RALOXIFENE
Ραλοξιφαίνη
Για την πρόληψη και θεραπεία της οστεοπόρωσης σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, καθώς και την πρόληψη και θεραπεία της οστικής απώλειας που προκαλείται από κορτικοστεροειδή. Επίσης, για τη μείωση της επίπτωσης διηθητικού καρκίνου του μαστού σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-OSTIRAL
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας ανεξάρτητα από τα γεύματα
- Δόση έναρξης: ένα δισκίο ημερησίως
-
ΗλικιωμένοιΔεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΤο Ostiral δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με οξεία νεφρική δυσλειτουργία. Σε ασθενείς με μέτρια και ήπια νεφρική δυσλειτουργία, το Ostiral θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΤο Ostiral δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΤο Ostiral δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά ανεξαρτήτως ηλικίας. Δεν υπάρχει ενδεδειγμένη χρήση του Ostiral στον παιδιατρικό πληθυσμό.
block
SPC-OSTIRAL
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
-
Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποιίας.
-
Ενεργό ή προηγούμενο ιστορικό φλεβικών θρομβοεμβολικών επεισοδίων (ΦΘΕ), συμπεριλαμβανομένης της εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης, της πνευμονικής εμβολής και της θρόμβωσης της φλέβας του αμφιβληστροειδούς.
-
Ηπατική ανεπάρκεια, συμπεριλαμβανομένης της χολόστασης.
-
Οξεία νεφρική ανεπάρκεια.
-
Ανεξήγητη αιμορραγία της μήτρας.
-
Το Ostiral δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με σημεία ή συμπτώματα καρκίνου του ενδομητρίου, καθώς δεν έχει μελετηθεί επαρκώς η ασφάλεια σε αυτήν την ομάδα ασθενών.
warning
SPC-OSTIRAL
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Κίνδυνος φλεβικών θρομβοεμβολικών επεισοδίωναυξημένος
-
Διακοπή του Ostiral σε περίπτωση νόσου ή κατάστασης που οδηγεί σε παρατεταμένη περίοδο ακινησίαςΔιακοπή πριν την ακινησία και επανεκκίνηση μετά την πλήρη αποκινητοποίηση.
-
Αύξηση των θανάτων λόγω εγκεφαλικού επεισοδίουΠληθυσμόςΜετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με ιστορικό αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή άλλους σημαντικούς παράγοντες κινδύνου εγκεφαλικού επεισοδίουΝα λαμβάνεται υπόψη κατά τη συνταγογράφηση.
-
Αιμορραγία της μήτραςμη αναμενόμενηΜη αναμενόμενη και θα πρέπει να διερευνάται πλήρως. Δύο συχνές διαγνώσεις: ατροφία ενδομητρίου και καλοήθεις πολύποδες ενδομητρίου.
-
Ηπατική ανεπάρκειαΔεν συνιστάται η χρήση. Παρακολούθηση ολικής χολερυθρίνης ορού, γ-γλουταμυλτρανσφεράσης, αλκαλικής φωσφατάσης, ALT και AST.
-
Υπερτριγλυκεριδαιμία που προκαλείται από τη λήψη οιστρογόνων από το στόμαΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικόΠαρακολούθηση τριγλυκεριδίων στον ορό.
-
Καρκίνος του μαστούΗ ασφάλεια δεν έχει μελετηθεί επαρκώς. Να χρησιμοποιείται μόνο αφού έχει ολοκληρωθεί η θεραπεία του καρκίνου του μαστού.
-
Συν-χορήγηση με συστημικά οιστρογόναΔεν συνιστάται λόγω περιορισμένων πληροφοριών ασφαλείας.
-
Συμπτώματα εμμηνόπαυσηςΔεν επιδρά στην μείωση της αγγειοδιαστολής (εξάψεις) ή άλλων συμπτωμάτων.
-
Δυσανεξία στη λακτόζηΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας της γαλακτόζης, ανεπάρκεια της λακτάσης LAPP ή δυσαπορρόφηση της γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-OSTIRAL
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αντιόξινα (ανθρακικό ασβέστιο, υδροξείδιο μαγνησίου)δεν επηρεάζουν τη συστημική έκθεση της ραλοξιφένης.
-
Βαρφαρίνη ή άλλα παράγωγα κουμαρίνηςμικρές μειώσεις στο χρόνο προθρομβίνης. Είναι δυνατόν να αναπτυχθούν επιδράσεις στον χρόνο προθρομβίνης για αρκετές εβδομάδες.Σύστασηθα πρέπει να παρακολουθείται ο χρόνος προθρομβίνης.
-
Μεθυλοπρεδνισολόνη (εφάπαξ δόση)δεν επιδρά στις φαρμακοκινητικές ιδιότητες.
-
δεν επηρεάζει τη AUC στην σταθεροποιημένη κατάσταση. Η Cmax αυξήθηκε κατά λιγότερο από 5%.
-
Χολεστυραμίνη (ή άλλες ρητίνες ανταλλαγής ανιόντων)μειώνει σημαντικά την απορρόφηση και τον εντεροηπατικό κύκλο της ραλοξιφένης.Σύστασηδεν θα πρέπει να συγχορηγείται.
-
Οι μέγιστες συγκεντρώσεις μειώνονται, αλλά η συνολική έκταση της απορρόφησης και ο ρυθμός αποβολής δεν επηρεάζονται.Σύστασημπορεί να χορηγηθεί ταυτόχρονα.
-
Συνδεδεμένες με σφαιρίνες ορμόνες (SHBG, TBG, CBG)Η ραλοξιφένη αυξάνει ελαφρώς τις συγκεντρώσεις τους, χωρίς να επηρεάζει τις συγκεντρώσεις των ελεύθερων ορμονών.
sick
SPC-OSTIRAL
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Θρομβοπενία
- Πονοκέφαλος, συμπεριλαμβανομένης της ημικρανίας
- Θανάσιμα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια
- Αγγειοδιαστολή (εξάψεις)
- Φλεβικά θρομβοεμβολικά επεισόδια, συμπεριλαμβανομένης της εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης, της πνευμονικής εμβολής, της θρόμβωσης της φλέβας του αμφιβληστροειδούς. Επιπολής φλεβική θρομβοφλεβίτιδα, αρτηριακό θρομβοεμβολικό επεισόδιο
- Γαστρεντερικά συμπτώματα όπως η ναυτία, έμετος, κοιλιακός πόνος, δυσπεψία
- Εξάνθημα
- κράμπες των ποδιών
- Ήπια συμπτώματα στο μαστό όπως πόνος, πρήξιμο και ευαισθησία
- Σύνδρομο γρίπης
- Περιφερικό οίδημα
- Αυξημένη αρτηριακή πίεση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςΠονοκέφαλος, συμπεριλαμβανομένης της ημικρανίαςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΘανάσιμα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδιαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΑγγειοδιαστολή (εξάψεις)Αγγειακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΦλεβικά θρομβοεμβολικά επεισόδια (εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση, πνευμονική εμβολή, θρόμβωση φλέβας αμφιβληστροειδούς, επιπολής φλεβική θρομβοφλεβίτιδα, αρτηριακό θρομβοεμβολικό επεισόδιο)Αγγειακές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΓαστρεντερικά συμπτώματα (ναυτία, έμετος, κοιλιακός πόνος, δυσπεψία)Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔιαταραχές δέρματος και υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΚράμπες των ποδιώνΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΉπια συμπτώματα στο μαστό (πόνος, πρήξιμο, ευαισθησία)Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Πολύ συχνέςΣύνδρομο γρίπηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη αρτηριακή πίεσηΔιερευνήσεις
pregnant_woman
SPC-OSTIRAL
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΤο Ostiral δεν πρέπει να λαμβάνεται από γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης. Η ραλοξιφένη μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο όταν χορηγείται σε μια έγκυο γυναίκα. Αν το ιατρικό αυτό προϊόν χρησιμοποιηθεί τυχαία κατά τη διάρκεια της κύησης ή η ασθενής συλλάβει ενώ το λαμβάνει, θα πρέπει να ενημερωθεί για τις δυνητικές βλάβες στο έμβρυο (βλ. ενότητα 5.3).
