάχιστα, αν καθόλου, σε αναπτυσσόμενες αλυσίδες DNA και RNA. Μελέτες in vitro με τον ιό Vaccinia έδειξαν ότι το DNA του ιού αποτυγχάνει να επικαλυφθεί παρουσία ριμπαβιρίνης, με αποτέλεσμα ατελή ιογενή σωματίδια.
Σε χαμηλότερες δόσεις, έχει αναφερθεί διέγερση σχηματισμού αντισωμάτων έναντι ορισμένων ιών. Το φάρμακο έχει αποδειχθεί ότι διεγείρει τα Τ-κύτταρα (Τ-λεμφοκύτταρα) έμμεσα, αναστέλλοντας τα σπληνικά κατασταλτικά κύτταρα και προκαλώντας δοσοεξαρτώμενη αναστολή του πολλαπλασιασμού των λεμφοκυττάρων που προκαλείται από αντιγόνα και μιτογόνα, χωρίς να επηρεάζει την επιβίωση των κυττάρων. Σε βρέφη, ο σχηματισμός αντισωμάτων έναντι του αναπνευστικού συγκυτιακού ιού μειώθηκε κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ριμπαβιρίνη, αλλά η κλινική σημασία αυτού του ευρήματος είναι άγνωστη. Το φάρμακο έχει αποδειχθεί ότι έχει μικρή, αν υπάρχει, επίδραση στον σχηματισμό αντισωμάτων έναντι του ιού της γρίπης Α ή Β ή του ιού της ιλαράς σε μολυσμένους ασθενείς. Μειώσεις στο σχηματισμό αντισωμάτων κατά τη διάρκεια ιογενών λοιμώξεων μπορεί να οφείλονται σε μειώσεις της αντιγονικής διέγερσης δευτεροπαθώς στην αναστολή της ιογενούς αντιγραφής που προκαλείται από τη ριμπαβιρίνη ή σε άμεση αναστολή του σχηματισμού αντισωμάτων από το φάρμακο. Η ριμπαβιρίνη μπορεί να αναστέλλει έμμεσα τον ειδικό για τον αναπνευστικό συγκυτιακό ιό ανοσοσφαιρίνη Ε και την ισταμίνη, οι οποίες αυξάνονται σε βρέφη με συριγμό σε συσχέτιση με τη λοίμωξη από τον αναπνευστικό συγκυτιακό ιό, μειώνοντας τον αναπνευστικό συγκυτιακό ιό και την επακόλουθη αντιγονική διέγερση.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η ριμπαβιρίνη αναφέρεται ότι απορροφάται ταχέως και εκτενώς μετά από από του στόματος χορήγηση. Ο μέσος χρόνος επίτευξης Cmax ήταν 2 ώρες μετά από από του στόματος χορήγηση 1200 mg ριμπαβιρίνης. Η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα είναι 64% μετά από εφάπαξ από του στόματος δόση 600 mg ριμπαβιρίνης.
Οι μεταβολίτες της ριμπαβιρίνης απεκκρίνονται νεφρικά. Μετά από από του στόματος χορήγηση 600 mg ραδιοσημασμένης ριμπαβιρίνης, περίπου το 61% του φαρμάκου ανιχνεύθηκε στα ούρα και το 12% στα κόπρανα. Το 17% της χορηγηθείσας δόσης ήταν σε αμετάβλητη μορφή.
Η ριμπαβιρίνη εμφανίζει μεγάλο όγκο κατανομής.
Ο συνολικός φαινόμενος ρυθμός κάθαρσης μετά από εφάπαξ από του στόματος χορήγηση 1200 mg ριμπαβιρίνης είναι 26 L/h.
Η ριμπαβιρίνη απορροφάται συστηματικά από το αναπνευστικό σύστημα μετά από ρινική και από του στόματος εισπνοή. Η βιοδιαθεσιμότητα της ριμπαβιρίνης που χορηγείται μέσω ρινικής και από του στόματος εισπνοής δεν έχει προσδιοριστεί, αλλά μπορεί να εξαρτάται από τη μέθοδο χορήγησης του φαρμάκου κατά την νεφελοποίηση (π.χ., κουκούλα οξυγόνου, μάσκα προσώπου, θάλαμος οξυγόνου). Σε σταθερό ρυθμό ροής, η ποσότητα του φαρμάκου που χορηγείται στο αναπνευστικό σύστημα θεωρητικά είναι άμεσα ανάλογη με τη συγκέντρωση του νεφελοποιημένου διαλύματος του φαρμάκου και τη διάρκεια της εισπνευστικής θεραπείας. Επιπλέον, οι τροποποιήσεις στη μέθοδο χορήγησης αερολύματος μπορούν να επηρεάσουν την ποσότητα του φαρμάκου που φτάνει στο αναπνευστικό σύστημα. Το κλάσμα μιας εισπνεόμενης δόσης ριμπαβιρίνης που εναποτίθεται στο αναπνευστικό σύστημα κατά τη ρινική και από του στόματος εισπνοή ενός νεφελοποιημένου διαλύματος που περιέχει 190 μg/L χρησιμοποιώντας γεννήτρια αερολύματος μικρών σωματιδίων εκτιμάται ότι είναι κατά μέσο όρο περίπου 70%, αλλά η πραγματική εναποτεθειμένη ποσότητα εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένου του ρυθμού αναπνοής και του όγκου παλίρροιας.
