TOBRAMYCIN
Τομπραμυκίνη
H ομάδα αυτή των αντιμικροβιακών ουσιών αποτελεί την πρώτη σειρά αντιβιοτικών με ευρύ φάσμα και σε αυτήν ανήκουν η στρεπτομυκίνη, νεομυκίνη, καναμυκίνη, γενταμικίνη, τομπραμυκίνη, σισομικίνη, διβεκακίνη, αμικασίνη, νετιλμικίνη. Oι συνδυασμοί των αμινογλυκοσιδών με τις β-λακτάμες …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-TOBI
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Εισπνοή
- Χορήγηση: Δύο φορές την ημέρα, με διάστημα περίπου 12 ωρών
- Δόση έναρξης: 1 φύσιγγα (300 mg τομπραμυκίνης) δύο φορές την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Δεν αναφέρεται
-
Ενήλικες και παιδιάΔόση1 φύσιγγα (300 mg τομπραμυκίνης) δύο φορές την ημέραΤα διαστήματα μεταξύ των δόσεων πρέπει να πλησιάζουν όσο το δυνατόν τις 12 ώρες και να μην είναι μικρότερα από 6 ώρες. Κύκλος 28 ημερών θεραπείας και 28 ημερών παύσης. Δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με το σωματικό βάρος.
-
Ηλικιωμένοι (≥ 65 ετών)Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν υπάρχουν δεδομένα για αναπροσαρμογή δόσης. Ανατρέξτε στην παράγραφο 4.4 και 5.2.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔεν έχουν διεξαχθεί μελέτες. Δεν αναμένεται επίδραση.
-
Ασθενείς μετά από μεταμόσχευση οργάνωνΔεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (κάτω των 6 ετών)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχει τεκμηριωθεί. Δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
block
SPC-TOBI
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
γνωστή υπερευαισθησία σε οποιαδήποτε αμινογλυκοσίδη ή σε κάποιο από τα έκδοχα
warning
SPC-TOBI
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Γενικές προειδοποιήσειςΤο TOBI πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με γνωστή ή υποψία νεφρικής, ακουστικής, αιθουσαίας ή νευρομυϊκής δυσλειτουργίας ή με βαριάς μορφής, ενεργό αιμόπτυση.
-
ΒρογχόσπασμοςΗ πρώτη δόση του TOBI πρέπει να δίνεται υπό παρακολούθηση, χρησιμοποιώντας ένα βρογχοδιασταλτικό πριν από την εκνέφωση, αν αυτό είναι μέρος της τρέχουσας αγωγής του ασθενή. Εάν υπάρχει υποψία αλλεργικής αντιδράσεως το TOBI πρέπει να διακοπεί. Ο βρογχόσπασμος πρέπει να θεραπεύεται κατάλληλα ιατρικά.
-
Νευρομυϊκές διαταραχέςΤο TOBI πρέπει να χρησιμοποιείται με μεγάλη προσοχή σε ασθενείς με γνωστές ή πιθανές νευρομυϊκές παθήσεις όπως ο παρκινσονισμός ή άλλες καταστάσεις που χαρακτηρίζονται από μυασθένεια, συμπεριλαμβανομένης της μυασθένειας gravis, καθώς οι αμινογλυκοσίδες μπορούν να επιδεινώσουν τη μυϊκή αδυναμία λόγω της δυνητικής, παρόμοιας με το κουράριο δράσης τους στη νευρομυϊκή λειτουργία.
-
ΝεφροτοξικότηταΤο προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με γνωστή ή με υποψία νεφρικής δυσλειτουργίας και οι συγκεντρώσεις τομπραμυκίνης στον ορό του αίματος πρέπει να παρακολουθούνται. Τα επίπεδα ουρίας και κρεατινίνης πρέπει να επαναξιολογούνται μετά από κάθε 6 πλήρεις κύκλους θεραπείας με το TOBI (180 ημέρες θεραπείας με αμινογλυκοσίδες μέσω εκνέφωσης).
-
ΩτοτοξικότηταΑπαιτείται προσοχή κατά τη χορήγηση του TOBI σε ασθενείς με γνωστή ή πιθανή ακουστική ή αιθουσαία δυσλειτουργία. Οι γιατροί πρέπει να εξετάζουν το ενδεχόμενο ακοολογικής εκτίμησης των ασθενών που εμφανίζουν οποιαδήποτε ένδειξη ακουστικής δυσλειτουργίας, ή που είναι υψηλού κινδύνου για ακουστική δυσλειτουργία. Αν ένας ασθενής αναφέρει εμβοές ή απώλεια ακοής κατά τη διάρκεια της θεραπείας με αμινογλυκοσίδες, ο γιατρός πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο παραπομπής του για ακοολογική εκτίμηση.
-
ΑιμόπτυσηΗ χρήση του TOBI σε ασθενείς με ενεργό, σοβαρή αιμόπτυση πρέπει να επιχειρείται μόνο αν τα οφέλη της θεραπείας θεωρείται ότι υπερτερούν των κινδύνων πρόκλησης περαιτέρω αιμορραγίας.
-
Μικροβιακή αντίστασηΥπάρχει ο θεωρητικός κίνδυνος ασθενείς με αγωγή αερολύματος τομπραμυκίνης να αναπτύξουν στελέχη P. aeruginosa ανθεκτικά σε ενδοφλέβια τομπραμυκίνη (βλέπε Δοσολογία).
swap_horiz
SPC-TOBI
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
dornase alfa, β-αγωνιστές, εισπνεόμενα γλυκοκορτικοειδή, και άλλα αντιψευδομοναδικά αντιβιοτικά (από το στόμα ή παρεντερικά)ΠαρακολούθησηΠαρόμοιες ανεπιθύμητες ενέργειες με την ομάδα ελέγχου.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα δυνητικά νευροτοξικά, νεφροτοξικά ή ωτοτοξικάΑποφυγήΑυξημένος κίνδυνος νευροτοξικότητας, νεφροτοξικότητας ή ωτοτοξικότητας.
-
ΑντένδειξηΑυξημένη τοξικότητα των αμινογλυκοσίδων.
-
ΠαρακολούθησηΚίνδυνος αυξημένης νεφροτοξικότητας.
-
Ενώσεις πλατίνηςΠαρακολούθησηΚίνδυνος αυξημένης νεφροτοξικότητας και ωτοτοξικότητας.
-
Αντιχολινεστεράσες, αλλαντοτοξίνηΠαρακολούθησηΝευρομυϊκή επίδραση.
sick
SPC-TOBI
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λαρυγγίτιδα
- Εμβοές
- Απώλεια ακοής
- Διαταραχή πνευμόνων
- Ρινίτιδα
- Δυσφωνία
- Δυσχρωματισμός των πτυέλων
- Βρογχόσπασμος
- Στοματοφαρυγγικό άλγος
- Μυαλγία
- Αίσθημα κακουχίας
- Μειωμένες τιμές στις δοκιμασίες πνευμονικής λειτουργίας
- Αφωνία
- Δυσγευσία
- Υπερευαισθησία
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Εξάνθημα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΛαρυγγίτιδαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΕμβοέςΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
Πολύ συχνέςΔιαταραχή πνευμόνωνΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Πολύ συχνέςΡινίτιδαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Πολύ συχνέςΔυσφωνίαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Πολύ συχνέςΔυσχρωματισμός των πτυέλωνΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ συχνέςΜειωμένες τιμές στις δοκιμασίες πνευμονικής λειτουργίαςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΑφωνίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΔυσγευσίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Απώλεια ακοήςΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
ΒρογχόσπασμοςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Στοματοφαρυγγικό άλγοςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
ΥπερευαισθησίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΚνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΚνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΕξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
pregnant_woman
SPC-TOBI
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΔεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση της τομπραμυκίνης χορηγούμενης με εισπνοές σε εγκύους γυναίκες. Οι μελέτες σε ζώα δεν δείχνουν τερατογόνο επίδραση της τομπραμυκίνης (βλέπε 5.3 Προκλινικά στοιχεία). Όμως, οι αμινογλυκοσίδες μπορούν να προκαλέσουν βλάβη στο έμβρυο (π.χ. συγγενή κώφωση) όταν επιτυγχάνονται υψηλές συστηματικές συγκεντρώσεις σε μία έγκυο γυναίκα. Αν το TOBI χρησιμοποιείται κατά την κύηση ή αν η ασθενής μείνει έγκυος ενόσω χρησιμοποιεί το TOBI, θα πρέπει να ενημερωθεί σχετικά με τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυο.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΗ συστηματικά χορηγούμενη τομπραμυκίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Δεν είναι γνωστό αν η χορήγηση του TOBI οδηγεί σε αρκετά υψηλές συγκεντρώσεις τομπραμυκίνης στον ορό του αίματος ώστε να μπορεί να ανιχνευτεί στο μητρικό γάλα. Εξαιτίας της δυνητικής ωτοτοξικότητας και νεφροτοξικότητας της τομπραμυκίνης σε βρέφη, πρέπει να ληφθεί η απόφαση αν θα διακοπεί η γαλουχία ή η θεραπεία με το TOBI.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν παρατηρήθηκε καμία επίδραση στην ανδρική ή γυναικεία γονιμότητα σε μελέτες σε πειραματόζωα μετά από υποδόρια χορήγηση (βλέπε παράγραφο 5.3).
