FUROSEMIDE
Φουροσεμίδη
### Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Διουρητικά υψηλής οροφής (διουρητικά της αγκύλης), σουλφοναμίδες, απλές.
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
I10 Ιδιοπαθής υπέρταση
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Αρτηριακή υπέρταση
-
R60 Οίδημα, μη ταξινομημένο αλλού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Κατακράτηση υγρών
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος DEMEFUR
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια, Ενδομυϊκή
- Χορήγηση: ανά 2ωρο, μία ή δύο φορές την ημέρα, ανά διαστήματα δύο ωρών, εφάπαξ ή σε δύο διαιρεμένες ημερήσιες δόσεις
- Δόση έναρξης: 20-40 mg παρεντερικώς
- Τιτλοποίηση: Αν η διουρητική ανταπόκριση μετά τη χορήγηση των 20-40 mg Φουροσεμίδη δεν είναι ικανοποιητική, επιτρέπεται η ανά 2ωρο επανάληψη της δόσης 20 mg, ωσότου επιτευχθεί το προσδοκώμενο αποτέλεσμα. Για οξύ πνευμονικό οίδημα, αν δεν υπάρξει ικανοποιητικό αποτέλεσμα εντός μίας ώρας, αύξηση της δόσης σε 80 mg ενδοφλεβίως. Για συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, κίρρωση ήπατος ή νεφρική βλάβη, αύξηση της δόσης κατά 20 mg ανά διαστήματα δύο ωρών, ωσότου επιτευχθεί η επιθυμητή διούρηση.
-
Ενήλικες και νεαρά άτομα άνω των 15 ετώνΔόση20-40 mgΜέγ. δόση1500 mgΑρχική δόση παρεντερικώς. Επανάληψη 20 mg ανά 2ωρο μέχρι επιθυμητού αποτελέσματος. Μπορεί να χορηγηθεί μία ή δύο φορές την ημέρα.
-
Ενήλικες και νεαρά άτομα άνω των 15 ετών με οξύ πνευμονικό οίδημαΔόση40 mgΑρχικά βραδέως ενδοφλεβίως. Αν όχι ικανοποιητικό αποτέλεσμα εντός 1 ώρας, αύξηση σε 80 mg ενδοφλεβίως.
-
Ενήλικες και νεαρά άτομα άνω των 15 ετών με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, κίρρωση ήπατος ή νεφρική βλάβη (όταν η χορήγηση από του στόματος δεν είναι δυνατή)Δόση20-40 mgΕνδομυϊκώς ή ενδοφλεβίως. Αύξηση της δόσης κατά 20 mg ανά διαστήματα 2 ωρών, ωσότου επιτευχθεί η επιθυμητή διούρηση. Στη συνέχεια, εφάπαξ ή σε 2 διαιρεμένες δόσεις ημερησίως.
-
Βρέφη, παιδιά και έφηβοι ηλικίας κάτω των 15 ετώνΔόση1 mg/kg βάρους σώματοςΜέγ. δόση20 mgΓενικά χορήγηση από του στόματος. Παρεντερική χορήγηση (στάγδην έγχυση) μόνο σε επικίνδυνες για τη ζωή περιπτώσεις. Η μετάταξη σε από του στόματος αγωγή πρέπει να συντομεύεται.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη φουροσεμίδη ή στα έκδοχαΠληθυσμόςΑσθενείς αλλεργικοί στις σουλφοναμίδες (π.χ. σουλφοναμιδικά αντιμικροβιακά ή σουλφονυλουρίες) και γενικά στις θειαζίδες
-
Υποογκαιμία
-
Αφυδάτωση
-
Ανουρία λόγω νεφρικής ανεπάρκειαςΠληθυσμόςΑσθενείς οι οποίοι δεν ανταποκρίνονται στη φουροσεμίδη
-
Σοβαρή υποκαλιαιμία
-
Σοβαρή υπονατριαιμία
-
Κωματώδης και προκωματώδης κατάστασηΠληθυσμόςΣε σχέση με ηπατική εγκεφαλοπάθεια
-
Νεφρική ανεπάρκειαΠληθυσμόςΕξαιτίας δηλητηρίασης από ηπατοτοξικά ή νεφροτοξικά φάρμακα
-
ΘηλασμόςΠληθυσμόςΘηλάζουσες
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Μερική απόφραξη της αποβολής των ούρωνΠληθυσμόςΑσθενείς με διαταραχές κένωσης της ουροδόχου κύστης, υπερτροφία του προστάτη ή στένωση της ουρήθραςΑπαιτείται προσεκτική παρακολούθηση, ειδικότερα κατά τα αρχικά στάδια της αγωγής.
-
ΥπότασηΠληθυσμόςΑσθενείς με υπότασηΙδιαίτερα προσεκτική παρακολούθηση.
-
Έντονη πτώση της αρτηριακής πιέσεωςΠληθυσμόςΑσθενείς με σημαντική στένωση των στεφανιαίων αρτηριών ή των αιμοφόρων αγγείων που εφοδιάζουν τον εγκέφαλοΙδιαίτερα προσεκτική παρακολούθηση.
-
Σακχαρώδης διαβήτηςΠληθυσμόςΑσθενείς με λανθάνοντα ή έκδηλο σακχαρώδη διαβήτηΙδιαίτερα προσεκτική παρακολούθηση.
-
Ουρική αρθρίτιδαΠληθυσμόςΑσθενείς με ουρική αρθρίτιδαΙδιαίτερα προσεκτική παρακολούθηση.
-
Ηπατική ανεπάρκεια ή ηπατονεφρικό σύνδρομοΠληθυσμόςΑσθενείς με ηπατική ανεπάρκεια ή ηπατονεφρικό σύνδρομοΙδιαίτερα προσεκτική παρακολούθηση.
-
ΥποπρωτεϊναιμίαΠληθυσμόςΑσθενείς με υποπρωτεϊναιμία (π.χ. νεφρωσικό σύνδρομο)Απαιτείται προσεκτική τιτλοποίηση της δόσης.
-
Νεφρασβέστωση/νεφρολιθίασηΠληθυσμόςΠρόωρα νεογνάΠαρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας και υπερηχογράφημα νεφρών.
-
Συμπτωματική υπότασηΠληθυσμόςΗλικιωμένοι, ασθενείς που λαμβάνουν άλλα φάρμακα που μπορούν να προκαλέσουν υπόταση, και ασθενείς με άλλες παθήσεις που συνιστούν κίνδυνο υπότασηςΙδιαίτερη προσοχή ή/και μείωση της δόσης απαιτείται.
-
Ανοικτός αρτηριακός πόρος (PDA) και σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειαςΠληθυσμόςΝεογνάΑυξάνει τη συχνότητα παραμονής ανοικτού του αρτηριακού πόρου (PDA) και επιπλέκει το σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας.
-
Διαταραχές στην ισορροπία των ηλεκτρολυτών ή σημαντική επιπλέον απώλεια υγρώνΠληθυσμόςΑσθενείς σε υψηλό κίνδυνο διαταραχών ηλεκτρολυτών ή με σημαντική επιπλέον απώλεια υγρών (π.χ. εμέτους, διάρροια, έντονη εφίδρωση)Απαιτείται ιδιαίτερα συχνός έλεγχος. Πρέπει να γίνεται αποκατάσταση της υποογκαιμίας ή της αφυδάτωσης, καθώς και οποιασδήποτε σημαντικής διαταραχής των ηλεκτρολυτών και της οξεοβασικής ισορροπίας. Δυνατόν να απαιτηθεί παροδική διακοπή της φουροσεμίδης.
-
Παράλληλη χρήση με ρισπεριδόνηΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς με άνοιαΠρέπει να δίνεται προσοχή και να εξετάζονται οι κίνδυνοι και τα οφέλη πριν τη χρήση.
-
ΑφυδάτωσηΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς με άνοιαΠρέπει να αποφεύγεται.
-
Συστηματικός ερυθηματώδης λύκοςΠιθανότητα παρόξυνσης ή ενεργοποίησης.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ένυδρη χλωράληαντένδειξηΑίσθημα καύσου, εφίδρωση, ανησυχία, ναυτία, αύξηση της αρτηριακής πίεσης και ταχυκαρδία.ΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση.
-
Αμινογλυκοσίδες και άλλα ωτοτοξικά φαρμακευτικά προϊόνταπροσοχήΕνίσχυση της ωτοτοξικότητας (μη ανατάξιμη βλάβη).ΣύστασηΧορηγούνται μόνο εφόσον επιβάλλεται από ιατρικής πλευράς.
-
προσοχήΚίνδυνος ωτοτοξικής επίδρασης. Ενίσχυση της νεφροτοξικότητας αν η φουροσεμίδη δεν χορηγείται σε χαμηλές δόσεις και με θετικό ισοζύγιο υγρών.
-
Άλατα λιθίουπροσοχήΕλάττωση της αποβολής λιθίου, αυξημένα επίπεδα λιθίου στον ορό, αυξημένος κίνδυνος τοξικότητας (καρδιοτοξική και νευροτοξική επίδραση).ΣύστασηΠροσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων λιθίου.
-
Αναστολέας του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (αναστολέας του ΜΕΑ) ή ανταγωνιστής των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙπροσοχήΒαριάς μορφής υπόταση και επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας (περιλαμβανομένων περιπτώσεων νεφρικής ανεπάρκειας), ειδικότερα στην πρώτη χορήγηση ή αύξηση δόσης.ΣύστασηΕξέταση διακοπής ή μείωσης δόσης φουροσεμίδης για 3 ημέρες πριν την έναρξη/αύξηση δόσης του αναστολέα ΜΕΑ/ανταγωνιστή ΑΤΙΙ.
-
προσοχήΑυξημένη θνησιμότητα σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοια (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).ΣύστασηΝα εξετάζονται οι κίνδυνοι και τα οφέλη του συνδυασμού.
-
ΛεβοθυροξίνηπαρακολούθησηΥψηλές δόσεις φουροσεμίδης μπορεί να αναστείλουν τη δέσμευση των θυρεοειδικών ορμονών στις πρωτεΐνες φορείς, οδηγώντας σε παροδική αύξηση ελεύθερων θυρεοειδικών ορμονών, ακολουθούμενη από μείωση των συνολικών επιπέδων.ΣύστασηΤα επίπεδα θυρεοειδικής ορμόνης πρέπει να παρακολουθούνται.
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (NSAIDs), ακετυλοσαλικυλικό οξύπροσοχήΜείωση της δράσης της φουροσεμίδης. Σε αφυδάτωση/υποογκαιμία, οξεία νεφρική βλάβη. Αύξηση τοξικότητας των σαλικυλικών.
-
προσοχήΕξασθένηση της δράσης της φουροσεμίδης.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος υποκαλιαιμίας.
-
Σκευάσματα δακτυλίτιδας και φάρμακα που προκαλούν σύνδρομο παράτασης του διαστήματος QTπροσοχήΕνίσχυση της τοξικότητας λόγω αλλαγών στις συγκεντρώσεις ηλεκτρολυτών (π.χ. υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία).
-
Αντιυπερτασικοί παράγοντες, διουρητικά ή άλλα φάρμακα με δυνατότητα μείωσης της αρτηριακής πίεσηςπροσοχήΠιο έντονη πτώση της αρτηριακής πίεσης.
-
προσοχήΜείωση της δράσης της φουροσεμίδης. Η φουροσεμίδη μπορεί να μειώσει την αποβολή αυτών των φαρμάκων. Σε υψηλές δόσεις αυξημένα επίπεδα στον ορό και αυξημένος κίνδυνος ανεπιθυμήτων ενεργειών.
-
Αντιδιαβητικά φάρμακαπροσοχήΜείωση της δράσης των αντιδιαβητικών φαρμάκων.
-
Συμπαθητικομιμητικά (π.χ. αδρεναλίνη, νοραδρεναλίνη)προσοχήΜείωση της δράσης των συμπαθητικομιμητικών που αυξάνουν την αρτηριακή πίεση.
-
Μυοχαλαρωτικά τύπου κουραρίουπροσοχήΗ φουροσεμίδη ανταγωνίζεται τη δράση τους.
-
ΣουκινυλχολίνηπροσοχήΗ φουροσεμίδη ενισχύει τη δράση της.
-
προσοχήΗ φουροσεμίδη αυξάνει τις φαρμακολογικές ενέργειες της θεοφυλλίνης.
-
Νεφροτοξικά φάρμακαπροσοχήΗ βλαπτική επίδραση των νεφροτοξικών φαρμάκων στο νεφρό μπορεί να αυξηθεί.
-
Υψηλές δόσεις συγκεκριμένων κεφαλοσπορινώνπροσοχήΝεφρική δυσλειτουργία.
-
Κυκλοσπορίνη ΑπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος ουρικής αρθρίτιδας (δευτεροπαθώς υπερουριχαιμία από φουροσεμίδη, δυσλειτουργία αποβολής ουρικού οξέος από κυκλοσπορίνη).
-
ΡαδιοσκιαγραφικάπροσοχήΜεγαλύτερο ποσοστό επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας σε ασθενείς υψηλού κινδύνου που λάμβαναν φουροσεμίδη, έναντι ενυδάτωσης μόνο.
-
προσοχήΣυνεργική δράση με τη φουροσεμίδη, μπορεί να προκαλέσει έντονη διούρηση σε μη ανταποκρινόμενους ασθενείς.
-
Αλκοόλη, βαρβιτουρικά, ναρκωτικάπροσοχήΑυξάνουν τον κίνδυνο πρόκλησης ορθοστατικής υπότασης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Διαταραχές ηλεκτρολυτών
- Αφυδάτωση
- Υποογκαιμία
- Υπονατριαιμία
- Υποχλωραιμία
- Υποκαλιαιμία
- Κρίσεις ουρικής αρθρίτιδας
- Μείωση της ανοχής στη γλυκόζη
- Υπασβεστιαιμία
- Υπομαγνησιαιμία
- Μεταβολική αλκάλωση
- Ψευδο-σύνδρομο Bartter
- Αυξημένα επίπεδα κρεατινίνης στο αίμα
- Αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων στο αίμα
- Αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης στο αίμα
- Αυξημένα επίπεδα ουρικού οξέος στο αίμα
- Αυξημένα επίπεδα ουρίας στο αίμα
- Αυξημένα επίπεδα νατρίου στα ούρα
- Αυξημένα επίπεδα χλωριδίου στα ούρα
- Αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών
- λανθάνων σακχαρώδης διαβήτης (μπορεί να καταστεί έκδηλος)
- υπόταση (περιλαμβανομένης της ορθοστατικής υπότασης)
- Αγγειίτιδα
- Θρόμβωση
- Καταπληξία
- Αυξημένος όγκος ούρων
- Διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίων
- Νεφρική βλάβη
- κατακράτηση ούρων (σε ασθενείς με μερική απόφραξη εκροής των ούρων)
- νεφρασβέστωση/νεφρολιθίαση (στα πρόωρα νεογνά)
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Οξεία παγκρεατίτιδα
- Χολόσταση
- Διαταραχές ακοής
- Κώφωση
- Εμβοές
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Εξανθήματα
- Πομφολυγώδης δερματίτιδα
- Πολύμορφο ερύθημα
- Πεμφιγοειδές
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα
- Πορφύρα
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση
- Φαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Παρόξυνση συστηματικού ερυθηματώδους λύκου
- ηπατική εγκεφαλοπάθεια (σε ασθενείς με ηπατοκυτταρική ανεπάρκεια)
- Παραισθησία
- Ζάλη
- Λιποθυμία
- Απώλεια συνείδησης
- Κεφαλαλγία
- Αιμοσυμπύκνωση
- Θρομβοπενία
- Λευκοπενία
- Ηωσινοφιλία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Απλαστική αναιμία
- Αιμολυτική αναιμία
- περιπτώσεις ραβδομυόλυσης
- Αυξημένος κίνδυνος παραμονής ανοικτού αρτηριακού πόρου
- Πυρετός
- τοπικές αντιδράσεις (όπως άλγος) μετά την ενδομυϊκή ένεση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑυξημένα επίπεδα κρεατινίνης στο αίμαΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΑυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων στο αίμαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΔιαταραχές των ηλεκτρολυτών (περιλαμβανομένων των συμπτωματικών)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Πολύ συχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
Πολύ συχνέςΥποογκαιμίαΑγγειακές
-
Πολύ συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑιμοσυμπύκνωσηΑίμα
-
ΣυχνέςΑυξημένα επίπεδα ουρικού οξέοςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑυξημένα επίπεδα χοληστερόλης στο αίμαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑυξημένος όγκος ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΗπατική εγκεφαλοπάθεια (σε ασθενείς με ηπατοκυτταρική ανεπάρκεια)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΚρίσεις ουρικής αρθρίτιδαςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥποχλωραιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑποφολιδωτική δερματίτιδαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές ακοήςΑυτί
-
Όχι συχνέςΕξανθήματαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚώφωσηΑυτί
-
Όχι συχνέςΛανθάνων σακχαρώδης διαβήτης (μπορεί να καταστεί έκδηλος)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΜείωση ανοχής στη γλυκόζηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠεμφιγοειδέςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠομφολυγώδης δερματίτιδαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠορφύραΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑγγειίτιδαΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑναφυλακτική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΔιάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΕμβοές ώτωνΑυτί
-
ΣπάνιεςΕμετόςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΚαταπληξίαΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΛευκοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΠυρετόςΓενικές
-
Πολύ σπάνιεςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑπλαστική αναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑυξημένα επίπεδα τρανσαμινασώνΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΟξεία παγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΧολόστασηΉπαρ
-
Μη γνωστέςΑζωθαιμίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΑπώλεια συνείδησηςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑυξημένα επίπεδα νατρίου στα ούραΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΑυξημένα επίπεδα ουρίαςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑυξημένα επίπεδα χλωριδίου στα ούραΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΑυξημένος κίνδυνος παραμονής ανοικτού αρτηριακού πόρου (σε πρόωρα νεογνά κατά τις πρώτες εβδομάδες ζωής)Συγγενείς και οικογενείς/γενετικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΑφυδάτωση (ιδιαίτερα στους υπερήλικες και τους καλοκαιρινούς μήνες)
-
Μη γνωστέςΖάληΝευρικό
-
Μη γνωστέςΘρομβοφλεβίτιδαΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΘρόμβωσηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΚατακράτηση ούρων (σε ασθενείς με μερική απόφραξη εκροής των ούρων)Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΛιποθυμίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΜεταβολική αλκάλωσηΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΝεφρασβέστωση/νεφρολιθίαση (στα πρόωρα νεογνά)Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΝεφρική βλάβηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΞανθοψίαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΟξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΠαρόξυνση συστηματικού ερυθηματώδους λύκουΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΡαβδομυόλυση (συχνά στο πλαίσιο σοβαρής υποκαλιαιμίας)Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΤοπικές αντιδράσεις (όπως άλγος) μετά την ενδομυϊκή ένεσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΥπασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥπερουριχαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥπομαγνησιαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΦαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΨευδοσύνδρομο BartterΜεταβολισμός
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΗ φουροσεμίδη διαπερνά το φραγμό του πλακούντα. Η χρήση της φουροσεμίδης για τη θεραπεία του φυσιολογικού οιδήματος πρέπει να αποφεύγεται καθώς ενδέχεται να προκαλέσει εμβρυοπλακουντική ισχαιμία με κίνδυνο εμβρυϊκής υποτροφίας. Δεν πρέπει να χορηγείται, εκτός και αν συντρέχουν σοβαροί ιατρικοί λόγοι και για μικρό χρονικό διάστημα. Η αγωγή απαιτεί παρακολούθηση της ανάπτυξης του εμβρύου.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΗ φουροσεμίδη περνά στο μητρικό γάλα και είναι δυνατόν να αναστείλει τη γαλουχία. Οι γυναίκες στις οποίες χορηγείται φουροσεμίδη, δεν θα πρέπει να θηλάζουν.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- υποογκαιμία
- αφυδάτωση
- αιμοσυμπύκνωση
- καρδιακές αρρυθμίες (συμπεριλαμβάνεται ο κολποκοιλιακός αποκλεισμός και η κοιλιακή μαρμαρυγή)
- βαριάς μορφής υπόταση (εξελισσόμενη μέχρι και καταπληξία)
- οξεία νεφρική βλάβη
- θρόμβωση
- καταστάσεις παραληρήματος
- χαλαρή παράλυση
- απάθεια
- σύγχυση
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Διουρητικά υψηλής οροφής (διουρητικά της αγκύλης), σουλφοναμίδες, απλές. Κωδικός ATC: C03CA01.
Μηχανισμός δράσης
Η φουροσεμίδη {χημική ονομασία: 5-(αμινοσουλφονυλ)-4-χλωρο-2-[(2-φουρανυλμεθυλ) αμινο] βενζοϊκό οξύ; 4-χλωρο-Ν-φουρφουρυλ-5-σουλφαμυλ-ανθρανιλικό οξύ} είναι ένα διουρητικό της αγκύλης που δημιουργεί μια συγκριτικά ισχυρή και βραχείας διάρκειας διούρηση με ταχεία έναρξη. Η φουροσεμίδη παρεμποδίζει το σύστημα συν-μεταφοράς του Na+, K+ και 2Cl-, το οποίο είναι παρόν στην κυτταρική μεμβράνη του αυλού στο ευρύ ανιόν σκέλος της αγκύλης του Henle. Ως εκ τούτου η αποτελεσματικότητα της αλατοδιουρητικής δράσης της φουροσεμίδης εξαρτάται από τη συγκέντρωση της ουσίας που φθάνει στον αυλό του σωληνάριου μέσω της αντλίας οργανικών οξέων. Η διουρητική δράση επιτυγχάνεται με αναστολή της επαναπορρόφησης χλωριούχου νατρίου σε αυτό το τμήμα της αγκύλης του Henle. Ως επακόλουθο αυτού, η κλασματική αποβολή νατρίου μπορεί να φθάσει στο 35% της σπειραματικής διήθησης νατρίου. Τα δευτεροπαθή αποτελέσματα της αυξημένης αποβολής νατρίου είναι η αυξημένη απέκκριση ούρων (λόγω του ωσμωτικά δεσμευμένου ύδατος) και η αυξημένη απέκκριση καλίου από το αθροιστικό σωληνάριο. Επίσης αυξημένη είναι και η αποβολή ιόντων ασβεστίου και μαγνησίου. Η φουροσεμίδη διακόπτει το μηχανισμό παλίνδρομης αλληλορύθμισης του σπειράματος στο εγγύς εσπειραμένο σωληνάριο, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει εξασθένηση της αλατοδιουρητικής δραστηριότητας. Η φουροσεμίδη προκαλεί δοσοεξαρτώμενη διέγερση του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης. Σε καρδιακή ανεπάρκεια, η φουροσεμίδη προκαλεί άμεση μείωση του προφορτίου της καρδιάς μέσω διαστολής των φλεβών. Αυτή η πρώιμη αγγειακή δράση φαίνεται ότι έχει σχέση με τις προσταγλανδίνες και προϋποθέτει επαρκή νεφρική λειτουργία με δραστηριοποίηση του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης και δεν επηρεάζεται η σύνθεση προσταγλανδινών. Επιπλέον η φουροσεμίδη λόγω της νατριουρητικής της δράσης ελαττώνει την αγγειακή αντιδραστικότητα στις κατεχολαμίνες, που εμφανίζεται αυξημένη στους υπερτασικούς ασθενείς. Το αντιυπερτασικό αποτέλεσμα της φουροσεμίδης αποδίδεται στην αυξημένη αποβολή νατρίου, στον ελαττωμένο όγκο αίματος και στη μειωμένη ανταπόκριση των λείων μυϊκών ινών των αγγείων στα αγγειοσυσταλτικά ερεθίσματα.
Φαρμακοδυναμικά χαρακτηριστικά
Η έναρξη της διούρησης μετά την ενδοφλέβια χορήγηση φουροσεμίδης επέρχεται εντός 15 λεπτών και μετά την από του στόματος χορήγηση εμφανίζεται εντός 1 ώρας. Σε υγιή άτομα που έλαβαν φουροσεμίδη (δόσεις μεταξύ 10-100 mg) εντοπίσθηκε δοσοεξαρτώμενη αύξηση στη διούρηση και νατριούρηση. Η διάρκεια δράσης είναι περίπου 3 ώρες μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 20 mg φουροσεμίδης ενώ μετά από του στόματος χορήγηση 40 mg σε υγιή άτομα είναι 3-6 ώρες. Σε ασθενείς, η σχέση των ενδοσωληναριακών συγκεντρώσεων της αδέσμευτης (ελεύθερης) φουροσεμίδης (προσδιορίζεται χρησιμοποιώντας το ρυθμό απέκκρισης της φουροσεμίδης με τα ούρα) με το νατριουρητικό του αποτέλεσμα έχει τη μορφή καμπύλης τύπου S με ελάχιστο ρυθμό αποτελεσματικής απέκκρισης της φουροσεμίδης περίπου 10 mcg ανά λεπτό. Γι’ αυτό, η συνεχής έγχυση φουροσεμίδης είναι πιο αποτελεσματική από ό,τι οι επαναλαμβανόμενες ενέσεις εφόδου. Επιπλέον, πέρα από τη συγκεκριμένη δόση εφόδου του φαρμάκου, δεν υπάρχει σημαντική αύξηση στο αποτέλεσμα. Η δράση της φουροσεμίδης μειώνεται, εφόσον είναι μειωμένη η σωληναριακή απέκκριση ή η ενδοσωληναριακή δέσμευση του φαρμάκου με τη λευκωματίνη.
Η βιοδιαθεσιμότητα του φαρμάκου στους ασθενείς προσδιορίζεται από διάφορους παράγοντες συμπεριλαμβανομένων και των συνοδών νόσων και μπορεί να μειωθεί σε ποσοστό μικρότερο από 30% (π.χ. σε νεφρωσικό σύνδρομο). Ο όγκος κατανομής της φουροσεμίδης είναι 0,1-0,2 1/kg βάρους σώματος. Ο όγκος κατανομής μπορεί να είναι μεγαλύτερος σε σχέση με το συνοδό νόσημα. Η φουροσεμίδη συνδέεται εκτεταμένα με τις πρωτεΐνες του πλάσματος σε ποσοστό μεγαλύτερο από 98% και κυρίως με τη λευκωματίνη. Η φουροσεμίδη αποβάλλεται βασικά αναλλοίωτη, αρχικά μέσω απέκκρισης από το εγγύς σωληνάριο. Μετά από την ενδοφλέβια χορήγηση φουροσεμίδης ποσοστό 60-70% της δόσης εκκρίνεται με τον ίδιο τρόπο. Ο γλυκουρονικός μεταβολίτης της φουροσεμίδης ο οποίος ανιχνεύεται στα ούρα ανέρχεται σε ποσοστό περίπου 10-20%. Η εναπομείνασα δόση αποβάλλεται με τα κόπρανα, πιθανώς μετά από χολική έκκριση. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της φουροσεμίδης μετά από ενδοφλέβια χορήγηση ανέρχεται περίπου σε 1-1,5 ώρα. Η φουροσεμίδη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Η φουροσεμίδη διαπερνά τον πλακουντιακό φραγμό και μεταφέρεται αργά στο έμβρυο. Στο έμβρυο ή στο νεογνό ανευρίσκεται στις ίδιες συγκεντρώσεις όπως και στη μητέρα.
Νεφρική νόσος
Σε νεφρική ανεπάρκεια, η αποβολή της φουροσεμίδης επιβραδύνεται και ο χρόνος ημιζωής επιμηκύνεται. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής σε ασθενείς με βαριάς μορφής νεφρική ανεπάρκεια ανέρχεται μέχρι και 24 ώρες. Σε νεφρωσικό σύνδρομο οι μειωμένες συγκεντρώσεις πρωτεΐνης στο πλάσμα οδηγούν σε αυξημένες συγκεντρώσεις αδέσμευτης (ελεύθερης) φουροσεμίδης. Από την άλλη πλευρά, η δραστικότητα της φουροσεμίδης μειώνεται σε αυτούς τους ασθενείς λόγω δέσμευσης με την ενδοσωληναριακή λευκωματίνη και την ελαττωμένη σωληναριακή απέκκριση. Η φουροσεμίδη απομακρύνεται ελάχιστα μέσω αιμοδιύλισης, περιτοναϊκής διύλισης και CAPD (Continuous Ambulatory Peritoneal Dialysis).
Ηπατική ανεπάρκεια
Σε ηπατική ανεπάρκεια, ο χρόνος ημίσειας ζωής της φουροσεμίδης αυξάνεται σε ποσοστό 30-90%, βασικά λόγω του μεγαλύτερου όγκου κατανομής. Επιπλέον, σε αυτή την ομάδα ασθενών υπάρχει ευρεία παρέκκλιση σε όλες τις φαρμακοκινητικές παραμέτρους.
Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, βαριάς μορφής υπέρταση, ηλικιωμένοι
Η αποβολή της φουροσεμίδης επιβραδύνεται λόγω της μειωμένης νεφρικής λειτουργίας σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, βαριάς μορφής υπέρταση ή σε ηλικιωμένους.
Πρόωρα και πλήρους κυήσεως νεογνά
Η αποβολή της φουροσεμίδης είναι δυνατόν να επιβραδυνθεί σε εξάρτηση με την ωρίμανση των νεφρών. Ο μεταβολισμός του φαρμάκου μειώνεται επίσης στην περίπτωση που είναι μειωμένη η ικανότητα γλουκουρογένεσης του εμβρύου. Στα βρέφη, ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής είναι λιγότερο από 12 ώρες σε ηλικία μεγαλύτερη των 33 εβδομάδων μετά τη γονιμοποίηση. Σε βρέφη ηλικίας 2 μηνών και μεγαλύτερα, η τελική κάθαρση είναι η ίδια με αυτή των ενηλίκων.
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Διουρητικά υψηλής οροφής (διουρητικά της αγκύλης), σουλφοναμίδες, απλές. Κωδικός ATC: C03CA01. ### Μηχανισμός δράσης Η φουροσεμίδη {χημική ονομασία: 5-(αμινοσουλφονυλ)-4-χλωρο-2-[(2-φουρανυλμεθυλ) αμινο] βενζοϊκό οξύ;…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κρεατινίνη ορού | water_dropΝεφρική λειτουργία | Τακτικός έλεγχος | Κατά τη διάρκεια της θεραπείας |
| Νεφρική λειτουργία | water_dropΝεφρική λειτουργία | Θα πρέπει να παρακολουθείται | Πρόωρα νεογνά |
| Ουρία ορού | water_dropΝεφρική λειτουργία | Τακτικός έλεγχος | Κατά τη διάρκεια της θεραπείας |
| Ασβέστιο ορού (Ca) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | Προσεκτικός και τακτικός έλεγχος | Κατά τη διάρκεια της θεραπείας |
| Διττανθρακικά ορού (HCO₃⁻) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | Προσεκτικός και τακτικός έλεγχος | Κατά τη διάρκεια της θεραπείας |
| Ισοζύγιο υγρών | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | Προσεκτικός και τακτικός έλεγχος | Κατά τη διάρκεια της θεραπείας |
| Κάλιο ορού (K⁺) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | Προσεκτικός και τακτικός έλεγχος | Κατά τη διάρκεια της θεραπείας |
| Χλώριο ορού (Cl⁻) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | Προσεκτικός και τακτικός έλεγχος | Κατά τη διάρκεια της θεραπείας |
| Μεταβολισμός υδατανθράκων | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | Πρέπει να ελέγχεται | Κατά τη διάρκεια της θεραπείας |
Απεικόνιση (CT / MRI / ακτινογραφία)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Υπερηχογράφημα νεφρών | radiologyΑπεικονιστικός έλεγχος | Θα πρέπει να διεξάγεται | Πρόωρα νεογνά |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η φουροσεμίδη αντιμετωπίζει την υπέρταση και το οίδημα που σχετίζονται με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, κίρρωση και νεφρική νόσο, συμπεριλαμβανομένου του νεφρωτικού συνδρόμου. Η φουροσεμίδη είναι ένα ισχυρό διουρητικό της αγκύλης που αυξάνει την απέκκριση Na+ και νερού από τους νεφρούς, αναστέλλοντας την επαναρρόφησή τους από τα εγγύς και άπω σωληνάρια, καθώς και από την αγκύλη του Henle. Δρα άμεσα στα κύτταρα του νεφρώνα και τροποποιεί έμμεσα το περιεχόμενο του νεφρικού διηθήματος. Τελικά, η φουροσεμίδη αυξάνει την διούρηση από τον νεφρό. Η πρωτεϊνικά συνδεδεμένη φουροσεμίδη φτάνει στον τόπο δράσης της στα νεφρά και απεκκρίνεται μέσω ενεργού έκκρισης από μη ειδικούς οργανικούς μεταφορείς που εκφράζονται στην αυλική πλευρά του τόπου δράσης.
Μετά από από του στόματος χορήγηση, η έναρξη της διουρητικής δράσης είναι περίπου 1 έως 1,5 ώρα, και η μέγιστη δράση επιτυγχάνεται εντός των πρώτων 2 ωρών. Η διάρκεια δράσης μετά από από του στόματος χορήγηση είναι περίπου 4-6 ώρες, αλλά μπορεί να διαρκέσει έως 8 ώρες. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η έναρξη της δράσης είναι εντός 5 λεπτών και η μέγιστη δράση επιτυγχάνεται εντός 30 λεπτών. Η διάρκεια δράσης μετά από ενδοφλέβια χορήγηση είναι περίπου 2 ώρες. Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση, η έναρξη της δράσης είναι κάπως καθυστερημένη.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η φουροσεμίδη προάγει τη διούρηση αναστέλλοντας την σωληνική επαναρρόφηση νατρίου και χλωρίου στα εγγύς και άπω σωληνάρια, καθώς και στην παχιά ανιούσα αγκύλη του Henle. Αυτή η διουρητική δράση επιτυγχάνεται μέσω ανταγωνιστικής αναστολής των συν-μεταφορέων νατρίου-καλίου-χλωρίου (NKCC2) που εκφράζονται κατά μήκος αυτών των σωληναρίων στο νεφρώνα, εμποδίζοντας τη μεταφορά ιόντων νατρίου από την αυλική πλευρά προς τη βασολατερική πλευρά για επαναρρόφηση. Αυτή η αναστολή οδηγεί σε αυξημένη απέκκριση νερού μαζί με ιόντα νατρίου, χλωρίου, μαγνησίου, ασβεστίου, υδρογόνου και καλίου. Όπως και με άλλα διουρητικά της αγκύλης, η φουροσεμίδη μειώνει την απέκκριση ουρικού οξέος.
Η φουροσεμίδη ασκεί άμεσες αγγειοδιασταλτικές επιδράσεις, οι οποίες οδηγούν στη θεραπευτική της αποτελεσματικότητα στη θεραπεία της οξείας πνευμονικής οιδήματος. Η αγγειοδιαστολή οδηγεί σε μειωμένη ανταπόκριση σε αγγειοσυσπαστικά, όπως η αγγειοτενσίνη ΙΙ και η νοραδρεναλίνη, και μειωμένη παραγωγή ενδογενών νατριουρητικών ορμονών με αγγειοσυσπαστικές ιδιότητες. Οδηγεί επίσης σε αυξημένη παραγωγή προσταγλανδινών με αγγειοδιασταλτικές ιδιότητες. Η φουροσεμίδη μπορεί επίσης να ανοίξει τους διαύλους καλίου σε αρτηρίες αντίστασης. Ο κύριος μηχανισμός δράσης της φουροσεμίδης είναι ανεξάρτητος από την ανασταλτική της δράση στην ανθρακική ανυδράση και την αλδοστερόνη.
Αν και τόσο in vivo όσο και in vitro μελέτες έχουν δείξει αντισπασμωδική δράση του διουρητικού της αγκύλης φουροσεμίδης, ο ακριβής μηχανισμός πίσω από αυτήν τη δράση παραμένει αντικείμενο συζήτησης. Η τρέχουσα μελέτη διερευνά την επίδραση της φουροσεμίδης στην επαγόμενη από Cs επιληπτομορφική δραστηριότητα (Cs-FP) που προκαλείται στην περιοχή CA1 τομών ιππόκαμπου αρουραίου παρουσία Cs+ (5mM) και ανταγωνιστών ιονοτροπικών γλουταμινεργικών και GABAεργικών υποδοχέων. Δεδομένου ότι αυτό το μοντέλο αποκλίνει σε αρκετές πτυχές από άλλα μοντέλα επιληψίας, μπορεί να προσφέρει νέα κατανόηση του μηχανισμού πίσω από την αντισπασμωδική δράση της φουροσεμίδης. Η παρούσα μελέτη δείχνει ότι η φουροσεμίδη καταστέλλει την Cs-FP με δοσοεξαρτώμενο τρόπο, με σχεδόν πλήρη αναστολή σε συγκεντρώσεις = 1,25 mM. Δεδομένου ότι η φουροσεμίδη στοχεύει σε διάφορους τύπους ιοντικών μεταφορέων, εξετάσαμε την επίδραση πιο εκλεκτικών ανταγωνιστών. Η Μπουμετανίδη (20 μM), η οποία αναστέλλει εκλεκτικά τον συν-μεταφορέα Na-K-2Cl (NKCC1), δεν είχε σημαντική επίδραση στην Cs-FP. Η VU0240551 (10 μM), ένας εκλεκτικός ανταγωνιστής του συν-μεταφορέα K-Cl (KCC2), μείωσε τη φάση της κρίσης κατά 51,73 ± 8,5% χωρίς να επηρεάσει τη φάση μεταξύ των κρίσεων της Cs-FP. Η DIDS (50 μM), ένας μη εκλεκτικός ανταγωνιστής των ανταλλαγέων Cl-/HCO3-, των συν-μεταφορέων Na+-HCO3-, των διαύλων χλωρίου και του KCC2, κατέστειλε τη φάση της κρίσης κατά 60,8 ± 8,1% χωρίς να επηρεάσει τη φάση μεταξύ των κρίσεων. Στα 500 μM, η DIDS κατέστειλε πλήρως την Cs-FP. Με βάση αυτά τα αποτελέσματα, προτείνουμε ότι η αντισπασμωδική δράση της φουροσεμίδης στο μοντέλο Cs+ ασκείται μέσω αναστολής του νευρωνικού KCC2 και του Na+-ανεξάρτητου Cl-/HCO3–ανταλλαγέα (AE3), οδηγώντας σε σταθεροποίηση της επαγόμενης από τη δραστηριότητα ενδοκυττάριας οξίνισης σε πυραμιδικά νευρωνικά κύτταρα CA1.
Η επαναρρόφηση χλωριούχου νατρίου στο παχύ ανιόν σκέλος της αγκύλης του Henle μεσολαβείται από τον συν-μεταφορέα Na(+)-K(+)-2Cl(-) (NKCC2). Το διουρητικό της αγκύλης φουροσεμίδη είναι ισχυρός αναστολέας του NKCC2. Ωστόσο, λιγότερα είναι γνωστά για τον μηχανισμό που ρυθμίζει τον ηλεκτρολυτικό μεταφορέα. Λαμβάνοντας υπόψη τις καλά εδραιωμένες επιδράσεις του μονοξειδίου του αζώτου στη δραστηριότητα του NKCC2, το cGMP είναι πιθανό να εμπλέκεται σε αυτήν τη ρύθμιση. Η εξαρτώμενη από το cGMP πρωτεϊνική κινάση Ι (cGKI; PKGI) είναι μια πρωτεΐνη-στόχος του cGMP που φωσφορυλιώνει διάφορα υποστρώματα μετά την ενεργοποίηση μέσω cGMP. Διερευνήσαμε την πιθανή συσχέτιση μεταξύ της οδού cGMP/cGKI και της ρύθμισης του NKCC2. Θεραπεύσαμε άγριου τύπου (wt) και cGKIa-rescue ποντίκια με φουροσεμίδη. Τα cGKIa-rescue ποντίκια εξέφραζαν cGKIa μόνο υπό τον έλεγχο του προαγωγέα που είναι ειδικός για τους λείους μύες (SM22) σε έλλειμματικό υπόβαθρο cGKI. Η θεραπεία με φουροσεμίδη αύξησε την απέκκριση νατρίου και χλωρίου στα cGKIa-rescue ποντίκια σε σύγκριση με τα wt ποντίκια. Αναλύσαμε τη φωσφορυλίωση του NKCC2 με western blotting και ανοσοϊστοχημεία χρησιμοποιώντας το φωσφο-ειδικό αντίσωμα R5. Η χορήγηση φουροσεμίδης αύξησε σημαντικά το φωσφορυλιωμένο σήμα NKCC2 σε wt αλλά όχι σε cGKIa-rescue ποντίκια. Η ενεργοποίηση του NKCC2 οδήγησε στη φωσφορυλίωσή του και στην μεταφορά του στην κυτταρική μεμβράνη. Για να εξετάσουμε αν το cGKI εμπλέκεται σε αυτή τη διαδικασία, αναλύσαμε την φωσφορυλίωση του διεγερτή από αγγειοδιασταλτικό φωσφο-πεπτιδίου, η οποία φωσφορυλιώνεται από το cGKI. Η ένεση φουροσεμίδης οδήγησε σε αυξημένη φωσφορυλίωση του διεγερτή από αγγειοδιασταλτικό φωσφο-πεπτιδίου σε wt ποντίκια. Υποθέτουμε ότι η χορήγηση φουροσεμίδης ενεργοποίησε το cGKI, οδηγώντας σε φωσφορυλίωση του NKCC2 και μεταφορά στην κυτταρική μεμβράνη. Αυτή η οδός που μεσολαβείται από το cGKI θα μπορούσε να είναι ένας μηχανισμός για την αντιστάθμιση της ανασταλτικής επίδρασης της φουροσεμίδης στο NKCC2.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Μετά από από του στόματος χορήγηση, η φουροσεμίδη απορροφάται από τον γαστρεντερικό σωλήνα. Παρουσιάζει μεταβλητή βιοδιαθεσιμότητα από από του στόματος μορφές δοσολογίας, κυμαινόμενη από 10% έως 90%. Η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της φουροσεμίδης από δισκία ή πόσιμο διάλυμα είναι περίπου 64% και 60%, αντίστοιχα, σε σύγκριση με αυτήν μιας ενδοφλέβιας ένεσης του φαρμάκου.
Οι νεφροί είναι υπεύθυνοι για το 85% της συνολικής κάθαρσης της φουροσεμίδης, όπου περίπου το 43% του φαρμάκου υφίσταται νεφρική απέκκριση. Σημαντικά μεγαλύτερη ποσότητα φουροσεμίδης απεκκρίνεται στα ούρα μετά από ενδοφλέβια ένεση από ό,τι μετά από δισκίο ή πόσιμο διάλυμα. Περίπου το 50% της δόσης φουροσεμίδης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα, και το υπόλοιπο μεταβολίζεται σε γλυκουρονίδιο στον νεφρό.
Ο όγκος κατανομής μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 40 mg φουροσεμίδης ήταν 0,181 L/kg σε υγιείς εθελοντές και 0,140 L/kg σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια.
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 400 mg φουροσεμίδης, η κάθαρση πλάσματος ήταν 1,23 mL/kg/min σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και 2,34 mL/kg/min σε υγιείς εθελοντές, αντίστοιχα.
Σημαντικά μεγαλύτερη ποσότητα φουροσεμίδης απεκκρίνεται στα ούρα μετά από ενδοφλέβια ένεση από ό,τι μετά από δισκίο ή πόσιμο διάλυμα. Δεν υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο από του στόματος σκευασμάτων στην ποσότητα του αμετάβλητου φαρμάκου που απεκκρίνεται στα ούρα.
Μετά από από του στόματος χορήγηση φουροσεμίδης σε 18 έγκυες γυναίκες την ημέρα του τοκετού, ανιχνεύθηκαν σημαντικές συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα της ομφαλικής φλέβας, καθώς και στο αμνιακό υγρό. Ο λόγος μεταξύ των συγκεντρώσεων φουροσεμίδης στο πλάσμα της μητρικής φλέβας και στο πλάσμα της ομφαλικής φλέβας αυξήθηκε με τον χρόνο και προσέγγισε τη μονάδα 8 έως 10 ώρες μετά τη χορήγηση του φαρμάκου. Ο χρόνος ημιζωής φουροσεμίδης στο πλάσμα φάνηκε να είναι μεγαλύτερος στις μητέρες παρά σε μη έγκυες υγιείς εθελόντριες. Σε μία ασθενή, το επίπεδο φουροσεμίδης στο πλάσμα ήταν σταθερό κατά τη διάρκεια 5 ωρών παρακολούθησης.
Σε μία μελέτη σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, περίπου το 60% μιας μεμονωμένης δόσης 80 mg φουροσεμίδης από του στόματος απορροφήθηκε από το ΓΕΣ. Όταν χορηγήθηκε σε νηστικούς ενήλικες σε αυτήν τη δοσολογία, το φάρμακο εμφανίστηκε στον ορό εντός 10 λεπτών, έφτασε μέγιστη συγκέντρωση 2,3 μg/mL σε 60-70 λεπτά, και απομακρύνθηκε σχεδόν πλήρως από τον ορό σε 4 ώρες. Όταν η ίδια δόση χορηγήθηκε μετά από γεύμα, οι συγκεντρώσεις στον ορό φουροσεμίδης αυξήθηκαν αργά σε μέγιστο περίπου 1 μg/mL μετά από 2 ώρες και παρόμοιες συγκεντρώσεις υπήρχαν 4 ώρες μετά την κατάποση. Ωστόσο, παρόμοια διουρητική απόκριση παρατηρήθηκε ανεξάρτητα από το αν το φάρμακο χορηγήθηκε με τροφή ή σε νηστικούς ασθενείς. Σε άλλη μελέτη, ο ρυθμός και η έκταση της απορρόφησης διέφεραν σημαντικά όταν 1 g φουροσεμίδης χορηγήθηκε από του στόματος σε ουραιμικούς ασθενείς. Μέσος όρος 76% της δόσης απορροφήθηκε, και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτεύχθηκαν εντός 2-9 ωρών (μέσος όρος 4,4 ώρες). Οι συγκεντρώσεις στον ορό που απαιτούνται για μέγιστη διούρηση δεν είναι γνωστές, και έχει αναφερθεί ότι το μέγεθος της απόκρισης δεν συσχετίζεται ούτε με τη μέγιστη ούτε με τη μέση συγκέντρωση στον ορό.
Η διουρητική δράση της από του στόματος χορηγούμενης φουροσεμίδης είναι εμφανής εντός 30 λεπτών έως 1 ώρας και είναι μέγιστη την πρώτη ή δεύτερη ώρα. Η διάρκεια δράσης είναι συνήθως 6-8 ώρες. Η μέγιστη υποτασική δράση μπορεί να μην είναι εμφανής παρά μόνο αρκετές ημέρες μετά την έναρξη της θεραπείας με φουροσεμίδη. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση φουροσεμίδης, η διούρηση εμφανίζεται εντός 5 λεπτών, φτάνει στο μέγιστο εντός 20-60 λεπτών και διαρκεί περίπου 2 ώρες. Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 30 λεπτών· η έναρξη της διούρησης εμφανίζεται κάπως αργότερα από ό,τι μετά από ενδοφλέβια χορήγηση. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η διουρητική απόκριση μπορεί να είναι παρατεταμένη.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη Φουροσεμίδη (15 συνολικά), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα που κυμαίνονται από 1 έως 400 mcg/mL συνδέονται περίπου κατά 91-99% σε υγιή άτομα. Το μη συνδεδεμένο κλάσμα είναι περίπου 2,3-4,1% σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις. Η φουροσεμίδη συνδέεται κυρίως με την αλβουμίνη του ορού.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ο μεταβολισμός της φουροσεμίδης συμβαίνει κυρίως στους νεφρούς και στο ήπαρ, σε μικρότερο βαθμό. Οι νεφροί είναι υπεύθυνοι για περίπου το 85% της συνολικής κάθαρσης της φουροσεμίδης, όπου περίπου το 40% περιλαμβάνει βιομετατροπή. Δύο κύριοι μεταβολίτες της φουροσεμίδης είναι η φουροσεμίδη-γλυκουρονίδη, η οποία είναι φαρμακολογικά ενεργή, και η σαλουαμίνη (CSA) ή 4-χλωρο-5-σουλφαμοϋλανθρανιλικό οξύ.
Φαίνεται ότι η φρουσεμίδη-γλυκουρονίδη είναι ο μόνος ή τουλάχιστον ο κύριος μεταβολίτης βιομετατροπής στον άνθρωπο. Το 2-αμινο-4-χλωρο-5-σουλφαμοϋλανθρανιλικό οξύ έχει αναφερθεί σε ορισμένες μελέτες αλλά όχι σε άλλες· και θεωρείται αναλυτικό τεχνούργημα.
Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, μικρή ποσότητα φουροσεμίδης μεταβολίζεται στο ήπαρ στο αποφουρφουρυλιωμένο παράγωγο, 4-χλωρο-5-σουλφαμοϋλανθρανιλικό οξύ. …
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Ο χρόνος ημιζωής από τη δόση των 40 mg φουροσεμίδης ήταν 4 ώρες μετά από από του στόματος χορήγηση και 4,5 ώρες μετά από ενδοφλέβια χορήγηση. Ο τελικός χρόνος ημιζωής της φουροσεμίδης είναι περίπου 2 ώρες μετά από παρεντερική χορήγηση. Ο τελικός χρόνος ημιζωής μπορεί να αυξηθεί έως και 24 ώρες σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια.
Για να μελετηθούν οι φαρμακοκινητικές της φουροσεμίδης (φρουσεμίδη· Lasix) και του ακετυλογλυκουρονιδίου της και να αναλυθεί η φαρμακοδυναμική απόκριση, διεξήχθη μελέτη σε 7 υγιείς εθελοντές, μέσης ηλικίας 34 ετών, οι οποίοι έλαβαν μία μεμονωμένη από του στόματος δόση 80 mg φουροσεμίδης σε μορφή δισκίου. Διακρίθηκαν δύο χρόνοι ημιζωής στην αποβολή φουροσεμίδης και του συζεύγματος από το πλάσμα, με τιμές 1,25 και 30,4 ώρες για τη φουροσεμίδη και 1,31 και 33,2 ώρες για το σύζευγμα. …
Σε σκύλους, … ο χρόνος ημιζωής αποβολής /είναι/ περίπου 1-1,5 ώρες.
Διάφοροι ερευνητές έχουν αναφέρει ένα ευρύ φάσμα χρόνων ημιζωής αποβολής για τη φουροσεμίδη. Σε μία μελέτη, ο μέσος χρόνος ημιζωής αποβολής ήταν περίπου 30 λεπτά σε υγιείς ασθενείς που έλαβαν 20-120 mg του φαρμάκου IV. Σε άλλη μελέτη, ο μέσος χρόνος ημιζωής αποβολής ήταν 9,7 ώρες σε ασθενείς με προχωρημένη νεφρική ανεπάρκεια που έλαβαν 1 g φουροσεμίδης IV. Ο χρόνος ημιζωής αποβολής ήταν πιο παρατεταμένος σε 1 ασθενή με συνυπάρχουσα ηπατική νόσο.
Ο χρόνος ημιζωής στον ορό σε θεραπευτικές δόσεις είναι 92 λεπτά· αυξάνεται σε ασθενείς με ουραιμία· καρδιακή ανεπάρκεια και κίρρωση, καθώς και σε νεογνά, και ηλικιωμένους ασθενείς. Σε τέτοιους ασθενείς ο χρόνος ημιζωής μπορεί να παραταθεί έως και 20 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατηγοριοποίηση MeSH
Παράγοντες που προάγουν την απέκκριση ούρων μέσω των επιδράσεών τους στη νεφρική λειτουργία.
Παράγοντες που αναστέλλουν τους ΣΥΝ-ΜΕΤΑΦΟΡΕΙΣ ΝΑΤΡΙΟΥ-ΚΑΛΙΟΥ-ΧΛΩΡΙΟΥ οι οποίοι συγκεντρώνονται στο παχύ ανιόν σκέλος στη συμβολή της ΑΓΚΥΛΗΣ ΤΟΥ HENLE και των ΝΕΦΡΙΚΩΝ ΣΩΛΗΝΑΡΙΩΝ, ΑΠΩ. Λειτουργούν ως ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ. Η υπερβολική χρήση σχετίζεται με ΥΠΟΚΑΛΑΙΜΙΑ και ΥΠΕΡΓΛΥΚΑΙΜΙΑ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατηγοριοποίηση FDA
7LXU5N7ZO5
ΦΟΥΡΟΣΕΜΙΔΗ
Φυσιολογική Επίδραση [PE] - Αυξημένη Διούρηση στην Αγκύλη του Henle
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Ομάδα [EPC] - Διουρητικό της Αγκύλης
Η Φουροσεμίδη είναι Διουρητικό της Αγκύλης. Η φυσιολογική επίδραση της φουροσεμίδης είναι μέσω Αυξημένης Διούρησης στην Αγκύλη του Henle.
ΦΟΥΡΟΣΕΜΙΔΗ
Διουρητικό της Αγκύλης [EPC]· Αυξημένη Διούρηση στην Αγκύλη του Henle [PE]
ΕΝΕΣΗ ΦΟΥΡΟΣΕΜΙΔΗΣ 80 MG/ 10 ML
Αυξημένη Διούρηση στην Αγκύλη του Henle [PE]· Διουρητικό της Αγκύλης [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ HFrEF-Foundation C03CA01HFrEF — Τέσσερις βασικές κατηγορίες (4 pillars)ΚΕ ≤ 40% — όλοι οι ασθενείς. Ταυτόχρονη έναρξη και τιτλοποίησηΔοσολογία: Τιτλοποίηση βάσει συμφόρησης · Όσο υπάρχει συμφόρηση
-
ΒΗΜΑ HFmrEF C03CA01HFmrEF — Μέτρια μειωμένο κλάσμα εξώθησης (41–49%)ΚΕ 41–49%Δοσολογία: Συμπτωματικά · Όσο υπάρχει συμφόρηση
-
ΒΗΜΑ HFpEF C03CA01HFpEF — Διατηρημένο κλάσμα εξώθησης (≥ 50%)ΚΕ ≥ 50% — δομική νόσος + αυξημένα νατριουρητικά πεπτίδιαΔοσολογία: Τιτλοποίηση · Όσο υπάρχει συμφόρηση
-
ΒΗΜΑ AHF-Diuretic C03CA01Οξεία ΚΑ — Διουρητικά (συμφόρηση/υπερφόρτωση)Οξεία ΚΑ με σημεία/συμπτώματα υπερφόρτωσης υγρώνΔοσολογία: Επαρκείς δόσεις (αρχ. 40 mg IV ή 2.5× χρόνια PO δόση) · Έως απουσία συμφόρησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 3 C03CA01ΒΗΜΑ 3 — Ανθεκτική υπέρταση
- Αρρύθμιστη ΑΠ υπό τριπλή θεραπεία πλήρων δόσεων (συμπεριλαμβανομένου διουρητικού) — ~5%
- Αφού αποκλειστούν υπέρταση λευκής μπλούζας & δευτεροπαθής υπέρταση
Δοσολογία: — · Συνεχής
Απόσυρση / Deprescribing
Διουρητικά
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Κατηγοριοποίηση MeSH
Παράγοντες που προάγουν την απέκκριση ούρων μέσω των επιδράσεών τους στη νεφρική λειτουργία.
Παράγοντες που αναστέλλουν τους ΣΥΝ-ΜΕΤΑΦΟΡΕΙΣ ΝΑΤΡΙΟΥ-ΚΑΛΙΟΥ-ΧΛΩΡΙΟΥ οι οποίοι συγκεντρώνονται στο παχύ ανιόν σκέλος στη συμβολή της ΑΓΚΥΛΗΣ ΤΟΥ HENLE και των ΝΕΦΡΙΚΩΝ ΣΩΛΗΝΑΡΙΩΝ, ΑΠΩ. Λειτουργούν ως ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ. Η υπερβολική χρήση σχετίζεται με ΥΠΟΚΑΛΑΙΜΙΑ και ΥΠΕΡΓΛΥΚΑΙΜΙΑ.