RALOXIFENE
Ραλοξιφαίνη
### Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: **Εκλεκτικός Ρυθμιστής των Οιστρογονικών Υποδοχέων** ATC κωδικός: G03X C01.
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: ημερησίως
- Δόση έναρξης: ένα δισκίο ημερησίως
-
Ηλικιωμένες γυναίκεςΔεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας.
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΔεν πρέπει να χορηγείται (βλ. Αντενδείξεις).
-
Ασθενείς με μέτρια και ήπια νεφρική δυσλειτουργίαΠρέπει να χορηγείται με προσοχή.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔεν πρέπει να χορηγείται (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά ανεξαρτήτως ηλικίας. Δεν υπάρχει ενδεδειγμένη χρήση.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Γυναίκες που μπορούν να τεκνοποιήσουνΠληθυσμόςγυναίκες που μπορούν να τεκνοποιήσουν
-
Ενεργό ή προηγούμενο ιστορικό φλεβικών θρομβοεμβολικών επεισοδίων (VTE), περιλαμβανομένων των εν τω βάθει φλεβικών θρομβώσεων, πνευμονικής εμβολής και θρόμβωσης των αμφιβληστροειδικών φλεβών
-
Ηπατική ανεπάρκεια συμπεριλαμβανομένης της χολόστασης
-
Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια
-
Ανεξήγητη αιμορραγία από τη μήτρα
-
Σημεία ή συμπτώματα καρκίνου ενδομητρίουΠληθυσμόςασθενείς με σημεία ή συμπτώματα καρκίνου ενδομητρίου
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Φλεβικά θρομβοεμβολικά επεισόδιαΠληθυσμόςασθενείς με κίνδυνο για φλεβικά θρομβοεμβολικά επεισόδια οποιασδήποτε αιτιολογίαςΤο Ραλοξιφαίνη πρέπει να διακόπτεται σε περίπτωση νόσου ή κατάστασης η οποία οδηγεί σε παρατεταμένο διάστημα ακινησίας. Διακοπή της αγωγής πρέπει να εφαρμόζεται αμέσως στην περίπτωση της παραπάνω κατάστασης, ή 3 ημέρες πριν συμβεί η ακινησία. Η θεραπεία δεν πρέπει να ξεκινά εκ νέου παρά μόνον εάν η αρχική κατάσταση έχει αποδράμει και η ασθενής έχει πλήρως κινητοποιηθεί.
-
Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιοΠληθυσμόςμετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με ιστορικό αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή με άλλους σημαντικούς παράγοντες κινδύνου για αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, όπως παροδική ισχαιμική προσβολή ή κολπική μαρμαρυγήΤο εύρημα αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, όταν συνταγογραφείται η ραλοξιφαίνη.
-
Αιμορραγία από τη μήτραΚάθε αιμορραγία από τη μήτρα κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Ραλοξιφαίνη είναι μη αναμενόμενη και θα πρέπει να διερευνάται πλήρως από ειδικευμένο ιατρό.
-
Ηπατική ανεπάρκειαΠληθυσμόςασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια (με κίρρωση ήπατος και ελαφρά ηπατική ανεπάρκεια (κατηγορίας Α κατά Child-Pugh))Το Ραλοξιφαίνη δεν συνιστάται να λαμβάνεται.
-
Υπερ-τριγλυκεριδαιμίαΠληθυσμόςασθενείς με ιστορικό υπερ-τριγλυκεριδαιμίας (>5,6 mmol/l) προκαλούμενη από τη λήψη οιστρογόνων από του στόματοςτα επίπεδα τριγλυκεριδίων στον ορό θα πρέπει να ελέγχονται κατά την διάρκεια της αγωγής με ραλοξιφαίνη.
-
Καρκίνος του μαστούΠληθυσμόςασθενείς με καρκίνο του μαστούΤο Ραλοξιφαίνη θα πρέπει να χορηγείται, για την πρόληψη και τη θεραπεία της οστεοπόρωσης, μόνο μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας του καρκίνου του μαστού, περιλαμβανομένης και της επικουρικής θεραπείας.
-
Συγχορήγηση με οιστρογόναΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν οιστρογόνα χορηγούμενα συστηματικάΗ συγχορήγηση αυτή δεν συνιστάται.
-
Συμπτώματα εμμηνόπαυσηςΤο Ραλοξιφαίνη δεν επιδρά στην μείωση της αγγειοδιαστολής (εξάψεις), ή άλλων συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης που σχετίζονται με την έλλειψη οιστρογόνων.
-
Λακτόζη (έκδοχα)Πληθυσμόςασθενείς με σπάνιες κληρονομικές διαταραχές όπως η δυσανεξία της γαλακτόζης, η ανεπάρκεια της λακτάσης ή η δυσαπορρόφηση της γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αντιόξινα (ανθρακικό ασβέστιο, υδροξείδιο μαγνησίου και αργιλίου)παρακολούθησηΔεν επηρεάζεται η συστηματική λήψη της ραλοξιφαίνης
-
Βαρφαρίνη ή άλλα παράγωγα κουμαρίνηςπροσοχήΜικρές μειώσεις στο χρόνο προθρομβίνηςΣύστασηΟ χρόνος προθρομβίνης πρέπει να παρακολουθείται
-
ΜεθυλοπρεδνιζολόνηπαρακολούθησηΔεν επιδρά στις φαρμακοκινητικές ιδιότητες
-
παρακολούθησηΔεν επηρεάζεται η AUC, Cmax αυξήθηκε κατά λιγότερο από 5%
-
παρακολούθησηΜη κλινικά σχετικά ευρήματα στην συγκέντρωση της ραλοξιφαίνης στο πλάσμα
-
παρακολούθησηΜη κλινικά σχετικά ευρήματα στην συγκέντρωση της ραλοξιφαίνης στο πλάσμα
-
Από του στόματος αντιβιοτικάπαρακολούθησηΜη κλινικά σχετικά ευρήματα στην συγκέντρωση της ραλοξιφαίνης στο πλάσμα
-
H1 ανταγωνιστέςπαρακολούθησηΜη κλινικά σχετικά ευρήματα στην συγκέντρωση της ραλοξιφαίνης στο πλάσμα
-
