Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ C03AA03 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

HYDROCHLOROTHIAZIDE

Υδροχλωροθειαζίδη

Οι θειαζίδες και τα διουρητικά με παρόμοια δράση (χλωροθαλιδόνη) δρουν στο ανιόν σκέλος της αγκύλης του Henle και στα άπω εσπειραμένα σωληνάρια και προκαλούν αυξημένη απέκκριση νατρίου και ύδατος. Είναι διουρητικά με μέτρια ισχύ και χρησιμοποιούνται για την καταπολέμηση ήπιων …

Chemical structure of HYDROCHLOROTHIAZIDE

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Oιδήματα καρδιακής ανεπάρκειας ή νεφρωσικού συνδρόμου, υπέρταση, άποιος διαβήτης, ιδιοπαθής υπερασβεστιαιμία.
medication
SPC-LISINOPRIL+HCTZ-GENERICS

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
από το στόμα
Χορήγηση:
μία φορά την ημέρα, την ίδια περίπου ώρα κάθε ημέρα
Δόση έναρξης:
20 mg/ 12,5 mg
Τιτλοποίηση:
Η ρύθμιση της δόσης των επιμέρους συστατικών προηγείται της χορήγησης του συνδυασμού. Μέγιστη ημερήσια δόση: 40 mg λισινοπρίλης/25 mg υδροχλωροθειαζίδης.
  • Γενική χρήση
    Δόση20 mg/ 12,5 mg
    Λαμβάνεται μια φορά την ημέρα. Συνιστάται μετά τη ρύθμιση της δόσης των επιμέρους συστατικών. Μπορεί να χορηγηθεί σε ασθενείς των οποίων η αρτηριακή πίεση δεν ελέγχεται επαρκώς μόνο με 20 mg λισινοπρίλης.
  • Διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης >30 και <80 ml/min)
    Δόση20 mg/ 12,5 mg
    Μπορούν να χρησιμοποιηθούν, αλλά μόνο μετά από ρύθμιση της δόσης των επί μέρους συστατικών.
  • Διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας (μονοθεραπεία με λισινοπρίλη)
    Δόση5-10 mg
    Συνιστώμενη αρχική δόση λισινοπρίλης ως μονοθεραπεία.
  • Προηγούμενη θεραπεία με διουρητικά
    Το διουρητικό πρέπει να διακόπτεται 2-3 ημέρες πριν την έναρξη της θεραπείας. Εάν αυτό δεν είναι δυνατό, η θεραπεία πρέπει να αρχίζει μόνο με λισινοπρίλη σε δόση 2,5 mg.
block
SPC-LISINOPRIL+HCTZ-GENERICS

Αντενδείξεις

expand_more
  • Στένωση νεφρικής αρτηρίας
  • Yπερευαισθησία στη λισινοπρίλη ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα (αναφέρονται στην παράγραφο 6.1) ή σε οποιονδήποτε άλλο αναστολέα του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (ΜΕΑ)
  • Yπερευαισθησία στην υδροχλωροθειαζίδη ή σε άλλα σουλφοναμιδικά παράγωγα
  • Ιστορικό αγγειοοιδήματος σε προηγούμενη θεραπεία με αναστολέα ΜΕΑ.
  • Κληρονομικό ή ιδιοπαθές αγγειοοίδημα.
  • Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/min)
  • Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
  • Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο κύησης
    Πληθυσμόςασθενείς
  • Tαυτόχρονη χορήγηση με φάρμακα που περιέχουν αλισκιρένη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη (τύπου I ή II) ή με μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (GFR < 60 mL/min/1,73m)
  • Aνουρία
warning
SPC-LISINOPRIL+HCTZ-GENERICS

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Μεταμόσχευση νεφρού
    δε συνιστάται η χορήγηση
  • Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση
    Σοβαρή
    δεν ενδείκνυται σε ασθενείς που χρειάζονται αιμοκάθαρση λόγω νεφρικής ανεπάρκειας. Σε αυτούς τους ασθενείς πρέπει να εξετάζεται η χρήση διαφορετικού τύπου μεμβράνης αιμοκάθαρσης ή διαφορετικής κατηγορίας αντιϋπερτασικού φαρμάκου.
  • Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις που συνδέονται με αφαίρεση χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνών (LDL)
    Απειλητικές για τη ζωή
    Αυτά τα συμπτώματα μπορούν να αποφευχθούν με την προσωρινή διακοπή της θεραπείας με αναστολείς ΜΕΑ, πριν από κάθε αφαίρεση.
  • Απευαισθητοποίηση
    Αυτές οι αντιδράσεις αποφεύχθηκαν όταν η θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ διακόπηκε προσωρινά αλλά επανεμφανίστηκαν όταν έγινε επαναπρόκληση από αμέλεια.
  • Φυλή
    Οι αναστολέες του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης προκαλούν υψηλότερα ποσοστά ανάπτυξης αγγειοοιδήματος σε μαύρους ασθενείς σε σχέση με ασθενείς που δεν ανήκουν στη φυλή των μαύρων. Όπως και οι άλλοι αναστολείς ΜΕΑ, η λισινοπρίλη ίσως να είναι λιγότερο αποτελεσματική στην ελάττωση της αρτηριακής πίεσης σε μαύρους ασθενείς από ότι σε ασθενείς, που δεν ανήκουν στη φυλή των μαύρων πιθανώς λόγω υψηλότερης επίπτωσης χαμηλών τιμών ρενίνης στους υπερτασικούς ασθενείς της φυλής των μαύρων.
  • Βήχας
    Ο βήχας που προκαλείται από τους αναστολείς ΜΕΑ πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στη διαφορική διάγνωση του βήχα.
  • Χειρουργική επέμβαση / αναισθησία
    Εάν παρουσιαστεί υπόταση και θεωρηθεί ότι οφείλεται σε αυτό το μηχανισμό μπορεί να διορθωθεί με αύξηση του όγκου των υγρών.
  • Διαταραχή του ισοζυγίου ηλεκτρολυτών
    Όπως με κάθε ασθενή που λαμβάνει θεραπεία με διουρητικά, πρέπει να γίνεται περιοδικός προσδιορισμός των ηλεκτρολυτών στον ορό σε κατάλληλα χρονικά διαστήματα. Οι θειαζίδες συμπεριλαμβανομένης της υδροχλωροθειαζίδης, μπορεί να προκαλέσουν διαταραχή του ισοζυγίου υγρών ή ηλεκτρολυτών (υποκαλιαιμία, υπονατριαιμία, και υποχλωραιμική αλκάλωση). Τα πρόδρομα συμπτώματα της διαταραχής του ισοζυγίου υγρών ή ηλεκτρολυτών είναι ξηροστομία, δίψα, αδυναμία, λήθαργος, καταστολή, μυϊκό άλγος ή κράμπες, μυϊκή κόπωση, υπόταση, ολιγουρία, ταχυκαρδία και γαστρεντερικές διαταραχές όπως ναυτία ή έμετος. Υπονατριαιμία από αραίωση μπορεί να συμβεί σε ασθενείς με οίδημα, σε υψηλές θερμοκρασίες περιβάλλοντος. Η έλλειψη χλωρίου είναι γενικά ήπια και δεν χρειάζεται θεραπεία. Οι θειαζίδες έχουν δείξει ότι αυξάνουν την απέκκριση μαγνησίου από τα ούρα, που μπορεί να οδηγήσει σε υπομαγνησιαιμία. Οι θειαζίδες μπορεί να μειώσουν την απέκκριση ασβεστίου από τα ούρα και μπορεί να προκαλέσουν διαλείπουσα και ελαφριά αύξηση του ασβεστίου του ορού. Εκσεσημασμένη υπερασβεστιαιμία μπορεί να είναι ένδειξη λανθάνοντος υπερπαραθυρεοειδισμού. Η χορήγηση θειαζίδων θα πρέπει να διακόπτεται πριν την διεξαγωγή εξετάσεων σχετικά με τη λειτουργία του παραθυρεοειδούς.
  • Υπερκαλιαιμία
    Εάν θεωρείται απαραίτητη η ταυτόχρονη χρήση των προαναφερόμενων φαρμάκων, συνιστάται τακτική παρακολούθηση του καλίου του ορού (βλ. Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης).
  • Διαβητικοί ασθενείς
    Πρέπει να παρακολουθούνται στενά τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα κατά τον πρώτο μήνα της θεραπείας με αναστολέα ΜΕΑ (βλ. Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης).
  • Λίθιο
    Ο συνδυασμός αναστολέων ΜΕΑ και λιθίου γενικά δε συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης).
  • Μεταβολικές και ενδοκρινικές επιδράσεις
    Στους διαβητικούς ασθενείς, στους οποίους χορηγείται αντιδιαβητική θεραπεία από το στόμα ή ινσουλίνη, πρέπει να υπάρχει εντατικός έλεγχος των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα θεραπείας με αναστολείς ΜΕΑ. Η θεραπεία με θειαζίδες μπορεί να μειώσει την ανοχή στη γλυκόζη. Μπορεί να χρειαστεί αναπροσαρμογή της δοσολογίας των αντιδιαβητικών παραγόντων συμπεριλαμβανομένης της ινσουλίνης. Αυξήσεις των επιπέδων χοληστερόλης και τριγλυκεριδίων μπορεί να συνδέονται με τη διουρητική θεραπεία με θειαζίδες. H θεραπεία με θειαζίδες μπορεί να επιφέρει υπερουριχαιμία και/ή ουρική αρθρίτιδα σε ορισμένους ασθενείς. Ωστόσο, η λισινοπρίλη μπορεί να αυξήσει το ουρικό οξύ στα ούρα και έτσι μπορεί να μειώσει την υπερουριχαιμική δράση της υδροχλωροθειαζίδης.
  • Δοκιμασία αντι-ντόπινγκ
    Η υδροχλωροθειαζίδη που περιέχεται σε αυτό το φάρμακο μπορεί να δώσει θετικά αποτελέσματα στις δοκιμασίες αντι-ντόπινγκ.
  • Συμπτωματική υπόταση
    Σε αυτούς τους ασθενείς πρέπει να γίνεται τακτικός προσδιορισμός των ηλεκτρολυτών στον ορό, σε κατάλληλα χρονικά διαστήματα. Οι ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο συμπτωματικής υπότασης πρέπει να βρίσκονται κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση κατά την έναρξη της θεραπείας και τη ρύθμιση της δόσης. Iδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται όταν η θεραπεία χορηγείται σε ασθενείς με ισχαιμική καρδιοπάθεια ή εγκεφαλική αγγειακή νόσο, επειδή μια υπερβολική μείωση της αρτηριακής πίεσης μπορεί να οδηγήσει σε έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Eάν εμφανισθεί υπόταση, ο ασθενής πρέπει να τοποθετηθεί σε ύπτια θέση και, αν κριθεί αναγκαίο, να του χορηγηθεί ενδοφλεβίως έγχυση φυσιολογικού ορού. Ένα παροδικό υποτασικό επεισόδιο δεν αποτελεί αντένδειξη για περαιτέρω χορήγηση. Aφού αποκατασταθεί ο όγκος του αίματος και η αρτηριακή πίεση, είναι δυνατή η επανέναρξη της θεραπείας σε μειωμένη δοσολογία ή με κατάλληλη χορήγηση του κάθε ενός συστατικού μόνου του. Σε μερικούς ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και φυσιολογική ή χαμηλή αρτηριακή πίεση, μπορεί να σημειωθεί περαιτέρω μείωση της συστηματικής αρτηριακής πίεσης με τη λισινοπρίλη. Η επίδραση αυτή είναι αναμενόμενη και συνήθως δε συνιστά αιτία για διακοπή της θεραπείας. Εάν η υπόταση γίνει συμπτωματική, μπορεί να απαιτηθεί μείωση της δόσης ή διακοπή της αγωγής με λισινοπρίλη-υδροχλωροθειαζίδη. Όπως συμβαίνει και με άλλα αγγειοδιασταλτικά, απαιτείται προσοχή όταν η λισινοπρίλη/υδροχλωροθειαζίδη χορηγείται σε ασθενείς με στένωση αορτής ή υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια. Παρότι με τη χρήση θειαζιδικών διουρητικών μπορεί να παρουσιασθεί υποκαλιαιμία, η ταυτόχρονη χρήση λισινοπρίλης μπορεί να ελαττώσει την υποκαλιαιμία που προκαλείται από το διουρητικό. Πρέπει να πραγματοποιούνται τακτικοί έλεγχοι του καλίου του ορού. Η πιθανότητα υποκαλιαιμίας είναι μεγαλύτερη σε ασθενείς με κίρρωση του ήπατος, σε ασθενείς στους οποίους εμφανίζεται ταχεία διούρηση, σε ασθενείς με ανεπαρκή λήψη ηλεκτρολυτών από του στόματος και σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με κορτικοστεροειδή ή ACTH (βλ. Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης). Όταν ο καιρός είναι πολύ ζεστός, μπορεί να παρουσιασθεί υπονατριαιμία σε οιδηματώδεις ασθενείς. Η ανεπάρκεια χλωρίου είναι γενικά ήπια και δεν απαιτεί θεραπεία. Οι θειαζίδες μπορεί να μειώσουν την απέκκριση ασβεστίου από τα ούρα και να προκαλέσουν μικρή περιοδική αύξηξη στα επίπεδα ασβεστίου στον ορό, ακόμη και επί απουσίας γνωστών διαταραχών στον μεταβολισμό ασβεστίου. Η εμφάνιση υπερκαλιαιμίας μπορεί να είναι στοιχείο λανθάνοντος υπερπαραθυρεοειδισμού. Οι θειαζίδες πρέπει να διακόπτονται πριν πραγματοποιηθούν έλεγχοι της παραθυρεοειδικής λειτουργίας. Έχει αποδειχθεί ότι οι θειαζίδες αυξάνουν την νεφρική απέκκριση του μαγνησίου, το οποίο μπορεί να καταλήξει σε υπομαγνησιαιμία.
  • Στένωση αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδας / υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια
    Όπως και με τους άλλους αναστολείς ΜΕΑ, η λισινοπρίλη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με στένωση της μιτροειδούς βαλβίδας και απόφραξη της εξώθησης της αριστερής κοιλίας όπως αορτική στένωση ή υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια.
  • Nεφρική δ υσλειτουργία
    Oι θειαζίδες δεν είναι ίσως τα κατάλληλα διουρητικά για χορήγηση σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία και είναι μη αποτελεσματικές όταν οι τιμές κάθαρσης της κρεατινίνης είναι 30 ml/min ή λιγότερο (δηλαδή μέτρια ή σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια). Tα δισκία Lisinopril+Hydrochlorothiazide / Generics 20 mg/ 12,5 mg δεν πρέπει να χορηγούνται σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης ≤ 80 ml/min) έως ότου η τιτλοποίηση των επί μέρους συστατικών δείξει ότι οι αναγκαίες δόσεις είναι οι ίδιες με αυτές που υπάρχουν στο δισκίο με το συνδυασμό. Σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, η υπόταση έπειτα από την έναρξη της θεραπείας με αναστολείς ΜΕΑ μπορεί να οδηγήσει σε κάποιο βαθμό σε περαιτέρω έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας. Σε αυτή την περίπτωση, αναφέρθηκε οξεία νεφρική ανεπάρκεια, συνήθως αναστρέψιμη. Mερικοί υπερτασικοί ασθενείς χωρίς εμφανή προϋπάρχουσα νεφρική νόσο, εμφάνισαν μικρή συνήθως και παροδική αύξηση της ουρίας του αίματος και της κρεατινίνης του ορού, όταν η λισινοπρίλη χορηγήθηκε ταυτόχρονα με ένα διουρητικό. Αυτό είναι πιθανότερο να σημειωθεί σε ασθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική δυσλειτουργία. Μπορεί να χρειαστεί να γίνει μείωση της δοσολογίας και/ή διακοπή του διουρητικού και/ή της λισινοπρίλης. Σε μερικούς ασθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας ή με στένωση της αρτηρίας μονήρους νεφρού, που έχουν λάβει αγωγή με αναστολείς ΜΕΑ, έχουν παρατηρηθεί αυξήσεις της ουρίας αίματος και της κρεατινίνης ορού, συνήθως αναστρέψιμες με τη διακοπή της θεραπείας. Αυτό είναι ιδιαίτερα πιθανό σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Εάν συνυπάρχει νεφραγγειακή υπέρταση τότε υπάρχει αυξημένος κίνδυνος σοβαρής υπότασης και νεφρικής ανεπάρκειας. Η θεραπεία τέτοιων ασθενών θα πρέπει να αρχίζει υπό στενή ιατρική παρακολούθηση σε χαμηλή δόση και με προσεκτική ρύθμιση της δόσης. Καθώς η θεραπεία με διουρητικά μπορεί να επηρεάσει τις ανωτέρω καταστάσεις, θα πρέπει να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων θεραπείας με το συνδυασμό λισινοπρίλης/υδροχλωροθειαζίδης. Σε ασθενείς με νεφρικές παθήσεις, οι θειαζίδες μπορεί να επισπεύσουν την εμφάνιση αζωθαιμίας. Σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία, μπορεί να παρουσιασθούν αθροιστικές επιδράσεις του φαρμάκου. Εάν αναπτυχθεί επιδεινούμενη νεφρική ανεπάρκεια, η οποία χαρακτηρίζεται από αύξηση του μη πρωτεϊνικού αζώτου, απαιτείται προσεκτική εκτίμηση της θεραπείας και πρέπει να εξεταστεί η διακοπή της θεραπείας με διουρητικά (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Προηγούμενη θεραπεία με διουρητικά
    Η θεραπεία με διουρητικά πρέπει να σταματήσει για 2-3 ημέρες πριν την έναρξη της θεραπείας με λισινοπρίλη-υδροχλωροθειαζίδη. Eάν αυτό δεν είναι δυνατόν, η θεραπεία πρέπει να ξεκινήσει μόνο με λισινοπρίλη στη δόση των 5 mg.
  • Ουδετεροπενία/ Ακοκκιοκυτταραιμία
    Ο σταθερός συνδυασμός λισινοπρίλης και υδροχλωροθειαζίδης πρέπει να διακοπεί εάν διαπιστωθεί ή εάν υπάρχει υποψία για ουδετεροπενία (ουδετερόφιλα λιγότερα από 1000/mm ). Σε ασθενείς που ελάμβαναν αναστολείς ΜΕΑ έχουν αναφερθεί ουδετεροπενία/ ακοκκιοκυτταραιμία, θρομβοκυτταροπενία και αναιμία. Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία και χωρίς άλλους παράγοντες επιπλοκών παρουσιάζεται σπάνια ουδετεροπενία. Η ουδετεροπενία και η ακοκκιοκυτταραιμία είναι αναστρέψιμες μετά τη διακοπή του αναστολέα ΜΕΑ. Η λισινοπρίλη πρέπει να χορηγείται με εξαιρετική προσοχή σε ασθενείς με αγγειοπάθεια από νόσο του κολλαγόνου, σε ασθενείς που βρίσκονται σε ανοσοκατασταλτική θεραπεία, σε θεραπεία με αλλοπουρινόλη ή προκαϊναμίδη, ή με συνδυασμό αυτών των παραγόντων που προκαλούν επιπλοκές, ιδιαίτερα σε περίπτωση προϋπάρχουσας διαταραχής της νεφρικής λειτουργίας. Μερικοί από αυτούς τους ασθενείς ανέπτυξαν σοβαρές λοιμώξεις οι οποίες σε λίγες περιπτώσεις δεν αποκρίθηκαν σε εντατική αντιβιοτική θεραπεία. Εάν χρησιμοποιείται λισινοπρίλη σε τέτοιους ασθενείς, συνιστάται περιοδική παρακολούθηση των λευκών αιμοσφαιρίων και πρέπει να δίδονται οδηγίες στους ασθενείς να αναφέρουν οποιοδήποτε σημείο λοίμωξης.
  • Υπερευαισθησία, αγγειοοίδημα
    Σ' αυτές τις περιπτώσεις, η λισινοπρίλη πρέπει να διακόπτεται αμέσως και ο ασθενής να τίθεται υπό την κατάλληλη θεραπεία και παρακολούθηση έως ότου εξασφαλιστεί η πλήρης εξάλειψη των συμπτωμάτων πριν την απομάκρυνσή του. Ακόμη και σε περιπτώσεις όπου παρουσιάζεται οίδημα μόνο στη γλώσσα, χωρίς αναπνευστική δυσχέρεια, οι ασθενείς μπορεί να χρειάζονται παρακολούθηση μεγαλύτερης διάρκειας καθώς η θεραπεία με αντιϊσταμινικά και κορτικοστεροειδή μπορεί να μην επαρκεί. Πολύ σπάνια έχει αναφερθεί αγγειοοίδημα το οποίο σχετίζεται με οίδημα του λάρυγγα και της γλώσσας το οποίο μπορεί να αποβεί θανατηφόρο. Οι ασθενείς που εμφανίζουν οίδημα της γλώσσας, της γλωττίδας ή του λάρυγγα είναι πιθανό να υποστούν απόφραξη των αεροφόρων οδών, ειδικά εκείνοι με ιστορικό εγχειρήσεων των αεροφόρων οδών. Σ΄ αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει να χορηγηθεί αμέσως η κατάλληλη θεραπεία. Αυτή μπορεί να περιλαμβάνει χορήγηση αδρεναλίνης και/ή την συντήρηση μιας ανοικτής αεροφόρου οδού. Ο ασθενής πρέπει να τίθεται υπό στενή ιατρική παρακολούθηση έως ότου εξασφαλιστεί η πλήρης και μόνιμη εξάλειψη των συμπτωμάτων. Οι αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης προκαλούν αγγειοοίδημα σε μεγαλύτερα ποσοστά σε μαύρους ασθενείς από ότι σε ασθενείς που δεν ανήκουν στη μαύρη φυλή. Ασθενείς με ιστορικό αγγειοοιδήματος μη συσχετιζόμενο με θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ μπορεί να βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο αγγειοοιδήματος όταν λαμβάνουν έναν αναστολέα ΜΕΑ (βλ. Αντενδείξεις). Η χορήγηση θειαζιδικών διουρητικών μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις ευαισθησίας σε ασθενείς με ιστορικό ή όχι αλλεργιών ή αλλεργικού άσθματος. Έξαρση ή ενεργοποίηση του συστηματικού ερυθηματώδους λύκου έχει αναφερθεί με χρήση θειαζίδων.
  • Ηπατική νόσος
    Oι θειαζίδες πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με μειωμένη ηπατική λειτουργία ή προοδευτικά επιδεινούμενη ηπατική νόσο, επειδή μικρές μεταβολές του ισοζυγίου υγρών και ηλεκτρολυτών μπορεί να προκαλέσουν την εμφάνιση ηπατικού κώματος (βλ. Αντενδείξεις). Σπάνια, οι αναστολείς ΜΕΑ έχουν συσχετισθεί με ένα σύνδρομο το οποίο ξεκινά με χολοστατικό ίκτερο ή ηπατίτιδα και συνεχίζει με κεραυνοβόλο νέκρωση και (μερικές φορές) θάνατο. Ο μηχανισμός αυτού του συνδρόμου δεν έχει εξακριβωθεί. Ασθενείς που λαμβάνουν λισινοπρίλη-υδροχλωροθειαζίδη και αναπτύσσουν ίκτερο ή σημαντικές αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων πρέπει να διακόπτουν το συνδυασμό λισινοπρίλης- υδροχλωροθειαζίδης και να έχουν κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση.
  • Κύηση
    Κατά τη διάρκεια της κύησης δε θα πρέπει να ξεκινά θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ. Αν δεν θεωρηθεί απαραίτητη η συνεχιζόμενη θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ, οι ασθενείς που προγραμματίζουν κύηση θα πρέπει να μεταβαίνουν σε εναλλακτικές αντιυπερτασικές θεραπευτικές αγωγές με τεκμηριωμένη εικόνα ασφαλείας κατά την κύηση. Σε περίπτωση που διαγνωστεί κύηση, η θεραπεία με τους αναστολείς ΜΕΑ θα πρέπει να διακόπτεται άμεσα και εάν ενδείκνυται, θα πρέπει να ξεκινά κάποια εναλλακτική θεραπεία (βλ. Αντενδείξεις και Κύηση και γαλουχία).
swap_horiz
SPC-LISINOPRIL+HCTZ-GENERICS

