Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ C03CA01 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

FUROSEMIDE

Φουροσεμίδη

Ισχυρά διουρητικά που εμποδίζουν την επαναρρόφηση χλωριούχου νατρίου και ύδατος στο ανιόν σκέλος της αγκύλης του Henle. Δρουν ταχέως (σε μια ώρα περίπου από το στόμα, και μισή ώρα ενδοφλεβίως) και η δράση τους διαρκεί περί τις 6 ώρες. Κυριότερη ένδειξη είναι το οξύ πνευμονικό …

Chemical structure of FUROSEMIDE

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Οξύ πνευμονικό οίδημα, οιδήματα καρδιακής ανεπάρκειας ή νεφρωσικού συνδρόμου, υπέρταση, κίρρωση με ασκίτη. Υπερασβεστιαιμία, σε συνδυασμό με ισότονα χλωριονατριούχα διαλύματα. Οίδημα ή ολιγουρία σε ορισμένες περιπτώσεις οξείας ή χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας.
medication
SPC-LASIX

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Παρεντερικώς (ενδομυϊκώς ή ενδοφλεβίως)
Δόση έναρξης:
20-40 mg
Τιτλοποίηση:
Ανά 2ωρο επανάληψη της δόσης 20 mg (1 φύσιγγα), ωσότου το προσδοκώμενο αποτέλεσμα πραγματοποιηθεί.
  • Ενήλικες και νεαρά άτομα άνω των 15 ετών
    Δόση20-40 mg (1-2 φύσιγγες) παρεντερικώς
    Εάν η διουρητική ανταπόκριση δεν είναι ικανοποιητική, η δόση των 20 mg (1 φύσιγγα) μπορεί να επαναλαμβάνεται ανά 2ωρο. Για οξύ πνευμονικό οίδημα: Αρχικά 40 mg (2 φύσιγγες) βραδέως ενδοφλεβίως. Εάν δεν υπάρξει ικανοποιητικό αποτέλεσμα εντός μίας ώρας, αύξηση σε 80 mg (4 φύσιγγες) ενδοφλεβίως. Για θεραπεία οιδήματος (όταν η χορήγηση από του στόματος δεν είναι δυνατή): 20-40 mg (1-2 φύσιγγες) ενδομυϊκώς ή ενδοφλεβίως. Αύξηση της δόσης κατά 20 mg ανά διαστήματα δύο ωρών, ωσότου επιτευχθεί η επιθυμητή διούρηση. Η δόση αυτή χορηγείται εν συνεχεία εφάπαξ ή σε δύο τμήματα ημερησίως.
  • Βρέφη και παιδιά ηλικίας κάτω των 15 ετών
    Γενικά χορήγηση από του στόματος. Παρεντερική χορήγηση (στάγδην έγχυση) μόνο σε επικίνδυνες για τη ζωή περιπτώσεις. Δοσολογικός κανόνας: 1 mg/kg βάρους σώματος μέχρι τη μέγιστη ημερήσια δόση των 20 mg (1 φύσιγγα).
block
SPC-LASIX

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη φουροσεμίδη ή σε κάποιο από τα έκδοχα του Lasix. Δυνατότητα διασταυρούμενης ευαισθησίας σε ασθενείς αλλεργικούς στις σουλφοναμίδες ή στις θειαζίδες.
  • Υποογκαιμία ή αφυδάτωση.
  • Ανουρία λόγω νεφρικής ανεπάρκειας που δεν ανταποκρίνεται στη φουροσεμίδη.
  • Βαριάς μορφής υποκαλιαιμία.
  • Βαριάς μορφής υπονατριαιμία.
  • Κωματώδης και προκωματώδης κατάσταση που σχετίζεται με ηπατική εγκεφαλοπάθεια.
  • Θηλασμός.
warning
SPC-LASIX

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Απαιτείται διασφάλιση αποβολής των ούρων.
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με μερική απόφραξη της αποβολής των ούρων (π.χ. διαταραχές κένωσης κύστης, υπερτροφία προστάτη, στένωση ουρήθρας).
    Απαιτείται προσεκτική παρακολούθηση, ειδικά στα αρχικά στάδια της αγωγής, καθώς η αυξημένη απέκκριση ούρων μπορεί να προκαλέσει ή να επιδεινώσει ενοχλήματα.
  • Αγωγή με φουροσεμίδη.
    Απαιτεί τακτική ιατρική παρακολούθηση.
  • Υπόταση.
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με υπόταση.
  • Ιδιαίτερος κίνδυνος λόγω πτώσης της αρτηριακής πιέσεως.
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σημαντική στένωση στεφανιαίων ή εγκεφαλικών αρτηριών.
  • Σακχαρώδης διαβήτης.
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με λανθάνοντα ή έκδηλο σακχαρώδη διαβήτη.
  • Ουρική αρθρίτιδα.
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ουρική αρθρίτιδα.
  • Ηπατονεφρικό σύνδρομο.
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ηπατονεφρικό σύνδρομο (νεφρική βλάβη λειτουργικής αιτιολογίας με σοβαρή ηπατική νόσο).
  • Υποπρωτεϊναιμία.
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με υποπρωτεϊναιμία (π.χ. νεφρωσικό σύνδρομο).
    Δυνατόν να εξασθενήσει η δράση της φουροσεμίδης και να ενισχυθεί η ωτοτοξικότητά της. Απαιτείται προσεκτική τιτλοποίηση της δόσης.
  • Πρόωρα νεογνά.
    ΠληθυσμόςΠρόωρα νεογνά.
    Πιθανή εμφάνιση νεφρασβέστωσης/νεφρολιθίασης (παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας και υπερηχογράφημα νεφρών). Αυξάνει τη συχνότητα παραμονής ανοικτού αρτηριακού πόρου και επιπλέκει το σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας.
  • Ηλεκτρολύτες, ισοζύγιο υγρών, νεφρική λειτουργία, μεταβολισμός υδατανθράκων.
    Συνιστάται προσεκτικός και τακτικός έλεγχος καλίου, ασβεστίου, χλωριδίων, δικαρβονικού, κρεατινίνης, ουρίας στο αίμα και μεταβολισμού υδατανθράκων.
  • Υψηλός κίνδυνος διαταραχών ηλεκτρολυτών ή απώλειας υγρών.
    ΠληθυσμόςΑσθενείς σε υψηλό κίνδυνο (π.χ. έμετοι, διάρροια, έντονη εφίδρωση).
    Απαιτείται ιδιαίτερα συχνός έλεγχος. Πρέπει να γίνεται αποκατάσταση υποογκαιμίας, αφυδάτωσης και διαταραχών ηλεκτρολυτών/οξεοβασικής ισορροπίας, που μπορεί να απαιτήσει παροδική διακοπή της φουροσεμίδης.
  • Παράλληλη χρήση με ρισπεριδόνη.
    ΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς με άνοια.
    Παρατηρήθηκε υψηλότερη θνησιμότητα σε ασθενείς που λάμβαναν φουροσεμίδη και ρισπεριδόνη συγκριτικά με μόνο ρισπεριδόνη ή μόνο φουροσεμίδη. Απαιτείται προσοχή και στάθμιση κινδύνων/οφελών πριν τη χρήση. Η αφυδάτωση είναι παράγοντας κινδύνου θνησιμότητας και πρέπει να αποφεύγεται.
swap_horiz
SPC-LASIX

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Ένυδρη χλωράλη
    Μη συνιστώμενοι συνδυασμοί
    Αίσθημα καύσου, εφίδρωση, ανησυχία, ναυτία, αύξηση της αρτηριακής πίεσης και ταχυκαρδία.
  • Αμινογλυκοσίδες και άλλες ωτοτοξικές ουσίες
    Προσοχή
    Ενίσχυση ωτοτοξικότητας.
  • Προσοχή
    Κίνδυνος ωτοτοξικής και νεφροτοξικής επίδρασης.
  • Προσοχή
    Αυξημένα επίπεδα λιθίου στον ορό, αυξημένος κίνδυνος τοξικότητας.
    ΣύστασηΠαρακολούθηση των επιπέδων λιθίου.
  • Αναστολείς του ΜΕΑ / Υποδοχείς της αγγειοτασίνης ΙΙ
    Προσοχή
    Βαριά υπόταση και επιδείνωση νεφρικής λειτουργίας, ειδικότερα όταν χορηγείται για πρώτη φορά ή σε αυξημένη δόση.
    ΣύστασηΣκόπιμη η διακοπή/μείωση της δόσης φουροσεμίδης πριν την έναρξη ή αύξηση της δόσης των ΜΕΑ/Αγγειοτασίνης ΙΙ.
  • Προσοχή
    Αυξημένη θνησιμότητα σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοια.
    ΣύστασηΝα εξετάζονται κίνδυνοι και οφέλη.
  • Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ)
    Προσοχή
    Μείωση δράσης φουροσεμίδης. Οξεία νεφρική βλάβη σε αφυδατωμένους ασθενείς. Αύξηση τοξικότητας σαλικυλικών.
  • Προσοχή
    Εξασθένηση δράσης φουροσεμίδης.
  • Κορτικοστεροειδή, καρβενοξολόνη, γλυκύρριζα, παρατεταμένη χρήση καθαρτικών
    Προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος υποκαλιαιμίας.
  • Αντιυπερτασικά φάρμακα, διουρητικά, άλλες ουσίες με υποτασική δράση
    Προσοχή
    Πιο έντονη μείωση της αρτηριακής πιέσεως.
  • Προβενεσίδη, μεθοτρεξάτη, ουσίες που υφίστανται σημαντική απέκκριση από τα νεφρικά σωληνάρια
    Προσοχή
    Μείωση δράσης φουροσεμίδης ή μείωση αποβολής αυτών των φαρμάκων. Αυξημένα επίπεδα στον ορό και κίνδυνος ανεπιθυμήτων ενεργειών.
  • Αντιδιαβητικά φάρμακα
    Προσοχή
    Μείωση δράσης.
  • Συμπαθητικομιμητικά που αυξάνουν την αρτηριακή πίεση (π.χ. αδρεναλίνη, νοραδρεναλίνη)
    Προσοχή
    Μείωση δράσης.
  • Μυοχαλαρωτικά τύπου κουραρίου
    Προσοχή
    Ανταγωνισμός δράσης.
  • Σουκινυλχολίνη
    Προσοχή
    Ενίσχυση δράσης.
  • Προσοχή
    Αύξηση φαρμακολογικών ενεργειών.
  • Νεφροτοξικά φάρμακα
    Προσοχή
    Αύξηση βλαπτικής επίδρασης στο νεφρό.
  • Υψηλές δόσεις συγκεκριμένων κεφαλοσπορινών
    Προσοχή
    Νεφρική δυσλειτουργία.
  • Κυκλοσπορίνη Α
    Προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος ουρικής αρθρίτιδας.
  • Ραδιοσκιαγραφικό υλικό
    Προσοχή
    Επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας σε ασθενείς με κίνδυνο νεφροπάθειας.
  • Παρακολούθηση
    Συνεργική δράση, έντονη διούρηση.
  • Αλκοόλη, βαρβιτουρικά, ναρκωτικά
    Προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος ορθοστατικής υπότασης.
sick
SPC-LASIX

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Μεταβολισμός και θρέψη
  • Διαταραχές των ηλεκτρολυτών (περιλαμβανομένων των συμπτωματικών)
  • Αφυδάτωση και υποογκαιμία, ειδικότερα σε ηλικιωμένους ασθενείς
  • Αυξημένα επίπεδα κρεατινίνης στο αίμα
  • Αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων στο αίμα
  • Υπονατριαιμία
  • Υποχλωραιμία
  • Υποκαλιαιμία
  • Αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης στο αίμα
  • Αυξημένα επίπεδα ουρικού οξέος στο αίμα και κρίσεις ουρικής αρθρίτιδας
  • Μείωση της ανοχής στη γλυκόζη. Ο λανθάνων σακχαρώδης διαβήτης μπορεί να καταστεί έκδηλος.
  • Υπασβεστιαιμία
  • Υπομαγνησιαιμία
  • Αυξημένα επίπεδα ουρίας στο αίμα
  • Μεταβολική αλκάλωση
  • Ψευδο-σύνδρομο Bartter στα πλαίσια κακής χρήσης ή/και μακροχρόνιας χρήσης της φουροσεμίδης.
Αγγειακές διαταραχές
  • Υπόταση, περιλαμβανομένης της ορθοστατικής υπότασης (για την ενδοφλέβια έγχυση)
  • Αγγειίτιδα
  • Θρόμβωση.
Νεφρών και ουροφόρων οδών
  • Αυξημένος όγκος ούρων
  • Διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίων
  • Αυξημένα επίπεδα νατρίου στα ούρα, αυξημένα επίπεδα χλωριδίου στα ούρα, κατακράτηση ούρων (σε ασθενείς με μερική απόφραξη εκροής των ούρων)
  • Νεφρασβέστωση/νεφρολιθίαση στα πρόωρα νεογνά
  • Νεφρική βλάβη.
Γαστρεντερικό
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Διάρροια
  • Οξεία παγκρεατίτιδα.
Ήπατος και χοληφόρων
  • Χολόσταση
  • Αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών.
Ωτός και λαβυρίνθου
  • Διαταραχές της ακοής, παρ’ όλο που συνήθως είναι παροδικές, ιδιαίτερα σε ασθενείς με νεφρική βλάβη, υποπρωτεϊναιμία (π.χ. σε νεφρωσικό σύνδρομο) ή/και όταν η ενδοφλέβια χορήγηση φουροσεμίδης γίνεται πολύ γρήγορα. Περιπτώσεις κώφωσης, μερικές φορές μη αναστρέψιμες έχουν αναφερθεί μετά τη χορήγηση φουροσεμίδης από το στόμα ή ενδοφλεβίως.
  • Εμβοές των ώτων.
Δέρματος και υποδόριου ιστού
  • Κνησμός, κνίδωση, εξανθήματα, πομφολυγώδης δερματίτιδα, πολύμορφο ερύθημα, πεμφιγοειδές, αποφολιδωτική δερματίτιδα, πορφύρα, αντίδραση από φωτοευαισθησία
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση και φαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα.
Ανοσοποιητικό σύστημα
  • Σοβαρές αναφυλακτικές ή αναφυλακτικού τύπου αντιδράσεις (π.χ. με καταπληξία).
Νευρικό σύστημα
  • Ηπατική εγκεφαλοπάθεια σε ασθενείς με ηπατοκυτταρική ανεπάρκεια.
  • Παραισθησίες.
Αιμοποιητικό και του λεμφικού συστήματος
  • Αιμοσυμπύκνωση
  • Θρομβοπενία
  • Λευκοπενία, ηωσινοφιλία
  • Ακοκκιοκυτταραιμία, απλαστική αναιμία ή αιμολυτική αναιμία.
Συγγενείς και οικογενείς/γενετικές διαταραχές
  • Αυξημένος κίνδυνος παραμονής ανοικτού του αρτηριακού πόρου στην περίπτωση που η φουροσεμίδη χορηγηθεί στα πρόωρα νεογνά κατά τις πρώτες εβδομάδες της ζωής τους.
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Πυρετός.
  • Μετά την ενδομυϊκή ένεση, τοπικές αντιδράσεις όπως άλγος.
  • Ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος μπορεί να ενεργοποιηθεί ή να παρουσιάσει έξαρση με τη φουροσεμίδη.
  • Ξανθοψία, θρομβοφλεβίτις.
  • Υπερουριχαιμία, αζωθαιμία.
  • Αφυδάτωση, ιδίως στους υπερήλικες και τους καλοκαιρινούς μήνες.
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Διαταραχές των ηλεκτρολυτών
    Μεταβολισμός και θρέψη
    Πολύ συχνές
  • Αφυδάτωση και υποογκαιμία
    Μεταβολισμός και θρέψη
    Πολύ συχνές
  • Αυξημένα επίπεδα κρεατινίνης στο αίμα
    Μεταβολισμός και θρέψη
    Πολύ συχνές
  • Αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων στο αίμα
    Μεταβολισμός και θρέψη
    Πολύ συχνές
  • Υπονατριαιμία
    Μεταβολισμός και θρέψη
    Συχνές
  • Υποχλωραιμία
    Μεταβολισμός και θρέψη
    Συχνές
  • Υποκαλιαιμία
    Μεταβολισμός και θρέψη
    Συχνές
  • Αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης στο αίμα
    Μεταβολισμός και θρέψη
    Συχνές
  • Αυξημένα επίπεδα ουρικού οξέος στο αίμα
    Μεταβολισμός και θρέψη
    Συχνές
  • Κρίσεις ουρικής αρθρίτιδας
    Μεταβολισμός και θρέψη
    Συχνές
  • Μείωση της ανοχής στη γλυκόζη
    Μεταβολισμός και θρέψη
    Όχι συχνές
  • Ο λανθάνων σακχαρώδης διαβήτης μπορεί να καταστεί έκδηλος
    Μεταβολισμός και θρέψη
    Όχι συχνές
  • Υπασβεστιαιμία
    Μεταβολισμός και θρέψη
    Μη γνωστές
  • Υπομαγνησιαιμία
    Μεταβολισμός και θρέψη
    Μη γνωστές
  • Αυξημένα επίπεδα ουρίας στο αίμα
    Μεταβολισμός και θρέψη
    Μη γνωστές
  • Μεταβολική αλκάλωση
    Μεταβολισμός και θρέψη
    Μη γνωστές
  • Ψευδο-σύνδρομο Bartter
    Μεταβολισμός και θρέψη
    Μη γνωστές
  • Υπόταση, περιλαμβανομένης της ορθοστατικής υπότασης
    Αγγειακές διαταραχές
    Πολύ συχνές
  • Αγγειίτιδα
    Αγγειακές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Θρόμβωση
    Αγγειακές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Αυξημένος όγκος ούρων
    Νεφρών και ουροφόρων οδών
    Συχνές
  • Διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίων
    Νεφρών και ουροφόρων οδών
    Σπάνιες
  • Αυξημένα επίπεδα νατρίου στα ούρα
    Νεφρών και ουροφόρων οδών
    Μη γνωστές
  • Αυξημένα επίπεδα χλωριδίου στα ούρα
    Νεφρών και ουροφόρων οδών
    Μη γνωστές
  • Κατακράτηση ούρων
    Νεφρών και ουροφόρων οδών
    Μη γνωστές
  • Νεφρασβέστωση/νεφρολιθίαση στα πρόωρα νεογνά
    Νεφρών και ουροφόρων οδών
    Μη γνωστές
  • Νεφρική βλάβη
    Νεφρών και ουροφόρων οδών
    Μη γνωστές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Οξεία παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Πολύ σπάνιες
  • Χολόσταση
    Ήπατος και χοληφόρων
    Πολύ σπάνιες
  • Αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών
    Ήπατος και χοληφόρων
    Πολύ σπάνιες
  • Διαταραχές της ακοής
    Ωτός και λαβυρίνθου
    Όχι συχνές
  • Κώφωση
    Ωτός και λαβυρίνθου
    Όχι συχνές
  • Εμβοές των ώτων
    Ωτός και λαβυρίνθου
    Σπάνιες
  • Κνησμός
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Κνίδωση
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Εξανθήματα
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Πομφολυγώδης δερματίτιδα
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Πολύμορφο ερύθημα
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Πεμφιγοειδές
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Αποφολιδωτική δερματίτιδα
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Πορφύρα
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Αντίδραση από φωτοευαισθησία
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Μη γνωστές
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Μη γνωστές
  • Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση και φαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Μη γνωστές
  • Σοβαρές αναφυλακτικές ή αναφυλακτικού τύπου αντιδράσεις (π.χ. με καταπληξία)
    Ανοσοποιητικό σύστημα
    Σπάνιες
  • Ηπατική εγκεφαλοπάθεια
    Νευρικό σύστημα
    Συχνές
  • Παραισθησίες
    Νευρικό σύστημα
    Σπάνιες
  • Αιμοσυμπύκνωση
    Αιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
    Συχνές
  • Θρομβοπενία
    Αιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
    Όχι συχνές
  • Λευκοπενία
    Αιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
    Σπάνιες
  • Ηωσινοφιλία
    Αιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
    Σπάνιες
  • Ακοκκιοκυτταραιμία
    Αιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
    Πολύ σπάνιες
  • Απλαστική αναιμία
    Αιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
    Πολύ σπάνιες
  • Αιμολυτική αναιμία
    Αιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
    Πολύ σπάνιες
  • Αυξημένος κίνδυνος παραμονής ανοικτού του αρτηριακού πόρου στα πρόωρα νεογνά
    Συγγενείς και οικογενείς/γενετικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Πυρετός
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Σπάνιες
  • Τοπικές αντιδράσεις όπως άλγος (μετά από IM ένεση)
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Μη γνωστές
  • Ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος μπορεί να ενεργοποιηθεί ή να παρουσιάσει έξαρση
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Μη γνωστές
  • Ξανθοψία
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Μη γνωστές
  • Θρομβοφλεβίτις
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Μη γνωστές
  • Υπερουριχαιμία
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Μη γνωστές
  • Αζωθαιμία
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Μη γνωστές
  • Αφυδάτωση
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Συχνή
pregnant_woman
SPC-LASIX

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Κύηση
    Δεν πρέπει να χορηγείται
    εκτός και αν συντρέχουν σοβαροί ιατρικοί λόγοι και για μικρό χρονικό διάστημα. Η αγωγή κατά την κύηση απαιτεί παρακολούθηση της ανάπτυξης του εμβρύου.
  • Γαλουχία
    Δεν θα πρέπει να θηλάζουν
    Η φουροσεμίδη περνά στο μητρικό γάλα και δυνατόν να αναστείλει τη γαλουχία.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Μηχανισμός δράσης: Διουρητικό βρόλου που εμποδίζει την επαναρρόφηση ύδατος στον νεφρό εμποδίζοντας τον μεταφορέα νατρίου‑καλίου‑χλωριδίου (NKCC2) στην παχιά ανιούσα μοίρα του σωληνώματος Henle. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω ανταγωνιστικής αναστολής στο σημείο…
monitor_heart
SPC-LASIX

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Τρόπος δράσης Η φουροσεμίδη είναι ένα διουρητικό της αγκύλης που δημιουργεί μια συγκριτικά ισχυρή και βραχείας διάρκειας διούρηση με ταχεία έναρξη. Η φουροσεμίδη παρεμποδίζει το σύστημα συν-μεταφοράς του Na + K + 2Cl - στο ευρύ ανιόν σκέλος της αγκύλης…

biotech
SPC-LASIX

Φαρμακοκινητική

expand_more
  • Βιοδιαθεσιμότητα: Μπορεί να μειωθεί < 30% (π.χ. σε νεφρωσικό σύνδρομο). * Όγκος κατανομής: 0,1-0,2 L/kg, μπορεί να είναι μεγαλύτερος σε σχέση με τη συνοδό νόσο. * Σύνδεση με πρωτεΐνες πλάσματος: > 98%. * Μεταβολισμός: Κυρίως αναλλοίωτη…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Ο μεταβολισμός της φουροσεμίδης συμβαίνει κυρίως στους νεφρούς και στο ήπαρ, σε μικρότερο βαθμό. Οι νεφροί είναι υπεύθυνοι για περίπου το 85% της συνολικής κάθαρσης της φουροσεμίδης, όπου περίπου το 40% περιλαμβάνει βιομετατροπή. Δύο κύριοι…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Νεφρά

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-LASIX
expand_more

Η ελάχιστη αποτελεσματική δόση πρέπει να χρησιμοποιείται για την επίτευξη του επιθυμητού αποτελέσματος.

Για την καλύτερη αποτελεσματικότητα και για την καταστολή της αντιρρύθμισης, γενικά, προτιμάται η συνεχής έγχυση φουροσεμίδης συγκριτικά με τις επαναλαμβανόμενες ενέσεις bolus.

Ενήλικες και νεαρά άτομα άνω των 15 ετών

  • Αρχική δόση: 20-40 mg (1-2 φύσιγγες) παρεντερικώς. Εάν η διουρητική ανταπόκριση δεν είναι ικανοποιητική, η δόση των 20 mg (1 φύσιγγα) μπορεί να επαναλαμβάνεται ανά 2ωρο.
  • Οξύ πνευμονικό οίδημα: Αρχικά 40 mg (2 φύσιγγες) βραδέως ενδοφλεβίως. Εάν δεν υπάρξει ικανοποιητικό αποτέλεσμα εντός μίας ώρας, αύξηση σε 80 mg (4 φύσιγγες) ενδοφλεβίως.
  • Θεραπεία οιδήματος (όταν η χορήγηση από του στόματος δεν είναι δυνατή): 20-40 mg (1-2 φύσιγγες) ενδομυϊκώς ή ενδοφλεβίως. Αύξηση της δόσης κατά 20 mg ανά διαστήματα δύο ωρών, ωσότου επιτευχθεί η επιθυμητή διούρηση. Η δόση αυτή χορηγείται εν συνεχεία εφάπαξ ή σε δύο τμήματα ημερησίως.
  • Υψηλές δόσεις: Χορηγούνται υπό μορφή εγχύσεως με ρυθμό όχι μεγαλύτερο από 4 mg/min.

Βρέφη και παιδιά ηλικίας κάτω των 15 ετών

  • Γενικά θα πρέπει να χορηγηθεί φουροσεμίδη από του στόματος.
  • Παρεντερική χορήγηση (στάγδην έγχυση): Επιτρέπεται μόνον σε επικίνδυνες για τη ζωή περιπτώσεις. Δοσολογικός κανόνας: 1 mg/kg βάρους σώματος μέχρι τη μέγιστη ημερήσια δόση των 20 mg (1 φύσιγγα).

Τρόπος χορήγησης

  • Η παρεντερική χορήγηση ενδείκνυται όταν η εντερική απορρόφηση είναι μειωμένη ή όταν επιδιώκεται η ταχεία αποβολή υγρών.
  • Ενδοφλέβια χορήγηση: Η ένεση πρέπει να γίνεται αργά. Η ταχύτητα χορήγησης δεν πρέπει να υπερβεί τα 4 mg/λεπτό. Σε ασθενείς με σοβαρού βαθμού νεφρική ανεπάρκεια (κρεατινίνη ορού > 5 mg/dl), ο ρυθμός έγχυσης να μην υπερβαίνει τα 2,5 mg/λεπτό.
  • Ενδομυϊκή χορήγηση: Πρέπει να περιορίζεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Δεν συνιστάται για την αγωγή οξέων καταστάσεων (π.χ. πνευμονικό οίδημα).

Η διάρκεια της αγωγής καθορίζεται από τον ιατρό.

block

Αντενδείξεις

SPC-LASIX
expand_more

Η φουροσεμίδη δεν πρέπει να χορηγείται σε:

  • Ασθενείς υπερευαίσθητους στη φουροσεμίδη ή σε κάποιο από τα έκδοχα του Lasix. Ασθενείς αλλεργικοί στις σουλφοναμίδες (π.χ. σουλφοναμιδικά αντιμικροβιακά ή σουλφονυλουρίες) και γενικά στις θειαζίδες μπορεί να εμφανίσουν διασταυρούμενη ευαισθησία στη φουροσεμίδη,
  • Ασθενείς με υποογκαιμία ή αφυδάτωση,
  • Ασθενείς με ανουρία λόγω νεφρικής ανεπάρκειας οι οποίοι δεν ανταποκρίνονται στη φουροσεμίδη,
  • Ασθενείς με βαριάς μορφής υποκαλιαιμία,
  • Ασθενείς με βαριάς μορφής υπονατριαιμία,
  • Ασθενείς σε κωματώδη και προκωματώδη κατάσταση που έχει σχέση με ηπατική εγκεφαλοπάθεια,
  • Θηλάζουσες. Όσον αφορά στην κύηση, βλ. παράγραφο 4.6 «Κύηση και γαλουχία».
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-LASIX
expand_more

Θα πρέπει να διασφαλίζεται η αποβολή των ούρων. Σε ασθενείς με μερική απόφραξη της αποβολής των ούρων (π.χ. σε ασθενείς με διαταραχές κένωσης της ουροδόχου κύστης, υπερτροφία του προστάτη ή στένωση της ουρήθρας) η αυξημένη απέκκριση των ούρων μπορεί να προκαλέσει ή να επιδεινώσει τα ενοχλήματα. Γι’ αυτό, απαιτείται προσεκτική παρακολούθηση των ασθενών και ειδικότερα κατά τα αρχικά στάδια της αγωγής. Η αγωγή με φουροσεμίδη απαιτεί τακτική ιατρική παρακολούθηση. Ιδιαίτερα προσεκτική παρακολούθηση απαιτείται σε:

  • Ασθενείς με υπόταση,
  • Ασθενείς οι οποίοι βρίσκονται σε ιδιαίτερο κίνδυνο λόγω έντονης πτώσης της αρτηριακής πιέσεως, π.χ. ασθενείς με σημαντική στένωση των στεφανιαίων αρτηριών ή των αιμοφόρων αγγείων που εφοδιάζουν τον εγκέφαλο,
  • Ασθενείς με λανθάνοντα ή έκδηλο σακχαρώδη διαβήτη,
  • Ασθενείς με ουρική αρθρίτιδα,
  • Ασθενείς με ηπατονεφρικό σύνδρομο, π.χ. νεφρική βλάβη λειτουργικής αιτιολογίας συνοδευόμενη από βαριάς μορφής νόσο του ήπατος,
  • Ασθενείς με υποπρωτεϊναιμία συνοδευόμενη π.χ. από νεφρωσικό σύνδρομο (δυνατόν να εξασθενήσει η δράση της φουροσεμίδης και να ενισχυθεί η ωτοτοξικότητά της). Απαιτείται προσεκτική τιτλοποίηση της δόσης,
  • Πρόωρα νεογνά (πιθανή εμφάνιση νεφρασβέστωσης/νεφρολιθίασης . θα πρέπει να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία και να διεξάγεται υπερηχογράφημα των νεφρών). Επίσης αυξάνει τη συχνότητα παραμονής ανοικτού του αρτηριακού πόρου και επιπλέκει το σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας των νεογνών. Στη διάρκεια της θεραπείας συνιστάται ο προσεκτικός και τακτικός έλεγχος των ηλεκτρολυτών και ιδιαίτερα του καλίου, του ασβεστίου, των χλωριδίων και του δικαρβονικού και του ισοζυγίου υγρών. Ακόμη είναι απαραίτητος ο τακτικός έλεγχος κρεατινίνης και ουρίας στο αίμα. Πρέπει επίσης να ελέγχεται ο μεταβολισμός των υδατανθράκων. Ιδιαίτερα συχνός έλεγχος απαιτείται σε ασθενείς που βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο να εκδηλώσουν διαταραχές στην ισορροπία των ηλεκτρολυτών ή ακόμη σε περίπτωση σημαντικής επιπλέον απώλειας υγρών (π.χ. λόγω εμέτων, διάρροιας ή έντονης εφίδρωσης). Πρέπει να γίνεται αποκατάσταση της υποογκαιμίας ή της αφυδάτωσης, καθώς και οποιασδήποτε σημαντικής διαταραχής των ηλεκτρολυτών και της οξεοβασικής ισορροπίας. Αυτό δυνατόν να απαιτήσει παροδική διακοπή της φουροσεμίδης. Παράλληλη χρήση με τη ρισπεριδόνη Σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες της ρισπεριδόνης σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοια, παρατηρήθηκε υψηλότερη θνησιμότητα σε ασθενείς στους οποίους χορηγείτο φουροσεμίδη και ρισπεριδόνη (7,3%, μέσος όρος ηλικίας 89 έτη, εύρος 75-97 έτη) συγκριτικά με ασθενείς στους οποίους χορηγείτο μόνο ρισπεριδόνη (3,1%, μέσος όρος ηλικίας 84 έτη, εύρος 70-96 έτη) ή μόνο φουροσεμίδη (4,1%, μέσος όρος ηλικίας 80 έτη, εύρος 67-90 έτη). Παράλληλη χρήση της ρισπεριδόνης με άλλα διουρητικά (κυρίως θειαζιδικά διουρητικά σε χαμηλή δόση) δεν συσχετίστηκε με παρόμοια ευρήματα. Δεν έχει αναγνωριστεί παθοφυσιολογικός μηχανισμός ο οποίος να εξηγεί αυτό το εύρημα, και δεν παρατηρήθηκαν σταθερά ευρήματα ως προς την αιτία θανάτου. Εν τούτοις, θα πρέπει να δίνεται προσοχή και θα πρέπει να εξετάζονται οι κίνδυνοι και τα οφέλη αυτού του συνδυασμού ή της συν- θεραπείας με άλλα ισχυρά διουρητικά πριν την απόφαση για τη χρήση. Δεν υπήρξε αυξημένη συχνότητα της θνησιμότητας σε ασθενείς που λαμβάνουν άλλα διουρητικά ως παράλληλη θεραπεία με τη ρισπεριδόνη. Ανεξάρτητα από τη θεραπεία, η αφυδάτωση ήταν ένας συνολικός παράγοντας κινδύνου για τη θνησιμότητα και θα πρέπει συνεπώς να αποφεύγεται σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοια (βλ. παράγραφο 4.3 «Αντενδείξεις»).
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-LASIX
expand_more

Μη συνιστώμενοι συνδυασμοί

  • Ένυδρη χλωράλη: Εντός 24 ωρών από τη λήψη ένυδρης χλωράλης και ενδοφλέβια χορήγηση φουροσεμίδης μπορεί να εμφανισθούν αίσθημα καύσου, εφίδρωση, ανησυχία, ναυτία, αύξηση της αρτηριακής πίεσης και ταχυκαρδία. Δεν συνιστάται η συγχορήγηση.
  • Αμινογλυκοσίδες και άλλες ωτοτοξικές ουσίες: Η φουροσεμίδη μπορεί να ενισχύσει την ωτοτοξικότητα. Χορήγηση μόνο εάν επιβάλλεται ιατρικώς.

Προφυλάξεις κατά τη χρήση

  • Σισπλατίνη: Κίνδυνος ωτοτοξικής και νεφροτοξικής επίδρασης, εάν η φουροσεμίδη δεν χορηγείται σε χαμηλές δόσεις και με θετικό ισοζύγιο υγρών.
  • Λίθιο: Η φουροσεμίδη ελαττώνει την αποβολή των αλάτων λιθίου, αυξάνοντας τον κίνδυνο τοξικότητας. Απαιτείται παρακολούθηση των επιπέδων λιθίου.
  • Αναστολείς του ΜΕΑ / Υποδοχείς της αγγειοτασίνης ΙΙ: Σε ασθενείς που λαμβάνουν διουρητικά, η ταυτόχρονη χορήγηση μπορεί να προκαλέσει υπόταση και επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας. Σκόπιμη η διακοπή/μείωση της δόσης φουροσεμίδης πριν την έναρξη ή αύξηση της δόσης των ΜΕΑ/Αγγειοτασίνης ΙΙ.
  • Ρισπεριδόνη: Να εξετάζονται κίνδυνοι και οφέλη πριν τη συν-θεραπεία.

Να λαμβάνονται υπόψη

  • Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), ακετυλοσαλικυλικό οξύ: Μπορεί να μειώσουν τη δράση της φουροσεμίδης. ΜΣΑΦ μπορεί να προκαλέσουν οξεία νεφρική βλάβη σε αφυδατωμένους ασθενείς. Τοξικότητα σαλικυλικών μπορεί να αυξηθεί.
  • Φαινυτοΐνη: Παρατηρήθηκε εξασθένηση της δράσης της φουροσεμίδης.
  • Κορτικοστεροειδή, καρβενοξολόνη, γλυκύρριζα, καθαρτικά: Πιθανόν να αυξήσουν τον κίνδυνο υποκαλιαιμίας.
  • Ηλεκτρολυτικές διαταραχές: Μπορούν να αυξήσουν την τοξικότητα άλλων φαρμάκων.
  • Αντιυπερτασικά, διουρητικά, ουσίες με υποτασική δράση: Πιο έντονη μείωση της αρτηριακής πιέσεως.
  • Προβενεσίδη, μεθοτρεξάτη, ουσίες που απεκκρίνονται από τα νεφρικά σωληνάρια: Μπορεί να μειωθεί η δράση της φουροσεμίδης ή η αποβολή αυτών των φαρμάκων.
  • Αντιδιαβητικά, συμπαθητικομιμητικά: Μείωση δράσης.
  • Μυοχαλαρωτικά τύπου κουραρίου, σουκινυλχολίνη, θεοφυλλίνη: Ενίσχυση δράσης.
  • Νεφροτοξικά φάρμακα: Αύξηση βλαπτικής επίδρασης στο νεφρό.
  • Κεφαλοσπορίνες (υψηλές δόσεις): Νεφρική δυσλειτουργία.
  • Κυκλοσπορίνη Α: Αυξημένος κίνδυνος ουρικής αρθρίτιδας.
  • Ραδιοσκιαγραφικό υλικό: Αυξημένος κίνδυνος επιδείνωσης νεφρικής λειτουργίας σε ασθενείς με κίνδυνο νεφροπάθειας.
  • Μετολαζόνη: Συνεργική δράση, έντονη διούρηση.
  • Αλκοόλη, βαρβιτουρικά, ναρκωτικά: Αυξημένος κίνδυνος ορθοστατικής υπότασης.

Αλληλεπίδραση με εργαστηριακούς ή διαγνωστικούς ελέγχους Καμιά πληροφορία.

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-LASIX
expand_more

Οι συχνότητες προέρχονται από βιβλιογραφικά δεδομένα μελετών όπου η φουροσεμίδη χρησιμοποιήθηκε συνολικά σε 1.387 ασθενείς.

Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης

  • Πολύ συχνές: Διαταραχές των ηλεκτρολυτών, αφυδάτωση και υποογκαιμία (ειδικότερα σε ηλικιωμένους), αυξημένα επίπεδα κρεατινίνης και τριγλυκεριδίων στο αίμα.
  • Συχνές: Υπονατριαιμία, υποχλωραιμία, υποκαλιαιμία, αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης και ουρικού οξέος στο αίμα, κρίσεις ουρικής αρθρίτιδας.
  • Όχι συχνές: Μείωση της ανοχής στη γλυκόζη. Ο λανθάνων σακχαρώδης διαβήτης μπορεί να καταστεί έκδηλος.
  • Μη γνωστές: Υπασβεστιαιμία, υπομαγνησιαιμία, αυξημένα επίπεδα ουρίας στο αίμα, μεταβολική αλκάλωση, ψευδο-σύνδρομο Bartter.

Αγγειακές διαταραχές

  • Πολύ συχνές (για την IV έγχυση): Υπόταση, περιλαμβανομένης της ορθοστατικής υπότασης.
  • Σπάνιες: Αγγειίτιδα.
  • Μη γνωστές: Θρόμβωση.

Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών

  • Συχνές: Αυξημένος όγκος ούρων.
  • Σπάνιες: Διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίων.
  • Μη γνωστές: Αυξημένα επίπεδα νατρίου και χλωριδίου στα ούρα, κατακράτηση ούρων (σε ασθενείς με μερική απόφραξη εκροής), νεφρασβέστωση/νεφρολιθίαση στα πρόωρα νεογνά, νεφρική βλάβη.

Διαταραχές του γαστρεντερικού

  • Όχι συχνές: Ναυτία.
  • Σπάνιες: Έμετος, διάρροια.
  • Πολύ σπάνιες: Οξεία παγκρεατίτιδα.

Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων

  • Πολύ σπάνιες: Χολόσταση, αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών.

Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου

  • Όχι συχνές: Διαταραχές της ακοής (συνήθως παροδικές, ιδίως σε νεφρική βλάβη, υποπρωτεϊναιμία ή/και γρήγορη IV χορήγηση). Περιπτώσεις κώφωσης (μερικές φορές μη αναστρέψιμες).
  • Σπάνιες: Εμβοές των ώτων.

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού

  • Όχι συχνές: Κνησμός, κνίδωση, εξανθήματα, πομφολυγώδης δερματίτιδα, πολύμορφο ερύθημα, πεμφιγοειδές, αποφολιδωτική δερματίτιδα, πορφύρα, αντίδραση από φωτοευαισθησία.
  • Μη γνωστές: Σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση και φαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα.

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος

  • Σπάνιες: Σοβαρές αναφυλακτικές ή αναφυλακτικού τύπου αντιδράσεις (π.χ. με καταπληξία).

Διαταραχές του νευρικού συστήματος

  • Συχνές: Ηπατική εγκεφαλοπάθεια σε ασθενείς με ηπατοκυτταρική ανεπάρκεια.
  • Σπάνιες: Παραισθησίες.

Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος

  • Συχνές: Αιμοσυμπύκνωση.
  • Όχι συχνές: Θρομβοπενία.
  • Σπάνιες: Λευκοπενία, ηωσινοφιλία.
  • Πολύ σπάνιες: Ακοκκιοκυτταραιμία, απλαστική αναιμία ή αιμολυτική αναιμία.

Συγγενείς και οικογενείς/γενετικές διαταραχές

  • Μη γνωστές: Αυξημένος κίνδυνος παραμονής ανοικτού του αρτηριακού πόρου στα πρόωρα νεογνά.

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης

  • Σπάνιες: Πυρετός.
  • Μη γνωστές: Μετά την ενδομυϊκή ένεση, τοπικές αντιδράσεις όπως άλγος. Ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος μπορεί να ενεργοποιηθεί ή να παρουσιάσει έξαρση. Ξανθοψία, θρομβοφλεβίτις, υπερουριχαιμία, αζωθαιμία. Η αφυδάτωση είναι συχνή, ιδιαίτερα στους υπερήλικες.
pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-LASIX
expand_more

Κύηση

Η φουροσεμίδη διαπερνά το φραγμό του πλακούντα. Δεν πρέπει να χορηγείται κατά την κύηση, εκτός και αν συντρέχουν σοβαροί ιατρικοί λόγοι και για μικρό χρονικό διάστημα. Η αγωγή κατά την κύηση απαιτεί παρακολούθηση της ανάπτυξης του εμβρύου.

Γαλουχία

Η φουροσεμίδη περνά στο μητρικό γάλα και δυνατόν να αναστείλει τη γαλουχία. Οι γυναίκες στις οποίες χορηγείται φουροσεμίδη, δεν θα πρέπει να θηλάζουν.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-LASIX
expand_more

Τρόπος δράσης

Η φουροσεμίδη είναι ένα διουρητικό της αγκύλης που δημιουργεί μια συγκριτικά ισχυρή και βραχείας διάρκειας διούρηση με ταχεία έναρξη.

Η φουροσεμίδη παρεμποδίζει το σύστημα συν-μεταφοράς του Na + K + 2Cl

στο ευρύ ανιόν σκέλος της αγκύλης του Henle, αναστέλλοντας την επαναπορρόφηση χλωριούχου νατρίου. Αυτό οδηγεί σε αυξημένη αποβολή νατρίου (έως 35% της σπειραματικής διήθησης), αυξημένη απέκκριση ούρων (λόγω ωσμωτικά δεσμευμένου ύδατος) και αυξημένη απέκκριση καλίου από το αθροιστικό σωληνάριο.

Επίσης αυξάνεται η αποβολή ιόντων ασβεστίου και μαγνησίου.

Η φουροσεμίδη διακόπτει τον μηχανισμό παλίνδρομης αλληλορύθμισης του σπειράματος, προκαλεί δοσοεξαρτώμενη διέγερση του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης.

Σε καρδιακή ανεπάρκεια, προκαλεί άμεση μείωση του προφορτίου της καρδιάς μέσω διαστολής των φλεβών. Ελαττώνει την αγγειακή αντιδραστικότητα στις κατεχολαμίνες.

Το αντιυπερτασικό αποτέλεσμα οφείλεται στην αυξημένη αποβολή νατρίου, στον ελαττωμένο όγκο αίματος και στη μειωμένη ανταπόκριση των λείων μυϊκών ινών των αγγείων στα αγγειοσυσταλτικά ερεθίσματα.

Φαρμακοδυναμικά χαρακτηριστικά

  • Έναρξη διούρησης: Εντός 15 λεπτών (IV), εντός 1 ώρας (PO).
  • Διάρκεια δράσης: Περίπου 3 ώρες (20 mg IV), 3-6 ώρες (40 mg PO σε υγιή άτομα).
  • Η συνεχής έγχυση είναι πιο αποτελεσματική από τις επαναλαμβανόμενες ενέσεις bolus.
  • Η δράση μειώνεται με μειωμένη σωληναριακή απέκκριση ή ενδοσωληναριακή δέσμευση με τη λευκωματίνη.
biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-LASIX
expand_more
  • Βιοδιαθεσιμότητα: Μπορεί να μειωθεί < 30% (π.χ. σε νεφρωσικό σύνδρομο).
  • Όγκος κατανομής: 0,1-0,2 L/kg, μπορεί να είναι μεγαλύτερος σε σχέση με τη συνοδό νόσο.
  • Σύνδεση με πρωτεΐνες πλάσματος: > 98%.
  • Μεταβολισμός: Κυρίως αναλλοίωτη απέκκριση. Γλυκουρονικός μεταβολίτης ~10-20%.
  • Απέκκριση: Βασικά αναλλοίωτη μέσω εγγύς σωληνάριου (~60-70% της δόσης IV). Το υπόλοιπο με τα κόπρανα.
  • Χρόνος ημίσειας ζωής: ~1-1,5 ώρα (IV).
  • Εκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
  • Διαπερνά τον πλακουντιακό φραγμό.

Νεφρική νόσος: Η αποβολή επιβραδύνεται, ο χρόνος ημιζωής επιμηκύνεται (έως 24 ώρες σε βαριά νεφρική ανεπάρκεια). Σε νεφρωσικό σύνδρομο, αυξημένες συγκεντρώσεις ελεύθερης φουροσεμίδης, αλλά μειωμένη δραστικότητα.

Ηπατική ανεπάρκεια: Ο χρόνος ημίσειας ζωής αυξάνεται (30-90%), κυρίως λόγω μεγαλύτερου όγκου κατανομής.

Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, βαριά υπέρταση, ηλικιωμένοι: Η αποβολή επιβραδύνεται λόγω μειωμένης νεφρικής λειτουργίας.

Πρόωρα και πλήρους κυήσεως νεογνά: Η αποβολή μπορεί να επιβραδυνθεί. Ο μεταβολισμός μειώνεται με μειωμένη ικανότητα γλουκουρογένεσης. Σε βρέφη > 2 μηνών, η κάθαρση είναι ίδια με των ενηλίκων.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

2 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

95% δέσμευση σε πρωτεΐνες πλάσματος
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά
DrugBank
science

Scientific Profile

CID
3440
Μοριακός τύπος
C12H11ClN2O5S
Μοριακό βάρος
330.74
IUPAC
4-chloro-2-(furan-2-ylmethylamino)-5-sulfamoylbenzoic acid
InChIKey
ZZUFCTLCJUWOSV-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

Κατηγοριοποίηση MeSH

Παράγοντες που προάγουν την απέκκριση ούρων μέσω των επιδράσεών τους στη νεφρική λειτουργία.

Παράγοντες που αναστέλλουν τους ΣΥΝ-ΜΕΤΑΦΟΡΕΙΣ ΝΑΤΡΙΟΥ-ΚΑΛΙΟΥ-ΧΛΩΡΙΟΥ οι οποίοι συγκεντρώνονται στο παχύ ανιόν σκέλος στη συμβολή της ΑΓΚΥΛΗΣ ΤΟΥ HENLE και των ΝΕΦΡΙΚΩΝ ΣΩΛΗΝΑΡΙΩΝ, ΑΠΩ. Λειτουργούν ως ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ. Η υπερβολική χρήση σχετίζεται με ΥΠΟΚΑΛΑΙΜΙΑ και ΥΠΕΡΓΛΥΚΑΙΜΙΑ.

Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης

📋 Καρδιακή Ανεπάρκεια Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Καρδιαγγειακών Νοσημάτων
🧮 Εργαλείο

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ HFrEF-Foundation C03CA01
    HFrEF — Τέσσερις βασικές κατηγορίες (4 pillars)
    ΚΕ ≤ 40% — όλοι οι ασθενείς. Ταυτόχρονη έναρξη και τιτλοποίηση
    Δοσολογία: Τιτλοποίηση βάσει συμφόρησης · Όσο υπάρχει συμφόρηση
  • ΒΗΜΑ HFmrEF C03CA01
    HFmrEF — Μέτρια μειωμένο κλάσμα εξώθησης (41–49%)
    ΚΕ 41–49%
    Δοσολογία: Συμπτωματικά · Όσο υπάρχει συμφόρηση
  • ΒΗΜΑ HFpEF C03CA01
    HFpEF — Διατηρημένο κλάσμα εξώθησης (≥ 50%)
    ΚΕ ≥ 50% — δομική νόσος + αυξημένα νατριουρητικά πεπτίδια
    Δοσολογία: Τιτλοποίηση · Όσο υπάρχει συμφόρηση
  • ΒΗΜΑ AHF-Diuretic C03CA01
    Οξεία ΚΑ — Διουρητικά (συμφόρηση/υπερφόρτωση)
    Οξεία ΚΑ με σημεία/συμπτώματα υπερφόρτωσης υγρών
    Δοσολογία: Επαρκείς δόσεις (αρχ. 40 mg IV ή 2.5× χρόνια PO δόση) · Έως απουσία συμφόρησης
📋 Αρτηριακή Υπέρταση Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Εργασίας Καρδιαγγειακών Νοσημάτων
🧮 Εργαλείο

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ 3 C03CA01
    ΒΗΜΑ 3 — Ανθεκτική υπέρταση
    • Αρρύθμιστη ΑΠ υπό τριπλή θεραπεία πλήρων δόσεων (συμπεριλαμβανομένου διουρητικού) — ~5%
    • Αφού αποκλειστούν υπέρταση λευκής μπλούζας & δευτεροπαθής υπέρταση
    Δοσολογία: — · Συνεχής