Οι μέγιστες συγκεντρώσεις ριμπαβιρίνης στο πλάσμα γενικά φαίνεται να εμφανίζονται στο τέλος της περιόδου εισπνοής όταν το φάρμακο εισπνέεται από το στόμα και τη μύτη χρησιμοποιώντας γεννήτρια αερολύματος μικρών σωματιδίων, και αυξάνονται με την αύξηση της διάρκειας της περιόδου εισπνοής. Μετά από ρινική και από του στόματος εισπνοή (μέσω μάσκας προσώπου) 0,82 mg/kg/ώρα για 2,5 ώρες ημερησίως για 3 ημέρες σε περιορισμένο αριθμό παιδιατρικών ασθενών, οι μέγιστες συγκεντρώσεις ριμπαβιρίνης στο πλάσμα κυμαίνονταν κατά μέσο όρο 0,19 (εύρος: 0,11-0,388) μg/mL. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις ριμπαβιρίνης στο πλάσμα κυμαίνονταν κατά μέσο όρο 0,275 (εύρος: 0,21-0,35) ή 1,1 (εύρος: 0,45-2,18) μg/mL σε περιορισμένο αριθμό ασθενών που εισέπνεαν 0,82 mg/kg ανά ώρα για 5 ή 8 ώρες ημερησίως, αντίστοιχα, για 3 ημέρες, και κυμαίνονταν κατά μέσο όρο 1,7 (εύρος: 0,38-3,58) μg/mL σε περιορισμένο αριθμό παιδιατρικών ασθενών που εισέπνεαν 0,82 mg/kg ανά ώρα μέσω μάσκας προσώπου, θαλάμου ομίχλης ή αναπνευστήρα για 20 ώρες ημερησίως για 5 ημέρες. Οι υψηλότερες συγκεντρώσεις στο πλάσμα για μια δεδομένη δοσολογία ριμπαβιρίνης φαίνεται να επιτυγχάνονται σε ασθενείς που λαμβάνουν το φάρμακο από τη γεννήτρια αερολύματος μέσω ενδοτραχειακού σωλήνα. … Οι μέγιστες συγκεντρώσεις ριμπαβιρίνης στο πλάσμα που επιτυγχάνονται με ρινική και από του στόματος εισπνοή συνήθων δόσεων του φαρμάκου είναι χαμηλότερες από τις συγκεντρώσεις που αναφέρεται ότι μειώνουν τον σχηματισμό πλακών του αναπνευστικού συγκυτιακού ιού κατά 85-98%.
Οι συγκεντρώσεις ριμπαβιρίνης που επιτυγχάνονται στις εκκρίσεις του αναπνευστικού συστήματος σε ασθενείς που εισπνέουν το φάρμακο ρινικά και από το στόμα είναι πιθανό να είναι σημαντικά υψηλότερες από εκείνες που επιτυγχάνονται στο πλάσμα. Σε περιορισμένο αριθμό παιδιατρικών ασθενών που έλαβαν ρινική και από του στόματος εισπνεόμενη δόση ριμπαβιρίνης 0,82 mg/kg ανά ώρα για 8 ώρες ημερησίως για 3 ημέρες, οι μέγιστες συγκεντρώσεις του φαρμάκου στις εκκρίσεις του αναπνευστικού συστήματος (από ενδοτραχειακό σωλήνα) κυμαίνονταν από 250-1925 μg/mL. Σε παιδιατρικούς ασθενείς που έλαβαν 0,82 mg/kg ανά ώρα μέσω ρινικής και από του στόματος εισπνοής για 20 ώρες ημερησίως για 5 ημέρες, οι συγκεντρώσεις ριμπαβιρίνης στις εκκρίσεις του αναπνευστικού συστήματος (από ενδοτραχειακό σωλήνα) κυμαίνονταν από 313-28.250 μg/mL κατά τη διάρκεια της θεραπείας, με μέγιστες συγκεντρώσεις κατά μέσο όρο 3075 (εύρος: 313-7050) μg/mL στο τέλος της θεραπείας. Οι συγκεντρώσεις ριμπαβιρίνης που επιτυγχάνονται στις εκκρίσεις του αναπνευστικού συστήματος μέσω ρινικής και από του στόματος εισπνοής είναι πιθανό να είναι σημαντικά υψηλότερες από τις συγκεντρώσεις που απαιτούνται για την αναστολή του σχηματισμού πλακών ευαίσθητων στελεχών του αναπνευστικού συγκυτιακού ιού in vitro· ωστόσο, επειδή ο αναπνευστικός συγκυτιακός ιός βρίσκεται εντός των ιογενώς μολυσμένων κυττάρων στο αναπνευστικό σύστημα, ο κατασκευαστής αναφέρει ότι οι ενδοκυττάριες συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο αναπνευστικό σύστημα μπορεί να σχετίζονται στενότερα με τις συγκεντρώσεις ριμπαβιρίνης στο πλάσμα παρά με εκείνες που μετρώνται στις εκκρίσεις του αναπνευστικού συστήματος.