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΔεν είναι γνωστό αν η ραλοξιφένη/ οι μεταβολίτες ραλοξιφένης απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος στα νεογνά/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Συνεπώς η κλινική χρήσης της δεν μπορεί να συστηθεί σε θηλάζουσες γυναίκες. Το Ostiral μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη του βρέφους.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-OSTIRAL
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-OSTIRAL
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Η ραλοξιφένη απορροφάται ταχέως μετά την από του στόματος χορήγηση. Περίπου ποσοστό 60% της χορηγούμενης από του στόματος δόσης απορροφάται. Η προ-συστηματική μετατροπή της σε παράγωγα γλυκουρονιδίου είναι εκτενής. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-OSTIRAL
expand_more
Δοσολογία
block
Αντενδείξεις
SPC-OSTIRAL
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-OSTIRAL
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-OSTIRAL
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-OSTIRAL
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Οι πιο σημαντικές κλινικά ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε ετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που έλαβαν θεραπεία με ραλοξιφένη ήταν φλεβικά θρομβοεμβολικά επεισόδια (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις), τα οποία σημειώθηκαν σε λιγότερο από 1% των ασθενών υπό θεραπεία.
Περίληψη των ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Ο παρακάτω πίνακας παρουσιάζει τις ανεπιθύμητες ενέργειες και τις συχνότητες που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια μελετών για τη θεραπεία και την πρόληψη της οστεοπόρωσης οι οποίες περιελάμβαναν περισσότερες από 13.000 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες καθώς και τις ανεπιθύμητες ενέργειες που προκύπτουν από αναφορές μετά την κυκλοφορία του προϊόντος. Η διάρκεια της θεραπείας στις μελέτες αυτές κυμαινόταν από 6 έως 60 μήνες. Η πλειονότητα των ανεπιθύμητων αντιδράσεων συνήθως δεν απαιτούσε τη διακοπή της θεραπείας. Οι συχνότητες των αναφορών μετά την κυκλοφορία του προϊόντος υπολογίστηκαν από ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο (placebo) κλινικές μελέτες (περιλαμβάνουν συνολικά 15,234 ασθενείς, 7.601 υπό αγωγή με ραλοξιφένη 60 mg και 7.633 υπό αγωγή με εικονικό φάρμακο) μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών με οστεοπόρωση, ή με εγκατεστημένη στεφανιαία νόσο (CHD) ή με αυξημένο κίνδυνο στεφανιαίας νόσου, χωρίς σύγκριση με τις συχνότητες των ανεπιθύμητων ενεργειών στις ομάδες λήψης εικονικού φαρμάκου (placebo). Στον πληθυσμό ασθενών για την πρόληψη, διακοπή της θεραπείας εξαιτίας οποιασδήποτε ανεπιθύμητης ενέργειας εμφανίστηκε σε ποσοστό 10,7% των 581 ασθενών που έλαβαν αγωγή με ραλοξιφένη και στο 11,1% των 584 ασθενών που έλαβαν αγωγή με εικονικό φάρμακο. Στον πληθυσμό ασθενών για τη θεραπεία, διακοπή της θεραπείας εξαιτίας οποιασδήποτε κλινικής ανεπιθύμητης εμπειρίας εμφανίστηκε σε ποσοστό 12,8% των 2.557 ασθενών που έλαβαν αγωγή με ραλοξιφένη και στο 11,1% των 2.576 ασθενών που έλαβαν αγωγή με εικονικό φάρμακο. Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις που συνδέονται με τη χρήση ραλοξιφένης στις κλινικές δοκιμές για την οστεοπόρωση συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα. Οι ακόλουθοι ορισμοί χρησιμοποιήθηκαν για την κατηγοριοποίηση των ανεπιθύμητων αντιδράσεων: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1,000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10,000 έως <1/1,000), πολύ σπάνιες (<1/10,000).
- Διαταραχές του αιμοποιητικού και λεμφικού συστήματος
- Όχι συχνές: Θρομβοπενία
- Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Συχνές: Πονοκέφαλος, συμπεριλαμβανομένης της ημικρανίας
- Όχι συχνές: Θανάσιμα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια
- Αγγειακές διαταραχές
- Πολύ συχνές: Αγγειοδιαστολή (εξάψεις).
- Σπάνιες: φλεβικά θρομβοεμβολικά επεισόδια, συμπεριλαμβανομένης της εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης, της πνευμονικής εμβολής, της θρόμβωσης της φλέβας του αμφιβληστροειδούς. Επιπολής φλεβική θρομβοφλεβίτιδα, αρτηριακό θρομβοεμβολικό επεισόδιο
- Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
- Πολύ συχνές: Γαστρεντερικά συμπτώματα όπως η ναυτία, έμετος, κοιλιακός πόνος, δυσπεψία
- Διαταραχές δέρματος και υποδόριου ιστού
- Συχνές: Εξάνθημα
- Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού
ιστού
- Συχνές: κράμπες των ποδιών.
- Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
- Συχνές: Ήπια συμπτώματα στο μαστό όπως πόνος, πρήξιμο και ευαισθησία
- Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
- Πολύ συχνές: Σύνδρομο γρίπης.
- Συχνές: Περιφερικό οίδημα.