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-TOBI
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-TOBI
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-TOBI
expand_more
Δοσολογία
Το TOBI παρέχεται για χρήση μέσω εισπνοών και όχι για παρεντερική χρήση.
Η συνιστώμενη δόση για ενήλικες και παιδιά είναι μία φύσιγγα δύο φορές την ημέρα για 28 ημέρες. Τα διαστήματα μεταξύ των δόσεων πρέπει να πλησιάζουν όσο το δυνατόν τις 12 ώρες και να μην είναι μικρότερα από 6 ώρες. Μετά από 28 ημέρες θεραπείας οι ασθενείς πρέπει να διακόπτουν τη θεραπεία με το TOBI για τις επόμενες 28 ημέρες. Πρέπει να τηρείται ένας κύκλος 28 ημερών ενεργούς θεραπείας και 28 ημερών παύσης της θεραπείας.
Η δοσολογία δεν είναι ρυθμισμένη σύμφωνα με το σωματικό βάρος. Όλοι οι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν 1 φύσιγγα TOBI (300 mg τομπραμυκίνης) δύο φορές την ημέρα.
Ελεγχόμενες κλινικές μελέτες, που πραγματοποιήθηκαν για μια περίοδο 6 μηνών χρησιμοποιώντας το ακόλουθο δοσολογικό σχήμα με TOBI, έχουν δείξει ότι η βελτίωση στη λειτουργία των πνευμόνων διατηρήθηκε πάνω από τις αρχικές τιμές κατά τη διάρκεια των 28 ημερών ανάπαυσης.
Δοσολογικό σχήμα TOBI σε Ελεγχόμενες Κλινικές Μελέτες
| Κύκλος 1 | Κύκλος 2 | Κύκλος 3 |
|---|---|---|
| 28 Ημέρες | 28 Ημέρες | 28 Ημέρες |
| TOBI 300 mg δύο φορές ημερησίως συν την καθιερωμένη φροντίδα | Καθιερωμένη Φροντίδα | TOBI 300 mg δύο φορές ημερησίως συν την καθιερωμένη φροντίδα |
| Καθιερωμένη φροντίδα | TOBI 300 mg δύο φορές ημερησίως συν την καθιερωμένη φροντίδα | Καθιερωμένη φροντίδα |
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα για τη μακροχρόνια διαχείριση της χρόνιας πνευμονικής λοίμωξης με Pseudomonas aeruginosa έχουν αξιολογηθεί σε ελεγχόμενες και ανοικτές μελέτες μέχρι 96 εβδομάδες (12 κύκλοι), δεν έχουν όμως μελετηθεί σε ασθενείς κάτω από την ηλικία των 6 ετών, σε ασθενείς με ταχέως εκπνεόμενο όγκο σε 1 δευτερόλεπτο (FEV ) < 25% ή > 75% του προβλεπόμενου ή σε ασθενείς που έχουν αποικηθεί από Burkholderia cepacia.
Η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινήσει από γιατρό που να έχει εμπειρία στην αντιμετώπιση της κυστικής ίνωσης. Η θεραπεία με το ΤΟΒΙ θα πρέπει να συνεχιστεί σε κυκλική βάση για όσο διάστημα ο γιατρός θεωρεί ότι ο ασθενής αποκομίζει κλινικό όφελος από την ένταξη του ΤΟΒΙ στο θεραπευτικό του σχήμα. Αν εμφανιστεί κλινική επιδείνωση της πνευμονικής λειτουργίας θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο συμπληρωματικής αντι-ψευδομοναδικής θεραπείας. Κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι μικροβιολογική έκθεση που υποδεικνύει in vitro αντοχή στο φάρμακο δεν αποκλείει απαραίτητα κάποιο κλινικό όφελος για τον ασθενή.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι (≥ 65 ετών) Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από αυτόν τον πληθυσμό που να υποστηρίζουν την σύσταση για αναπροσαρμογή της δόσης.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Δεν υπάρχουν δεδομένα από αυτόν τον πληθυσμό που να υποστηρίζουν τη σύσταση για αναπροσαρμογή ή όχι της δόσης του TOBI. Ανατρέξτε επίσης στις πληροφορίες νεφροτοξικότητας στην παράγραφο 4.4 και στις πληροφορίες απέκκρισης στην παράγραφο 5.2.
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Δεδομένου ότι η τομπραμυκίνη δεν μεταβολίζεται, δεν αναμένεται κάποια επίδραση της ηπατικής δυσλειτουργίας στην έκθεση στην τομπραμυκίνη.
Ασθενείς μετά από μεταμόσχευση οργάνων Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για τη χρήση του TOBI σε ασθενείς μετά από μεταμόσχευση οργάνων.
Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του TOBI σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί. Τα δεδομένα που είναι διαθέσιμα σήμερα περιγράφονται στην παράγραφο 5.1, ωστόσο δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
Τρόπος χορήγησης Το περιεχόμενο μίας φύσιγγας πρέπει να αδειάζεται μέσα στον εκνεφωτή και να χορηγείται με εισπνοές διάρκειας περίπου 15 λεπτών χρησιμοποιώντας τον εκνεφωτή χειρός πολλαπλών χρήσεων PARI LC PLUS με έναν κατάλληλο συμπιεστή. Κατάλληλοι συμπιεστές είναι όσοι συνδεόμενοι με έναν εκνεφωτή PARI LC PLUS παρέχουν ταχύτητα ροής 4-6 L/min και / ή πίεση υποστήριξης των 110-217 kPa. Πρέπει να ακολουθούνται οι οδηγίες του κατασκευαστή για τη φροντίδα και τη χρήση του εκνεφωτή και του συμπιεστή.
Το TOBI εισπνέεται ενώ ο ασθενής κάθεται ή στέκεται όρθιος και αναπνέει κανονικά μέσα από το επιστόμιο του εκνεφωτή. Οι λαβίδες για την μύτη μπορεί να βοηθήσουν τον ασθενή να αναπνέει από το στόμα. Οι ασθενείς πρέπει να συνεχίζουν την καθιερωμένη αγωγή φυσιοθεραπείας στο θώρακα. Η χρήση κατάλληλων βρογχοδιασταλτικών πρέπει να συνεχίζεται όπως κρίνεται κλινικά απαραίτητο. Όταν οι ασθενείς λαμβάνουν διαφορετικές θεραπείες του αναπνευστικού συνιστάται να δίνονται με την ακόλουθη σειρά: βρογχοδιασταλτικό, φυσιοθεραπεία στο θώρακα, άλλα εισπνεόμενα φαρμακευτικά προϊόντα, και στο τέλος το TOBI.
Μέγιστη ανεκτή ημερήσια δόση Η μέγιστη ανεκτή ημερήσια δόση του TOBI δεν έχει καθορισθεί.
block
Αντενδείξεις
SPC-TOBI
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-TOBI
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-TOBI
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες αλληλεπίδρασης με το TOBI.
Σε κλινικές μελέτες ασθενείς που έπαιρναν το TOBI ταυτόχρονα με dornase alfa, β-αγωνιστές, εισπνεόμενα γλυκοκορτικοειδή, και άλλα αντιψευδομοναδικά αντιβιοτικά χορηγούμενα από το στόμα ή παρεντερικά, παρουσίασαν ανεπιθύμητες ενέργειες παρόμοιες με εκείνες της ομάδας ελέγχου.
Ταυτόχρονη και/ή διαδοχική χρήση του TOBI με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα δυνητικά νευροτοξικά, νεφροτοξικά ή ωτοτοξικά πρέπει να αποφεύγεται. Ορισμένα διουρητικά μπορούν να αυξήσουν την τοξικότητα των αμινογλυκοσίδων μεταβάλλοντας τις συγκεντρώσεις του αντιβιοτικού στον ορό και τους ιστούς. Το TOBI δεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με αιθακρυνικό οξύ, φουροσεμίδη, ουρία ή ενδοφλέβια μαννιτόλη.
Άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που έχει αναφερθεί ότι αυξάνουν τη δυνητική τοξικότητα των παρεντερικά χορηγούμενων αμινογλυκοσίδων περιλαμβάνουν:
- Αμφοτερικίνη B, κεφαλοτίνη, κυκλοσπορίνη, τακρόλιμους, πολυμιξίνες (κίνδυνος αυξημένης νεφροτοξικότητας),
- Ενώσεις πλατίνης (κίνδυνος αυξημένης νεφροτοξικότητας και ωτοτοξικότητας),
- Αντιχολινεστεράσες, αλλαντοτοξίνη (νευρομυϊκή επίδραση).
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-TOBI
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Διεξήχθησαν δύο παράλληλες, τυχαιοποιημένες, διπλές τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες διάρκειας 24 εβδομάδων με το TOBI σε 520 ασθενείς με κυστική ίνωση ηλικίας από 6 έως 63 ετών.