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Διουρητικά
    προσοχή
    Αντιυπερτασική δράση συνήθως αθροιστική. Πιθανότητα συμπτωματικής υπότασης.
    ΣύστασηΔιακοπή του διουρητικού πριν την έναρξη της λισινοπρίλης.
  • Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ)
    προσοχή
    Μείωση αντιϋπερτασικής δράσης, αύξηση καλίου ορού, επιδείνωση νεφρικής λειτουργίας. Σπάνια οξεία νεφρική ανεπάρκεια.
  • Άλλα αντιυπερτασικά
    προσοχή
    Αύξηση υποτασικής επίδρασης.
  • Γλυκερίνη τρινιτρική και άλλα νιτρώδη ή άλλα αγγειοδιασταλτικά
    προσοχή
    Περαιτέρω ελάττωση αρτηριακής πίεσης.
  • Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, αντιψυχωσικά, αναισθητικά
    προσοχή
    Περαιτέρω ελάττωση αρτηριακής πίεσης.
  • Χρυσός (ενέσιμος)
    προσοχή
    Αντιδράσεις τύπου λήψης νιτρωδών (έξαψη, ναυτία, ζάλη, υπόταση).
  • Συμπαθομιμητικά
    προσοχή
    Μείωση αντιυπερτασικής δράσης.
    ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση ασθενών.
  • Αντιδιαβητικά φάρμακα (ινσουλίνες, από του στόματος υπογλυκαιμικοί παράγοντες)
    προσοχή
    Αύξηση του φαινομένου ελάττωσης της γλυκόζης αίματος με κίνδυνο υπογλυκαιμίας.
  • Νιτρώδη, ακετυλοσαλικυλικό οξύ (καρδιολογικές δόσεις), θρομβολυτικά, βήτα αποκλειστές
    Δεν αναφέρεται αρνητική αλληλεπίδραση, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ταυτόχρονα.
  • Αυξημένος κίνδυνος νεφρικής βλάβης και λευκοπενίας.
  • προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος νεφρικής βλάβης και υπερκαλιαιμίας.
  • προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας.
  • Αιμοκάθαρση (μεμβράνες υψηλής διαπερατότητας)
    αντένδειξη
    Υψηλή συχνότητα αναφυλακτοειδών αντιδράσεων.
    ΣύστασηΔεν ενδείκνυται.
  • Προκαϊναμίδη, κυτταροστατικοί ή ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος λευκοπενίας.
  • Αμφοτερικίνη Β (παρεντερικά), καρβενοξολόνη, κορτικοστεροειδή, κορτικοτροπίνη (ACTH) ή καθαρτικά
    προσοχή
    Ενίσχυση διαταραχής ισοζυγίου ηλεκτρολυτών, κυρίως υποκαλιαιμίας.
  • Άλατα ασβεστίου
    προσοχή
    Αυξημένα επίπεδα ασβεστίου στον ορό.
  • Καρδιακές γλυκοσίδες
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος τοξικότητας από δακτυλίτιδα λόγω υποκαλιαιμίας.
  • Επιβράδυνση ή ελάττωση απορρόφησης υδροχλωροθειαζίδης.
    ΣύστασηΛήψη τουλάχιστον 1 ώρα πριν ή 4-6 ώρες μετά.
  • Μη αποπολωτικά μυοχαλαρωτικά
    προσοχή
    Ενίσχυση επίδρασης.
  • Φάρμακα που προκαλούν κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου
    προσοχή
    Κίνδυνος υποκαλιαιμίας.
  • προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος αρρυθμιών λόγω υποκαλιαιμίας.
  • Συμπληρώματα καλίου, καλιοσυντηρητικά διουρητικά, υποκατάστατα άλατος περιέχοντα κάλιο
    προσοχή
    Σημαντική αύξηση καλίου ορού, ειδικά σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ή διαβήτη.
    ΣύστασηΣχολαστική παρακολούθηση καλίου ορού.
  • Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (ΣΡΑΑ)
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος υπότασης, συγκοπής, υπερκαλιαιμίας, αλλαγές νεφρικής λειτουργίας.
    ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση αρτηριακής πίεσης, νεφρικής λειτουργίας, ηλεκτρολυτών. Η αλισκιρένη αντενδείκνυται σε διαβητικούς και αποφεύγεται σε νεφρική δυσλειτουργία (GFR < 60 ml/min/1,73m²).
  • αντένδειξη
    Αναστρέψιμες αυξήσεις λιθίου ορού και τοξικότητα. Υψηλός κίνδυνος τοξικότητας.
    ΣύστασηΔεν συνιστάται. Εάν απαραίτητο, συχνή παρακολούθηση λιθίου ορού.
  • Τριμεθοπρίμη
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας.
  • Οινόπνευμα
    προσοχή
    Μείωση ικανότητας οδήγησης και χειρισμού μηχανών.
sick
SPC-LISINOPRIL+HCTZ-GENERICS