- Διερευνήσεις
- Πολύ συχνές: Αυξημένη αρτηριακή πίεση
*Ανεπιθύμητες ενέργειες που προστίθενται βάσει της εμπειρίας μετά την κυκλοφορία του προϊόντος.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Σε σύγκριση με τους ασθενείς που έλαβαν το εικονικό φάρμακο, η συχνότητα εμφάνισης της αγγειοδιαστολής (εξάψεις) ήταν ελαφρώς αυξημένη στους ασθενείς που έλαβαν ραλοξιφένη (κλινικές μελέτες για την πρόληψη της οστεοπόρωσης, 2 έως 8 έτη μετεμμηνοπαυσιακές, 24,3% ραλοξιφένης και 18,2% εικονικό φάρμακο), κλινικές μελέτες για τη θεραπεία της οστεοπόρωση, μέση ηλικία: 66, 10,6% για τη ραλοξιφένη και 7,1% το εικονικό φάρμακο). Αυτή η ανεπιθύμητη αντίδραση ήταν ιδιαίτερα συχνή κατά τους πρώτους 6 μήνες της θεραπείας και σπάνια εμφανίστηκε de novo μετά την ημερομηνία αυτή. Σε μία μελέτη 10.101 μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών με τεκμηριωμένη στεφανιαία νόσο ή με αυξημένο κίνδυνο στεφανιαίων επεισοδίων (RUTH), η συχνότητα εμφάνισης αγγειοδιαστολής (εξάψεις) ήταν 7,8% στους ασθενείς που έλαβαν ραλοξιφένη και 4,7% στους ασθενείς που έλαβαν το εικονικό φάρμακο. Σε όλες τις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες της ραλοξιφένης για την οστεοπόρωση, τα φλεβικά θρομβοεμβολικά επεισόδια, συμπεριλαμβανομένης της εν τω βάθει θρόμβωσης, της πνευμονικής εμβολής, της θρόμβωσης της φλέβας του αμφιβληστροειδούς, εμφανίστηκαν σε συχνότητα περίπου 0,8% ή 3,22 περιπτώσεις ανά 1.000 έτη-ασθενών. Στους ασθενείς που έλαβαν ραλοξιφένη παρατηρήθηκε ο σχετικός κίνδυνος 1,60 (CI 0,95, 2,71) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Ο κίνδυνος ενός θρομβοεμβολικού επεισοδίου ήταν μεγαλύτερος κατά τους πρώτους τέσσερις μήνες της θεραπείας. Η επιπολής θρομβοφλεβίτιδα φλεβών εμφανίστηκε σε συχνότητα μικρότερη από 1%. Στη μελέτη RUTH, τα φλεβικά θρομβοεμβολικά επεισόδια εμφανίστηκαν σε συχνότητα περίπου 2,0% ή σε 3,88 περιπτώσεις ανά 1.000 έτη-ασθενών στη ομάδα της ραλοξιφένης και 1,4% ή 2,70 περιπτώσεις ανά 1.000 έτη-ασθενών στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Ο σχετικός κίνδυνος για όλα τα επεισόδια ΦΘΕ στη μελέτη RUTH ήταν HR = 1,44, (1,06 - 1,95). Η επιπολής θρομβοφλεβίτιδα φλεβών εμφανίστηκε με συχνότητα 1% στην ομάδα της ραλοξιφένης και 0,6% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Στη μελέτη RUTH, η χορήγηση της ραλοξιφένης δεν επηρέασε τη συχνότητα εμφάνισης αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (placebo). Ωστόσο εμφανίστηκε αύξηση των θανάτων εξαιτίας των αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων στις γυναίκες που έλαβαν ραλοξιφένη. Η θνησιμότητα των αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων ήταν 2,2 ανά 1.000 γυναίκες ετησίως στην ομάδα υπό ραλοξιφένη έναντι 1,5 ανά 1.000 γυναίκες ετησίως στην ομάδα υπό εικονικό φάρμακο (placebo) (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις). Κατά τη διάρκεια μιας μέσης παρακολούθησης 5,6 ετών, 59 (1,2%) γυναίκες που έλαβαν θεραπεία με ραλοξιφένη έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου σε σύγκριση με 39 (0,8%) γυναίκες που έλαβαν θεραπεία με εικονικό φάρμακο (placebo). Μία ακόμα ανεπιθύμητη αντίδραση που παρατηρήθηκε ήταν οι κράμπες των ποδιών (5.5% για τη ραλοξιφένη, 1.9% για το εικονικό φάρμακο στον πληθυσμό πρόληψης και 9.2% για τη ραλοξιφένη, 6.0% για το εικονικό φάρμακο στον πληθυσμό θεραπείας). Στη μελέτη RUTH, κράμπες των ποδιών παρατηρήθηκαν σε ποσοστό 12.1% των ασθενών που έλαβαν ραλοξιφένη και στο 8.3% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Το σύνδρομο γρίπης αναφέρθηκε από το 16.2% των ασθενών που έλαβαν ραλοξιφένη και από το 14.0% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Μία ακόμη αλλαγή που παρατηρήθηκε δεν ήταν στατιστικά σημαντική (p> 0,05), έδειξε όμως μια σημαντική τάση δόσης. Πρόκειται για το περιφερικό οίδημα, που εμφανίστηκες στον πληθυσμό πρόληψης με μία συχνότητα εμφάνισης 3,1% για τη ραλοξιφένη και 1,9% για το εικονικό φάρμακο. Και στον πληθυσμό θεραπεία εμφανίστηκε με συχνότητα 7,1% για τη ραλοξιφένη και 6,1% για το εικονικό φάρμακο. Στη μελέτη RUTH, το περιφερικό οίδημα εμφανίστηκε στο 14,1% των ασθενών που έλαβαν ραλοξιφένη και στο 11,7% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο, κάτι το οποίο είναι στατιστικά σημαντικό. Αναφέρθηκε μια ελαφρά στον αριθμό (6-10%) των αιμοπεταλίων κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ραλοξιφένη σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες της ραλοξιφένης για την οστεοπόρωση. Σπάνιες περιπτώσεις μέτριων αυξήσεων της AST και /ή ALT έχουν αναφερθεί, στις οποίες δεν μπορεί να αποκλειστεί η αιτιώδης σχέση με τη ραλοξιφένη. Μια παρεμφερής συχνότητα αυξήσεων παρατηρήθηκε και μεταξύ των ασθενών που έλαβαν το εικονικό φάρμακο. Σε μια μελέτη (RUTH) μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών με διαπιστωμένη στεφανιαία καρδιοπάθεια ή με αυξημένο κίνδυνο στεφανιαίων επεισοδίων, μια επιπρόσθετη ανεπιθύμητη αντίδραση της χολολιθίασης εμφανίστηκε σε ποσοστό 3,3% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ραλοξιφένη και στο 2,6% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Τα ποσοστά χολοκυστεκτομής για τη ραλοξιφένη (2,3%) δεν είχαν κάποια στατιστικά σημαντική διαφορά από αυτά του εικονικού φαρμάκου (2,0%). Η ραλοξιφένη (n = 317) συγκρίθηκε με τη συνεχή συνδυασμένη (n = 110) θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης (HRT) ή κυκλική (n = 205) HRT σε ασθενείς σε μερικές κλινικές μελέτες. Η συχνότητα εμφάνισης των συμπτωμάτων του μαστού και αιμορραγίας της μήτρας στις γυναίκες που έλαβαν ραλοξιφένη ήταν σημαντικά χαμηλότερη από ό, τι στις γυναίκες που έλαβαν κάποια από τις μορφές της HRT.
- Έχουν αναφερθεί επιδράσεις φαρμάκων κατά της άνοιας, από αναστολείς της ακετυλοχολινεστεράσης οι οποίες περιλαμβάνουν σπασμούς/επιληπτικές κρίσεις (βλέπε Διαταραχές νευρικού συστήματος) μ μ Αναφορά πιθανολογού ενων ανεπιθ ητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων Μεσογείων 284 15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-OSTIRAL
expand_more
Κύηση / γαλουχία
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-OSTIRAL
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακο-θεραπευτική ομάδα: Εκλεκτικός Ρυθμιστής των Οιστρογονικών Υποδοχέων ΑΤΟ κωδικός: Ο03Χ Ο01
Μηχανισμός δράσης και φαρμακοδυναμικές ιδότητες
Ως ένας εκλεκτικός ρυθμιστής των οιστρογονικών υποδοχέων (SERM), η ραλοξιφένη έχει δράση είτε εκλεκτικού αγωνιστού είτε εκλεκτικού ανταγωνιστού στους ιστούς που ανταποκρίνονται στα οιστρογόνα. Δρα ως ένας αγωνιστής στα οστά και μερικώς στο μεταβολισμό της χοληστερόλης (μειώνει την ολική και την LDL-χοληστερόλη), αλλά δεν δρα στον υποθάλαμο, στην μήτρα ή στους μαστικούς αδένες. Οι βιολογικές λειτουργίες της ραλοξιφένης, όπως και αυτές των οιστρογόνων, επιτελούνται μέσω της υψηλής συγγένειας πρόσδεσης με τους οιστρογονικούς υποδοχείς και τη ρύθμιση της γονιδιακής έκφρασης. Η πρόσδεση αυτή έχει ως αποτέλεσμα τη διαφορετική γονιδιακή έκφραση σε πολλαπλά γονίδια οιστρογόνο-ελεγχόμενα σε διαφόρους ιστούς. Δεδομένα έδειξαν ότι ο υποδοχέας του οιστρογόνου μπορεί να ρυθμίσει την γονιδιακή ρύθμιση μέσω τουλάχιστον δύο διακριτών οδών, οι οποίοι είναι ειδικοί της συνδεδεμένης ουσίας, του ιστού και/ή του γονιδίου.