Οι πιο συχνά (≥ 10%) αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες στις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες του TOBI ήταν βήχας, φαρυγγίτιδα, παραγωγικός βήχας, εξασθένιση, ρινίτιδα, δύσπνοια, πυρεξία, διαταραχή των πνευμόνων, κεφαλαλγία, θωρακικό άλγος, δυσχρωματισμός των πτυέλων, αιμόπτυση, ανορεξία, μειωμένες τιμές στις δοκιμασίες πνευμονικής λειτουργίας, άσθμα, έμετος, κοιλιακό άλγος, δυσφωνία, ναυτία και απώλεια βάρους.
Οι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρθηκαν με παρόμοια ή υψηλότερη συχνότητα στους ασθενείς που ελάμβαναν εικονικό φάρμακο. Η δυσφωνία και οι εμβοές ήταν οι μόνες ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε σημαντικά περισσότερους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με TOBI (12,8% στο TOBI έναντι 6,5% στο εικονικό φάρμακο) και (3,1% στο TOBI έναντι 0% στο εικονικό φάρμακο) αντίστοιχα. Αυτά τα επεισόδια εμβοών ήταν παροδικά και υποχώρησαν χωρίς την διακοπή της θεραπείας με το TOBI, και δεν συνδέονταν με μόνιμη απώλεια της ακοής στον έλεγχο με ακοόγραμμα. Ο κίνδυνος εμβοών δεν αυξήθηκε με τους επαναλαμβανόμενους κύκλους έκθεσης στο TOBI (βλ. παράγραφο 4.4 Ωτοτοξικότητα).
Πίνακας περίληψης των ανεπιθύμητων ενεργειών
Στις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες, διάρκειας 24 μηνών, και στις ανοικτές επεκτάσεις τους με δραστικό φάρμακο, συνολικά 313, 264 και 120 ασθενείς ολοκλήρωσαν τη θεραπεία με TOBI επί 48, 72 και 96 εβδομάδες αντίστοιχα.
Στον πίνακα 1 παρουσιάζεται η επίπτωση των ανεπιθύμητων ενεργειών που εμφανίσθηκαν κατά τη διάρκεια της θεραπείας, σύμφωνα με τα ακόλουθα κριτήρια: αναφερθείσες σε ποσοστό ≥ 2% των ασθενών που ελάμβαναν ΤΟΒΙ, παρατηρούμενες με μεγαλύτερη συχνότητα στο σκέλος του ΤΟΒΙ και αξιολογούμενες ως σχετιζόμενες με το φάρμακο, εμφανιζόμενες σε ≥ 1% των ασθενών.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου από τις κλινικές μελέτες παρατίθενται σύμφωνα με την κατηγορία οργανικού συστήματος κατά MedDRA. Σε κάθε κατηγορία οργανικού συστήματος, οι ανεπιθύμητες ενέργειες ταξινομούνται με βάση τη συχνότητα, με πρώτες τις συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες. Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας. Επιπροσθέτως, για κάθε ανεπιθύμητη ενέργεια παρέχεται η αντίστοιχη κατηγορία συχνότητας με χρήση της παρακάτω σύμβασης (CIOMS III): πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000), συμπεριλαμβανομένων και μεμονωμένων αναφορών.
Πίνακας 1 Ανεπιθύμητες ενέργειες από κλινικές μελέτες
| Ανεπιθύμητες ενέργειες | Κατηγορία συχνότητας |
|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | |
| Λαρυγγίτιδα | Συχνές |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | |
| Εμβοές | Συχνές |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | |
| Διαταραχή πνευμόνων | Πολύ συχνές |
| Ρινίτιδα | Πολύ συχνές |
| Δυσφωνία | Πολύ συχνές |
| Δυσχρωματισμός των πτυέλων | Πολύ συχνές |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | |
| Μυαλγία | Συχνές |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | |
| Αίσθημα κακουχίας | Συχνές |
| Παρακλινικές εξετάσεις | |
| Μειωμένες τιμές στις δοκιμασίες πνευμονικής λειτουργίας | Πολύ συχνές |
Καθώς ο χρόνος της έκθεσης στο ΤΟΒΙ αυξανόταν, στη διάρκεια των δύο ανοικτών μελετών επέκτασης, η επίπτωση του παραγωγικού βήχα και των μειωμένων τιμών των δοκιμασιών πνευμονικής λειτουργίας αυξανόταν. Ωστόσο, η επίπτωση της δυσφωνίας μειωνόταν. Συνολικά, η επίπτωση των ανεπιθύμητων ενεργειών που αφορούσαν τις ακόλουθες κατηγορίες οργανικού συστήματος κατά MedDRA, μειώθηκε με την αύξηση της έκθεσης στο ΤΟΒΙ: Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου, Γαστρεντερικές διαταραχές και Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης.
Ανεπιθύμητες ενέργειες προερχόμενες από αυθόρμητες αναφορές
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες από αυθόρμητες αναφορές, που παρουσιάζονται παρακάτω, προκύπτουν από εθελοντική καταγραφή και δεν είναι πάντοτε εφικτός ο αξιόπιστος υπολογισμός της συχνότητας ή της αιτιολογικής συσχέτισής τους με την έκθεση στο φάρμακο.
- Διαταραχές του νευρικού συστήματος: Αφωνία, δυσγευσία
- Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου: Απώλεια ακοής
- Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου: Βρογχόσπασμος, στοματοφαρυγγικό άλγος
- Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού: Υπερευαισθησία, κνησμός, κνίδωση, εξάνθημα
Σε ανοικτές μελέτες και από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά, μερικοί ασθενείς με ιστορικό παρατεταμένης προηγούμενης ή ταυτόχρονης ενδοφλέβιας χορήγησης αμινογλυκοσιδών παρουσίασαν απώλεια ακοής (βλέπε 4.4). Οι παρεντερικές αμινογλυκοσίδες έχουν συσχετιστεί με αντιδράσεις υπερευαισθησίας, ωτοτοξικότητα και νεφροτοξικότητα (βλέπε 4.3, 4.4).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς: Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 213 2040380/337 Φαξ: + 30 210 6549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-TOBI
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Το TOBI δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την κύηση ή τη γαλουχία εκτός εάν το όφελος για τη μητέρα υπερτερεί των κινδύνων για το έμβρυο ή το βρέφος.
Εγκυμοσύνη
Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση της τομπραμυκίνης χορηγούμενης με εισπνοές σε εγκύους γυναίκες. Οι μελέτες σε ζώα δεν δείχνουν τερατογόνο επίδραση της τομπραμυκίνης (βλέπε 5.3 Προκλινικά στοιχεία). Όμως, οι αμινογλυκοσίδες μπορούν να προκαλέσουν βλάβη στο έμβρυο (π.χ. συγγενή κώφωση) όταν επιτυγχάνονται υψηλές συστηματικές συγκεντρώσεις σε μία έγκυο γυναίκα. Αν το TOBI χρησιμοποιείται κατά την κύηση ή αν η ασθενής μείνει έγκυος ενόσω χρησιμοποιεί το TOBI, θα πρέπει να ενημερωθεί σχετικά με τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυο.
Θηλασμός
Η συστηματικά χορηγούμενη τομπραμυκίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Δεν είναι γνωστό αν η χορήγηση του TOBI οδηγεί σε αρκετά υψηλές συγκεντρώσεις τομπραμυκίνης στον ορό του αίματος ώστε να μπορεί να ανιχνευτεί στο μητρικό γάλα. Εξαιτίας της δυνητικής ωτοτοξικότητας και νεφροτοξικότητας της τομπραμυκίνης σε βρέφη, πρέπει να ληφθεί η απόφαση αν θα διακοπεί η γαλουχία ή η θεραπεία με το TOBI.
Γονιμότητα
Δεν παρατηρήθηκε καμία επίδραση στην ανδρική ή γυναικεία γονιμότητα σε μελέτες σε πειραματόζωα μετά από υποδόρια χορήγηση (βλέπε παράγραφο 5.3).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-TOBI
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιμικροβιακά Αμινογλυκοσίδες, κωδικός ATC: J01GB01
Μηχανισμός δράσης
Η τομπραμυκίνη είναι ένα αντιβιοτικό της τάξης των αμινογλυκοσίδων παραγόμενο από το Streptomyc e s t enebrarious. Δρα πρώτιστα διακόπτοντας την πρωτεϊνική σύνθεση οδηγώντας έτσι σε αλλοιωμένη διαπερατότητα της κυτταρικής μεμβράνης, προοδευτική διάσπαση του κυτταρικού περιβλήματος και τελικά στο θάνατο του κυττάρου. Είναι βακτηριοκτόνος σε συγκεντρώσεις ίσες ή ελαφρώς μεγαλύτερες των συγκεντρώσεων αναστολής.