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • Μείωση της αιμοσφαιρίνης
  • Μείωση του αιματοκρίτη
  • Καταστολή του μυελού των οστών
  • Αναιμία
  • Θρομβοπενία
  • Λευκοπενία
  • Ουδετεροπενία
  • Ακοκκιοκυτταραιμία
  • Αιμολυτική αναιμία
  • Λεμφαδενοπάθεια
  • Αυτοάνοση νόσος
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
  • Σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH)
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • Ουρική αρθρίτιδα
  • Υπογλυκαιμία
  • Υπεργλυκαιμία
  • Γλυκοζουρία
  • Υπερουριχαιμία
  • Διαταραχή ισοζυγίου ηλεκτρολυτών (περιλαμβανομένης υπονατριαιμίας, υποκαλιαιμίας, υποχλωραιμικής αλκάλωσης και υπομαγνησιαιμίας)
  • Αυξήσεις της χοληστερόλης και των τριγλυκεριδίων
Διαταραχές του νευρικού συστήματος και ψυχιατρικές διαταραχές
  • Ζάλη
  • Κεφαλαλγία
  • Κόπωση
  • Συγκοπή
  • Παραισθησία
  • Εξασθένηση
  • Ίλιγγος
  • Διαταραχές γεύσης
  • Διαταραχές του ύπνου
  • Μεταβολές διάθεσης
  • Διανοητική σύγχυση
  • Συμπτώματα κατάθλιψης
  • Ανησυχία
  • Καρηβαρία
  • Απώλεια όρεξης
Καρδιακές και αγγειακές διαταραχές
  • Ορθοστατικές δράσεις (συμπεριλαμβανομένης ορθοστατικής υπότασης)
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
  • Αίσθημα παλμών
  • Θωρακικό άλγος
  • Μυικοί σπασμοί
  • Μυική αδυναμία
  • Ταχυκαρδία
  • Σύνδρομο Raynaud’s
  • Εξάψεις
  • Ορθοστατική υπόταση
  • Καρδιακές αρρυθμίες
  • Νεκρωτική αγγειίτιδα (αγγειίτιδα, δερματική αγγειίτιδα)
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
  • Ξηρός και επίμονος βήχας
  • Ρινίτιδα
  • Βρογχόσπασμος
  • Παραρρινοκολπίτιδα
  • Αλλεργική, κυψελιδίτιδα / ηωσινοφιλική πνευμονία
  • Αναπνευστική δυσχέρεια (περιλαμβανομένης πνευμονίτιδας, και πνευμονικού οιδήματος)
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
  • Διάρροια
  • Έμετος
  • Ναυτία
  • Δυσπεψία
  • Παγκρεατίτιδα
  • Κοιλιακό άλγος
  • Ξηροστομία
  • Εντερικό αγγειοοίδημα
  • Ερεθισμός του στομάχου
  • Δυσκοιλιότητα
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
  • Αυξημένη χολερυθρίνη
  • Ηπατίτιδα - είτε ηπατοκυτταρική είτε χολοστατική
  • Ίκτερος
  • Ηπατική ανεπάρκεια
  • Ίκτερος (ενδοηπατικός χολοστατικός ίκτερος)
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Εξάνθημα
  • Κνησμός
  • Υπερευαισθησία/αγγειονευρωτικό οίδημα: αγγειονευρωτικό οίδημα του προσώπου, των άκρων, των χειλέων, της γλώσσας, της γλωττίδας, και/ή του λάρυγγα
  • Κνίδωση
  • Αλωπεκία
  • Ψωρίαση
  • Διαφόρεση
  • Πέμφιγα
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
  • Πολύμορφο ερύθημα
  • Δερματικό ψευδολέμφωμα
  • Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας
  • Αντιδράσεις τύπου δερματικού ερυθηματώδους λύκου
  • Επανενεργοποίηση δερματικού ερυθηματώδους λύκου
  • Αναφυλακτικές αντιδράσεις
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • Νεφρική δυσλειτουργία
  • Ουραιμία
  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
  • Ολιγουρία/ ανουρία
  • Διάμεσος νεφρίτιδα
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
  • Ανικανότητα
  • Γυναικομαστία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Εξασθένηση
  • Κόπωση
  • Πυρετός
  • Αδυναμία
Παρακλινικές εξετάσεις
  • Αυξήσεις στην ουρία αίματος
  • Αυξήσεις στην κρεατινίνη ορού
  • Υπερκαλιαιμία
  • Υπονατριαιμία
  • Αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων
  • Αυξήσεις της χολερυθρίνης ορού
Άλλες
  • Σύμπλεγμα συμπτωμάτων που αποτελείται από ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα: πυρετός, αγγειίτιδα, μυαλγίες, αρθραλγίες ή αρθρίτιδα, θετικός έλεγχος ΑΝΑ, αυξημένες τιμές ΤΚΕ, ηωσινοφιλία, λευκοκυττάρωση, εξάνθημα, φωτοευαισθησία ή άλλες δερματολογικές εκδηλώσεις.
Οφθαλμικές διαταραχές
  • Ξανθοψία
  • Παροδικό θάμβος όρασης
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος, του συνδετικού ιστού και των οστών
  • Μυϊκός σπασμός
  • Μυική αδυναμία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Μείωση της αιμοσφαιρίνης
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Μείωση του αιματοκρίτη
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Καταστολή του μυελού των οστών
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Πολύ σπάνιες
  • Αναιμία
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Πολύ σπάνιες
  • Θρομβοπενία
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Πολύ σπάνιες
  • Λευκοπενία
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Πολύ σπάνιες
  • Ουδετεροπενία
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Πολύ σπάνιες
  • Ακοκκιοκυτταραιμία
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Πολύ σπάνιες
  • Αιμολυτική αναιμία
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Πολύ σπάνιες
  • Λεμφαδενοπάθεια
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Πολύ σπάνιες
  • Αυτοάνοση νόσος
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Πολύ σπάνιες
  • Σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH)
    Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Ουρική αρθρίτιδα
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Όχι συχνές
  • Υπογλυκαιμία
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Πολύ σπάνιες
  • Ζάλη
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος και ψυχιατρικές διαταραχές
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος και ψυχιατρικές διαταραχές
    Συχνές
  • Κόπωση
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος και ψυχιατρικές διαταραχές
    Συχνές
  • Συγκοπή
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος και ψυχιατρικές διαταραχές
    Συχνές
  • Παραισθησία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος και ψυχιατρικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Εξασθένηση
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος και ψυχιατρικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Ίλιγγος
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος και ψυχιατρικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Διαταραχές γεύσης
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος και ψυχιατρικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Διαταραχές του ύπνου
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος και ψυχιατρικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Μεταβολές διάθεσης
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος και ψυχιατρικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Διανοητική σύγχυση
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος και ψυχιατρικές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Συμπτώματα κατάθλιψης
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος και ψυχιατρικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Ορθοστατικές δράσεις (συμπεριλαμβανομένης ορθοστατικής υπότασης)
    Καρδιακές και αγγειακές διαταραχές
    Συχνές
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
    Καρδιακές και αγγειακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Αίσθημα παλμών
    Καρδιακές και αγγειακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Θωρακικό άλγος
    Καρδιακές και αγγειακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Μυικοί σπασμοί
    Καρδιακές και αγγειακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Μυική αδυναμία
    Καρδιακές και αγγειακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Ταχυκαρδία
    Καρδιακές και αγγειακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Σύνδρομο Raynaud’s
    Καρδιακές και αγγειακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Εξάψεις
    Καρδιακές και αγγειακές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Ξηρός και επίμονος βήχας
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
    Συχνές
  • Ρινίτιδα
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
    Όχι συχνές
  • Βρογχόσπασμος
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
    Πολύ σπάνιες
  • Παραρρινοκολπίτιδα
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
    Πολύ σπάνιες
  • Αλλεργική, κυψελιδίτιδα / ηωσινοφιλική πνευμονία
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
    Πολύ σπάνιες
  • Διάρροια
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Συχνές
  • Έμετος
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Συχνές
  • Ναυτία
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Δυσπεψία
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Παγκρεατίτιδα
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Ξηροστομία
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Εντερικό αγγειοοίδημα
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Πολύ σπάνιες
  • Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη χολερυθρίνη
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Όχι συχνές
  • Ηπατίτιδα - είτε ηπατοκυτταρική είτε χολοστατική
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Πολύ σπάνιες
  • Ίκτερος
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Πολύ σπάνιες
  • Ηπατική ανεπάρκεια
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Πολύ σπάνιες
  • Εξάνθημα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Κνησμός
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Υπερευαισθησία/αγγειονευρωτικό οίδημα: αγγειονευρωτικό οίδημα του προσώπου, των άκρων, των χειλέων, της γλώσσας, της γλωττίδας, και/ή του λάρυγγα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Κνίδωση
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Αλωπεκία
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Ψωρίαση
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Διαφόρεση
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Πολύ σπάνιες
  • Πέμφιγα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Πολύ σπάνιες
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Πολύ σπάνιες
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Πολύ σπάνιες
  • Πολύμορφο ερύθημα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Πολύ σπάνιες
  • Δερματικό ψευδολέμφωμα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Πολύ σπάνιες
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Συχνές
  • Ουραιμία
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Σπάνιες
  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Σπάνιες
  • Ολιγουρία/ ανουρία
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Πολύ σπάνιες
  • Ανικανότητα
    Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
    Όχι συχνές
  • Γυναικομαστία
    Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
    Σπάνιες
  • Εξασθένηση
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Όχι συχνές
  • Αυξήσεις στην ουρία αίματος
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Όχι συχνές
  • Αυξήσεις στην κρεατινίνη ορού
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Όχι συχνές
  • Υπερκαλιαιμία
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Όχι συχνές
  • Υπονατριαιμία
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Σπάνιες
  • Σύμπλεγμα συμπτωμάτων (πυρετός, αγγειίτιδα, μυαλγίες, αρθραλγίες ή αρθρίτιδα, θετικός έλεγχος ΑΝΑ, αυξημένες τιμές ΤΚΕ, ηωσινοφιλία, λευκοκυττάρωση, εξάνθημα, φωτοευαισθησία ή άλλες δερματολογικές εκδηλώσεις)
    Άλλες
    Σπάνιες
  • Σιελαδενίτιδα
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Γνωστές
  • Λευκοπενία
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Γνωστές
  • Ουδετεροπενία / ακοκκιοκυτταραιμία
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Γνωστές
  • Θρομβοπενία
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Γνωστές
  • Απλαστική αναιμία
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Γνωστές
  • Αιμολυτική αναιμία
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Γνωστές
  • Καταστολή μυελού των οστών
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Γνωστές
  • Υπεργλυκαιμία
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Γνωστές
  • Γλυκοζουρία
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Γνωστές
  • Υπερουριχαιμία
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Γνωστές
  • Διαταραχή ισοζυγίου ηλεκτρολυτών (περιλαμβανομένης υπονατριαιμίας, υποκαλιαιμίας, υποχλωραιμικής αλκάλωσης και υπομαγνησιαιμίας)
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Γνωστές
  • Αυξήσεις της χοληστερόλης και των τριγλυκεριδίων
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Γνωστές
  • Ουρική αρθρίτιδα
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Γνωστές
  • Ανησυχία
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Γνωστές
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Γνωστές
  • Διαταραχές ύπνου
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Γνωστές
  • Απώλεια όρεξης
    Διαταραχές νευρικού συστήματος
    Γνωστές
  • Παραισθησία
    Διαταραχές νευρικού συστήματος
    Γνωστές
  • Καρηβαρία
    Διαταραχές νευρικού συστήματος
    Γνωστές
  • Ξανθοψία
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Γνωστές
  • Παροδικό θάμβος όρασης
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Γνωστές
  • Ίλιγγος
    Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
    Γνωστές
  • Ορθοστατική υπόταση
    Καρδιακές διαταραχές
    Γνωστές
  • Καρδιακές αρρυθμίες
    Καρδιακές διαταραχές
    Γνωστές
  • Νεκρωτική αγγειίτιδα (αγγειίτιδα, δερματική αγγειίτιδα)
    Αγγειακές διαταραχές
    Γνωστές
  • Αναπνευστική δυσχέρεια (περιλαμβανομένης πνευμονίτιδας, και πνευμονικού οιδήματος)
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
    Γνωστές
  • Ερεθισμός του στομάχου
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Γνωστές
  • Διάρροια
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Γνωστές
  • Δυσκοιλιότητα
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Γνωστές
  • Παγκρεατίτιδα
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Γνωστές
  • Ίκτερος (ενδοηπατικός χολοστατικός ίκτερος)
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Γνωστές
  • Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Γνωστές
  • Εξάνθημα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Γνωστές
  • Αντιδράσεις τύπου δερματικού ερυθηματώδους λύκου
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Γνωστές
  • Επανενεργοποίηση δερματικού ερυθηματώδους λύκου
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Γνωστές
  • Κνίδωση
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Γνωστές
  • Αναφυλακτικές αντιδράσεις
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Γνωστές
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Γνωστές
  • Μυϊκός σπασμός
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος, του συνδετικού ιστού και των οστών
    Γνωστές
  • Μυική αδυναμία
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος, του συνδετικού ιστού και των οστών
    Γνωστές
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Γνωστές
  • Διάμεσος νεφρίτιδα
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Γνωστές
  • Πυρετός
    Γενικές διαταραχές
    Γνωστές
  • Αδυναμία
    Γενικές διαταραχές
    Γνωστές
pregnant_woman
SPC-LISINOPRIL+HCTZ-GENERICS