H2 ανταγωνιστέςπαρακολούθησηΜη κλινικά σχετικά ευρήματα στην συγκέντρωση της ραλοξιφαίνης στο πλάσμα
-
ΒενζοδιαζεπίνεςπαρακολούθησηΜη κλινικά σχετικά ευρήματα στην συγκέντρωση της ραλοξιφαίνης στο πλάσμα
-
Ενδοκολπικά σκευάσματα οιστρογόνωνπαρακολούθησηΣυγχορήγηση ανεκτή
-
Βαρφαρίνη (πρωτεϊνική δέσμευση)παρακολούθησηΔεν επιδρά στην πρωτεϊνική δέσμευση
-
Φαινυτοΐνη (πρωτεϊνική δέσμευση)παρακολούθησηΔεν επιδρά στην πρωτεϊνική δέσμευση
-
Ταμοξιφαίνη (πρωτεϊνική δέσμευση)παρακολούθησηΔεν επιδρά στην πρωτεϊνική δέσμευση
-
Χολεστυραμίνη (ή άλλες ρετίνες-ανταλλαγής ιόντων)αντένδειξηΕλαττώνει σημαντικά την απορρόφηση και τον εντεροηπατικό κύκλο της ραλοξιφαίνηςΣύστασηΔεν πρέπει να συγχορηγείται
-
παρακολούθησηΕλάττωση μέγιστων συγκεντρώσεων ραλοξιφαίνης, αλλά δεν επηρεάζεται η συνολική απορρόφηση και ο ρυθμός απομάκρυνσηςΣύστασηΜπορεί να συγχορηγείται
-
Ορμόνες συνδεδεμένες με σφαιρίνες (SHBG, TBG, CBG)παρακολούθησηΕλάχιστη αύξηση συγκεντρώσεων, χωρίς επίδραση στις ελεύθερες ορμόνες
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Θρομβοπενία
- Κεφαλαλγία, περιλαμβανομένης και της ημικρανίας
- Θανατηφόρο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
- Αγγειοδιαστολή
- Εξάψεις
- Αρτηριακό θρομβοεμβολικό επεισόδιο
- Φλεβικά θρομβοεμβολικά επεισόδια, συμπεριλαμβανομένων των εν τω βάθει φλεβικών θρομβώσεων, πνευμονική εμβολή, θρόμβωση αμφιβληστροειδικής φλέβας επιπολής θρομβοφλεβίτιδα
- γαστρεντερικά συμπτώματα όπως ναυτία, έμετος, κοιλιακό άλγος, δυσπεψία
- Εξάνθημα
- Κράμπες κάτω άκρων
- Ήπια συμπτώματα από το μαστό όπως πόνο, πρήξιμο και ευαισθησία
- Συμπτώματα γρίπης
- Περιφερικό οίδημα
- Aυξημένη αρτηριακή πίεση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςAυξημένη αρτηριακή πίεσηΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Πολύ συχνέςΑγγειοδιαστολήΑγγειακές
-
Πολύ συχνέςΕξάψειςΑγγειακές
-
Πολύ συχνέςΣυμπτώματα γρίπηςΓενικές
-
Πολύ συχνέςγαστρεντερικά συμπτώματα όπως ναυτία, έμετος, κοιλιακό άλγος, δυσπεψίαΓαστρενετερικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΉπια συμπτώματα από το μαστό όπως πόνο, πρήξιμο και ευαισθησίαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγία, περιλαμβανομένης και της ημικρανίαςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΚράμπες κάτω άκρωνΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΑρτηριακό θρομβοεμβολικό επεισόδιοΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΘανατηφόρο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιοΝευρικό
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΦλεβικά θρομβοεμβολικά επεισόδια, συμπεριλαμβανομένων των εν τω βάθει φλεβικών θρομβώσεων, πνευμονική εμβολή, θρόμβωση αμφιβληστροειδικής φλέβας επιπολής θρομβοφλεβίτιδαΑγγειακές διαταραχές
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΤο Ραλοξιφαίνη προορίζεται για χρήση μόνο σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Το Ραλοξιφαίνη δεν πρέπει να λαμβάνεται από γυναίκες που μπορούν να τεκνοποιήσουν. Η ραλοξιφαίνη ενδέχεται να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο όταν χορηγείται σε έγκυο γυναίκα. Εάν το φαρμακευτικό αυτό προϊόν χρησιμοποιηθεί κατά λάθος κατά τη διάρκεια της κύησης ή η ασθενής συλλάβει ενώ λαμβάνει αυτό, η ασθενής πρέπει να ενημερωθεί για τις δυνητικές βλάβες στο έμβρυο.
-
ΓαλουχίαΔεν ενδείκνυται σε θηλάζουσες γυναίκες.Δεν είναι γνωστό εάν η ραλοξιφαίνη/οι μεταβολίτες της ραλοξιφαίνης απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος στα νεογνά/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Το Ραλοξιφαίνη ενδέχεται να επιδράσει στην ανάπτυξη του βρέφους.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Εκλεκτικός Ρυθμιστής των Οιστρογονικών Υποδοχέων ATC κωδικός: G03X C01.
Μηχανισμός δράσης και Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Ως ένας εκλεκτικός ρυθμιστής των οιστρογονικών υποδοχέων (SERM), η ραλοξιφαίνη έχει δράση είτε εκλεκτικού αγωνιστού είτε εκλεκτικού ανταγωνιστού στους ιστούς που ανταποκρίνονται στα οιστρογόνα. Δρα ως ένας αγωνιστής στα οστά και μερικώς στο μεταβολισμό της χοληστερόλης (μειώνει την ολική και την LDL- χοληστερόλη), αλλά δεν δρα στον υποθάλαμο, στην μήτρα ή στους μαστικούς αδένες.
Οι βιολογικές λειτουργίες της ραλοξιφαίνης, όπως και αυτές των οιστρογόνων, επιτελούνται μέσω της υψηλής συγγένειας πρόσδεσης με τους οιστρογονικούς υποδοχείς και τη ρύθμιση της γονιδιακής έκφρασης. Η πρόσδεση αυτή έχει ως αποτέλεσμα τη διαφορετική γονιδιακή έκφραση σε πολλαπλά γονίδια οιστρογόνο-ελεγχόμενα σε διαφόρους ιστούς. Δεδομένα έδειξαν ότι ο υποδοχέας των οιστρογόνων μπορεί να ρυθμίσει την γονιδιακή ρύθμιση μέσω τουλάχιστον δύο διακριτών οδών, οι οποίοι είναι ειδικοί της συνδεδεμένης ουσίας, του ιστού και/ή του γονιδίου.