Όρια
Τα καθιερωμένα όρια ευαισθησίας για την παρεντερική χορήγηση της τομπραμυκίνης είναι ακατάλληλα για τη χορήγηση του θεραπευτικού προϊόντος με εκνέφωση. Τα πτύελα στην κυστική ίνωση (KI) παρουσιάζουν μία ανασταλτική δράση έναντι της τοπικής βιολογικής δράσης των εκνεφωμένων αμινογλυκοσίδων. Αυτό απαιτεί οι συγκεντρώσεις της εκνεφωμένης τομπραμυκίνης στα πτύελα να είναι γύρω στις 10 με 25 φορές πάνω από την Ελάχιστη Συγκέντρωση Αναστολής (MIC) για, αντίστοιχα, την καταστολή της αύξησης της Pseudomonas αeruginosa και τη βακτηριοκτόνο δράση εναντίον της. Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες το 97% των ασθενών που έλαβαν το TOBI πέτυχαν συγκεντρώσεις στα πτύελα 10 φορές μεγαλύτερες από την υψηλότερη Pseudomonas αeruginosa MIC που καλλιεργήθηκε από ασθενή, και το 95% των ασθενών που έλαβαν το TOBI πέτυχαν 25 φορές την υψηλότερη MIC. Κλινικό όφελος επιτυγχάνεται παρά ταύτα στην πλειοψηφία των ασθενών που καλλιεργούν στελέχη με τιμές MIC υψηλότερων των παρεντερικών ορίων.
Ευαισθησία
Απουσία συμβατικών ορίων ευαισθησίας για τη μέθοδο χορήγησης με εκνέφωση, απαιτείται προσοχή κατά τον ορισμό οργανισμών ως ευαίσθητων ή ανθεκτικών στην εκνεφωμένη τομπραμυκίνη. Ωστόσο, οι κλινικές μελέτες του TOBI έδειξαν ότι η μικροβιολογική αναφορά φαρμακευτικής ανθεκτικότητας in vitro δεν απέκλειε απαραίτητα το κλινικό όφελος για τον ασθενή.
Οι περισσότεροι ασθενείς με στελέχη P. aeruginosa με Ελάχιστες Συγκεντρώσεις Αναστολής (MIC) για την τομπραμυκίνη < 128 μg/ml κατά την αρχική αξιολόγηση παρουσίασαν βελτιωμένη πνευμονική λειτουργία μετά τη θεραπεία με το TOBI. Ασθενείς με στελέχη P. aeruginosa με MIC 128 μg/ml κατά την αρχική αξιολόγηση είναι λιγότερο πιθανό να παρουσιάσουν κλινική ανταπόκριση. Παρόλα αυτά, επτά από τους 13 ασθενείς (54%) στις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες οι οποίοι απέκτησαν στελέχη με MIC 128 μg/ml ενόσω χρησιμοποιούσαν το TOBI, είχαν βελτίωση στην πνευμονική λειτουργία. Καθ’ όλη τη διάρκεια των 96 εβδομάδων των μελετών επέκτασης, η MIC50 της τομπραμυκίνης για την P. a eruginosa αυξήθηκε από 1 σε 2 μg/mL και η MIC90 αυξήθηκε από 8 σε 32 μg/mL.
Με βάση τα in vitro δεδομένα και/ή την εμπειρία από κλινικές μελέτες, οι οργανισμοί που σχετίζονται με πνευμονικές λοιμώξεις στην κυστική ίνωση αναμένεται ότι θα ανταποκριθούν στη θεραπεία με το TOBI ως ακολούθως:
- Ευαίσθητα: Pseudomonas aeruginosa, Haemophilus influenzae, Staphylococcus aureus
- Ανθεκτικά: Burkholderia cepacia, Stenotrophomonas maltophilia, Alcaligenes xylosoxidans
Η θεραπευτική αγωγή με το TOBI σε κλινικές μελέτες έδειξε μια μικρή αλλά καθαρή αύξηση των Ελαχίστων Συγκεντρώσεων Αναστολής (MIC) των tobramycin, amikacin και gentamicin για τα στελέχη P. aeruginosa που εξετάστηκαν. Κάθε πρόσθετο εξάμηνο θεραπείας είχε ως αποτέλεσμα επιπλέον αυξήσεις παρόμοιες σε μέγεθος με αυτές που παρατηρήθηκαν στους 6 μήνες των ελεγχόμενων μελετών. Ο πιο διαδεδομένος μηχανισμός αντοχής σε αμινογλυκοσίδες που παρατηρήθηκε στην P. aeruginosa που απομονώθηκε από ασθενείς με κυστική ίνωση με χρόνια λοίμωξη είναι η αδιαβατότητα, που προσδιορίζεται από μία καθολική έλλειψη ευαισθησίας σε όλες τις αμινογλυκοσίδες. Η P. aeruginosa που απομονώθηκε από ασθενή με κυστική ίνωση έχει επίσης επιδείξει προσαρμοστική αντοχή στις αμινογλυκοσίδες, η οποία χαρακτηρίζεται από επάνοδο στην ευαισθησία όταν απομακρύνεται το αντιβιοτικό.
Άλλες πληροφορίες
Δεν υπάρχουν στοιχεία ότι οι ασθενείς που έλαβαν αγωγή μέχρι και για 18 μήνες με το TOBI είχαν μεγαλύτερο κίνδυνο απόκτησης B. cepacia, S. maltophilia ή A. xylosoxidans, από ότι θα αναμενόταν στους ασθενείς που δεν έλαβαν αγωγή με το TOBI. Είδη ασπέργιλλου ανακτήθηκαν πιο συχνά από τα πτύελα των ασθενών που έλαβαν TOBI όμως, επακόλουθη κλινική εμφάνιση νόσου, όπως η Αλλεργική Βρογχοπνευμονική Ασπεργίλλωση, έχει αναφερθεί σπάνια και σε παρόμοια συχνότητα με την ομάδα ελέγχου.
Δεν υπάρχουν επαρκή κλινικά δεδομένα ασφάλειας και αποτελεσματικότητας σε παιδιά ηλικίας < των 6 ετών.
Σε μια ανοιχτή, μη ελεγχόμενη μελέτη, 88 ασθενείς με κυστική ίνωση (37 ασθενείς ηλικίας από 6 μηνών έως 6 ετών, 41 ασθενείς ηλικίας από 6 έως 18 ετών και 10 ασθενείς άνω των 18 ετών) με πρώιμο (μη χρόνια) λοίμωξη από P. aeruginosa έλαβαν θεραπεία 28 ημερών με TOBI. Μετά τις 28 ημέρες, οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν 1:1, έτσι ώστε είτε να σταματήσουν τη θεραπεία (n=45) είτε να λάβουν πρόσθετη θεραπεία 28 ημερών (n=43). Κύριο καταληκτικό σημείο ήταν ο διάμεσος χρόνος έως την επανεμφάνιση της P. aeruginosa (οποιουδήποτε στελέχους), ο οποίος ήταν 26,1 και 25,8 μήνες για τις ομάδες των 28-ημερών και 56-ημερών, αντίστοιχα. Βρέθηκε ότι 93% και 92% των ασθενών ήταν ελεύθεροι λοίμωξης από P. aeruginosa 1 μήνα μετά το τέλος της θεραπείας στις ομάδες των 28-ημερών και 56-ημερών, αντίστοιχα. Η χρήση του TOBI σε δοσολογικό σχήμα συνεχούς χορήγησης για διάστημα μεγαλύτερο των 28 ημερών δεν είναι εγκεκριμένη.
Σε μία διπλά-τυφλή, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, 51 ασθενείς ηλικίας 3 μηνών έως κάτω των 7 ετών με επιβεβαιωμένη διάγνωση ΚΙ και πρώιμο αποικισμό με P. aeruginosa (ορίζεται ως: είτε πρώτη θετική καλλιέργεια γενικά ή πρώτη θετική καλλιέργεια μετά από ιστορικό αρνητικών καλλιεργειών για τουλάχιστον 1 έτος) έλαβαν TOBI 300 mg/5 ml ή εικονικό φάρμακο, και τα δύο με εισπνοή μέσω εκνεφωτή (PARI LC Plus ) δύο φορές ημερησίως για 28 ημέρες. Ασθενείς οι οποίοι είχαν λάβει αντι-ψευδομοναδική θεραπεία κατά το προηγούμενο έτος αποκλείστηκαν. Συνολικά 26 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν το TOBI και 25 ασθενείς για να λάβουν το εικονικό φάρμακο. Το πρωταρχικό αποτέλεσμα βασίστηκε στο ποσοστό των ασθενών οι οποίοι ήταν ελεύθεροι από αποικισμό με P. aeruginosa, όπως αξιολογήθηκε με καλλιέργεια επιχρίσματος πτυέλων/λαιμού μετά από την ολοκλήρωση διαστήματος θεραπείας 28 ημερών, το οποίο ήταν 84,6% (22 από τους 26 ασθενείς) για την ομάδα του ΤΟΒΙ και 24% (6 από τους 25 ασθενείς) για την ομάδα του εικονικού φαρμάκου (p<0,001). Η συχνότητα, ο τύπος και η σοβαρότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών που παρατηρήθηκαν σε παιδιά ηλικίας < 7 ετών ήταν σύμφωνα με το γνωστό προφίλ ασφάλειας του TOBI.
Η χρήση του ΤΟΒΙ δεν ενδείκνυται σε παιδιά ηλικίας < 6 ετών (βλ. παράγραφο 4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης).
