SALBUTAMOL
Σαλβουταμόλη
### Μηχανισμός δράσης Η σαλβουταμόλη είναι ένας εκλεκτικός διεγέρτης των βήτα-2 αδρενεργικών υποδοχέων.
Εμπορικά Ονόματα
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: εισπνοές
- Χορήγηση: όποτε χρειάζεται ή 4 φορές την ημέρα
- Δόση έναρξης: 100 μικρογραμμάρια
- Τιτλοποίηση: η δόση μπορεί να αυξηθεί σε 200 μικρογραμμάρια (σε παιδιά κάτω των 12 ετών για οξύ βρογχόσπασμο ή πρόληψη)· η δόση και η συχνότητα της χορήγησης θα πρέπει να αυξάνονται μόνο με ιατρική συμβουλή
-
Ενήλικες και παιδιά ηλικίας από 12 ετών και άνωΔόση100 ή 200 μικρογραμμάρια (Inhaler, οξύ βρογχόσπασμο), 200 μικρογραμμάρια (Diskus, οξύ βρογχόσπασμο), 200 μικρογραμμάρια (πρόληψη), Έως 200 μικρογραμμάρια 4 φορές την ημέρα (χρόνια θεραπεία, Inhaler), 200 μικρογραμμάρια 4 φορές την ημέρα (χρόνια θεραπεία, Diskus)Μέγ. δόση200 μικρογραμμάρια 4 φορές την ημέρα
-
Παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετώνΔόση100 μικρογραμμάρια, μπορεί να αυξηθεί σε 200 μικρογραμμάρια (Inhaler, οξύ βρογχόσπασμο), 100 μικρογραμμάρια, μπορεί να αυξηθεί σε 200 μικρογραμμάρια (Inhaler, πρόληψη), Έως 200 μικρογραμμάρια 4 φορές την ημέρα (Inhaler, χρόνια θεραπεία)Μέγ. δόση200 μικρογραμμάρια 4 φορές την ημέρα
-
Παιδιά ηλικίας από 4 έως 11 ετώνΔόση200 μικρογραμμάρια (Diskus, οξύ βρογχόσπασμο), 200 μικρογραμμάρια (Diskus, πρόληψη), 200 μικρογραμμάρια 4 φορές την ημέρα (Diskus, χρόνια θεραπεία)Μέγ. δόση200 μικρογραμμάρια 4 φορές την ημέρα
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη σαλβουταμόλη ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Μη επιπλεγμένος πρόωρος τοκετός ή επαπειλούμενη αποβολή
-
Καρδιακές αρρυθμίες
-
Ταχυκαρδία
-
Πρώτο τρίμηνο της κύησης
-
Παιδιά κάτω από 18 μηνών
-
Σοβαρή αλλεργία σε πρωτεΐνες γάλακτοςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν εισπνεόμενες μορφές σαλβουταμόλης ξηράς κόνεως
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Αντιμετώπιση του άσθματοςΝα γίνεται βάσει ενός προγράμματος σταδιακής προσέγγισης και η ανταπόκριση του ασθενούς πρέπει να ελέγχεται κλινικά καθώς και με δοκιμές πνευμονικής λειτουργίας.
-
Τακτική αντιφλεγμονώδης θεραπείαΠληθυσμόςΑσθενείς στους οποίους συνταγογραφείται τακτική αντιφλεγμονώδης θεραπεία (π.χ. εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή)Να συνεχίσουν να λαμβάνουν την αντιφλεγμονώδη φαρμακευτική αγωγή τους ακόμη και όταν τα συμπτώματα μειώνονται και δεν απαιτούν Σαλβουταμόλη.
-
Αύξηση στη χρήση των βρογχοδιασταλτικών βραχείας δράσηςΑποτελεί ένδειξη επιδείνωσης του άσθματος και οι ασθενείς θα πρέπει να προειδοποιούνται να αναζητήσουν ιατρική συμβουλή το συντομότερο δυνατόν. Στις περιπτώσεις αυτές θα πρέπει να επανεκτιμηθεί το θεραπευτικό σχήμα του ασθενούς.