Επιδράσεις στο Σκελετό
Η μείωση στη διαθεσιμότητα των οιστρογόνων η οποία συμβαίνει στην εμμηνόπαυση, οδηγεί σε σημαντικές αυξήσεις στην οστική απορρόφηση, στην απώλεια οστού και στο κίνδυνο καταγμάτων. Απώλεια οστού επιτελείται, αρχικά, ταχέως για τα πρώτα 10 χρόνια μετά την εμμηνόπαυση, όπου η αντισταθμιστική αύξηση του σχηματισμού των οστών είναι ανεπαρκής για την αντιστάθμιση των απωλειών εξ απορροφήσεως. Πρόσθετοι παράγοντες κινδύνου, οι οποίοι μπορεί να οδηγήσουν στην ανάπτυξη της οστεοπόρωσης, περιλαμβάνουν: πρόωρη εμμηνόπαυση, οστεοπενία (τουλάχιστον 1 SD κάτω από την μεγίστη οστική μάζα), λεπτή κατασκευή σκελετού, Καυκάσιοι ή Ασιατικής καταγωγής πληθυσμοί, και οικογενειακό ιστορικό οστεοπόρωσης. Θεραπείες υποκατάστασης γενικά αναστρέφουν την υπερβολική οστική απορρόφηση. Στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με οστεοπόρωση, το Ραλοξιφαίνη μειώνει την συχνότητα των σπονδυλικών καταγμάτων, διατηρεί την οστική μάζα και αυξάνει την οστική πυκνότητα (BMD).
Με βάση αυτούς τους παράγοντες κινδύνου, η πρόληψη της οστεοπόρωσης με Ραλοξιφαίνη ενδείκνυται σε γυναίκες εντός των δέκα ετών μετά την εμμηνόπαυση, με οστική πυκνότητα (BMD) της σπονδυλικής στήλης από 1,0 έως 2,5 SD κάτω της μέσης τιμής του υγειούς νεαρού πληθυσμού, λαμβανομένου υπ’ όψιν του υψηλού κινδύνου εμφάνισης καταγμάτων οφειλομένων σε οστεοπόρωση κατά την διάρκεια της ζωής. Επίσης, το Ραλοξιφαίνη ενδείκνυται για τη θεραπεία της οστεοπόρωσης ή της εγκατεστημένης οστεοπόρωσης σε γυναίκες με οστική πυκνότητα (BMD) της σπονδυλικής στήλης 2,5 SD κάτω της μέσης τιμής του υγειούς νεαρού πληθυσμού και/ή με σπονδυλικά κατάγματα, ανεξάρτητα της οστικής πυκνότητας (BMD).
i) Συχνότητα καταγμάτων. Σε μία μελέτη με 7.705 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με μέση ηλικία των 66 ετών με οστεοπόρωση ή με οστεοπόρωση και ένα υπαρκτό κάταγμα, η θεραπεία με Ραλοξιφαίνη για τρία (3) χρόνια ελάττωσε την συχνότητα των σπονδυλικών καταγμάτων σε ποσοστό 47% (RR 0,53, CI 0,35, 0,79, p < 0,001) και σε ποσοστό 31% (RR 0,69, CI 0,56, 0,86, p < 0,001) αντίστοιχα. Σαράντα πέντε (45) γυναίκες με οστεοπόρωση ή 15 γυναίκες με οστεοπόρωση και υπαρκτό κάταγμα απαιτείται να λαμβάνουν θεραπεία με Ραλοξιφαίνη για τρία (3) έτη, για την πρόληψη ενός ή περισσοτέρων σπονδυλικών καταγμάτων. Η θεραπεία με Ραλοξιφαίνη για τέσσερα (4) έτη ελάττωσε την συχνότητα των σπονδυλικών καταγμάτων σε ποσοστό 46% (RR 0,54, CI 0,38, 0,75) και σε ποσοστό 32% (RR 0,68, CI 0,56, 0,83) σε ασθενείς με οστεοπόρωση ή με οστεοπόρωση και υπαρκτό κάταγμα, αντίστοιχα. Στο 4ο έτος της μελέτης μόνο, η θεραπεία με Ραλοξιφαίνη μείωσε τον κίνδυνο εμφάνισης νέου σπονδυλικού κατάγματος κατά 39% (RR 0,61, CI 0,43, 0,88).
Αποτελεσματικότητα στα μη-σπονδυλικά κατάγματα δεν έχει αποδειχθεί. Από το 4ο έως το 8ο έτος της μελέτης, οι ασθενείς μπορούσαν να λάβουν ταυτόχρονα διφωσφονικά, καλσιτονίνη και φθοριούχα άλατα και όλες οι ασθενείς στην μελέτη αυτή έλαβαν συμπληρώματα ασβεστίου και βιταμίνης D. Στη μελέτη RUTH τα συνολικά κλινικά κατάγματα συλλέχθησαν ως δευτερεύοντα τελικά σημεία. Το Ραλοξιφαίνη μείωσε τη συχνότητα των κλινικών σπονδυλικών καταγμάτων κατά 35% σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (HR 0.65, CI 0.47 0.89). Τα αποτελέσματα αυτά μπορεί να έχουν επηρεαστεί από διαφορές της BMD κατά την έναρξη της μελέτης καθώς και από σπονδυλικά κατάγματα. Δεν υπήρξε διαφορά μεταξύ των ομάδων θεραπείας όσον αφορά τη συχνότητα των νέων μη σπονδυλικών καταγμάτων. Η συγχορήγηση άλλων φαρμάκων με δράση στα οστά ήταν επιτρεπτή καθ’ όλη τη διάρκεια της μελέτης.
ii) Οστική Πυκνότητα (BMD). Η αποτελεσματικότητα του Ραλοξιφαίνη χορηγουμένου άπαξ ημερησίως σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες ηλικίας έως 60 ετών, με ή χωρίς αφαίρεση μήτρας, έχει τεκμηριωθεί σε διάστημα θεραπείας δύο ετών. Οι γυναίκες αυτές ήταν 2 έως 8 έτη μετεμμηνοπαυσιακές. Τρεις μελέτες περιελάμβαναν 1.764 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες οι οποίες ελάμβαναν αγωγή με Ραλοξιφαίνη και συμπληρώματα ασβεστίου ή εικονικό φάρμακο (placebo) και συμπληρώματα ασβεστίου. Σε μία από αυτές τις μελέτες οι γυναίκες είχαν προηγουμένως υποβληθεί σε υστερεκτομή. Το Ραλοξιφαίνη προκάλεσε σημαντικές αυξήσεις στην πυκνότητα της οστικής μάζας του ισχύου και της σπονδυλικής στήλης καθώς και της συνολικής οστικής πυκνότητας συγκριτικά με εικονικό φάρμακο (placebo). Αυτή η αύξηση ήταν περίπου 2% αύξηση της BMD συγκριτικά με εικονικό φάρμακο. Μία παρόμοια αύξηση της BMD παρατηρήθηκε και στον πληθυσμό ασθενών υπό θεραπεία που έλαβαν Ραλοξιφαίνη για 7 χρόνια το μέγιστο. Στις κλινικές μελέτες πρόληψης, τα ποσοστά των ασθενών όπου παρατηρήθηκε αύξηση ή μείωση της BMD ήταν: για την σπονδυλική στήλη 37% μείωση και 63% αύξηση, και για το ολικό ισχίο 29% μείωση και 71% αύξηση.