Η ριμπαβιρίνη απορροφάται ταχέως μετά από από του στόματος χορήγηση, με μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα του φαρμάκου να εμφανίζονται εντός 1-3 ωρών μετά από πολλαπλές δόσεις. Ωστόσο, η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ριμπαβιρίνης είναι κατά μέσο όρο μόνο 64% μετά από από του στόματος χορήγηση, επειδή το φάρμακο υφίσταται μεταβολισμό πρώτης διόδου.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρης) για τη ΡΙΜΠΑΒΙΡΙΝΗ (10 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα καταγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτεϊνική Δέσμευση
Δεν αναφέρεται πρωτεϊνική δέσμευση.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Αρχικά και ως βήμα που απαιτείται για την ενεργοποίηση, η ριμπαβιρίνη φωσφορυλιώνεται ενδοκυττάρια από την αδενοσινοκινάση σε μεταβολίτες μονο-, δι- και τριφωσφορικής ριμπαβιρίνης. Μετά την ενεργοποίηση και τη λειτουργία, η ριμπαβιρίνη υφίσταται δύο μεταβολικές οδούς όπου φωσφορυλιώνεται αναστρέψιμα ή αποδομείται μέσω δεριμπoζυλίωσης και υδρόλυσης αμιδίου για να δώσει έναν μεταβολίτη τριαζόλης καρβοξυλικού οξέος. Μελέτες in vitro δείχνουν ότι η ριμπαβιρίνη δεν είναι υπόστρωμα των ενζύμων CYP450.
Η ριμπαβιρίνη μεταβολίζεται κυρίως σε δεριμπoζυλιωμένη ριμπαβιρίνη (1,2,4-τριαζόλη-3-καρβοξαμίδη), πιθανώς στο ήπαρ· η αντι-ιική δραστηριότητα της 1,2,4-τριαζόλης-3-καρβοξαμίδης έναντι διαφόρων ιών RNA και DNA αναφέρεται ότι είναι παρόμοια με τη ριμπαβιρίνη. Το φάρμακο μεταβολίζεται επίσης σε 1,2,4-τριαζόλη-3-καρβοξυλικό οξύ. In vitro, η ριμπαβιρίνη έχει αποδειχθεί ότι μεταβολίζεται σε ριμπαβιρίνη-5′-μονοφωσφορική, -διφωσφορική και -τριφωσφορική, κυρίως μέσω ενδοκυττάριας φωσφορυλίωσης του φαρμάκου μέσω αδενοσινοκινάσης και άλλων κυτταρικών ενζύμων. Είναι πιθανό η φωσφορυλίωση in vivo να είναι απαραίτητη για την αντι-ιική δράση του φαρμάκου. Η ριμπαβιρίνη υφίσταται επίσης φωσφορυλίωση στα ερυθροκύτταρα, κυρίως σε ριμπαβιρίνη-5′-τριφωσφορική· περίπου το 81%, 16% και 3% του φαρμάκου που μεταβολίζεται στα ερυθροκύτταρα υπάρχει ως ριμπαβιρίνη-5′-τριφωσφορική, -διφωσφορική και -μονοφωσφορική, αντίστοιχα. Έχει προταθεί ότι η παρατεταμένη κατανομή του φαρμάκου στα ερυθροκύτταρα μπορεί να οφείλεται σε ελάχιστη δραστηριότητα φωσφατάσης σε αυτά τα κύτταρα, με τη μεταφορά του φαρμάκου έξω από τα κύτταρα να εξαρτάται από την αποφωσφορυλίωση μέσω φωσφατασών.