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Αποφεύγεται
    Η χρήση αναστολέων ΜΕΑ δεν συνιστάται κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης. Η χρήση αναστολέων ΜΕΑ αντενδείκνυται κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησης. Τα επιδημιολογικά στοιχεία σχετικά με τον κίνδυνο τερατογένεσης έπειτα από έκθεση σε αναστολείς ΜΕΑ κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης δεν οδήγησαν σε σαφή συμπεράσματα. Δεν μπορεί ωστόσο να αποκλεισθεί μία μικρή αύξηση του κινδύνου. Αν δεν θεωρηθεί απαραίτητη η συνέχιση της θεραπείας με αναστολείς ΜΕΑ, οι ασθενείς που προγραμματίζουν κύηση θα πρέπει να μεταβαίνουν σε εναλλακτικές αντιυπερτασικές θεραπευτικές αγωγές με τεκμηριωμένη εικόνα ασφαλείας χρήσης κατά την κύηση. Σε περίπτωση που διαγνωστεί κύηση, η θεραπεία με τους αναστολείς ΜΕΑ θα πρέπει να διακόπτεται άμεσα και εάν ενδείκνυται, θα πρέπει να ξεκινά κάποια εναλλακτική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η έκθεση στους αναστολείς ΜΕΑ κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο προκαλεί εμβρυϊκή τοξικότητα στον άνθρωπο (μείωση της νεφρικής λειτουργίας, ολιγοϋδράμνιο, επιβράδυνση οστεοποίησης του κρανίου) και νεογνική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία). Εάν η έκθεση σε αναστολέα ΜΕΑ σημειωθεί από το δεύτερο τρίμηνο της κύησης και μετά, συνιστάται να διενεργείται έλεγχος του εμβρύου με υπέρηχους ώστε να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία και το κρανίο. Τα βρέφη των οποίων οι μητέρες έλαβαν αναστολείς ΜΕΑ πρέπει να παρακολουθούνται στενά για υπόταση.
  • Κύηση
    Αντενδείκνυται
    Η υδροχλωροθειαζίδη διαπερνά τον πλακούντα. Βάσει του φαρμακολογικού μηχανισμού δράσης της υδροχλωροθειαζίδης η χρήση της στη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου μπορεί να βλάψει την εμβρυο-πλακουντική αιμάτωση και μπορεί να προκαλέσει εμβρυϊκές και νεογνικές επιδράσεις, όπως ίκτερο, διαταραχή του ισοζυγίου ηλεκτρολυτών και θρομβοκυτταροπενία. Η υδροχλωροθειαζίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για οίδημα της κύησης, υπέρταση της κύησης ή προεκλαμψία λόγω του κινδύνου μειωμένου όγκου πλάσματος και πλακουντικής υποαιμάτωσης, χωρίς ευεργετική δράση στην πορεία της νόσου. Η υδροχλωροθειαζίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για την ιδιοπαθή υπέρταση σε έγκυες γυναίκες, με εξαίρεση σπάνιες καταστάσεις στις οποίες δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί άλλη θεραπεία. Η παρατεταμένη χρήση υδροχλωροθειαζίδης κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου μπορεί να προκαλέσει εμβρυοπλακουντική ισχαιμία και κίνδυνο επιβράδυνσης της ανάπτυξης. Έπειτα από έκθεση κοντά στον τοκετό, παρατηρήθηκαν σπάνια περιστατικά νεογνικής υπογλυκαιμίας και θρομβοπενίας. Η υδροχλωροθειαζίδη μπορεί να ελαττώσει τον όγκο του πλάσματος καθώς και την ροή του αίματος μεταξύ της μήτρας και του πλακούντα.
  • Γαλουχία
    Αποφεύγεται
    Επειδή δεν υπάρχουν πληροφορίες σχετικά με τη χρήση του Lisinopril+Hydrochlorothiazide / Generics 20 mg/ 12,5 mg Δισκία κατά τη διάρκεια της γαλουχίας, το Lisinopril+Hydrochlorothiazide / Generics 20 mg/ 12,5 mg Δισκία δεν συνιστάται και προτιμούνται εναλλακτικές θεραπείες με καλύτερα τεκμηριωμένα προφίλ ασφάλειας κατά τη διάρκεια του θηλασμού, ιδίως κατά το θηλασμό νεογνού ή πρόωρου βρέφους.
  • Γαλουχία
    Αποφεύγεται
    H υδροχλωροθειαζίδη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε μικρές ποσότητες. Οι θειαζίδες σε υψηλές δόσεις που προκαλούν έντονη διούρηση μπορεί να αναστείλουν την παραγωγή γάλακτος. Η χρήση του Lisinopril+Hydrochlorothiazide / Generics 20 mg/ 12,5 mg Δισκία κατά τη διάρκεια του θηλασμού δε συνιστάται. Εάν χρησιμοποιείται Lisinopril+Hydrochlorothiazide / Generics 20 mg/ 12,5 mg Δισκία κατά το θηλασμό, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται οι μικρότερες δυνατές δόσεις.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Μηχανισμός δράσης Η υδροχλωροθειαζιδη, ένα διουρητικό θειαζιδικό, εμποδίζει την επαναρρόφηση νερού στον νεφρό εμποδίζοντας τον σύμπλεγ Na⁺/Cl⁻ (SLC12A3) στα απομακρυσμένα τμήματα του θησιακού σωληναρίου, υπεύθυνο για περίπου 5% της συνολικής…
monitor_heart
SPC-LISINOPRIL+HCTZ-GENERICS

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολέας ΜΕΑ (ΜΕΑ: Μετατρεπτικό Ένζυμο Αγγειοτασίνης) και θειαζιδικό διουρητικό, κωδικός ATC: C09B A03 ### Μηχανισμός δράσης Και τα δύο συστατικά, η λισινοπρίλη, αναστολέας ΜΕΑ και η υδροχλωροθειαζίδη, διουρητικό, έχουν…
biotech
SPC-LISINOPRIL+HCTZ-GENERICS

Φαρμακοκινητική

expand_more
Το δισκίο συνδυασμού είναι βιοϊσοδύναμο με τη μονοθεραπεία με καθένα από τα δραστικά συστατικά. ### Απορρόφηση * Λισινοπρίλη: Περίπου 25% με διαφοροποίηση μεταξύ των ασθενών 6-60% σε όλες τις δόσεις που εξετάσθηκαν (5-80 mg). Η απορρόφηση της…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Η υδροχλωροθειαζίδη δεν μεταβολίζεται. Η υδροχλωροθειαζίδη δεν μεταβολίζεται. Οδός Αποβολής: Η υδροχλωροθειαζίδη δεν μεταβολίζεται αλλά αποβάλλεται ταχέως από τους νεφρούς. Η υδροχλωροθειαζίδη διαπερνά τον πλακούντα αλλά όχι τον…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Νεφρά

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-LISINOPRIL+HCTZ-GENERICS
expand_more

Η επιλογή της κατάλληλης αντιυπερτασικής δοσολογίας λισινοπρίλης και υδροχλωροθειαζίδης θα εξαρτηθεί από την κλινική αξιολόγηση του ασθενή. Τα Lisinopril+Hydrochlorothiazide / Generics 20 mg/ 12,5 mg δισκία πρέπει να λαμβάνονται μια φορά την ημέρα. Η χορήγηση του σταθερού συνδυασμού λισινοπρίλης και υδροχλωροθειαζίδης συνιστάται συνήθως μετά από τη ρύθμιση της δόσης των επιμέρους συστατικών του. Όταν είναι κλινικώς κατάλληλο, μπορεί να εξεταστεί η απευθείας μετάβαση από τη μονοθεραπεία στο σταθερό συνδυασμό. Τα δισκία των 20 mg/12,5 mg μπορούν να χορηγηθούν σε ασθενείς των οποίων η αρτηριακή πίεση δεν ελέγχεται επαρκώς μόνο με 20 mg λισινοπρίλης. Δεν πρέπει να υπερβαίνεται η μέγιστη ημερήσια δόση των 40 mg λισινοπρίλης/25 mg υδροχλωροθειαζίδης. Όπως και με άλλα φάρμακα που λαμβάνονται άπαξ ημερησίως, το Lisinopril+Hydrochlorothiazide / Generics 20 mg/ 12,5 mg δισκίο πρέπει να λαμβάνεται την ίδια περίπου ώρα κάθε ημέρα.

Διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας

Ο συνδυασμός λισινοπρίλης/υδροχλωροθειαζίδης αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας. Τα Lisinopril+Hydrochlorothiazide / Generics 20 mg/ 12,5 mg δισκία μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης >30 και <80 ml/min, αλλά μόνο μετά από ρύθμιση της δόσης των επί μέρους συστατικών. Η συνιστώμενη αρχική δόση λισινοπρίλης ως μονοθεραπεία για αυτούς τους ασθενείς είναι 5-10 mg.

Προηγούμενη θεραπεία με διουρητικά

Μετά την αρχική δόση του Lisinopril+Hydrochlorothiazide / Generics 20 mg/ 12,5 mg δισκία μπορεί να εμφανισθεί συμπτωματική υπόταση. Αυτό συμβαίνει συχνότερα σε ασθενείς που έχουν σοβαρό έλλειμμα όγκου και/ ή άλατος ως αποτέλεσμα προηγούμενης θεραπείας με διουρητικά. Το διουρητικό πρέπει να διακόπτεται 2 με 3 ημέρες πριν την έναρξη της θεραπείας με Lisinopril+Hydrochlorothiazide / Generics 20 mg/ 12,5 mg δισκία. Εάν αυτό δεν είναι δυνατό, η θεραπεία πρέπει να αρχίζει μόνο με λισινοπρίλη σε δόση 2,5 mg.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Lisinopril+Hydrochlorothiazide / Generics 20 mg/ 12,5 mg δισκία στα παιδιά δεν έχει αποδειχθεί.

Υπερήλικες

Κλινικές μελέτες με τον συνδυασμό λισινοπρίλης και υδροχλωροθειαζίδης δεν έδειξαν συσχέτιση της ηλικίας με την αποτελεσματικότητα και την ανοχή στο φάρμακο (βλ. (βλ. Διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας)).

block

Αντενδείξεις

SPC-LISINOPRIL+HCTZ-GENERICS
expand_more
  • Στένωση νεφρικής αρτηρίας
  • Yπερευαισθησία στη λισινοπρίλη ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα (αναφέρονται στην παράγραφο 6.1) ή σε οποιονδήποτε άλλο αναστολέα του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (ΜΕΑ)
  • Yπερευαισθησία στην υδροχλωροθειαζίδη ή σε άλλα σουλφοναμιδικά παράγωγα
  • Ιστορικό αγγειοοιδήματος σε προηγούμενη θεραπεία με αναστολέα ΜΕΑ.
  • Κληρονομικό ή ιδιοπαθές αγγειοοίδημα.
  • Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/min)
  • Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
  • Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο κύησης (βλ. Δοσολογία και Αντενδείξεις και Κύηση και γαλουχία)
  • Ταυτόχρονη χορήγηση με φάρμακα που περιέχουν αλισκιρένη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη (τύπου I ή II) ή με μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (GFR < 60 mL/min/1,73m)
  • Aνουρία
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-LISINOPRIL+HCTZ-GENERICS
expand_more

Μεταμόσχευση νεφρού Καθώς δεν υπάρχει εμπειρία σε ασθενείς με πρόσφατη μεταμόσχευση νεφρού, δε συνιστάται η χορήγηση.

Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση H χρήση του συνδυασμού λισινοπρίλης/υδροχλωροθειαζίδης δεν ενδείκνυται σε ασθενείς που χρειάζονται αιμοκάθαρση λόγω νεφρικής ανεπάρκειας. Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε ορισμένες διαδικασίες αιμοκάθαρσης (π.χ. με μεμβράνες υψηλής διαπερατότητας AN69 και κατά τη διάρκεια αφαίρεσης χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνών (LDL) με θειϊκή δεξτράνη) και συγχρόνως λαμβάνουν αναστολέα ΜΕΑ, έχουν αναφερθεί αναφυλακτικές αντιδράσεις. Σε αυτούς τους ασθενείς πρέπει να εξετάζεται η χρήση διαφορετικού τύπου μεμβράνης αιμοκάθαρσης ή διαφορετικής κατηγορίας αντιϋπερτασικού φαρμάκου.

Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις που συνδέονται με αφαίρεση χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνών (LDL) Σε σπάνιες περιπτώσεις, οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ κατά τη διάρκεια αφαίρεσης χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνών (LDL) με θειική δεξτράνη εμφάνισαν απειλητικές για τη ζωή αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις. Αυτά τα συμπτώματα μπορούν να αποφευχθούν με την προσωρινή διακοπή της θεραπείας με αναστολείς ΜΕΑ, πριν από κάθε αφαίρεση.

Απευαισθητοποίηση Ασθενείς που ελάμβαναν αναστολείς ΜΕΑ κατά τη διάρκεια θεραπείας απευαισθητοποίησης (π.χ. δηλητήριο υμενόπτερων) παρουσίασαν εμμένουσες αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις. Στους ίδιους ασθενείς, αυτές οι αντιδράσεις αποφεύχθηκαν όταν η θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ διακόπηκε προσωρινά αλλά επανεμφανίστηκαν όταν έγινε επαναπρόκληση από αμέλεια.

Φυλή Οι αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης προκαλούν υψηλότερα ποσοστά ανάπτυξης αγγειοοιδήματος σε μαύρους ασθενείς σε σχέση με ασθενείς που δεν ανήκουν στη φυλή των μαύρων. Όπως και οι άλλοι αναστολείς ΜΕΑ, η λισινοπρίλη ίσως να είναι λιγότερο αποτελεσματική στην ελάττωση της αρτηριακής πίεσης σε μαύρους ασθενείς από ότι σε ασθενείς, που δεν ανήκουν στη φυλή των μαύρων πιθανώς λόγω υψηλότερης επίπτωσης χαμηλών τιμών ρενίνης στους υπερτασικούς ασθενείς της φυλής των μαύρων.

Βήχας Έχει αναφερθεί βήχας με τη χρήση αναστολέων ΜΕΑ. Χαρακτηριστικά ο βήχας αυτός είναι μη παραγωγικός, επίμονος και υποχωρεί μετά τη διακοπή της θεραπείας. Ο βήχας που προκαλείται από τους αναστολείς ΜΕΑ πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στη διαφορική διάγνωση του βήχα.

Χειρουργική επέμβαση / αναισθησία Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε μείζονα χειρουργική επέμβαση ή κατά τη διάρκεια αναισθησίας με φάρμακα που προκαλούν υπόταση, η λισινοπρίλη μπορεί να παρεμποδίσει το σχηματισμό αγγειοτασίνης ΙΙ δευτερογενώς μετά από την αντισταθμιστική απελευθέρωση ρενίνης. Εάν παρουσιαστεί υπόταση και θεωρηθεί ότι οφείλεται σε αυτό το μηχανισμό μπορεί να διορθωθεί με αύξηση του όγκου των υγρών.

Διαταραχή του ισοζυγίου ηλεκτρολυτών Όπως με κάθε ασθενή που λαμβάνει θεραπεία με διουρητικά, πρέπει να γίνεται περιοδικός προσδιορισμός των ηλεκτρολυτών στον ορό σε κατάλληλα χρονικά διαστήματα. Οι θειαζίδες συμπεριλαμβανομένης της υδροχλωροθειαζίδης, μπορεί να προκαλέσουν διαταραχή του ισοζυγίου υγρών ή ηλεκτρολυτών (υποκαλιαιμία, υπονατριαιμία, και υποχλωραιμική αλκάλωση). Τα πρόδρομα συμπτώματα της διαταραχής του ισοζυγίου υγρών ή ηλεκτρολυτών είναι ξηροστομία, δίψα, αδυναμία, λήθαργος, καταστολή, μυϊκό άλγος ή κράμπες, μυϊκή κόπωση, υπόταση, ολιγουρία, ταχυκαρδία και γαστρεντερικές διαταραχές όπως ναυτία ή έμετος. Υπονατριαιμία από αραίωση μπορεί να συμβεί σε ασθενείς με οίδημα, σε υψηλές θερμοκρασίες περιβάλλοντος. Η έλλειψη χλωρίου είναι γενικά ήπια και δεν χρειάζεται θεραπεία. Οι θειαζίδες έχουν δείξει ότι αυξάνουν την απέκκριση μαγνησίου από τα ούρα, που μπορεί να οδηγήσει σε υπομαγνησιαιμία. Οι θειαζίδες μπορεί να μειώσουν την απέκκριση ασβεστίου από τα ούρα και μπορεί να προκαλέσουν διαλείπουσα και ελαφριά αύξηση του ασβεστίου του ορού. Εκσεσημασμένη υπερασβεστιαιμία μπορεί να είναι ένδειξη λανθάνοντος υπερπαραθυρεοειδισμού. Η χορήγηση θειαζίδων θα πρέπει να διακόπτεται πριν την διεξαγωγή εξετάσεων σχετικά με τη λειτουργία του παραθυρεοειδούς.

Υπερκαλιαιμία Έχουν παρατηρηθεί αυξήσεις του καλίου του ορού σε κάποιους ασθενείς που ελάμβαναν θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ, περιλαμβανομένης της λισινοπρίλης. Στους ασθενείς με κίνδυνο ανάπτυξης υπερκαλιαιμίας περιλαμβάνονται οι ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, σακχαρώδη διαβήτη, ή εκείνοι που λαμβάνουν ταυτόχρονα καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο, ή εκείνοι οι ασθενείς που λαμβάνουν άλλα φάρμακα που σχετίζονται με αύξηση του καλίου του ορού (π.χ. ηπαρίνη). Εάν θεωρείται απαραίτητη η ταυτόχρονη χρήση των προαναφερόμενων φαρμάκων, συνιστάται τακτική παρακολούθηση του καλίου του ορού (βλ. Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης).

Διαβητικοί ασθενείς Στους διαβητικούς ασθενείς στους οποίους χορηγείται από του στόματος αντιδιαβητική θεραπεία ή ινσουλίνη, πρέπει να παρακολουθούνται στενά τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα κατά τον πρώτο μήνα της θεραπείας με αναστολέα ΜΕΑ (βλ. Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης).

Λίθιο Ο συνδυασμός αναστολέων ΜΕΑ και λιθίου γενικά δε συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης).

Μεταβολικές και ενδοκρινικές επιδράσεις Στους διαβητικούς ασθενείς, στους οποίους χορηγείται αντιδιαβητική θεραπεία από το στόμα ή ινσουλίνη, πρέπει να υπάρχει εντατικός έλεγχος των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα θεραπείας με αναστολείς ΜΕΑ. Η θεραπεία με θειαζίδες μπορεί να μειώσει την ανοχή στη γλυκόζη. Μπορεί να χρειαστεί αναπροσαρμογή της δοσολογίας των αντιδιαβητικών παραγόντων συμπεριλαμβανομένης της ινσουλίνης. Αυξήσεις των επιπέδων χοληστερόλης και τριγλυκεριδίων μπορεί να συνδέονται με τη διουρητική θεραπεία με θειαζίδες. H θεραπεία με θειαζίδες μπορεί να επιφέρει υπερουριχαιμία και/ή ουρική αρθρίτιδα σε ορισμένους ασθενείς. Ωστόσο, η λισινοπρίλη μπορεί να αυξήσει το ουρικό οξύ στα ούρα και έτσι μπορεί να μειώσει την υπερουριχαιμική δράση της υδροχλωροθειαζίδης.

Δοκιμασία αντι-ντόπινγκ Η υδροχλωροθειαζίδη που περιέχεται σε αυτό το φάρμακο μπορεί να δώσει θετικά αποτελέσματα στις δοκιμασίες αντι-ντόπινγκ.

Συμπτωματική υπόταση Συμπτωματική υπόταση μπορεί να εμφανισθεί σπάνια σε ασθενείς με μη επιπλεγμένη υπέρταση, αλλά είναι πιθανότερο να συμβεί εάν ο ασθενής έχει μειωμένο όγκο υγρών, π.χ. μετά από προηγούμενη θεραπεία με διουρητικά, δίαιτα με περιορισμό άλατος, αιμοκάθαρση, διάρροια ή έμετο ή με σοβαρή υπέρταση εξαρτώμενη από τη ρενίνη (βλ. Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης και Ανεπιθύμητες ενέργειες). Σε αυτούς τους ασθενείς πρέπει να γίνεται τακτικός προσδιορισμός των ηλεκτρολυτών στον ορό, σε κατάλληλα χρονικά διαστήματα. Οι ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο συμπτωματικής υπότασης πρέπει να βρίσκονται κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση κατά την έναρξη της θεραπείας και τη ρύθμιση της δόσης. Iδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται όταν η θεραπεία χορηγείται σε ασθενείς με ισχαιμική καρδιοπάθεια ή εγκεφαλική αγγειακή νόσο, επειδή μια υπερβολική μείωση της αρτηριακής πίεσης μπορεί να οδηγήσει σε έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Eάν εμφανισθεί υπόταση, ο ασθενής πρέπει να τοποθετηθεί σε ύπτια θέση και, αν κριθεί αναγκαίο, να του χορηγηθεί ενδοφλεβίως έγχυση φυσιολογικού ορού. Ένα παροδικό υποτασικό επεισόδιο δεν αποτελεί αντένδειξη για περαιτέρω χορήγηση. Aφού αποκατασταθεί ο όγκος του αίματος και η αρτηριακή πίεση, είναι δυνατή η επανέναρξη της θεραπείας σε μειωμένη δοσολογία ή με κατάλληλη χορήγηση του κάθε ενός συστατικού μόνου του. Σε μερικούς ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και φυσιολογική ή χαμηλή αρτηριακή πίεση, μπορεί να σημειωθεί περαιτέρω μείωση της συστηματικής αρτηριακής πίεσης με τη λισινοπρίλη. Η επίδραση αυτή είναι αναμενόμενη και συνήθως δε συνιστά αιτία για διακοπή της θεραπείας. Εάν η υπόταση γίνει συμπτωματική, μπορεί να απαιτηθεί μείωση της δόσης ή διακοπή της αγωγής με λισινοπρίλη-υδροχλωροθειαζίδη. Όπως συμβαίνει και με άλλα αγγειοδιασταλτικά, απαιτείται προσοχή όταν η λισινοπρίλη/υδροχλωροθειαζίδη χορηγείται σε ασθενείς με στένωση αορτής ή υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια. Παρότι με τη χρήση θειαζιδικών διουρητικών μπορεί να παρουσιασθεί υποκαλιαιμία, η ταυτόχρονη χρήση λισινοπρίλης μπορεί να ελαττώσει την υποκαλιαιμία που προκαλείται από το διουρητικό. Πρέπει να πραγματοποιούνται τακτικοί έλεγχοι του καλίου του ορού. Η πιθανότητα υποκαλιαιμίας είναι μεγαλύτερη σε ασθενείς με κίρρωση του ήπατος, σε ασθενείς στους οποίους εμφανίζεται ταχεία διούρηση, σε ασθενείς με ανεπαρκή λήψη ηλεκτρολυτών από του στόματος και σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με κορτικοστεροειδή ή ACTH (βλ. Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης). Όταν ο καιρός είναι πολύ ζεστός, μπορεί να παρουσιασθεί υπονατριαιμία σε οιδηματώδεις ασθενείς. Η ανεπάρκεια χλωρίου είναι γενικά ήπια και δεν απαιτεί θεραπεία. Οι θειαζίδες μπορεί να μειώσουν την απέκκριση ασβεστίου από τα ούρα και να προκαλέσουν μικρή περιοδική αύξηξη στα επίπεδα ασβεστίου στον ορό, ακόμη και επί απουσίας γνωστών διαταραχών στον μεταβολισμό ασβεστίου. Η εμφάνιση υπερκαλιαιμίας μπορεί να είναι στοιχείο λανθάνοντος υπερπαραθυρεοειδισμού. Οι θειαζίδες πρέπει να διακόπτονται πριν πραγματοποιηθούν έλεγχοι της παραθυρεοειδικής λειτουργίας. Έχει αποδειχθεί ότι οι θειαζίδες αυξάνουν την νεφρική απέκκριση του μαγνησίου, το οποίο μπορεί να καταλήξει σε υπομαγνησιαιμία.

Στένωση αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδας / υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια Όπως και με τους άλλους αναστολείς ΜΕΑ, η λισινοπρίλη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με στένωση της μιτροειδούς βαλβίδας και απόφραξη της εξώθησης της αριστερής κοιλίας όπως αορτική στένωση ή υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια.

Nεφρική δ υσλειτουργία Oι θειαζίδες δεν είναι ίσως τα κατάλληλα διουρητικά για χορήγηση σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία και είναι μη αποτελεσματικές όταν οι τιμές κάθαρσης της κρεατινίνης είναι 30 ml/min ή λιγότερο (δηλαδή μέτρια ή σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια). Tα δισκία Lisinopril+Hydrochlorothiazide / Generics 20 mg/ 12,5 mg δεν πρέπει να χορηγούνται σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης ≤ 80 ml/min) έως ότου η τιτλοποίηση των επί μέρους συστατικών δείξει ότι οι αναγκαίες δόσεις είναι οι ίδιες με αυτές που υπάρχουν στο δισκίο με το συνδυασμό. Σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, η υπόταση έπειτα από την έναρξη της θεραπείας με αναστολείς ΜΕΑ μπορεί να οδηγήσει σε κάποιο βαθμό σε περαιτέρω έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας. Σε αυτή την περίπτωση, αναφέρθηκε οξεία νεφρική ανεπάρκεια, συνήθως αναστρέψιμη. Mερικοί υπερτασικοί ασθενείς χωρίς εμφανή προϋπάρχουσα νεφρική νόσο, εμφάνισαν μικρή συνήθως και παροδική αύξηση της ουρίας του αίματος και της κρεατινίνης του ορού, όταν η λισινοπρίλη χορηγήθηκε ταυτόχρονα με ένα διουρητικό. Αυτό είναι πιθανότερο να σημειωθεί σε ασθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική δυσλειτουργία. Μπορεί να χρειαστεί να γίνει μείωση της δοσολογίας και/ή διακοπή του διουρητικού και/ή της λισινοπρίλης. Σε μερικούς ασθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας ή με στένωση της αρτηρίας μονήρους νεφρού, που έχουν λάβει αγωγή με αναστολείς ΜΕΑ, έχουν παρατηρηθεί αυξήσεις της ουρίας αίματος και της κρεατινίνης ορού, συνήθως αναστρέψιμες με τη διακοπή της θεραπείας. Αυτό είναι ιδιαίτερα πιθανό σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Εάν συνυπάρχει νεφραγγειακή υπέρταση τότε υπάρχει αυξημένος κίνδυνος σοβαρής υπότασης και νεφρικής ανεπάρκειας. Η θεραπεία τέτοιων ασθενών θα πρέπει να αρχίζει υπό στενή ιατρική παρακολούθηση σε χαμηλή δόση και με προσεκτική ρύθμιση της δόσης. Καθώς η θεραπεία με διουρητικά μπορεί να επηρεάσει τις ανωτέρω καταστάσεις, θα πρέπει να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων θεραπείας με το συνδυασμό λισινοπρίλης/υδροχλωροθειαζίδης. Σε ασθενείς με νεφρικές παθήσεις, οι θειαζίδες μπορεί να επισπεύσουν την εμφάνιση αζωθαιμίας. Σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία, μπορεί να παρουσιασθούν αθροιστικές επιδράσεις του φαρμάκου. Εάν αναπτυχθεί επιδεινούμενη νεφρική ανεπάρκεια, η οποία χαρακτηρίζεται από αύξηση του μη πρωτεϊνικού αζώτου, απαιτείται προσεκτική εκτίμηση της θεραπείας και πρέπει να εξεταστεί η διακοπή της θεραπείας με διουρητικά (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Προηγούμενη θεραπεία με διουρητικά Η θεραπεία με διουρητικά πρέπει να σταματήσει για 2-3 ημέρες πριν την έναρξη της θεραπείας με λισινοπρίλη-υδροχλωροθειαζίδη. Eάν αυτό δεν είναι δυνατόν, η θεραπεία πρέπει να ξεκινήσει μόνο με λισινοπρίλη στη δόση των 5 mg.

Ουδετεροπενία/ Ακοκκιοκυτταραιμία Ο σταθερός συνδυασμός λισινοπρίλης και υδροχλωροθειαζίδης πρέπει να διακοπεί εάν διαπιστωθεί ή εάν υπάρχει υποψία για ουδετεροπενία (ουδετερόφιλα λιγότερα από 1000/mm ). Σε ασθενείς που ελάμβαναν αναστολείς ΜΕΑ έχουν αναφερθεί ουδετεροπενία/ ακοκκιοκυτταραιμία, θρομβοκυτταροπενία και αναιμία. Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία και χωρίς άλλους παράγοντες επιπλοκών παρουσιάζεται σπάνια ουδετεροπενία. Η ουδετεροπενία και η ακοκκιοκυτταραιμία είναι αναστρέψιμες μετά τη διακοπή του αναστολέα ΜΕΑ. Η λισινοπρίλη πρέπει να χορηγείται με εξαιρετική προσοχή σε ασθενείς με αγγειοπάθεια από νόσο του κολλαγόνου, σε ασθενείς που βρίσκονται σε ανοσοκατασταλτική θεραπεία, σε θεραπεία με αλλοπουρινόλη ή προκαϊναμίδη, ή με συνδυασμό αυτών των παραγόντων που προκαλούν επιπλοκές, ιδιαίτερα σε περίπτωση προϋπάρχουσας διαταραχής της νεφρικής λειτουργίας. Μερικοί από αυτούς τους ασθενείς ανέπτυξαν σοβαρές λοιμώξεις οι οποίες σε λίγες περιπτώσεις δεν αποκρίθηκαν σε εντατική αντιβιοτική θεραπεία. Εάν χρησιμοποιείται λισινοπρίλη σε τέτοιους ασθενείς, συνιστάται περιοδική παρακολούθηση των λευκών αιμοσφαιρίων και πρέπει να δίδονται οδηγίες στους ασθενείς να αναφέρουν οποιοδήποτε σημείο λοίμωξης.