iii) Κινητική του ασβεστίου. Το Ραλοξιφαίνη και τα οιστρογόνα επιδρούν στο οστικό ανασχηματισμό και στον μεταβολισμό του ασβεστίου, παρόμοια. Το Ραλοξιφαίνη συσχετίσθηκε με ελαττωμένη οστική απορρόφηση και μία μέση θετική μετατόπιση του ισοζυγίου του ασβεστίου στα 60 mg την ημέρα, οφειλόμενη κυρίως σε ελαττωμένη απώλεια ασβεστίου από τα ούρα.
iv) Ιστομορφομετρία (ποιότητα οστών). Σε μελέτη συγκριτική του Ραλοξιφαίνη με τα οιστρογόνα, οστό από ασθενείς στους οποίους είχαν χορηγηθεί τα φαρμακευτικά αυτά προϊόντα ήταν ιστολογικά φυσιολογικό, χωρίς ενδείξεις διαταραχών οστεοποίησης, οστικής σπογγοποίησης ή μυελικής ίνωσης. Η ραλοξιφαίνη μειώνει την οστική απορρόφηση. Η επίδραση αυτή στα οστά εκδηλώθηκε ως μειώσεις στον ορό αίματος και στα ούρα των δεικτών του οστικού μεταβολισμού, από τις μειώσεις της οστικής απορρόφησης βάση των αποτελεσμάτων των κινητικών μελετών με ενεργό ασβέστιο, από τις αυξήσεις της BMD και από τις μειώσεις στην συχνότητα των καταγμάτων.
Επιδράσεις στο μεταβολισμό των λιπιδίων και κίνδυνοι καρδιαγγειακού συστήματος
Κλινικές μελέτες έδειξαν ότι η δόση των 60 mg/ημερησίως Ραλοξιφαίνη ελάττωσε σημαντικά την ολική χοληστερόλη (3-6%), και τη LDL- χοληστερόλη (4-10%). Οι γυναίκες με την υψηλότερη τιμή χοληστερόλης παρουσίασαν τις μεγαλύτερες μειώσεις. Οι συγκεντρώσεις της HDL-χοληστερόλης και των τριγλυκεριδίων δεν μεταβλήθηκαν σημαντικά. Μετά από περίοδο 3 χρόνων, η θεραπεία με Ραλοξιφαίνη ελάττωσε το ινωδογόνο (σε ποσοστό 6,71%). Στην μελέτη της θεραπείας της οστεοπόρωσης, σε σημαντικά λιγότερες ασθενείς οι οποίες έλαβαν Ραλοξιφαίνη χρειάσθηκε έναρξη υπολιπιδαιμικής θεραπείας συγκριτικά με εικονικό φάρμακο (placebo).
Η θεραπεία με Ραλοξιφαίνη για 8 έτη, δεν είχε σημαντική επίδραση, στον κίνδυνο καρδιαγγειακών επεισοδίων, στις ασθενείς που μετείχαν στη μελέτη θεραπείας της οστεοπόρωσης. Παρομοίως, στη μελέτη RUTH, η ραλοξιφαίνη δεν επηρέασε την επίπτωση του εμφράγματος του μυοκαρδίου, του οξέος στεφανιαίου συνδρόμου που απαιτεί ενδονοσοκομειακή νοσηλεία, του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή τη συνολική θνησιμότητα, συμπεριλαμβανομένης της συνολικής καρδιοαγγειακής θνησιμότητας, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (placebo) (για την αύξηση του κινδύνου για θανατηφόρο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ο σχετικός κίνδυνος των φλεβικών θρομβοεμβολικών επεισοδίων που έχει παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ραλοξιφαίνη ήταν 1,60 (CI 0,95, 2,71) συγκριτικά με εικονικό φάρμακο και 1,0 (CI 0,3, 6,2) συγκριτικά με θεραπεία υποκατάστασης ορμονών ή οιστρογόνων. Ο κίνδυνος ενός θρομβοεμβολικού επεισοδίου ήταν μεγαλύτερος στους αρχικούς τέσσερις μήνες της θεραπείας.
Επιδράσεις στο ενδομήτριο και στο πυελικό έδαφος
Σε κλινικές μελέτες, το Ραλοξιφαίνη δεν διέγειρε το μετεμμηνοπαυσιακό ενδομήτριο. Συγκριτικά με εικονικό φάρμακο (placebo), η ραλοξιφαίνη δεν σχετιζόταν με μικροαπώλειες αίματος ή αιμορραγίες ή υπερπλασία του ενδομητρίου. Περίπου 3.000 εξετάσεις υπερηχογραφήματος του ενδομήτριου (TVUs) προερχόμενες από 831 γυναίκες σε όλες τις δοσολογικές ομάδες, αξιολογήθηκαν. Οι γυναίκες που ελάμβαναν ραλοξιφαίνη παρουσίαζαν σταθερά ένα ενδομήτριο πάχος το οποίο δεν ήταν διαφορετικό από αυτό του εικονικού φαρμάκου (placebo). Μετά από θεραπεία 3 ετών, μία αύξηση τουλάχιστον 5 mm στο πάχος ενδομητρίου, κατόπιν εξετάσεως με υπερηχογράφημα του ενδομήτριου, παρατηρήθηκε σε ποσοστό 1,9% από τις 211 γυναίκες οι οποίες έλαβαν ραλοξιφαίνη 60 mg/ημερησίως συγκριτικά με ποσοστό 1,8% από τις 219 γυναίκες οι οποίες έλαβαν εικονικό φάρμακο (placebo). Περαιτέρω, δεν παρατηρήθηκαν διαφορές ανάμεσα στη ραλοξιφαίνη και στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (placebo) σχετικά με τη συχνότητα εμφάνισης αιμορραγιών μήτρας. Ενδομήτριες βιοψίες λαμβανόμενες μετά την πάροδο έξι μηνών θεραπείας με Ραλοξιφαίνη 60 mg/ημερησίως παρουσίασαν μη αυξανόμενο ενδομήτριο σε όλες τις ασθενείς. Επιπλέον, σε μία μελέτη με 2,5 φορές ανώτερη της συνιστώμενης ημερήσιας δόσης Ραλοξιφαίνη, δεν υπήρξαν ενδείξεις πολλαπλασιασμού των κυττάρων του ενδομητρίου και αύξησης του όγκου της μήτρας.