-
Υπερβολική χρήση βήτα-αγωνιστών βραχείας δράσηςΜπορεί να συγκαλύψει την εξέλιξη της υποκείμενης νόσου και να συμβάλει στην επιδείνωση του ελέγχου του άσθματος, οδηγώντας σε αυξημένο κίνδυνο σοβαρών παροξύνσεων άσθματος και θνησιμότητας.
-
Σαλβουταμόλη «κατ’ επίκληση» περισσότερο από δύο φορές την εβδομάδαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν σαλβουταμόλη «κατ’ επίκληση» περισσότερο από δύο φορές την εβδομάδα, χωρίς να υπολογίζεται η προφυλακτική χρήση πριν από την άσκησηΘα πρέπει να επαναξιολογούνται (δηλαδή συμπτώματα κατά τη διάρκεια της ημέρας, νυχτερινή αφύπνιση και περιορισμός δραστηριότητας λόγω άσθματος) για την κατάλληλη προσαρμογή της θεραπείας, καθώς αυτοί οι ασθενείς διατρέχουν κίνδυνο υπερβολικής χρήσης σαλβουταμόλης.
-
Αιφνίδια και προοδευτική επιδείνωση των συμπτωμάτων του άσθματοςΕίναι απειλητική για τη ζωή του ασθενούς και θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη η έναρξη ή αύξηση θεραπείας με κορτικοστεροειδή.
-
Αποτελεσματική δόση του Σαλβουταμόλη αποτύχει να προσφέρει ανακούφιση τουλάχιστον για τρεις ώρεςΟ ασθενής θα πρέπει να ζητήσει ιατρική συμβουλή προκειμένου να ληφθούν αναγκαία μέτρα.
-
Τρόπος χρήσης της δοσιμετρικής συσκευήςΘα πρέπει να ελέγχεται ο τρόπος που ο ασθενής χρησιμοποιεί την δοσιμετρική συσκευή και συγκεκριμένα ο συγχρονισμός της απελευθέρωσης της δόσης σε σχέση με την εισπνοή, ώστε να επιτυγχάνεται η μέγιστη παροχή του φαρμάκου στους πνεύμονες.
-
ΥποκαλιαιμίασοβαρήΙδιαίτερη προσοχή απαιτείται στο οξύ σοβαρό άσθμα οπότε η υποκαλιαιμία μπορεί να ενισχυθεί λόγω της ταυτόχρονης χορήγησης παραγώγων της ξανθίνης, στεροειδών, διουρητικών αλλά και λόγω υποξίας.
-
Παράδοξος βρογχόσπασμοςΝα αντιμετωπισθεί άμεσα με εναλλακτική μορφή χορήγησης ή με ένα διαφορετικό εισπνεόμενο βρογχοδιασταλτικό ταχείας δράσης, αν είναι άμεσα διαθέσιμο. Η συγκεκριμένη μορφή σαλβουταμόλης θα πρέπει να διακοπεί αμέσως, ο ασθενής να επαναξιολογηθεί, και εάν είναι αναγκαίο να χρησιμοποιηθεί ένα διαφορετικό βρογχοδιασταλτικό ταχείας δράσης για συνεχή χρήση.
-
Μυοκαρδιακή ισχαιμία σχετιζόμενη με τη σαλβουταμόληΠληθυσμόςΑσθενείς με υποκείμενη σοβαρή καρδιακή νόσο (π.χ. ισχαιμική καρδιοπάθεια, ταχυαρρυθμία ή σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια) που λαμβάνουν σαλβουταμόλη για αναπνευστική πάθησηΠρέπει να προειδοποιούνται για αναζήτηση ιατρικής βοήθειας σε περίπτωση εμφάνισης θωρακικού άλγους ή άλλων συμπτωμάτων επιδείνωσης της καρδιακής νόσου.