Επιδράσεις στο Σκελετό
Η μείωση στη διαθεσιμότητα των οιστρογόνων η οποία συμβαίνει στην εμμηνόπαυση, οδηγεί σε σημαντικές αυξήσεις στην οστική απορρόφηση, στην απώλεια οστού και στο κίνδυνο καταγμάτων. Η απώλεια οστού επιτελείται, αρχικά, ταχέως για τα πρώτα 10 χρόνια μετά την εμμηνόπαυση, όπου η αντισταθμιστική αύξηση του σχηματισμού των οστών είναι ανεπαρκής για την αντιστάθμιση των απωλειών εξ απορροφήσεως. Πρόσθετοι παράγοντες κίνδυνοι, οι οποίοι μπορεί να οδηγήσουν στην ανάπτυξη της οστεοπόρωσης, περιλαμβάνουν: πρόωρη εμμηνόπαυση, οστεοπενία (τουλάχιστον 1 SD κάτω από την μεγίστη οστική μάζα), λεπτή κατασκευή σκελετού, Καυκάσιοι ή Ασιατικής καταγωγής πληθυσμοί, και οικογενειακό ιστορικό οστεοπόρωσης. Οι θεραπείες υποκατάστασης γενικά αναστρέφουν την υπερβολική οστική απορρόφηση. Στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με οστεοπόρωση, η ραλοξιφένη μειώνει την συχνότητα των σπονδυλικών καταγμάτων, διατηρεί την οστική μάζα και αυξάνει την οστική πυκνότητα (BMD). Με βάση αυτούς τους παράγοντες κινδύνου, η πρόληψη της οστεοπόρωσης με τη ραλοξιφένη ενδείκνυται σε γυναίκες εντός των δέκα ετών μετά την εμμηνόπαυση, με οστική πυκνότητα (BMD) της σπονδυλικής στήλης από 1,0 έως 2,5 SD κάτω της μέσης τιμής του υγιούς νεαρού πληθυσμού, λαμβανομένου υπ’ όψιν του υψηλού κινδύνου εμφάνισης καταγμάτων οφειλομένων σε οστεοπόρωση κατά την διάρκεια της ζωής. Επίσης, η ραλοξιφένη ενδείκνυται για τη θεραπεία της οστεοπόρωσης ή της εγκατεστημένης οστεοπόρωσης σε γυναίκες με οστική πυκνότητα (BMD) της σπονδυλικής στήλης 2,5 SD κάτω της μέσης τιμής του υγιούς νεαρού πληθυσμού και/ή με σπονδυλικά κατάγματα, ανεξάρτητα της οστικής πυκνότητας (ΒΜΟ). ί) Συχνότητα καταγμάτων. Σε μία μελέτη με 7.705 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με μέση ηλικία των 66 ετών με οστεοπόρωση ή με οστεοπόρωση και ένα υπαρκτό κάταγμα, η θεραπεία με ραλοξιφένη για τρία (3) χρόνια ελάττωσε την συχνότητα των σπονδυλικών καταγμάτων σε ποσοστό 47% (RR 0.53; CI 0.35, 0.79; P <0.001) και σε ποσοστό 31% (RR 0.69; CI 0.56, 0.86; p <0.001) αντίστοιχα. Σαράντα πέντε γυναίκες με οστεοπόρωση ή 15 γυναίκες με οστεοπόρωση και υπαρκτό κάταγμα απαιτείται να λαμβάνουν θεραπεία με ραλοξιφένη για 3 έτη, για την πρόληψη ενός ή περισσοτέρων σπονδυλικών καταγμάτων. Η θεραπεία με ραλοξιφένη για 4 έτη ελάττωσε την συχνότητα των σπονδυλικών καταγμάτων σε ποσοστό 46% (RR 0.54; CI 0.38, 0.75) και σε ποσοστό 32% (RR 0.68; CI 0.56, 0.83) σε ασθενείς με οστεοπόρωση ή με οστεοπόρωση και υπαρκτό κάταγμα, αντίστοιχα. Στο 4° έτος της μελέτης μόνο, η θεραπεία με ραλοξιφένη μείωσε τον κίνδυνο εμφάνισης νέου σπονδυλικού κατάγματος κατά 39% (RR 0.61; CI 0.43, 0.88). Αποτελεσματικότητα στα μη- σπονδυλικά κατάγματα δεν έχει αποδειχθεί. Από το 4° έως το 8° έτος της μελέτης, οι ασθενείς μπορούσαν να λάβουν ταυτόχρονα διφωσφονικά, καλσιτονίνη και φθοριούχα άλατα και όλες οι ασθενείς στην μελέτη αυτή έλαβαν συμπληρώματα ασβεστίου και βιταμίνης D. Στη μελέτη RUTH τα συνολικά κλινικά κατάγματα συλλέχθησαν ως δευτερεύοντα τελικά σημεία. Η ραλοξιφένη μείωσε τη συχνότητα των κλινικών σπονδυλικών καταγμάτων κατά 35% σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (HR 0.65, CI 0.47, 0.89). Τα αποτελέσματα αυτά μπορεί να έχουν επηρεαστεί από διαφορές της BMD κατά την έναρξη της μελέτης καθώς και από σπονδυλικά κατάγματα. Δεν υπήρξε διαφορά μεταξύ των ομάδων θεραπείας, όσον αφορά τη συχνότητα των νέων μη σπονδυλικών καταγμάτων. Η συγχορήγηση άλλων φαρμάκων με δράση στα οστά ήταν επιτρεπτή καθ’ όλη τη διάρκεια της μελέτης. ίί) Οστική Πυκνότητα (ΒΜD). Η αποτελεσματικότητα της ραλοξιφένης χορηγουμένης άπαξ ημερησίως σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες ηλικίας έως 60 ετών, με ή χωρίς αφαίρεση μήτρας, έχει τεκμηριωθεί σε διάστημα θεραπείας δύο ετών. Οι γυναίκες αυτές ήταν 2 έως 8 έτη μετεμμηνοπαυσιακές. Τρεις μελέτες περιελάμβαναν 1.764 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες οι οποίες ελάμβαναν αγωγή με ραλοξιφένη και συμπληρώματα ασβεστίου ή εικονικό φάρμακο και συμπληρώματα ασβεστίου. Σε μία από αυτές τις μελέτες οι γυναίκες είχαν προηγουμένως υποβληθεί σε υστερεκτομή. Η ραλοξιφένη προκάλεσε σημαντικές αυξήσεις στην πυκνότητα της οστικής μάζας του ισχίου και της σπονδυλικής στήλης καθώς και της συνολικής οστικής πυκνότητας συγκριτικά με εικονικό φάρμακο. Αυτή η αύξηση ήταν περίπου 2% αύξηση της BMD συγκριτικά με εικονικό φάρμακο. Μία παρόμοια αύξηση της BMD παρατηρήθηκε και στον πληθυσμό ασθενών υπό θεραπεία που έλαβαν ραλοξιφένη για 7 χρόνια το μέγιστο. Στις κλινικές μελέτες πρόληψης, τα ποσοστά των ασθενών όπου παρατηρήθηκε αύξηση ή μείωση της BMD ήταν: για την σπονδυλική στήλη 37% μείωση και 63% αύξηση, και για το ολικό ισχίο 29% μείωση και 71% αύξηση. ίίί) Κινητική του ασβεστίου. H ραλοξιφένη και τα οιστρογόνα επιδρούν στον οστικό ανασχηματισμό και στον μεταβολισμό του ασβεστίου, παρόμοια. Η ραλοξιφένη συσχετίσθηκε με ελαττωμένη οστική απορρόφηση και μία μέση θετική μετατόπιση του ισοζυγίου του ασβεστίου στα 60mg την ημέρα, οφειλόμενη κυρίως σε ελαττωμένη απώλεια ασβεστίου από τα ούρα. iv) Ιστομορφομετρία (ποιότητα οστών). Σε μελέτη συγκριτική της ραλοξιφένης με τα οιστρογόνα, το οστό από ασθενείς στους οποίους είχαν χορηγηθεί τα φαρμακευτικά αυτά προϊόντα ήταν ιστολογικά φυσιολογικό, χωρίς ενδείξεις διαταραχών οστεοποίησης, οστικής σπογγοποίησης ή μυελικής ίνωσης. Η ραλοξιφαίνη μειώνει την οστική απορρόφηση. Η επίδραση αυτή στα οστά εκδηλώθηκε ως μειώσεις στον ορό αίματος και στα ούρα των δεικτών του οστικού μεταβολισμού, από τις μειώσεις της οστικής απορρόφησης βάση των αποτελεσμάτων των κινητικών μελετών με ενεργό ασβέστιο, από τις αυξήσεις της BMD και από τις μειώσεις στην συχνότητα των καταγμάτων.