Υπερευαισθησία, αγγειοοίδημα Σε ασθενείς που ελάμβαναν αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης, συμπεριλαμβανομένης της λισινοπρίλης, έχει σπανίως αναφερθεί αγγειοοίδημα προσώπου, άκρων, χειλέων, γλώσσας, γλωττίδας και /ή λάρυγγα. Aυτό μπορεί να συμβεί σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή της θεραπείας. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, η λισινοπρίλη πρέπει να διακόπτεται αμέσως και ο ασθενής να τίθεται υπό την κατάλληλη θεραπεία και παρακολούθηση έως ότου εξασφαλιστεί η πλήρης εξάλειψη των συμπτωμάτων πριν την απομάκρυνσή του. Ακόμη και σε περιπτώσεις όπου παρουσιάζεται οίδημα μόνο στη γλώσσα, χωρίς αναπνευστική δυσχέρεια, οι ασθενείς μπορεί να χρειάζονται παρακολούθηση μεγαλύτερης διάρκειας καθώς η θεραπεία με αντιϊσταμινικά και κορτικοστεροειδή μπορεί να μην επαρκεί. Πολύ σπάνια έχει αναφερθεί αγγειοοίδημα το οποίο σχετίζεται με οίδημα του λάρυγγα και της γλώσσας το οποίο μπορεί να αποβεί θανατηφόρο. Οι ασθενείς που εμφανίζουν οίδημα της γλώσσας, της γλωττίδας ή του λάρυγγα είναι πιθανό να υποστούν απόφραξη των αεροφόρων οδών, ειδικά εκείνοι με ιστορικό εγχειρήσεων των αεροφόρων οδών. Σ΄ αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει να χορηγηθεί αμέσως η κατάλληλη θεραπεία. Αυτή μπορεί να περιλαμβάνει χορήγηση αδρεναλίνης και/ή την συντήρηση μιας ανοικτής αεροφόρου οδού. Ο ασθενής πρέπει να τίθεται υπό στενή ιατρική παρακολούθηση έως ότου εξασφαλιστεί η πλήρης και μόνιμη εξάλειψη των συμπτωμάτων. Οι αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης προκαλούν αγγειοοίδημα σε μεγαλύτερα ποσοστά σε μαύρους ασθενείς από ότι σε ασθενείς που δεν ανήκουν στη μαύρη φυλή. Ασθενείς με ιστορικό αγγειοοιδήματος μη συσχετιζόμενο με θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ μπορεί να βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο αγγειοοιδήματος όταν λαμβάνουν έναν αναστολέα ΜΕΑ (βλ. Αντενδείξεις). Η χορήγηση θειαζιδικών διουρητικών μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις ευαισθησίας σε ασθενείς με ιστορικό ή όχι αλλεργιών ή αλλεργικού άσθματος. Έξαρση ή ενεργοποίηση του συστηματικού ερυθηματώδους λύκου έχει αναφερθεί με χρήση θειαζίδων.

Ηπατική νόσος Oι θειαζίδες πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με μειωμένη ηπατική λειτουργία ή προοδευτικά επιδεινούμενη ηπατική νόσο, επειδή μικρές μεταβολές του ισοζυγίου υγρών και ηλεκτρολυτών μπορεί να προκαλέσουν την εμφάνιση ηπατικού κώματος (βλ. Αντενδείξεις). Σπάνια, οι αναστολείς ΜΕΑ έχουν συσχετισθεί με ένα σύνδρομο το οποίο ξεκινά με χολοστατικό ίκτερο ή ηπατίτιδα και συνεχίζει με κεραυνοβόλο νέκρωση και (μερικές φορές) θάνατο. Ο μηχανισμός αυτού του συνδρόμου δεν έχει εξακριβωθεί. Ασθενείς που λαμβάνουν λισινοπρίλη-υδροχλωροθειαζίδη και αναπτύσσουν ίκτερο ή σημαντικές αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων πρέπει να διακόπτουν το συνδυασμό λισινοπρίλης- υδροχλωροθειαζίδης και να έχουν κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση.

Κύηση Κατά τη διάρκεια της κύησης δε θα πρέπει να ξεκινά θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ. Αν δεν θεωρηθεί απαραίτητη η συνεχιζόμενη θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ, οι ασθενείς που προγραμματίζουν κύηση θα πρέπει να μεταβαίνουν σε εναλλακτικές αντιυπερτασικές θεραπευτικές αγωγές με τεκμηριωμένη εικόνα ασφαλείας κατά την κύηση. Σε περίπτωση που διαγνωστεί κύηση, η θεραπεία με τους αναστολείς ΜΕΑ θα πρέπει να διακόπτεται άμεσα και εάν ενδείκνυται, θα πρέπει να ξεκινά κάποια εναλλακτική θεραπεία (βλ. Αντενδείξεις και Κύηση και γαλουχία).

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-LISINOPRIL+HCTZ-GENERICS
expand_more

Οι ακόλουθες αλληλεπιδράσεις έχουν αναφερθεί για τα Lisinopril+Hydrochlorothiazide / Generics 20 mg/ 12,5 mg δισκία, για άλλους αναστολείς ΜΕΑ ή για προϊόντα που περιέχουν υδροχλωροθειαζίδη.

Λισινοπρίλη

  • Διουρητικά Όταν προστίθεται ένα διουρητικό στη θεραπεία ασθενή που λαμβάνει λισινοπρίλη, η αντιυπερτασική δράση είναι συνήθως αθροιστική. Ασθενείς οι οποίοι βρίσκονται ήδη σε θεραπεία με διουρητικά και κυρίως εκείνοι στους οποίους η έναρξη των διουρητικών είναι πρόσφατη, μπορεί να παρουσιάσουν περιστασιακά μεγάλη μείωση της αρτηριακής πίεσης όταν προστίθεται λισινοπρίλη. Η πιθανότητα συμπτωματικής υπότασης με τη λισινοπρίλη είναι δυνατόν να ελαχιστοποιηθεί με τη διακοπή του διουρητικού πριν την έναρξη της θεραπείας με λισινοπρίλη (βλ. (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)).
  • Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) συμπεριλαμβανομένου ακετυλοσαλικυλικού οξέος Η χρόνια χορήγηση ΜΣΑΦ (συμπεριλαμβανομένων εκλεκτικών αναστολέων της κυκλοξυγενάσης-2) μπορεί να ελαττώσει την αντιϋπερτασική δράση ενός αναστολέα ΜΕΑ. Τα ΜΣΑΦ και οι αναστολείς ΜΕΑ ασκούν αθροιστική επίδραση στην αύξηση του καλίου του ορού και μπορεί να οδηγήσουν σε επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας. Αυτές οι επιδράσεις είναι συνήθως αναστρέψιμες. Σπάνια μπορεί να παρουσιαστεί οξεία νεφρική ανεπάρκεια, ειδικά σε ασθενείς με κατεσταλμένη νεφρική λειτουργία όπως οι ηλικιωμένοι ή αφυδατωμένοι ασθενείς.
  • Άλλα αντιυπερτασικά Η ταυτόχρονη χρήση αυτών των παραγόντων μπορεί να αυξήσει την υποτασική επίδραση του συνδυασμού λισινοπρίλης-υδροχλωροθειαζίδης. Η συγχορήγηση γλυκερίνης τρινιτρικής και άλλων νιτρωδών ή άλλων αγγειοδιασταλτικών, μπορεί να ελαττώσει περαιτέρω την αρτηριακή πίεση.
  • Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά/ αντιψυχωσικά/ αναισθητικά Η ταυτόχρονη χρήση συγκεκριμένων αναισθητικών φαρμάκων, τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών και αντιψυχωσικών με αναστολείς ΜΕΑ μπορεί να προκαλέσει περαιτέρω ελάττωση της αρτηριακής πίεσης (βλ. (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)).
  • Χρυσός Σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ έχουν αναφερθεί συχνότερα αντιδράσεις τύπου λήψης νιτρωδών (συμπτώματα αγγειοδιαστολής συμπεριλαμβανομένων της έξαψης, ναυτίας, ζαλάδας και υπότασης, που μπορεί να είναι πολύ σοβαρά) όταν ακολουθούνται από ενέσιμο χρυσό (για παράδειγμα χρυσοθειομηλεϊνικό νάτριο).
  • Συμπαθομιμητικά Τα συμπαθομιμητικά μπορεί να μειώσουν την αντιυπερτασική δράση των αναστολέων ΜΕΑ. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
  • Αντιδιαβητικά Από επιδημιολογικές μελέτες υπάρχουν ενδείξεις ότι η ταυτόχρονη χορήγηση αναστολέων ΜΕΑ και αντιδιαβητικών φαρμάκων (ινσουλίνες, από του στόματος υπογλυκαιμικοί παράγοντες) μπορεί να προκαλέσουν αύξηση του φαινομένου ελάττωσης της γλυκόζης αίματος με κίνδυνο υπογλυκαιμίας. Αυτό το φαινόμενο φαίνεται να είναι πιο πιθανό να παρουσιασθεί κατά τις πρώτες εβδομάδες της συνδυασμένης θεραπείας και σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
  • Νιτρώδη, ακετυλοσαλικυλικό οξύ, θρομβολυτικά και/ή βήτα αποκλειστές. Η λισινοπρίλη μπορεί να χρησιμοποιηθεί ταυτόχρονα με ακετυλοσαλικυλικό οξύ (σε καρδιολογικές δόσεις), θρομβολυτικά, βήτα αποκλειστές και/ ή νιτρώδη.
  • Αλλοπουρινόλη Η συγχορήγηση αναστολέων ΜΕΑ και αλλοπουρινόλης αυξάνει τον κίνδυνο νεφρικής βλάβης και μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο λευκοπενίας.
  • Κυκλοσπορίνη Η συγχορήγηση αναστολέων ΜΕΑ και κυκλοσπορίνης αυξάνει τον κίνδυνο νεφρικής βλάβης και υπερκαλιαιμίας.
  • Λοβαστατίνη Η συγχορήγηση αναστολέων ΜΕΑ και λοβαστατίνης αυξάνει τον κίνδυνο υπερκαλιαιμίας.
  • Αιμοκάθαρση Ο συνδυασμός λισινοπρίλης-υδροχλωροθειαζίδης δεν ενδείκνυται σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση καθώς έχει αναφερθεί υψηλή συχνότητα αναφυλακτοειδών αντιδράσεων σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση με μεμβράνες υψηλής διαπερατότητας και συγχρόνως λαμβάνουν θεραπεία με αναστολέα ΜΕΑ. Αυτός ο συνδυασμός πρέπει να αποφεύγεται.
  • Προκαϊναμίδη, κυτταροστατικοί ή ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες Η συγχορήγηση με αναστολείς ΜΕΑ μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο λευκοπενίας (βλ. (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)).

Υδροχλωροθειαζίδη

  • Αμφοτερικίνη Β (παρεντερικά), καρβενοξολόνη, κορτικοστεροειδή, κορτικοτροπίνη (ACTH) ή καθαρτικά διεγείροντα την εντερική κινητικότητα Η υδροχλωροθειαζίδη μπορεί να εντείνει τη διαταραχή του ισοζυγίου των ηλεκτρολυτών και κυρίως την υποκαλιαιμία.
  • Άλατα ασβεστίου Μπορεί να παρουσιασθούν αυξημένα επίπεδα ασβεστίου στον ορό ως αποτέλεσμα μειωμένης απέκκρισης κατά τη συγχορήγηση με θειαζιδικά διουρητικά.
  • Καρδιακές γλυκοσίδες Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος τοξικότητας από δακτυλίτιδα συνδεόμενος με υποκαλιαιμία που προκαλείται από θειαζίδη.
  • Χολεστυραμίνη και χολεστιπόλη Αυτοί οι παράγοντες μπορεί να επιβραδύνουν ή να ελαττώσουν την απορρόφηση της υδροχλωροθειαζίδης. Γι’ αυτό το λόγο τα σουλφοναμιδικά διουρητικά πρέπει να λαμβάνονται τουλάχιστον μια ώρα πριν ή τέσσερις έως έξι ώρες μετά από τη λήψη αυτών των παραγόντων.
  • Μη αποπολωτικά μυοχαλαρωτικά (π.χ. tubocurarine chloride) Η επίδραση αυτών των φαρμάκων μπορεί να ενισχυθεί από την υδροχλωροθειαζίδη.
  • Φάρμακα που προκαλούν κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (torsades de pointes) Λόγω του κινδύνου υποκαλιαιμίας, απαιτείται προσοχή εάν η υδροχλωροθειαζίδη χορηγηθεί ταυτόχρονα με φάρμακα που προκαλούν κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου, π.χ. κάποια αντιαρρυθμικά, κάποια αντιψυχωσικά και άλλα φάρμακα που είναι γνωστό ότι προκαλούν κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου.
  • Σοταλόλη Η προκαλούμενη από τη θειαζίδη υποκαλιαιμία μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο αρρυθμιών που προκαλούνται από τη σοταλόλη.

Λισινοπρίλη/ Υδροχλωροθειαζίδη

  • Συμπληρώματα καλίου, καλιοσυντηρητικά διουρητικά ή υποκατάστατα άλατος περιέχοντα κάλιο H καλιοαπεκκριτική δράση των θειαζιδικών διουρητικών, συνήθως μειώνεται από την καλιοσυντηρητική δράση της λισινοπρίλης. H χρήση συμπληρωμάτων καλίου, καλιοσυντηρητικών παραγόντων ή υποκατάστατων άλατος που περιέχουν κάλιο, ιδιαίτερα σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία ή σακχαρώδη διαβήτη μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική αύξηση του καλίου του ορού. Eάν θεωρείται απαραίτητη η ταυτόχρονη χορήγηση του συνδυασμού λισινοπρίλης-υδροχλωροθειαζίδης και κάποιου από αυτούς τους παράγοντες, οι παράγοντες αυτοί θα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή και με συχνή παρακολούθηση των επιπέδων καλίου στον ορό (βλ. (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)). Παρότι σε κλινικές μελέτες με αναστολείς ΜΕΑ το κάλιο του ορού παρέμενε συνήθως εντός φυσιολογικών ορίων, σε μερικούς ασθενείς παρουσιάστηκε υπερκαλιαιμία. Εάν η λισινοπρίλη χορηγηθεί με καλιουρητικό διουρητικό η προκαλούμενη από το διουρητικό υποκαλιαιμία μπορεί να βελτιωθεί.
  • Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (ΣΡΑΑ) με αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτασίνης, αναστολείς ΜΕΑ, ή άμεσους αναστολείς ρενίνης (όπως η αλισκιρένη) συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο υπότασης, συγκοπής, υπερκαλιαιμίας και με αλλαγές στη νεφρική λειτουργία (συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας) συγκριτικά με τη μονοθεραπεία. Θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά η αρτηριακή πίεση, η νεφρική λειτουργία και οι ηλεκτρολύτες σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με λισινοπρίλη και με άλλους παράγοντες που επηρεάζουν το ΣΡΑΑ. Η αλισκιρένη δεν πρέπει να συγχορηγείται με τη λισινοπρίλη σε ασθενείς με διαβήτη. Η χρήση αλισκιρένης με λισινοπρίλη θα πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (GFR < 60 ml/min/1,73m²) (βλ. (βλ. Αντενδείξεις)).
  • Λίθιο Έχουν αναφερθεί αναστρέψιμες αυξήσεις στις συγκεντρώσεις λιθίου στον ορό και τοξικότητα κατά την συγχορήγηση λιθίου και αναστολέων ΜΕΑ. Τα διουρητικά με τους αναστολείς του ΜΕΑ μειώνουν τη νεφρική κάθαρση του λιθίου και επιφέρουν υψηλό κίνδυνο τοξικότητας από το λίθιο. Η ταυτόχρονη χορήγηση λιθίου και συνδυασμού λισινοπρίλης-υδροχλωροθειαζίδης συνεπώς δεν συνιστάται, αλλά αν η συγχορήγηση αποδειχθεί απαραίτητη, τα επίπεδα του λιθίου του ορού πρέπει να παρακολουθούνται συχνά (βλ. (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)).
  • Τριμεθοπρίμη Η ταυτόχρονη χορήγηση αναστολέων ΜΕΑ και θειαζιδών με τριμεθοπρίμη αυξάνει τον κίνδυνο υπερκαλιαιμίας.
  • Οινόπνευμα Η ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών μπορεί να μειωθεί κατά την ταυτόχρονη χρήση με οινόπνευμα.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-LISINOPRIL+HCTZ-GENERICS
expand_more

Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν παρατηρηθεί και αναφερθεί κατά τη θεραπεία με Lisinopril+Hydrochlorothiazide / Generics 20 mg/ 12,5 mg δισκία με τις ακόλουθες συχνότητες: Πολύ συχνές (>1/10), συχνές (>1/100, < 1/10), Όχι συχνές (>1/1000, < 1/100), σπάνιες (>1/10000, < 1/1000), πολύ σπάνιες (<1/10000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν από τα διαθέσιμα δεδομένα) περιλαμβανομένων μεμονωμένων αναφορών. Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι βήχας, ζάλη, υπόταση και κεφαλαλγία που μπορεί να συμβούν σε 1 έως 10% των ασθενών που λαμβάνουν τη θεραπεία. Σε κλινικές μελέτες οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν συνήθως ήπιες και παροδικές και στις περισσότερες περιπτώσεις δε χρειάσθηκε διακοπή της θεραπείας.

Λισινοπρίλη

  • Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Σπάνιες: Μείωση της αιμοσφαιρίνης, μείωση του αιματοκρίτη Πολύ σπάνιες: Καταστολή του μυελού των οστών, αναιμία, θρομβοπενία, λευκοπενία, ουδετεροπενία, ακοκκιοκυτταραιμία (βλ. (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)), αιμολυτική αναιμία, λεμφαδενοπάθεια, αυτοάνοση νόσος.
  • Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος Σπάνιες: Σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH)
  • Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Όχι συχνές: Ουρική αρθρίτιδα Πολύ σπάνιες: υπογλυκαιμία
  • Διαταραχές του νευρικού συστήματος και ψυχιατρικές διαταραχές Συχνές: Ζάλη, η οποία γενικά αποκρίθηκε σε μείωση της δόσης και σπάνια χρειάστηκε διακοπή της θεραπείας, κεφαλαλγία, κόπωση, συγκοπή. Όχι συχνές: Παραισθησία, εξασθένηση, ίλιγγος, διαταραχές γεύσης, διαταραχές του ύπνου, μεταβολές διάθεσης Σπάνιες: διανοητική σύγχυση Μη γνωστές: συμπτώματα κατάθλιψης
  • Καρδιακές και αγγειακές διαταραχές Συχνές: ορθοστατικές δράσεις (συμπεριλαμβανομένης ορθοστατικής υπότασης) Όχι συχνές: Έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, πιθανότατα δευτερογενή λόγω της σοβαρής υπότασης σε ασθενείς υψηλού κινδύνου (βλ. (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)), αίσθημα παλμών, θωρακικό άλγος, μυικοί σπασμοί και μυική αδυναμία, ταχυκαρδία, σύνδρομο Raynaud’s Μη γνωστές: εξάψεις
  • Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου Συχνές: Ξηρός και επίμονος βήχας, (βλ. (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)), που εξαφανίζεται μετά τη διακοπή της θεραπείας. Όχι συχνές: ρινίτιδα Πολύ σπάνιες: βρογχόσπασμος, παραρρινοκολπίτιδα, αλλεργική, κυψελιδίτιδα / ηωσινοφιλική πνευμονία
  • Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος Συχνές: διάρροια, έμετος Όχι συχνές: ναυτία, δυσπεψία, παγκρεατίτιδα, κοιλιακό άλγος, ξηροστομία. Πολύ σπάνιες: εντερικό αγγειοοίδημα
  • Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Όχι συχνές: αυξημένα ηπατικά ένζυμα και χολερυθρίνη Πολύ σπάνιες: ηπατίτιδα - είτε ηπατοκυτταρική είτε χολοστατική, ίκτερος, ηπατική ανεπάρκεια (βλ. (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις))*
  • Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Όχι συχνές: εξάνθημα, κνησμός Σπάνιες: υπερευαισθησία/αγγειονευρωτικό οίδημα: αγγειονευρωτικό οίδημα του προσώπου, των άκρων, των χειλέων, της γλώσσας, της γλωττίδας, και/ή του λάρυγγα (βλ. (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)), κνίδωση, αλωπεκία, ψωρίαση Πολύ σπάνιες: διαφόρεση, πέμφιγα, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, σύνδρομο Stevens-Johnson, πολύμορφο ερύθημα, δερματικό ψευδολέμφωμα **
  • Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Συχνές: νεφρική δυσλειτουργία Σπάνιες: ουραιμία, οξεία νεφρική ανεπάρκεια Πολύ σπάνιες: ολιγουρία/ ανουρία
  • Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Όχι συχνές: ανικανότητα Σπάνιες: γυναικομαστία
  • Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Όχι συχνές: εξασθένηση, κόπωση
  • Παρακλινικές εξετάσεις Όχι συχνές: αυξήσεις στην ουρία αίματος, αυξήσεις στην κρεατινίνη ορού, υπερκαλιαιμία Σπάνιες: υπονατριαιμία,
  • Άλλες Σπάνιες: Σύμπλεγμα συμπτωμάτων που αποτελείται από ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα: πυρετός, αγγειίτιδα, μυαλγίες, αρθραλγίες ή αρθρίτιδα, θετικός έλεγχος ΑΝΑ, αυξημένες τιμές ΤΚΕ, ηωσινοφιλία, λευκοκυττάρωση, εξάνθημα, φωτοευαισθησία ή άλλες δερματολογικές εκδηλώσεις.
  • Ευρήματα σε εργαστηριακές εξετάσεις Οι μεταβολές στις εργαστηριακές τιμές σπάνια ήταν κλινικής σημασίας. Περιστασιακά παρατηρήθηκαν υπεργλυκαιμία, υπερουριχαιμία και υπερκαλιαιμία ή υποκαλιαιμία. Σε ασθενείς χωρίς προϋπάρχουσα νεφρική ανεπάρκεια παρατηρούνται συνήθως ήπιες και προσωρινές αυξήσεις της ουρίας αίματος και της κρεατινίνης ορού. Εάν αυτές οι αυξήσεις επιμένουν, παρέρχονται γενικά όταν διακοπεί η θεραπεία. Έχει αναφερθεί καταστολή του μυελού των οστών, που εκδηλώνεται ως αναιμία, και/ ή θρομβοπενία και /ή λευκοπενία. Σπανίως έχει αναφερθεί ακοκκιοκυτταραιμία, αν και δεν έχει τεκμηριωθεί αιτιακή συσχέτιση. Έχει αναφερθεί συχνά μικρή πτώση της αιμοσφαιρίνης και του αιματοκρίτη σε υπερτασικούς ασθενείς που ελάμβαναν Lisinopril+Hydrochlorothiazide / Generics 20 mg/ 12,5 mg δισκία, αλλά σπάνια ήταν κλινικής σημασίας εκτός αν υπήρχε ταυτόχρονα και άλλο αίτιο αναιμίας. Σπάνια παρατηρείται αύξηση των ηπατικών ενζύμων και /ή της χολερυθρίνης ορού, αλλά δεν έχει τεκμηριωθεί αιτιακή συσχέτιση με το Lisinopril+Hydrochlorothiazide / Generics 20 mg/ 12,5 mg δισκία. Σπάνια έχει αναφερθεί αιμολυτική αναιμία.
    • Πολύ σπάνια έχει αναφερθεί ηπατίτιδα, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε ηπατική ανεπάρκεια. Οι ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν συνδυασμό λισινοπρίλης-υδροχλωροθειαζίδης και εκδηλώνουν ίκτερο ή σημαντική αύξηση των ηπατικών ενζύμων πρέπει να διακόψουν το συνδυασμό λισινοπρίλης-υδροχλωροθειαζίδης και να λάβουν την κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση. ** Έχει αναφερθεί ένα σύμπλεγμα συμπτωμάτων το οποίο περιλαμβάνει ένα ή και περισσότερα από τα ακόλουθα συμπτώματα: πυρετός, αγγειίτιδα, μυαλγία, αρθραλγία/αρθρίτιδα, θετικούς τίτλους αντιπυρηνικών αντισωμάτων (ΑΝΑ), αυξημένη ταχύτητα καθίζησης ερυθρών αιμοσφαιρίων (ΤΚΕ), ηωσινοφιλία και λευκοκυττάρωση, εξάνθημα, φωτοευαισθησία ή άλλες δερματολογικές εκδηλώσεις.

Ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί για κάθε συστατικό ξεχωριστά:

  • Υδροχλωροθειαζίδη (συχνότητες με γνωστές): Λοιμώξεις και παρασιτώσεις: Σιελαδενίτιδα Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος: Λευκοπενία, ουδετεροπενία / ακοκκιοκυτταραιμία, θρομβοπενία, απλαστική αναιμία, αιμολυτική αναιμία, καταστολή μυελού των οστών. Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης: Ανορεξία, υπεργλυκαιμία, γλυκοζουρία, υπερουριχαιμία, διαταραχή ισοζυγίου ηλεκτρολυτών (περιλαμβανομένης υπονατριαιμίας, υποκαλιαιμίας, υποχλωραιμικής αλκάλωσης και υπομαγνησιαιμίας), αυξήσεις της χοληστερόλης και των τριγλυκεριδίων, ουρική αρθρίτιδα. Ψυχιατρικές διαταραχές: Ανησυχία, κατάθλιψη, διαταραχές ύπνου. Διαταραχές νευρικού συστήματος: Απώλεια όρεξης, παραισθησία, καρηβαρία. Οφθαλμικές διαταραχές: Ξανθοψία, παροδικό θάμβος όρασης. Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου: Ίλιγγος Καρδιακές διαταραχές: Ορθοστατική υπόταση, καρδιακές αρρυθμίες Αγγειακές διαταραχές: Νεκρωτική αγγειίτιδα (αγγειίτιδα, δερματική αγγειίτιδα) Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου: Αναπνευστική δυσχέρεια (περιλαμβανομένης πνευμονίτιδας, και πνευμονικού οιδήματος) Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος: Ερεθισμός του στομάχου, διάρροια, δυσκοιλιότητα, παγκρεατίτιδα Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων: Ίκτερος (ενδοηπατικός χολοστατικός ίκτερος) Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού: Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας, εξάνθημα, αντιδράσεις τύπου δερματικού ερυθηματώδους λύκου, επανενεργοποίηση δερματικού ερυθηματώδους λύκου, κνίδωση, αναφυλακτικές αντιδράσεις, τοξική επιδερμική νεκρόλυση. Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος, του συνδετικού ιστού και των οστών: Μυϊκός σπασμός, μυική αδυναμία Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών: Νεφρική δυσλειτουργία, διάμεσος νεφρίτιδα Γενικές διαταραχές: Πυρετός, αδυναμία
  • Λισινοπρίλη και άλλοι αναστολείς ΜΕΑ Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος: Σπάνιες: Ελάττωση αιμοσφαιρίνης, μείωση αιματοκρίτη. Πολύ σπάνιες: Καταστολή μυελού των οστών, αναιμία, θρομβοπενία, λευκοπενία, ουδετεροπενία, ακοκκιοκυτταραιμία (βλ. (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)), αιμολυτική αναιμία, λεμφαδενοπάθεια, αυτοάνοση νόσος. Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης: Πολύ σπάνιες: Υπογλυκαιμία. Διαταραχές του νευρικού συστήματος και ψυχιατρικές διαταραχές: Συχνές: Ζάλη, κεφαλαλγία. Όχι συχνές: Μεταβολές διάθεσης, παραισθησία, ίλιγγος, διαταραχές γεύσης, διαταραχές ύπνου. Σπάνιες: Νοητική σύγχυση. Καρδιακές και αγγειακές διαταραχές: Συχνές: Ορθοστατικές επιδράσεις (περιλαμβανομένης υπότασης) Όχι συχνές: Έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, πιθανώς μετά από βαριά υπόταση σε ασθενείς υψηλού κινδύνου (βλ. (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)), αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία, φαινόμενο Raynaud Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου: Συχνές: Βήχας. Όχι συχνές: Ρινίτιδα. Πολύ σπάνιες: Βρογχόσπασμος, παραρρινοκολπίτιδα, αλλεργική κυψελιδίτιδα/ ηωσινοφιλική πνευμονία. Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος: Συχνές: Διάρροια, έμετος. Όχι συχνές: Ναυτία, κοιλιακό άλγος και δυσπεψία. Σπάνιες: Ξηροστομία. Πολύ σπάνιες: Παγκρεατίτιδα, εντερικό αγγειοοίδημα, ηπατίτιδα - είτε ηπατοκυτταρική ή χολοστατική, ίκτερος και ηπατική ανεπάρκεια (βλ. (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)). Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού: Όχι συχνές: Εξάνθημα, κνησμός. Σπάνιες: Υπερευαισθησία/ αγγειοοίδημα: αγγειοοίδημα προσώπου, άκρων, χειλέων, γλώσσας, γλωττίδας και/ή λάρυγγα (βλ. (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)), κνίδωση, αλωπεκία, ψωρίαση. Πολύ σπάνιες: Διαφόρεση, πέμφιγα, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, σύνδρομο Stevens-Johnson, πολύμορφο ερύθημα. Έχει αναφερθεί ένα σύμπλεγμα συμπτωμάτων το οποίο μπορεί να περιλαμβάνει ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα: πυρετός, αγγειίτιδα, μυαλγίες, αρθραλγίες/ αρθρίτιδα, θετικά αντιπυρηνικά αντισώματα (ΑΝΑ), αυξημένη ταχύτητα καθίζησης ερυθρών αιμοσφαιρίων (ΤΚΕ), ηωσινοφιλία και λευκοκυττάρωση, εξάνθημα, φωτοευαισθησία ή άλλες δερματολογικές εκδηλώσεις. Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών: Συχνές: Νεφρική δυσλειτουργία. Σπάνιες: Ουραιμία, οξεία νεφρική ανεπάρκεια. Πολύ σπάνιες: Ολιγουρία/ ανουρία. Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού: Όχι συχνές: Ανικανότητα. Σπάνιες: Γυναικομαστία. Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης: Όχι συχνές: Κόπωση, εξασθένηση. Παρακλινικές εξετάσεις: Όχι συχνές: Αυξήσεις της ουρίας αίματος, αυξήσεις της κρεατινίνης ορού, αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων, υπερκαλιαιμία. Σπάνιες: Αυξήσεις της χολερυθρίνης ορού, υπονατριαιμία. Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς: Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα. Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-LISINOPRIL+HCTZ-GENERICS
expand_more

Κύηση

Aναστολείς ΜΕΑ: Η χρήση αναστολέων ΜΕΑ δεν συνιστάται κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης (βλ. Δοσολογία). Η χρήση αναστολέων ΜΕΑ αντενδείκνυται κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησης (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις). Τα επιδημιολογικά στοιχεία σχετικά με τον κίνδυνο τερατογένεσης έπειτα από έκθεση σε αναστολείς ΜΕΑ κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης δεν οδήγησαν σε σαφή συμπεράσματα. Δεν μπορεί ωστόσο να αποκλεισθεί μία μικρή αύξηση του κινδύνου. Αν δεν θεωρηθεί απαραίτητη η συνέχιση της θεραπείας με αναστολείς ΜΕΑ, οι ασθενείς που προγραμματίζουν κύηση θα πρέπει να μεταβαίνουν σε εναλλακτικές αντιυπερτασικές θεραπευτικές αγωγές με τεκμηριωμένη εικόνα ασφαλείας χρήσης κατά την κύηση.

Σε περίπτωση που διαγνωστεί κύηση, η θεραπεία με τους αναστολείς ΜΕΑ θα πρέπει να διακόπτεται άμεσα και εάν ενδείκνυται, θα πρέπει να ξεκινά κάποια εναλλακτική θεραπεία.

Είναι γνωστό ότι η έκθεση στους αναστολείς ΜΕΑ κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο προκαλεί εμβρυϊκή τοξικότητα στον άνθρωπο (μείωση της νεφρικής λειτουργίας, ολιγοϋδράμνιο, επιβράδυνση οστεοποίησης του κρανίου) και νεογνική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία) (βλ. Προκλινικά δεδομένα).

Εάν η έκθεση σε αναστολέα ΜΕΑ σημειωθεί από το δεύτερο τρίμηνο της κύησης και μετά, συνιστάται να διενεργείται έλεγχος του εμβρύου με υπέρηχους ώστε να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία και το κρανίο. Τα βρέφη των οποίων οι μητέρες έλαβαν αναστολείς ΜΕΑ πρέπει να παρακολουθούνται στενά για υπόταση (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).

Υδροχλωροθειαζίδη: Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία με την υδροχλωροθειαζίδη στη διάρκεια της κύησης, ιδίως στη διάρκεια του πρώτου τριμήνου. Οι μελέτες με πειραματόζωα είναι ανεπαρκείς.

Η υδροχλωροθειαζίδη διαπερνά τον πλακούντα. Βάσει του φαρμακολογικού μηχανισμού δράσης της υδροχλωροθειαζίδης η χρήση της στη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου μπορεί να βλάψει την εμβρυο-πλακουντική αιμάτωση και μπορεί να προκαλέσει εμβρυϊκές και νεογνικές επιδράσεις, όπως ίκτερο, διαταραχή του ισοζυγίου ηλεκτρολυτών και θρομβοκυτταροπενία.

Η υδροχλωροθειαζίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για οίδημα της κύησης, υπέρταση της κύησης ή προεκλαμψία λόγω του κινδύνου μειωμένου όγκου πλάσματος και πλακουντικής υποαιμάτωσης, χωρίς ευεργετική δράση στην πορεία της νόσου.

Η υδροχλωροθειαζίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για την ιδιοπαθή υπέρταση σε έγκυες γυναίκες, με εξαίρεση σπάνιες καταστάσεις στις οποίες δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί άλλη θεραπεία.

Η παρατεταμένη χρήση υδροχλωροθειαζίδης κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου μπορεί να προκαλέσει εμβρυοπλακουντική ισχαιμία και κίνδυνο επιβράδυνσης της ανάπτυξης. Έπειτα από έκθεση κοντά στον τοκετό, παρατηρήθηκαν σπάνια περιστατικά νεογνικής υπογλυκαιμίας και θρομβοπενίας.

Η υδροχλωροθειαζίδη μπορεί να ελαττώσει τον όγκο του πλάσματος καθώς και την ροή του αίματος μεταξύ της μήτρας και του πλακούντα.

Γαλουχία

Aναστολείς ΜΕΑ: Επειδή δεν υπάρχουν πληροφορίες σχετικά με τη χρήση του Lisinopril+Hydrochlorothiazide / Generics 20 mg/ 12,5 mg Δισκία κατά τη διάρκεια της γαλουχίας, το Lisinopril+Hydrochlorothiazide / Generics 20 mg/ 12,5 mg Δισκία δεν συνιστάται και προτιμούνται εναλλακτικές θεραπείες με καλύτερα τεκμηριωμένα προφίλ ασφάλειας κατά τη διάρκεια του θηλασμού, ιδίως κατά το θηλασμό νεογνού ή πρόωρου βρέφους.

Υδροχλωροθειαζίδη: H υδροχλωροθειαζίδη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε μικρές ποσότητες. Οι θειαζίδες σε υψηλές δόσεις που προκαλούν έντονη διούρηση μπορεί να αναστείλουν την παραγωγή γάλακτος. Η χρήση του Lisinopril+Hydrochlorothiazide / Generics 20 mg/ 12,5 mg Δισκία κατά τη διάρκεια του θηλασμού δε συνιστάται. Εάν χρησιμοποιείται Lisinopril+Hydrochlorothiazide / Generics 20 mg/ 12,5 mg Δισκία κατά το θηλασμό, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται οι μικρότερες δυνατές δόσεις.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-LISINOPRIL+HCTZ-GENERICS
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολέας ΜΕΑ (ΜΕΑ: Μετατρεπτικό Ένζυμο Αγγειοτασίνης) και θειαζιδικό διουρητικό, κωδικός ATC: C09B A03

Μηχανισμός δράσης

Και τα δύο συστατικά, η λισινοπρίλη, αναστολέας ΜΕΑ και η υδροχλωροθειαζίδη, διουρητικό, έχουν συμπληρωματικούς μηχανισμούς δράσης, και ασκούν αθροιστική αντιυπερτασική δράση. Το ΜΕΑ καταλύει την μετατροπή της αγγειοτασίνης Ι σε αγγειοτασίνη ΙΙ, η οποία έχει έντονη αγγειοσυσταλτική δράση και διεγείρει την έκκριση αλδοστερόνης. Η αντιυπερτασική δράση της λισινοπρίλης οφείλεται κυρίως στην καταστολή του συστήματος ρενίνης -αγγειοτασίνης -αλδοστερόνης με ελάττωση της συγκεντρώσεως αγγειοτασίνης ΙΙ στο πλάσμα (με αποτέλεσμα μειωμένη αγγειοσυσπαστική δραστηριότητα) και της αλδοστερόνης. Η λισινοπρίλη ασκεί αντιυπερτασική δράση ακόμη και σε ασθενείς με υπέρταση και χαμηλή ρενίνη. Το ΜΕΑ είναι όμοιο με την κινινάση II, ένα ένζυμο που διασπά τη βραδυκινίνη. Παραμένει ασαφές εάν τα αυξημένα επίπεδα βραδυκινίνης (ένας ισχυρός αγγειοδιασταλτικός παράγοντας) παίζουν κάποιο ρόλο στη θεραπευτική δράση της λισινοπρίλης. Η υδροχλωροθειαζίδη είναι θειαζιδικό διουρητικό και αντιυπερτασική ουσία η οποία αυξάνει τη δράση της ρενίνης του πλάσματος. Η υδροχλωροθειαζίδη καταστέλλει τη νεφρική επαναρρόφηση ηλεκτρολυτών στα νεφρικά περιφερικά σωληνάρια και αυξάνει την αποβολή νατρίου, χλωρίου, καλίου, μαγνησίου, διττανθρακικών και ύδατος. Η αποβολή ασβεστίου μπορεί να ελαττωθεί. Η ταυτόχρονη χορήγηση λισινοπρίλης και υδροχλωροθειαζίδης προκαλεί μεγαλύτερη ελάττωση στην πίεση του αίματος απ΄ ότι η μονοθεραπεία. Η λισινοπρίλη κανονικά περιορίζει την απώλεια καλίου που σχετίζεται με την υδροχλωροθειαζίδη. Η επίδραση του σταθερού συνδυασμού λισινοπρίλης και υδροχλωροθειαζίδης στην θνησιμότητα και την καρδιαγγειακή νοσηρότητα είναι προς το παρόν άγνωστη.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-LISINOPRIL+HCTZ-GENERICS
expand_more

Το δισκίο συνδυασμού είναι βιοϊσοδύναμο με τη μονοθεραπεία με καθένα από τα δραστικά συστατικά.

Απορρόφηση

  • Λισινοπρίλη: Περίπου 25% με διαφοροποίηση μεταξύ των ασθενών 6-60% σε όλες τις δόσεις που εξετάσθηκαν (5-80 mg). Η απορρόφηση της λισινοπρίλης δεν επηρεάζεται από την τροφή. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό επιτυγχάνονται εντός 6-8 ωρών. Η επίδραση στην πίεση του αίματος παρατηρήθηκε μετά από 1-2 ώρες. Η μέγιστη επίδραση επιτυγχάνεται μετά από 6 ώρες και διαρκεί τουλάχιστον 24 ώρες.
  • Υδροχλωροθειαζίδη: Η διουρητική δράση παρατηρείται εντός 2 ωρών. Η μέγιστη δράση επιτυγχάνεται μετά από 4 ώρες. Η κλινικώς παρατηρούμενη δράση διαρκεί 6-12 ώρες.

Κατανομή

  • Σύνδεση με πρωτεΐνες: Η λισινοπρίλη δεν συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος εκτός από το ΜΕΑ. Ο ελαττωμένος όγκος κατανομής μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερες συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε γηραιότερους ασθενείς σε σχέση με νεότερους ασθενείς.

Ημιπερίοδος ζωής

  • Λισινοπρίλη: Μετά από πολλαπλές δόσεις, 12 ώρες.
  • Υδροχλωροθειαζίδη: 5½ - 15 ώρες.

Μεταβολισμός/απομάκρυνση

Και τα δύο δραστικά συστατικά απομακρύνονται αναλλοίωτα από τους νεφρούς. Περίπου το 60% της από του στόματος χορηγούμενης υδροχλωροθειαζίδης απεκκρίνεται εντός 24 ωρών.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

5.6 and 14.8 hours
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

67.9%
DrugBank

Βιοδιαθεσιμότητα

50-60%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά
DrugBank
science

Scientific Profile

CID
3639
Μοριακός τύπος
C7H8ClN3O4S2
Μοριακό βάρος
297.7
IUPAC
6-chloro-1,1-dioxo-3,4-dihydro-2H-1lambda6,2,4-benzothiadiazine-7-sulfonamide
InChIKey
JZUFKLXOESDKRF-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ· (ειδικά ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ, ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ)· Β-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΑΔΡΕΝΑΛΙΝΗΣ· Α-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΑΔΡΕΝΑΛΙΝΗΣ· ΑΝΑστολείς ΜΕΤΑΤΡΟΠΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΑΝΣΙΝΗΣ· ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΔΙΕΞΟΔΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ· ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ· και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.

Παράγοντες που προάγουν την απέκκριση ούρων μέσω των επιδράσεών τους στη νεφρική λειτουργία.

Παράγοντες που αναστέλλουν τους ΣΥΜΜΕΤΑΦΟΡΕΙΣ ΝΑΤΡΙΟΥ-ΧΛΩΡΙΟΥ. Δρουν ως ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ. Η υπερβολική χρήση σχετίζεται με ΥΠΟΚΑΛΑΙΜΙΑ.

Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης

📋 Καρδιακή Ανεπάρκεια Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Καρδιαγγειακών Νοσημάτων
🧮 Εργαλείο

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ AHF-Diuretic C03AA03
    Οξεία ΚΑ — Διουρητικά (συμφόρηση/υπερφόρτωση)
    Οξεία ΚΑ με σημεία/συμπτώματα υπερφόρτωσης υγρών
    Δοσολογία: Συνδυασμός · Σε αντιστάσιμο οίδημα
📋 Αρτηριακή Υπέρταση Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Εργασίας Καρδιαγγειακών Νοσημάτων
🧮 Εργαλείο

Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (Θειαζιδικά / θειαζιδικού τύπου διουρητικά (1η γραμμή)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.