TOBRAMYCIN
Τομπραμυκίνη
### Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντιμικροβιακά Αμινογλυκοσίδες, κωδικός ATC: J01GB01 ### Μηχανισμός δράσης Η τομπραμυκίνη είναι ένα αντιβιοτικό της τάξης των αμινογλυκοσίδων παραγόμενο από το Streptomyces tenebrarious.
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
J15 Βακτηριακή πνευμονία, μη ταξινομημένη αλλού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Χρόνια πνευμονική λοίμωξη με Pseudomonas aeruginosa
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος TOBI
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: εισπνοών
- Χορήγηση: δύο φορές την ημέρα
- Δόση έναρξης: μία φύσιγγα δύο φορές την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Κυκλική χορήγηση 28 ημερών ενεργούς θεραπείας ακολουθούμενη από 28 ημέρες παύσης θεραπείας. Η θεραπεία συνεχίζεται σε αυτή τη βάση για όσο διάστημα ο γιατρός θεωρεί ότι ο ασθενής αποκομίζει κλινικό όφελος.
-
Ενήλικες και παιδιάΔόσηΜία φύσιγγα (300 mg τομπραμυκίνης)Δύο φορές την ημέρα για 28 ημέρες, ακολουθούμενη από 28 ημέρες παύσης θεραπείας. Το δοσολογικό σχήμα είναι κυκλικό. Τα διαστήματα μεταξύ των δόσεων πρέπει να πλησιάζουν τις 12 ώρες και να μην είναι μικρότερα από 6 ώρες. Η δοσολογία δεν είναι ρυθμισμένη σύμφωνα με το σωματικό βάρος.
-
Ηλικιωμένοι (≥ 65 ετών)Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για σύσταση αναπροσαρμογής της δόσης.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν υπάρχουν δεδομένα που να υποστηρίζουν σύσταση για αναπροσαρμογή ή όχι της δόσης. (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές)
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔεν αναμένεται επίδραση της ηπατικής δυσλειτουργίας στην έκθεση στην τομπραμυκίνη, καθώς δεν μεταβολίζεται.
-
Ασθενείς μετά από μεταμόσχευση οργάνωνΔεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για τη χρήση του Τομπραμυκίνη σε αυτούς τους ασθενείς.
-
Παιδιά < 6 ετώνΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί. Δε μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία σε οποιαδήποτε αμινογλυκοσίδη
-
Υπερευαισθησία σε κάποιο από τα έκδοχα
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Δυσλειτουργία οργάνωνπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστή ή υποψία νεφρικής, ακουστικής, αιθουσαίας ή νευρομυϊκής δυσλειτουργίαςΧρήση με προσοχή
-
Ενεργός αιμόπτυσηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με βαριάς μορφής, ενεργό αιμόπτυσηΧρήση με προσοχή
-
Μέθοδος παρακολούθησης συγκεντρώσεων τομπραμυκίνηςΟι συγκεντρώσεις στον ορό πρέπει να παρακολουθούνται μόνο με φλεβοπαρακέντηση και όχι με λήψη αίματος με τρύπημα του δακτύλου.
-
Πρώτη δόση ΤομπραμυκίνηΠληθυσμόςΑσθενείς που ξεκινούν θεραπεία με ΤομπραμυκίνηΗ πρώτη δόση πρέπει να δίνεται υπό παρακολούθηση. Χρήση βρογχοδιασταλτικού πριν από την εκνέφωση, αν αυτό είναι μέρος της τρέχουσας αγωγής του ασθενή.
-
Αλλεργική αντίδραση (Βρογχόσπασμος)ΠληθυσμόςΑσθενείς με ενδείξεις βρογχόσπασμου παρά την βρογχοδιασταλτική θεραπείαΔιακοπή Τομπραμυκίνη εάν υπάρχει υποψία αλλεργικής αντίδρασης.
-
Νευρομυϊκές διαταραχέςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστές ή πιθανές νευρομυϊκές παθήσεις (π.χ. παρκινσονισμός, μυασθένεια gravis)Χρήση με μεγάλη προσοχή, λόγω δυνητικής επιδείνωσης της μυϊκής αδυναμίας.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστή ή υποψία νεφρικής δυσλειτουργίαςΧρήση με προσοχή και παρακολούθηση συγκεντρώσεων τομπραμυκίνης στον ορό του αίματος.
-
Ακουστική ή αιθουσαία δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστή ή πιθανή ακουστική ή αιθουσαία δυσλειτουργίαΑπαιτείται προσοχή κατά τη χορήγηση. Αξιολόγηση ακουστικής λειτουργίας.
-
Ωτοτοξικότητα λόγω παραλλαγών στο μιτοχονδριακό DNAπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστό ιστορικό από την πλευρά της μητέρας με ωτοτοξικότητα από αμινογλυκοσίδες ή γνωστή παραλλαγή στο μιτοχονδριακό DNA (π.χ. m.1555A>G)Εξέταση εναλλακτικών θεραπειών, εκτός αν ο αυξημένος κίνδυνος μόνιμης απώλειας ακοής υπεραντισταθμίζεται από τη σοβαρότητα της λοίμωξης και την έλλειψη ασφαλών και αποτελεσματικών εναλλακτικών θεραπειών.