Στην μελέτη της θεραπείας της οστεοπόρωσης, το πάχος του ενδομητρίου εξετάσθηκε σε ετήσια βάση σε ένα τμήμα του υπό μελέτη πληθυσμού (1.644 ασθενείς) για περίοδο 4 ετών. Οι μετρήσεις του πάχους του ενδομητρίου στις γυναίκες οι οποίες έλαβαν Ραλοξιφαίνη δεν ήταν διαφορετικές από τις τιμές αναφοράς μετά την περίοδο των 4 ετών θεραπείας. Δεν παρατηρήθηκε διαφορά ανάμεσα στις γυναίκες οι οποίες έλαβαν Ραλοξιφαίνη και στις γυναίκες οι οποίες έλαβαν εικονικό φάρμακο (placebo) στις συχνότητες της κολπικής αιμορραγίας (ή μικροαιμορραγίες δίκην κηλίδων) ή των κολπικών εκκρίσεων. Σε λιγότερες γυναίκες οι οποίες έλαβαν Ραλοξιφαίνη συγκριτικά με γυναίκες οι οποίες έλαβαν εικονικό φάρμακο (placebo) απαιτήθηκε χειρουργική επέμβαση για πρόπτωση μήτρας. Τα δεδομένα ασφάλειας χορήγησης ραλοξιφαίνης για 3 έτη, έδειξαν ότι η θεραπεία με ραλοξιφαίνη δεν αυξάνει τη χαλάρωση του πυελικού εδάφους και την πυελική χειρουργική επέμβαση.
Μετά από 4 έτη θεραπείας, η ραλοξιφαίνη δεν αυξάνει το κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του ενδομητρίου ή των ωοθηκών. Σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, οι οποίες έλαβαν θεραπεία με ραλοξιφαίνη για τέσσερα (4) έτη, καλοήθης πολύπους ενδομητρίου έχει αναφερθεί σε ποσοστό 0,9% συγκριτικά με ποσοστό 0,3% σε γυναίκες οι οποίες έλαβαν εικονικό φάρμακο (placebo).
Επιδράσεις στο μαστικό ιστό
Το Ραλοξιφαίνη δεν διεγείρει τον μαστικό ιστό. Σε όλες τις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο (placebo) κλινικές μελέτες, το Ραλοξιφαίνη δεν διέφερε από το εικονικό φάρμακο (placebo) όσον αφορά την συχνότητα εμφάνισης και τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων του μαστού (δεν παρατηρήθηκε διόγκωση, ευαισθησία μαστού και μαστοδυνία).
Μετά από 4 χρόνια στη μελέτη θεραπείας της οστεοπόρωσης (περιελάμβανε 7.705 ασθενείς), η αγωγή με Ραλοξιφαίνη μείωσε τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνων μαστού συνολικά σε ποσοστό 62% (RR 0,38, CI 0,21, 0,69), τον κίνδυνο εμφάνισης διηθητικού καρκίνου μαστού σε ποσοστό 71% (RR 0,29, CI 0,13, 0,58) και τον κίνδυνο εμφάνισης διηθητικού καρκίνου μαστού με ενεργοποιημένους οιστρογονικούς υποδοχείς σε ποσοστό 79% (RR 0,21, CI 0,07, 0,50), συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο (placebo). Tο Ραλοξιφαίνη δεν έχει επίδραση στον κίνδυνο εμφάνισης του καρκίνου μαστού με μη ενεργοποιημένους οιστρογονικούς υποδοχείς. Τα ευρήματα αυτά ενίσχυσαν το συμπέρασμα ότι η ραλοξιφαίνη δεν έχει ενδογενή ευεργετική δράση αγωνιστού οιστρογόνων στο μαστικό ιστό.
Επιδράσεις στην λειτουργία συνείδησης
Δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητα συμβάντα στην λειτουργία συνείδησης.
Φαρμακοκινητικές
Απορρόφηση Η ραλοξιφαίνη απορροφάται ταχέως μετά την από του στόματος χορήγηση. Περίπου ποσοστό 60% της χορηγούμενης από του στόματος δόσης απορροφάται. Η προ-συστηματική μετατροπή της σε παράγωγα γλυκουρονιδίου είναι εκτενής. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ραλοξιφαίνης είναι 2%. Ο χρόνος για την επίτευξη της μέσης μέγιστης συγκέντρωσης πλάσματος και η βιοδιαθεσιμότητα είναι εξαρτώμενες από την ενδομετατροπή και τον εντεροηπατικό κύκλο της ραλοξιφαίνης και των μεταβολιτών γλυκουρονιδίου.
Κατανομή Η ραλοξιφαίνη κατανέμεται ευρέως στο σώμα. Ο όγκος κατανομής δεν είναι δοσοεξαρτώμενος. Η ραλοξιφαίνη δεσμεύεται σημαντικά με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (98-99%).
Βιομετασχηματισμός Η ραλοξιφαίνη μεταβολίζεται ευρέως σε πρώτο επίπεδο σε συζυγή γλυκουρονιδίου: ραλοξιφαίνη-4’-γλυκουρονίδιο, ραλοξιφαίνη-6-γλυκουρονίδιο και ραλοξιφαίνη-6,4’-γλυκουρονίδιο. Δεν έχουν ανιχνευθεί άλλοι μεταβολίτες. Η ραλοξιφαίνη εμπεριέχει λιγότερο από 1% των συνδυασμένων συγκεντρώσεων της ραλοξιφαίνης και των μεταβολιτών γλυκουρονιδίου. Τα επίπεδα ραλοξιφαίνης διατηρούνται μέσω του εντεροηπατικού κύκλου, παρέχοντας ένα χρόνο ημιζωής στο πλάσμα των 27,7 ωρών. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα από την χορήγηση εφάπαξ από του στόματος δόσης ραλοξιφαίνης αναμένεται ίδια φαρμακοκινητική με εκείνη των πολλαπλών δόσεων. Αυξάνοντας τις δόσεις της ραλοξιφαίνης επιφέρεται μία ελάχιστα μικρότερη από την ανάλογη αύξηση στην περιοχή συγκέντρωσης κάτω από την καμπύλη (AUC).
Αποβολή Το μεγαλύτερο ποσοστό μιας δόσης ραλοξιφαίνης και των μεταβολιτών γλυκουρονιδίου απεκκρίνονται εντός 5 ημερών και ανευρίσκονται κυρίως στα κόπρανα και λιγότερο από 6% απεκκρίνονται στα ούρα.
Ειδικοί πληθυσμοί Νεφρική ανεπάρκεια: Λιγότερο από 6% της συνολικής δόσης αποβάλλεται στα ούρα. Σε μία πληθυσμιακή φαρμακοκινητική μελέτη, μία ελάττωση κατά 47% της κάθαρσης κρεατινίνης προσαρμοσμένης στο ιδανικό σωματικό βάρος επέφερε μία ελάττωση κατά 17% στην κάθαρση ραλοξιφαίνης και μια ελάττωση κατά 15% στην κάθαρση των συμπλόκων της ραλοξιφαίνης.
Ηπατική ανεπάρκεια: Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες μιας εφάπαξ δόσης ραλοξιφαίνης σε ασθενείς με κίρρωση και ήπια ηπατική ανεπάρκεια (κατηγορίας Α κατά Child-Pugh) έχουν συγκριθεί με αυτές σε υγιείς γυναίκες. Οι συγκεντρώσεις πλάσματος της ραλοξιφαίνης ήταν περίπου 2,5 φορές μεγαλύτερες από αυτές της ομάδας ελέγχου και σχετίσθηκαν με τις συγκεντρώσεις χολερυθρίνης.
Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Εκλεκτικός Ρυθμιστής των Οιστρογονικών Υποδοχέων ATC κωδικός: G03X C01. ### Μηχανισμός δράσης και Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Ως ένας εκλεκτικός ρυθμιστής των οιστρογονικών υποδοχέων (SERM), η…
Φαρμακοκινητικές Απορρόφηση Η ραλοξιφαίνη απορροφάται ταχέως μετά την από του στόματος χορήγηση. Περίπου ποσοστό 60% της χορηγούμενης από του στόματος δόσης απορροφάται. Η προ-συστηματική μετατροπή της σε παράγωγα γλυκουρονιδίου είναι εκτενής. Η…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αλανινική αμινοτρανσφεράση (ALT) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | — | Αυξημένα επίπεδα σε ηπατική ανεπάρκεια |
| Αλκαλική φωσφατάση (ALP) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | — | Αυξημένα επίπεδα σε ηπατική ανεπάρκεια |
| Ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | — | Αυξημένα επίπεδα σε ηπατική ανεπάρκεια |
| Γάμμα-γλουταμυλ-τρανσφεράση (γ-GT) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | — | Αυξημένα επίπεδα σε ηπατική ανεπάρκεια |
| Ολική χολερυθρίνη ορού | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | — | Αυξημένα επίπεδα σε ηπατική ανεπάρκεια |
| Τριγλυκερίδια ορού | monitoringΛιπιδαιμικός έλεγχος | κατά την διάρκεια της αγωγής | Ιστορικό υπερ-τριγλυκεριδαιμίας (>5,6 mmol/l) από οιστρογόνα |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
- 2348 L/kg [χορήγηση από του στόματος μονοδοσικών δόσεων που κυμαίνονται από 30 έως 150 mg]
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
- 44.1 L/kg•hr [Υγιής Μετεμμηνοπαυσιακή Γυναίκα με Μονοδοσική Χορήγηση]
- 47.4 L/kg•hr [Υγιής Μετεμμηνοπαυσιακή Γυναίκα με Πολλαπλή Δοσολογία]
- Από του στόματος κάθαρση=44.1 L/kg•hr
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η ραλοξιφαίνη ανήκει στην κατηγορία των εκλεκτικών ρυθμιστών οιστρογονικών υποδοχέων (SERM) που εμφανίζει οιστρογονικές επιδράσεις στον οστικό και λιπιδαιμικό μεταβολισμό, ενώ μεσολαβεί αντι-οιστρογονικές επιδράσεις στον ενδομητρικό και μαστικό ιστό.
-
Στον οστικό ιστό:
- Διεγείρει τους οστεοβλάστες που εναποθέτουν οστό και αναστέλλει τους οστεοκλάστες που απορροφούν οστό, αυξάνοντας την οστική πυκνότητα.
- Παράγει οιστρογονικές επιδράσεις στα οστά, μειώνοντας την οστική απορρόφηση και αυξάνοντας την οστική πυκνότητα σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, επιβραδύνοντας έτσι τον ρυθμό απώλειας οστού.
- Σε τρεις τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες στην Ευρώπη, οι μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που λάμβαναν ραλοξιφαίνη σε δόσεις 30-150 mg ημερησίως εμφάνισαν σημαντικές αυξήσεις στην οστική πυκνότητα στην οσφυϊκή μοίρα, τον συνολικό ισχίο, τον αυχένα του μηριαίου οστού και το σώμα σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.
- Στις μελέτες MORE και RUTH, παρατηρήθηκαν λιγότερες περιπτώσεις σπονδυλικών καταγμάτων σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που λάμβαναν ραλοξιφαίνη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.
- Σε μια μελέτη οκτώ εβδομάδων, παρατηρήθηκε μείωση στους δείκτες οστικού μεταβολισμού, όπως η αλκαλική φωσφατάση ορού, η οστεοκαλσίνη ορού και η νεφρική απέκκριση ασβεστίου.
-
Στον μαστικό ιστό:
- Ανέστειλε την οιστρογονικά εξαρτώμενη κυτταρική διαίρεση καρκινικών κυττάρων του μαστού in vitro και την ανάπτυξη επ induced καρκινωμάτων του μαστού σε αρουραίους in vivo.
- Σε ενήλικους θηλυκούς αρουραίους, προκάλεσε μεγαλύτερη υποστροφή του μαζικού αδένα από την [ταντοξιφαίνη].
- Η μελέτη MORE, μια πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή κλινική μελέτη, διερεύνησε τις μακροχρόνιες επιδράσεις της θεραπείας σε Ευρωπαίες και Αμερικανίδες μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες για 40 μήνες.
- Στις μελέτες CORE και RUTH, παρατηρήθηκε μείωση στην επίπτωση διηθητικού καρκίνου του μαστού. Ο κίνδυνος μειώθηκε κατά 76% σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με οστεοπόρωση.
- Παρατηρήθηκε μείωση κατά 90% στον κίνδυνο καρκίνου του μαστού με θετικούς οιστρογονικούς υποδοχείς, αλλά όχι αύξηση στον κίνδυνο καρκίνου του ενδομητρίου.
- Σε αντίθεση με την ορμονοθεραπεία, η ραλοξιφαίνη δεν προκαλεί πολλαπλασιαστικές ή διεγερτικές επιδράσεις στον ενδομητρικό ιστό.
- Μελέτες σε ζώα και ανθρώπους δεν έδειξαν σημαντικές αλλαγές στην ιστολογική εμφάνιση του ενδομητρίου.
-
Στο λιπιδαιμικό μεταβολισμό:
- Προάγει οιστρογονικές επιδράσεις. Σε ευρωπαϊκή μελέτη, παρατηρήθηκαν σημαντικές μειώσεις στις συγκεντρώσεις ολικής χοληστερόλης και χοληστερόλης λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL) ορού σε διάστημα 24 μηνών θεραπείας.
- Δεν συσχετίζεται με αλλαγές στα επίπεδα HDL χοληστερόλης ή τριγλυκεριδίων.
- Λόγω περιορισμένων δεδομένων από μακροχρόνιες μελέτες, δεν είναι δυνατό να καθοριστεί εάν οι μικρές λιπιδικές επιδράσεις συσχετίζονται με μικρότερο βαθμό καρδιοπροστατευτικής δράσης σε σύγκριση με την ορμονοθεραπεία.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η ραλοξιφαίνη είναι ένας εκλεκτικός ρυθμιστής οιστρογονικών υποδοχέων (SERM) που δρα τόσο ως οιστρογονικός αγωνιστής όσο και ως ανταγωνιστής μέσω διαφορικών επιδράσεων στους οιστρογονικούς υποδοχείς (ER) που είναι ειδικοί για κάθε ιστό. Βάσει ευρημάτων ανταγωνιστικών δοκιμασιών σύνδεσης, η ραλοξιφαίνη εμφανίζει συγγένεια σύνδεσης παρόμοια με αυτή της [οιστραδιόλης].
-
Σε κυτταρικό επίπεδο:
- Οι οιστρογόνοι συνδέονται με στεροειδείς πυρηνικούς ορμονικούς υποδοχείς, ERα ή ERβ. Η σύνδεση του συνδέτη (ligand) προκαλεί αλλαγή στη διαμόρφωση του υποδοχέα, προάγοντας τη διάσταση από την πρωτεΐνη Hsp90, τον διμερισμό και τη μεταφορά στον πυρήνα.
- Στον πυρήνα, ο υποδοχέας συνδέεται με γονιδιακές θέσεις αναγνώρισης αλληλουχίας, τα Στοιχεία Απόκρισης Οιστρογόνων (EREs).
-
Επιδράσεις στα οστά:
- Η ραλοξιφαίνη μιμείται τη δράση των ενδογενών οιστρογόνων, συνδέεται με τον ER και επηρεάζει τη μεταγραφή γονιδίων μέσω αλληλεπιδράσεων με το ERE και ένα ξεχωριστό στόχο DNA, το Στοιχείο Απόκρισης Ραλοξιφαίνης (RRE).
- Καταλαμβάνει την ίδια θέση σύνδεσης του ER με τα οιστρογόνα, προκαλώντας αλλαγή διαμόρφωσης του υποδοχέα.
- Αυξάνει την έκφραση πρωτεϊνών οστικού δικτυώματος, όπως η αλκαλική φωσφατάση, η οστεονεκτίνη, η οστεοκαλσίνη και το κολλαγόνο.
- Η αγωνιστική ή ανταγωνιστική δράση εξαρτάται από την πρόσληψη συν-ενεργοποιητών και συν-κατασταλτών στους προαγωγείς γονιδίων-στόχων του ER.
-
Επιδράσεις στον μαστικό ιστό:
- Η ραλοξιφαίνη δρα ως ανταγωνιστής του ER, μειώνοντας τις οιστρογονικά εξαρτώμενες πολλαπλασιαστικές επιδράσεις της κυτταρικής επέκτασης.
- Αναστέλλει την παραγωγή κυτοκινών και την πρόσληψη μακροφάγων και λεμφοκυττάρων στον όγκο.
-
Επιπλέον πληροφορίες:
- Μελέτες έδειξαν ότι η ραλοξιφαίνη, σε συνδυασμό με τη μείωση του Pyk2, μπορεί να ενισχύσει την οστεογενική επίδραση στα οστεοβλάστες μέσω τροποποιημένης σηματοδότησης ERα και ERβ.
- Η ραλοξιφαίνη μπορεί να δράσει ως ανταγωνιστής οιστρογόνων σε ορισμένα γονίδια (ERE-reporter, pS2) και ως μερικός αγωνιστής/ανταγωνιστής ή πλήρης αγωνιστής σε άλλα (SHBG), ανάλογα με τη συγκέντρωση.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
-
Απορρόφηση:
- Η ραλοξιφαίνη απορροφάται καλά από τον γαστρεντερικό σωλήνα, με περίπου 60% να απορροφάται μετά από από του στόματος χορήγηση.
- Λόγω εκτεταμένου μεταβολισμού πρώτης διόδου στο ήπαρ (συζεύξεις γλυκουρονιδίου), η απόλυτη από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 2%.
- Η μέγιστη πλασματική συγκέντρωση (Cmax) κυμαίνεται από 0.50 έως 1.36 ng/mL και η περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) από 24.2 έως 27.2 ngxhr/mL.
- Ο χρόνος επίτευξης Cmax είναι 27.7-32.5 ώρες.
- Η λήψη με γεύματα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά μπορεί να αυξήσει τη συστημική βιοδιαθεσιμότητα κατά 28% (Cmax) και 16% (AUC).
-
Κατανομή:
- Ο όγκος κατανομής (Vd) μετά από από του στόματος χορήγηση κυμαίνεται από 2348 L/kg (μονή δόση) έως 2853 L/kg (πολλαπλές δόσεις).
- Είναι ευρέως κατανεμημένη στους ιστούς.
- Δεν είναι γνωστό εάν απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
- Είναι πιθανό να διαπερνά τον πλακούντα λόγω μοριακού βάρους και μεγάλης ημιζωής, αλλά η υψηλή πρωτεϊνική σύνδεση μπορεί να περιορίσει την έκθεση.
-
Απέκκριση:
- Η ραλοξιφαίνη απεκκρίνεται κυρίως μέσω των κοπράνων.
- Λιγότερο από 0.2% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως αμετάβλητη ένωση.
- Λιγότερο από 6% της δόσης απεκκρίνεται ως γλυκουρονιδικά συζεύγματα στα ούρα.
- Η συνχορήγηση με [χολεστυραμίνη] μειώνει την εντεροηπατική ανακύκλωση κατά 60%.
- Η κάθαρση μετά από ενδοφλέβια χορήγηση προσεγγίζει την ηπατική ροή αίματος. Η φαινομενική από του στόματος κάθαρση είναι 44.1 L/kgxhr.
- Η κάθαρση μπορεί να μειωθεί κατά 56% σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια.
-
Μεταβολισμός και Κυκλοφορία:
- Υφίσταται εκτεταμένη σύζευξη γλυκουρονιδίου κατά την πρώτη δίοδο και εντεροηπατική κυκλοφορία.