Επιδράσεις στο μεταβολισμό των λιπιδίων και κίνδυνοι καρδιαγγειακού
συστήματος Κλινικές μελέτες έδειξαν ότι η δόση των 60mg ημερησίως Ραλοξιφένης ελάττωσε σημαντικά την ολική χοληστερόλη (3-6%}, και την LDL- χοληστερόλη (4-10%). Οι γυναίκες με την υψηλότερη τιμή χοληστερόλης παρουσίασαν τις μεγαλύτερες μειώσεις. Οι συγκεντρώσεις της HDL- χοληστερόλης και των τριγλυκεριδίων δεν μεταβλήθηκαν σημαντικά. Μετά από περίοδο 3 χρόνων, η θεραπεία με ραλοξιφένη ελάττωσε το ινωδογόνο (σε ποσοστό 6,71%). Στην μελέτη της θεραπείας της οστεοπόρωσης, σε σημαντικά λιγότερες ασθενείς οι οποίες έλαβαν ραλοξιφένη χρειάσθηκε έναρξη υπολιπιδαιμικής θεραπείας συγκριτικά με εικονικό φάρμακο. Η θεραπεία με ραλοξιφένη για 8 έτη, δεν είχε σημαντική επίδραση, στον κίνδυνο καρδιαγγειακών επεισοδίων, στις ασθενείς που μετείχαν στη μελέτη θεραπείας της οστεοπόρωσης. Παρομοίως, στη μελέτη RUTH, η ραλοξιφένη δεν επηρέασε την επίπτωση του εμφράγματος του μυοκαρδίου, του οξέος στεφανιαίου συνδρόμου που απαιτεί ενδονοσοκομειακή νοσηλεία, του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή τη συνολική θνησιμότητα, συμπεριλαμβανομένης της συνολικής καρδιοαγγειακής θνησιμότητας, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (για την αύξηση του κινδύνου για θανατηφόρο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις). Ο σχετικός κίνδυνος των φλεβικών θρομβοεμβολικών επεισοδίων που έχει παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ραλοξιφένη ήταν 1,60 (CI 0.95, 2.71) συγκριτικά με εικονικό φάρμακο και 1,0 (CI 0.3, 6.2) συγκριτικά με τη θεραπεία υποκατάστασης ορμονών ή οιστρογόνων. Ο κίνδυνος ενός θρομβοεμβολικού επεισοδίου ήταν μεγαλύτερος στους αρχικούς τέσσερις μήνες της θεραπείας.
Επιδράσεις στο ενδομήτριο και στο πυελικό έδαφος
Σε κλινικές μελέτες, η ραλοξιφένη δεν διέγειρε το μετεμμηνοπαυσιακό ενδομήτριο. Συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο, η ραλοξιφένη δεν σχετιζόταν με μικροαπώλειες αίματος ή αιμορραγίες ή υπερπλασία του ενδομητρίου. Περίπου 3.000 εξετάσεις υπερηχογραφήματος του ενδομητρίου (TVU) προερχόμενες από 831 γυναίκες σε όλες τις δοσολογικές ομάδες, αξιολογήθηκαν. Οι γυναίκες που λάμβαναν ραλοξιφένη παρουσίαζαν σταθερά ένα ενδομήτριο πάχος το οποίο δεν ήταν διαφορετικό από αυτό του εικονικού φαρμάκου. Μετά από θεραπεία 3 ετών, μία αύξηση τουλάχιστον 5mm στο πάχος του ενδομητρίου, κατόπιν εξετάσεως με υπερηχογράφημα του ενδομητρίου, παρατηρήθηκε σε ποσοστό 1,9% από τις 211 γυναίκες οι οποίες έλαβαν ραλοξιφένη 60mg/ημερησίως συγκριτικά με ποσοστό 1,8% από τις 219 γυναίκες οι οποίες έλαβαν εικονικό φάρμακο. Δεν παρατηρήθηκαν διαφορές ανάμεσα στη ραλοξιφένη και στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου σχετικά με τη συχνότητα εμφάνισης αιμορραγιών μήτρας. Ενδομήτριες βιοψίες λαμβανόμενες μετά την πάροδο έξι μηνών θεραπείας με ραλοξιφένη 60mg/ημερησίως παρουσίασαν μη αυξανόμενο ενδομήτριο σε όλες τις ασθενείς. Επιπλέον, σε μία μελέτη με 2,5 φορές ανώτερη της συνιστώμενης ημερήσιας δόσης ραλοξιφένης, δεν υπήρξαν ενδείξεις πολλαπλασιασμού των κυττάρων του ενδομητρίου και αύξησης του όγκου της μήτρας. Στην μελέτη της θεραπείας της οστεοπόρωσης, το πάχος του ενδομητρίου εξετάσθηκε σε ετήσια βάση σε ένα τμήμα του υπό μελέτη πληθυσμού (1.644 ασθενείς) για περίοδο 4 ετών. Οι μετρήσεις του πάχους του ενδομητρίου στις γυναίκες οι οποίες έλαβαν ραλοξιφένη δεν ήταν διαφορετικές από τις τιμές αναφοράς μετά την περίοδο των 4 ετών θεραπείας. Δεν παρατηρήθηκε διαφορά ανάμεσα στις γυναίκες οι οποίες έλαβαν ραλοξιφένη και στις γυναίκες οι οποίες έλαβαν εικονικό φάρμακο στις συχνότητες της κολπικής αιμορραγίας (ή μικροαιμορραγίες δίκην κηλίδων) ή των κολπικών εκκρίσεων. Σε λιγότερες γυναίκες οι οποίες έλαβαν ραλοξιφένη συγκριτικά με γυναίκες οι οποίες έλαβαν εικονικό φάρμακο απαιτήθηκε χειρουργική επέμβαση για πρόπτωση μήτρας. Τα δεδομένα ασφάλειας χορήγησης ραλοξιφένης για 3 έτη, έδειξαν ότι η θεραπεία με ραλοξιφένη δεν αυξάνει τη χαλάρωση του πυελικού εδάφους και την πυελική χειρουργική επέμβαση. Μετά από 4 έτη θεραπείας, η ραλοξιφένη δεν αυξάνει το κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του ενδομητρίου ή των ωοθηκών. Σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, οι οποίες έλαβαν θεραπεία με ραλοξιφένη για 4 έτη, καλοήθης πολύπους ενδομητρίου έχει αναφερθεί σε ποσοστό 0,9% συγκριτικά με ποσοστό 0,3% σε γυναίκες οι οποίες έλαβαν εικονικό φάρμακο.