Η ριμπαβιρίνη έχει δύο οδούς μεταβολισμού: (i) μια αναστρέψιμη οδό φωσφορυλίωσης σε πυρηνικά κύτταρα· και (ii) μια αποδομητική οδό που περιλαμβάνει δεριμπoζυλίωση και υδρόλυση αμιδίου για να δώσει έναν μεταβολίτη τριαζόλης καρβοξυλικού οξέος. Η ριμπαβιρίνη και οι μεταβολίτες της τριαζόλης καρβοξαμίδης και τριαζόλης καρβοξυλικού οξέος απεκκρίνονται νεφρικά.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της ριμπαβιρίνης μετά τη χορήγηση εφάπαξ από του στόματος δόσης 1200 mg είναι περίπου 120 έως 170 ώρες.
Κατανομή: Ενδοφλέβια: Περίπου 0,2 ώρες. Απέκκριση: εισπνοή: 9,5 ώρες. Ενδοφλέβια και από του στόματος (εφάπαξ δόση): 0,5 έως 2 ώρες. Στα ερυθροκύτταρα: 40 ημέρες. Τελικός: Ενδοφλέβια και από του στόματος: Εφάπαξ δόση: 27 έως 36 ώρες. Εφάπαξ από του στόματος δισκίο: 120 έως 170 ώρες. Σταθερή κατάσταση: Περίπου 151 ώρες. Μέσος όρος: πολλαπλές από του στόματος δόσεις, κάψουλα: 298 ώρες.
Βάσει περιορισμένων δεδομένων, ο χρόνος ημίσειας ζωής της ριμπαβιρίνης στις εκκρίσεις του αναπνευστικού συστήματος μετά από ρινική και από του στόματος εισπνοή για 3 ημέρες αναφέρεται ότι είναι περίπου 1,4-2,5 ώρες.
Μετά από ρινική και από του στόματος εισπνοή σε περιορισμένο αριθμό παιδιατρικών ασθενών, ο χρόνος ημίσειας ζωής της ριμπαβιρίνης στο πλάσμα κυμάνθηκε κατά μέσο όρο περίπου 9,5 (εύρος: 6,5-11) ώρες. Μετά από από του στόματος χορήγηση εφάπαξ δόσης του φαρμάκου σε περιορισμένο αριθμό υγιών ενηλίκων, οι συγκεντρώσεις ριμπαβιρίνης στο πλάσμα μειώθηκαν πολυφασικά, με χρόνους ημίσειας ζωής κατά μέσο όρο 24 ώρες 10-80 ώρες μετά τη δόση και 48 ώρες ή περισσότερο στην τελική φάση.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Φάρμακα που είναι χημικά παρόμοια με φυσικά απαντώμενους μεταβολίτες, αλλά διαφέρουν αρκετά ώστε να παρεμβαίνουν στις φυσιολογικές μεταβολικές οδούς. (Από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, σ.2033)
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται στην πρόληψη ή θεραπεία VIRAL ΝΟΣΩΝ. Μερικοί από τους τρόπους δράσης τους περιλαμβάνουν την αναστολή της ιογενούς αντιγραφής, αναστέλλοντας την ιογενή DNA πολυμεράση· τη δέσμευση σε ειδικούς υποδοχείς κυτταρικής επιφάνειας και την αναστολή της διείσδυσης ή αποσύνθεσης του ιού· την αναστολή της σύνθεσης ιογενών πρωτεϊνών· ή την αναστολή στα τελικά στάδια της συναρμολόγησης του ιού.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
49717AWG6K
ΡΙΜΠΑΒΙΡΙΝΗ
Ανάλογο Νουκλεοσιδίου [EXT]
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αντι-ιικό Ανάλογο Νουκλεοσιδίου
Η ριμπαβιρίνη είναι ένα Αντι-ιικό Ανάλογο Νουκλεοσιδίου.
ΡΙΜΠΑΒΙΡΙΝΗ
Αντι-ιικό Ανάλογο Νουκλεοσιδίου [EPC]· Ανάλογο Νουκλεοσιδίου [EXT]
ΡΙΜΠΑΒΙΡΙΝΗ
Αντι-ιικό Ανάλογο Νουκλεοσιδίου [EPC]· Ανάλογο Νουκλεοσιδίου [EXT]
Ημίσεια ζωή
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Φάρμακα που είναι χημικά παρόμοια με φυσικά απαντώμενους μεταβολίτες, αλλά διαφέρουν αρκετά ώστε να παρεμβαίνουν στις φυσιολογικές μεταβολικές οδούς. (Από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, σ.2033)
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται στην πρόληψη ή θεραπεία VIRAL ΝΟΣΩΝ. Μερικοί από τους τρόπους δράσης τους περιλαμβάνουν την αναστολή της ιογενούς αντιγραφής, αναστέλλοντας την ιογενή DNA πολυμεράση· τη δέσμευση σε ειδικούς υποδοχείς κυτταρικής επιφάνειας και την αναστολή της διείσδυσης ή αποσύνθεσης του ιού· την αναστολή της σύνθεσης ιογενών πρωτεϊνών· ή την αναστολή στα τελικά στάδια της συναρμολόγησης του ιού.