- Οι μέγιστες πλασματικές συγκεντρώσεις των γλυκουρονιδικών συζευγμάτων επιτυγχάνονται ταχύτερα από αυτές της μητρικής ουσίας.
- Λιγότερο από 1% του κυκλοφορούντος ραδιοσημασμένου υλικού στο πλάσμα αντιπροσωπεύει τη μητρική ουσία.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Περίπου 95% της ραλοξιφαίνης και των γλυκουρονιδικών μεταβολιτών της συνδέονται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Παρόλο που πρόκειται για υψηλό ποσοστό σύνδεσης, μελέτες in vitro υποδηλώνουν ότι η ραλοξιφαίνη και οι μεταβολίτες της δεν αλληλεπιδρούν σημαντικά με τη σύνδεση άλλων φαρμάκων που συνδέονται εκτενώς με πρωτεΐνες. Ωστόσο, η FDA εξακολουθεί να συμβουλεύει τη χρήση ραλοξιφαίνης με προσοχή σε συγχορήγηση με άλλα φάρμακα υψηλής πρωτεϊνικής σύνδεσης.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η ραλοξιφαίνη υφίσταται μεταβολισμό στο έντερο και στο ήπαρ, χωρίς τη συμμετοχή του συστήματος κυτοχρώματος P450.
- Κύριοι μεταβολίτες:
- Σχηματίζει εκτεταμένα συζεύγματα γλυκουρονιδίου:
- ραλοξιφαίνη-4’-γλυκουρονίδιο
- ραλοξιφαίνη-6-γλυκουρονίδιο
- ραλοξιφαίνη-6,4’-διγλυκουρονίδιο
- Δεν έχουν ανιχνευθεί άλλοι μεταβολίτες στο ανθρώπινο πλάσμα.
- Σχηματίζει εκτεταμένα συζεύγματα γλυκουρονιδίου:
- Συστήματα μεταβολισμού:
- Δεν φαίνεται να μεσολαβείται από ένζυμα κυτοχρώματος P-450.
- Αλληλεπίδραση με μεταβολίτες:
- Η παράλληλη πορεία των καμπυλών συγκέντρωσης πλάσματος για τη ραλοξιφαίνη και τα συζεύγματα γλυκουρονιδίου υποδηλώνει αμφίδρομη μετατροπή μεταξύ τους.
- Γνωστοί μεταβολίτες στον άνθρωπο:
- [6,7-Διυδροξυ-2-(4-υδροξυφαινυλ)βενζο[b]θειοφεν-3-υλ][4-(2-πιπεριδινοεθοξυ)φαινυλ]μεθανόνη
- [2-(3,4-διυδροξυφαινυλ)-6-υδροξυ-1-βενζοθειοφεν-3-υλ]-[4-(2-πιπεριδιν-1-υλαιθοξυ)φαινυλ]μεθανόνη
- Ραλοξιφαίνη 6-O-γλυκουρονίδιο.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο μέσος χρόνος πλασματικής αποβολής της ραλοξιφαίνης κυμαίνεται από 27 έως 32 ώρες.
- Σε σταθερή κατάσταση, ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής είναι 32.5 ώρες (εύρος: 15.8-86.6 ώρες).
- Η παράταση του χρόνου ημίσειας ζωής αποδίδεται στην αναστρέψιμη συστημική μεταβολή και τη σημαντική εντεροηπατική κυκλοφορία.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
- Φαρμακολογική Ταξινόμηση:
- Ενώσεις που αναστέλλουν ή ανταγωνίζονται τη δράση ή τη βιοσύνθεση οιστρογονικών ενώσεων.
- Μια ομάδα ενώσεων ποικίλης δομής που διακρίνεται από τα οιστρογόνα λόγω της ικανότητάς τους να συνδέονται και να ενεργοποιούν τους Οιστρογονικούς Υποδοχείς, αλλά δρουν ως αγωνιστές ή ανταγωνιστές ανάλογα με τον τύπο του ιστού και το ορμονικό περιβάλλον. Ταξινομούνται ως πρώτης γενιάς επειδή παρουσιάζουν οιστρογονικές αγωνιστικές ιδιότητες στο ενδομήτριο ή δεύτερης γενιάς βάσει των προτύπων ειδικότητας ιστών.
- Παράγοντες που αναστέλλουν την ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΣΗ και/ή ευνοούν την ΟΣΤΕΟΓΕΝΕΣΗ και την ΟΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΛΑΣΗ. Χρησιμοποιούνται για την επούλωση ΚΑΤΑΓΜΑΤΩΝ ΟΣΤΩΝ και τη θεραπεία ΟΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΩΝ ΝΟΣΩΝ όπως η ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΣΗ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC]: Οιστρογονικός Αγωνιστής/Ανταγωνιστής
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA]: Εκλεκτικοί Ρυθμιστές Οιστρογονικών Υποδοχέων
Η ραλοξιφαίνη είναι ένας Οιστρογονικός Αγωνιστής/Ανταγωνιστής. Ο μηχανισμός δράσης της ραλοξιφαίνης είναι ως Εκλεκτικός Ρυθμιστής Οιστρογονικών Υποδοχέων.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Pharm-Postmenopausal G03XC01Φαρμακευτική αγωγή — Μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκεςΜετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με ένδειξη θεραπείαςΔοσολογία: 60 mg PO/ημέρα · Συνεχής
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
- Φαρμακολογική Ταξινόμηση:
- Ενώσεις που αναστέλλουν ή ανταγωνίζονται τη δράση ή τη βιοσύνθεση οιστρογονικών ενώσεων.
- Μια ομάδα ενώσεων ποικίλης δομής που διακρίνεται από τα οιστρογόνα λόγω της ικανότητάς τους να συνδέονται και να ενεργοποιούν τους Οιστρογονικούς Υποδοχείς, αλλά δρουν ως αγωνιστές ή ανταγωνιστές ανάλογα με τον τύπο του ιστού και το ορμονικό περιβάλλον. Ταξινομούνται ως πρώτης γενιάς επειδή παρουσιάζουν οιστρογονικές αγωνιστικές ιδιότητες στο ενδομήτριο ή δεύτερης γενιάς βάσει των προτύπων ειδικότητας ιστών.
- Παράγοντες που αναστέλλουν την ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΣΗ και/ή ευνοούν την ΟΣΤΕΟΓΕΝΕΣΗ και την ΟΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΛΑΣΗ. Χρησιμοποιούνται για την επούλωση ΚΑΤΑΓΜΑΤΩΝ ΟΣΤΩΝ και τη θεραπεία ΟΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΩΝ ΝΟΣΩΝ όπως η ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΣΗ.