FUROSEMIDE
Φουροσεμίδη
Ισχυρά διουρητικά που εμποδίζουν την επαναρρόφηση χλωριούχου νατρίου και ύδατος στο ανιόν σκέλος της αγκύλης του Henle. Δρουν ταχέως (σε μια ώρα περίπου από το στόμα, και μισή ώρα ενδοφλεβίως) και η δράση τους διαρκεί περί τις 6 ώρες. Κυριότερη ένδειξη είναι το οξύ πνευμονικό …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-LASIX
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Παρεντερικώς (ενδομυϊκώς ή ενδοφλεβίως)
- Δόση έναρξης: 20-40 mg
- Τιτλοποίηση: Ανά 2ωρο επανάληψη της δόσης 20 mg (1 φύσιγγα), ωσότου το προσδοκώμενο αποτέλεσμα πραγματοποιηθεί.
-
Ενήλικες και νεαρά άτομα άνω των 15 ετώνΔόση20-40 mg (1-2 φύσιγγες) παρεντερικώςΕάν η διουρητική ανταπόκριση δεν είναι ικανοποιητική, η δόση των 20 mg (1 φύσιγγα) μπορεί να επαναλαμβάνεται ανά 2ωρο. Για οξύ πνευμονικό οίδημα: Αρχικά 40 mg (2 φύσιγγες) βραδέως ενδοφλεβίως. Εάν δεν υπάρξει ικανοποιητικό αποτέλεσμα εντός μίας ώρας, αύξηση σε 80 mg (4 φύσιγγες) ενδοφλεβίως. Για θεραπεία οιδήματος (όταν η χορήγηση από του στόματος δεν είναι δυνατή): 20-40 mg (1-2 φύσιγγες) ενδομυϊκώς ή ενδοφλεβίως. Αύξηση της δόσης κατά 20 mg ανά διαστήματα δύο ωρών, ωσότου επιτευχθεί η επιθυμητή διούρηση. Η δόση αυτή χορηγείται εν συνεχεία εφάπαξ ή σε δύο τμήματα ημερησίως.
-
Βρέφη και παιδιά ηλικίας κάτω των 15 ετώνΓενικά χορήγηση από του στόματος. Παρεντερική χορήγηση (στάγδην έγχυση) μόνο σε επικίνδυνες για τη ζωή περιπτώσεις. Δοσολογικός κανόνας: 1 mg/kg βάρους σώματος μέχρι τη μέγιστη ημερήσια δόση των 20 mg (1 φύσιγγα).
block
SPC-LASIX
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη φουροσεμίδη ή σε κάποιο από τα έκδοχα του Lasix. Δυνατότητα διασταυρούμενης ευαισθησίας σε ασθενείς αλλεργικούς στις σουλφοναμίδες ή στις θειαζίδες.
-
Υποογκαιμία ή αφυδάτωση.
-
Ανουρία λόγω νεφρικής ανεπάρκειας που δεν ανταποκρίνεται στη φουροσεμίδη.
-
Βαριάς μορφής υποκαλιαιμία.
-
Βαριάς μορφής υπονατριαιμία.
-
Κωματώδης και προκωματώδης κατάσταση που σχετίζεται με ηπατική εγκεφαλοπάθεια.
-
Θηλασμός.
warning
SPC-LASIX
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Απαιτείται διασφάλιση αποβολής των ούρων.ΠληθυσμόςΑσθενείς με μερική απόφραξη της αποβολής των ούρων (π.χ. διαταραχές κένωσης κύστης, υπερτροφία προστάτη, στένωση ουρήθρας).Απαιτείται προσεκτική παρακολούθηση, ειδικά στα αρχικά στάδια της αγωγής, καθώς η αυξημένη απέκκριση ούρων μπορεί να προκαλέσει ή να επιδεινώσει ενοχλήματα.
-
Αγωγή με φουροσεμίδη.Απαιτεί τακτική ιατρική παρακολούθηση.
-
Υπόταση.ΠληθυσμόςΑσθενείς με υπόταση.
-
Ιδιαίτερος κίνδυνος λόγω πτώσης της αρτηριακής πιέσεως.ΠληθυσμόςΑσθενείς με σημαντική στένωση στεφανιαίων ή εγκεφαλικών αρτηριών.
-
Σακχαρώδης διαβήτης.ΠληθυσμόςΑσθενείς με λανθάνοντα ή έκδηλο σακχαρώδη διαβήτη.
-
Ουρική αρθρίτιδα.ΠληθυσμόςΑσθενείς με ουρική αρθρίτιδα.
-
Ηπατονεφρικό σύνδρομο.ΠληθυσμόςΑσθενείς με ηπατονεφρικό σύνδρομο (νεφρική βλάβη λειτουργικής αιτιολογίας με σοβαρή ηπατική νόσο).
-
Υποπρωτεϊναιμία.ΠληθυσμόςΑσθενείς με υποπρωτεϊναιμία (π.χ. νεφρωσικό σύνδρομο).Δυνατόν να εξασθενήσει η δράση της φουροσεμίδης και να ενισχυθεί η ωτοτοξικότητά της. Απαιτείται προσεκτική τιτλοποίηση της δόσης.
-
Πρόωρα νεογνά.ΠληθυσμόςΠρόωρα νεογνά.Πιθανή εμφάνιση νεφρασβέστωσης/νεφρολιθίασης (παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας και υπερηχογράφημα νεφρών). Αυξάνει τη συχνότητα παραμονής ανοικτού αρτηριακού πόρου και επιπλέκει το σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας.
-
Ηλεκτρολύτες, ισοζύγιο υγρών, νεφρική λειτουργία, μεταβολισμός υδατανθράκων.Συνιστάται προσεκτικός και τακτικός έλεγχος καλίου, ασβεστίου, χλωριδίων, δικαρβονικού, κρεατινίνης, ουρίας στο αίμα και μεταβολισμού υδατανθράκων.
-
Υψηλός κίνδυνος διαταραχών ηλεκτρολυτών ή απώλειας υγρών.ΠληθυσμόςΑσθενείς σε υψηλό κίνδυνο (π.χ. έμετοι, διάρροια, έντονη εφίδρωση).Απαιτείται ιδιαίτερα συχνός έλεγχος. Πρέπει να γίνεται αποκατάσταση υποογκαιμίας, αφυδάτωσης και διαταραχών ηλεκτρολυτών/οξεοβασικής ισορροπίας, που μπορεί να απαιτήσει παροδική διακοπή της φουροσεμίδης.
-
Παράλληλη χρήση με ρισπεριδόνη.ΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς με άνοια.Παρατηρήθηκε υψηλότερη θνησιμότητα σε ασθενείς που λάμβαναν φουροσεμίδη και ρισπεριδόνη συγκριτικά με μόνο ρισπεριδόνη ή μόνο φουροσεμίδη. Απαιτείται προσοχή και στάθμιση κινδύνων/οφελών πριν τη χρήση. Η αφυδάτωση είναι παράγοντας κινδύνου θνησιμότητας και πρέπει να αποφεύγεται.
swap_horiz
SPC-LASIX
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ένυδρη χλωράληΜη συνιστώμενοι συνδυασμοίΑίσθημα καύσου, εφίδρωση, ανησυχία, ναυτία, αύξηση της αρτηριακής πίεσης και ταχυκαρδία.
-
Αμινογλυκοσίδες και άλλες ωτοτοξικές ουσίεςΠροσοχήΕνίσχυση ωτοτοξικότητας.
-
ΠροσοχήΚίνδυνος ωτοτοξικής και νεφροτοξικής επίδρασης.
-
ΠροσοχήΑυξημένα επίπεδα λιθίου στον ορό, αυξημένος κίνδυνος τοξικότητας.ΣύστασηΠαρακολούθηση των επιπέδων λιθίου.
-
Αναστολείς του ΜΕΑ / Υποδοχείς της αγγειοτασίνης ΙΙΠροσοχήΒαριά υπόταση και επιδείνωση νεφρικής λειτουργίας, ειδικότερα όταν χορηγείται για πρώτη φορά ή σε αυξημένη δόση.ΣύστασηΣκόπιμη η διακοπή/μείωση της δόσης φουροσεμίδης πριν την έναρξη ή αύξηση της δόσης των ΜΕΑ/Αγγειοτασίνης ΙΙ.
-
ΠροσοχήΑυξημένη θνησιμότητα σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοια.ΣύστασηΝα εξετάζονται κίνδυνοι και οφέλη.
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ)ΠροσοχήΜείωση δράσης φουροσεμίδης. Οξεία νεφρική βλάβη σε αφυδατωμένους ασθενείς. Αύξηση τοξικότητας σαλικυλικών.
-
ΠροσοχήΕξασθένηση δράσης φουροσεμίδης.
-
ΠροσοχήΑυξημένος κίνδυνος υποκαλιαιμίας.
-
Αντιυπερτασικά φάρμακα, διουρητικά, άλλες ουσίες με υποτασική δράσηΠροσοχήΠιο έντονη μείωση της αρτηριακής πιέσεως.
-
ΠροσοχήΜείωση δράσης φουροσεμίδης ή μείωση αποβολής αυτών των φαρμάκων. Αυξημένα επίπεδα στον ορό και κίνδυνος ανεπιθυμήτων ενεργειών.
-
Αντιδιαβητικά φάρμακαΠροσοχήΜείωση δράσης.
-
Συμπαθητικομιμητικά που αυξάνουν την αρτηριακή πίεση (π.χ. αδρεναλίνη, νοραδρεναλίνη)ΠροσοχήΜείωση δράσης.
-
Μυοχαλαρωτικά τύπου κουραρίουΠροσοχήΑνταγωνισμός δράσης.
-
ΣουκινυλχολίνηΠροσοχήΕνίσχυση δράσης.
-
ΠροσοχήΑύξηση φαρμακολογικών ενεργειών.
-
Νεφροτοξικά φάρμακαΠροσοχήΑύξηση βλαπτικής επίδρασης στο νεφρό.
-
Υψηλές δόσεις συγκεκριμένων κεφαλοσπορινώνΠροσοχήΝεφρική δυσλειτουργία.
-
Κυκλοσπορίνη ΑΠροσοχήΑυξημένος κίνδυνος ουρικής αρθρίτιδας.
-
Ραδιοσκιαγραφικό υλικόΠροσοχήΕπιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας σε ασθενείς με κίνδυνο νεφροπάθειας.
-
ΠαρακολούθησηΣυνεργική δράση, έντονη διούρηση.
-
Αλκοόλη, βαρβιτουρικά, ναρκωτικάΠροσοχήΑυξημένος κίνδυνος ορθοστατικής υπότασης.
sick
SPC-LASIX
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Διαταραχές των ηλεκτρολυτών (περιλαμβανομένων των συμπτωματικών)
- Αφυδάτωση και υποογκαιμία, ειδικότερα σε ηλικιωμένους ασθενείς
- Αυξημένα επίπεδα κρεατινίνης στο αίμα
- Αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων στο αίμα
- Υπονατριαιμία
- Υποχλωραιμία
- Υποκαλιαιμία
- Αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης στο αίμα
- Αυξημένα επίπεδα ουρικού οξέος στο αίμα και κρίσεις ουρικής αρθρίτιδας
- Μείωση της ανοχής στη γλυκόζη. Ο λανθάνων σακχαρώδης διαβήτης μπορεί να καταστεί έκδηλος.
- Υπασβεστιαιμία
- Υπομαγνησιαιμία
- Αυξημένα επίπεδα ουρίας στο αίμα
- Μεταβολική αλκάλωση
- Ψευδο-σύνδρομο Bartter στα πλαίσια κακής χρήσης ή/και μακροχρόνιας χρήσης της φουροσεμίδης.
- Υπόταση, περιλαμβανομένης της ορθοστατικής υπότασης (για την ενδοφλέβια έγχυση)
- Αγγειίτιδα
- Θρόμβωση.
- Αυξημένος όγκος ούρων
- Διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίων
- Αυξημένα επίπεδα νατρίου στα ούρα, αυξημένα επίπεδα χλωριδίου στα ούρα, κατακράτηση ούρων (σε ασθενείς με μερική απόφραξη εκροής των ούρων)
- Νεφρασβέστωση/νεφρολιθίαση στα πρόωρα νεογνά
- Νεφρική βλάβη.
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Οξεία παγκρεατίτιδα.
- Χολόσταση
- Αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών.
- Διαταραχές της ακοής, παρ’ όλο που συνήθως είναι παροδικές, ιδιαίτερα σε ασθενείς με νεφρική βλάβη, υποπρωτεϊναιμία (π.χ. σε νεφρωσικό σύνδρομο) ή/και όταν η ενδοφλέβια χορήγηση φουροσεμίδης γίνεται πολύ γρήγορα. Περιπτώσεις κώφωσης, μερικές φορές μη αναστρέψιμες έχουν αναφερθεί μετά τη χορήγηση φουροσεμίδης από το στόμα ή ενδοφλεβίως.
- Εμβοές των ώτων.
- Κνησμός, κνίδωση, εξανθήματα, πομφολυγώδης δερματίτιδα, πολύμορφο ερύθημα, πεμφιγοειδές, αποφολιδωτική δερματίτιδα, πορφύρα, αντίδραση από φωτοευαισθησία
- Σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση και φαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα.
- Σοβαρές αναφυλακτικές ή αναφυλακτικού τύπου αντιδράσεις (π.χ. με καταπληξία).
- Ηπατική εγκεφαλοπάθεια σε ασθενείς με ηπατοκυτταρική ανεπάρκεια.
- Παραισθησίες.
- Αιμοσυμπύκνωση
- Θρομβοπενία
- Λευκοπενία, ηωσινοφιλία
- Ακοκκιοκυτταραιμία, απλαστική αναιμία ή αιμολυτική αναιμία.
- Αυξημένος κίνδυνος παραμονής ανοικτού του αρτηριακού πόρου στην περίπτωση που η φουροσεμίδη χορηγηθεί στα πρόωρα νεογνά κατά τις πρώτες εβδομάδες της ζωής τους.
- Πυρετός.
- Μετά την ενδομυϊκή ένεση, τοπικές αντιδράσεις όπως άλγος.
- Ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος μπορεί να ενεργοποιηθεί ή να παρουσιάσει έξαρση με τη φουροσεμίδη.
- Ξανθοψία, θρομβοφλεβίτις.
- Υπερουριχαιμία, αζωθαιμία.
- Αφυδάτωση, ιδίως στους υπερήλικες και τους καλοκαιρινούς μήνες.
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΔιαταραχές των ηλεκτρολυτώνΜεταβολισμός και θρέψη
-
Πολύ συχνέςΑφυδάτωση και υποογκαιμίαΜεταβολισμός και θρέψη
-
Πολύ συχνέςΑυξημένα επίπεδα κρεατινίνης στο αίμαΜεταβολισμός και θρέψη
-
Πολύ συχνέςΑυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων στο αίμαΜεταβολισμός και θρέψη
-
ΣυχνέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός και θρέψη
-
ΣυχνέςΥποχλωραιμίαΜεταβολισμός και θρέψη
-
ΣυχνέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός και θρέψη
-
ΣυχνέςΑυξημένα επίπεδα χοληστερόλης στο αίμαΜεταβολισμός και θρέψη
-
ΣυχνέςΑυξημένα επίπεδα ουρικού οξέος στο αίμαΜεταβολισμός και θρέψη
-
ΣυχνέςΚρίσεις ουρικής αρθρίτιδαςΜεταβολισμός και θρέψη
-
Όχι συχνέςΜείωση της ανοχής στη γλυκόζηΜεταβολισμός και θρέψη
-
Όχι συχνέςΟ λανθάνων σακχαρώδης διαβήτης μπορεί να καταστεί έκδηλοςΜεταβολισμός και θρέψη
-
Μη γνωστέςΥπασβεστιαιμίαΜεταβολισμός και θρέψη
-
Μη γνωστέςΥπομαγνησιαιμίαΜεταβολισμός και θρέψη
-
Μη γνωστέςΑυξημένα επίπεδα ουρίας στο αίμαΜεταβολισμός και θρέψη
-
Μη γνωστέςΜεταβολική αλκάλωσηΜεταβολισμός και θρέψη
-
Μη γνωστέςΨευδο-σύνδρομο BartterΜεταβολισμός και θρέψη
-
Πολύ συχνέςΥπόταση, περιλαμβανομένης της ορθοστατικής υπότασηςΑγγειακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΑγγειίτιδαΑγγειακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΘρόμβωσηΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑυξημένος όγκος ούρωνΝεφρών και ουροφόρων οδών
-
ΣπάνιεςΔιάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίωνΝεφρών και ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΑυξημένα επίπεδα νατρίου στα ούραΝεφρών και ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΑυξημένα επίπεδα χλωριδίου στα ούραΝεφρών και ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΚατακράτηση ούρωνΝεφρών και ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΝεφρασβέστωση/νεφρολιθίαση στα πρόωρα νεογνάΝεφρών και ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΝεφρική βλάβηΝεφρών και ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΟξεία παγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΧολόστασηΉπατος και χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιεςΑυξημένα επίπεδα τρανσαμινασώνΉπατος και χοληφόρων
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές της ακοήςΩτός και λαβυρίνθου
-
Όχι συχνέςΚώφωσηΩτός και λαβυρίνθου
-
ΣπάνιεςΕμβοές των ώτωνΩτός και λαβυρίνθου
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΕξανθήματαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΠομφολυγώδης δερματίτιδαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΠεμφιγοειδέςΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΑποφολιδωτική δερματίτιδαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΠορφύραΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΑντίδραση από φωτοευαισθησίαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΟξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση και φαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΣοβαρές αναφυλακτικές ή αναφυλακτικού τύπου αντιδράσεις (π.χ. με καταπληξία)Ανοσοποιητικό σύστημα
-
ΣυχνέςΗπατική εγκεφαλοπάθειαΝευρικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΠαραισθησίεςΝευρικό σύστημα
-
ΣυχνέςΑιμοσυμπύκνωσηΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΛευκοπενίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΗωσινοφιλίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΑπλαστική αναιμίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΑιμολυτική αναιμίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
Μη γνωστέςΑυξημένος κίνδυνος παραμονής ανοικτού του αρτηριακού πόρου στα πρόωρα νεογνάΣυγγενείς και οικογενείς/γενετικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΠυρετόςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΤοπικές αντιδράσεις όπως άλγος (μετά από IM ένεση)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΟ συστηματικός ερυθηματώδης λύκος μπορεί να ενεργοποιηθεί ή να παρουσιάσει έξαρσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΞανθοψίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΘρομβοφλεβίτιςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΥπερουριχαιμίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΑζωθαιμίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνήΑφυδάτωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
pregnant_woman
SPC-LASIX
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χορηγείταιεκτός και αν συντρέχουν σοβαροί ιατρικοί λόγοι και για μικρό χρονικό διάστημα. Η αγωγή κατά την κύηση απαιτεί παρακολούθηση της ανάπτυξης του εμβρύου.
-
ΓαλουχίαΔεν θα πρέπει να θηλάζουνΗ φουροσεμίδη περνά στο μητρικό γάλα και δυνατόν να αναστείλει τη γαλουχία.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-LASIX
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Τρόπος δράσης Η φουροσεμίδη είναι ένα διουρητικό της αγκύλης που δημιουργεί μια συγκριτικά ισχυρή και βραχείας διάρκειας διούρηση με ταχεία έναρξη. Η φουροσεμίδη παρεμποδίζει το σύστημα συν-μεταφοράς του Na + K + 2Cl - στο ευρύ ανιόν σκέλος της αγκύλης…
biotech
SPC-LASIX
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
- Βιοδιαθεσιμότητα: Μπορεί να μειωθεί < 30% (π.χ. σε νεφρωσικό σύνδρομο). * Όγκος κατανομής: 0,1-0,2 L/kg, μπορεί να είναι μεγαλύτερος σε σχέση με τη συνοδό νόσο. * Σύνδεση με πρωτεΐνες πλάσματος: > 98%. * Μεταβολισμός: Κυρίως αναλλοίωτη…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-LASIX
expand_more
Δοσολογία
Η ελάχιστη αποτελεσματική δόση πρέπει να χρησιμοποιείται για την επίτευξη του επιθυμητού αποτελέσματος.
Για την καλύτερη αποτελεσματικότητα και για την καταστολή της αντιρρύθμισης, γενικά, προτιμάται η συνεχής έγχυση φουροσεμίδης συγκριτικά με τις επαναλαμβανόμενες ενέσεις bolus.
Ενήλικες και νεαρά άτομα άνω των 15 ετών
- Αρχική δόση: 20-40 mg (1-2 φύσιγγες) παρεντερικώς. Εάν η διουρητική ανταπόκριση δεν είναι ικανοποιητική, η δόση των 20 mg (1 φύσιγγα) μπορεί να επαναλαμβάνεται ανά 2ωρο.
- Οξύ πνευμονικό οίδημα: Αρχικά 40 mg (2 φύσιγγες) βραδέως ενδοφλεβίως. Εάν δεν υπάρξει ικανοποιητικό αποτέλεσμα εντός μίας ώρας, αύξηση σε 80 mg (4 φύσιγγες) ενδοφλεβίως.
- Θεραπεία οιδήματος (όταν η χορήγηση από του στόματος δεν είναι δυνατή): 20-40 mg (1-2 φύσιγγες) ενδομυϊκώς ή ενδοφλεβίως. Αύξηση της δόσης κατά 20 mg ανά διαστήματα δύο ωρών, ωσότου επιτευχθεί η επιθυμητή διούρηση. Η δόση αυτή χορηγείται εν συνεχεία εφάπαξ ή σε δύο τμήματα ημερησίως.
- Υψηλές δόσεις: Χορηγούνται υπό μορφή εγχύσεως με ρυθμό όχι μεγαλύτερο από 4 mg/min.
Βρέφη και παιδιά ηλικίας κάτω των 15 ετών
- Γενικά θα πρέπει να χορηγηθεί φουροσεμίδη από του στόματος.
- Παρεντερική χορήγηση (στάγδην έγχυση): Επιτρέπεται μόνον σε επικίνδυνες για τη ζωή περιπτώσεις. Δοσολογικός κανόνας: 1 mg/kg βάρους σώματος μέχρι τη μέγιστη ημερήσια δόση των 20 mg (1 φύσιγγα).
Τρόπος χορήγησης
- Η παρεντερική χορήγηση ενδείκνυται όταν η εντερική απορρόφηση είναι μειωμένη ή όταν επιδιώκεται η ταχεία αποβολή υγρών.
- Ενδοφλέβια χορήγηση: Η ένεση πρέπει να γίνεται αργά. Η ταχύτητα χορήγησης δεν πρέπει να υπερβεί τα 4 mg/λεπτό. Σε ασθενείς με σοβαρού βαθμού νεφρική ανεπάρκεια (κρεατινίνη ορού > 5 mg/dl), ο ρυθμός έγχυσης να μην υπερβαίνει τα 2,5 mg/λεπτό.
- Ενδομυϊκή χορήγηση: Πρέπει να περιορίζεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Δεν συνιστάται για την αγωγή οξέων καταστάσεων (π.χ. πνευμονικό οίδημα).
Η διάρκεια της αγωγής καθορίζεται από τον ιατρό.
block
Αντενδείξεις
SPC-LASIX
expand_more
Αντενδείξεις
Η φουροσεμίδη δεν πρέπει να χορηγείται σε:
- Ασθενείς υπερευαίσθητους στη φουροσεμίδη ή σε κάποιο από τα έκδοχα του Lasix. Ασθενείς αλλεργικοί στις σουλφοναμίδες (π.χ. σουλφοναμιδικά αντιμικροβιακά ή σουλφονυλουρίες) και γενικά στις θειαζίδες μπορεί να εμφανίσουν διασταυρούμενη ευαισθησία στη φουροσεμίδη,
- Ασθενείς με υποογκαιμία ή αφυδάτωση,
- Ασθενείς με ανουρία λόγω νεφρικής ανεπάρκειας οι οποίοι δεν ανταποκρίνονται στη φουροσεμίδη,
- Ασθενείς με βαριάς μορφής υποκαλιαιμία,
- Ασθενείς με βαριάς μορφής υπονατριαιμία,
- Ασθενείς σε κωματώδη και προκωματώδη κατάσταση που έχει σχέση με ηπατική εγκεφαλοπάθεια,
- Θηλάζουσες. Όσον αφορά στην κύηση, βλ. παράγραφο 4.6 «Κύηση και γαλουχία».
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-LASIX
expand_more
Προειδοποιήσεις
Θα πρέπει να διασφαλίζεται η αποβολή των ούρων. Σε ασθενείς με μερική απόφραξη της αποβολής των ούρων (π.χ. σε ασθενείς με διαταραχές κένωσης της ουροδόχου κύστης, υπερτροφία του προστάτη ή στένωση της ουρήθρας) η αυξημένη απέκκριση των ούρων μπορεί να προκαλέσει ή να επιδεινώσει τα ενοχλήματα. Γι’ αυτό, απαιτείται προσεκτική παρακολούθηση των ασθενών και ειδικότερα κατά τα αρχικά στάδια της αγωγής. Η αγωγή με φουροσεμίδη απαιτεί τακτική ιατρική παρακολούθηση. Ιδιαίτερα προσεκτική παρακολούθηση απαιτείται σε:
- Ασθενείς με υπόταση,
- Ασθενείς οι οποίοι βρίσκονται σε ιδιαίτερο κίνδυνο λόγω έντονης πτώσης της αρτηριακής πιέσεως, π.χ. ασθενείς με σημαντική στένωση των στεφανιαίων αρτηριών ή των αιμοφόρων αγγείων που εφοδιάζουν τον εγκέφαλο,
- Ασθενείς με λανθάνοντα ή έκδηλο σακχαρώδη διαβήτη,
- Ασθενείς με ουρική αρθρίτιδα,
- Ασθενείς με ηπατονεφρικό σύνδρομο, π.χ. νεφρική βλάβη λειτουργικής αιτιολογίας συνοδευόμενη από βαριάς μορφής νόσο του ήπατος,
- Ασθενείς με υποπρωτεϊναιμία συνοδευόμενη π.χ. από νεφρωσικό σύνδρομο (δυνατόν να εξασθενήσει η δράση της φουροσεμίδης και να ενισχυθεί η ωτοτοξικότητά της). Απαιτείται προσεκτική τιτλοποίηση της δόσης,
- Πρόωρα νεογνά (πιθανή εμφάνιση νεφρασβέστωσης/νεφρολιθίασης . θα πρέπει να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία και να διεξάγεται υπερηχογράφημα των νεφρών). Επίσης αυξάνει τη συχνότητα παραμονής ανοικτού του αρτηριακού πόρου και επιπλέκει το σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας των νεογνών. Στη διάρκεια της θεραπείας συνιστάται ο προσεκτικός και τακτικός έλεγχος των ηλεκτρολυτών και ιδιαίτερα του καλίου, του ασβεστίου, των χλωριδίων και του δικαρβονικού και του ισοζυγίου υγρών. Ακόμη είναι απαραίτητος ο τακτικός έλεγχος κρεατινίνης και ουρίας στο αίμα. Πρέπει επίσης να ελέγχεται ο μεταβολισμός των υδατανθράκων. Ιδιαίτερα συχνός έλεγχος απαιτείται σε ασθενείς που βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο να εκδηλώσουν διαταραχές στην ισορροπία των ηλεκτρολυτών ή ακόμη σε περίπτωση σημαντικής επιπλέον απώλειας υγρών (π.χ. λόγω εμέτων, διάρροιας ή έντονης εφίδρωσης). Πρέπει να γίνεται αποκατάσταση της υποογκαιμίας ή της αφυδάτωσης, καθώς και οποιασδήποτε σημαντικής διαταραχής των ηλεκτρολυτών και της οξεοβασικής ισορροπίας. Αυτό δυνατόν να απαιτήσει παροδική διακοπή της φουροσεμίδης. Παράλληλη χρήση με τη ρισπεριδόνη Σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες της ρισπεριδόνης σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοια, παρατηρήθηκε υψηλότερη θνησιμότητα σε ασθενείς στους οποίους χορηγείτο φουροσεμίδη και ρισπεριδόνη (7,3%, μέσος όρος ηλικίας 89 έτη, εύρος 75-97 έτη) συγκριτικά με ασθενείς στους οποίους χορηγείτο μόνο ρισπεριδόνη (3,1%, μέσος όρος ηλικίας 84 έτη, εύρος 70-96 έτη) ή μόνο φουροσεμίδη (4,1%, μέσος όρος ηλικίας 80 έτη, εύρος 67-90 έτη). Παράλληλη χρήση της ρισπεριδόνης με άλλα διουρητικά (κυρίως θειαζιδικά διουρητικά σε χαμηλή δόση) δεν συσχετίστηκε με παρόμοια ευρήματα. Δεν έχει αναγνωριστεί παθοφυσιολογικός μηχανισμός ο οποίος να εξηγεί αυτό το εύρημα, και δεν παρατηρήθηκαν σταθερά ευρήματα ως προς την αιτία θανάτου. Εν τούτοις, θα πρέπει να δίνεται προσοχή και θα πρέπει να εξετάζονται οι κίνδυνοι και τα οφέλη αυτού του συνδυασμού ή της συν- θεραπείας με άλλα ισχυρά διουρητικά πριν την απόφαση για τη χρήση. Δεν υπήρξε αυξημένη συχνότητα της θνησιμότητας σε ασθενείς που λαμβάνουν άλλα διουρητικά ως παράλληλη θεραπεία με τη ρισπεριδόνη. Ανεξάρτητα από τη θεραπεία, η αφυδάτωση ήταν ένας συνολικός παράγοντας κινδύνου για τη θνησιμότητα και θα πρέπει συνεπώς να αποφεύγεται σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοια (βλ. παράγραφο 4.3 «Αντενδείξεις»).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-LASIX
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Μη συνιστώμενοι συνδυασμοί
- Ένυδρη χλωράλη: Εντός 24 ωρών από τη λήψη ένυδρης χλωράλης και ενδοφλέβια χορήγηση φουροσεμίδης μπορεί να εμφανισθούν αίσθημα καύσου, εφίδρωση, ανησυχία, ναυτία, αύξηση της αρτηριακής πίεσης και ταχυκαρδία. Δεν συνιστάται η συγχορήγηση.
- Αμινογλυκοσίδες και άλλες ωτοτοξικές ουσίες: Η φουροσεμίδη μπορεί να ενισχύσει την ωτοτοξικότητα. Χορήγηση μόνο εάν επιβάλλεται ιατρικώς.
Προφυλάξεις κατά τη χρήση
- Σισπλατίνη: Κίνδυνος ωτοτοξικής και νεφροτοξικής επίδρασης, εάν η φουροσεμίδη δεν χορηγείται σε χαμηλές δόσεις και με θετικό ισοζύγιο υγρών.
- Λίθιο: Η φουροσεμίδη ελαττώνει την αποβολή των αλάτων λιθίου, αυξάνοντας τον κίνδυνο τοξικότητας. Απαιτείται παρακολούθηση των επιπέδων λιθίου.
- Αναστολείς του ΜΕΑ / Υποδοχείς της αγγειοτασίνης ΙΙ: Σε ασθενείς που λαμβάνουν διουρητικά, η ταυτόχρονη χορήγηση μπορεί να προκαλέσει υπόταση και επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας. Σκόπιμη η διακοπή/μείωση της δόσης φουροσεμίδης πριν την έναρξη ή αύξηση της δόσης των ΜΕΑ/Αγγειοτασίνης ΙΙ.
- Ρισπεριδόνη: Να εξετάζονται κίνδυνοι και οφέλη πριν τη συν-θεραπεία.
Να λαμβάνονται υπόψη
- Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), ακετυλοσαλικυλικό οξύ: Μπορεί να μειώσουν τη δράση της φουροσεμίδης. ΜΣΑΦ μπορεί να προκαλέσουν οξεία νεφρική βλάβη σε αφυδατωμένους ασθενείς. Τοξικότητα σαλικυλικών μπορεί να αυξηθεί.
- Φαινυτοΐνη: Παρατηρήθηκε εξασθένηση της δράσης της φουροσεμίδης.
- Κορτικοστεροειδή, καρβενοξολόνη, γλυκύρριζα, καθαρτικά: Πιθανόν να αυξήσουν τον κίνδυνο υποκαλιαιμίας.
- Ηλεκτρολυτικές διαταραχές: Μπορούν να αυξήσουν την τοξικότητα άλλων φαρμάκων.
- Αντιυπερτασικά, διουρητικά, ουσίες με υποτασική δράση: Πιο έντονη μείωση της αρτηριακής πιέσεως.
- Προβενεσίδη, μεθοτρεξάτη, ουσίες που απεκκρίνονται από τα νεφρικά σωληνάρια: Μπορεί να μειωθεί η δράση της φουροσεμίδης ή η αποβολή αυτών των φαρμάκων.
- Αντιδιαβητικά, συμπαθητικομιμητικά: Μείωση δράσης.
- Μυοχαλαρωτικά τύπου κουραρίου, σουκινυλχολίνη, θεοφυλλίνη: Ενίσχυση δράσης.
- Νεφροτοξικά φάρμακα: Αύξηση βλαπτικής επίδρασης στο νεφρό.
- Κεφαλοσπορίνες (υψηλές δόσεις): Νεφρική δυσλειτουργία.
- Κυκλοσπορίνη Α: Αυξημένος κίνδυνος ουρικής αρθρίτιδας.
- Ραδιοσκιαγραφικό υλικό: Αυξημένος κίνδυνος επιδείνωσης νεφρικής λειτουργίας σε ασθενείς με κίνδυνο νεφροπάθειας.
- Μετολαζόνη: Συνεργική δράση, έντονη διούρηση.
- Αλκοόλη, βαρβιτουρικά, ναρκωτικά: Αυξημένος κίνδυνος ορθοστατικής υπότασης.
Αλληλεπίδραση με εργαστηριακούς ή διαγνωστικούς ελέγχους Καμιά πληροφορία.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-LASIX
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι συχνότητες προέρχονται από βιβλιογραφικά δεδομένα μελετών όπου η φουροσεμίδη χρησιμοποιήθηκε συνολικά σε 1.387 ασθενείς.
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
- Πολύ συχνές: Διαταραχές των ηλεκτρολυτών, αφυδάτωση και υποογκαιμία (ειδικότερα σε ηλικιωμένους), αυξημένα επίπεδα κρεατινίνης και τριγλυκεριδίων στο αίμα.
- Συχνές: Υπονατριαιμία, υποχλωραιμία, υποκαλιαιμία, αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης και ουρικού οξέος στο αίμα, κρίσεις ουρικής αρθρίτιδας.
- Όχι συχνές: Μείωση της ανοχής στη γλυκόζη. Ο λανθάνων σακχαρώδης διαβήτης μπορεί να καταστεί έκδηλος.
- Μη γνωστές: Υπασβεστιαιμία, υπομαγνησιαιμία, αυξημένα επίπεδα ουρίας στο αίμα, μεταβολική αλκάλωση, ψευδο-σύνδρομο Bartter.
Αγγειακές διαταραχές
- Πολύ συχνές (για την IV έγχυση): Υπόταση, περιλαμβανομένης της ορθοστατικής υπότασης.
- Σπάνιες: Αγγειίτιδα.
- Μη γνωστές: Θρόμβωση.
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
- Συχνές: Αυξημένος όγκος ούρων.
- Σπάνιες: Διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίων.
- Μη γνωστές: Αυξημένα επίπεδα νατρίου και χλωριδίου στα ούρα, κατακράτηση ούρων (σε ασθενείς με μερική απόφραξη εκροής), νεφρασβέστωση/νεφρολιθίαση στα πρόωρα νεογνά, νεφρική βλάβη.
Διαταραχές του γαστρεντερικού
- Όχι συχνές: Ναυτία.
- Σπάνιες: Έμετος, διάρροια.
- Πολύ σπάνιες: Οξεία παγκρεατίτιδα.
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
- Πολύ σπάνιες: Χολόσταση, αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών.
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
- Όχι συχνές: Διαταραχές της ακοής (συνήθως παροδικές, ιδίως σε νεφρική βλάβη, υποπρωτεϊναιμία ή/και γρήγορη IV χορήγηση). Περιπτώσεις κώφωσης (μερικές φορές μη αναστρέψιμες).
- Σπάνιες: Εμβοές των ώτων.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Όχι συχνές: Κνησμός, κνίδωση, εξανθήματα, πομφολυγώδης δερματίτιδα, πολύμορφο ερύθημα, πεμφιγοειδές, αποφολιδωτική δερματίτιδα, πορφύρα, αντίδραση από φωτοευαισθησία.
- Μη γνωστές: Σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση και φαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα.
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
- Σπάνιες: Σοβαρές αναφυλακτικές ή αναφυλακτικού τύπου αντιδράσεις (π.χ. με καταπληξία).
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Συχνές: Ηπατική εγκεφαλοπάθεια σε ασθενείς με ηπατοκυτταρική ανεπάρκεια.
- Σπάνιες: Παραισθησίες.
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
- Συχνές: Αιμοσυμπύκνωση.
- Όχι συχνές: Θρομβοπενία.
- Σπάνιες: Λευκοπενία, ηωσινοφιλία.
- Πολύ σπάνιες: Ακοκκιοκυτταραιμία, απλαστική αναιμία ή αιμολυτική αναιμία.
Συγγενείς και οικογενείς/γενετικές διαταραχές
- Μη γνωστές: Αυξημένος κίνδυνος παραμονής ανοικτού του αρτηριακού πόρου στα πρόωρα νεογνά.
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
- Σπάνιες: Πυρετός.
- Μη γνωστές: Μετά την ενδομυϊκή ένεση, τοπικές αντιδράσεις όπως άλγος. Ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος μπορεί να ενεργοποιηθεί ή να παρουσιάσει έξαρση. Ξανθοψία, θρομβοφλεβίτις, υπερουριχαιμία, αζωθαιμία. Η αφυδάτωση είναι συχνή, ιδιαίτερα στους υπερήλικες.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-LASIX
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Η φουροσεμίδη διαπερνά το φραγμό του πλακούντα. Δεν πρέπει να χορηγείται κατά την κύηση, εκτός και αν συντρέχουν σοβαροί ιατρικοί λόγοι και για μικρό χρονικό διάστημα. Η αγωγή κατά την κύηση απαιτεί παρακολούθηση της ανάπτυξης του εμβρύου.
Γαλουχία
Η φουροσεμίδη περνά στο μητρικό γάλα και δυνατόν να αναστείλει τη γαλουχία. Οι γυναίκες στις οποίες χορηγείται φουροσεμίδη, δεν θα πρέπει να θηλάζουν.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-LASIX
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Τρόπος δράσης
Η φουροσεμίδη είναι ένα διουρητικό της αγκύλης που δημιουργεί μια συγκριτικά ισχυρή και βραχείας διάρκειας διούρηση με ταχεία έναρξη.
Η φουροσεμίδη παρεμποδίζει το σύστημα συν-μεταφοράς του Na + K + 2Cl
στο ευρύ ανιόν σκέλος της αγκύλης του Henle, αναστέλλοντας την επαναπορρόφηση χλωριούχου νατρίου. Αυτό οδηγεί σε αυξημένη αποβολή νατρίου (έως 35% της σπειραματικής διήθησης), αυξημένη απέκκριση ούρων (λόγω ωσμωτικά δεσμευμένου ύδατος) και αυξημένη απέκκριση καλίου από το αθροιστικό σωληνάριο.
Επίσης αυξάνεται η αποβολή ιόντων ασβεστίου και μαγνησίου.
Η φουροσεμίδη διακόπτει τον μηχανισμό παλίνδρομης αλληλορύθμισης του σπειράματος, προκαλεί δοσοεξαρτώμενη διέγερση του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης.
Σε καρδιακή ανεπάρκεια, προκαλεί άμεση μείωση του προφορτίου της καρδιάς μέσω διαστολής των φλεβών. Ελαττώνει την αγγειακή αντιδραστικότητα στις κατεχολαμίνες.
Το αντιυπερτασικό αποτέλεσμα οφείλεται στην αυξημένη αποβολή νατρίου, στον ελαττωμένο όγκο αίματος και στη μειωμένη ανταπόκριση των λείων μυϊκών ινών των αγγείων στα αγγειοσυσταλτικά ερεθίσματα.
Φαρμακοδυναμικά χαρακτηριστικά
- Έναρξη διούρησης: Εντός 15 λεπτών (IV), εντός 1 ώρας (PO).
- Διάρκεια δράσης: Περίπου 3 ώρες (20 mg IV), 3-6 ώρες (40 mg PO σε υγιή άτομα).
- Η συνεχής έγχυση είναι πιο αποτελεσματική από τις επαναλαμβανόμενες ενέσεις bolus.
- Η δράση μειώνεται με μειωμένη σωληναριακή απέκκριση ή ενδοσωληναριακή δέσμευση με τη λευκωματίνη.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-LASIX
expand_more
Φαρμακοκινητική
- Βιοδιαθεσιμότητα: Μπορεί να μειωθεί < 30% (π.χ. σε νεφρωσικό σύνδρομο).
- Όγκος κατανομής: 0,1-0,2 L/kg, μπορεί να είναι μεγαλύτερος σε σχέση με τη συνοδό νόσο.
- Σύνδεση με πρωτεΐνες πλάσματος: > 98%.
- Μεταβολισμός: Κυρίως αναλλοίωτη απέκκριση. Γλυκουρονικός μεταβολίτης ~10-20%.
- Απέκκριση: Βασικά αναλλοίωτη μέσω εγγύς σωληνάριου (~60-70% της δόσης IV). Το υπόλοιπο με τα κόπρανα.
- Χρόνος ημίσειας ζωής: ~1-1,5 ώρα (IV).
- Εκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
- Διαπερνά τον πλακουντιακό φραγμό.
Νεφρική νόσος: Η αποβολή επιβραδύνεται, ο χρόνος ημιζωής επιμηκύνεται (έως 24 ώρες σε βαριά νεφρική ανεπάρκεια). Σε νεφρωσικό σύνδρομο, αυξημένες συγκεντρώσεις ελεύθερης φουροσεμίδης, αλλά μειωμένη δραστικότητα.
Ηπατική ανεπάρκεια: Ο χρόνος ημίσειας ζωής αυξάνεται (30-90%), κυρίως λόγω μεγαλύτερου όγκου κατανομής.
Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, βαριά υπέρταση, ηλικιωμένοι: Η αποβολή επιβραδύνεται λόγω μειωμένης νεφρικής λειτουργίας.
Πρόωρα και πλήρους κυήσεως νεογνά: Η αποβολή μπορεί να επιβραδυνθεί. Ο μεταβολισμός μειώνεται με μειωμένη ικανότητα γλουκουρογένεσης. Σε βρέφη > 2 μηνών, η κάθαρση είναι ίδια με των ενηλίκων.
ΕΟΦ · 2.2.2
Διουρητικά της αγκύλης
expand_more
Διουρητικά της αγκύλης
Ισχυρά διουρητικά που εμποδίζουν την επαναρρόφηση χλωριούχου νατρίου και ύδατος στο ανιόν σκέλος της αγκύλης του Henle.
Δρουν ταχέως (σε μια ώρα περίπου από το στόμα, και μισή ώρα ενδοφλεβίως) και η δράση τους διαρκεί περί τις 6 ώρες.
Κυριότερη ένδειξη είναι το οξύ πνευμονικό οίδημα. Επίσης οιδήματα που δεν ανταποκρίνονται σε ηπιότερα διουρητικά. Χορηγούνται συνήθως διαλειπόντως. Η διούρηση που προκαλούν είναι συνάρτηση της δόσης τους. Σε νεφρική ανεπάρκεια ενδέχεται να απαιτηθούν δόσεις ως και 10πλάσιες από τις συνηθισμένες.
Οι συνηθέστερες ανεπιθύμητες ενέργειες των διουρητικών της αγκύλης είναι όμοιες με των θειαζιδικών: αφυδάτωση, υπονατριαιμία, υποκαλιαιμία, ουραιμία, υπερουριχαιμία, υπεργλυκαιμία. Είναι δυνατόν να προκαλέσουν επίσχεση ούρων σε ασθενείς με υπερτροφία προστάτου. Τούτο είναι λιγότερο πιθανό να συμβεί όταν χορηγούνται λιγότερο δραστικά διουρητικά.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η φουροσεμίδη αντιμετωπίζει την υπέρταση και το οίδημα που σχετίζονται με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, κίρρωση και νεφρική νόσο, συμπεριλαμβανομένου του νεφρωτικού συνδρόμου. Η φουροσεμίδη είναι ένα ισχυρό διουρητικό της αγκύλης που αυξάνει την απέκκριση Na+ και νερού από τους νεφρούς, αναστέλλοντας την επαναρρόφησή τους από τα εγγύς και άπω σωληνάρια, καθώς και από την αγκύλη του Henle. Δρα άμεσα στα κύτταρα του νεφρώνα και τροποποιεί έμμεσα το περιεχόμενο του νεφρικού διηθήματος. Τελικά, η φουροσεμίδη αυξάνει την διούρηση από τον νεφρό. Η πρωτεϊνικά συνδεδεμένη φουροσεμίδη φτάνει στον τόπο δράσης της στα νεφρά και απεκκρίνεται μέσω ενεργού έκκρισης από μη ειδικούς οργανικούς μεταφορείς που εκφράζονται στην αυλική πλευρά του τόπου δράσης.
Μετά από από του στόματος χορήγηση, η έναρξη της διουρητικής δράσης είναι περίπου 1 έως 1,5 ώρα, και η μέγιστη δράση επιτυγχάνεται εντός των πρώτων 2 ωρών. Η διάρκεια δράσης μετά από από του στόματος χορήγηση είναι περίπου 4-6 ώρες, αλλά μπορεί να διαρκέσει έως 8 ώρες. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η έναρξη της δράσης είναι εντός 5 λεπτών και η μέγιστη δράση επιτυγχάνεται εντός 30 λεπτών. Η διάρκεια δράσης μετά από ενδοφλέβια χορήγηση είναι περίπου 2 ώρες. Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση, η έναρξη της δράσης είναι κάπως καθυστερημένη.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η φουροσεμίδη προάγει τη διούρηση αναστέλλοντας την σωληνική επαναρρόφηση νατρίου και χλωρίου στα εγγύς και άπω σωληνάρια, καθώς και στην παχιά ανιούσα αγκύλη του Henle. Αυτή η διουρητική δράση επιτυγχάνεται μέσω ανταγωνιστικής αναστολής των συν-μεταφορέων νατρίου-καλίου-χλωρίου (NKCC2) που εκφράζονται κατά μήκος αυτών των σωληναρίων στο νεφρώνα, εμποδίζοντας τη μεταφορά ιόντων νατρίου από την αυλική πλευρά προς τη βασολατερική πλευρά για επαναρρόφηση. Αυτή η αναστολή οδηγεί σε αυξημένη απέκκριση νερού μαζί με ιόντα νατρίου, χλωρίου, μαγνησίου, ασβεστίου, υδρογόνου και καλίου. Όπως και με άλλα διουρητικά της αγκύλης, η φουροσεμίδη μειώνει την απέκκριση ουρικού οξέος.
Η φουροσεμίδη ασκεί άμεσες αγγειοδιασταλτικές επιδράσεις, οι οποίες οδηγούν στη θεραπευτική της αποτελεσματικότητα στη θεραπεία της οξείας πνευμονικής οιδήματος. Η αγγειοδιαστολή οδηγεί σε μειωμένη ανταπόκριση σε αγγειοσυσπαστικά, όπως η αγγειοτενσίνη ΙΙ και η νοραδρεναλίνη, και μειωμένη παραγωγή ενδογενών νατριουρητικών ορμονών με αγγειοσυσπαστικές ιδιότητες. Οδηγεί επίσης σε αυξημένη παραγωγή προσταγλανδινών με αγγειοδιασταλτικές ιδιότητες. Η φουροσεμίδη μπορεί επίσης να ανοίξει τους διαύλους καλίου σε αρτηρίες αντίστασης. Ο κύριος μηχανισμός δράσης της φουροσεμίδης είναι ανεξάρτητος από την ανασταλτική της δράση στην ανθρακική ανυδράση και την αλδοστερόνη.
Αν και τόσο in vivo όσο και in vitro μελέτες έχουν δείξει αντισπασμωδική δράση του διουρητικού της αγκύλης φουροσεμίδης, ο ακριβής μηχανισμός πίσω από αυτήν τη δράση παραμένει αντικείμενο συζήτησης. Η τρέχουσα μελέτη διερευνά την επίδραση της φουροσεμίδης στην επαγόμενη από Cs επιληπτομορφική δραστηριότητα (Cs-FP) που προκαλείται στην περιοχή CA1 τομών ιππόκαμπου αρουραίου παρουσία Cs+ (5mM) και ανταγωνιστών ιονοτροπικών γλουταμινεργικών και GABAεργικών υποδοχέων. Δεδομένου ότι αυτό το μοντέλο αποκλίνει σε αρκετές πτυχές από άλλα μοντέλα επιληψίας, μπορεί να προσφέρει νέα κατανόηση του μηχανισμού πίσω από την αντισπασμωδική δράση της φουροσεμίδης. Η παρούσα μελέτη δείχνει ότι η φουροσεμίδη καταστέλλει την Cs-FP με δοσοεξαρτώμενο τρόπο, με σχεδόν πλήρη αναστολή σε συγκεντρώσεις = 1,25 mM. Δεδομένου ότι η φουροσεμίδη στοχεύει σε διάφορους τύπους ιοντικών μεταφορέων, εξετάσαμε την επίδραση πιο εκλεκτικών ανταγωνιστών. Η Μπουμετανίδη (20 μM), η οποία αναστέλλει εκλεκτικά τον συν-μεταφορέα Na-K-2Cl (NKCC1), δεν είχε σημαντική επίδραση στην Cs-FP. Η VU0240551 (10 μM), ένας εκλεκτικός ανταγωνιστής του συν-μεταφορέα K-Cl (KCC2), μείωσε τη φάση της κρίσης κατά 51,73 ± 8,5% χωρίς να επηρεάσει τη φάση μεταξύ των κρίσεων της Cs-FP. Η DIDS (50 μM), ένας μη εκλεκτικός ανταγωνιστής των ανταλλαγέων Cl-/HCO3-, των συν-μεταφορέων Na+-HCO3-, των διαύλων χλωρίου και του KCC2, κατέστειλε τη φάση της κρίσης κατά 60,8 ± 8,1% χωρίς να επηρεάσει τη φάση μεταξύ των κρίσεων. Στα 500 μM, η DIDS κατέστειλε πλήρως την Cs-FP. Με βάση αυτά τα αποτελέσματα, προτείνουμε ότι η αντισπασμωδική δράση της φουροσεμίδης στο μοντέλο Cs+ ασκείται μέσω αναστολής του νευρωνικού KCC2 και του Na+-ανεξάρτητου Cl-/HCO3–ανταλλαγέα (AE3), οδηγώντας σε σταθεροποίηση της επαγόμενης από τη δραστηριότητα ενδοκυττάριας οξίνισης σε πυραμιδικά νευρωνικά κύτταρα CA1.
Η επαναρρόφηση χλωριούχου νατρίου στο παχύ ανιόν σκέλος της αγκύλης του Henle μεσολαβείται από τον συν-μεταφορέα Na(+)-K(+)-2Cl(-) (NKCC2). Το διουρητικό της αγκύλης φουροσεμίδη είναι ισχυρός αναστολέας του NKCC2. Ωστόσο, λιγότερα είναι γνωστά για τον μηχανισμό που ρυθμίζει τον ηλεκτρολυτικό μεταφορέα. Λαμβάνοντας υπόψη τις καλά εδραιωμένες επιδράσεις του μονοξειδίου του αζώτου στη δραστηριότητα του NKCC2, το cGMP είναι πιθανό να εμπλέκεται σε αυτήν τη ρύθμιση. Η εξαρτώμενη από το cGMP πρωτεϊνική κινάση Ι (cGKI; PKGI) είναι μια πρωτεΐνη-στόχος του cGMP που φωσφορυλιώνει διάφορα υποστρώματα μετά την ενεργοποίηση μέσω cGMP. Διερευνήσαμε την πιθανή συσχέτιση μεταξύ της οδού cGMP/cGKI και της ρύθμισης του NKCC2. Θεραπεύσαμε άγριου τύπου (wt) και cGKIa-rescue ποντίκια με φουροσεμίδη. Τα cGKIa-rescue ποντίκια εξέφραζαν cGKIa μόνο υπό τον έλεγχο του προαγωγέα που είναι ειδικός για τους λείους μύες (SM22) σε έλλειμματικό υπόβαθρο cGKI. Η θεραπεία με φουροσεμίδη αύξησε την απέκκριση νατρίου και χλωρίου στα cGKIa-rescue ποντίκια σε σύγκριση με τα wt ποντίκια. Αναλύσαμε τη φωσφορυλίωση του NKCC2 με western blotting και ανοσοϊστοχημεία χρησιμοποιώντας το φωσφο-ειδικό αντίσωμα R5. Η χορήγηση φουροσεμίδης αύξησε σημαντικά το φωσφορυλιωμένο σήμα NKCC2 σε wt αλλά όχι σε cGKIa-rescue ποντίκια. Η ενεργοποίηση του NKCC2 οδήγησε στη φωσφορυλίωσή του και στην μεταφορά του στην κυτταρική μεμβράνη. Για να εξετάσουμε αν το cGKI εμπλέκεται σε αυτή τη διαδικασία, αναλύσαμε την φωσφορυλίωση του διεγερτή από αγγειοδιασταλτικό φωσφο-πεπτιδίου, η οποία φωσφορυλιώνεται από το cGKI. Η ένεση φουροσεμίδης οδήγησε σε αυξημένη φωσφορυλίωση του διεγερτή από αγγειοδιασταλτικό φωσφο-πεπτιδίου σε wt ποντίκια. Υποθέτουμε ότι η χορήγηση φουροσεμίδης ενεργοποίησε το cGKI, οδηγώντας σε φωσφορυλίωση του NKCC2 και μεταφορά στην κυτταρική μεμβράνη. Αυτή η οδός που μεσολαβείται από το cGKI θα μπορούσε να είναι ένας μηχανισμός για την αντιστάθμιση της ανασταλτικής επίδρασης της φουροσεμίδης στο NKCC2.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Μετά από από του στόματος χορήγηση, η φουροσεμίδη απορροφάται από τον γαστρεντερικό σωλήνα. Παρουσιάζει μεταβλητή βιοδιαθεσιμότητα από από του στόματος μορφές δοσολογίας, κυμαινόμενη από 10% έως 90%. Η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της φουροσεμίδης από δισκία ή πόσιμο διάλυμα είναι περίπου 64% και 60%, αντίστοιχα, σε σύγκριση με αυτήν μιας ενδοφλέβιας ένεσης του φαρμάκου.
Οι νεφροί είναι υπεύθυνοι για το 85% της συνολικής κάθαρσης της φουροσεμίδης, όπου περίπου το 43% του φαρμάκου υφίσταται νεφρική απέκκριση. Σημαντικά μεγαλύτερη ποσότητα φουροσεμίδης απεκκρίνεται στα ούρα μετά από ενδοφλέβια ένεση από ό,τι μετά από δισκίο ή πόσιμο διάλυμα. Περίπου το 50% της δόσης φουροσεμίδης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα, και το υπόλοιπο μεταβολίζεται σε γλυκουρονίδιο στον νεφρό.
Ο όγκος κατανομής μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 40 mg φουροσεμίδης ήταν 0,181 L/kg σε υγιείς εθελοντές και 0,140 L/kg σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια.
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 400 mg φουροσεμίδης, η κάθαρση πλάσματος ήταν 1,23 mL/kg/min σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και 2,34 mL/kg/min σε υγιείς εθελοντές, αντίστοιχα.
Σημαντικά μεγαλύτερη ποσότητα φουροσεμίδης απεκκρίνεται στα ούρα μετά από ενδοφλέβια ένεση από ό,τι μετά από δισκίο ή πόσιμο διάλυμα. Δεν υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο από του στόματος σκευασμάτων στην ποσότητα του αμετάβλητου φαρμάκου που απεκκρίνεται στα ούρα.
Μετά από από του στόματος χορήγηση φουροσεμίδης σε 18 έγκυες γυναίκες την ημέρα του τοκετού, ανιχνεύθηκαν σημαντικές συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα της ομφαλικής φλέβας, καθώς και στο αμνιακό υγρό. Ο λόγος μεταξύ των συγκεντρώσεων φουροσεμίδης στο πλάσμα της μητρικής φλέβας και στο πλάσμα της ομφαλικής φλέβας αυξήθηκε με τον χρόνο και προσέγγισε τη μονάδα 8 έως 10 ώρες μετά τη χορήγηση του φαρμάκου. Ο χρόνος ημιζωής φουροσεμίδης στο πλάσμα φάνηκε να είναι μεγαλύτερος στις μητέρες παρά σε μη έγκυες υγιείς εθελόντριες. Σε μία ασθενή, το επίπεδο φουροσεμίδης στο πλάσμα ήταν σταθερό κατά τη διάρκεια 5 ωρών παρακολούθησης.
Σε μία μελέτη σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, περίπου το 60% μιας μεμονωμένης δόσης 80 mg φουροσεμίδης από του στόματος απορροφήθηκε από το ΓΕΣ. Όταν χορηγήθηκε σε νηστικούς ενήλικες σε αυτήν τη δοσολογία, το φάρμακο εμφανίστηκε στον ορό εντός 10 λεπτών, έφτασε μέγιστη συγκέντρωση 2,3 μg/mL σε 60-70 λεπτά, και απομακρύνθηκε σχεδόν πλήρως από τον ορό σε 4 ώρες. Όταν η ίδια δόση χορηγήθηκε μετά από γεύμα, οι συγκεντρώσεις στον ορό φουροσεμίδης αυξήθηκαν αργά σε μέγιστο περίπου 1 μg/mL μετά από 2 ώρες και παρόμοιες συγκεντρώσεις υπήρχαν 4 ώρες μετά την κατάποση. Ωστόσο, παρόμοια διουρητική απόκριση παρατηρήθηκε ανεξάρτητα από το αν το φάρμακο χορηγήθηκε με τροφή ή σε νηστικούς ασθενείς. Σε άλλη μελέτη, ο ρυθμός και η έκταση της απορρόφησης διέφεραν σημαντικά όταν 1 g φουροσεμίδης χορηγήθηκε από του στόματος σε ουραιμικούς ασθενείς. Μέσος όρος 76% της δόσης απορροφήθηκε, και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτεύχθηκαν εντός 2-9 ωρών (μέσος όρος 4,4 ώρες). Οι συγκεντρώσεις στον ορό που απαιτούνται για μέγιστη διούρηση δεν είναι γνωστές, και έχει αναφερθεί ότι το μέγεθος της απόκρισης δεν συσχετίζεται ούτε με τη μέγιστη ούτε με τη μέση συγκέντρωση στον ορό.
Η διουρητική δράση της από του στόματος χορηγούμενης φουροσεμίδης είναι εμφανής εντός 30 λεπτών έως 1 ώρας και είναι μέγιστη την πρώτη ή δεύτερη ώρα. Η διάρκεια δράσης είναι συνήθως 6-8 ώρες. Η μέγιστη υποτασική δράση μπορεί να μην είναι εμφανής παρά μόνο αρκετές ημέρες μετά την έναρξη της θεραπείας με φουροσεμίδη. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση φουροσεμίδης, η διούρηση εμφανίζεται εντός 5 λεπτών, φτάνει στο μέγιστο εντός 20-60 λεπτών και διαρκεί περίπου 2 ώρες. Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 30 λεπτών· η έναρξη της διούρησης εμφανίζεται κάπως αργότερα από ό,τι μετά από ενδοφλέβια χορήγηση. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η διουρητική απόκριση μπορεί να είναι παρατεταμένη.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη Φουροσεμίδη (15 συνολικά), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα που κυμαίνονται από 1 έως 400 mcg/mL συνδέονται περίπου κατά 91-99% σε υγιή άτομα. Το μη συνδεδεμένο κλάσμα είναι περίπου 2,3-4,1% σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις. Η φουροσεμίδη συνδέεται κυρίως με την αλβουμίνη του ορού.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ο μεταβολισμός της φουροσεμίδης συμβαίνει κυρίως στους νεφρούς και στο ήπαρ, σε μικρότερο βαθμό. Οι νεφροί είναι υπεύθυνοι για περίπου το 85% της συνολικής κάθαρσης της φουροσεμίδης, όπου περίπου το 40% περιλαμβάνει βιομετατροπή. Δύο κύριοι μεταβολίτες της φουροσεμίδης είναι η φουροσεμίδη-γλυκουρονίδη, η οποία είναι φαρμακολογικά ενεργή, και η σαλουαμίνη (CSA) ή 4-χλωρο-5-σουλφαμοϋλανθρανιλικό οξύ.
Φαίνεται ότι η φρουσεμίδη-γλυκουρονίδη είναι ο μόνος ή τουλάχιστον ο κύριος μεταβολίτης βιομετατροπής στον άνθρωπο. Το 2-αμινο-4-χλωρο-5-σουλφαμοϋλανθρανιλικό οξύ έχει αναφερθεί σε ορισμένες μελέτες αλλά όχι σε άλλες· και θεωρείται αναλυτικό τεχνούργημα.
Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, μικρή ποσότητα φουροσεμίδης μεταβολίζεται στο ήπαρ στο αποφουρφουρυλιωμένο παράγωγο, 4-χλωρο-5-σουλφαμοϋλανθρανιλικό οξύ. …
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Ο χρόνος ημιζωής από τη δόση των 40 mg φουροσεμίδης ήταν 4 ώρες μετά από από του στόματος χορήγηση και 4,5 ώρες μετά από ενδοφλέβια χορήγηση. Ο τελικός χρόνος ημιζωής της φουροσεμίδης είναι περίπου 2 ώρες μετά από παρεντερική χορήγηση. Ο τελικός χρόνος ημιζωής μπορεί να αυξηθεί έως και 24 ώρες σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια.
Για να μελετηθούν οι φαρμακοκινητικές της φουροσεμίδης (φρουσεμίδη· Lasix) και του ακετυλογλυκουρονιδίου της και να αναλυθεί η φαρμακοδυναμική απόκριση, διεξήχθη μελέτη σε 7 υγιείς εθελοντές, μέσης ηλικίας 34 ετών, οι οποίοι έλαβαν μία μεμονωμένη από του στόματος δόση 80 mg φουροσεμίδης σε μορφή δισκίου. Διακρίθηκαν δύο χρόνοι ημιζωής στην αποβολή φουροσεμίδης και του συζεύγματος από το πλάσμα, με τιμές 1,25 και 30,4 ώρες για τη φουροσεμίδη και 1,31 και 33,2 ώρες για το σύζευγμα. …
Σε σκύλους, … ο χρόνος ημιζωής αποβολής /είναι/ περίπου 1-1,5 ώρες.
Διάφοροι ερευνητές έχουν αναφέρει ένα ευρύ φάσμα χρόνων ημιζωής αποβολής για τη φουροσεμίδη. Σε μία μελέτη, ο μέσος χρόνος ημιζωής αποβολής ήταν περίπου 30 λεπτά σε υγιείς ασθενείς που έλαβαν 20-120 mg του φαρμάκου IV. Σε άλλη μελέτη, ο μέσος χρόνος ημιζωής αποβολής ήταν 9,7 ώρες σε ασθενείς με προχωρημένη νεφρική ανεπάρκεια που έλαβαν 1 g φουροσεμίδης IV. Ο χρόνος ημιζωής αποβολής ήταν πιο παρατεταμένος σε 1 ασθενή με συνυπάρχουσα ηπατική νόσο.
Ο χρόνος ημιζωής στον ορό σε θεραπευτικές δόσεις είναι 92 λεπτά· αυξάνεται σε ασθενείς με ουραιμία· καρδιακή ανεπάρκεια και κίρρωση, καθώς και σε νεογνά, και ηλικιωμένους ασθενείς. Σε τέτοιους ασθενείς ο χρόνος ημιζωής μπορεί να παραταθεί έως και 20 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατηγοριοποίηση MeSH
Παράγοντες που προάγουν την απέκκριση ούρων μέσω των επιδράσεών τους στη νεφρική λειτουργία.
Παράγοντες που αναστέλλουν τους ΣΥΝ-ΜΕΤΑΦΟΡΕΙΣ ΝΑΤΡΙΟΥ-ΚΑΛΙΟΥ-ΧΛΩΡΙΟΥ οι οποίοι συγκεντρώνονται στο παχύ ανιόν σκέλος στη συμβολή της ΑΓΚΥΛΗΣ ΤΟΥ HENLE και των ΝΕΦΡΙΚΩΝ ΣΩΛΗΝΑΡΙΩΝ, ΑΠΩ. Λειτουργούν ως ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ. Η υπερβολική χρήση σχετίζεται με ΥΠΟΚΑΛΑΙΜΙΑ και ΥΠΕΡΓΛΥΚΑΙΜΙΑ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατηγοριοποίηση FDA
7LXU5N7ZO5
ΦΟΥΡΟΣΕΜΙΔΗ
Φυσιολογική Επίδραση [PE] - Αυξημένη Διούρηση στην Αγκύλη του Henle
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Ομάδα [EPC] - Διουρητικό της Αγκύλης
Η Φουροσεμίδη είναι Διουρητικό της Αγκύλης. Η φυσιολογική επίδραση της φουροσεμίδης είναι μέσω Αυξημένης Διούρησης στην Αγκύλη του Henle.
ΦΟΥΡΟΣΕΜΙΔΗ
Διουρητικό της Αγκύλης [EPC]· Αυξημένη Διούρηση στην Αγκύλη του Henle [PE]
ΕΝΕΣΗ ΦΟΥΡΟΣΕΜΙΔΗΣ 80 MG/ 10 ML
Αυξημένη Διούρηση στην Αγκύλη του Henle [PE]· Διουρητικό της Αγκύλης [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Κατηγοριοποίηση MeSH
Παράγοντες που προάγουν την απέκκριση ούρων μέσω των επιδράσεών τους στη νεφρική λειτουργία.
Παράγοντες που αναστέλλουν τους ΣΥΝ-ΜΕΤΑΦΟΡΕΙΣ ΝΑΤΡΙΟΥ-ΚΑΛΙΟΥ-ΧΛΩΡΙΟΥ οι οποίοι συγκεντρώνονται στο παχύ ανιόν σκέλος στη συμβολή της ΑΓΚΥΛΗΣ ΤΟΥ HENLE και των ΝΕΦΡΙΚΩΝ ΣΩΛΗΝΑΡΙΩΝ, ΑΠΩ. Λειτουργούν ως ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ. Η υπερβολική χρήση σχετίζεται με ΥΠΟΚΑΛΑΙΜΙΑ και ΥΠΕΡΓΛΥΚΑΙΜΙΑ.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ HFrEF-Foundation C03CA01HFrEF — Τέσσερις βασικές κατηγορίες (4 pillars)ΚΕ ≤ 40% — όλοι οι ασθενείς. Ταυτόχρονη έναρξη και τιτλοποίησηΔοσολογία: Τιτλοποίηση βάσει συμφόρησης · Όσο υπάρχει συμφόρηση
-
ΒΗΜΑ HFmrEF C03CA01HFmrEF — Μέτρια μειωμένο κλάσμα εξώθησης (41–49%)ΚΕ 41–49%Δοσολογία: Συμπτωματικά · Όσο υπάρχει συμφόρηση
-
ΒΗΜΑ HFpEF C03CA01HFpEF — Διατηρημένο κλάσμα εξώθησης (≥ 50%)ΚΕ ≥ 50% — δομική νόσος + αυξημένα νατριουρητικά πεπτίδιαΔοσολογία: Τιτλοποίηση · Όσο υπάρχει συμφόρηση
-
ΒΗΜΑ AHF-Diuretic C03CA01Οξεία ΚΑ — Διουρητικά (συμφόρηση/υπερφόρτωση)Οξεία ΚΑ με σημεία/συμπτώματα υπερφόρτωσης υγρώνΔοσολογία: Επαρκείς δόσεις (αρχ. 40 mg IV ή 2.5× χρόνια PO δόση) · Έως απουσία συμφόρησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 3 C03CA01ΒΗΜΑ 3 — Ανθεκτική υπέρταση
- Αρρύθμιστη ΑΠ υπό τριπλή θεραπεία πλήρων δόσεων (συμπεριλαμβανομένου διουρητικού) — ~5%
- Αφού αποκλειστούν υπέρταση λευκής μπλούζας & δευτεροπαθής υπέρταση
Δοσολογία: — · Συνεχής