-
Ενεργός, σοβαρή αιμόπτυσηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ενεργό, σοβαρή αιμόπτυσηΧρήση μόνο αν τα οφέλη της θεραπείας υπερτερούν των κινδύνων πρόκλησης περαιτέρω αιμορραγίας.
-
Μικροβιακή αντίστασηΠληθυσμόςΑσθενείς υπό αγωγή με αερολύματος τομπραμυκίνηςΘεωρητικός κίνδυνος ανάπτυξης στελεχών P. aeruginosa ανθεκτικών σε ενδοφλέβια τομπραμυκίνη.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
dornase alfa, β-αγωνιστές, εισπνεόμενα γλυκοκορτικοειδή, άλλα αντιψευδομοναδικά αντιβιοτικά (από το στόμα ή παρεντερικά)παρακολούθησηΠαρόμοιες ανεπιθύμητες ενέργειες με εκείνες της ομάδας ελέγχου.ΣύστασηΔεν αναφέρθηκε ειδική σύσταση πέραν της παρακολούθησης.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα δυνητικά νευροτοξικά, νεφροτοξικά ή ωτοτοξικάαντένδειξηΑύξηση τοξικότητας.ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη και/ή διαδοχική χρήση.
-
αντένδειξηΜπορούν να αυξήσουν την τοξικότητα των αμινογλυκοσίδων μεταβάλλοντας τις συγκεντρώσεις του αντιβιοτικού στον ορό και τους ιστούς.ΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα.
-
προσοχήΚίνδυνος αυξημένης νεφροτοξικότητας.ΣύστασηΝα αποφεύγεται η ταυτόχρονη και/ή διαδοχική χρήση.
-
Ενώσεις πλατίνηςπροσοχήΚίνδυνος αυξημένης νεφροτοξικότητας και ωτοτοξικότητας.ΣύστασηΝα αποφεύγεται η ταυτόχρονη και/ή διαδοχική χρήση.
-
Αντιχολινεστεράσες, αλλαντοτοξίνηπροσοχήΝευρομυϊκή επίδραση.ΣύστασηΝα αποφεύγεται η ταυτόχρονη και/ή διαδοχική χρήση.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λαρυγγίτιδα (Συχνές)
- Φαρυγγίτιδα
- Ρινίτιδα
- Εμβοές
- Απώλεια ακοής (Μη γνωστές)
- Διαταραχή πνευμόνων (Πολύ συχνές)
- Δυσφωνία (Πολύ συχνές)
- Δυσχρωματισμός των πτυέλων (Πολύ συχνές)
- Παραγωγικός βήχας (Πολύ συχνές)
- Αιμόπτυση (Πολύ συχνές)
- Άσθμα (Πολύ συχνές)
- Στοματοφαρυγγικό άλγος (Μη γνωστές)
- Βήχας
- Δύσπνοια
- Βρογχόσπασμος
- Θωρακικό άλγος
- Αίσθημα κακουχίας
- Εξασθένιση
- Πυρεξία
- Μυαλγία
- Μειωμένες τιμές στις δοκιμασίες πνευμονικής λειτουργίας (Πολύ συχνές)
- Κεφαλαλγία
- Αφωνία (Μη γνωστές)
- Δυσγευσία (Μη γνωστές)
- Ανορεξία
- Απώλεια βάρους (Πολύ συχνές)
- Έμετος
- Κοιλιακό άλγος
- Ναυτία
- Υπερευαισθησία
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Εξάνθημα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΆσθμαΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑιμόπτυσηΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΑπώλεια βάρουςΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΔιαταραχή πνευμόνωνΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΔυσφωνίαΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΔυσχρωματισμός πτυέλωνΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΜειωμένες τιμές δοκιμασιών πνευμονικής λειτουργίαςΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΠαραγωγικός βήχαςΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΦαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
ΣυχνέςΕμβοέςΑυτί
-
ΣυχνέςΛαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΑπώλεια ακοήςΑυτί
-
Μη γνωστέςΑφωνίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚνησμόςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΣτοματοφαρυγγικό άλγοςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται, εκτός εάν το όφελος για τη μητέρα υπερτερεί των κινδύνων για το έμβρυο. Πιθανή βλάβη στο έμβρυο (π.χ. συγγενή κώφωση) σε υψηλές συστηματικές συγκεντρώσεις.Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση της τομπραμυκίνης χορηγούμενης με εισπνοές σε εγκύους γυναίκες. Οι μελέτες σε ζώα δεν δείχνουν τερατογόνο επίδραση της τομπραμυκίνης (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Όμως, οι αμινογλυκοσίδες μπορούν να προκαλέσουν βλάβη στο έμβρυο (π.χ. συγγενή κώφωση) όταν επιτυγχάνονται υψηλές συστηματικές συγκεντρώσεις σε μία έγκυο γυναίκα. Αν το Τομπραμυκίνη χρησιμοποιείται κατά την κύηση ή αν η ασθενής μείνει έγκυος ενόσω χρησιμοποιεί το Τομπραμυκίνη, θα πρέπει να ενημερωθεί σχετικά με τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυο.