-
ΧορήγησηΠληθυσμόςΑσθενείς με υπερθυρεοειδισμό, σακχαρώδη διαβήτη, αρτηριακή υπέρταση, στεφανιαία ανεπάρκεια, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, ιστορικό σπασμώνΑπαιτείται προσοχή
-
ΘυρεοτοξίκωσηΠληθυσμόςΑσθενείς που πάσχουν από θυρεοτοξίκωσηΗ σαλβουταμόλη πρέπει να χορηγείται με προσοχή.
-
Δυσανεξία στη λακτόζηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας της γαλακτόζης, ανεπάρκειας της Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφησης της γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να λάβουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
μη-εκλεκτικοί βήτα-αναστολείς (π.χ. προπρανολόλη)αντένδειξηαποφυγή σύγχρονης χορήγησηςΣύστασηΝα αποφεύγεται η σύγχρονη χορήγηση.
-
αναστολείς ΜΑΟπροσοχήενίσχυση της καρδιαγγειακής δράσης
-
τρικυκλικά αντικαταθλιπτικάπροσοχήενίσχυση της καρδιαγγειακής δράσης
-
συμπαθητικομιμητικάπροσοχήσυνεργική δράση
-
αντιχολινεργικάπροσοχήσυνεργική δράση
-
ξανθινικά παράγωγα (π.χ. θεοφυλλίνη)προσοχήσυνεργική δράση
-
αλογονωμένα υδρογονανθρακικά αναισθητικά (π.χ. αλοθάνιο, τριχλωροαιθυλένιο, ενφλουράνιο)προσοχήμπορεί να αυξήσει τις καρδιαγγειακές παρενέργειες
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αγγειοοίδημα, κνίδωση, βρογχόσπασμος, υπόταση, κατέρρειψη)
- Υποκαλιαιμία
- Μυϊκός τρόμος
- Κεφαλαλγία
- Υπερκινητικότητα
- Ταχυκαρδία
- Αίσθημα παλμών
- Κολπική μαρμαρυγή
- Υπερκοιλιακή ταχυκαρδία
- Έκτακτες συστολές
- Μυοκαρδιακή ισχαιμία
- Περιφερική αγγειοδιαστολή
- Παράδοξος βρογχόσπασμος
- Ερεθισμός φάρυγγα
- Ερεθισμός στόματος
- Μυϊκές κράμπες
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΜυϊκός τρόμοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΕρεθισμός στόματοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕρεθισμός φάρυγγαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκές κράμπεςΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΠεριφερική αγγειοδιαστολήΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΈκτακτες συστολέςΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας (αγγειοοίδημα, κνίδωση, βρογχόσπασμος, υπόταση, κατέρρειψη)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΚολπική μαρμαρυγήΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΜυοκαρδιακή ισχαιμίαΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΠαράδοξος βρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιεςΥπερκινητικότηταΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΥπερκοιλιακή ταχυκαρδίαΚαρδιά
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν πληροφορίες σχετικά με την επίδραση της σαλβουταμόλης στην ανθρώπινη γονιμότητα.Δεν υπήρξαν ανεπιθύμητες επιδράσεις στην γονιμότητα σε ζώα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΚύησηΔεν ενδείκνυται, εκτός εάν το αναμενόμενο όφελος για την μητέρα είναι μεγαλύτερο από τον ενδεχόμενο κίνδυνο για το έμβρυο.Έχουν αναφερθεί σπάνια περιστατικά συγγενών ανωμαλιών στους απογόνους των ασθενών που χρησιμοποίησαν σαλβουταμόλη, όπως λυκόστομα και ατέλειες των άκρων. Δεδομένου ότι δεν παρατηρείται σταθερό πρότυπο ατελειών και το ποσοστό συγγενών ανωμαλιών κυμαίνεται μεταξύ 2-3%, δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι υπάρχει κάποια σχέση με τη χρήση σαλβουταμόλης.
