Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ H05AA02 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

TERIPARATIDE

Τεριπαρατίδη

**Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία**: Ομοιόσταση ασβεστίου, παραθορμόνες και ανάλογα, κωδικός ATC: H05AA02.

Εμπορικά Ονόματα

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10

clinical_notes
  • M81 Οστεοπόρωση χωρίς παθολογικό κάταγμα

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Οστεοπόρωση

search Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη arrow_forward

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
υποδόρια ένεση
Χορήγηση:
άπαξ ημερησίως
Δόση έναρξης:
20 μικρογραμμάρια
  • Ενήλικες
    Δόση20 μικρογραμμάρια
    Η μέγιστη συνολική διάρκεια της αγωγής με τεριπαρατίδη πρέπει να είναι 24 μήνες. Οι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν συμπληρώματα ασβεστίου και βιταμίνης D, εάν έχουν διατροφή χαμηλής περιεκτικότητας.
  • Ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια
    Δεν πρέπει να λαμβάνεται (βλ. Αντενδείξεις).
  • Ασθενείς με μέτρια νεφρική ανεπάρκεια
    Να χορηγείται με προσοχή.
  • Ασθενείς με ήπια νεφρική ανεπάρκεια
    Δεν απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή.
  • Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια
    Να χορηγείται με προσοχή (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
  • Παιδιά και έφηβοι (<18 ετών) ή με ανοικτές επιφύσεις
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται.
  • Ηλικιωμένοι
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης (βλ. Φαρμακοκινητικές).
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
  • Κύηση και θηλασμός
  • Προϋπάρχουσα υπερασβεστιαιμία
  • Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια
  • Άλλες μεταβολικές παθήσεις των οστών (περιλαμβανομένου του υπερπαραθυρεοειδισμού και της νόσου Paget των οστών) εκτός της πρωτοπαθούς οστεοπόρωσης ή οστεοπόρωσης οφειλόμενης σε θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή
  • Μη-ερμηνεύσιμες αυξήσεις των τιμών της αλκαλικής φωσφατάσης
  • Προηγούμενη εξωτερική ακτινοβολία ή ακτινοθεραπεία μέσω εμφυτεύματος, στο σκελετό
  • Κακοήθειες σκελετού ή οστικές μεταστάσεις
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με κακοήθειες σκελετού ή οστικές μεταστάσεις
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Ιχνηλασιμότητα βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων
    Το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια
  • Μέτρηση ασβεστίου πλάσματος
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε αιματολογική εξέταση για μέτρηση ασβεστίου πλάσματος
    Το δείγμα αίματος να ληφθεί τουλάχιστον 16 ώρες μετά την προηγούμενη ένεση τεριπαρατίδης
  • Νεφρολιθίαση
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ενεργή ή πρόσφατη νεφρολιθίαση
    Να χορηγείται με προσοχή λόγω πιθανότητας επιδείνωσης
  • Ορθοστατική υπόταση
    Εάν συμβεί, ο ασθενής πρέπει να τεθεί σε οριζόντια θέση. Η περαιτέρω συνέχιση της αγωγής δεν εμποδίζεται.
  • Νεφρική ανεπάρκεια
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με μέτρια νεφρική ανεπάρκεια
    Να χορηγείται με προσοχή
  • Χρήση σε νεότερους ενήλικες και προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες
    ΠληθυσμόςΠληθυσμός νεότερων ενηλίκων, περιλαμβανομένων και των προεμμηνοπαυσιακών γυναικών
    Η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά μόνο όταν η εκτίμηση του αναμενόμενου οφέλους έναντι του κινδύνου, υπερέχει σημαντικά.
  • Κυοφορία
    ΠληθυσμόςΓυναίκες που έχουν τη δυνατότητα να κυοφορήσουν
    Να χρησιμοποιήσουν αξιόπιστη μέθοδο αντισύλληψης. Εάν υπάρξει εγκυμοσύνη, η χορήγηση πρέπει να διακοπεί.
  • Διάρκεια θεραπείας
    Η συνιστώμενη διάρκεια της αγωγής δεν πρέπει να υπερβαίνει τους 24 μήνες.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Διγοξίνη, Δακτυλίτιδα
    προσοχή
    Πιθανότητα τοξικού δακτυλιδισμού λόγω παροδικής υπερασβεστιαιμίας.
    ΣύστασηΗ τεριπαρατίδη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν δακτυλίτιδα.
  • παρακολούθηση
    Δεν αναφέρθηκαν σημαντικές κλινικές αλληλεπιδράσεις.
  • Ραλοξιφαίνη, Θεραπεία υποκατάστασης ορμονών
    παρακολούθηση
    Δεν επηρέασε τις επιδράσεις της τεριπαρατίδης στα επίπεδα του ασβεστίου του πλάσματος ή των ούρων ή στα κλινικά ανεπιθύμητα συμβάματα.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αίμα
  • Αναιμία
Ανοσοποιητικό
  • Αναφυλαξία
Μεταβολισμός
  • Υπερχοληστερολαιμία
  • Υπερασβεστιαιμία
  • Υπερουριχαιμία
  • Αυξημένο σωματικό βάρος
Ψυχιατρικές
  • Κατάθλιψη
Νευρικό
  • Ζάλη
  • Κεφαλαλγία
  • Ισχιαλγία
  • Συγκοπή
  • Ίλιγγος
Καρδιά
  • Αίσθημα παλμών
  • Ταχυκαρδία
Αγγειακές
  • Υπόταση
Αναπνευστικό
  • Δύσπνοια
  • Εμφύσημα
Γαστρεντερικό
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Κήλη οισοφαγικού τρήματος
  • Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
  • Αιμορροΐδες
Δέρμα
  • Αυξημένη εφίδρωση
Μυοσκελετικό
  • Πόνος σε άκρο
  • Μυαλγία
  • Αρθραλγία
  • Μυϊκές κράμπες
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • Κράμπες στη πλάτη/πόνος
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Ακράτεια ούρων
  • Πολυουρία
  • Επιτακτική ούρηση
  • Νεφρολιθίαση
  • Νεφρική ανεπάρκεια
  • Νεφρική δυσλειτουργία
Γενικές
  • Κόπωση
  • Θωρακικό άλγος
  • Εξασθένιση
  • Ερύθημα θέσης ένεσης
  • Αντίδραση στη θέση ένεσης
Γενικές Διαταραχές και Καταστάσεις της Οδού Χορήγησης
  • Ήπια και παροδικά συμβάματα στο σημείο της ένεσης
  • Πιθανά αλλεργικά συμβάματα αμέσως μετά την ένεση
Εργαστηριακές
  • Καρδιακό φύσημα
  • Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Πόνος σε άκρο
    Μυοσκελετικό
    Πολύ συχνές
  • Ήπια και παροδικά συμβάματα στο σημείο της ένεσης
    Γενικές Διαταραχές και Καταστάσεις της Οδού Χορήγησης
    Συχνές
  • Ίλιγγος
    Νευρικό
    Συχνές
  • Αίσθημα παλμών
    Καρδιά
    Συχνές
  • Αναιμία
    Αίμα
    Συχνές
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Εξασθένιση
    Γενικές
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Θωρακικό άλγος
    Γενικές
    Συχνές
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κράμπες στη πλάτη/πόνος
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Συχνές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Υπερχοληστερολαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Αιμορροΐδες
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Ακράτεια ούρων
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Αντίδραση στη θέση ένεσης
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη εφίδρωση
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Αυξημένο σωματικό βάρος
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Εμφύσημα
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Επιτακτική ούρηση
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Ερύθημα θέσης ένεσης
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Ισχιαλγία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Κήλη οισοφαγικού τρήματος
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Καρδιακό φύσημα
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Μυϊκές κράμπες
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Νεφρική ανεπάρκεια
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Νεφρολιθίαση
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Πολυουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Συγκοπή
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Ταχυκαρδία
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Υπερασβεστιαιμία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Υπερουριχαιμία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Υπόταση
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Αναφυλαξία
    Ανοσοποιητικό
    Σπάνιες
  • Πιθανά αλλεργικά συμβάματα αμέσως μετά την ένεση
    Γενικές Διαταραχές και Καταστάσεις της Οδού Χορήγησης
    Σπάνιες
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Αποφεύγεται
    Οι γυναίκες που έχουν τη δυνατότητα να κυοφορήσουν θα πρέπει να χρησιμοποιήσουν αξιόπιστες μεθόδους αντισύλληψης κατά τη διάρκεια χρήσης της τεριπαρατίδης. Εάν υπάρξει εγκυμοσύνη, η χορήγηση της Τεριπαρατίδη πρέπει να διακοπεί.
  • Κύηση
    Αντενδείκνυται
    Η χορήγηση του Τεριπαρατίδη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης.
  • Γαλουχία
    Αντενδείκνυται
    Το Τεριπαρατίδη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Δεν είναι γνωστό εάν η τεριπαρατίδη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
  • Γονιμότητα
    Άγνωστο
    Μελέτες σε κουνέλια έδειξαν ευρήματα τοξικότητας στην αναπαραγωγή (βλέπε Προκλινικά δεδομένα). Η επίδραση της τεριπαρατίδης στην ανάπτυξη του ανθρώπινου εμβρύου δεν έχει μελετηθεί. Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο δεν είναι γνωστός.
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συμπτώματα
  • παρατεταμένη υπερασβεστιαιμία
  • ορθοστατική υπόταση
  • ναυτία
  • έμετος
  • ζάλη
  • κεφαλαλγία
  • αδυναμία/λήθαργος
Αντιμετώπιση
παροδική διακοπή της χορήγησης της τεριπαρατίδης, έλεγχο των τιμών ασβεστίου στο πλάσμα και εφαρμογή κατάλληλων υποστηρικτικών μέτρων, όπως η επαρκής ενυδάτωση
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΠιθανώς
Μεμονωμένα περιστατικά παροδικής ορθοστατικής υπότασης ή ζάλης έχουν αναφερθεί σε ορισμένους ασθενείς. Οι ασθενείς αυτοί δεν πρέπει να οδηγούν ή να χειρίζονται μηχανήματα μέχρι να βεβαιωθούν ότι τα συμπτώματα αυτά έχουν αποδράσει.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Οξικό οξύ-παγόμορφο
Μαννιτόλη
Μετακρεσόλη
Τριένυδρο οξικό νάτριο
Υδροχλωρικό οξύ (για τη ρύθμιση του pH)
Υδροξείδιο του νατρίου (για τη ρύθμιση του pH)
Ενέσιμο ύδωρ
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ομοιόσταση ασβεστίου, παραθορμόνες και ανάλογα, κωδικός ATC: H05AA02. Το Τεριπαρατίδη είναι βιο-ομοειδές φαρμακευτικό προϊόν. Λεπτομερείς πληροφορίες είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων: https://www.ema.europa.eu.