-
ΓαλουχίαΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται, εκτός εάν το όφελος για τη μητέρα υπερτερεί των κινδύνων για το βρέφος. Πρέπει να ληφθεί η απόφαση αν θα διακοπεί η γαλουχία ή η θεραπεία με το Τομπραμυκίνη.Η συστηματικά χορηγούμενη τομπραμυκίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Δεν είναι γνωστό αν η χορήγηση του Τομπραμυκίνη οδηγεί σε αρκετά υψηλές συγκεντρώσεις τομπραμυκίνης στον ορό του αίματος ώστε να μπορεί να ανιχνευτεί στο μητρικό γάλα. Εξαιτίας της δυνητικής ωτοτοξικότητας και νεφροτοξικότητας της τομπραμυκίνης σε βρέφη.
-
ΓονιμότηταΔεν παρατηρήθηκε καμία επίδραση στην ανδρική ή γυναικεία γονιμότητα.Δεν παρατηρήθηκε καμία επίδραση στην ανδρική ή γυναικεία γονιμότητα σε μελέτες σε πειραματόζωα μετά από υποδόρια χορήγηση (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- έντονο βράγχος φωνής (αερόλυμα)
- ζάλη (ενδοφλέβια)
- εμβοές (ενδοφλέβια)
- ίλιγγος (ενδοφλέβια)
- απώλεια της ακουστικής οξύτητας (ενδοφλέβια)
- αναπνευστική δυσχέρεια (ενδοφλέβια)
- νευρομυϊκός αποκλεισμός (ενδοφλέβια)
- νεφρική δυσλειτουργία (ενδοφλέβια)
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Αντιμικροβιακά Αμινογλυκοσίδες, κωδικός ATC: J01GB01
Μηχανισμός δράσης
Η τομπραμυκίνη είναι ένα αντιβιοτικό της τάξης των αμινογλυκοσίδων παραγόμενο από το Streptomyces tenebrarious. Δρα πρώτιστα διακόπτοντας την πρωτεϊνική σύνθεση οδηγώντας έτσι σε αλλοιωμένη διαπερατότητα της κυτταρικής μεμβράνης, προοδευτική διάσπαση του κυτταρικού περιβλήματος και τελικά στο θάνατο του κυττάρου. Είναι βακτηριοκτόνος σε συγκεντρώσεις ίσες ή ελαφρώς μεγαλύτερες των συγκεντρώσεων αναστολής.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Όρια Τα καθιερωμένα όρια ευαισθησίας για την παρεντερική χορήγηση της τομπραμυκίνης είναι ακατάλληλα για τη χορήγηση του θεραπευτικού προϊόντος με εκνέφωση. Τα πτύελα στην κυστική ίνωση (KI) παρουσιάζουν μία ανασταλτική δράση έναντι της τοπικής βιολογικής δράσης των εκνεφωμένων αμινογλυκοσίδων. Αυτό απαιτεί οι συγκεντρώσεις της εκνεφωμένης τομπραμυκίνης στα πτύελα να είναι γύρω στις 10 με 25 φορές πάνω από την Ελάχιστη Συγκέντρωση Αναστολής (MIC) για, αντίστοιχα, την καταστολή της αύξησης της Pseudomonas αeruginosa και τη βακτηριοκτόνο δράση εναντίον της. Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες το 97% των ασθενών που έλαβαν το Τομπραμυκίνη πέτυχαν συγκεντρώσεις στα πτύελα 10 φορές μεγαλύτερες από την υψηλότερη Pseudomonas αeruginosa MIC που καλλιεργήθηκε από ασθενή, και το 95% των ασθενών που έλαβαν το Τομπραμυκίνη πέτυχαν 25 φορές την υψηλότερη MIC. Κλινικό όφελος επιτυγχάνεται παρά ταύτα στην πλειοψηφία των ασθενών που καλλιεργούν στελέχη με τιμές MIC υψηλότερες των παρεντερικών ορίων.
Ευαισθησία Απουσία συμβατικών ορίων ευαισθησίας για τη μέθοδο χορήγησης με εκνέφωση, απαιτείται προσοχή κατά τον ορισμό οργανισμών ως ευαίσθητων ή ανθεκτικών στην εκνεφωμένη τομπραμυκίνη. Ωστόσο, οι κλινικές μελέτες του Τομπραμυκίνη έδειξαν ότι η μικροβιολογική αναφορά φαρμακευτικής ανθεκτικότητας in vitro δεν απέκλειε απαραίτητα το κλινικό όφελος για τον ασθενή.
Οι περισσότεροι ασθενείς με στελέχη P. aeruginosa με Ελάχιστες Συγκεντρώσεις Αναστολής (MIC) για την τομπραμυκίνη < 128 μg/ml κατά την αρχική αξιολόγηση παρουσίασαν βελτιωμένη πνευμονική λειτουργία μετά τη θεραπεία με το Τομπραμυκίνη. Ασθενείς με στελέχη P. aeruginosa με MIC ≥ 128 μg/ml κατά την αρχική αξιολόγηση είναι λιγότερο πιθανό να παρουσιάσουν κλινική ανταπόκριση. Παρόλα αυτά, επτά από τους 13 ασθενείς (54%) στις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες οι οποίοι απέκτησαν στελέχη με MIC ≥ 128 μg/ml ενόσω χρησιμοποιούσαν το Τομπραμυκίνη, είχαν βελτίωση στην πνευμονική λειτουργία.
Καθ’ όλη τη διάρκεια των 96 εβδομάδων των μελετών επέκτασης, η MIC50 της τομπραμυκίνης για την P. aeruginosa αυξήθηκε από 1 σε 2 μg/mL και η MIC90 αυξήθηκε από 8 σε 32 μg/mL.
Με βάση τα in vitro δεδομένα και/ή την εμπειρία από κλινικές μελέτες, οι οργανισμοί που σχετίζονται με πνευμονικές λοιμώξεις στην κυστική ίνωση αναμένεται ότι θα ανταποκριθούν στη θεραπεία με το Τομπραμυκίνη ως ακολούθως:
| Ευαίσθητα | Ανθεκτικά |
|---|---|
| Pseudomonas aeruginosa | Burkholderia cepacia |
| Haemophilus influenzae | Stenotrophomonas maltophilia |
| Staphylococcus aureus | Alcaligenes xylosoxidans |
Η θεραπευτική αγωγή με το Τομπραμυκίνη σε κλινικές μελέτες έδειξε μια μικρή αλλά καθαρή αύξηση των Ελαχίστων Συγκεντρώσεων Αναστολής (MIC) των tobramycin, amikacin και gentamicin για τα στελέχη P. aeruginosa που εξετάστηκαν. Κάθε πρόσθετο εξάμηνο θεραπείας είχε ως αποτέλεσμα επιπλέον αυξήσεις παρόμοιες σε μέγεθος με αυτές που παρατηρήθηκαν στους 6 μήνες των ελεγχόμενων μελετών. Ο πιο διαδεδομένος μηχανισμός αντοχής σε αμινογλυκοσίδες που παρατηρήθηκε στην P. aeruginosa που απομονώθηκε από ασθενείς με κυστική ίνωση με χρόνια λοίμωξη είναι η αδιαβατότητα, που προσδιορίζεται από μία καθολική έλλειψη ευαισθησίας σε όλες τις αμινογλυκοσίδες. Η P. aeruginosa που απομονώθηκε από ασθενή με κυστική ίνωση έχει επίσης επιδείξει προσαρμοστική αντοχή στις αμινογλυκοσίδες, η οποία χαρακτηρίζεται από επάνοδο στην ευαισθησία όταν απομακρύνεται το αντιβιοτικό.
Άλλες πληροφορίες Δεν υπάρχουν στοιχεία ότι οι ασθενείς που έλαβαν αγωγή μέχρι και για 18 μήνες με το Τομπραμυκίνη είχαν μεγαλύτερο κίνδυνο απόκτησης B. cepacia, S. maltophilia ή A. xylosoxidans, από ότι θα αναμενόταν στους ασθενείς που δεν έλαβαν αγωγή με το Τομπραμυκίνη. Είδη ασπέργιλλου ανακτήθηκαν πιο συχνά από τα πτύελα των ασθενών που έλαβαν Τομπραμυκίνη όμως, επακόλουθη κλινική εμφάνιση νόσου, όπως η Αλλεργική Βρογχοπνευμονική Ασπεργίλλωση, έχει αναφερθεί σπάνια και σε παρόμοια συχνότητα με την ομάδα ελέγχου.
Δεν υπάρχουν επαρκή κλινικά δεδομένα ασφάλειας και αποτελεσματικότητας σε παιδιά ηλικίας < 6 ετών. (βλ. Δοσολογία)
Σε μία διπλά-τυφλή, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη σε ασθενείς ηλικίας 3 μηνών έως κάτω των 7 ετών με επιβεβαιωμένη διάγνωση ΚΙ και πρώιμο αποικισμό με P. aeruginosa, το ποσοστό των ασθενών που ήταν ελεύθεροι από αποικισμό με P. aeruginosa μετά από 28 ημέρες θεραπείας ήταν 84,6% για την ομάδα του ΤΟΒΙ και 24% για την ομάδα του εικονικού φαρμάκου (p<0,001). Η χρήση του ΤΟΒΙ δεν ενδείκνυται σε παιδιά ηλικίας < 6 ετών (βλ. Δοσολογία).
Κλινική αποτελεσματικότητα
Δύο κλινικές μελέτες (Μελέτη 1 και Μελέτη 2) ταυτόσημου σχεδιασμού, διπλά τυφλές, τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, παράλληλων ομάδων, διάρκειας 24 εβδομάδων, διεξήχθησαν σε ασθενείς με κυστική ίνωση με P. aeruginosa για την υποστήριξη της αρχικής διαδικασίας έγκρισης του φαρμάκου το 1999. Σ’ αυτές τις μελέτες συμμετείχαν 520 ασθενείς με αρχική FEV1 μεταξύ 25% και 75% της προβλεπόμενης φυσιολογικής τους τιμής. Αποκλείσθηκαν οι ασθενείς ηλικίας κάτω των 6 ετών ή με αρχική κρεατινίνη > 2 mg/dl ή με στελέχη Burkholderia cepacia στα πτύελα. Σε αυτές τις κλινικές μελέτες 258 ασθενείς έλαβαν θεραπεία με ΤΟΒΙ, ως εξωτερικοί ασθενείς, χρησιμοποιώντας έναν φορητό PARI LC PLUS™ Επαναχρησιμοποιούμενο Εκνεφωτή με συμπιεστή DeVilbiss® Pulmo-Aide.
Σε κάθε μελέτη, οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ΤΟΒΙ εμφάνισαν σημαντική βελτίωση της πνευμονικής λειτουργίας και σημαντική μείωση του αριθμού των μονάδων σχηματισμού αποικιών P. aeruginosa (CFUs) στα πτύελα κατά τη διάρκεια των περιόδων υπό θεραπεία. Η μέση FEV1 παρέμεινε υψηλότερη από την τιμή έναρξης κατά τις περιόδους 28-ημερών χωρίς θεραπεία, παρότι υπεστράφη κάπως στην πλειονότητα των περιπτώσεων. Η βακτηριακή πυκνότητα πτυέλων επανερχόταν στην τιμή έναρξης κατά τις περιόδους χωρίς θεραπεία. Η μείωση της βακτηριακής πυκνότητας πτυέλων ήταν μικρότερη σε κάθε διαδοχικό κύκλο. Οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Τομπραμυκίνη χρειάστηκαν κατά μέσο όρο λιγότερες ημέρες νοσοκομειακής νοσηλείας και χρειάστηκαν λιγότερες ημέρες παρεντερικής αντιψευδομοναδικής αντιβιοτικής θεραπείας έναντι των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο.
Στις ανοιχτές μελέτες επέκτασης, το ποσοστό έκπτωσης της πνευμονικής λειτουργίας ήταν σημαντικά μικρότερο μετά την έναρξη της θεραπείας με ΤΟΒΙ συγκριτικά με αυτό που παρατηρήθηκε στους ασθενείς που ελάμβαναν εικονικό φάρμακο κατά τη διάρκεια της περιόδου της διπλά τυφλής, τυχαιοποιημένης θεραπείας. Η υπολογιζόμενη κλίση του μοντέλου παλινδρόμησης της έκπτωσης της πνευμονικής λειτουργίας ήταν -6,52% κατά τη διάρκεια της τυφλοποιημένης θεραπείας με εικονικό φάρμακο και -2,53% κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ΤΟΒΙ (p=0,0001).
Απορρόφηση
Η τομπραμυκίνη είναι ένα κατιονικό πολικό μόριο που δεν διαπερνά εύκολα τις επιθηλιακές μεμβράνες. Η συστηματική έκθεση στην τομπραμυκίνη μετά από εισπνοή ΤΟΒΙ αναμένεται ως αποτέλεσμα της πνευμονικής απορρόφησης του κλάσματος της δόσης που κατανέμεται στους πνεύμονες δεδομένου ότι η απορρόφηση της τομπραμυκίνης δια της στοματικής οδού είναι αμελητέα. Η βιοδιαθεσιμότητα του ΤΟΒΙ μπορεί να ποικίλει εξαιτίας των ατομικών διαφορών στην εκτέλεση της εκνέφωσης και στην παθολογία των αεραγωγών.
Συγκεντρώσεις στα πτύελα: Δέκα λεπτά μετά την εισπνοή της πρώτης δόσης 300 mg του Τομπραμυκίνη η μέση συγκέντρωση της τομπραμυκίνης στα πτύελα ήταν 1.237 μg/g (εύρος: 35 ως 7.414 μg/g). Η τομπραμυκίνη δεν συσσωρεύεται στα πτύελα μετά από 20 εβδομάδες θεραπείας με το σχήμα TΟΒΙ η μέση συγκέντρωση της τομπραμυκίνης στα πτύελα 10 λεπτά μετά την εισπνοή ήταν 1.154 μg/g (φάσμα: 39 ως 8.085 μg/g). Παρατηρήθηκε μεγάλη διακύμανση της συγκέντρωσης της τομπραμυκίνης στα πτύελα. Δύο ώρες μετά την εισπνοή οι συγκεντρώσεις στα πτύελα μειώθηκαν περίπου στο 14% των επιπέδων της τομπραμυκίνης που είχαν μετρηθεί 10 λεπτά μετά την εισπνοή.
Συγκεντρώσεις στον ορό του αίματος: Η μέση συγκέντρωση της τομπραμυκίνης στον ορό 1 ώρα μετά την εισπνοή μιας εφάπαξ δόσης 300 mg του ΤOBI σε ασθενείς με κυστική ίνωση ήταν 0,95 μg/mL (εύρος: κάτω από το όριο ποσοτικοποίησης [BLQ] - 3,62 μg/mL). Μετά από 20 εβδομάδες θεραπείας με το σχήμα Τομπραμυκίνη η μέση συγκέντρωση της τομπραμυκίνης στον ορό 1 ώρα μετά τη δόση ήταν 1,05 μg/mL (εύρος: BLQ - 3,41 μg/mL). Συγκριτικά, οι μέγιστες συγκεντρώσεις μετά από ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης τομπραμυκίνης 1,5 έως 2 mg/kg κυμαίνονται τυπικά από 4 έως 12 μg/mL.
Κατανομή
Μετά τη χορήγηση του ΤΟΒΙ, η τομπραμυκίνη παραμένει συγκεντρωμένη κυρίως στους αεραγωγούς. Λιγότερο από το 10% της τομπραμυκίνης δεσμεύεται στις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Βιομετασχηματισμός
Η τομπραμυκίνη δεν μεταβολίζεται και αποβάλλεται κυρίως αμετάβλητη στα ούρα.
Αποβολή
Η αποβολή της τομπραμυκίνης όταν αυτή χορηγηθεί δια της αναπνευστικής οδού δεν έχει μελετηθεί. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η τομπραμυκίνη αποβάλλεται κυρίως με σπειραματική διήθηση της αμετάβλητης ουσίας. Ο φαινόμενος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της τομπραμυκίνης στον ορό μετά από εισπνοή μιας εφάπαξ δόσεως ΤΟΒΙ 300 mg ήταν 3 ώρες σε ασθενείς με κυστική ίνωση.
Η νεφρική λειτουργία αναμένεται να επηρεάζει την έκθεση στην τομπραμυκίνη, ωστόσο δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα διότι στις κλινικές μελέτες δεν περιελήφθησαν ασθενείς με κρεατινίνη ορού 2 mg/dL (176,8 μmol/L) ή υψηλότερη ή με άζωτο ουρίας αίματος (BUN) 40 mg/dL ή υψηλότερο.
Η μη απορροφημένη τομπραμυκίνη μετά από τη χορήγηση του Τομπραμυκίνη πιθανότατα αποβάλλεται κυρίως με την απόχρεμψη.
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντιμικροβιακά Αμινογλυκοσίδες, κωδικός ATC: J01GB01 ### Μηχανισμός δράσης Η τομπραμυκίνη είναι ένα αντιβιοτικό της τάξης των αμινογλυκοσίδων παραγόμενο από το Streptomyces tenebrarious. Δρα πρώτιστα διακόπτοντας την…
Απορρόφηση Η τομπραμυκίνη είναι ένα κατιονικό πολικό μόριο που δεν διαπερνά εύκολα τις επιθηλιακές μεμβράνες. Η συστηματική έκθεση στην τομπραμυκίνη μετά από εισπνοή ΤΟΒΙ αναμένεται ως αποτέλεσμα της πνευμονικής απορρόφησης του κλάσματος της δόσης που…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
-
Ακοολογική αξιολόγηση
· Πριν την έναρξη της θεραπείας
Αυξημένος κίνδυνος λόγω προηγούμενης παρατεταμένης θεραπείας με αμινογλυκοσίδες
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κρεατινίνη | water_dropΝεφρική λειτουργία | Μετά από κάθε 6 πλήρεις κύκλους θεραπείας (180 ημέρες) | — |
| Ουρία | water_dropΝεφρική λειτουργία | Μετά από κάθε 6 πλήρεις κύκλους θεραπείας (180 ημέρες) | — |
| Τομπραμυκίνη (TDM) | medicationΕπίπεδα φαρμάκου (TDM) | — | Γνωστή ή υποψία νεφρικής δυσλειτουργίας |
| Τομπραμυκίνη ορού | medicationΕπίπεδα φαρμάκου (TDM) | — | Γνωστή ή πιθανή ακουστική ή νεφρική δυσλειτουργία |
| — | Ταυτόχρονη παρεντερική θεραπεία με αμινογλυκοσίδες ή φάρμακα που επηρεάζουν τη νεφρική απέκκριση |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| FEV1 | pulmonologyΑναπνευστική λειτουργία | Πριν και μετά την εισπνοή της εκνέφωσης | Πρώτη δόση TOBI |
| Ακοολογική εκτίμηση | neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος | — | Ακουστική δυσλειτουργία ή υψηλός κίνδυνος |
| — | Εμβοές ή απώλεια ακοής κατά τη θεραπεία με αμινογλυκοσίδες | ||
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Κατάλληλος τρόπος | Ταυτόχρονη παρεντερική θεραπεία με αμινογλυκοσίδες ή φάρμακα που επηρεάζουν τη νεφρική απέκκριση |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Η τομπραμυκίνη που χορηγήθηκε με εισπνοή σε ασθενείς με κυστική ίνωση έδειξε μεγαλύτερη μεταβλητότητα στα πτύελα σε σύγκριση με τον ορό. Μετά από μία εφάπαξ δόση 112 mg, η μέγιστη συγκέντρωση στον ορό (Cmax) ήταν 1.02 ± 0.53 μg/mL, η οποία επιτεύχθηκε σε μία ώρα (Tmax), ενώ η Cmax στα πτύελα ήταν 1048 ± 1080 μg/g. Συγκριτικά, για δόση 300 mg, η Cmax στον ορό ήταν 1.04 ± 0.58 μg/mL, η οποία επιτεύχθηκε επίσης εντός μίας ώρας, ενώ η Cmax στα πτύελα ήταν 737 ± 1028 μg/g. Η συστηματική έκθεση (AUC0-12) ήταν επίσης παρόμοια μεταξύ των δύο δόσεων, στα 4.6 ± 2.0 μg∙h/mL για τη δόση 112 mg και 4.8 ± 2.5 μg∙h/mL για τη δόση 300 mg. Όταν η τομπραμυκίνη χορηγήθηκε κατά τη διάρκεια ενός κύκλου τεσσάρων εβδομάδων με 112 mg δύο φορές την ημέρα, η Cmax που μετρήθηκε μία ώρα μετά τη χορήγηση κυμάνθηκε από 1.48 ± 0.69 μg/mL έως 1.99 ± 0.59 μg/mL.
Η τομπραμυκίνη απεκκρίνεται κυρίως αμετάβλητη στα ούρα.
Η εισπνεόμενη τομπραμυκίνη είχε φαινομενικό όγκο κατανομής στο κεντρικό διαμέρισμα 85.1 L για έναν τυπικό ασθενή με κυστική ίνωση.
Η εισπνεόμενη τομπραμυκίνη έχει φαινομενική κάθαρση ορού 14.5 L/h σε ασθενείς με κυστική ίνωση ηλικίας 6-58 ετών.
Η τομπραμυκίνη απορροφάται ελάχιστα από το γαστρεντερικό σωλήνα.
Η τομπραμυκίνη απορροφάται ταχέως μετά από ενδομυϊκή χορήγηση. Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση εφάπαξ δόσης τομπραμυκίνης 1 mg/kg σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, οι μέγιστες συγκεντρώσεις τομπραμυκίνης στον ορό κυμαίνονται κατά μέσο όρο 4-6 ug/mL και επιτυγχάνονται εντός 30-90 λεπτών. 6-8 ώρες μετά τη δόση, οι συγκεντρώσεις στον ορό είναι 1 ug/mL ή λιγότερο. Όταν χορηγείται η ίδια δόση με ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 30-60 λεπτών, επιτυγχάνονται παρόμοιες συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα.
Σε μία μελέτη σε νεογνά που έλαβαν ενδομυϊκή τομπραμυκίνη σε δόση 2 mg/kg κάθε 12 ώρες, οι μέγιστες συγκεντρώσεις του φαρμάκου στον ορό επιτυγχάνθηκαν 0.5-1 ώρα μετά τη δόση και κυμάνθηκαν από 4.9-5.2 ug/mL μετά την πρώτη δόση και 4.5-5.1 ug/mL μετά από 10-16 δόσεις. Σε νεογνά ηλικίας 2-7 ημερών που λάμβαναν τομπραμυκίνη σε δόση 2.5 mg/kg με ενδοφλέβια έγχυση κάθε 12 ώρες, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό σε κατάσταση ισορροπίας κυμάνθηκαν από 3.5-9.9 ug/mL και οι ελάχιστες συγκεντρώσεις στον ορό κυμάνθηκαν από 1.1-3.6 ug/mL σε όσους ζύγιζαν λιγότερο από 2 kg. Σε όσους ζύγιζαν 2 kg ή περισσότερο, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό κυμάνθηκαν από 5-10.2 ug/mL και οι ελάχιστες συγκεντρώσεις στον ορό κυμάνθηκαν από 0.7-2 ug/mL.
Η βιοδιαθεσιμότητα της τομπραμυκίνης που χορηγείται με στοματική εισπνοή μέσω νεφελοποιητή μπορεί να είναι μεταβλητή λόγω ατομικών διαφορών στην απόδοση του νεφελοποιητή και στην παθολογία των αεραγωγών. Μετά από στοματική εισπνοή μέσω νεφελοποίησης, η τομπραμυκίνη παραμένει συγκεντρωμένη κυρίως στους αεραγωγούς. Το φάρμακο δεν διαπερνά εύκολα τις επιθηλιακές μεμβράνες. Οι συγκεντρώσεις τομπραμυκίνης στα πτύελα είναι πολύ μεταβλητές μετά από στοματική εισπνοή, αλλά το φάρμακο δεν φαίνεται να συσσωρεύεται στα πτύελα μετά από πολλαπλές δόσεις. Μετά από μια αρχική δόση 300 mg διαλύματος τομπραμυκίνης για στοματική εισπνοή που χορηγήθηκε μέσω νεφελοποιητή, οι συγκεντρώσεις τομπραμυκίνης στα πτύελα στα 10 λεπτά κυμάνθηκαν κατά μέσο όρο 1237 ug/g (εύρος: 35-7414 ug/g). Μετά από 20 εβδομάδες διαλείπουσας θεραπείας (300 mg δύο φορές την ημέρα για 28 ημέρες ακολουθούμενες από 28 ημέρες χωρίς το φάρμακο), οι συγκεντρώσεις στα πτύελα στα 10 λεπτά μετά τη χορήγηση κυμάνθηκαν κατά μέσο όρο 1154 ug/g (εύρος: 39-8085 ug/g) και οι συγκεντρώσεις στα πτύελα 2 ώρες μετά τη χορήγηση ήταν περίπου 14% των συγκεντρώσεων που λήφθηκαν 10 λεπτά μετά τη χορήγηση. Μετά από εφάπαξ δόση 300 mg του εμπορικά διαθέσιμου διαλύματος τομπραμυκίνης για στοματική εισπνοή που χορηγήθηκε μέσω νεφελοποιητή σε ασθενείς με κυστική ίνωση, οι συγκεντρώσεις τομπραμυκίνης στον ορό κυμάνθηκαν κατά μέσο όρο 0.95 ug/mL στις 1 ώρα μετά τη χορήγηση. Μετά από 20 εβδομάδες διαλείπουσας θεραπείας (300 mg δύο φορές την ημέρα για 28 ημέρες ακολουθούμενες από 28 ημέρες χωρίς το φάρμακο), οι συγκεντρώσεις τομπραμυκίνης στον ορό κυμάνθηκαν κατά μέσο όρο 1.05 ug/mL στις 1 ώρα μετά τη χορήγηση.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Η τομπραμυκίνη έχει φαινομενικό χρόνο ημίσειας ζωής τερματικής αποβολής ~3 ώρες μετά από εφάπαξ εισπνεόμενη δόση 112 mg σε ασθενείς με κυστική ίνωση.
Η συνολική κάθαρση του σώματος της τομπραμυκίνης είναι περίπου 20% υψηλότερη σε ασθενείς με κυστική ίνωση από ό,τι σε ασθενείς χωρίς την πάθηση. Ωστόσο, η νεφρική κάθαρση είναι παρόμοια.
Όταν η τομπραμυκίνη χορηγείται με στοματική εισπνοή μέσω νεφελοποιητή, οποιαδήποτε ποσότητα δεν απορροφάται συστηματικά πιθανώς απεκκρίνεται κυρίως στα αποχρεμφθέντα πτύελα.
Έχουν αναφερθεί χρόνοι τερματικής ημίσειας ζωής αποβολής μεγαλύτεροι από 100 ώρες σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία μετά από επαναλαμβανόμενη ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια χορήγηση του φαρμάκου.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής στο πλάσμα της τομπραμυκίνης μετά από παρεντερική χορήγηση είναι συνήθως 2-3 ώρες σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία και κυμάνθηκε από 50-70 ώρες σε ενήλικες με νεφρική δυσλειτουργία. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής στον ορό της τομπραμυκίνης αναφέρεται κατά μέσο όρο 4.6 ώρες σε τελειόμηνα βρέφη που ζυγίζουν περισσότερο από 2.5 kg και 8.7 ώρες σε βρέφη που ζυγίζουν λιγότερο από 1.5 kg. Σε μία μελέτη σε νεογνά ηλικίας 2-7 ημερών, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής κυμάνθηκε από 5.68-13.6 ώρες σε όσους ζύγιζαν λιγότερο από 2 kg και 3.54-6.73 ώρες σε όσους ζύγιζαν 2 kg ή περισσότερο.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
ΜΕΣΗ Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
VZ8RRZ51VK
TOBRAMYCIN
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αντιβιοτικό Αμινογλυκοσίδης
Χημική Δομή [CS] - Αμινογλυκοσίδες
Η Τομπραμυκίνη είναι ένα Αντιβιοτικό Αμινογλυκοσίδης.
TOBRAMYCIN
Αμινογλυκοσίδες [CS]; Αντιβιοτικό Αμινογλυκοσίδης [EPC]
TOBRAMYCIN INHALATION
Αντιβιοτικό Αμινογλυκοσίδης [EPC]; Αμινογλυκοσίδες [CS]
TOBRAMYCIN INHALATION SOLUTION
Αμινογλυκοσίδες [CS]; Αντιβιοτικό Αμινογλυκοσίδης [EPC]
TOBRAMYCIN OPHTHALMIC SOLUTION
Αμινογλυκοσίδες [CS]; Αντιβιοτικό Αμινογλυκοσίδης [EPC]
TOBRAMYCIN SOLUTION
Αντιβιοτικό Αμινογλυκοσίδης [EPC]; Αμινογλυκοσίδες [CS]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
ΜΕΣΗ Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.