-
ΘηλασμόςΔεν συνιστάται να χρησιμοποιείται από μητέρες που θηλάζουν, εκτός αν το αναμενόμενο όφελος για τη μητέρα αντισταθμίζεται από τον ενδεχόμενο κίνδυνο για το έμβρυο.Επειδή η σαλβουταμόλη ανιχνεύεται σε μικρές ποσότητες στο μητρικό γάλα. Δεν είναι γνωστό αν η σαλβουταμόλη στο μητρικό γάλα προκαλεί βλαβερές επιδράσεις στο νεογνό.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Μηχανισμός δράσης
Η σαλβουταμόλη είναι ένας εκλεκτικός διεγέρτης των βήτα-2 αδρενεργικών υποδοχέων. Σε θεραπευτικές δόσεις δρα στους β2 αδρενεργικούς υποδοχείς των βρογχικών μυών και προσφέρει βραχείας διάρκειας (4-6 ώρες) βρογχοδιαστολή με ταχεία έναρξη δράσης (εντός 5 λεπτών) όταν υπάρχει αναστρέψιμη απόφραξη των αεροφόρων οδών.
Κλινικές μελέτες με το Inhaler
Ειδικοί πληθυσμοί ασθενών
Παιδιά ηλικίας < 4 ετών
Παιδιατρικές κλινικές μελέτες που διεξήχθηκαν με τη συνιστώμενη δόση (SB020001, SB030001, SB030002), σε ασθενείς < 4 ετών με βρογχόσπασμο που σχετίζονταν με αναστρέψιμη αποφρακτική νόσο των αεροφόρων οδών, δείχνουν ότι το Inhaler έχει προφίλ ασφαλείας συγκρίσιμο με αυτό παιδιών ≥ 4 ετών, εφήβων και ανδρών.
Η σαλβουταμόλη χορηγούμενη ενδοφλέβια έχει χρόνο ημίσειας ζωής 4-6 ώρες και η κάθαρσή της γίνεται μερικώς από τα νεφρά και μερικώς διά μεταβολισμού στην ανενεργή ουσία 4-0-sulphate (phenolic sulphate) η οποία αποβάλλεται κυρίως με τα ούρα.
Από τα κόπρανα αποβάλλεται μικρή ποσότητα.
Η μεγαλύτερη ποσότητα της δόσης σαλβουταμόλης που χορηγείται ενδοφλέβια, από το στόμα ή με εισπνοές αποβάλλεται σε διάστημα 72 ωρών.
Η σαλβουταμόλη δεσμεύεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος σε ποσοστό μέχρι 10%. Με τη χορήγηση εισπνοών 10-20% της χορηγούμενης δόσης φθάνει στο κατώτερο τμήμα των αεραγωγών. Το υπόλοιπο κατακρατείται στη συσκευή είτε εναποτίθεται στον ρινοφάρυγγα, από όπου καταπίνεται.
Η ποσότητα που εναποτίθεται στους αεραγωγούς απορροφάται από τους πνευμονικούς ιστούς και την κυκλοφορία αλλά δεν μεταβολίζεται από τους πνεύμονες.
Εισερχόμενη στη συστηματική κυκλοφορία υφίσταται μεταβολισμό στο ήπαρ και αποβάλλεται κυρίως με τα ούρα, στη δραστική του μορφή και στην ανενεργή μορφή phenolic sulphate.
Η ποσότητα που καταπίνεται με τη χορηγούμενη δι’εισπνοών δόση, απορροφάται από το γαστρεντερικό σύστημα και υφίσταται ένα σημαντικό μεταβολισμό πρώτης διόδου στην ανενεργή μορφή phenolic sulphate.
Και οι δύο μορφές, δραστική και ανενεργή, αποβάλλονται κυρίως με τα ούρα.
Μηχανισμός δράσης Η σαλβουταμόλη είναι ένας εκλεκτικός διεγέρτης των βήτα-2 αδρενεργικών υποδοχέων. Σε θεραπευτικές δόσεις δρα στους β2 αδρενεργικούς υποδοχείς των βρογχικών μυών και προσφέρει βραχείας διάρκειας (4-6 ώρες) βρογχοδιαστολή με ταχεία έναρξη…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κάλιο ορού (K⁺) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | — | Οξύ σοβαρό άσθμα με υποκαλιαιμία |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Μέγιστη εκπνευστική ροή (PEF) | pulmonologyΑναπνευστική λειτουργία | Καθημερινά | Κίνδυνος αιφνίδιας και προοδευτικής επιδείνωσης συμπτωμάτων άσθματος |
| Πνευμονική λειτουργία | pulmonologyΑναπνευστική λειτουργία | — | — |
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Ο Σαλβουταμόλη (INN) ή αλβουτερόλη (USAN), ένας εκλεκτικός β2-αποδέκτης αγωνιστής, παρόμοιος δομικά με την τερβουταλίνη, χρησιμοποιείται ευρέως ως βρογχοδιασταλτικό για τη διαχείριση του άσθματος και άλλων χρόνιων αποφρακτικών πνευμονοπαθειών.
- Το R-ισομερές, η λευαλβουτερόλη, είναι υπεύθυνο για τη βρογχοδιαστολή, ενώ το S-ισομερές αυξάνει τη βρογχική αντιδραστικότητα.
- Το R-ενάντιομερές διατίθεται και πωλείται στην καθαρή του μορφή ως λευαλβουτερόλη και ενδεχομένως να προκαλεί λιγότερες παρενέργειες, αν και αυτό δεν έχει αποδειχθεί επίσημα.
Μετά από από του στόματος και παρεντερική χορήγηση, συμβαίνει διέγερση των β-αποδεκτών στο σώμα (βήτα-1 και βήτα-2), λόγω: * (α) η εκλεκτικότητα για βήτα-2 δεν είναι απόλυτη, * (β) υψηλότερες συγκεντρώσεις σαλβουταμόλης εμφανίζονται στις περιοχές αυτών των υποδοχέων με αυτούς τους τρόπους χορήγησης.
Αυτό οδηγεί στο βήτα-1 αποτέλεσμα της καρδιακής διέγερσης (αν και όχι τόσο έντονα όσο με την ισοπροτερενόλη) και στα βήτα-2 αποτελέσματα περιφερικής αγγειοδιαστολής και υπότασης, τρόμου των σκελετικών μυών και χαλάρωσης των μυών της μήτρας.
Ενδέχεται επίσης να εμφανιστούν μεταβολικές επιδράσεις, όπως υπερινσουλιναιμία και υπεργλυκαιμία, αν και δεν είναι γνωστό εάν αυτές οι επιδράσεις διαμεσολαβούνται από βήτα-1 ή βήτα-2 υποδοχείς. Οι επίπεδα καλίου στο πλάσμα τείνουν να μειώνονται.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Σε in vitro μελέτες και in vivo φαρμακολογικές μελέτες έχει αποδειχθεί ότι η σαλβουταμόλη έχει προτιμησιακή δράση στους βήτα2-αδρενεργικούς υποδοχείς σε σύγκριση με την ισοπροτερενόλη.
Ενώ οι βήτα2-αδρενεργικοί υποδοχείς είναι οι κυρίαρχοι αδρενεργικοί υποδοχείς στον βρογχικό λείο μυ και οι βήτα1-αδρενεργικοί υποδοχείς είναι οι κυρίαρχοι υποδοχείς στην καρδιά, υπάρχουν επίσης βήτα2-αδρενεργικοί υποδοχείς στην ανθρώπινη καρδιά, που αποτελούν το 10% έως 50% του συνόλου των βήτα-αδρενεργικών υποδοχέων. Η ακριβής λειτουργία αυτών των υποδοχέων δεν έχει καθοριστεί, αλλά η παρουσία τους εγείρει την πιθανότητα ότι ακόμη και οι εκλεκτικοί βήτα2-αγωνιστές μπορεί να έχουν καρδιακές επιδράσεις.
Η ενεργοποίηση των βήτα2-αδρενεργικών υποδοχέων στον βρογχικό λείο μυ οδηγεί στην ενεργοποίηση της αδεκυλικής κυκλάσης και στην αύξηση της ενδοκυτταρικής συγκέντρωσης της κυκλικής-3′,5′-αδενοσινο μονοφωσφορικής (κυκλική AMP). Αυτή η αύξηση της κυκλικής AMP οδηγεί στην ενεργοποίηση της πρωτεϊνικής κινάσης Α, η οποία αναστέλλει τη φωσφορυλίωση της μυοσίνης και μειώνει τις ενδοκυτταρικές συγκεντρώσεις ιόντων ασβεστίου, οδηγώντας σε χαλάρωση.
Η σαλβουταμόλη χαλαρώνει τους λείους μύες όλων των αεραγωγών, από την τραχεία έως τους τελικούς βρογχιόλους. Η σαλβουταμόλη δρα ως λειτουργικός ανταγωνιστής για να χαλαρώσει τον αεραγωγό ανεξάρτητα από το εμπλεκόμενο σπασμογόνο, προστατεύοντας έτσι από όλες τις βρογχοσυσπαστικές προκλήσεις.
Οι αυξημένες συγκεντρώσεις κυκλικής AMP συνδέονται επίσης με την αναστολή της απελευθέρωσης μεσολαβητών από τα μαστοκύτταρα στον αεραγωγό.
Στις περισσότερες ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές, η σαλβουταμόλη έχει αποδειχθεί ότι έχει μεγαλύτερη επίδραση στο αναπνευστικό σύστημα, με τη μορφή χαλάρωσης του βρογχικού λείου μυός, σε σύγκριση με την ισοπροτερενόλη σε συγκρίσιμες δόσεις, ενώ παράλληλα προκαλεί λιγότερες καρδιαγγειακές επιδράσεις.
Ελεγχόμενες κλινικές μελέτες και άλλη κλινική εμπειρία έχουν δείξει ότι η εισπνεόμενη αλβουτερόλη, όπως και άλλα β-αδρενεργικά αγωνιστικά φάρμακα, μπορεί να προκαλέσει σημαντική καρδιαγγειακή επίδραση σε ορισμένους ασθενείς, όπως μετράται από τον ρυθμό παλμών, την αρτηριακή πίεση, τα συμπτώματα ή/και τις ηλεκτροκαρδιογραφικές αλλαγές.
Μια μετρήσιμη μείωση της αντίστασης των αεραγωγών παρατηρείται συνήθως εντός 5 έως 15 λεπτών μετά την εισπνοή σαλβουταμόλης. Η μέγιστη βελτίωση της πνευμονικής λειτουργίας συνήθως εμφανίζεται 60 έως 90 λεπτά μετά τη θεραπεία με σαλβουταμόλη, και παρατηρείται σημαντική βρογχοδιασταλτική δραστηριότητα που διαρκεί 3 έως 6 ώρες.
Οι αδρενεργικοί βρογχοδιασταλτικοί δρουν διεγείροντας τους βήτα2-αδρενεργικούς υποδοχείς στους πνεύμονες για να χαλαρώσουν τον βρογχικό λείο μυ, ανακουφίζοντας έτσι τον βρογχόσπασμο.
Κύρια Δράση: Πρωταρχικά διεγείρει βήτα2-αδρενεργικούς υποδοχείς, με κάποια μικρή βήτα1-αδρενεργική δραστηριότητα.
Μηχανισμός: Η ενεργοποίηση των βήτα2-αδρενεργικών υποδοχέων στον βρογχικό λείο μυ οδηγεί στην ενεργοποίηση της αδεκυλικής κυκλάσης και στην αύξηση της ενδοκυτταρικής συγκέντρωσης της κυκλικής-3’,5’-αδενοσινο μονοφωσφορικής (κυκλική AMP). Αυτή η αύξηση της κυκλικής AMP οδηγεί στην ενεργοποίηση της πρωτεϊνικής κινάσης Α, η οποία αναστέλλει τη φωσφορυλίωση της μυοσίνης και μειώνει τις ενδοκυτταρικές συγκεντρώσεις ιόντων ασβεστίου, οδηγώντας σε χαλάρωση. Η αλβουτερόλη χαλαρώνει τους λείους μύες όλων των αεραγωγών. Δρα ως λειτουργικός ανταγωνιστής για να χαλαρώσει τον αεραγωγό ανεξάρτητα από το σπασμογόνο, προστατεύοντας έτσι από όλες τις βρογχοσυσπαστικές προκλήσεις. Οι αυξημένες συγκεντρώσεις κυκλικής AMP συνδέονται επίσης με την αναστολή της απελευθέρωσης μεσολαβητών από τα περισσότερα κύτταρα στον αεραγωγό.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Μετά από εισπνοή, η σαλβουταμόλη δρα τοπικά στον βρογχικό λείο μυ και το φάρμακο είναι αρχικά μη ανιχνεύσιμο στο αίμα. Μετά από 2 έως 3 ώρες παρατηρούνται χαμηλές συγκεντρώσεις, πιθανώς λόγω του μέρους της δόσης που καταπίνεται και απορροφάται από το έντερο.
Συγκεκριμένα, τα συστηματικά επίπεδα σαλβουταμόλης είναι χαμηλά μετά την εισπνοή των συνιστώμενων δόσεων. Μια μελέτη που διεξήχθη σε 12 υγιείς άνδρες και γυναίκες, χρησιμοποιώντας υψηλότερη δόση (1.080 mcg αλβουτερόλης βάσης), έδειξε ότι οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (περίπου 3 ng/mL) εμφανίστηκαν μετά τη χορήγηση, όταν η σαλβουταμόλη χορηγήθηκε με προωθητικό HFA-134a. Ο μέσος χρόνος για τις μέγιστες συγκεντρώσεις (Tmax) καθυστέρησε μετά τη χορήγηση του VENTOLIN (σαλβουταμόλη) HFA (Tmax = 0,42 ώρες) σε σύγκριση με την αλβουτερόλη που προωθείτο με CFC (Tmax = 0,17 ώρες).
Μετά από από του στόματος χορήγηση, 58-78% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα εντός 24 ωρών, περίπου 60% ως μεταβολίτες. Ένα μικρό κλάσμα απεκκρίνεται στα κόπρανα.
Ο όγκος κατανομής που καταγράφηκε για ενδοφλεβίως χορηγούμενη σαλβουταμόλη ήταν 156 ± 38 L.
Η νεφρική κάθαρση της σαλβουταμόλης τεκμηριώθηκε ως 272 ± 38 ml/min μετά από από του στόματος χορήγηση και 291 ± 70 ml/min μετά από ενδοφλέβια χορήγηση. Επιπλέον, η νεφρική κάθαρση του κυρίαρχου θειικού συζυγούς μεταβολίτη καταγράφηκε ως 98,5 ± 23,5 ml/min μετά από από του στόματος χορήγηση.
Απέκκριση: Νεφρική, 69 έως 90% (60% ως μεταβολίτης). Κόπρανα, 4%.
Δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης: Η βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 80% αυτής των δισκίων μετά από μία μόνο δόση, ανεξάρτητα από τη λήψη με ή χωρίς τροφή, αλλά είναι 100% αυτής των δισκίων άμεσης αποδέσμευσης σε σταθερή κατάσταση. Η τροφή μειώνει τον ρυθμό απορρόφησης χωρίς να επηρεάζει τη βιοδιαθεσιμότητα.
Ταχείας και καλής απορρόφησης μετά από από του στόματος χορήγηση.
Χρόνος μέγιστης συγκέντρωσης: Σιρόπι: εντός 2 ωρών. Δισκία: 2 έως 3 ώρες.
Δεν είναι γνωστό εάν η αλβουτερόλη κατανέμεται στο μητρικό γάλα.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Η σαλβουταμόλη δεν μεταβολίζεται στους πνεύμονες, αλλά μετατρέπεται στο ήπαρ στο εστέρα 4’-o-σουλφάτης (4’-O-σουλφάτη σαλβουταμόλης), ο οποίος έχει αμελητέα φαρμακολογική δράση. Μπορεί επίσης να μεταβολιστεί μέσω οξειδωτικής αμίνης ή/και σύζευξης με γλυκουρονίδιο. Η σαλβουταμόλη τελικά απεκκρίνεται στα ούρα ως ελεύθερο φάρμακο και ως μεταβολίτης.
Μεταβολίζεται μέσω θειικής σύζευξης στον ανενεργό εστέρα 4’-O-σουλφάτης από την φαινολική σουλφοτρανσφεράση (PST). Το (R)-ενάντιομερές της αλβουτερόλης μεταβολίζεται προτιμησιακά (δέκα φορές) από την PST σε σύγκριση με το (S)-ενάντιομερές της αλβουτερόλης.
Υδρολύεται από εστεράσες σε ιστούς και αίμα στην δραστική ουσία κολτερόλη. Το φάρμακο επίσης μεταβολίζεται συζευκτικά σε 4’-O-σουλφάτη σαλβουταμόλης.
Οδός Απέκκρισης: Περίπου το 72% της εισπνεόμενης δόσης απεκκρίνεται στα ούρα εντός 24 ωρών, 28% ως αμετάβλητο φάρμακο και 44% ως μεταβολίτης.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της εισπνεόμενης ή από του στόματος σαλβουταμόλης έχει καταγραφεί μεταξύ 2,7 και 5 ωρών, ενώ ο φαινόμενος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της αλβουτερόλης έχει τεκμηριωθεί περίπου στις 4,6 ώρες.
Απέκκριση: 3,8 έως 6 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
- Αντιδραστήρια που προκαλούν αύξηση της διάτασης ενός βρόγχου ή βρογχικών σωλήνων.
- Φάρμακα που αποτρέπουν τον πρόωρο τοκετό και τη μη ώριμη γέννηση, καταστέλλοντας τις συσπάσεις της μήτρας (ΤΟΚΟΛΥΣΗ). Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την καθυστέρηση της πρόωρης δραστηριότητας της μήτρας περιλαμβάνουν θειικό μαγνήσιο, βήτα-μιμητικά, ανταγωνιστές ωκυτοκίνης, αναστολείς διαύλων ασβεστίου και βήτα-αδρενεργικούς αγωνιστές υποδοχέων. Η χρήση ενδοφλέβιας αλκοόλης ως τοκολυτικό έχει πλέον καταργηθεί.
- Ενώσεις που δεσμεύονται και ενεργοποιούν τους ΒΗΤΑ-2 ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Αλβουτερόλη
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Βήτα2-Αδρενεργικοί Αγωνιστές
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κλάση [EPC] - Βήτα2-Αδρενεργικός Αγωνιστής
Η αλβουτερόλη είναι ένας βήτα2-Αδρενεργικός Αγωνιστής. Ο μηχανισμός δράσης της αλβουτερόλης είναι ως βήτα2-Αδρενεργικός Αγωνιστής.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 1-Bronch R03AC021ο ΒΗΜΑ — Βρογχοδιασταλτικά (κατ' επίκληση)Συμπτωματική ανακούφιση από βρογχόσπασμο — βραχείας δράσης β2-διεγέρτεςΔοσολογία: 100–200 μg (MDI/DPI) × 4–6 · Κατ' επίκληση
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (Βραχείας Δράσης β2-Διεγέρτες (SABA — reliever)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (Βραχείας Δράσης β2-Διεγέρτες (SABA)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
- Αντιδραστήρια που προκαλούν αύξηση της διάτασης ενός βρόγχου ή βρογχικών σωλήνων.
- Φάρμακα που αποτρέπουν τον πρόωρο τοκετό και τη μη ώριμη γέννηση, καταστέλλοντας τις συσπάσεις της μήτρας (ΤΟΚΟΛΥΣΗ). Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την καθυστέρηση της πρόωρης δραστηριότητας της μήτρας περιλαμβάνουν θειικό μαγνήσιο, βήτα-μιμητικά, ανταγωνιστές ωκυτοκίνης, αναστολείς διαύλων ασβεστίου και βήτα-αδρενεργικούς αγωνιστές υποδοχέων. Η χρήση ενδοφλέβιας αλκοόλης ως τοκολυτικό έχει πλέον καταργηθεί.
- Ενώσεις που δεσμεύονται και ενεργοποιούν τους ΒΗΤΑ-2 ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ.