Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 300 / ML | 1291.89 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
J15 Βακτηριακή πνευμονία, μη ταξινομημένη αλλού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Χρόνια πνευμονική λοίμωξη με Pseudomonas aeruginosa
BRAMITOB — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: εισπνοών
- Χορήγηση: δύο φορές την ημέρα
- Δόση έναρξης: μία φύσιγγα δύο φορές την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Κυκλική χορήγηση 28 ημερών ενεργούς θεραπείας ακολουθούμενη από 28 ημέρες παύσης θεραπείας. Η θεραπεία συνεχίζεται σε αυτή τη βάση για όσο διάστημα ο γιατρός θεωρεί ότι ο ασθενής αποκομίζει κλινικό όφελος.
-
Ενήλικες και παιδιάΔόσηΜία φύσιγγα (300 mg τομπραμυκίνης)Δύο φορές την ημέρα για 28 ημέρες, ακολουθούμενη από 28 ημέρες παύσης θεραπείας. Το δοσολογικό σχήμα είναι κυκλικό. Τα διαστήματα μεταξύ των δόσεων πρέπει να πλησιάζουν τις 12 ώρες και να μην είναι μικρότερα από 6 ώρες. Η δοσολογία δεν είναι ρυθμισμένη σύμφωνα με το σωματικό βάρος.
-
Ηλικιωμένοι (≥ 65 ετών)Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για σύσταση αναπροσαρμογής της δόσης.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν υπάρχουν δεδομένα που να υποστηρίζουν σύσταση για αναπροσαρμογή ή όχι της δόσης. (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές)
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔεν αναμένεται επίδραση της ηπατικής δυσλειτουργίας στην έκθεση στην τομπραμυκίνη, καθώς δεν μεταβολίζεται.
-
Ασθενείς μετά από μεταμόσχευση οργάνωνΔεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για τη χρήση του Τομπραμυκίνη σε αυτούς τους ασθενείς.
-
Παιδιά < 6 ετώνΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί. Δε μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία σε οποιαδήποτε αμινογλυκοσίδη
-
Υπερευαισθησία σε κάποιο από τα έκδοχα
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Δυσλειτουργία οργάνωνπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστή ή υποψία νεφρικής, ακουστικής, αιθουσαίας ή νευρομυϊκής δυσλειτουργίαςΧρήση με προσοχή
-
Ενεργός αιμόπτυσηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με βαριάς μορφής, ενεργό αιμόπτυσηΧρήση με προσοχή
-
Μέθοδος παρακολούθησης συγκεντρώσεων τομπραμυκίνηςΟι συγκεντρώσεις στον ορό πρέπει να παρακολουθούνται μόνο με φλεβοπαρακέντηση και όχι με λήψη αίματος με τρύπημα του δακτύλου.
-
Πρώτη δόση ΤομπραμυκίνηΠληθυσμόςΑσθενείς που ξεκινούν θεραπεία με ΤομπραμυκίνηΗ πρώτη δόση πρέπει να δίνεται υπό παρακολούθηση. Χρήση βρογχοδιασταλτικού πριν από την εκνέφωση, αν αυτό είναι μέρος της τρέχουσας αγωγής του ασθενή.
-
Αλλεργική αντίδραση (Βρογχόσπασμος)ΠληθυσμόςΑσθενείς με ενδείξεις βρογχόσπασμου παρά την βρογχοδιασταλτική θεραπείαΔιακοπή Τομπραμυκίνη εάν υπάρχει υποψία αλλεργικής αντίδρασης.
-
Νευρομυϊκές διαταραχέςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστές ή πιθανές νευρομυϊκές παθήσεις (π.χ. παρκινσονισμός, μυασθένεια gravis)Χρήση με μεγάλη προσοχή, λόγω δυνητικής επιδείνωσης της μυϊκής αδυναμίας.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστή ή υποψία νεφρικής δυσλειτουργίαςΧρήση με προσοχή και παρακολούθηση συγκεντρώσεων τομπραμυκίνης στον ορό του αίματος.
-
Ακουστική ή αιθουσαία δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστή ή πιθανή ακουστική ή αιθουσαία δυσλειτουργίαΑπαιτείται προσοχή κατά τη χορήγηση. Αξιολόγηση ακουστικής λειτουργίας.
-
Ωτοτοξικότητα λόγω παραλλαγών στο μιτοχονδριακό DNAπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστό ιστορικό από την πλευρά της μητέρας με ωτοτοξικότητα από αμινογλυκοσίδες ή γνωστή παραλλαγή στο μιτοχονδριακό DNA (π.χ. m.1555A>G)Εξέταση εναλλακτικών θεραπειών, εκτός αν ο αυξημένος κίνδυνος μόνιμης απώλειας ακοής υπεραντισταθμίζεται από τη σοβαρότητα της λοίμωξης και την έλλειψη ασφαλών και αποτελεσματικών εναλλακτικών θεραπειών.
-
Ενεργός, σοβαρή αιμόπτυσηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ενεργό, σοβαρή αιμόπτυσηΧρήση μόνο αν τα οφέλη της θεραπείας υπερτερούν των κινδύνων πρόκλησης περαιτέρω αιμορραγίας.
-
Μικροβιακή αντίστασηΠληθυσμόςΑσθενείς υπό αγωγή με αερολύματος τομπραμυκίνηςΘεωρητικός κίνδυνος ανάπτυξης στελεχών P. aeruginosa ανθεκτικών σε ενδοφλέβια τομπραμυκίνη.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
dornase alfa, β-αγωνιστές, εισπνεόμενα γλυκοκορτικοειδή, άλλα αντιψευδομοναδικά αντιβιοτικά (από το στόμα ή παρεντερικά)παρακολούθησηΠαρόμοιες ανεπιθύμητες ενέργειες με εκείνες της ομάδας ελέγχου.ΣύστασηΔεν αναφέρθηκε ειδική σύσταση πέραν της παρακολούθησης.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα δυνητικά νευροτοξικά, νεφροτοξικά ή ωτοτοξικάαντένδειξηΑύξηση τοξικότητας.ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη και/ή διαδοχική χρήση.
-
αντένδειξηΜπορούν να αυξήσουν την τοξικότητα των αμινογλυκοσίδων μεταβάλλοντας τις συγκεντρώσεις του αντιβιοτικού στον ορό και τους ιστούς.ΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα.
-
προσοχήΚίνδυνος αυξημένης νεφροτοξικότητας.ΣύστασηΝα αποφεύγεται η ταυτόχρονη και/ή διαδοχική χρήση.
-
Ενώσεις πλατίνηςπροσοχήΚίνδυνος αυξημένης νεφροτοξικότητας και ωτοτοξικότητας.ΣύστασηΝα αποφεύγεται η ταυτόχρονη και/ή διαδοχική χρήση.
-
Αντιχολινεστεράσες, αλλαντοτοξίνηπροσοχήΝευρομυϊκή επίδραση.ΣύστασηΝα αποφεύγεται η ταυτόχρονη και/ή διαδοχική χρήση.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λαρυγγίτιδα (Συχνές)
- Φαρυγγίτιδα
- Ρινίτιδα
- Εμβοές
- Απώλεια ακοής (Μη γνωστές)
- Διαταραχή πνευμόνων (Πολύ συχνές)
- Δυσφωνία (Πολύ συχνές)
- Δυσχρωματισμός των πτυέλων (Πολύ συχνές)
- Παραγωγικός βήχας (Πολύ συχνές)
- Αιμόπτυση (Πολύ συχνές)
- Άσθμα (Πολύ συχνές)
- Στοματοφαρυγγικό άλγος (Μη γνωστές)
- Βήχας
- Δύσπνοια
- Βρογχόσπασμος
- Θωρακικό άλγος
- Αίσθημα κακουχίας
- Εξασθένιση
- Πυρεξία
- Μυαλγία
- Μειωμένες τιμές στις δοκιμασίες πνευμονικής λειτουργίας (Πολύ συχνές)
- Κεφαλαλγία
- Αφωνία (Μη γνωστές)
- Δυσγευσία (Μη γνωστές)
- Ανορεξία
- Απώλεια βάρους (Πολύ συχνές)
- Έμετος
- Κοιλιακό άλγος
- Ναυτία
- Υπερευαισθησία
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Εξάνθημα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΆσθμαΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑιμόπτυσηΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΑπώλεια βάρουςΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΔιαταραχή πνευμόνωνΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΔυσφωνίαΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΔυσχρωματισμός πτυέλωνΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΜειωμένες τιμές δοκιμασιών πνευμονικής λειτουργίαςΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΠαραγωγικός βήχαςΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΦαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
ΣυχνέςΕμβοέςΑυτί
-
ΣυχνέςΛαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΑπώλεια ακοήςΑυτί
-
Μη γνωστέςΑφωνίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚνησμόςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΣτοματοφαρυγγικό άλγοςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται, εκτός εάν το όφελος για τη μητέρα υπερτερεί των κινδύνων για το έμβρυο. Πιθανή βλάβη στο έμβρυο (π.χ. συγγενή κώφωση) σε υψηλές συστηματικές συγκεντρώσεις.Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση της τομπραμυκίνης χορηγούμενης με εισπνοές σε εγκύους γυναίκες. Οι μελέτες σε ζώα δεν δείχνουν τερατογόνο επίδραση της τομπραμυκίνης (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Όμως, οι αμινογλυκοσίδες μπορούν να προκαλέσουν βλάβη στο έμβρυο (π.χ. συγγενή κώφωση) όταν επιτυγχάνονται υψηλές συστηματικές συγκεντρώσεις σε μία έγκυο γυναίκα. Αν το Τομπραμυκίνη χρησιμοποιείται κατά την κύηση ή αν η ασθενής μείνει έγκυος ενόσω χρησιμοποιεί το Τομπραμυκίνη, θα πρέπει να ενημερωθεί σχετικά με τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυο.
-
ΓαλουχίαΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται, εκτός εάν το όφελος για τη μητέρα υπερτερεί των κινδύνων για το βρέφος. Πρέπει να ληφθεί η απόφαση αν θα διακοπεί η γαλουχία ή η θεραπεία με το Τομπραμυκίνη.Η συστηματικά χορηγούμενη τομπραμυκίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Δεν είναι γνωστό αν η χορήγηση του Τομπραμυκίνη οδηγεί σε αρκετά υψηλές συγκεντρώσεις τομπραμυκίνης στον ορό του αίματος ώστε να μπορεί να ανιχνευτεί στο μητρικό γάλα. Εξαιτίας της δυνητικής ωτοτοξικότητας και νεφροτοξικότητας της τομπραμυκίνης σε βρέφη.
-
ΓονιμότηταΔεν παρατηρήθηκε καμία επίδραση στην ανδρική ή γυναικεία γονιμότητα.Δεν παρατηρήθηκε καμία επίδραση στην ανδρική ή γυναικεία γονιμότητα σε μελέτες σε πειραματόζωα μετά από υποδόρια χορήγηση (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- έντονο βράγχος φωνής (αερόλυμα)
- ζάλη (ενδοφλέβια)
- εμβοές (ενδοφλέβια)
- ίλιγγος (ενδοφλέβια)
- απώλεια της ακουστικής οξύτητας (ενδοφλέβια)
- αναπνευστική δυσχέρεια (ενδοφλέβια)
- νευρομυϊκός αποκλεισμός (ενδοφλέβια)
- νεφρική δυσλειτουργία (ενδοφλέβια)
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Αντιμικροβιακά Αμινογλυκοσίδες, κωδικός ATC: J01GB01
Μηχανισμός δράσης
Η τομπραμυκίνη είναι ένα αντιβιοτικό της τάξης των αμινογλυκοσίδων παραγόμενο από το Streptomyces tenebrarious. Δρα πρώτιστα διακόπτοντας την πρωτεϊνική σύνθεση οδηγώντας έτσι σε αλλοιωμένη διαπερατότητα της κυτταρικής μεμβράνης, προοδευτική διάσπαση του κυτταρικού περιβλήματος και τελικά στο θάνατο του κυττάρου. Είναι βακτηριοκτόνος σε συγκεντρώσεις ίσες ή ελαφρώς μεγαλύτερες των συγκεντρώσεων αναστολής.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Όρια Τα καθιερωμένα όρια ευαισθησίας για την παρεντερική χορήγηση της τομπραμυκίνης είναι ακατάλληλα για τη χορήγηση του θεραπευτικού προϊόντος με εκνέφωση. Τα πτύελα στην κυστική ίνωση (KI) παρουσιάζουν μία ανασταλτική δράση έναντι της τοπικής βιολογικής δράσης των εκνεφωμένων αμινογλυκοσίδων. Αυτό απαιτεί οι συγκεντρώσεις της εκνεφωμένης τομπραμυκίνης στα πτύελα να είναι γύρω στις 10 με 25 φορές πάνω από την Ελάχιστη Συγκέντρωση Αναστολής (MIC) για, αντίστοιχα, την καταστολή της αύξησης της Pseudomonas αeruginosa και τη βακτηριοκτόνο δράση εναντίον της. Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες το 97% των ασθενών που έλαβαν το Τομπραμυκίνη πέτυχαν συγκεντρώσεις στα πτύελα 10 φορές μεγαλύτερες από την υψηλότερη Pseudomonas αeruginosa MIC που καλλιεργήθηκε από ασθενή, και το 95% των ασθενών που έλαβαν το Τομπραμυκίνη πέτυχαν 25 φορές την υψηλότερη MIC. Κλινικό όφελος επιτυγχάνεται παρά ταύτα στην πλειοψηφία των ασθενών που καλλιεργούν στελέχη με τιμές MIC υψηλότερες των παρεντερικών ορίων.
Ευαισθησία Απουσία συμβατικών ορίων ευαισθησίας για τη μέθοδο χορήγησης με εκνέφωση, απαιτείται προσοχή κατά τον ορισμό οργανισμών ως ευαίσθητων ή ανθεκτικών στην εκνεφωμένη τομπραμυκίνη. Ωστόσο, οι κλινικές μελέτες του Τομπραμυκίνη έδειξαν ότι η μικροβιολογική αναφορά φαρμακευτικής ανθεκτικότητας in vitro δεν απέκλειε απαραίτητα το κλινικό όφελος για τον ασθενή.
Οι περισσότεροι ασθενείς με στελέχη P. aeruginosa με Ελάχιστες Συγκεντρώσεις Αναστολής (MIC) για την τομπραμυκίνη < 128 μg/ml κατά την αρχική αξιολόγηση παρουσίασαν βελτιωμένη πνευμονική λειτουργία μετά τη θεραπεία με το Τομπραμυκίνη. Ασθενείς με στελέχη P. aeruginosa με MIC ≥ 128 μg/ml κατά την αρχική αξιολόγηση είναι λιγότερο πιθανό να παρουσιάσουν κλινική ανταπόκριση. Παρόλα αυτά, επτά από τους 13 ασθενείς (54%) στις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες οι οποίοι απέκτησαν στελέχη με MIC ≥ 128 μg/ml ενόσω χρησιμοποιούσαν το Τομπραμυκίνη, είχαν βελτίωση στην πνευμονική λειτουργία.
Καθ’ όλη τη διάρκεια των 96 εβδομάδων των μελετών επέκτασης, η MIC50 της τομπραμυκίνης για την P. aeruginosa αυξήθηκε από 1 σε 2 μg/mL και η MIC90 αυξήθηκε από 8 σε 32 μg/mL.
Με βάση τα in vitro δεδομένα και/ή την εμπειρία από κλινικές μελέτες, οι οργανισμοί που σχετίζονται με πνευμονικές λοιμώξεις στην κυστική ίνωση αναμένεται ότι θα ανταποκριθούν στη θεραπεία με το Τομπραμυκίνη ως ακολούθως:
| Ευαίσθητα | Ανθεκτικά |
|---|---|
| Pseudomonas aeruginosa | Burkholderia cepacia |
| Haemophilus influenzae | Stenotrophomonas maltophilia |
| Staphylococcus aureus | Alcaligenes xylosoxidans |
Η θεραπευτική αγωγή με το Τομπραμυκίνη σε κλινικές μελέτες έδειξε μια μικρή αλλά καθαρή αύξηση των Ελαχίστων Συγκεντρώσεων Αναστολής (MIC) των tobramycin, amikacin και gentamicin για τα στελέχη P. aeruginosa που εξετάστηκαν. Κάθε πρόσθετο εξάμηνο θεραπείας είχε ως αποτέλεσμα επιπλέον αυξήσεις παρόμοιες σε μέγεθος με αυτές που παρατηρήθηκαν στους 6 μήνες των ελεγχόμενων μελετών. Ο πιο διαδεδομένος μηχανισμός αντοχής σε αμινογλυκοσίδες που παρατηρήθηκε στην P. aeruginosa που απομονώθηκε από ασθενείς με κυστική ίνωση με χρόνια λοίμωξη είναι η αδιαβατότητα, που προσδιορίζεται από μία καθολική έλλειψη ευαισθησίας σε όλες τις αμινογλυκοσίδες. Η P. aeruginosa που απομονώθηκε από ασθενή με κυστική ίνωση έχει επίσης επιδείξει προσαρμοστική αντοχή στις αμινογλυκοσίδες, η οποία χαρακτηρίζεται από επάνοδο στην ευαισθησία όταν απομακρύνεται το αντιβιοτικό.
Άλλες πληροφορίες Δεν υπάρχουν στοιχεία ότι οι ασθενείς που έλαβαν αγωγή μέχρι και για 18 μήνες με το Τομπραμυκίνη είχαν μεγαλύτερο κίνδυνο απόκτησης B. cepacia, S. maltophilia ή A. xylosoxidans, από ότι θα αναμενόταν στους ασθενείς που δεν έλαβαν αγωγή με το Τομπραμυκίνη. Είδη ασπέργιλλου ανακτήθηκαν πιο συχνά από τα πτύελα των ασθενών που έλαβαν Τομπραμυκίνη όμως, επακόλουθη κλινική εμφάνιση νόσου, όπως η Αλλεργική Βρογχοπνευμονική Ασπεργίλλωση, έχει αναφερθεί σπάνια και σε παρόμοια συχνότητα με την ομάδα ελέγχου.
Δεν υπάρχουν επαρκή κλινικά δεδομένα ασφάλειας και αποτελεσματικότητας σε παιδιά ηλικίας < 6 ετών. (βλ. Δοσολογία)
Σε μία διπλά-τυφλή, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη σε ασθενείς ηλικίας 3 μηνών έως κάτω των 7 ετών με επιβεβαιωμένη διάγνωση ΚΙ και πρώιμο αποικισμό με P. aeruginosa, το ποσοστό των ασθενών που ήταν ελεύθεροι από αποικισμό με P. aeruginosa μετά από 28 ημέρες θεραπείας ήταν 84,6% για την ομάδα του ΤΟΒΙ και 24% για την ομάδα του εικονικού φαρμάκου (p<0,001). Η χρήση του ΤΟΒΙ δεν ενδείκνυται σε παιδιά ηλικίας < 6 ετών (βλ. Δοσολογία).
Κλινική αποτελεσματικότητα
Δύο κλινικές μελέτες (Μελέτη 1 και Μελέτη 2) ταυτόσημου σχεδιασμού, διπλά τυφλές, τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, παράλληλων ομάδων, διάρκειας 24 εβδομάδων, διεξήχθησαν σε ασθενείς με κυστική ίνωση με P. aeruginosa για την υποστήριξη της αρχικής διαδικασίας έγκρισης του φαρμάκου το 1999. Σ’ αυτές τις μελέτες συμμετείχαν 520 ασθενείς με αρχική FEV1 μεταξύ 25% και 75% της προβλεπόμενης φυσιολογικής τους τιμής. Αποκλείσθηκαν οι ασθενείς ηλικίας κάτω των 6 ετών ή με αρχική κρεατινίνη > 2 mg/dl ή με στελέχη Burkholderia cepacia στα πτύελα. Σε αυτές τις κλινικές μελέτες 258 ασθενείς έλαβαν θεραπεία με ΤΟΒΙ, ως εξωτερικοί ασθενείς, χρησιμοποιώντας έναν φορητό PARI LC PLUS™ Επαναχρησιμοποιούμενο Εκνεφωτή με συμπιεστή DeVilbiss® Pulmo-Aide.
Σε κάθε μελέτη, οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ΤΟΒΙ εμφάνισαν σημαντική βελτίωση της πνευμονικής λειτουργίας και σημαντική μείωση του αριθμού των μονάδων σχηματισμού αποικιών P. aeruginosa (CFUs) στα πτύελα κατά τη διάρκεια των περιόδων υπό θεραπεία. Η μέση FEV1 παρέμεινε υψηλότερη από την τιμή έναρξης κατά τις περιόδους 28-ημερών χωρίς θεραπεία, παρότι υπεστράφη κάπως στην πλειονότητα των περιπτώσεων. Η βακτηριακή πυκνότητα πτυέλων επανερχόταν στην τιμή έναρξης κατά τις περιόδους χωρίς θεραπεία. Η μείωση της βακτηριακής πυκνότητας πτυέλων ήταν μικρότερη σε κάθε διαδοχικό κύκλο. Οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Τομπραμυκίνη χρειάστηκαν κατά μέσο όρο λιγότερες ημέρες νοσοκομειακής νοσηλείας και χρειάστηκαν λιγότερες ημέρες παρεντερικής αντιψευδομοναδικής αντιβιοτικής θεραπείας έναντι των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο.
Στις ανοιχτές μελέτες επέκτασης, το ποσοστό έκπτωσης της πνευμονικής λειτουργίας ήταν σημαντικά μικρότερο μετά την έναρξη της θεραπείας με ΤΟΒΙ συγκριτικά με αυτό που παρατηρήθηκε στους ασθενείς που ελάμβαναν εικονικό φάρμακο κατά τη διάρκεια της περιόδου της διπλά τυφλής, τυχαιοποιημένης θεραπείας. Η υπολογιζόμενη κλίση του μοντέλου παλινδρόμησης της έκπτωσης της πνευμονικής λειτουργίας ήταν -6,52% κατά τη διάρκεια της τυφλοποιημένης θεραπείας με εικονικό φάρμακο και -2,53% κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ΤΟΒΙ (p=0,0001).
Απορρόφηση
Η τομπραμυκίνη είναι ένα κατιονικό πολικό μόριο που δεν διαπερνά εύκολα τις επιθηλιακές μεμβράνες. Η συστηματική έκθεση στην τομπραμυκίνη μετά από εισπνοή ΤΟΒΙ αναμένεται ως αποτέλεσμα της πνευμονικής απορρόφησης του κλάσματος της δόσης που κατανέμεται στους πνεύμονες δεδομένου ότι η απορρόφηση της τομπραμυκίνης δια της στοματικής οδού είναι αμελητέα. Η βιοδιαθεσιμότητα του ΤΟΒΙ μπορεί να ποικίλει εξαιτίας των ατομικών διαφορών στην εκτέλεση της εκνέφωσης και στην παθολογία των αεραγωγών.
Συγκεντρώσεις στα πτύελα: Δέκα λεπτά μετά την εισπνοή της πρώτης δόσης 300 mg του Τομπραμυκίνη η μέση συγκέντρωση της τομπραμυκίνης στα πτύελα ήταν 1.237 μg/g (εύρος: 35 ως 7.414 μg/g). Η τομπραμυκίνη δεν συσσωρεύεται στα πτύελα μετά από 20 εβδομάδες θεραπείας με το σχήμα TΟΒΙ η μέση συγκέντρωση της τομπραμυκίνης στα πτύελα 10 λεπτά μετά την εισπνοή ήταν 1.154 μg/g (φάσμα: 39 ως 8.085 μg/g). Παρατηρήθηκε μεγάλη διακύμανση της συγκέντρωσης της τομπραμυκίνης στα πτύελα. Δύο ώρες μετά την εισπνοή οι συγκεντρώσεις στα πτύελα μειώθηκαν περίπου στο 14% των επιπέδων της τομπραμυκίνης που είχαν μετρηθεί 10 λεπτά μετά την εισπνοή.
Συγκεντρώσεις στον ορό του αίματος: Η μέση συγκέντρωση της τομπραμυκίνης στον ορό 1 ώρα μετά την εισπνοή μιας εφάπαξ δόσης 300 mg του ΤOBI σε ασθενείς με κυστική ίνωση ήταν 0,95 μg/mL (εύρος: κάτω από το όριο ποσοτικοποίησης [BLQ] - 3,62 μg/mL). Μετά από 20 εβδομάδες θεραπείας με το σχήμα Τομπραμυκίνη η μέση συγκέντρωση της τομπραμυκίνης στον ορό 1 ώρα μετά τη δόση ήταν 1,05 μg/mL (εύρος: BLQ - 3,41 μg/mL). Συγκριτικά, οι μέγιστες συγκεντρώσεις μετά από ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης τομπραμυκίνης 1,5 έως 2 mg/kg κυμαίνονται τυπικά από 4 έως 12 μg/mL.
Κατανομή
Μετά τη χορήγηση του ΤΟΒΙ, η τομπραμυκίνη παραμένει συγκεντρωμένη κυρίως στους αεραγωγούς. Λιγότερο από το 10% της τομπραμυκίνης δεσμεύεται στις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Βιομετασχηματισμός
Η τομπραμυκίνη δεν μεταβολίζεται και αποβάλλεται κυρίως αμετάβλητη στα ούρα.
Αποβολή
Η αποβολή της τομπραμυκίνης όταν αυτή χορηγηθεί δια της αναπνευστικής οδού δεν έχει μελετηθεί. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η τομπραμυκίνη αποβάλλεται κυρίως με σπειραματική διήθηση της αμετάβλητης ουσίας. Ο φαινόμενος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της τομπραμυκίνης στον ορό μετά από εισπνοή μιας εφάπαξ δόσεως ΤΟΒΙ 300 mg ήταν 3 ώρες σε ασθενείς με κυστική ίνωση.
Η νεφρική λειτουργία αναμένεται να επηρεάζει την έκθεση στην τομπραμυκίνη, ωστόσο δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα διότι στις κλινικές μελέτες δεν περιελήφθησαν ασθενείς με κρεατινίνη ορού 2 mg/dL (176,8 μmol/L) ή υψηλότερη ή με άζωτο ουρίας αίματος (BUN) 40 mg/dL ή υψηλότερο.
Η μη απορροφημένη τομπραμυκίνη μετά από τη χορήγηση του Τομπραμυκίνη πιθανότατα αποβάλλεται κυρίως με την απόχρεμψη.