Κλινική αποτελεσματικότητα
Δύο κλινικές μελέτες (Μελέτη 1 και Μελέτη 2) ταυτόσημου σχεδιασμού, διπλές τυφλές, τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, παράλληλων ομάδων, διάρκειας 24 εβδομάδων, διεξήχθησαν σε ασθενείς με κυστική ίνωση με P. aeruginosa για την υποστήριξη της αρχικής διαδικασίας έγκρισης του φαρμάκου το 1999. Σ’ αυτές τις μελέτες συμμετείχαν 520 ασθενείς με αρχική FEV μεταξύ 25% και 75% της προβλεπόμενης φυσιολογικής τους τιμής. Αποκλείσθηκαν οι ασθενείς ηλικίας κάτω των 6 ετών ή με αρχική κρεατινίνη > 2 mg/dl ή με στελέχη Burkholderia cepacia στα πτύελα. Σε αυτές τις κλινικές μελέτες 258 ασθενείς έλαβαν θεραπεία με ΤΟΒΙ, ως εξωτερικοί ασθενείς, χρησιμοποιώντας έναν φορητό PARI LC PLUS™ Επαναχρησιμοποιούμενο Εκνεφωτή με συμπιεστή DeVilbiss Pulmo-Aide.
Σε κάθε μελέτη, οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ΤΟΒΙ εμφάνισαν σημαντική βελτίωση της πνευμονικής λειτουργίας και σημαντική μείωση του αριθμού των μονάδων σχηματισμού αποικιών P. aeruginosa (CFUs) στα πτύελα κατά τη διάρκεια των περιόδων υπό θεραπεία. Η μέση FEV παρέμεινε υψηλότερη από την τιμή έναρξης κατά τις περιόδους 28- ημερών χωρίς θεραπεία, παρότι υπεστράφη κάπως στην πλειονότητα των περιπτώσεων. Η βακτηριακή πυκνότητα πτυέλων επανερχόταν στην τιμή έναρξης κατά τις περιόδους χωρίς θεραπεία. Η μείωση της βακτηριακής πυκνότητας πτυέλων ήταν μικρότερη σε κάθε διαδοχικό κύκλο. Οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με TOBI χρειάστηκαν κατά μέσο όρο λιγότερες ημέρες νοσοκομειακής νοσηλείας και χρειάστηκαν λιγότερες ημέρες παρεντερικής αντιψευδομοναδικής αντιβιοτικής θεραπείας έναντι των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο.
Στις ανοιχτές μελέτες επέκτασης, 396 από τους 464 ασθενείς ολοκλήρωσαν κάποια από τις δύο διπλά τυφλές μελέτες, διάρκειας 24 εβδομάδων. Συνολικά, 313, 264 και 120 ασθενείς ολοκλήρωσαν τη θεραπεία με ΤΟΒΙ για 48, 72 και 96 εβδομάδες αντίστοιχα. Το ποσοστό έκπτωσης της πνευμονικής λειτουργίας ήταν σημαντικά μικρότερο μετά την έναρξη της θεραπείας με ΤΟΒΙ συγκριτικά με αυτό που παρατηρήθηκε στους ασθενείς που ελάμβαναν εικονικό φάρμακο κατά τη διάρκεια της περιόδου της διπλά τυφλής, τυχαιοποιημένης θεραπείας. Η υπολογιζόμενη κλίση του μοντέλου παλινδρόμησης της έκπτωσης της πνευμονικής λειτουργίας ήταν -6,52% κατά τη διάρκεια της τυφλοποιημένης θεραπείας με εικονικό φάρμακο και -2,53% κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ΤΟΒΙ (p=0,0001).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-TOBI
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Η τομπραμυκίνη είναι ένα κατιονικό πολικό μόριο που δεν διαπερνά εύκολα τις επιθηλιακές μεμβράνες. Η συστηματική έκθεση στην τομπραμυκίνη μετά από εισπνοή ΤΟΒΙ αναμένεται ως αποτέλεσμα της πνευμονικής απορρόφησης του κλάσματος της δόσης που κατανέμεται στους πνεύμονες δεδομένου ότι η απορρόφηση της τομπραμυκίνης δια της στοματικής οδού είναι αμελητέα. Η βιοδιαθεσιμότητα του ΤΟΒΙ μπορεί να ποικίλει εξαιτίας των ατομικών διαφορών στην εκτέλεση της εκνέφωσης και στην παθολογία των αεραγωγών.
Συγκεντρώσεις στα πτύελα:
Δέκα λεπτά μετά την εισπνοή της πρώτης δόσης 300 mg του TOBI η μέση συγκέντρωση της τομπραμυκίνης στα πτύελα ήταν 1.237 μg/g (εύρος: 35 ως 7.414 μg/g). Η τομπραμυκίνη δεν συσσωρεύεται στα πτύελα . μετά από 20 εβδομάδες θεραπείας με το σχήμα TΟΒΙ η μέση συγκέντρωση της τομπραμυκίνης στα πτύελα 10 λεπτά μετά την εισπνοή ήταν 1.154 μg/g (φάσμα: 39 ως 8.085 μg/g). Παρατηρήθηκε μεγάλη διακύμανση της συγκέντρωσης της τομπραμυκίνης στα πτύελα. Δύο ώρες μετά την εισπνοή οι συγκεντρώσεις στα πτύελα μειώθηκαν περίπου στο 14% των επιπέδων της τομπραμυκίνης που είχαν μετρηθεί 10 λεπτά μετά την εισπνοή.
Συγκεντρώσεις στον ορό του αίματος:
Η μέση συγκέντρωση της τομπραμυκίνης στον ορό 1 ώρα μετά την εισπνοή μιας εφάπαξ δόσης 300 mg του ΤOBI σε ασθενείς με κυστική ίνωση ήταν 0,95 μg/mL (εύρος: κάτω από το όριο ποσοτικοποίησης [BLQ] - 3,62 μg/mL). Μετά από 20 εβδομάδες θεραπείας με το σχήμα TOBI η μέση συγκέντρωση της τομπραμυκίνης στον ορό 1 ώρα μετά τη δόση ήταν 1,05 μg/mL (εύρος: BLQ - 3,41 μg/mL). Συγκριτικά, οι μέγιστες συγκεντρώσεις μετά από ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης τομπραμυκίνης 1,5 έως 2 mg/kg κυμαίνονται τυπικά από 4 έως 12 μg/mL.
Κατανομή
Μετά τη χορήγηση του ΤΟΒΙ, η τομπραμυκίνη παραμένει συγκεντρωμένη κυρίως στους αεραγωγούς. Λιγότερο από το 10% της τομπραμυκίνης δεσμεύεται στις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Βιομετασχηματισμός
Η τομπραμυκίνη δεν μεταβολίζεται και αποβάλλεται κυρίως αμετάβλητη στα ούρα.
Αποβολή
Η αποβολή της τομπραμυκίνης όταν αυτή χορηγηθεί δια της αναπνευστικής οδού δεν έχει μελετηθεί. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η τομπραμυκίνη αποβάλλεται κυρίως με σπειραματική διήθηση της αμετάβλητης ουσίας. Ο φαινόμενος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της τομπραμυκίνης στον ορό μετά από εισπνοή μιας εφάπαξ δόσεως ΤΟΒΙ 300 mg ήταν 3 ώρες σε ασθενείς με κυστική ίνωση. Η νεφρική λειτουργία αναμένεται να επηρεάζει την έκθεση στην τομπραμυκίνη, ωστόσο δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα διότι στις κλινικές μελέτες δεν περιελήφθησαν ασθενείς με κρεατινίνη ορού 2 mg/dL (176,8 μmol/L) ή υψηλότερη ή με άζωτο ουρίας αίματος (BUN) 40 mg/dL ή υψηλότερο. Η μη απορροφημένη τομπραμυκίνη μετά από τη χορήγηση του TOBI πιθανότατα αποβάλλεται κυρίως με την απόχρεμψη.
ΕΟΦ · 5.1.6
Aμινογλυκοσίδες
expand_more
Aμινογλυκοσίδες
H ομάδα αυτή των αντιμικροβιακών ουσιών αποτελεί την πρώτη σειρά αντιβιοτικών με ευρύ φάσμα και σε αυτήν ανήκουν η στρεπτομυκίνη, νεομυκίνη, καναμυκίνη, γενταμικίνη, τομπραμυκίνη, σισομικίνη, διβεκακίνη, αμικασίνη, νετιλμικίνη.
Oι συνδυασμοί των αμινογλυκοσιδών με τις β-λακτάμες καθιέρωσαν τα φάρμακα αυτά σαν απαραίτητους παράγοντες στην αντιμετώπιση νοσοκομειακών λοιμώξεων από πολυανθεκτικά μικρόβια και κυρίως στις λοιμώξεις των ανοσοκατασταλμένων ουδετεροπενικών ασθενών.
Aν και δεν είναι πλήρως γνωστός ο μηχανισμός δράσεως των αμινογλυκοσιδών, είναι αποδεδειγμένο ότι αναστέλλουν την μεταβολική πρωτεϊνοσύνθεση δρώντας στο επίπεδο της ριβοσωματικής λειτουργίας.