Μηχανισμός δράσης

Η ενδογενής παραθορμόνη (PTH), με την 84-αμινοξική αλληλουχία αυτής, είναι ο πρωταρχικός ρυθμιστής του μεταβολισμού του ασβεστίου και του φωσφόρου στα οστά και στους νεφρούς. Η τεριπαρατίδη (rhPTH(1-34)) είναι το δραστικό (ενεργό) τμήμα (1-34) της ενδογενούς ανθρώπινης παραθορμόνης. Οι φυσιολογικές δράσεις της παραθορμόνης (PTH) περιλαμβάνουν τη διέγερση της οστικής παραγωγής, με άμεσες επιδράσεις στα κύτταρα οστικής παραγωγής (οστεοβλάστες), καθώς και έμμεσες επιδράσεις αυξάνοντας την εντερική απορρόφηση του ασβεστίου και αυξάνοντας την επαναπορρόφηση του ασβεστίου από τα νεφρικά σωληνάρια και την απέκκριση του φωσφόρου από τους νεφρούς.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Η τεριπαρατίδη είναι ένας οστεοπαραγωγικός παράγοντας για τη θεραπεία της οστεοπόρωσης. Οι δράσεις της τεριπαρατίδης στο σκελετό εξαρτώνται από τον τρόπο της συστηματικής χορήγησης. Η ημερήσια χορήγηση της τεριπαρατίδης αυξάνει την εναπόθεση νέου οστού στις επιφάνειες του δοκιδώδους και φλοιώδους οστού μέσω διέγερσης κατά προτίμηση της οστεοβλαστικής δραστηριότητας έναντι της οστεοκλαστικής δραστηριότητας.