Επιδράσεις στο μαστικό ιστό
Η ραλοξιφένη δεν διεγείρει τον μαστικό ιστό. Σε όλες τις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες, Η ραλοξιφένη δεν διέφερε από το εικονικό φάρμακο όσον αφορά την συχνότητα εμφάνισης και τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων του μαστού (δεν παρατηρήθηκε διόγκωση, ευαισθησία μαστού και μαστοδυνία). Μετά από 4 χρόνια στη μελέτη θεραπείας της οστεοπόρωσης (περιελάμβανε 7.705 ασθενείς), η αγωγή με ραλοξιφένη μείωσε τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνων μαστού συνολικά σε ποσοστό 62% (RR 0.38; CI 0.21, 0.69), τον κίνδυνο εμφάνισης διηθητικού καρκίνου μαστού σε ποσοστό 71% (RR 0.29; CI 0.13, 0.58) και τον κίνδυνο εμφάνισης διηθητικού καρκίνου μαστού με ενεργοποιημένους οιστρογονικούς υποδοχείς σε ποσοστό 79% (RR 0.21; CI 0.07, 0.50). Η ραλοξιφένη δεν έχει επίδραση στον κίνδυνο εμφάνισης του καρκίνου μαστού με μη ενεργοποιημένους οιστρογονικούς υποδοχείς. Τα ευρήματα αυτά ενίσχυσαν το συμπέρασμα ότι η ραλοξιφένη δεν έχει ενδογενή ευεργετική δράση αγωνιστού οιστρογόνου στο μαστικό ιστό.
Επιδράσεις στην λειτουργία συνείδησης
Δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητα συμβάντα στην λειτουργία συνείδησης.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-OSTIRAL
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Η ραλοξιφένη απορροφάται ταχέως μετά την από του στόματος χορήγηση. Περίπου ποσοστό 60% της χορηγούμενης από του στόματος δόσης απορροφάται. Η προ-συστηματική μετατροπή της σε παράγωγα γλυκουρονιδίου είναι εκτενής. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ραλοξιφένης είναι 2%. Ο χρόνος για την επίτευξη της μέσης μέγιστης συγκέντρωσης πλάσματος και η βιοδιαθεσιμότητα είναι εξαρτώμενες από την ενδομετατροπή και τον εντεροηπατικό κύκλο της ραλοφαίνης και των μεταβολιτών γλυκουρονιδίου.
Κατανομή
Η ραλοξιφένη κατανέμεται ευρέως στο σώμα. Ο όγκος κατανομής δεν είναι δοσοεξαρτώμενος. Η ραλοξιφένη δεσμεύεται σημαντικά με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (98-99%).
Βιομετασχηματισμός
Η ραλοξιφένη μεταβολίζεται ευρέως σε πρώτο επίπεδο σε συζυγή γλυκουρονιδίου: ραλοξιφένη -4’-γλυκουρονίδιο, ραλοξιφένη-6-γλυκουρονίδιο και ραλοξιφένη -6,4-διγλυκουρονίδιο. Δεν έχουν ανιχνευθεί άλλοι μεταβολίτες. Η ραλοξιφένη εμπεριέχει λιγότερο από 1% των συνδυασμένων συγκεντρώσεων της ραλοξιφένης και των μεταβολιτών γλυκουρονιδίου. Τα επίπεδα ραλοξιφένης διατηρούνται μέσω του εντεροηπατικού κύκλου, παρέχοντας ένα χρόνο ημιζωής 27,7 ωρών στο πλάσμα. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα από την χορήγηση εφάπαξ από του στόματος δόσης ραλοξιφένης αναμένεται ίδια φαρμακοκινητική με εκείνη των πολλαπλών δόσεων. Αυξάνοντας τις δόσεις της ραλοξιφένης επιφέρεται μία ελαφρά μικρότερη από την ανάλογη αύξηση στην περιοχή συγκέντρωσης κάτω από την καμπύλη (AUC).
Αποβολή
Το μεγαλύτερο ποσοστό μιας δόσης ραλοξιφένης και των μεταβολιτών γλυκουρονιδίου απεκκρίνονται εντός 5 ημερών και ανευρίσκονται κυρίως στα κόπρανα και λιγότερο από 6% απεκκρίνονται στα ούρα.
Ειδικοί πληθυσμοί
Νεφρική ανεπάρκεια: Λιγότερο από 6% της συνολικής δόσης αποβάλλεται στα ούρα. Σε μία πληθυσμιακή φαρμακοκινητική μελέτη, μια ελάττωση κατά 47% της κάθαρσης κρεατινίνης προσαρμοσμένης στο ιδανικό σωματικό βάρος επέφερε μία ελάττωση κατά 17 % στην κάθαρση ραλοξιφένης και μια ελάττωση κατά 15% στην κάθαρση των συμπλοκών της ραλοξιφένης. Ηπατική ανεπάρκεια: Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες μιας εφάπαξ δόσης ραλοξιφένης σε ασθενείς με κίρρωση και ήπια ηπατική ανεπάρκεια (κατηγορίας Α κατά Child-Pugh) έχουν συγκριθεί με αυτές σε υγιείς γυναίκες. Οι συγκεντρώσεις πλάσματος της ραλοξιφένης ήταν περίπου 2,5 φορές μεγαλύτερες από αυτές της ομάδας ελέγχου και σχετίζονται με τις συγκεντρώσεις χολερυθρίνης.
ΕΟΦ · 6.5.2.3
Ραλοξιφένη
expand_more
Ραλοξιφένη
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
- 2348 L/kg [χορήγηση από του στόματος μονοδοσικών δόσεων που κυμαίνονται από 30 έως 150 mg]
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
- 44.1 L/kg•hr [Υγιής Μετεμμηνοπαυσιακή Γυναίκα με Μονοδοσική Χορήγηση]
- 47.4 L/kg•hr [Υγιής Μετεμμηνοπαυσιακή Γυναίκα με Πολλαπλή Δοσολογία]
- Από του στόματος κάθαρση=44.1 L/kg•hr
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η ραλοξιφαίνη ανήκει στην κατηγορία των εκλεκτικών ρυθμιστών οιστρογονικών υποδοχέων (SERM) που εμφανίζει οιστρογονικές επιδράσεις στον οστικό και λιπιδαιμικό μεταβολισμό, ενώ μεσολαβεί αντι-οιστρογονικές επιδράσεις στον ενδομητρικό και μαστικό ιστό.
-
Στον οστικό ιστό:
- Διεγείρει τους οστεοβλάστες που εναποθέτουν οστό και αναστέλλει τους οστεοκλάστες που απορροφούν οστό, αυξάνοντας την οστική πυκνότητα.
- Παράγει οιστρογονικές επιδράσεις στα οστά, μειώνοντας την οστική απορρόφηση και αυξάνοντας την οστική πυκνότητα σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, επιβραδύνοντας έτσι τον ρυθμό απώλειας οστού.
- Σε τρεις τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες στην Ευρώπη, οι μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που λάμβαναν ραλοξιφαίνη σε δόσεις 30-150 mg ημερησίως εμφάνισαν σημαντικές αυξήσεις στην οστική πυκνότητα στην οσφυϊκή μοίρα, τον συνολικό ισχίο, τον αυχένα του μηριαίου οστού και το σώμα σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.
- Στις μελέτες MORE και RUTH, παρατηρήθηκαν λιγότερες περιπτώσεις σπονδυλικών καταγμάτων σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που λάμβαναν ραλοξιφαίνη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.
- Σε μια μελέτη οκτώ εβδομάδων, παρατηρήθηκε μείωση στους δείκτες οστικού μεταβολισμού, όπως η αλκαλική φωσφατάση ορού, η οστεοκαλσίνη ορού και η νεφρική απέκκριση ασβεστίου.
-
Στον μαστικό ιστό:
- Ανέστειλε την οιστρογονικά εξαρτώμενη κυτταρική διαίρεση καρκινικών κυττάρων του μαστού in vitro και την ανάπτυξη επ induced καρκινωμάτων του μαστού σε αρουραίους in vivo.
- Σε ενήλικους θηλυκούς αρουραίους, προκάλεσε μεγαλύτερη υποστροφή του μαζικού αδένα από την [ταντοξιφαίνη].
- Η μελέτη MORE, μια πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή κλινική μελέτη, διερεύνησε τις μακροχρόνιες επιδράσεις της θεραπείας σε Ευρωπαίες και Αμερικανίδες μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες για 40 μήνες.
- Στις μελέτες CORE και RUTH, παρατηρήθηκε μείωση στην επίπτωση διηθητικού καρκίνου του μαστού. Ο κίνδυνος μειώθηκε κατά 76% σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με οστεοπόρωση.
- Παρατηρήθηκε μείωση κατά 90% στον κίνδυνο καρκίνου του μαστού με θετικούς οιστρογονικούς υποδοχείς, αλλά όχι αύξηση στον κίνδυνο καρκίνου του ενδομητρίου.
- Σε αντίθεση με την ορμονοθεραπεία, η ραλοξιφαίνη δεν προκαλεί πολλαπλασιαστικές ή διεγερτικές επιδράσεις στον ενδομητρικό ιστό.
- Μελέτες σε ζώα και ανθρώπους δεν έδειξαν σημαντικές αλλαγές στην ιστολογική εμφάνιση του ενδομητρίου.
-
Στο λιπιδαιμικό μεταβολισμό:
- Προάγει οιστρογονικές επιδράσεις. Σε ευρωπαϊκή μελέτη, παρατηρήθηκαν σημαντικές μειώσεις στις συγκεντρώσεις ολικής χοληστερόλης και χοληστερόλης λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL) ορού σε διάστημα 24 μηνών θεραπείας.
- Δεν συσχετίζεται με αλλαγές στα επίπεδα HDL χοληστερόλης ή τριγλυκεριδίων.
- Λόγω περιορισμένων δεδομένων από μακροχρόνιες μελέτες, δεν είναι δυνατό να καθοριστεί εάν οι μικρές λιπιδικές επιδράσεις συσχετίζονται με μικρότερο βαθμό καρδιοπροστατευτικής δράσης σε σύγκριση με την ορμονοθεραπεία.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η ραλοξιφαίνη είναι ένας εκλεκτικός ρυθμιστής οιστρογονικών υποδοχέων (SERM) που δρα τόσο ως οιστρογονικός αγωνιστής όσο και ως ανταγωνιστής μέσω διαφορικών επιδράσεων στους οιστρογονικούς υποδοχείς (ER) που είναι ειδικοί για κάθε ιστό. Βάσει ευρημάτων ανταγωνιστικών δοκιμασιών σύνδεσης, η ραλοξιφαίνη εμφανίζει συγγένεια σύνδεσης παρόμοια με αυτή της [οιστραδιόλης].
-
Σε κυτταρικό επίπεδο:
- Οι οιστρογόνοι συνδέονται με στεροειδείς πυρηνικούς ορμονικούς υποδοχείς, ERα ή ERβ. Η σύνδεση του συνδέτη (ligand) προκαλεί αλλαγή στη διαμόρφωση του υποδοχέα, προάγοντας τη διάσταση από την πρωτεΐνη Hsp90, τον διμερισμό και τη μεταφορά στον πυρήνα.
- Στον πυρήνα, ο υποδοχέας συνδέεται με γονιδιακές θέσεις αναγνώρισης αλληλουχίας, τα Στοιχεία Απόκρισης Οιστρογόνων (EREs).
-
Επιδράσεις στα οστά:
- Η ραλοξιφαίνη μιμείται τη δράση των ενδογενών οιστρογόνων, συνδέεται με τον ER και επηρεάζει τη μεταγραφή γονιδίων μέσω αλληλεπιδράσεων με το ERE και ένα ξεχωριστό στόχο DNA, το Στοιχείο Απόκρισης Ραλοξιφαίνης (RRE).
- Καταλαμβάνει την ίδια θέση σύνδεσης του ER με τα οιστρογόνα, προκαλώντας αλλαγή διαμόρφωσης του υποδοχέα.
- Αυξάνει την έκφραση πρωτεϊνών οστικού δικτυώματος, όπως η αλκαλική φωσφατάση, η οστεονεκτίνη, η οστεοκαλσίνη και το κολλαγόνο.
- Η αγωνιστική ή ανταγωνιστική δράση εξαρτάται από την πρόσληψη συν-ενεργοποιητών και συν-κατασταλτών στους προαγωγείς γονιδίων-στόχων του ER.
-
Επιδράσεις στον μαστικό ιστό:
- Η ραλοξιφαίνη δρα ως ανταγωνιστής του ER, μειώνοντας τις οιστρογονικά εξαρτώμενες πολλαπλασιαστικές επιδράσεις της κυτταρικής επέκτασης.
- Αναστέλλει την παραγωγή κυτοκινών και την πρόσληψη μακροφάγων και λεμφοκυττάρων στον όγκο.
-
Επιπλέον πληροφορίες:
- Μελέτες έδειξαν ότι η ραλοξιφαίνη, σε συνδυασμό με τη μείωση του Pyk2, μπορεί να ενισχύσει την οστεογενική επίδραση στα οστεοβλάστες μέσω τροποποιημένης σηματοδότησης ERα και ERβ.
- Η ραλοξιφαίνη μπορεί να δράσει ως ανταγωνιστής οιστρογόνων σε ορισμένα γονίδια (ERE-reporter, pS2) και ως μερικός αγωνιστής/ανταγωνιστής ή πλήρης αγωνιστής σε άλλα (SHBG), ανάλογα με τη συγκέντρωση.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
-
Απορρόφηση:
- Η ραλοξιφαίνη απορροφάται καλά από τον γαστρεντερικό σωλήνα, με περίπου 60% να απορροφάται μετά από από του στόματος χορήγηση.
- Λόγω εκτεταμένου μεταβολισμού πρώτης διόδου στο ήπαρ (συζεύξεις γλυκουρονιδίου), η απόλυτη από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 2%.
- Η μέγιστη πλασματική συγκέντρωση (Cmax) κυμαίνεται από 0.50 έως 1.36 ng/mL και η περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) από 24.2 έως 27.2 ngxhr/mL.
- Ο χρόνος επίτευξης Cmax είναι 27.7-32.5 ώρες.
- Η λήψη με γεύματα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά μπορεί να αυξήσει τη συστημική βιοδιαθεσιμότητα κατά 28% (Cmax) και 16% (AUC).
-
Κατανομή:
- Ο όγκος κατανομής (Vd) μετά από από του στόματος χορήγηση κυμαίνεται από 2348 L/kg (μονή δόση) έως 2853 L/kg (πολλαπλές δόσεις).
- Είναι ευρέως κατανεμημένη στους ιστούς.
- Δεν είναι γνωστό εάν απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
- Είναι πιθανό να διαπερνά τον πλακούντα λόγω μοριακού βάρους και μεγάλης ημιζωής, αλλά η υψηλή πρωτεϊνική σύνδεση μπορεί να περιορίσει την έκθεση.
-
Απέκκριση:
- Η ραλοξιφαίνη απεκκρίνεται κυρίως μέσω των κοπράνων.
- Λιγότερο από 0.2% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως αμετάβλητη ένωση.
- Λιγότερο από 6% της δόσης απεκκρίνεται ως γλυκουρονιδικά συζεύγματα στα ούρα.
- Η συνχορήγηση με [χολεστυραμίνη] μειώνει την εντεροηπατική ανακύκλωση κατά 60%.
- Η κάθαρση μετά από ενδοφλέβια χορήγηση προσεγγίζει την ηπατική ροή αίματος. Η φαινομενική από του στόματος κάθαρση είναι 44.1 L/kgxhr.
- Η κάθαρση μπορεί να μειωθεί κατά 56% σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια.
-
Μεταβολισμός και Κυκλοφορία:
- Υφίσταται εκτεταμένη σύζευξη γλυκουρονιδίου κατά την πρώτη δίοδο και εντεροηπατική κυκλοφορία.
- Οι μέγιστες πλασματικές συγκεντρώσεις των γλυκουρονιδικών συζευγμάτων επιτυγχάνονται ταχύτερα από αυτές της μητρικής ουσίας.
- Λιγότερο από 1% του κυκλοφορούντος ραδιοσημασμένου υλικού στο πλάσμα αντιπροσωπεύει τη μητρική ουσία.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Περίπου 95% της ραλοξιφαίνης και των γλυκουρονιδικών μεταβολιτών της συνδέονται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Παρόλο που πρόκειται για υψηλό ποσοστό σύνδεσης, μελέτες in vitro υποδηλώνουν ότι η ραλοξιφαίνη και οι μεταβολίτες της δεν αλληλεπιδρούν σημαντικά με τη σύνδεση άλλων φαρμάκων που συνδέονται εκτενώς με πρωτεΐνες. Ωστόσο, η FDA εξακολουθεί να συμβουλεύει τη χρήση ραλοξιφαίνης με προσοχή σε συγχορήγηση με άλλα φάρμακα υψηλής πρωτεϊνικής σύνδεσης.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η ραλοξιφαίνη υφίσταται μεταβολισμό στο έντερο και στο ήπαρ, χωρίς τη συμμετοχή του συστήματος κυτοχρώματος P450.
- Κύριοι μεταβολίτες:
- Σχηματίζει εκτεταμένα συζεύγματα γλυκουρονιδίου:
- ραλοξιφαίνη-4’-γλυκουρονίδιο
- ραλοξιφαίνη-6-γλυκουρονίδιο
- ραλοξιφαίνη-6,4’-διγλυκουρονίδιο
- Δεν έχουν ανιχνευθεί άλλοι μεταβολίτες στο ανθρώπινο πλάσμα.
- Σχηματίζει εκτεταμένα συζεύγματα γλυκουρονιδίου:
- Συστήματα μεταβολισμού:
- Δεν φαίνεται να μεσολαβείται από ένζυμα κυτοχρώματος P-450.
- Αλληλεπίδραση με μεταβολίτες:
- Η παράλληλη πορεία των καμπυλών συγκέντρωσης πλάσματος για τη ραλοξιφαίνη και τα συζεύγματα γλυκουρονιδίου υποδηλώνει αμφίδρομη μετατροπή μεταξύ τους.
- Γνωστοί μεταβολίτες στον άνθρωπο:
- [6,7-Διυδροξυ-2-(4-υδροξυφαινυλ)βενζο[b]θειοφεν-3-υλ][4-(2-πιπεριδινοεθοξυ)φαινυλ]μεθανόνη
- [2-(3,4-διυδροξυφαινυλ)-6-υδροξυ-1-βενζοθειοφεν-3-υλ]-[4-(2-πιπεριδιν-1-υλαιθοξυ)φαινυλ]μεθανόνη
- Ραλοξιφαίνη 6-O-γλυκουρονίδιο.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο μέσος χρόνος πλασματικής αποβολής της ραλοξιφαίνης κυμαίνεται από 27 έως 32 ώρες.
- Σε σταθερή κατάσταση, ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής είναι 32.5 ώρες (εύρος: 15.8-86.6 ώρες).
- Η παράταση του χρόνου ημίσειας ζωής αποδίδεται στην αναστρέψιμη συστημική μεταβολή και τη σημαντική εντεροηπατική κυκλοφορία.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
- Φαρμακολογική Ταξινόμηση:
- Ενώσεις που αναστέλλουν ή ανταγωνίζονται τη δράση ή τη βιοσύνθεση οιστρογονικών ενώσεων.
- Μια ομάδα ενώσεων ποικίλης δομής που διακρίνεται από τα οιστρογόνα λόγω της ικανότητάς τους να συνδέονται και να ενεργοποιούν τους Οιστρογονικούς Υποδοχείς, αλλά δρουν ως αγωνιστές ή ανταγωνιστές ανάλογα με τον τύπο του ιστού και το ορμονικό περιβάλλον. Ταξινομούνται ως πρώτης γενιάς επειδή παρουσιάζουν οιστρογονικές αγωνιστικές ιδιότητες στο ενδομήτριο ή δεύτερης γενιάς βάσει των προτύπων ειδικότητας ιστών.
- Παράγοντες που αναστέλλουν την ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΣΗ και/ή ευνοούν την ΟΣΤΕΟΓΕΝΕΣΗ και την ΟΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΛΑΣΗ. Χρησιμοποιούνται για την επούλωση ΚΑΤΑΓΜΑΤΩΝ ΟΣΤΩΝ και τη θεραπεία ΟΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΩΝ ΝΟΣΩΝ όπως η ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΣΗ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC]: Οιστρογονικός Αγωνιστής/Ανταγωνιστής
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA]: Εκλεκτικοί Ρυθμιστές Οιστρογονικών Υποδοχέων
Η ραλοξιφαίνη είναι ένας Οιστρογονικός Αγωνιστής/Ανταγωνιστής. Ο μηχανισμός δράσης της ραλοξιφαίνης είναι ως Εκλεκτικός Ρυθμιστής Οιστρογονικών Υποδοχέων.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
- Φαρμακολογική Ταξινόμηση:
- Ενώσεις που αναστέλλουν ή ανταγωνίζονται τη δράση ή τη βιοσύνθεση οιστρογονικών ενώσεων.
- Μια ομάδα ενώσεων ποικίλης δομής που διακρίνεται από τα οιστρογόνα λόγω της ικανότητάς τους να συνδέονται και να ενεργοποιούν τους Οιστρογονικούς Υποδοχείς, αλλά δρουν ως αγωνιστές ή ανταγωνιστές ανάλογα με τον τύπο του ιστού και το ορμονικό περιβάλλον. Ταξινομούνται ως πρώτης γενιάς επειδή παρουσιάζουν οιστρογονικές αγωνιστικές ιδιότητες στο ενδομήτριο ή δεύτερης γενιάς βάσει των προτύπων ειδικότητας ιστών.
- Παράγοντες που αναστέλλουν την ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΣΗ και/ή ευνοούν την ΟΣΤΕΟΓΕΝΕΣΗ και την ΟΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΛΑΣΗ. Χρησιμοποιούνται για την επούλωση ΚΑΤΑΓΜΑΤΩΝ ΟΣΤΩΝ και τη θεραπεία ΟΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΩΝ ΝΟΣΩΝ όπως η ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΣΗ.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Pharm-Postmenopausal G03XC01Φαρμακευτική αγωγή — Μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκεςΜετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με ένδειξη θεραπείαςΔοσολογία: 60 mg PO/ημέρα · Συνεχής