SOMATOSTATIN
Σωματοστατίνη
Oι υποθαλαμικές ορμόνες που ρυθμίζουν τη λειτουργία της υπόφυσης (υποφυσιοτρόπες) είναι συνήθως μικρά πεπτίδια που η έκκρισή τους ρυθμίζεται από νευροδιαβιβαστικές ουσίες νευρώνων που βρίσκονται σε υψηλότερα επίπεδα, καθώς και από τις ορμόνες που παράγουν οι αδένες-στόχοι με τον …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-FINASTERIDE-ACTAVIS
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: ημερησίως
- Δόση έναρξης: 1 δισκίο 5 mg
- Τιτλοποίηση: Μπορεί να είναι απαραίτητη θεραπεία για τουλάχιστον 6 μήνες, προκειμένου να προσδιοριστεί αντικειμενικά το κατά πόσον επιτεύχθηκε μία ικανοποιητική ανταπόκριση στη θεραπεία.
-
ασθενείς με ποικίλους βαθμούς νεφρικής ανεπάρκειαςΡυθμίσεις της δοσολογίας δεν είναι απαραίτητες (ακόμη και με κάθαρση κρεατινίνης τόσο χαμηλή όσο 9 ml/min).
-
ασθενείς ηλικίας άνω των 70 ετώνΡυθμίσεις της δοσολογίας δεν είναι απαραίτητες, αν και ο ρυθμός απέκκρισης της φιναστερίδης μειώνεται ελαφρώς.
block
SPC-FINASTERIDE-ACTAVIS
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη φιναστερίδη ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα.
-
Κύηση: Χρήση από γυναίκες όταν κυοφορούν ή ενδέχεται να κυοφορήσουνΠληθυσμόςγυναίκες που κυοφορούν ή ενδέχεται να κυοφορήσουν
warning
SPC-FINASTERIDE-ACTAVIS
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΓενικάΠροσοχήΕλέγχονται προσεχτικά οι ασθενείς με μεγάλο υπολειμματικό όγκο ούρων και/ή σοβαρά μειωμένη ροή ούρων. Εξετάζεται η πιθανότητα χειρουργικής επέμβασης.
-
ΓενικάΠροσοχήΕξετάζεται το ενδεχόμενο επίσκεψης σε έναν ουρολόγο σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με φιναστερίδη.
-
Δυσανεξία στη λακτόζηΑντένδειξηΟι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά νοσήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας της Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφησης της γλυκόζης-γαλακτόζης δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
-
Επιδράσεις στο ειδικό προστατικό αντιγόνο (PSA) και την ανίχνευση καρκίνου του προστάτηΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ΚΥΠΗ δακτυλική εξέταση από το ορθό και, εάν είναι απαραίτητο, ο προσδιορισμός του ειδικού προστατικού αντιγόνου (PSA) στον ορό θα πρέπει να πραγματοποιούνται σε ασθενείς πριν την έναρξη της θεραπείας με φιναστερίδη 5 mg και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας για τον αποκλεισμό της ύπαρξης καρκίνου του προστάτη. Η αξιολόγηση των δεδομένων PSA πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψιν ότι η φιναστερίδη 5 mg προκαλεί μείωση των συγκεντρώσεων PSA στον ορό κατά περίπου 50%. Η προσαρμογή αυτή διατηρεί την ευαισθησία και την ειδικότητα της ανάλυσης του PSA.
-
Επιδράσεις στο ειδικό προστατικό αντιγόνο (PSA) και την ανίχνευση καρκίνου του προστάτηΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ΚΥΠΟποιαδήποτε διατηρούμενη αύξηση των επιπέδων PSA σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με φιναστερίδη 5 mg θα πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά, συμπεριλαμβανομένης της εξέτασης του ενδεχομένου μη συμμόρφωσης με τη θεραπεία με φιναστερίδη 5 mg.
-
Καρκίνος του μαστού σε άνδρεςΠαρακολούθησηΠληθυσμόςάνδρεςΟι γιατροί πρέπει να συνιστούν στους ασθενείς τους να αναφέρουν άμεσα τυχόν διαφορές στο μαστικό ιστό όπως όγκους, πόνο, γυναικομαστία ή εκροή υγρού από τις θηλές.
-
Παιδιατρική ΧρήσηΑντένδειξηΗ φιναστερίδη δεν ενδείκνυται για χρήση σε παιδιά. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε παιδιά δεν έχουν τεκμηριωθεί.
-
Ηπατική ανεπάρκειαΠροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με μειωμένη ηπατική λειτουργίαΣυνιστάται προσοχή, δεδομένου ότι η φιναστερίδη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ και τα επίπεδα της φιναστερίδης στο πλάσμα μπορεί να είναι αυξημένα.
swap_horiz
SPC-FINASTERIDE-ACTAVIS
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
αναστολείς και επαγωγείς του κυτοχρώματος P450 3A4παρακολούθησηΠιθανός επηρεασμός των επιπέδων πλάσματος της φιναστερίδης. Ο κίνδυνος επηρεασμού της φαρμακοκινητικής άλλων φαρμάκων από τη φιναστερίδη είναι μικρός.ΣύστασηΜε βάση τα καθιερωμένα περιθώρια ασφάλειας, οποιαδήποτε αύξηση λόγω συγχορήγησης τέτοιου τύπου αναστολέων δεν αναμένεται να είναι κλινικά σημαντική.
-
παρακολούθησηΔεν έχουν ταυτοποιηθεί κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις.
sick
SPC-FINASTERIDE-ACTAVIS
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας, όπως οίδημα των χειλέων και του προσώπου
- Μειωμένη λίμπιντο
- Αίσθημα παλμών
- Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Ανικανότητα
- Διαταραχές εκσπερμάτισης
- Ευαισθησία μαστών
- Διόγκωση μαστών
- Πόνος στους όρχεις
- Μειωμένος όγκος εκσπερμάτισης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυνήθειςΑνικανότηταΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
ΣυνήθειςΜειωμένη λίμπιντοΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΑσυνήθειςΔιαταραχές εκσπερμάτισηςΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
ΑσυνήθειςΕυαισθησία μαστώνΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
ΑσυνήθειςΔιόγκωση μαστώνΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
ΆγνωστεςΠόνος στους όρχειςΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
ΣυνήθειςΜειωμένος όγκος εκσπερμάτισηςΈρευνες
-
ΆγνωστεςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας, όπως οίδημα των χειλέων και του προσώπουΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΆγνωστεςΑίσθημα παλμώνΚαρδιακές διαταραχές
-
ΆγνωστεςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΗπατοχολικές διαταραχές
-
ΑσυνήθειςΕξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΆγνωστεςΚνησμός, κνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
pregnant_woman
SPC-FINASTERIDE-ACTAVIS
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΗ φιναστερίδη αντενδείκνυται για χρήση σε γυναίκες όταν κυοφορούν ή ενδέχεται να κυοφορήσουν. Λόγω της ικανότητας των αναστολέων της 5α-αναγωγάσης να αναστέλλουν τη μετατροπή της τεστοστερόνης σε διυδροτεστοστερόνη, τα φάρμακα αυτά συμπεριλαμβανομένης της φιναστερίδης μπορεί να προκαλέσουν ανωμαλίες στα εξωτερικά γεννητικά όργανα ενός αρσενικού εμβρύου κατά τη χορήγηση σε μία έγκυο γυναίκα. Οι έγκυοι γυναίκες και οι γυναίκες που ενδέχεται να μείνουν έγκυοι δεν θα πρέπει να χειρίζονται δισκία φιναστερίδης που έχουν συνθλιβεί ή σπάσει, λόγω του κινδύνου απορρόφησης της φιναστερίδης μέσω του δέρματος και του επακόλουθου δυνητικού κινδύνου για ένα αρσενικό έμβρυο. Μικρές ποσότητες φιναστερίδης έχουν ανακτηθεί στο σπέρμα σε ασθενείς που λαμβάνουν φιναστερίδη 5 mg/ημέρα. Δεν είναι γνωστό κατά πόσον η υγεία ενός αρσενικού εμβρύου μπορεί να επηρεαστεί αρνητικά, εάν η μητέρα του εκτίθεται στο σπέρμα ασθενούς που λαμβάνει θεραπεία με φιναστερίδη. Όταν η σεξουαλική σύντροφος του ασθενούς είναι ή μπορεί να μείνει έγκυος, ο ασθενής συνιστάται να ελαχιστοποιήσει την έκθεση της συντρόφου του στο σπέρμα.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΤα δισκία φιναστερίδης 5 mg δεν ενδείκνυνται για χρήση σε γυναίκες. Δεν είναι γνωστό το κατά πόσον η φιναστερίδη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-FINASTERIDE-ACTAVIS
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-FINASTERIDE-ACTAVIS
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Η βιοδιαθεσιμότητα της φιναστερίδης είναι περίπου 80%. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται 2 ώρες μετά την πρόσληψη, και η απορρόφηση ολοκληρώνεται μετά από 6-8 ώρες. ### Κατανομή Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-FINASTERIDE-ACTAVIS
expand_more
Δοσολογία
Για από του στόματος χρήση μόνο. Η συνιστώμενη δοσολογία είναι 1 δισκίο 5 mg ημερησίως με ή χωρίς τροφή. Το δισκίο θα πρέπει καταπίνεται ολόκληρο και δεν υα πρέπει να διαιρείται ή να συνθλίβεται (βλ. παράγραφο 6.6).
Δοσολογία επί ηπατικής ανεπάρκειας Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Δοσολογία επί νεφρικής ανεπάρκειας Ρυθμίσεις της δοσολογίας δεν είναι απαραίτητες σε ασθενείς με ποικίλους βαθμούς νεφρικής ανεπάρκειας (ακόμη και με κάθαρση κρεατινίνης τόσο χαμηλή όσο 9 ml/min), καθώς σε φαρμακοκινητικές μελέτες η νεφρική ανεπάρκεια δεν βρέθηκε να επηρεάζει την απέκκριση της φιναστερίδης. Η φιναστερίδη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση.
Αιμορραγία σε ηλικιωμένους Ρυθμίσεις της δοσολογίας δεν είναι απαραίτητες, αν και φαρμακοκινητικές μελέτες έχουν δείξει ότι ο ρυθμός απέκκρισης της φιναστερίδης μειώνεται ελαφρώς σε ασθενείς ηλικίας άνω των 70 ετών.
block
Αντενδείξεις
SPC-FINASTERIDE-ACTAVIS
expand_more
Αντενδείξεις
Η χρήση φιναστερίδης δεν συνιστάται σε γυναίκες και παιδιά.
Η φιναστερίδη αντεδείκνυται στις παρακάτω περιπτώσεις:
Yπερευαισθησία στη φιναστερίδη ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα. Κύηση: Χρήση από γυναίκες όταν κυοφορούν ή ενδέχεται να κυοφορήσουν (βλ. «Κύηση και γαλουχία:Έκθεση στη φιναστερίδη - κίνδυνος για το αρσενικό έμβρυο» στην παράγραφο 4.6).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-FINASTERIDE-ACTAVIS
expand_more
Προειδοποιήσεις
Γενικά:
- Προκειμένου να αποφευχθούν αποφρακτικές επιπλοκές, είναι σημαντικό οι ασθενείς με μεγάλο υπολειμματικό όγκο ούρων και/ή σοβαρά μειωμένη ροή ούρων να ελέγχονται προσεχτικά. Η πιθανότητα χειρουργικής επέμβασης πρέπει να εξετάζεται.
- Το ενδεχόμενο επίσκεψης σε έναν ουρολόγο θα πρέπει να εξετάζεται σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με φιναστερίδη.
- Το Finasteride/Actavis περιέχει μονοϋδρική λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά νοσήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας της Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφησης της γλυκόζης-γαλακτόζης δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
Επιδράσεις στο ειδικό προστατικό αντιγόνο (PSA) και την ανίχνευση καρκίνου του προστάτη
Δεν έχει ακόμη καταδειχτεί κλινικό όφελος σε ασθενείς με καρκίνο του προστάτη που λαμβάνουν θεραπεία με φιναστερίδη 5 mg. Ασθενείς με ΚΥΠ και αυξημένο ειδικό προστατικό αντιγόνο (PSA) τέθηκαν υπό παρακολούθηση σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες με σειριακά PSA και βιοψίες του προστάτη. Σε αυτές τις μελέτες της ΚΥΠ, η φιναστερίδη 5 mg δεν φάνηκε να μεταβάλει το ποσοστό ανίχνευσης καρκίνου του προστάτη και η συνολική εμφάνιση καρκίνου του προστάτη δεν ήταν σημαντικά διαφορετική σε ασθενείς που δέχθηκαν θεραπεία με φιναστερίδη 5 mg ή εικονικό φάρμακο.
Η δακτυλική εξέταση από το ορθό και, εάν είναι απαραίτητο, ο προσδιορισμός του ειδικού προστατικού αντιγόνου (PSA) στον ορό θα πρέπει να πραγματοποιούνται σε ασθενείς πριν την έναρξη της θεραπείας με φιναστερίδη 5 mg και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας για τον αποκλεισμό της ύπαρξης καρκίνου του προστάτη. Γενικά, όταν πραγματοποιούνται αναλύσεις του PSA μια βασική τιμή PSA > 10 ng/ml (Hybritech) χρήζει περαιτέρω αξιολόγησης και της εξέτασης του ενδεχομένου βιοψίας· για επίπεδα PSA μεταξύ 4 και 10 ng/ml, ενδείκνυται περαιτέρω αξιολόγηση.
Υπάρχει σημαντική επικάλυψη των επιπέδων PSA μεταξύ ανδρών με και χωρίς καρκίνο του προστάτη. Συνεπώς, σε άνδρες με ΚΥΠ, τιμές PSA εντός του φυσιολογικού εύρους αναφοράς δεν αποκλείουν την ύπαρξη καρκίνου του προστάτη, ανεξάρτητα από τη θεραπεία με φιναστερίδη 5 mg. Μια βασική τιμή PSA < 4 ng/ml δεν αποκλείει καρκίνο του προστάτη.
Η φιναστερίδη 5 mg προκαλεί μία μείωση των συγκεντρώσεων PSA στον ορό κατά περίπου 50% σε ασθενείς με ΚΥΠ, ακόμη και εν τη παρουσία καρκίνου του προστάτη. Αυτή η μείωση των επιπέδων PSA ορού σε ασθενείς με ΚΥΠ που έλαβαν θεραπεία με φιναστερίδη 5 mg θα πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν κατά την αξιολόγηση των δεδομένων PSA και δεν αποκλείει τη συνύπαρξη καρκίνου του προστάτη. Αυτή η μείωση είναι προβλέψιμη σε ολόκληρο το εύρος των τιμών PSA, αν και μπορεί να διαφέρει σε μεμονωμένους ασθενείς. Ανάλυση των δεδομένων PSA από περισσότερους από 3.000 ασθενείς σε μια τετραετή, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη της φιναστερίδης όπου μελετήθηκε η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα και ασφάλεια (PLESS), επιβεβαίωσε ότι στους συνήθεις ασθενείς που δέχονται θεραπεία με φιναστερίδη 5 mg για έξι μήνες ή περισσότερο, οι τιμές PSA θα πρέπει να διπλασιασθούν προκειμένου να συγκριθούν με το φυσιολογικό εύρος σε άνδρες που δεν λαμβάνουν θεραπευτική αγωγή. Η προσαρμογή αυτή διατηρεί την ευαισθησία και την ειδικότητα της ανάλυσης του PSA και διατηρεί την ικανότητα της να ανιχνεύει τον καρκίνο του προστάτη.
Οποιαδήποτε διατηρούμενη αύξηση των επιπέδων PSA σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με φιναστερίδη 5 mg θα πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά, συμπεριλαμβανομένης της εξέτασης του ενδεχομένου μη συμμόρφωσης με τη θεραπεία με φιναστερίδη 5 mg.
Το ποσοστό ελεύθερου PSA (αναλογία ελεύθερου προς συνολικό PSA) δεν μειώνεται σημαντικά από τη φιναστερίδη 5 mg και παραμένει σταθερό ακόμη και υπό την επίδραση της φιναστερίδης 5 mg. Όταν το ποσοστό του ελεύθερου PSA χρησιμοποιείται ως βοήθεια στην ανίχνευση του καρκίνου του προστάτη, δεν είναι απαραίτητη οποιαδήποτε προσαρμογή της τιμής του.
Φάρμακο/εργαστηριακός έλεγχος αλληλεπιδράσεων
Επίδραση στα επίπεδα PSA
Οι συγκεντρώσεις του PSA στον ορό συσχετίζονται με την ηλικία του ασθενή και τον όγκο του προστάτη και ο όγκος του προστάτη συσχετίζεται με την ηλικία του ασθενή. Κατά την αξιολόγηση των εργαστηριακών προσδιορισμών του PSA, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι τα επίπεδα του PSA μειώνονται στους ασθενείς που δέχονται θεραπεία με φιναστερίδη 5 mg. Στους περισσότερους ασθενείς, ταχεία μείωση του PSA παρατηρείται στους πρώτους μήνες της θεραπείας και στη συνέχεια τα επίπεδα του PSA σταθεροποιούνται σε μια νέα βασική τιμή. Η μεταθεραπευτική βασική τιμή προσεγγίζει τη μισή προθεραπευτική τιμή. Επομένως, στους συνήθεις ασθενείς που δέχονται θεραπεία με φιναστερίδη 5 mg για έξι μήνες ή περισσότερο, οι τιμές PSA θα πρέπει να διπλασιασθούν προκειμένου να συγκριθούν με το φυσιολογικό εύρος σε άνδρες που δεν λαμβάνουν θεραπεία. Για κλινική ερμηνεία βλ. «Επιδράσεις στο ειδικό προστατικό αντιγόνο (PSA) και την ανίχνευση καρκίνου του προστάτη» στην παράγραφο αυτή. Δεν παρατηρήθηκε καμιά άλλη διαφορά στις συνηθισμένες εργαστηριακές εξετάσεις μεταξύ των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο ή φιναστερίδη.
Καρκίνος του μαστού σε άνδρες
Εμφάνιση καρκίνου του μαστού έχει αναφερθεί σε άνδρες που έλαβαν φιναστερίδη 5mg κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών και μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου. Οι γιατροί πρέπει να συνιστούν στους ασθενείς τους να αναφέρουν άμεσα τυχόν διαφορές στο μαστικό ιστό όπως όγκους, πόνο, γυναικομαστία ή εκροή υγρού από τις θηλές.
Παιδιατρική Χρήση
Η φιναστερίδη δεν ενδείκνυται για χρήση σε παιδιά. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε παιδιά δεν έχουν τεκμηριωθεί.
Ηπατική ανεπάρκεια
Η επίδραση της ηπατικής ανεπάρκειας στις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της φιναστερίδης δεν έχει μελετηθεί. Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με μειωμένη ηπατική λειτουργία, δεδομένου ότι η φιναστερίδη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ και τα επίπεδα της φιναστερίδης στο πλάσμα μπορεί να είναι αυξημένα στους ασθενείς αυτούς (βλέπε παράγραφο 4.2)
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-FINASTERIDE-ACTAVIS
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Δεν έχουν ταυτοποιηθεί σημαντικές αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα. Η φιναστερίδη μεταβολίζεται κυρίως από το ενζυμικό σύστημα του κυτοχρώματος P450 3Α4, χωρίς ωστόσο να φαίνεται να το επηρεάζει σημαντικά. Παρότι εκτιμάται ότι ο κίνδυνος επηρεασμού της φαρμακοκινητικής άλλων φαρμάκων από τη φιναστερίδη είναι μικρός, είναι πιθανός ο επηρεασμός των επιπέδων πλάσματος της φιναστερίδης από αναστολείς και επαγωγείς του κυτοχρώματος P450 3A4. Ωστόσο, με βάση τα καθιερωμένα περιθώρια ασφάλειας, οποιαδήποτε αύξηση λόγω συγχορήγησης τέτοιου τύπου αναστολέων δεν αναμένεται να είναι κλινικά σημαντική.
Τα ακόλουθα φαρμακευτικά προϊόντα έχουν διερευνηθεί σε ανθρώπους και δεν έχουν ταυτοποιηθεί κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις: προπρανολόλη, διγοξίνη, γλιβενκλαμίδη, βαρφαρίνη, θεοφυλλίνη και φαιναζόνη.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-FINASTERIDE-ACTAVIS
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι πλέον συνήθεις ανεπιθύμητες ενέργειες είναι η ανικανότητα και η μειωμένη λίμπιντο. Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίζονται νωρίς κατά τη διάρκεια της θεραπείας και στην πλειοψηφία των ασθενών υποχωρούν με τη συνεχιζόμενη θεραπεία.
Η συχνότητα εμφάνισης των ανεπιθύμητων ενεργειών καθορίζεται όπως παρακάτω:
- Πολύ συνήθεις (≥1/10)
- Συνήθεις (≥1/100 to <1/10)
- Ασυνήθεις (≥1/1,000 to <1/100)
- Σπάνιες (≥1/10,000 to <1/1,000)
- Πολύ σπάνιες (<1/10,000)
- Άγνωστες (δεν μπορούν να εκτιμηθούν από τα διαθέσιμα δεδομένα).
Η συχνότητα εμφάνισης των ανεπιθύμητων ενεργειών που αναφέρθηκαν κατά τη χρήση μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου δεν μπορεί να προσδιοριστεί καθώς απορρέει από αυθόρμητες αναφορές.
| Κατηγορία Οργανικού Συστήματος |
|---|
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος |
| Ψυχιατρικές διαταραχές |
| Καρδιακές διαταραχές |
| Ηπατοχολικές διαταραχές |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού |
| Έρευνες |
Επιπλέον, το ακόλουθο έχει αναφερθεί σε κλινικές δοκιμές και κατά τη χρήση μετά την κυκλοφορία· ανδρικός καρκίνος του μαστού (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ιατρική θεραπεία των συμπτωμάτων του προστάτη (MTOPS) Η μελέτη MTOPS συνέκρινε φιναστερίδη 5 mg/ημέρα (n=768), δoξαζoσίνη 4 ή 8 mg/ημέρα (n=756), συνδυαστική θεραπεία φιναστερίδης 5 mg/ημέρα και δοξαζοσίνης 4 ή 8 mg/ημέρα (n=786), και εικονικό φάρμακο (n=737). Στη μελέτη αυτή, το προφίλ ασφάλειας και ανεκτικότητας της συνδυασμένης θεραπείας ήταν σε γενικές γραμμές σύμφωνο με τα προφίλ των μεμονωμένων συστατικών. Η εμφάνιση διαταραχών εκσπερμάτισης σε ασθενείς που έλαβαν τη συνδυασμένη θεραπεία ήταν συγκρίσιμη με το σύνολο των εμφανίσεων της ανεπιθύμητης αυτής ενέργειας για τις δύο μονοθεραπείες.
Ευρήματα εργαστηριακών δοκιμών Κατά την αξιολόγηση των εργαστηριακών αποτελεσμάτων PSA, θα πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν το γεγονός ότι τα επίπεδα PSA εν γένει μειώνονται σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με φιναστερίδη (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις Φάρμακο/εργαστηριακός έλεγχος αλληλεπιδράσεων).
Λοιπά μακροχρόνια δεδομένα Σε μία ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη διάρκειας 7 ετών, στην οποία εντάχθηκαν 18.882 υγιείς άνδρες από τους οποίους 9.060 είχαν διαθέσιμα για ανάλυση δεδομένα βιοψίας προστάτη δια βελόνης, καρκίνος του προστάτη ανιχνεύθηκε σε 803 (18,4%) άνδρες που λάμβαναν φιναστερίδη 5 mg και σε 1.147 (24,4%) άνδρες που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Στην ομάδα της φιναστερίδης 5 mg, 280 (6,4%) άνδρες έπασχαν από καρκίνο του προστάτη με βαθμολογία Gleason 7-10, ο οποίος ανιχνεύθηκε μέσω βιοψίας δια βελόνης, έναντι 237 (5,1%) ανδρών στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Πρόσθετες αναλύσεις δείχνουν ότι η αύξηση στην επικράτηση καρκίνου του προστάτη υψηλής βαθμολογίας που παρατηρήθηκε στην ομάδα της φιναστερίδης 5 mg μπορεί να εξηγηθεί με τη μεροληψία διάγνωσης λόγω της επίδρασης της φιναστερίδης 5 mg στον όγκο του προστάτη.Από τα συνολικά ποσοστά καρκίνου του προστάτη που διαγνώστηκαν σε αυτή τη μελέτη, περίπου 98% ταξινομήθηκαν ως ενδοκαψικός καρκίνος (κλινικού σταδίου Τ1 ή Τ2)κατά τη διάγνωση. Η κλινική σημασία των δεδομένων Gleason 7-10 δεν είναι γνωστή.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-FINASTERIDE-ACTAVIS
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Η φιναστερίδη αντενδείκνυται για χρήση σε γυναίκες όταν κυοφορούν ή ενδέχεται να κυοφορήσουν (βλ. Δοσολογία).
Λόγω της ικανότητας των αναστολέων της 5α-αναγωγάσης να αναστέλλουν τη μετατροπή της τεστοστερόνης σε διυδροτεστοστερόνη, τα φάρμακα αυτά συμπεριλαμβανομένης της φιναστερίδης μπορεί να προκαλέσουν ανωμαλίες στα εξωτερικά γεννητικά όργανα ενός αρσενικού εμβρύου κατά τη χορήγηση σε μία έγκυο γυναίκα (βλ. προκλινικά δεδομένα και 8.).
Έκθεση στη φιναστερίδη - κίνδυνος για το αρσενικό έμβρυο
Οι έγκυοι γυναίκες και οι γυναίκες που ενδέχεται να μείνουν έγκυοι δεν θα πρέπει να χειρίζονται δισκία φιναστερίδης που έχουν συνθλιβεί ή σπάσει, λόγω του κινδύνου απορρόφησης της φιναστερίδης μέσω του δέρματος και του επακόλουθου δυνητικού κινδύνου για ένα αρσενικό έμβρυο (βλ. «Κύηση» στην παράγραφο αυτή).
Τα δισκία Finasteride/Actavis είναι επικαλυμμένα και θα αποτρέψουν την επαφή με το ενεργό συστατικό κατά τον κανονικό χειρισμό, υπό την προϋπόθεση ότι τα δισκία δεν έχουν σπάσει ή συνθλιβεί.
Μικρές ποσότητες φιναστερίδης έχουν ανακτηθεί στο σπέρμα σε ασθενείς που λαμβάνουν φιναστερίδη 5 mg/ημέρα. Δεν είναι γνωστό κατά πόσον η υγεία ενός αρσενικού εμβρύου μπορεί να επηρεαστεί αρνητικά, εάν η μητέρα του εκτίθεται στο σπέρμα ασθενούς που λαμβάνει θεραπεία με φιναστερίδη. Όταν η σεξουαλική σύντροφος του ασθενούς είναι ή μπορεί να μείνει έγκυος, ο ασθενής συνιστάται να ελαχιστοποιήσει την έκθεση της συντρόφου του στο σπέρμα.
Γαλουχία
Τα δισκία φιναστερίδης 5 mg δεν ενδείκνυνται για χρήση σε γυναίκες. Δεν είναι γνωστό το κατά πόσον η φιναστερίδη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-FINASTERIDE-ACTAVIS
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολείς 5α-αναγωγάσης τεστοστερόνης Κωδικός ATC: G04CB01
Η φιναστερίδη είναι ένα συνθετικό 4-αζαστεροειδές, ένας ειδικός ανταγωνιστικός αναστολέας του ενδοκυττάριου ενζύμου 5α-αναγωγάση Τύπου ΙΙ. Το ένζυμο μετατρέπει την τεστοστερόνη στο πιο ισχυρό ανδρογόνο διυδροτεστοστερόνη (DHT). Ο προστατικός αδένας και, επακολούθως, επίσης ο υπερπλαστικός προστατικός ιστός εξαρτώνται από τη μετατροπή της τεστοστερόνης σε DHT για τη φυσιολογική λειτουργία και ανάπτυξή τους. Η φιναστερίδη δεν έχει συγγένεια για τον υποδοχέα ανδρογόνων.
Κλινικές μελέτες δείχνουν μία ταχεία μείωση των επιπέδων DHT στον ορό κατά 70%, γεγονός το οποίο οδηγεί σε μείωση του μεγέθους του προστάτη. Μετά από 3 μήνες προκύπτει μία μείωση κατά περίπου 20% στο μέγεθος του αδένα, ενώ η συρρίκνωση συνεχίζεται και φθάνει περίπου στο 27% μετά από 3 έτη. Σημαντική μείωση επιτυγχάνεται στην περιουρηθρική ζώνη που περιβάλλει την ουρήθρα. Ουροδυναμικές μετρήσεις έχουν επίσης επιβεβαιώσει μία σημαντική μείωση της πίεσης του εξωστήρα μυός, ως αποτέλεσμα της μειωμένης απόφραξης.
Σημαντική βελτίωση στον μέγιστο ρυθμό ροής ούρων και των συμπτωμάτων έχει επιτευχθεί μετά από 2 εβδομάδες σε σύγκριση με την έναρξη της θεραπείας. Διαφορές σε σχέση με το εικονικό φάρμακο έχουν τεκμηριωθεί στους 4 και 7 μήνες, αντίστοιχα.
Όλες οι παράμετροι αποτελεσματικότητας έχουν διατηρηθεί εντός μίας περιόδου παρακολούθησης 3 ετών.
Επιδράσεις της θεραπείας με φιναστερίδη διάρκειας 4 ετών στην επίπτωση της οξείας επίσχεσης ούρων, στην ανάγκη για χειρουργική επέμβαση, στη βαθμολογία των συμπτωμάτων και στο μέγεθος του προστάτη: Σε κλινικές μελέτες ασθενών με μέτρια έως σοβαρά συμπτώματα ΚΥΠ, διογκωμένο προστάτη κατά τη δακτυλική διορθική εξέταση και χαμηλό όγκο υπολειμματικών ούρων, η φιναστερίδη μείωσε την επίπτωση της οξείας επίσχεσης ούρων από 7/100 σε 3/100 εντός 4 ετών και την ανάγκη για χειρουργική επέμβαση (TURP ή προστατεκτομή) από 10/100 σε 5/100. Αυτές οι μειώσεις σχετίστηκαν με μία βελτίωση 2 βαθμών στη βαθμολογία συμπτωμάτων QUASI-AUA (εύρος 0-34), με μία διατηρούμενη υποχώρηση του μεγέθους του προστάτη κατά περίπου 20% και με μία παρατεταμένη αύξηση του ρυθμού ροής των ούρων.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-FINASTERIDE-ACTAVIS
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Η βιοδιαθεσιμότητα της φιναστερίδης είναι περίπου 80%. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται 2 ώρες μετά την πρόσληψη, και η απορρόφηση ολοκληρώνεται μετά από 6-8 ώρες.
Κατανομή
Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 93%. Η κάθαρση και ο όγκος κατανομής είναι περίπου 165 ml/min (70-279 ml/min) και 76 l (44-96 l), αντίστοιχα. Συσσώρευση μικρών ποσοτήτων φιναστερίδης παρατηρείται επί επαναλαμβανόμενης χορήγησης. Μετά από μία ημερήσια δόση 5 mg, η μικρότερη συγκέντρωση φιναστερίδης σε σταθερή κατάσταση έχει υπολογιστεί ότι είναι 8-10 ng/ml, η οποία παραμένει σταθερή με την πάροδο του χρόνου.
Βιομετατροπή:
Η φιναστερίδη μεταβολίζεται στο ήπαρ. Η φιναστερίδη δεν επηρεάζει σημαντικά το ενζυμικό σύστημα του κυτοχρώματος P 450. Έχουν ταυτοποιηθεί δύο μεταβολίτες με χαμηλές επιδράσεις αναστολής της 5α-αναγωγάσης.
Απέκκριση:
Ο χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα είναι κατά μέσο όρο 6 ώρες (4-12 ώρες) (σε άνδρες ηλικίας >70 ετών: 8 ώρες, εύρος 6-15 ώρες).
Μετά τη χορήγηση ραδιενεργά επισημασμένης φιναστερίδης περίπου 39% (32-46%) της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα με τη μορφή μεταβολιτών. Πρακτικά καμία ποσότητα αμετάβλητης φιναστερίδης δεν ανακτήθηκε στα ούρα. Περίπου 57% (51-64%) της συνολικής δόσης απεκκρίθηκε στα κόπρανα.
Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης άνω των 9 ml/min), δεν παρατηρήθηκαν μεταβολές στην απέκκριση της φιναστερίδης (βλ. Δοσολογία).
Η φιναστερίδη βρέθηκε ότι διέρχεται τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Μικρές ποσότητες φιναστερίδης έχουν ανακτηθεί στο σπερματικό υγρό ασθενών υπό θεραπεία. Σε 2 μελέτες υγιών συμμετεχόντων (n=69) που λαμβάνουν φιναστερίδη 5 mg/ημέρα για 6-24 εβδομάδες, οι συγκεντρώσεις φιναστερίδης στο σπέρμα κυμαίνονται από μη ανιχνεύσιμες (<0,1 ng/ml) σε 10,54 ng/ml. Σε μία προηγούμενη μελέτη με τη χρήση μία λιγότερο ευαίσθητης ανάλυσης, οι συγκεντρώσεις φιναστερίδης στο σπέρμα 16 ασθενών που λάμβαναν φιναστερίδη 5 mg/ημέρα κυμαίνονταν από μη ανιχνεύσιμες (<1,0 ng/ml) έως 21 ng/ml. Συνεπώς, με βάση έναν όγκο εκσπερμάτισης 5 ml, η ποσότητα της φιναστερίδης στο σπέρμα υπολογίστηκε ότι είναι από 50 έως 100 φορές μικρότερη από εκείνη της δόσης φιναστερίδης (5 μg) που δεν είχε καμία επίδραση στα κυκλοφορούντα επίπεδα DHT στους άνδρες (βλ. επίσης Προκλινικά δεδομένα).
ΕΟΦ · 6.7.1
Oρμόνες υποθαλάμου
expand_more
Oρμόνες υποθαλάμου
Oι υποθαλαμικές ορμόνες που ρυθμίζουν τη λειτουργία της υπόφυσης (υποφυσιοτρόπες) είναι συνήθως μικρά πεπτίδια που η έκκρισή τους ρυθμίζεται από νευροδιαβιβαστικές ουσίες νευρώνων που βρίσκονται σε υψηλότερα επίπεδα, καθώς και από τις ορμόνες που παράγουν οι αδένες-στόχοι με τον μηχανισμό της παλίνδρομης αλληλορύθμισης (feedback regulation).
Πολλές από τις ορμόνες αυτές έχουν παρασκευασθεί και συνθετικώς και έχουν τύχει ευρείας εφαρμογής για διαγνωστικούς και θεραπευτικούς σκοπούς.
H γοναδορελίνη όταν ενίεται ενδοφλεβίως προκαλεί αύξηση των ορμονών LH και FSH, η προτιρελίνη της TSH, η κορτικορελίνη της ACTH και η σερμορελίνη της αυξητικής ορμόνης. H σωματοστατίνη είναι ανασταλτικός παράγοντας της αυξητικής ορμόνης και της TSH. Eπίσης αναστέλλει τις εκκρίσεις του πεπτικού σωλήνα.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η σωματοστατίνη είναι μια ενδογενής πεπτιδική ορμόνη που εκκρίνεται από το κεντρικό νευρικό σύστημα, τον γαστρεντερικό σωλήνα, τον αμφιβληστροειδή, τα περιφερικά νεύρα και τα D κύτταρα του παγκρέατος στα νησίδια Langerhans. Έχει πολλαπλούς βιολογικούς ρόλους, αλλά κυρίως ασκεί ανασταλτική επίδραση στην έκκριση άλλων ορμονών και μεταβιβαστών. Ενώ η κατανομή των δύο ενεργών ισομορφών της σωματοστατίνης είναι παρόμοια, η SST-14 είναι πιο διαδεδομένη στους εντερικούς νευρώνες και τα περιφερικά νεύρα, ενώ η SST-28 είναι πιο εμφανής στον αμφιβληστροειδή και στα επιθηλιακά κύτταρα του εντέρου.
- Πρόσθια υπόφυση και εγκέφαλος: Αναστέλλει την απελευθέρωση αυξητικής ορμόνης και θυρεοειδοτρόπου ορμόνης, όπως η θυρεοειδοτρόπος ορμόνη (TSH) και η θυρεοτροπίνη, από την πρόσθια υπόφυση, ενώ αναστέλλει την απελευθέρωση ντοπαμίνης από το μέσο εγκέφαλο, νορεπινεφρίνης, TRH και κορτικοτροπίνης-εκλυτικής ορμόνης στον εγκέφαλο.
- Πάγκρεας: Στο πάγκρεας, η σωματοστατίνη μειώνει την έκκριση γλυκαγόνης και ινσουλίνης, καθώς και ιόντων διττανθρακικών και άλλων ενζύμων.
- Θυρεοειδής αδένας: Η σωματοστατίνη μειώνει την έκκριση Τ3, Τ4 και καλσιτονίνης. Ρυθμίζει τη θυρεοειδική λειτουργία μειώνοντας τη βασική απελευθέρωση TSH.
- Γαστρεντερικός σωλήνας: Αμβλύνει την απελευθέρωση των περισσότερων γαστρεντερικών ορμονών, όπως γκαστρίνη, σεκρετίνη, μοτιλίνη, γαστρικό οξύ, εντερο-γκλουκαγόνη, χολοκυστοκινίνη (CCK), αγγειοδραστικό εντερικό πεπτίδιο (VIP), γαστρικό ανασταλτικό πολυπεπτίδιο (GIP), ενδογενή παράγοντα, πεψίνη, νευροτενσίνη, καθώς και τη χολική έκκριση και την έκκριση υγρών στο παχύ έντερο.
- Επινεφρίδια: Αναστέλλει την έκκριση αλδοστερόνης που προκαλείται από την αγγειοτενσίνη II και την έκκριση κατεχολαμινών από τον μυελό που προκαλείται από την ακετυλοχολίνη.
- Οφθαλμός/Αμφιβληστροειδής: Η σωματοστατίνη αναστέλλει την παραγωγή του αυξητικού ενδοθηλιακού παράγοντα αγγείων (VEGF).
- Φλεγμονώδη κύτταρα και αισθητικά νεύρα: Η έκφραση της σωματοστατίνης έχει βρεθεί σε φλεγμονώδη κύτταρα όπως λεμφοκύτταρα, μονοκύτταρα, μακροφάγα και ενδοθηλιακά κύτταρα για να λειτουργεί ως αυτόκρινος ή παρακρινικός ρυθμιστής σε τοπικές ανοσολογικές αποκρίσεις. Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η σωματοστατίνη μπορεί να παίζει ρόλο στην άσκηση τοπικών και συστηματικών αντιφλεγμονωδών και αντι-αιμολυτικών επιδράσεων. Στα κύρια προσαγωγά νευρικά κύτταρα, η σωματοστατίνη μειώνει τις αποκρίσεις στη θερμική διέγερση στις ινώδεις ίνες C-μηχανοθερμικής ευαισθησίας με δοσοεξαρτώμενο τρόπο και μειώνει τις αποκρίσεις των ινωδών C-μηχανοθερμικής ευαισθησίας στη βραδυκινίνη-προκαλούμενη διέγερση και ευαισθητοποίηση στη θερμότητα. Αναφέρεται ότι η σωματοστατίνη προκαλεί αναλγητική δράση όταν χορηγείται ενδοραχιαίως· υπάρχουν ενδείξεις που υποστηρίζουν ότι παρόμοιες επιδράσεις μπορεί να συμβούν όταν χρησιμοποιείται συστηματικά για τη θεραπεία ενδοκρινικών διαταραχών.
Η σωματοστατίνη θεωρείται ότι μειώνει την αιμορραγία από κιρσούς του οισοφάγου προκαλώντας σπλαχνική αγγειοσυστολή.
Η σωματοστατίνη ασκεί αντικαρκινικές δράσεις σε διάφορους όγκους μέσω άμεσων ή έμμεσων επιδράσεων, ή συνδυασμού και των δύο.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η σωματοστατίνη συνδέεται με 5 υποτύπους υποδοχέων σωματοστατίνης (SSTRs), οι οποίοι είναι όλοι Gi-συνδεδεμένοι διαμεμβρανικοί υποδοχείς που αναστέλλουν την αδενυλική κυκλάση κατά την ενεργοποίηση. Αναστέλλοντας τη κυτταρική ενδοκυτταρική κυκλική AMP και Ca2+, καθώς και μέσω μιας απομακρυσμένης επίδρασης που σχετίζεται με τον υποδοχέα στην εξωκυττάρωση, οι SSTRs εμποδίζουν την κυτταρική έκκριση. Η κοινή οδός που μοιράζονται οι υποδοχείς περιλαμβάνει την ενεργοποίηση της φωσφοτυροσινικής φωσφατάσης (PTP) και τη διαμόρφωση της μιτογόνο-ενεργοποιημένης πρωτεϊνικής κινάσης (MAPK). Με εξαίρεση τον SSTR3, η ενεργοποίηση των SSTRs οδηγεί στην ενεργοποίηση των διαύλων καλίου εξαρτώμενων από τάση, συνοδευόμενη από αυξημένα ρεύματα K+. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την υπερπόλωση της μεμβράνης και αναστέλλει την εισροή Ca2+ που προκαλείται από την εκπόλωση μέσω των εξαρτώμενων από τάση διαύλων Ca2+. Ανάλογα με τον υποτύπο του υποδοχέα, οι οδοί σηματοδότησης περιλαμβάνουν την ενεργοποίηση άλλων κάτω-επιπέδου στόχων, όπως ο ανταλλάκτης Na+/H+, η Rho GTPase και η συνθάση του μονοξειδίου του αζώτου (NOS).
Οι SSTRs 1 έως 4 συνδέονται και με τις δύο ισομορφές σωματοστατίνης με ίση συγγένεια σύνδεσης νανομοριακής κλίμακας, ενώ ο SSTR5 παρουσιάζει 5- έως 10-πλάσια υψηλότερη συγγένεια σύνδεσης για την SST-28.
- Επιδράσεις του SSTR1: Μετά τη σύνδεση της σωματοστατίνης και την ενεργοποίηση, ο SSTR1 διαμεσολαβεί μια αντι-εκκριτική δράση στην αυξητική ορμόνη, την προλακτίνη και την καλσιτονίνη.
- Επιδράσεις του SSTR2: Ο υποτύπος SSTR2 κυριαρχεί στους ενδοκρινείς ιστούς. Συνδεόμενος με τους υποδοχείς SST2, η σωματοστατίνη ασκεί παρακρινικές ανασταλτικές δράσεις στην απελευθέρωση γκαστρίνης από τα G κύτταρα, στην απελευθέρωση ισταμίνης από τα ECL κύτταρα, και άμεσα στην έκκριση γαστρικού οξέος από τα τοιχωματικά κύτταρα. Οι οδοί σηματοδότησης του υποδοχέα SSTR2 αναστέλλουν επίσης την έκκριση της αυξητικής ορμόνης, της αδρενοκορτικοτρόπου, της γλυκαγόνης, της ινσουλίνης και της ιντερφερόνης-γ.
- Επιδράσεις του SSTR3: Η ενεργοποίηση αυτών των υποδοχέων οδηγεί σε μείωση του κυτταρικού πολλαπλασιασμού. Ο SSTR3 πυροδοτεί PTP-εξαρτώμενη κυτταρική απόπτωση, συνοδευόμενη από ενεργοποίηση της p53 και της προ-αποπτωτικής πρωτεΐνης Bax. Μια μελέτη σε μοντέλο matrigel sponge υποδεικνύει ότι μέσω της SSTR3-διαμεσολαβούμενης αναστολής τόσο της δραστηριότητας NOS όσο και της MAPK, μπορεί να επιτευχθούν οι αντικαρκινικές επιδράσεις της σωματοστατίνης στην αναστολή της αγγειογένεσης του όγκου.
- Επιδράσεις του SSTR4: Οι λειτουργίες του SSTR4 παραμένουν σε μεγάλο βαθμό άγνωστες.
- Επιδράσεις του SSTR5: Όπως ο SSTR2, ο υποτύπος SSTR5 κυριαρχεί στους ενδοκρινείς ιστούς. Κατά την ενεργοποίηση, οι οδοί σηματοδότησης του SSTR5 ασκούν ανασταλτική δράση στην αυξητική ορμόνη, την αδρενοκορτικοτρόπη, την ινσουλίνη και το γκλουκαγόνο-όμοιο πεπτίδιο-1, καθώς και στην έκκριση αμυλάσης.
Η παρουσία υποδοχέων σωματοστατίνης έχει εντοπιστεί στα περισσότερα νευροενδοκρινικά νεοπλάσματα, ενδοκρινικά γαστρεντερικά (GEP) νεοπλάσματα, παραγαγγλιώματα, φαιοχρωμοκυττώματα, μυελοειδή καρκινώματα θυρεοειδούς (MTC) και μικροκυτταρικά καρκινώματα πνεύμονα. Οι αντικαρκινικές επιδράσεις της σωματοστατίνης ήταν επίσης αποτελεσματικές σε διάφορα κακοήθη λεμφώματα και καρκίνους μαστού.
Οι γαστρεντερικές ορμόνες, όπως η γκαστρίνη, η σεκρετίνη και η χολοκυστοκινίνη (CCK), καθώς και οι αυξητικές ορμόνες και οι αυξητικοί παράγοντες, θεωρούνται αυξημένοι στον γαστρεντερικό σωλήνα και στα νευροενδοκρινικά νεοπλάσματα και αναστέλλονται από τη σωματοστατίνη.
In vitro, η σωματοστατίνη ανέστειλε τη σύνθεση DNA και τον πολλαπλασιασμό που προκλήθηκε από τον επιδερμικό αυξητικό παράγοντα (EGF), υποδηλώνοντας ότι η σωματοστατίνη μπορεί να έχει άμεσες αντι-πολλαπλασιαστικές επιδράσεις μέσω της σηματοδότησης SSTR.
Η ακρομεγαλία χαρακτηρίζεται ως ενδοκρινική διαταραχή που προκαλείται από ένα λειτουργικό όγκο κυττάρων που εκκρίνουν αυξητική ορμόνη από την πρόσθια υπόφυση. Οι θεραπείες με ανάλογα σωματοστατίνης χρησιμεύουν για την ομαλοποίηση των αυξημένων επιπέδων GH και ινσουλινοειδούς αυξητικού παράγοντα 1 (IGF-1) και την αμβλύνση της ανάπτυξης του όγκου.
Στο αγγειακό σύστημα, αυτό πιθανότατα προκαλεί αγγειοσυστολή αναστέλλοντας την αδενυλική κυκλάση, οδηγώντας σε μείωση της συγκέντρωσης της κυκλικής αδενοσινο μονοφωσφορικής στα ενδοθηλιακά κύτταρα, η οποία τελικά εμποδίζει την αγγειοδιαστολή μέσω αυτής της οδού. Αυτή η αγγειοσυστολή θεωρείται υπεύθυνη για τη μείωση της ροής του αίματος στους οισοφαγικούς ιστούς και έτσι μειώνει την αιμορραγία από κιρσούς του οισοφάγου.
Η σωματοστατίνη διαμεσολαβεί αναλγητική δραστηριότητα μειώνοντας τα αγγειακά και νωτιαία συστατικά της φλεγμονής. Μελέτες δείχνουν ότι η σωματοστατίνη μπορεί να υπάρχει σε νωτιαία DRG νευρικά κύτταρα με C-ίνες και κύρια προσαγωγά νευρικά κύτταρα για να αναστείλει την απελευθέρωση μεταβιβαστών στις προ-συναπτικές συνδέσεις των αισθητικο-εκτελεστικών νευρικών απολήξεων. Η εξωγενής σωματοστατίνη έχει δείξει ότι αναστέλλει την απελευθέρωση της Ουσίας P από κεντρικές και περιφερικές νευρικές απολήξεις.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Αυτά τα φαρμακοκινητικά δεδομένα δεν είναι σχετικά.
Ως πολυπεπτιδική αλυσίδα, η σωματοστατίνη αποβάλλεται κυρίως μέσω μεταβολισμού από πεπτιδάσες.
Αυτά τα φαρμακοκινητικά δεδομένα δεν είναι σχετικά.
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 3H-σημειωμένης ενδογενούς σωματοστατίνης, η συνολική κάθαρση του σώματος ήταν περίπου 50 mL/min. Στον άνθρωπο, η τιμή υπολογίστηκε ότι φτάνει έως και 3000 mL/λεπτό, η οποία υπερβαίνει κατά πολύ τη ροή του αίματος στο ήπαρ. Αυτό υποδηλώνει ότι η ταχεία ενζυμική διάσπαση στην κυκλοφορία και σε άλλους ιστούς αποτελεί κρίσιμη οδό αποβολής.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Αυτά τα φαρμακοκινητικά δεδομένα δεν είναι σχετικά.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η σωματοστατίνη διασπάται ταχέως από πεπτιδασικά ένζυμα που υπάρχουν στα κύτταρα και στο πλάσμα.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της ενδογενούς σωματοστατίνης είναι 1-3 λεπτά λόγω ταχείας διάσπασης από πεπτιδασικά ένζυμα που υπάρχουν στο πλάσμα και τους ιστούς.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογικής Δράσης
Χημικές ουσίες που έχουν ειδική ρυθμιστική επίδραση στη δραστηριότητα ενός συγκεκριμένου οργάνου ή οργάνων. Ο όρος αρχικά εφαρμόστηκε σε ουσίες που εκκρίνονται από διάφορους ΕΝΔΟΚΡΙΝΕΙΣ ΑΔΕΝΕΣ και μεταφέρονται μέσω της κυκλοφορίας του αίματος στους στόχους τους. Μερικές φορές επεκτείνεται για να συμπεριλάβει εκείνες τις ουσίες που δεν παράγονται από τους ενδοκρινείς αδένες, αλλά έχουν παρόμοιες επιδράσεις.
Ημίσεια ζωή
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογικής Δράσης
Χημικές ουσίες που έχουν ειδική ρυθμιστική επίδραση στη δραστηριότητα ενός συγκεκριμένου οργάνου ή οργάνων. Ο όρος αρχικά εφαρμόστηκε σε ουσίες που εκκρίνονται από διάφορους ΕΝΔΟΚΡΙΝΕΙΣ ΑΔΕΝΕΣ και μεταφέρονται μέσω της κυκλοφορίας του αίματος στους στόχους τους. Μερικές φορές επεκτείνεται για να συμπεριλάβει εκείνες τις ουσίες που δεν παράγονται από τους ενδοκρινείς αδένες, αλλά έχουν παρόμοιες επιδράσεις.