Κλινική αποτελεσματικότητα

Παράγοντες κινδύνου Οι ανεξάρτητοι παράγοντες κινδύνου, για παράδειγμα, χαμηλή BMD, ηλικία, ύπαρξη προηγούμενων καταγμάτων, οικογενειακό ιστορικό καταγμάτων του ισχίου, υψηλή οστική εναλλαγή και χαμηλός δείκτης μάζας σώματος θα πρέπει να ληφθούν υπόψη με σκοπό να προσδιοριστούν οι γυναίκες και οι άντρες με αυξημένο κίνδυνο οστεοπορωτικών καταγμάτων που μπορούν να επωφεληθούν από αυτή τη θεραπεία. Οι προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με οστεοπόρωση οφειλόμενη σε θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ασθενείς σε υψηλό κίνδυνο για κάταγμα, εάν έχουν ήδη ένα προϋπάρχον κάταγμα ή ένα συνδυασμό παραγόντων κινδύνου που τους τοποθετεί σε υψηλό κίνδυνο για κάταγμα (π.χ. χαμηλή οστική πυκνότητα [π.χ., T score ≤ −2], συστηματική και υψηλή δόση θεραπείας με γλυκοκορτικοειδή [π.χ. ≥ 7.5 mg/ημερησίως για τουλάχιστον 6 μήνες], υψηλή υποκείμενη δραστηριότητα της νόσου, χαμηλά επίπεδα φυλετικών στεροειδών).

Μετεμμηνοπαυσιακή οστεοπόρωση Η πιλοτική κλινική μελέτη περιελάμβανε 1 637 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες (μέσης ηλικίας 69,5 ετών). Κατά την είσοδο στη μελέτη, 90% των ασθενών είχαν ήδη ένα ή περισσότερα σπονδυλικά κατάγματα, και κατά μέσο όρο, η σπονδυλική BMD ήταν 0,82 g/cm2 (ισοδύναμη με T-score = -2,6). Όλες οι ασθενείς έλαβαν 1 000 mg ασβεστίου την ημέρα και τουλάχιστον 400 IU βιταμίνης D ημερησίως. Τα αποτελέσματα από τη θεραπεία, διάρκειας έως 24 μηνών (μέσης διάρκειας: 19 μηνών) με τεριπαρατίδη, έδειξαν στατιστικά σημαντική μείωση των καταγμάτων (βλέπε Πίνακα 2). Για να επιτευχθεί πρόληψη ενός ή περισσοτέρων νέων σπονδυλικών καταγμάτων, έντεκα (11) γυναίκες θα πρέπει να λάβουν θεραπεία με τεριπαρατίδη, με μέση διάρκεια αγωγής 19 μηνών.

Πίνακας 2. Συχνότητα καταγμάτων σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες

Placebo (N = 544) (%) Τεριπαρατίδη (N = 541) (%) Σχετικός κίνδυνος (95% CI) vs. placebo
Νέο σπονδυλικό κάταγμα (≥ 1) α 14,3 5,0 β 0,35 (0,22, 0,55)
Πολλαπλά σπονδυλικά κατάγματα (≥ 2) α 4,9 1,1 β 0,23 (0,09, 0,60)
Μη-σπονδυλικά εύθραυστότητας κατάγματα γ 5,5 2,6 δ 0,47 (0,25, 0,87)
Κύρια μη- σπονδυλικά ευθραστότητας κατάγματα (ισχίο, κερκίδα, βραχιόνιο, πλευρά και λεκάνη) 3,9 1,5 δ 0,38 (0,17, 0,86)

Συντμήσεις: Ν = αριθμός ασθενών που τυχαιοποιούνται σε κάθε ομάδα θεραπείας CI = Όρια Εμπιστοσύνης. α Η επίπτωση των σπονδυλικών καταγμάτων αξιολογήθηκε σε 448 ασθενείς υπό αγωγή με εικονικό φάρμακο (placebo) και σε 444 ασθενείς υπό αγωγή με τεριπαρατίδη που είχαν αρχικές και ακόλουθες ακτινογραφίες σπονδυλικής στήλης β p≤ 0,001 συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο (placebo) γ Έχει αποδειχθεί σημαντική μείωση στη συχνότητα εμφάνισης των καταγμάτων του ισχίου δ p≤ 0,025 συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο (placebo).

Μετά την ολοκλήρωση της αγωγής διάρκειας 19 μηνών (μέση διάρκεια αγωγής), η BMD είχε αυξηθεί στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης και στο ολικό ισχίο, κατά 9% και 4%, αντίστοιχα, συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο (placebo) (p< 0,001).