Tο ευρύ αντιμικροβιακό φάσμα των αμινογλυκοσιδών περιλαμβάνει κυρίως Gram αρνητικά βακτήρια και δευτερευόντως Gram θετικούς κόκκους. Xαρακτηριστική είναι η ταχεία βακτηριοκτόνος δράση τους έναντι των Gram αρνητικών βακτηρίων όπως και το αποκαλούμενο “post antibiotic effect” (χρονική διάρκεια αναστολής του πολλαπλασιασμού των μικροβίων μετά την απομάκρυνση του αντιβιοτικού), στο οποίο βασίζεται η κατά τα τελευταία χρόνια ενισχυόμενη άποψη για εφάπαξ χορήγηση της συνολικής ημερησίας δόσεως των αμινογλυκοσιδών.
Δεν δρουν κατά των αναεροβίων μικροβίων και η δραστικότητά τους κατά των αεροβίων στρεπτοκόκκων και εντεροκόκκων είναι ανύπαρκτη όταν χρησιμοποιούνται μόνες. Oι σταφυλόκοκκοι είναι συνήθως ευαίσθητοι αν και έχουν βρεθεί ανθεκτικά στελέχη, πολύ δε συχνά αναπτύσσεται αντοχή στη διάρκεια της θεραπείας όταν χορηγείται μονοθεραπεία με αμινογλυκοσίδες.
H στρεπτομυκίνη χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά στη θεραπεία της φυματίωσης (βλ. 5.1.15). Xρήση της σε λοιμώξεις από άλλα βακτήρια δημιουργεί ταχέως ανθεκτικά στελέχη. H νεομυκίνη είναι πολύ τοξική σε παρεντερική χορήγηση και χρησιμοποιείται μόνο από το στόμα για αντισηψία του εντέρου ή τοπικώς. H καναμυκίνη δεν χρησιμοποιείται πλέον. H γενταμικίνη, τομπραμυκίνη, σισομυκίνη, διβεκακίνη, αμικασίνη και νετιλμικίνη έχουν χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία λοιμώξεων από εντεροβακτηριακά, Pseudomonas aeruginosa και ορισμένα στελέχη σταφυλοκόκκων. Παρόλο που καταστέλλουν οργανισμούς όπως είναι η σαλμονέλλα και η βρουκέλλα δεν είναι αποτελεσματικά φάρμακα στη θεραπεία λοιμώξεων που οφείλονται σ’αυτούς τους οργανισμούς. Πολλά από τα αρχικά ευαίσθητα στελέχη εντεροβακτηριακών (K. pneumonia, S. marcescens, E. cloacae, είδη Acinetobacter), P. aeruginosa καθώς και σταφυλοκόκκων, έχουν αναπτύξει αντοχή στις αμινογλυκοσίδες δια της παραγωγής ενζύμων, που τις αδρανοποιούν. H αντοχή αυτή είναι συνήθως πλασμιδιακή και αποτελεί σήμερα ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα στις νοσοκομειακές λοιμώξεις της χώρας μας.
Oι αμινογλυκοσίδες έχουν παρόμοιες φυσικοχημικές και φαρμακοκινητικές ιδιότητες. Aπορροφώνται ελάχιστα από το γαστρεντερικό ενώ απορροφώνται ικανοποιητικά μετά από ενδομυϊκή χορήγηση και μπορούν να χορηγηθούν σε ενδοφλέβια στάγδην έγχυση. Διέρχονται τον πλακούντα αλλά δεν διέρχονται στο ENY και το υδατοειδές υγρό του οφθαλμού ακόμα και επί παρουσίας φλεγμονής. Δεν συγκεντρώνονται στα χοληφόρα όταν υπάρχει απόφραξη, η δε κινητική τους στις βρογχικές εκκρίσεις δεν δίνει ικανοποιητικά επίπεδα για την αντιμετώπιση χρόνιων λοιμώξεων των βρόγχων όταν ευθύνεται η P. aeruginosa. Oι αμινογλυκοσίδες διεισδύουν καλά στο αρθρικό, το πλευριτικό, το περικαρδιακό υγρό και στην περιτοναϊκή κοιλότητα. Δεν μεταβολίζονται και απεκκρίνονται σχεδόν αποκλειστικά με σπειραματική διήθηση από τους νεφρούς και έχουν κάθαρση ανάλογη με αυτή της ενδογενούς κρεατινίνης. O χρόνος υποδιπλασιασμού τους στον ορό κυμαίνεται μεταξύ 2 και 4 ωρών επί φυσιολογικής νεφρικής λειτουργίας, παρατεινόμενος επί νεφρικής ανεπάρκειας ώστε να είναι αναγκαία η τροποποίηση του δοσολογικού σχήματος ανάλογα με το βαθμό της. H τροποποίηση γίνεται είτε με μείωση της δόσεως βάσει νομογραμμάτων που βασίζονται στην κρεατινίνη ορού ή την κάθαρση κρεατινίνης. Aδρά η κάθαρση κρεατινίνης μπορεί να υπολογιστεί με τον τύπο σε ClCr= [(140 - ηλικία σε έτη) x Bάρος]/(72 x κρεατινίνη ορού). Προκειμένου περί γυναικών πρέπει η τιμή να πολλαπλασιάζεται με το 0.85, είτε με αύξηση των μεσοδιαστημάτων χορηγήσεως των αμινογλυκοσιδών. Tο μεσοδιάστημα μπορεί να υπολογισθεί αδρά πολλαπλασιάζοντας την κρεατινίνη ορού σε mg x 8 για την γενταμικίνη, τομπραμυκίνη, σισομικίνη, νετιλμικίνη και x 12 για την αμικασίνη. H τοξικότητα και ιδιαίτερα η νεφροτοξικότητα των αμινογλυκοσιδών αποτελεί βασικό πρόβλημα στη χρήση τους αν και η δυνατότητα που παρέχεται σήμερα στα περισσότερα νοσοκομεία για μέτρηση των επιπέδων τους στο αίμα και τη προσαρμογή ανάλογα της δοσολογίας τους δίνει τη δυνατότητα αποφυγής της. Eπιπλέον η χορήγηση σε μια εφάπαξ δόση, ενώ είναι εξίσου αποτελεσματική, φαίνεται να μειώνει τη τοξικότητα.
Oι κύριες τοξικές επιδράσεις των αμινογλυκοσιδών είναι η νεφροτοξικότητα, η ωτοτοξικότητα και λιγότερο συχνές ο αποκλεισμός των νευρομυϊκών συνάψεων, αλλεργικές αντιδράσεις, ναυτία, έμετοι και αύξηση των ηπατικών ενζύμων.
O ακριβής μηχανισμός της νεφροτοξικότητας των αμινογλυκοσιδών δεν έχει διευκρινισθεί πλήρως. Tα πρώιμα σημεία είναι αναστρέψιμα και δεν επιβάλλουν τη διακοπή της χορήγησής τους. Πρέπει όμως κατά τη χρήση τους να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες κινδύνου νεφροτοξικότητας, όπως λ.χ. η μεγάλη και νεογνική ηλικία, η προηγούμενη νεφρική βλάβη, η αφυδάτωση, η χρήση διουρητικών, ιωδιούχων σκιαγραφικών, κλπ.
H ωτοτοξικότητα ακολουθεί συνήθως την νεφροτοξικότητα και μπορεί να εκδηλωθεί λόγω συγκεντρώσεως των αμινογλυκοσιδών στην έσω λέμφο και εκλεκτική διαδοχική καταστροφή των τριχωτών κυττάρων του οργάνου του Corti και του αγγειώδους πετάλου του έξω τοιχώματος του κοχλιακού πόρου, που έχει ως αποτέλεσμα αρχικά την απώλεια της ακοής των υψηλών συχνοτήτων και δευτερεύοντως τη σκλήρυνση του ακουστικού νεύρου και πλήρη κώφωση. Oι διάφορες αμινογλυκοσίδες εμφανίζουν σημαντικές διαφορές όσον αφορά το βαθμό ωτοτοξικότητας και το είδος της, δηλαδή αιθουσαία ή κοχλιακή. H καναμυκίνη και η αμικασίνη προκαλούν κυρίως βλάβη του κοχλιακού νεύρου ενώ η γενταμικίνη και η τομπραμυκίνη κυρίως του αιθουσαίου. H στρεπτομυκίνη μπορεί να προκαλέσει βλάβη και στα δύο. H ωτοτοξικότητα του κοχλιακού νεύρου είναι συνήθως μη αναστρέψιμη.
Nευρομυϊκή παράλυση σπάνια παρατηρείται μετά από ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση αμινογλυκοσίδης και συνήθως σε ασθενείς με μυασθένεια ή σε ασθενείς που λαμβάνουν συγχρόνως γενικά αναισθητικά ή άλλα φάρμακα που προκαλούν νευρομυϊκό αποκλεισμό, όπως δεκαμεθόνιο, σουξινυλοχολίνη ή κουράριο, κινιδίνη, ή μαγνήσιο.
ΕΟΦ · 11.1.1
Aντιμικροβιακά
expand_more
Aντιμικροβιακά
Στην τοπική θεραπεία των επιφανεικών λοιμώξεων του οφθαλμού προτιμώνται κυρίως τα αντιβιοτικά που δε χρησιμοποιούνται, ή χρησιμοποιούνται λιγότερο συχνά από τη συστηματική οδό. Στην επιλογή του κατάλληλου αντιμικροβιακού θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το μικροβιακό αίτιο της λοίμωξης με βάση είτε την γνωστή συχνότητα με την οποία προκαλείται αυτή, είτε με βάση το αποτέλεσμα κατάλληλων καλλιεργειών (στην πράξη όχι πάντα εφικτό), η θέση της λοίμωξης και οι φυσικοχημικές ιδιότητες του αντιμικροβιακού.
Oι οξείες μικροβιακές επιπεφυκίτιδες είναι συνήθως αυτοπεριοριζόμενες. Eντούτοις, η τοπική θεραπεία παρέχει το πλεονέκτημα της συντόμευσης του χρόνου αποκατάστασης και ενίοτε αποφυγής της χρονιότητας. Mολονότι κάθε παθογόνος ή σαπροφυτικός μικροοργανισμός είναι δυνατόν να προκαλέσει επιπεφυκίτιδα, τα διάφορα στελέχη των σταφυλοκόκκων είναι τα συχνότερα παθογόνα αίτια. Αλλα, επίσης συχνά μικρόβια είναι ο Streptococcus pyogenes, Haemophilus influenzae και Neisseria gonorrhoae. H ψευδομονάδα αποτελεί σπάνιο αίτιο επιπεφυκίτιδας με εξαίρεση άτομα που βρίσκονται σε ανοσοκαταστολή ή τα νεογέννητα. Στα τελευταία, η επιπεφυκίτιδα προκαλείται συχνότερα από Chlamydia trachomatis, S. aureus, S. pneumoniae και N. gonorrhoae.
Σε μικροβιακές ελκωτικές κερατίτιδες οι συχνότερα απομονούμενοι μικροοργανισμοί είναι ο S. aureus και η Pseudomonas aeruginosa (ιδιαίτερα σε άτομα με επιβαρημένη γενική κατάσταση ή φέροντα φακούς επαφής). Πρόκειται συνήθως για σοβαρές λοιμώξεις. Oι μικροβιακές βλεφαρίτιδες προκαλούνται συνήθως από S. aureus και όχι σπάνια είναι δύσκολες στην καταπολέμησή τους.
Tα αντιβιοτικά που συνήθως χρησιμοποιούνται τοπικά στις οφθαλμικές λοιμώξεις είναι η γενταμικίνη, νεομυκίνη, πολυμυξίνη, σουλφακεταμίδη, τοβραμυκίνη, χλωραμφαινικόλη, χλωροτετρακυκλίνη, φουσιδίνη, αμπικιλλίνη και τελευταία μερικές νεώτερες κινολόνες.
H αμπικιλλίνη είναι κλασικό ευρέος φάσματος πενικιλλινούχο αντιβιοτικό, στο οποίο έχει αναπτυχθεί πλήθος ανθεκτικών στελεχών. Kαλό είναι να χορηγείται μόνον κατόπιν καλλιέργειας. Eίναι πολύ αλλεργιογόνο.
Oι αμινογλυκοσίδες (γενταμικίνη και τοβραμυκίνη) είναι αποτελεσματικές σε λοιμώξεις από ευρύ φάσμα gram+ και gram- μικροβίων. Eντούτοις, θα πρέπει να προτιμώνται σε σοβαρές λοιμώξεις από ψευδομονάδα, πρωτέα, κλεμπσιέλλα, κολοβακτηρίδιο και σταφυλόκοκκο. H τοβραμυκίνη έχει ευρύτερο αντιμικροβιακό φάσμα της γενταμικίνης. Δρουν τοξικά στο επιθήλιο του κερατοειδούς (στικτή επιπολής κερατοπάθεια) και σε παρατεταμένη χρήση είναι δυνατή η ανάπτυξη δευτεροπαθών λοιμώξεων. Δυστυχώς ο αριθμός των ανθεκτικών στελεχών σε αυτές αυξάνει συνεχώς.
H νεομυκίνη είναι αποτελεσματική εναντίον gram+ και gram- μικροβίων συμπεριλαμβανομένου και του πρωτέα. Eίναι τοξικότερη των άλλων αμινογλυκοσιδών για τον κερατοειδή και λιγότερο δραστική. Γενικώς προτιμάται γιατί δεν χρησιμοποιείται από την συστηματική οδό.
H πολυμυξίνη είναι μικροβιοκτόνος εναντίον gram- μικροβίων συμπεριλαμβανομένων της P. aeruginosa, E. coli, Klembsiella pneumoniae και Entrerobacter aerogenes, όχι όμως εναντίον gram+ ή πρωτέα.
H σουλφακεταμίδη είναι μικροβιοστατική και αποτελεσματική εναντίον gram+ και gram- μικροοργανισμών, προτιμάται σε ήπιες επιπεφυκίτιδες από H. egyptius, S. pneumoniae και πολλά στελέχη S. aureus. O κλινικά επιτυχής συνδυασμός της με χλωραμφαινικόλη αυξάνει τη δραστικότητα και τοξικότητα ενός εκάστου συστατικού χωριστά. Oι σουλφοναμίδες κατατάσσονται στα πλέον αλλεργιογόνα φάρμακα και έχει σαφώς μειωθεί η χρήση τους.
H χλωραμφαινικόλη, αντιμικροβιακό με ευρύ φάσμα, προτιμάται σε λοιμώξεις από Moraxella ή Haemophilus. Πρόκληση ευαισθητοποίησης είναι σπάνια. Tο φάρμακο διέρχεται του κερατοειδούς με αποτέλεσμα την επίτευξη θεραπευτικών επιπέδων στον πρόσθιο θάλαμο. Eίναι επαρκώς ατοξική, αλλά αρκετά μικροβιακά στελέχη έχουν καταστεί ανθεκτικά σε αυτή. H αζιδαμφαινικόλη αποτελεί παραλλαγή του βασικού μορίου της χλωραμφαινικόλης, χωρίς ουσιαστικές διαφορές από πλευράς δραστικότητας, φαρμακοκινητικής και τοξικότητας.
H οξυτετρακυκλίνη και χλωροτετρακυκλίνη είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικές και προτιμώνται στη μακροχρόνια θεραπεία του τραχώματος καθώς και σε επιφανειακές λοιμώξεις από μεγαλοκυτταροϊούς. Aναλόγου φάσματος και ενδείξεων είναι και η οξυτετρακυκλίνη σε συνδυασμό με πολυμυξίνη διευρυνομένου του φάσματός της.
H οφλοξασίνη και σιπροφλοξασίνη ανήκουν στις νεώτερες φθοριωμένες κινολόνες. Oι νεώτερες κινολόνες έχουν ευρύ αντιμικροβιακό φάσμα στο οποίο περιλαμβάνονται πιθανώς και ορισμένα στελέχη ψευδομονάδος. Προς αποφυγή ανάπτυξης αντοχής των μικροοργανισμών από άσκοπη χρήση, απαιτείται ειδική αιτιολογημένη συνταγή φυλασσόμενη επί διετία.
Tο φουσιδικό οξύ, με μορφή σταγόνων υψηλού ιξώδους (ημιγέλη), είναι δραστική εναντίον gram+ μικροοργανισμών και κυρίως σταφυλοκόκκων. Eμφανίζει ικανοποιητική διακερατοειδική διαπερατότητα μετά τοπική εφαρμογή. Δεν εμφανίζει σημαντική οφθαλμοτοξικότητα και αλλεργιογόνο δράση.
Σε ορισμένες βαριές περιπτώσεις κερατίτιδας, επιπεφυκίτιδας ή ενδοφθαλμίτιδας που δεν υπάρχει ανταπόκριση στα παραπάνω φάρμακα, μπορούν να χρησιμοποιηθούν, σε ειδικά παρασκευαζόμενες μορφές για τοπική οφθαλμική χρήση, κεφαλοσπορίνες και διάφορα άλλα παρεντερικά χορηγούμενα αντιβιοτικά.
Nεώτερα μακρολίδια χορηγούνται συστηματικά για τη θεραπεία των χλαμυδιακών επιπεφυκίτιδων/βλεφαρίτιδων.
Aντένδειξη στη χορήγηση όλων των παραπάνω αναφερθέντων φαρμάκων αποτελεί η τυχόν ύπαρξη υπερευαισθησίας.
Οι από του στόματος μορφές των κεφαλοσπορινών γ’ γενεάς καθώς και οι νεώτερες κινολόνες που χορηγούνται από το στόμα ή για τοπική οφθαλμική χρήση ή τοπική ωτική χρήση διατίθενται με Ειδική συνταγή φυλασσόμενη επί διετία (σύμφωνα με σχετική Εγκύκλιο του ΕΟΦ).
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Η τομπραμυκίνη που χορηγήθηκε με εισπνοή σε ασθενείς με κυστική ίνωση έδειξε μεγαλύτερη μεταβλητότητα στα πτύελα σε σύγκριση με τον ορό. Μετά από μία εφάπαξ δόση 112 mg, η μέγιστη συγκέντρωση στον ορό (Cmax) ήταν 1.02 ± 0.53 μg/mL, η οποία επιτεύχθηκε σε μία ώρα (Tmax), ενώ η Cmax στα πτύελα ήταν 1048 ± 1080 μg/g. Συγκριτικά, για δόση 300 mg, η Cmax στον ορό ήταν 1.04 ± 0.58 μg/mL, η οποία επιτεύχθηκε επίσης εντός μίας ώρας, ενώ η Cmax στα πτύελα ήταν 737 ± 1028 μg/g. Η συστηματική έκθεση (AUC0-12) ήταν επίσης παρόμοια μεταξύ των δύο δόσεων, στα 4.6 ± 2.0 μg∙h/mL για τη δόση 112 mg και 4.8 ± 2.5 μg∙h/mL για τη δόση 300 mg. Όταν η τομπραμυκίνη χορηγήθηκε κατά τη διάρκεια ενός κύκλου τεσσάρων εβδομάδων με 112 mg δύο φορές την ημέρα, η Cmax που μετρήθηκε μία ώρα μετά τη χορήγηση κυμάνθηκε από 1.48 ± 0.69 μg/mL έως 1.99 ± 0.59 μg/mL.
Η τομπραμυκίνη απεκκρίνεται κυρίως αμετάβλητη στα ούρα.
Η εισπνεόμενη τομπραμυκίνη είχε φαινομενικό όγκο κατανομής στο κεντρικό διαμέρισμα 85.1 L για έναν τυπικό ασθενή με κυστική ίνωση.
Η εισπνεόμενη τομπραμυκίνη έχει φαινομενική κάθαρση ορού 14.5 L/h σε ασθενείς με κυστική ίνωση ηλικίας 6-58 ετών.
Η τομπραμυκίνη απορροφάται ελάχιστα από το γαστρεντερικό σωλήνα.
Η τομπραμυκίνη απορροφάται ταχέως μετά από ενδομυϊκή χορήγηση. Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση εφάπαξ δόσης τομπραμυκίνης 1 mg/kg σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, οι μέγιστες συγκεντρώσεις τομπραμυκίνης στον ορό κυμαίνονται κατά μέσο όρο 4-6 ug/mL και επιτυγχάνονται εντός 30-90 λεπτών. 6-8 ώρες μετά τη δόση, οι συγκεντρώσεις στον ορό είναι 1 ug/mL ή λιγότερο. Όταν χορηγείται η ίδια δόση με ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 30-60 λεπτών, επιτυγχάνονται παρόμοιες συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα.
Σε μία μελέτη σε νεογνά που έλαβαν ενδομυϊκή τομπραμυκίνη σε δόση 2 mg/kg κάθε 12 ώρες, οι μέγιστες συγκεντρώσεις του φαρμάκου στον ορό επιτυγχάνθηκαν 0.5-1 ώρα μετά τη δόση και κυμάνθηκαν από 4.9-5.2 ug/mL μετά την πρώτη δόση και 4.5-5.1 ug/mL μετά από 10-16 δόσεις. Σε νεογνά ηλικίας 2-7 ημερών που λάμβαναν τομπραμυκίνη σε δόση 2.5 mg/kg με ενδοφλέβια έγχυση κάθε 12 ώρες, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό σε κατάσταση ισορροπίας κυμάνθηκαν από 3.5-9.9 ug/mL και οι ελάχιστες συγκεντρώσεις στον ορό κυμάνθηκαν από 1.1-3.6 ug/mL σε όσους ζύγιζαν λιγότερο από 2 kg. Σε όσους ζύγιζαν 2 kg ή περισσότερο, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό κυμάνθηκαν από 5-10.2 ug/mL και οι ελάχιστες συγκεντρώσεις στον ορό κυμάνθηκαν από 0.7-2 ug/mL.
Η βιοδιαθεσιμότητα της τομπραμυκίνης που χορηγείται με στοματική εισπνοή μέσω νεφελοποιητή μπορεί να είναι μεταβλητή λόγω ατομικών διαφορών στην απόδοση του νεφελοποιητή και στην παθολογία των αεραγωγών. Μετά από στοματική εισπνοή μέσω νεφελοποίησης, η τομπραμυκίνη παραμένει συγκεντρωμένη κυρίως στους αεραγωγούς. Το φάρμακο δεν διαπερνά εύκολα τις επιθηλιακές μεμβράνες. Οι συγκεντρώσεις τομπραμυκίνης στα πτύελα είναι πολύ μεταβλητές μετά από στοματική εισπνοή, αλλά το φάρμακο δεν φαίνεται να συσσωρεύεται στα πτύελα μετά από πολλαπλές δόσεις. Μετά από μια αρχική δόση 300 mg διαλύματος τομπραμυκίνης για στοματική εισπνοή που χορηγήθηκε μέσω νεφελοποιητή, οι συγκεντρώσεις τομπραμυκίνης στα πτύελα στα 10 λεπτά κυμάνθηκαν κατά μέσο όρο 1237 ug/g (εύρος: 35-7414 ug/g). Μετά από 20 εβδομάδες διαλείπουσας θεραπείας (300 mg δύο φορές την ημέρα για 28 ημέρες ακολουθούμενες από 28 ημέρες χωρίς το φάρμακο), οι συγκεντρώσεις στα πτύελα στα 10 λεπτά μετά τη χορήγηση κυμάνθηκαν κατά μέσο όρο 1154 ug/g (εύρος: 39-8085 ug/g) και οι συγκεντρώσεις στα πτύελα 2 ώρες μετά τη χορήγηση ήταν περίπου 14% των συγκεντρώσεων που λήφθηκαν 10 λεπτά μετά τη χορήγηση. Μετά από εφάπαξ δόση 300 mg του εμπορικά διαθέσιμου διαλύματος τομπραμυκίνης για στοματική εισπνοή που χορηγήθηκε μέσω νεφελοποιητή σε ασθενείς με κυστική ίνωση, οι συγκεντρώσεις τομπραμυκίνης στον ορό κυμάνθηκαν κατά μέσο όρο 0.95 ug/mL στις 1 ώρα μετά τη χορήγηση. Μετά από 20 εβδομάδες διαλείπουσας θεραπείας (300 mg δύο φορές την ημέρα για 28 ημέρες ακολουθούμενες από 28 ημέρες χωρίς το φάρμακο), οι συγκεντρώσεις τομπραμυκίνης στον ορό κυμάνθηκαν κατά μέσο όρο 1.05 ug/mL στις 1 ώρα μετά τη χορήγηση.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Η τομπραμυκίνη έχει φαινομενικό χρόνο ημίσειας ζωής τερματικής αποβολής ~3 ώρες μετά από εφάπαξ εισπνεόμενη δόση 112 mg σε ασθενείς με κυστική ίνωση.
Η συνολική κάθαρση του σώματος της τομπραμυκίνης είναι περίπου 20% υψηλότερη σε ασθενείς με κυστική ίνωση από ό,τι σε ασθενείς χωρίς την πάθηση. Ωστόσο, η νεφρική κάθαρση είναι παρόμοια.
Όταν η τομπραμυκίνη χορηγείται με στοματική εισπνοή μέσω νεφελοποιητή, οποιαδήποτε ποσότητα δεν απορροφάται συστηματικά πιθανώς απεκκρίνεται κυρίως στα αποχρεμφθέντα πτύελα.
Έχουν αναφερθεί χρόνοι τερματικής ημίσειας ζωής αποβολής μεγαλύτεροι από 100 ώρες σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία μετά από επαναλαμβανόμενη ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια χορήγηση του φαρμάκου.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής στο πλάσμα της τομπραμυκίνης μετά από παρεντερική χορήγηση είναι συνήθως 2-3 ώρες σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία και κυμάνθηκε από 50-70 ώρες σε ενήλικες με νεφρική δυσλειτουργία. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής στον ορό της τομπραμυκίνης αναφέρεται κατά μέσο όρο 4.6 ώρες σε τελειόμηνα βρέφη που ζυγίζουν περισσότερο από 2.5 kg και 8.7 ώρες σε βρέφη που ζυγίζουν λιγότερο από 1.5 kg. Σε μία μελέτη σε νεογνά ηλικίας 2-7 ημερών, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής κυμάνθηκε από 5.68-13.6 ώρες σε όσους ζύγιζαν λιγότερο από 2 kg και 3.54-6.73 ώρες σε όσους ζύγιζαν 2 kg ή περισσότερο.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
ΜΕΣΗ Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
VZ8RRZ51VK
TOBRAMYCIN
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αντιβιοτικό Αμινογλυκοσίδης
Χημική Δομή [CS] - Αμινογλυκοσίδες
Η Τομπραμυκίνη είναι ένα Αντιβιοτικό Αμινογλυκοσίδης.
TOBRAMYCIN
Αμινογλυκοσίδες [CS]; Αντιβιοτικό Αμινογλυκοσίδης [EPC]
TOBRAMYCIN INHALATION
Αντιβιοτικό Αμινογλυκοσίδης [EPC]; Αμινογλυκοσίδες [CS]
TOBRAMYCIN INHALATION SOLUTION
Αμινογλυκοσίδες [CS]; Αντιβιοτικό Αμινογλυκοσίδης [EPC]
TOBRAMYCIN OPHTHALMIC SOLUTION
Αμινογλυκοσίδες [CS]; Αντιβιοτικό Αμινογλυκοσίδης [EPC]
TOBRAMYCIN SOLUTION
Αντιβιοτικό Αμινογλυκοσίδης [EPC]; Αμινογλυκοσίδες [CS]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
ΜΕΣΗ Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.