Αποτελεσματικότητα μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας: Μετά την ολοκλήρωση της αγωγής με τεριπαρατίδη, 1 262 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες από την αρχική πιλοτική μελέτη, συμμετείχαν σε μια επακόλουθη μελέτη περαιτέρω κλινικής παρακολούθησης μετά την ολοκλήρωση της αρχικής αγωγής. Ο πρωταρχικός σκοπός της επακόλουθης αυτής μελέτης ήταν η συλλογή δεδομένων για την ασφάλεια της τεριπαρατίδης. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου παρακολούθησης, οι ασθενείς μπορούσαν να λάβουν άλλη εγκεκριμένη αγωγή για την οστεοπόρωση και αξιολογήθηκε η περαιτέρω μείωση του κινδύνου εμφάνισης καταγμάτων. Μετά την πάροδο μέσης διάρκειας 18 μηνών από την ολοκλήρωση και διακοπή της αρχικής αγωγής με τεριπαρατίδη, παρατηρήθηκε μια σημαντική ελάττωση κατά 41% (p=0,004), συγκριτικά με εικονικό φάρμακο (placebo), στον αριθμό των ασθενών με εμφάνιση ενός νέου σπονδυλικού κατάγματος. Σε μία μελέτη ανοιχτού σχεδιασμού, 503 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με σοβαρή οστεοπόρωση και με κάταγμα ευθραστότητας εντός των τελευταίων 3 ετών (83% είχαν λάβει παλαιότερα θεραπεία οστεοπόρωσης) έλαβαν θεραπεία με τεριπαρατίδη έως και 24 μήνες. Στους 24 μήνες θεραπείας, η μέση αύξηση από τις αρχικές τιμές της οστικής πυκνότητας BMD της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, του ολικού ισχίου και του αυχένα του μηριαίου οστού ήταν 10,5%, 2,6% και 3,9% αντίστοιχα. Η μέση αύξηση της οστικής πυκνότητας (BMD) από τους 18 έως τους 24 μήνες ήταν 1,4%, 1,2% και 1,6% στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης, στο ολικό ισχίο και στον αυχένα του μηριαίου οστού αντίστοιχα. Μία τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με συγκριτικό παράγοντα μελέτη Φάσης 4, διάρκειας 24 μηνών, περιέλαβε 1 360 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, με εγκατεστημένη οστεοπόρωση. 680 άτομα τυχαιοποιήθηκαν σε τεριπαρατίδη και 680 άτομα τυχαιοποιήθηκαν σε από του στόματος ρισεδρονάτη 35 mg/εβδομαδιαίως. Κατά την είσοδο στη μελέτη, η μέση ηλικία των γυναικών ήταν 72,1 έτη και είχαν κατά μέσο όρο 2 προϋπάρχοντα σπονδυλικά κατάγματα. 57,9% των ασθενών είχε παλαιότερα λάβει θεραπεία με διφωσφονικά και 18,8% έλαβαν συγχρόνως γλυκοκορτικοειδή, κατά τη διάρκεια της μελέτης. 1 013 (74,5%) ασθενείς ολοκλήρωσαν τους 24 μήνες παρακολούθησης. Η μέση (διάμεση) αθροιστική δόση γλυκοκορτικοειδών ήταν 474,3 (66,2) mg, στο σκέλος της τεριπαρατίδης και 898,0 (100,0) mg στο σκέλος της ρισεδρονάτης. Η μέση (διάμεση) πρόσληψη βιταμίνης D για το σκέλος της τεριπαρατίδης ήταν 1 433 IU/ημέρα (1.400 IU/ημέρα) και για το σκέλος της ρισεδρονάτης ήταν 1 191 IU/ημέρα (900 IU/ημέρα). Για τους ασθενείς που είχαν ακτινογραφίες σπονδυλικής στήλης κατά την ένταξή τους στη μελέτη και κατά τη διάρκεια της περιόδου παρακολούθησης η επίπτωση νέων σπονδυλικών καταγμάτων ήταν 28/516 (5,4%), στους ασθενείς υπό τεριπαρατίδη και 64/533 (12%) στους ασθενείς υπό ρισεδρονάτη, με σχετικό κίνδυνο (95% CI) = 0,44 (0,29-0,68), p< 0,0001. Η συνολική επίπτωση κλινικών καταγμάτων συγκεντρωτικά (κλινικά σπονδυλικά και μη-σπονδυλικά κατάγματα) ήταν 4,8% στους ασθενείς υπό τεριπαρατίδη και 9,8% στους ασθενείς υπό ρισεδρονάτη, αναλογία κινδύνου (95% CI) = 0,48 (0,32-0,74), p=0,0009.

Οστεοπόρωση σε άνδρες Εντάχθηκαν σε κλινική μελέτη 437 άντρες ασθενείς (μέσης ηλικίας 58,7 ετών) με υπογοναδισμό (ο οποίος ορίζεται ως η κατάσταση κατά την οποία οι πρωϊνές τιμές ελεύθερης τεστοστερόνης είναι χαμηλές ή οι τιμές FSH και LH είναι αυξημένες) ή με ιδιοπαθή οστεοπόρωση. Οι αρχικές μέσες τιμές BMD T-score στη σπονδυλική στήλη και στον αυχένα μηριαίου ήταν - 2,2 SD και - 2,1 αντίστοιχα. Κατά την ένταξη στη μελέτη, 35% των ασθενών είχαν σπονδυλικά κατάγματα και 59% είχαν μη-σπονδυλικά κατάγματα. Όλοι οι ασθενείς έλαβαν 1 000 mg ασβεστίου ημερησίως και τουλάχιστον 400 IU βιταμίνης D ημερησίως. Παρατηρήθηκε ταχέως σημαντική αύξηση στην οστική πυκνότητα (BMD) της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, εντός μόλις 3 μηνών θεραπείας. Μετά την πάροδο 12 μηνών θεραπείας, η οστική πυκνότητα (BMD) αυξήθηκε στη σπονδυλική στήλη και στο ισχίο κατά 5% και 1%, αντίστοιχα, συγκριτικά με εικονικό φάρμακο (placebo). Ωστόσο, σημαντική επίδραση στη συχνότητα καταγμάτων δεν διαπιστώθηκε.

Οστεοπόρωση οφειλόμενη σε θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή Η αποτελεσματικότητα της τεριπαρατίδης σε άντρες και γυναίκες (Ν=428) που λάμβαναν παρατεταμένη και συστηματική θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή (ισοδύναμη με 5 mg ή μεγαλύτερη πρεδνιζόνης για 3 μήνες το λιγότερο) παρουσιάστηκε στη 18-μηνη αρχική φάση, τυχαιοποιημένης, διπλά τυφλής, ελεγχόμενης με συγκριτικό φάρμακο μελέτης, συνολικής διάρκειας 36 μηνών (αλενδρονάτη 10 mg/ημερησίως). 28% των ασθενών είχαν ένα ή περισσότερα ακτινογραφικά σπονδυλικά κατάγματα στην αρχή της θεραπείας. Όλοι οι ασθενείς έλαβαν δόση ασβεστίου 1 000 mg ημερησίως και 800 IU βιταμίνης D ημερησίως. Η μελέτη αυτή περιελάμβανε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες (Ν=277), προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες (Ν=67) και άντρες (Ν=83). Στην αρχή της θεραπείας, οι μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες είχαν μέση ηλικία τα 61 έτη, μέση οστική πυκνότητα (BMD) της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης T score - 2,7, μέση δόση πρεδνιζόνης ισοδύναμη με 7,5 mg/ημερησίως και 34% είχαν ένα ή περισσότερα ακτινογραφικά σπονδυλικά κατάγματα. Οι προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες είχαν μέση ηλικία τα 37 έτη, μέση οστική πυκνότητα (BMD) της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης T score - 2,5, μέση δόση πρεδνιζόνης ισοδύναμη με 10 mg/ημερησίως και 9% είχαν ένα ή περισσότερα ακτινογραφικά σπονδυλικά κατάγματα. Οι άντρες είχαν μέση ηλικία 57 έτη, μέση οστική πυκνότητα (BMD) της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης T score - 2,2, μέση δόση πρεδνιζόνης ισοδύναμη με 10 mg/ημερησίως και 24% είχαν ένα ή περισσότερα ακτινογραφικά σπονδυλικά κατάγματα. Το 69% των ασθενών ολοκλήρωσαν τη θεραπεία της 18-μηνης αρχικής φάσης. Στο τέλος της 18μηνης θεραπείας, η τεριπαρατίδη αύξησε σημαντικά την οστική πυκνότητα (BMD) της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης (7,2%) σε σύγκριση με την αλενδρονάτη (3,4%) (p< 0,001). Η θεραπεία με τεριπαρατίδη αύξησε την οστική πυκνότητα (BMD) του ολικού ισχίου (3,6%) σε σύγκριση με την αλενδρονάτη (2,2%) (p< 0,001), καθώς και του αυχένα του μηριαίου οστού (3,7%) σε σύγκριση με την αλενδρονάτη (2,1%) (p< 0,05). Σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με τεριπαρατίδη, η BMD της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, του ολικού ισχίου και του αυχένα του μηριαίου οστού αυξήθηκαν επιπροσθέτως στο διάστημα μεταξύ 18 και 24 μηνών κατά 1,7%, 0,9% και 0,4%, αντίστοιχα. Στους 36 μήνες, η ανάλυση των σπονδυλικών ακτινογραφιών από 169 ασθενείς στην ομάδα της αλενδρονάτης και από 173 ασθενείς στην ομάδα της τεριπαρατίδης έδειξε ότι 13 ασθενείς στην ομάδα της αλενδρονάτης (7,7%) παρουσίασαν ένα νέο σπονδυλικό κάταγμα σε σύγκριση με 3 ασθενείς στην ομάδα θεραπείας της τεριπαρατίδης (1,7%) (p=0,01). Επιπρόσθετα, 15 από τους 214 ασθενείς στην ομάδα της αλενδρονάτης (7,0%) παρουσίασαν μη σπονδυλικό κάταγμα σε σύγκριση με 16 από τους 214 ασθενείς στην ομάδα της τεριπαρατίδης (7,5%) (p=0,84). Στις προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, η αύξηση της οστικής πυκνότητας (BMD) από τις αρχικές τιμές στις τελικές τιμές μετά τη 18-μηνη θεραπεία, ήταν σημαντικά μεγαλύτερη στην ομάδα θεραπείας με τεριπαρατίδη σε σύγκριση με την ομάδα της αλενδρονάτης, στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης (4,2% έναντι − 1,9%, p< 0,001) και του ολικού ισχίου (3,8% έναντι 0,9%, p=0,005). Παρόλα αυτά, δεν παρουσιάστηκε καμμία σημαντική επίδραση στο βαθμό καταγμάτων.

Φαρμακοκινητική

Κατανομή

Ο όγκος κατανομής είναι περίπου 1,7 l/kg. Ο χρόνος ημιζωής της τεριπαρατίδης είναι περίπου 1 ώρα μετά την υποδόρια ένεση, καθώς το διάστημα αυτό απαιτείται για την απορρόφηση του φαρμάκου από το σημείο της ένεσης.

Βιομετασχηματισμός

Δεν έχουν διεξαχθεί ειδικές μελέτες για το μεταβολισμό ή την απέκκριση της τεριπαρατίδης αλλά ο περιφερικός μεταβολισμός της παραθορμόνης θεωρείται ότι πραγματοποιείται κυρίως στο ήπαρ και τους νεφρούς.

Αποβολή

Η τεριπαρατίδη αποβάλλεται μέσω της ηπατικής και της εξω-ηπατικής κάθαρσης (περίπου 62 l/hr στις γυναίκες και 94 l/hr στους άνδρες).

Ηλικιωμένοι

Δεν έχουν αναφερθεί φαρμακοκινητικές διαφορές της τεριπαρατίδης σχετιζόμενες με την ηλικία του ασθενούς (ηλικίας από 31 έως 85 ετών). Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ηλικιωμένους ασθενείς.

Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης Η παραθορμόνη (PTH) είναι μια ενδογενής ορμόνη που ρυθμίζει το μεταβολισμό του ασβεστίου και του φωσφόρου στα οστά και τα νεφρά. Ρυθμίζει τον οστικό μεταβολισμό, την επαναρρόφηση ασβεστίου και φωσφόρου στους νεφρικούς σωληναρίσκους και…
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ομοιόσταση ασβεστίου, παραθορμόνες και ανάλογα, κωδικός ATC: H05AA02. Το Τεριπαρατίδη είναι βιο-ομοειδές φαρμακευτικό προϊόν. Λεπτομερείς πληροφορίες είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων:…
Φαρμακοκινητική

Κατανομή Ο όγκος κατανομής είναι περίπου 1,7 l/kg. Ο χρόνος ημιζωής της τεριπαρατίδης είναι περίπου 1 ώρα μετά την υποδόρια ένεση, καθώς το διάστημα αυτό απαιτείται για την απορρόφηση του φαρμάκου από το σημείο της ένεσης. ###…

Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες μεταβολισμού με τεριπαρατίδη. Ο περιφερικός μεταβολισμός της PTH πιστεύεται ότι συμβαίνει μέσω μη ειδικών ενζυμικών μηχανισμών στο ήπαρ.
Απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 95%. Το πεπτίδιο φτάνει σε μέγιστες συγκεντρώσεις ορού περίπου 30 λεπτά μετά από υποδόρια ένεση δόσης 20 mcg και μειώνεται σε μη ποσοτικοποιήσιμες συγκεντρώσεις εντός τριών ωρών….

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

science
PubChem

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοδυναμική

Η τεριπαρατίδη είναι ένα ανάλογο της παραθορμόνης (PTH) που διεγείρει το σχηματισμό οστού τόσο σε άνδρες όσο και σε γυναίκες. Αυξάνει την οστική μάζα, αυξάνει τους δείκτες σχηματισμού οστού όπως η οστεοειδική αλκαλική φωσφατάση (BSAP) και η προκολλαγόνη Ι καρβοξυλική προπεπτίδιο (PICP), και αυξάνει την οστική αντοχή. Όπως η ενδογενής PTH, η τεριπαρατίδη επηρεάζει την ομοιόσταση του ασβεστίου και του φωσφόρου. Προκαλεί παροδική αύξηση στα επίπεδα ασβεστίου ορού και αυξάνει την απέκκριση ασβεστίου στα ούρα. Σε κλινικές δοκιμές, προκάλεσε επίσης παροδική φωσφατουρία και ήπιες παροδικές μειώσεις στη συγκέντρωση φωσφόρου ορού.

neurology
PubChem

Μηχανισμός δράσης

expand_more

Μηχανισμός Δράσης

Η παραθορμόνη (PTH) είναι μια ενδογενής ορμόνη που ρυθμίζει το μεταβολισμό του ασβεστίου και του φωσφόρου στα οστά και τα νεφρά. Ρυθμίζει τον οστικό μεταβολισμό, την επαναρρόφηση ασβεστίου και φωσφόρου στους νεφρικούς σωληναρίσκους και την απορρόφηση ασβεστίου στο έντερο. Διαμεσολαβεί τις φυσιολογικές της δράσεις δεσμευόμενη στους υποδοχείς PTH. Υπερβολική PTH - όπως σε ορισμένες καταστάσεις ασθενειών όπως ο υπερπαραθυρεοειδισμός - μπορεί να προκαλέσει αυξημένη δραστηριστηριότητα οστεοκλαστών και επιταχυνόμενη οστική απορρόφηση. Ενδιαφέρον είναι ότι οι επιδράσεις της PTH εξαρτώνται από τη δόση και το πρότυπο έκθεσης της PTH στα οστά. Η συνεχής έκθεση σε PTH προάγει την οστική απορρόφηση, ενώ η διαλείπουσα έκθεση σε PTH χαμηλής δόσης μπορεί να προκαλέσει σχηματισμό οστού πιο ευνοϊκά από την οστική απορρόφηση. Ομοίως, οι σκελετικές επιδράσεις της τεριπαρατίδης εξαρτώνται από το πρότυπο συστηματικής έκθεσης. Η χορήγηση τεριπαρατίδης μία φορά την ημέρα διεγείρει τον νέο σχηματισμό οστού στις δικτυωτές και φλοιώδεις (περιοστικές ή/και ενδοστεϊκές) επιφάνειες των οστών μέσω προτιμησιακής διέγερσης της οστεοβλαστικής δραστηριότητας έναντι της οστεοκλαστικής δραστηριότητας. Η τεριπαρατίδη διαμεσολαβεί τις οστεοαναβολικές της δράσεις δεσμευόμενη στο Ν-τελικό τμήμα στους υποδοχείς τύπου 1 PTH (PTH type 1R), οι οποίοι είναι υποδοχείς συζευγμένοι με G-πρωτεΐνη που εκφράζονται σε διάφορα κύτταρα, συμπεριλαμβανομένων των οστεοβλαστών, των οστεοκυττάρων και των νεφρικών σωληναριακών κυττάρων. Η δέσμευση της τεριπαρατίδης στους υποδοχείς PTH των οστεοβλαστών ενεργοποιεί τις κατωφερικές οδούς σηματοδότησης που εξαρτώνται από PKA και PKC, οι οποίες προάγουν αναβολικά αποτελέσματα στα οστά. Για παράδειγμα, η τεριπαρατίδη αυξάνει την έκφραση προ-οστεοκλαστογενών κυτοκινών όπως ο ενεργοποιητής υποδοχέα του πυρηνικού παράγοντα κάππα-Β συνδέτης (RANKL) και ο παράγοντας διέγερσης αποικιών μακροφάγων. Επίσης, ρυθμίζει ανοδικά τη μεταγραφική έκφραση αυξητικών παραγόντων προ-οστεοβλαστογένεσης όπως ο αυξητικός παράγοντας 1 παρόμοιος με την ινσουλίνη (IGF1) και ο αυξητικός παράγοντας ινοβλαστών 2 (FGF2). Η τεριπαρατίδη ρυθμίζει επίσης καθοδικά τη σύνθεση της σκληροστινίνης, η οποία είναι αρνητικός ρυθμιστής του σχηματισμού οστού. Προάγει επίσης τη διαφοροποίηση των οστεοβλαστών.

Οι σκελετικές επιδράσεις της τεριπαρατίδης εξαρτώνται από το πρότυπο συστηματικής έκθεσης. Η χορήγηση τεριπαρατίδης μία φορά την ημέρα διεγείρει τον νέο σχηματισμό οστού στις δικτυωτές και φλοιώδεις (περιοστικές ή/και ενδοστεϊκές) επιφάνειες των οστών μέσω προτιμησιακής διέγερσης της οστεοβλαστικής δραστηριότητας έναντι της οστεοκλαστικής δραστηριότητας. Σε μελέτες σε πιθήκους, η τεριπαρατίδη βελτίωσε τη δικτυωτή μικροαρχιτεκτονική και αύξησε την οστική μάζα και αντοχή διεγείροντας τον νέο σχηματισμό οστού τόσο σε οστικό μυελό όσο και σε φλοιώδη οστά. Σε ανθρώπους, τα αναβολικά αποτελέσματα της τεριπαρατίδης εκδηλώνονται ως αύξηση της οστικής μάζας, αύξηση των δεικτών οστικού σχηματισμού και απορρόφησης, και αύξηση της οστικής αντοχής. Αντίθετα, η συνεχής υπερβολή ενδογενούς PTH, όπως συμβαίνει στον υπερπαραθυρεοειδισμό, μπορεί να είναι επιβλαβής για τον σκελετό, επειδή η οστική απορρόφηση μπορεί να διεγερθεί περισσότερο από τον σχηματισμό οστού.

Η ενδογενής παραθορμόνη (PTH) 84 αμινοξέων είναι ο κύριος ρυθμιστής του μεταβολισμού του ασβεστίου και του φωσφόρου στα οστά και τα νεφρά. Οι φυσιολογικές δράσεις της PTH περιλαμβάνουν τη ρύθμιση του οστικού μεταβολισμού, την νεφρική σωληναριακή επαναρρόφηση ασβεστίου και φωσφόρου, και την εντερική απορρόφηση ασβεστίου. Οι βιολογικές δράσεις της PTH και της τεριπαρατίδης διαμεσολαβούνται μέσω της δέσμευσης σε ειδικούς υποδοχείς υψηλής συγγένειας στην επιφάνεια των κυττάρων. Η τεριπαρατίδη και τα 34 Ν-τελικά αμινοξέα της PTH δεσμεύονται σε αυτούς τους υποδοχείς με την ίδια συγγένεια και έχουν τις ίδιες φυσιολογικές δράσεις στα οστά και τα νεφρά. Η τεριπαρατίδη δεν αναμένεται να συσσωρευτεί στα οστά ή σε άλλους ιστούς.

biotech
PubChem

Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση

expand_more

Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση

Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 95%. Το πεπτίδιο φτάνει σε μέγιστες συγκεντρώσεις ορού περίπου 30 λεπτά μετά από υποδόρια ένεση δόσης 20 mcg και μειώνεται σε μη ποσοτικοποιήσιμες συγκεντρώσεις εντός τριών ωρών.

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες απέκκρισης με τεριπαρατίδη. Πιστεύεται ότι απεκκρίνεται μέσω των νεφρών.

Ο όγκος κατανομής μετά από ενδοφλέβια έγχυση είναι περίπου 0,12 L/kg. Η τεριπαρατίδη δεν αναμένεται να συσσωρευτεί στα οστά ή σε άλλους ιστούς.

Η συστηματική κάθαρση της τεριπαρατίδης είναι περίπου 62 L/ώρα σε γυναίκες και 94 L/ώρα σε άνδρες. Υπερβαίνει τον ρυθμό της φυσιολογικής ηπατικής ροής πλάσματος, συμβατό με ηπατική και εξωηπατική κάθαρση.

Η συστηματική κάθαρση της τεριπαρατίδης (περίπου 62 L/ώρα σε γυναίκες και 94 L/ώρα σε άνδρες) υπερβαίνει τον ρυθμό της φυσιολογικής ηπατικής ροής πλάσματος, συμβατό με ηπατική και εξωηπατική κάθαρση. Ο όγκος κατανομής, μετά από ενδοφλέβια έγχυση, είναι περίπου 0,12 L/kg. Η διατομεακή μεταβλητότητα στη συστηματική κάθαρση και τον όγκο κατανομής είναι 25% έως 50%.

Η τεριπαρατίδη απορροφάται εκτενώς μετά από υποδόρια ένεση· η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 95% με βάση συνδυασμένα δεδομένα από δόσεις 20, 40 και 80 μg. Οι ρυθμοί απορρόφησης και αποβολής είναι ταχείς. Το πεπτίδιο φτάνει σε μέγιστες συγκεντρώσεις ορού περίπου 30 λεπτά μετά από υποδόρια ένεση δόσης 20 μg και μειώνεται σε μη ποσοτικοποιήσιμες συγκεντρώσεις εντός 3 ωρών.

water_drop
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

expand_more

Σύνδεση με Πρωτεΐνες

Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες.

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more

Μεταβολισμός

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες μεταβολισμού με τεριπαρατίδη. Ο περιφερικός μεταβολισμός της PTH πιστεύεται ότι συμβαίνει μέσω μη ειδικών ενζυμικών μηχανισμών στο ήπαρ.

hourglass
PubChem

Ημίσεια ζωή

expand_more

Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής

Ο χρόνος ημίσειας ζωής της τεριπαρατίδης στον ορό ήταν περίπου μία ώρα μετά από υποδόρια χορήγηση.

Ο χρόνος ημίσειας ζωής της τεριπαρατίδης στον ορό είναι 5 λεπτά όταν χορηγείται με ενδοφλέβια ένεση και περίπου 1 ώρα όταν χορηγείται με υποδόρια ένεση. Ο μεγαλύτερος χρόνος ημίσειας ζωής μετά από υποδόρια χορήγηση αντικατοπτρίζει τον χρόνο που απαιτείται για την απορρόφηση από το σημείο της ένεσης.

category
PubChem

MeSH classification

expand_more

Ταξινόμηση MeSH

Ορμόνες και μόρια με δράσεις που ρυθμίζουν το ασβέστιο και δρουν παρόμοια με ορμόνες, τροποποιώντας την ΟΣΤΕΟΛΥΣΗ και άλλες εξωσκελετικές δραστηριότητες για τη διατήρηση της ομοιόστασης του ασβεστίου.

Παράγοντες που αναστέλλουν την ΟΣΤΕΟΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗ ή/και ευνοούν την ΟΣΤΕΟΜΕΤΑΛΛΩΣΗ και την ΟΣΤΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ. Χρησιμοποιούνται για την επούλωση ΚΑΤΑΓΜΑΤΩΝ ΟΣΤΩΝ και τη θεραπεία ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΩΝ ΟΣΤΙΚΩΝ ΝΟΣΩΝ όπως η ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΣΗ.

fact_check
PubChem

FDA classification

expand_more

Ταξινόμηση FDA

10T9CSU89I

TERIPARATIDE

Χημική Δομή [CS] - Παραθορμόνη

Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Ανάλογο Παραθορμόνης

Η τεριπαρατίδη είναι ένα Ανάλογο Παραθορμόνης.

TERIPARATIDE

Ανάλογο Παραθορμόνης [EPC]· Παραθορμόνη [CS]

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

περίπου 1 ώρα (υποδόρια)
PubChem

Απέκκριση

Νεφρά
PubChem

Καθαρίζει (~5×t½)

≈ 5 ώρες
Εργαλείο washout arrow_forward
science
Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →

Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης

📋 Οστεοπόρωση & Νόσος Paget Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Οστεοπόρωσης

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ Pharm-Male H05AA02
    Φαρμακευτική αγωγή — Άνδρες ≥ 50 ετών
    Άνδρες ≥ 50 ετών με ένδειξη θεραπείας
    Δοσολογία: 20 μg sc/ημέρα · 2 χρόνια
  • ΒΗΜΑ Pharm-Anabolic-First H05AA02
    Πολύ υψηλός κίνδυνος — Οστεοαναβολικός παράγοντας 1ης γραμμής
    T-score ≤ -3.5, ή T-score ≤ -2.5 + κάταγμα ισχίου/πυέλου/2+ σπονδυλικά, ή πρόσφατο κάταγμα (τελευταία 2 έτη)
    Δοσολογία: 20 μg sc/ημέρα · Υποχρεωτικά 24 μήνες
trending_down

Απόσυρση / Deprescribing

IMPACT

Άλλα φάρμακα για οστεοπόρωση

Άμεση διακοπή CR: Μεσαίο DP: Μεσαίο
open_in_new Δείτε στον οδηγό IMPACT arrow_forward

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
16133850
Μοριακός τύπος
C181H291N55O51S2
Μοριακό βάρος
4118.0
IUPAC
(4S)-4-[[(2S)-2-[[(2S)-2-[[(2S)-4-amino-2-[[(2S)-2-[[(2S)-2-[[(2S)-6-amino-2-[[2-[[(2S)-2-[[(2S)-4-amino-2-[[(2S)-2-[[(2S)-2-[[(2S)-2-[[(2S)-5-amino-2-[[(2S,3S)-2-[[(2S)-2-[[(2S)-2-[[(2S)-2-[[(2S)-2-amino-3-hydroxypropanoyl]amino]-3-methylbutanoyl]amino]-3-hydroxypropanoyl]amino]-4-carboxybutanoyl]amino]-3-methylpentanoyl]amino]-5-oxopentanoyl]amino]-4-methylpentanoyl]amino]-4-methylsulfanylbutanoyl]amino]-3-(1H-imidazol-4-yl)propanoyl]amino]-4-oxobutanoyl]amino]-4-methylpentanoyl]amino]acetyl]amino]hexanoyl]amino]-3-(1H-imidazol-4-yl)propanoyl]amino]-4-methylpentanoyl]amino]-4-oxobutanoyl]amino]-3-hydroxypropanoyl]amino]-4-methylsulfanylbutanoyl]amino]-5-[[(2S)-1-[[(2S)-1-[[(2S)-1-[[(2S)-1-[[(2S)-1-[[(2S)-1-[[(2S)-6-amino-1-[[(2S)-6-amino-1-[[(2S)-1-[[(2S)-5-amino-1-[[(2S)-1-[[(2S)-1-[[(2S)-1-[[(2S)-4-amino-1-[[(1S)-1-carboxy-2-phenylethyl]amino]-1,4-dioxobutan-2-yl]amino]-3-(1H-imidazol-4-yl)-1-oxopropan-2-yl]amino]-3-methyl-1-oxobutan-2-yl]amino]-3-carboxy-1-oxopropan-2-yl]amino]-1,5-dioxopentan-2-yl]amino]-4-methyl-1-oxopentan-2-yl]amino]-1-oxohexan-2-yl]amino]-1-oxohexan-2-yl]amino]-5-carbamimidamido-1-oxopentan-2-yl]amino]-4-methyl-1-oxopentan-2-yl]amino]-3-(1H-indol-3-yl)-1-oxopropan-2-yl]amino]-4-carboxy-1-oxobutan-2-yl]amino]-3-methyl-1-oxobutan-2-yl]amino]-5-carbamimidamido-1-oxopentan-2-yl]amino]-5-oxopentanoic acid
InChIKey
OGBMKVWORPGQRR-UMXFMPSGSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

Ορμόνες και μόρια με δράσεις που ρυθμίζουν το ασβέστιο και δρουν παρόμοια με ορμόνες, τροποποιώντας την ΟΣΤΕΟΛΥΣΗ και άλλες εξωσκελετικές δραστηριότητες για τη διατήρηση της ομοιόστασης του ασβεστίου.

Παράγοντες που αναστέλλουν την ΟΣΤΕΟΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗ ή/και ευνοούν την ΟΣΤΕΟΜΕΤΑΛΛΩΣΗ και την ΟΣΤΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ. Χρησιμοποιούνται για την επούλωση ΚΑΤΑΓΜΑΤΩΝ ΟΣΤΩΝ και τη θεραπεία ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΩΝ ΟΣΤΙΚΩΝ ΝΟΣΩΝ όπως η ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΣΗ.