TRABECTEDIN
Τραβεκτεδίνη
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικός παράγοντας, κωδικός ATC: L01CX01.
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
C49 Κακοήθης νεοπλασία άλλου συνδετικού και μαλακού ιστού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Σάρκωμα των μαλακών μορίων
-
C56 Κακοήθης νεοπλασία των ωοθηκών
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Καρκίνος των ωοθηκών
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια
- Χορήγηση: Κάθε 3 εβδομάδες
- Δόση έναρξης: 1,5 mg/m2
- Τιτλοποίηση: Αφού μειωθεί η δόση εξαιτίας τοξικότητας, δεν προτείνεται αύξηση της δόσης στους επόμενους κύκλους. Εάν επανεμφανιστεί οποιαδήποτε από αυτές τις τοξικότητες σε επόμενους κύκλους σε ασθενή ο οποίος παρουσιάζει κλινικό όφελος, η δόση μπορεί να μειωθεί περαιτέρω. Παράγοντες διέγερσης αποικιών μπορούν να χορηγούνται για αιματολογική τοξικότητα. Στην περίπτωση όπου είναι απαραίτητες περαιτέρω μειώσεις της δόσης, θα πρέπει να εξετάζεται η διακοπή της θεραπείας.
-
Σάρκωμα μαλακών μορίωνΔόση1,5 mg/m2Ενδοφλέβια έγχυση για 24 ώρες με διάστημα τριών εβδομάδων μεταξύ των κύκλων.
-
Καρκίνος των ωοθηκώνΔόση1,1 mg/m2Κάθε τρεις εβδομάδες ως 3ωρη έγχυση, αμέσως μετά από PLD 30 mg/m2. Για να ελαχιστοποιήσει τον κίνδυνο αντιδράσεων από την έγχυση PLD, η αρχική δόση χορηγείται με ρυθμό όχι μεγαλύτερο από 1 mg/λεπτό. Εάν δεν παρατηρείται αντίδραση κατά την έγχυση, οι επόμενες εγχύσεις PLD μπορούν να χορηγούνται σε χρονική διάρκεια 1 ώρας.
-
Όλοι οι ασθενείςΠρέπει να λάβουν κορτικοστεροειδή, π.χ., 20 mg δεξαμεθαζόνης ενδοφλεβίως 30 λεπτά πριν από την PLD (σε θεραπεία συνδυασμού) ή Τραβεκτεδίνη (σε μονοθεραπεία) όχι μόνο ως αντιεμετική προφύλαξη, αλλά επίσης επειδή φαίνεται ότι παρέχει ηπατοπροστατευτικά αποτελέσματα. Μπορεί να χορηγηθούν πρόσθετα αντιεμετικά, όπως απαιτείται.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών με παιδιατρικά σαρκώματα για λόγους αμφίβολης αποτελεσματικότητας (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
-
ΗλικιωμένοιΔεν συνιστώνται ρυθμίσεις των δόσεων με βάση αποκλειστικά τα ηλικιακά κριτήρια.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΣυνιστάται ιδιαίτερη προσοχή και μπορεί να απαιτούνται ρυθμίσεις της δόσης καθώς αυξάνεται η συστηματική έκθεση στην τραβεκτεδίνη και μπορεί να αυξάνεται ο κίνδυνος ηπατοτοξικότητας. Οι ασθενείς με αυξημένα επίπεδα χολερυθρίνης αναφοράς στον ορό δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται θεραπευτικά με Τραβεκτεδίνη.
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκειαΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε αυτόν τον πληθυσμό ασθενών (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/λεπτό για τη μονοθεραπεία, και < 60 ml/λεπτό για το σχήμα συνδυασμού).
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην τραβεκτεδίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Υφιστάμενη σοβαρή ή μη ελεγχόμενη λοίμωξη
-
Γαλουχία
-
Συνδυασμός με εμβόλιο κίτρινου πυρετού
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με κλινικά σχετικές ηπατικές νόσους, όπως ενεργή χρόνια ηπατίτιδαΠρέπει να παρακολουθούνται στενά και να ρυθμίζεται η δόση, εφόσον απαιτείται.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με αυξημένα επίπεδα χολερυθρίνης στον ορόΔεν πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία με τραβεκτεδίνη.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/λεπτό (για μονοθεραπεία)Τα σχήματα μονοθεραπείας με Τραβεκτεδίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 60 ml/λεπτό (για συνδυασμό)Τα σχήματα συνδυασμού με Τραβεκτεδίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται.
-
Ουδετεροπενία / ΘρομβοπενίαΠληθυσμόςΑσθενείς με αριθμό ουδετεροφίλων αναφοράς μικρότερο από 1.500 κύτταρα/mm3 και αριθμό αιμοπεταλίων μικρότερο από 100.000 κύτταρα/mm3Το Τραβεκτεδίνη δεν πρέπει να χορηγείται.
-
Σοβαρή ουδετεροπενίαΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή ουδετεροπενία (ANC < 500 κύτταρα/mm3) που διαρκεί περισσότερες από 5 ημέρες ή συνοδεύεται με την εμφάνιση πυρετού ή λοίμωξηςΣυστήνεται η μείωση των δόσεων.
-
ΠυρετόςΠληθυσμόςΑσθενείς οι οποίοι εμφανίζουν πυρετόΘα πρέπει να αναζητήσουν έγκαιρα ιατρική φροντίδα. Εάν παρατηρηθεί αυτό, θα πρέπει να ξεκινήσει άμεσα υποστηρικτική θεραπεία.
-
Ναυτία και έμετοςΠληθυσμόςΌλους τους ασθενείςΠρέπει να χορηγείται αντιεμετική προφύλαξη με κορτικοστεροειδή όπως δεξαμεθαζόνη.
-
Ραβδομυόλυση (αυξημένη CPK)ΠληθυσμόςΑσθενείς με CPK > 2,5 x ULNΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται τραβεκτεδίνη.
-
ΡαβδομυόλυσηΠληθυσμόςΑσθενείςΕάν λάβει χώρα ραβδομυόλυση, θα πρέπει να εφαρμοστούν έγκαιρα υποστηρικτικά μέτρα όπως παρεντερική ενυδάτωση, αλκαλοποίηση των ούρων και αιμοδιύλιση, όπως ενδείκνυται. Η θεραπεία με Τραβεκτεδίνη θα πρέπει να διακοπεί μέχρι την πλήρη ανάρρωση του ασθενή.
-
Ραβδομυόλυση (συνδυασμός φαρμάκων)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα με τραβεκτεδίνη φαρμακευτικά προϊόντα που σχετίζονται με ραβδομυόλυση (π.χ., στατίνες)Θα πρέπει να ληφθούν προφυλάξεις, επειδή μπορεί να αυξηθεί ο κίνδυνος ραβδομυόλυσης.
-
Μη φυσιολογικές Δοκιμασίες Ηπατικής Λειτουργίας (Αυξημένη χολερυθρίνη)ΠληθυσμόςΑσθενείς με αυξημένη χολερυθρίνηΤο Τραβεκτεδίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται.
-
Μη φυσιολογικές Δοκιμασίες Ηπατικής Λειτουργίας (Αυξήσεις AST, ALT και αλκαλικής φωσφατάσης)ΠληθυσμόςΑσθενείς με αυξήσεις της AST, ALT και αλκαλικής φωσφατάσης μεταξύ των κύκλωνΜπορεί να απαιτούν ρυθμίσεις της δόσης.
-
Αντιδράσεις της θέσης ένεσης (Εξαγγείωση)ΠληθυσμόςΑσθενείςΗ εξαγγείωση πρέπει να αντιμετωπίζεται με την συνήθη τοπική πρακτική.
-
Καρδιακή ανεπιθύμητη ενέργεια ή δυσλειτουργία του μυοκαρδίουΠληθυσμόςΑσθενείςΟι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται.
-
Καρδιακή δυσλειτουργία (Μειωμένο LVEF)ΠληθυσμόςΑσθενείς με καρδιακές ανεπιθύμητες ενέργειες βαθμού 3 ή 4 που είναι ενδεικτικές καρδιομυοπάθειας ή για ασθενείς με κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας (LVEF) που μειώνεται κάτω από το κατώτερο όριο του φυσιολογικού (LLN) (απόλυτη μείωση του LVEF τάξεως ≥ 15% είτε < LLN με απόλυτη μείωση τάξεως ≥ 5%)Η χορήγηση τραβεκτεδίνης θα πρέπει να διακοπεί.
-
Αυξημένος κίνδυνος καρδιακής δυσλειτουργίαςΠληθυσμόςΑσθενείς με LVEF <LLN, προηγούμενη αθροιστική δόση ανθρακυκλίνης > 300 mg/m2, ηλικίας > 65 ετών ή ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου (ειδικά όσοι λαμβάνουν καρδιακή φαρμακευτική αγωγή)Ενδέχεται να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο καρδιακής δυσλειτουργίας κατά τη θεραπεία με τραβεκτεδίνη ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με δοξορουβικίνη.
-
Σύνδρομο τριχοειδούς διάχυσης (CLS)ΠληθυσμόςΑσθενείςΑν η διάγνωση CLS επιβεβαιωθεί αφού αποκλειστούν άλλα αίτια, ο θεράπων ιατρός θα πρέπει να διακόψει τη χορήγηση τραβεκτεδίνης και να ξεκινήσει θεραπεία για την αντιμετώπιση του CLS σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες του ιδρύματος.
-
Πιθανό CLS (συμπτώματα)ΠληθυσμόςΑσθενείς που αναπτύσσουν συμπτώματα πιθανού CLS, όπως ανεξήγητο οίδημα με ή χωρίς υπότασηΟ θεράπων ιατρός θα πρέπει να επαναξιολογήσει το επίπεδο λευκωματίνης ορού.
-
Αλληλεπίδραση με ισχυρούς αναστολείς CYP3A4ΠληθυσμόςΑσθενείςΗ συγχορήγηση Τραβεκτεδίνη με ισχυρούς αναστολείς του ενζύμου CYP3A4 θα πρέπει να αποφεύγεται. Εάν αυτό δεν είναι δυνατό, απαιτείται προσεκτική παρακολούθηση της τοξικότητας και θα πρέπει να εξετάζεται η μείωση της δόσης τραβεκτεδίνης.
-
Ηπατοτοξικότητα (συνδυασμός φαρμάκων)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα που σχετίζονται με ηπατοτοξικότητα μαζί με τραβεκτεδίνηΘα πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις, επειδή ο κίνδυνος ηπατοτοξικότητας μπορεί να αυξηθεί.
-
Αλληλεπίδραση με φαινυτοΐνηΠληθυσμόςΑσθενείςΔεν συνιστάται ο συνδυασμός τραβεκτεδίνης με φαινυτοΐνη.
-
Αλληλεπίδραση με εμβόλια εξασθενημένων ζώντων ιώνΠληθυσμόςΑσθενείςΔεν συνιστάται ο συνδυασμός τραβεκτεδίνης με εμβόλια εξασθενημένων ζώντων ιών.
-
Αλληλεπίδραση με αλκοόλΠληθυσμόςΑσθενείςΗ ταυτόχρονη χρήση τραβεκτεδίνης με αλκοόλ πρέπει να αποφεύγεται.
-
ΑντισύλληψηΠληθυσμόςΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικίαΠρέπει να χρησιμοποιούν αντισύλληψη υψηλής αποτελεσματικότητας κατά τη διάρκεια της θεραπείας και 8 μήνες μετά, και να πληροφορήσουν άμεσα τον θεράποντα ιατρό εάν σημειωθεί εγκυμοσύνη.
-
ΑντισύλληψηΠληθυσμόςΆνδρες σε γόνιμη ηλικίαΠρέπει να χρησιμοποιούν αντισύλληψη υψηλής αποτελεσματικότητας κατά τη διάρκεια της θεραπείας και 5 μήνες μετά τη θεραπεία.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. κετοκοναζόλη, φλουκοναζόλη, ριτοναβίρη, κλαριθρομυκίνη ή απρεπιτάντη)προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις τραβεκτεδίνης στο πλάσμα (κετοκοναζόλη: αύξηση Cmax κατά 21% και AUC κατά 66%)ΣύστασηΑπαιτείται στενή παρακολούθηση των τοξικοτήτων. Αυτοί οι συνδυασμοί θα πρέπει να αποφεύγονται εάν είναι δυνατόν. Εάν απαιτούνται, θα πρέπει να γίνονται οι κατάλληλες προσαρμογές της δόσης στην περίπτωση τοξικοτήτων (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
προσοχήΜειωμένη έκθεση του πλάσματος στην τραβεκτεδίνη (ριφαμπικίνη: μείωση Cmax κατά 22% και AUC κατά 31%)ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση θα πρέπει να αποφεύγεται εάν είναι δυνατόν (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
ΑλκοόλπροσοχήΗπατοτοξικότηταΣύστασηΗ κατανάλωση αλκοόλ πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Αναστολείς του P-gp (π.χ. κυκλοσπορίνη, βεραπαμίλη)προσοχήΜπορεί να μεταβάλει την κατανομή και/ή την απομάκρυνση της τραβεκτεδίνης. Η σημασία αυτής της αλληλεπίδρασης, για παράδειγμα η τοξικότητα του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ), δεν έχει τεκμηριωθεί.ΣύστασηΘα πρέπει να δίνεται προσοχή σε τέτοιες περιπτώσεις.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ουδετεροπενική λοίμωξη
- Σηψαιμία
- Σηπτικό σοκ
- Ουδετεροπενία
- Θρομβοπενία
- Αναιμία
- Λευκοπενία
- Εμπύρετη ουδετεροπενία
- Υπερευαισθησία
- Μειωμένη όρεξη
- Αφυδάτωση
- Υποκαλιαιμία
- Μειωμένο σωματικό βάρος
- Αϋπνία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Δυσγευσία
- Περιφερική αισθητική νευροπάθεια
- Συγκοπή*
- Αίσθημα παλμών*
- Δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας*
- Υπόταση
- Έξαψη
- Σύνδρομο τριχοειδούς διάχυσης
- Δύσπνοια
- Βήχας
- Πνευμονικό οίδημα
- Πνευμονική εμβολή*
- Κοιλιακό άλγος
- Ναυτία
- Έμετος
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Στοματίτιδα
- Δυσπεψία
- Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
- Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
- Αυξημένη χολερυθρίνη αίματος
- Αυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράση
- Αυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση αίματος
- Μειωμένη λευκωματίνη αίματος
- Εξάνθημα
- Αλωπεκία
- Σύνδρομο παλαμοπελματιαίας ερυθροδυσαισθησίας*
- Υπέρχρωση δέρματος*
- Οσφυαλγία
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Ραβδομυόλυση
- Κόπωση
- Πυρεξία
- Οίδημα
- Αντίδραση στη θέση ένεσης
- Εξαγγείωση
- Νέκρωση μαλακών μορίων
- Φλεγμονή βλεννογόνου*
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματοςΉπαρ
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνηςΉπαρ
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση αίματοςΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη χολερυθρίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΕμπύρετη ουδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΜειωμένη λευκωματίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΟίδημαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΟυδετεροπενική λοίμωξηΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΣηψαιμίαΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΠεριφερική αισθητική νευροπάθειαΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
ΣυχνέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΦλεγμονή βλεννογόνου*Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμών*Καρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑντίδραση στη θέση ένεσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΔυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας*Καρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΕξαγγείωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΠνευμονική εμβολή*Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές μεσοθωρακίου
-
Όχι συχνέςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΣηπτικό σοκΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΣυγκοπή*Καρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο παλαμοπελματιαίας ερυθροδυσαισθησίας*Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΥπέρχρωση δέρματος*Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΗπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΜειωμένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΝέκρωση μαλακών μορίωνΓενικές
-
ΣπάνιεςΠνευμονικό οίδημαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο τριχοειδούς διάχυσηςΑγγειακές
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΗ τραβεκτεδίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.Δεν διατίθενται επαρκή κλινικά δεδομένα σχετικά με έκθεση κατά την εγκυμοσύνη. Ωστόσο, με βάση τον γνωστό μηχανισμό δράσης της, η τραβεκτεδίνη μπορεί να προκαλέσει σοβαρές γεννητικές ανωμαλίες όταν χορηγείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Η τραβεκτεδίνη διήλθε από τον πλακούντα όταν χορηγήθηκε σε αρουραίους σε κατάσταση εγκυμοσύνης. Εάν συμβεί εγκυμοσύνη κατά τη διάρκεια της θεραπείας, η ασθενής θα πρέπει να ενημερωθεί για τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο (βλ. Προκλινικά δεδομένα) και να παρακολουθείται προσεκτικά. Εάν χρησιμοποιείται τραβεκτεδίνη στο τέλος της εγκυμοσύνης, οι πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά στα νεογέννητα. Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αντισύλληψη υψηλής αποτελεσματικότητας κατά τη διάρκεια της θεραπείας και 8 μήνες μετά, και να πληροφορήσουν άμεσα τον θεράποντα ιατρό εάν σημειωθεί εγκυμοσύνη (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Εάν σημειωθεί εγκυμοσύνη κατά τη διάρκεια της θεραπείας, θα πρέπει να εξεταστεί η πιθανότητα γενετικής καθοδήγησης.
-
ΓαλουχίαΟ θηλασμός αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της θεραπείας και 3 μήνες μετά.Δεν είναι γνωστό εάν η τραβεκτεδίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Η απέκκριση τραβεκτεδίνης στο γάλα δεν έχει μελετηθεί σε ζώα.
-
ΓονιμότηταΟι άνδρες σε γόνιμη ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αντισύλληψη υψηλής αποτελεσματικότητας κατά τη διάρκεια της θεραπείας και 5 μήνες μετά τη θεραπεία. Θα πρέπει να αναζητηθούν συμβουλές για τη διατήρηση των ωαρίων ή του σπέρματος προ της θεραπείας, λόγω της πιθανότητας μη αναστρέψιμης στειρότητας εξαιτίας της θεραπείας με Τραβεκτεδίνη. Συνιστάται επίσης γενετική καθοδήγηση για ασθενείς που επιθυμούν να αποκτήσουν παιδιά μετά τη θεραπεία.Η τραβεκτεδίνη μπορεί να έχει γονοτοξικές επιδράσεις.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- γαστρεντερικές
- καταστολή του μυελού των οστών
- ηπατική τοξικότητα
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικός παράγοντας, κωδικός ATC: L01CX01.
Μηχανισμός δράσης
Η τραβεκτεδίνη δεσμεύεται στη μικρή αύλακα του δεσοξυριβονουκλεϊκού οξέος (DNA), κάμπτοντας την έλικα στη μεγάλη αύλακα. Αυτή η δέσμευση στο DNA πυροδοτεί μια σειρά συμβαμάτων που επηρεάζουν αρκετούς παράγοντες μεταγραφής, τις δεσμευτικές πρωτεΐνες του DNA και τις οδούς αποκατάστασης του DNA, οδηγώντας σε διαταραχή του κυτταρικού κύκλου.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η τραβεκτεδίνη έχει αποδειχθεί ότι ασκεί αντιπολλαπλασιαστική in vitro και in vivo δράση ενάντια σε εύρος ανθρώπινων καρκινικών κυτταρικών σειρών και όγκων, συμπεριλαμβανομένων κακοηθειών όπως σάρκωμα, καρκίνο του μαστού, μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα, καρκίνο των ωοθηκών και μελάνωμα.
Ηλεκτροκαρδιογραφικές (ΗΚΓ) παρακλινικές εξετάσεις
Σε ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη των διαστημάτων QT/QTc, η τραβεκτεδίνη δεν παρατείνει το διάστημα QTc σε ασθενείς με προχωρημένες μορφές συμπαγών κακοηθειών.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της τραβεκτεδίνης σε σάρκωμα μαλακών μορίων βασίζεται σε τυχαιοποιημένη δοκιμή σε ασθενείς με τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό λιποσάρκωμα ή λειομυοσάρκωμα, των οποίων η νόσος είχε παρουσιάσει εξέλιξη ή υποτροπή μετά τη θεραπεία με τουλάχιστον ανθρακυκλίνες και ιφοσφαμίδη. Σε αυτή τη δοκιμή η τραβεκτεδίνη χορηγήθηκε είτε στα 1,5 mg/m2 ως 24ωρη ενδοφλέβια έγχυση κάθε 3 εβδομάδες ή στα 0,58 mg/m2 εβδομαδιαίως ως 3ωρη ενδοφλέβια έγχυση για 3 εβδομάδες ενός κύκλου 4 εβδομάδων. Η ανάλυση του οριζόμενου από το πρωτόκολλο τελικού χρόνου έως την εξέλιξη (TTP) έδειξε μείωση 26,6% στον σχετικό κίνδυνο εξέλιξης για ασθενείς οι οποίοι υποβλήθηκαν σε θεραπεία στην ομάδα των 24-h q3wk [Λόγος Αναλογικών Κινδύνων (HR) = 0,734, Διάστημα Εμπιστοσύνης (CI): 0,554-0,974]. Οι διάμεσες TTP τιμές ήταν 3,7 μήνες (CI: 2,1-5,4 m) στην ομάδα των 24-h q3wk και 2,3 μήνες (CI: 2,0-3,5 m) στην ομάδα των 3-h qwk (p=0,0302). Δεν ανιχνεύτηκαν σημαντικές διαφορές στη συνολική επιβίωση (OS). Η διάμεση OS με το θεραπευτικό σχήμα 24-h q3wk ήταν 13,9 μήνες (CI: 12,5-18,6) και 60,2% των ασθενών ήταν ζωντανοί στο 1 έτος (CI: 52,0-68,5%).
Υπάρχουν επιπρόσθετα δεδομένα για την αποτελεσματικότητα από 3 Φάσης ΙΙ δοκιμές μίας ομάδας, με παρόμοιους πληθυσμούς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με το ίδιο σχήμα. Αυτές οι δοκιμές αξιολόγησαν συνολικά 100 ασθενείς με λιποσάρκωμα και λειομυοσάρκωμα και 83 ασθενείς με άλλους τύπους σαρκώματος.
Αποτελέσματα από ένα πρόγραμμα διευρυμένης πρόσβασης για ασθενείς με σάρκωμα μαλακών μορίων (STS) (μελέτη ET743-SAR- 3002) καταδεικνύουν ότι μεταξύ των 903 ατόμων που αξιολογήθηκαν για ολική επιβίωση (OS), ο διάμεσος χρόνος επιβίωσης ήταν 11,9 μήνες (95% διάστημα εμπιστοσύνης (ΔΕ): 11,2, 13,8). Η διάμεση επιβίωση ανά ιστολογικό τύπο όγκου ήταν 16,2 μήνες [95% ΔΕ: 14,1, 19,5] για άτομα με λειομυοσαρκώματα και λιποσαρκώματα και 8,4 μήνες [95% ΔΕ: 7,1, 10,7] για άτομα με άλλους τύπους σαρκωμάτων. Η διάμεση επιβίωση για άτομα με λιποσάρκωμα ήταν 18,1 μήνες [95% ΔΕ: 15,0, 26,4] και για άτομα με λειομυοσάρκωμα 16,2 μήνες [95% ΔΕ: 11,7, 24,3].
Επιπλέον δεδομένα αποτελεσματικότητας είναι διαθέσιμα από μια τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με δραστική ουσία μελέτη φάσης ΙΙΙ που συνέκρινε την τραβεκτεδίνη με την δακαρβαζίνη (Μελέτη ET743-SAR-3007) σε ασθενείς που υποβάλλονταν σε θεραπεία για μη εξαιρέσιμο ή μεταστατικό λιποσάρκωμα ή λειομυοσάρκωμα, οι οποίοι είχαν προηγουμένως υποβληθεί σε θεραπεία με σχήμα που περιελάμβανε τουλάχιστον μια ανθρακυκλίνη και ιφοσφαμίδη ή ένα σχήμα που περιελάμβανε ανθρακυκλίνη και ένα επιπλέον σχήμα κυτταροτοξικής χημειοθεραπείας. Οι ασθενείς στο σκέλος της τραβεκτεδίνης απαιτούνταν να λαμβάνουν δεξαμεθαζόνη 20 mg με ενδοφλέβια ένεση πριν από κάθε έγχυση τραβεκτεδίνης. Συνολικά, 384 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν στην ομάδα της τραβεκτεδίνης [1,5 mg/m2 μία φορά κάθε 3 εβδομάδες (q3wk 24-h)] και 193 ασθενείς στην ομάδα της δακαρβαζίνης (1 g/m2 μία φορά κάθε 3 εβδομάδες). Η διάμεση ηλικία των ασθενών ήταν τα 56 έτη (εύρος 17 έως 81), με το 30% να είναι άνδρες, το 77% Καυκάσιοι, το 12% Αφροαμερικανοί και το 4% Ασιάτες. Οι ασθενείς στα σκέλη της τραβεκτεδίνης και της δακαρβαζίνης έλαβαν κατά μέσο όρο 4 και 2 κύκλους θεραπείας, αντίστοιχα. Το κύριο καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας της μελέτης ήταν η συνολική επιβίωση (OS), η οποία περιελάμβανε 381 συμβάντα θανάτου (66% του συνόλου των τυχαιοποιημένων ασθενών): 258 (67,2%) θάνατοι στην ομάδα της τραβεκτεδίνης και 123 (63,7%) θάνατοι στην ομάδα της δακαρβαζίνης (HR 0,927 [95% ΔΕ: 0,748, 1,150, p=0,4920]). Η τελική ανάλυση έδειξε απουσία σημαντικής διαφοράς με τη διάμεση παρακολούθηση επιβίωσης των 21,2 μηνών να οδηγεί σε έναν διάμεσο 13,7 μηνών (95% ΔΕ: 12,2, 16,0) για το σκέλος της τραβεκτεδίνης και 13,1 μηνών [95% ΔΕ: 9,1, 16,2] για το σκέλος της δακαρβαζίνης. Τα κύρια δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα:
Πίνακας: Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας από τη Μελέτη ET743-SAR-3007
| Καταληκτικά σημεία / Πληθυσμός μελέτης | Τραβεκτεδίνη | Δακαρβαζίνη | Αναλογία κινδύνου / Λόγος πιθανοτήτων | τιμή p |
|---|---|---|---|---|
| Κύριο καταληκτικό σημείο Συνολική επιβίωση, n (%) | n=384 258 (67,2%) | n=193 123 (63,7%) | 0,927 (0,748 - 1,150) | 0,4920 |
| Δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία PFS (μήνες, 95% ΔΕ) | n=345 4,2 | n=173 1,5 | 0,55 (0,44, 0,70) | <0,0001 |
| ORR, n (%), Λόγος πιθανοτήτων (95% ΔΕ) | 34 (9,9%) | 12 (6,9%) | 1,47 (0,72, 3,2) | 0,33 |
| DOR (μήνες, 95% ΔΕ) | 6,5 | 4,2 | 0,47 (0,17, 1,32) | 0,14 |
| CBR, n (%), Λόγος πιθανοτήτων (95% ΔΕ) | 34,2% | 18,5% | 2,3 (1,45, 3,7) | <0,0002 |
Επιπρόσθετα δεδομένα αποτελεσματικότητας είναι διαθέσιμα από μια τυχαιοποιημένη, ανοικτής χορήγησης, πολυκεντρική μελέτη φάσης II [JapicCTI-121850] που διενεργήθηκε σε Ιάπωνες ασθενείς με σάρκωμα σχετιζόμενο με χρωμοσωμική αντιμετάθεση (TRS), με συνηθέστερους τύπους το μυξοειδές σάρκωμα από στρογγυλοκύτταρα (n=24), το αρθρικό σάρκωμα (n=18), το μεσεγχυματικό χονδροσάρκωμα (n=6) και το εξωσκελετικό σάρκωμα Ewing/PNET, το κυψελιδικό σάρκωμα μαλακών μορίων, και το σάρκωμα εκ διαυγών κυττάρων (n=5 έκαστο). Η μελέτη αξιολόγησε την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της τραβεκτεδίνης έναντι της βέλτιστης υποστηρικτικής φροντίδας (BSC) ως θεραπεία δεύτερης ή μεταγενέστερης γραμμής για ασθενείς με προχωρημένο TRS που δεν ανταποκρίνονταν ή ήταν δυσανεκτικοί στο τυπικό χημειοθεραπευτικό σχήμα. Οι ασθενείς ελάμβαναν τη δόση τραβεκτεδίνης των 1,2 mg/m2 που συνιστάται για τους Ιάπωνες ασθενείς [1,2 mg/m2 άπαξ κάθε 3 εβδομάδες (q3wk 24-h)]. Στη μελέτη εντάχθηκαν συνολικά 76 Ιάπωνες ασθενείς, εκ των οποίων 73 ασθενείς συμπεριελήφθησαν στην ομάδα τελικής ανάλυσης. Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν η επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS), η οποία έδειξε μια στατιστικά σημαντική βελτίωση υπέρ της τραβεκτεδίνης έναντι της BSC [HR=0,07, 95% ΔΕ: 0,03-0,16, p<0,0001], με μια διάμεση PFS 5,6 μηνών στην ομάδα της τραβεκτεδίνης [95% ΔΕ: 4,1-7,5] και 0,9 μηνών στην ομάδα της BSC [95% ΔΕ: 0,7-1,0]. Τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία περιελάμβαναν την αντικειμενική ανταπόκριση η οποία αναλύθηκε με βάση τα κριτήρια RECIST και Choi. Σύμφωνα με τα κριτήρια RECIST, το συνολικό ποσοστό ανταπόκρισης (ORR) μεταξύ των ασθενών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με τραβεκτεδίνη ήταν 3 (8,1%, 95% ΔΕ: 1,7-21,9%) και 0 (0%, 95% ΔΕ: 0,0-9,7%) μεταξύ των ασθενών που έλαβαν τη βέλτιστη υποστηρικτική φροντίδα, ενώ το ποσοστό κλινικού οφέλους (CBR) ήταν 24 (64,9%, 95% ΔΕ: 47,5-79,9%) έναντι 0 (0%, 95% ΔΕ: 0,0-9,7%), αντίστοιχα. Σύμφωνα με τα κριτήρια Choi το ORR μεταξύ των ασθενών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με τραβεκτεδίνη ήταν 4 (10,8%, 95% ΔΕ: 3,0-25,4%) και 0 (0%, 95% ΔΕ: 0,0-9,7%) μεταξύ των ασθενών που έλαβαν τη βέλτιστη υποστηρικτική φροντίδα, ενώ το CBR ήταν 7 (18,9%, 95% ΔΕ: 8,0-35,2%) έναντι 0 (0%, 95% ΔΕ: 0,0-9,7%), αντίστοιχα.
Η αποτελεσματικότητα του συνδυασμού Τραβεκτεδίνη/PLD σε υποτροπιάζοντα καρκίνο των ωοθηκών βασίζεται στην ET743-OVA-301, τυχαιοποιημένη φάσης 3 μελέτη 672 ασθενών που έλαβαν είτε τραβεκτεδίνη (1,1 mg/m2) και PLD (30 mg/m2) κάθε 3 εβδομάδες είτε PLD (50 mg/m2) κάθε 4 εβδομάδες. Η κύρια ανάλυση της επιβίωσης χωρίς εξέλιξη (PFS) διεξήχθηκε σε 645 ασθενείς με μετρήσιμη νόσο και εκτιμήθηκε με ανεξάρτητη ακτινολογική εξέταση. Η θεραπεία με την ομάδα συνδυασμού οδήγησε σε 21% μείωση του κινδύνου για εξέλιξη της νόσου σε σύγκριση με PLD μόνο (HR=0,79, CI: 0,65-0,96, p=0,0190). Οι δευτερεύουσες αναλύσεις PFS και ποσοστού απόκρισης ευνόησαν επίσης την ομάδα συνδυασμού. Τα αποτελέσματα των κύριων αναλύσεων αποτελεσματικότητας συνοψίζονται στον πίνακα παρακάτω:
Πίνακας: Αναλύσεις αποτελεσματικότητας από την ET743-OVA-301
| Τραβεκτεδίνη+PLD | PLD | Λόγος Κινδύνου/Πιθανοτήτων | p-τιμή | |
|---|---|---|---|---|
| Επιβίωση Χωρίς Εξέλιξη Ανεξάρτητη ακτινολογική εξέταση, μετρήσιμη νόσος * Διάμεσος PFS (95% CI) (μήνες) | n=328 7,3 (5,9-7,9) | n=317 5,8 (5,5-7,1) | 0,79 (0,65-0,96) | 0,0190 α |
| 12 μήνες ποσοστό PFS (95% CI) (%) | 25,8 (19,7-32,3) | 18,5 (12,9-24,9) | ||
| Ανεξάρτητη ογκολογική εξέταση, όλοι οι τυχαιοποιημένοι Διάμεσος PFS (95% CI) (μήνες) | n=336 7,4 (6,4-9,2) | n=335 5,6 (4,2-6,8) | 0,72 (0,60-0,88) | 0,0008 α |
| Συνολική Επιβίωση (Τελική ανάλυση - n=522 συμβάματα) Όλοι οι τυχαιοποιημένοι Διάμεσος OS (95% CI) (μήνες) | n=337 22,2 (19,3-25,0) | n=335 18,9 (17,1-21,5) | 0,86 (0,72-1,02) | 0,0835 α |
| Συνολική ανάλυση σε πληθυσμό ευαίσθητο στην πλατίνα (Τελική ανάλυση n=316 συμβάματα) Διάμεσος OS (95% CI) (μήνες) | n=218 27,0 (24,1-31,4) | n=212 24,1 (20,9-25,9) | 0,83 (0,67-1,04) | 0,1056 α |
| Συνολικό Ποσοστό Απόκρισης (ORR) Ανεξάρτητη ακτινολογική εξέταση, όλοι οι τυχαιοποιημένοι ORR (95% CI) (%) | n=337 27,6 (22,9-32,7) | n=335 18,8 (14,8-23,4) | 1,65 (1,14-2,37) | 0,0080 β |
- Κύρια ανάλυση αποτελεσματικότητας α Έλεγχος log rank β Έλεγχος του Fisher
Με βάση ανεξάρτητη ογκολογική εξέταση, οι ασθενείς με διάστημα χωρίς πλατίνα (PFI) < 6 μήνες (35% στην ομάδα Τραβεκτεδίνη+PLD και 37% στην ομάδα PLD) είχαν παρόμοια PFS στις δύο ομάδες παρουσιάζοντας και οι δύο διάμεσο PFS 3,7 μήνες (HR=0,89, CI: 0,67-1,20). Σε ασθενείς με PFI ≥ 6 μήνες (65% στην ομάδα Τραβεκτεδίνη+PLD και 63% στην ομάδα PLD), η διάμεσος PFS ήταν 9,7 μήνες στην ομάδα Τραβεκτεδίνη+PLD σε σύγκριση με 7,2 μήνες στην ομάδα μονοθεραπείας με PLD (HR=0,66, CI: 0,52-0,85).
Στην τελική ανάλυση, το αποτέλεσμα του συνδυασμού Τραβεκτεδίνη+PLD σε σχέση με τη μονή χρήση PLD στη συνολική επιβίωση ήταν περισσότερο εμφανές σε ασθενείς με PFI ≥ 6 μήνες (πληθυσμός ευαίσθητος στην πλατίνα: 27,0 έναντι 24,1 μήνες, HR=0,83, CI: 0,67-1,04) σε σχέση με εκείνους με PFI < 6 μήνες (πληθυσμός ανθεκτικός στην πλατίνα: 14,2 έναντι 12,4 μήνες, HR=0,92, CI: 0,70-1,21).
Το πλεονέκτημα σε OS με τον συνδυασμό Τραβεκτεδίνη και PLD δεν οφείλεται στην επίδραση των μεταγενέστερων θεραπειών, οι οποίες ήταν καλά υπολογισμένες μεταξύ των δύο σκελών θεραπείας. Στις αναλύσεις πολλαπλών μεταβλητών περιλαμβανομένου του PFI, το αποτέλεσμα της θεραπείας της συνολικής επιβίωσης ήταν στατιστικά σημαντικό ευνοώντας τον συνδυασμό Τραβεκτεδίνη+PLD έναντι της αποκλειστικής χρήσης PLD (όλοι τυχαιοποιημένοι: p=0,0285∙πληθυσμός ευαίσθητος σε πλατίνα, p=0,0319).
Δεν ανευρέθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ των ομάδων θεραπείας στις παγκόσμιες μετρήσεις της Ποιότητας Ζωής.
Ο συνδυασμός Τραβεκτεδίνη+PLD σε υποτροπιάζοντα καρκίνο των ωοθηκών αξιολογήθηκε επίσης στη μελέτη ET743-OVC-3006, φάσης 3 μελέτη στην οποία γυναίκες με καρκίνο των ωοθηκών, αφού βρέθηκαν ακατάλληλες για δεύτερο σχήμα που περιέχει πλατίνα, τυχαιοποιήθηκαν στο Τραβεκτεδίνη (1,1 mg/m2) και στο PLD (30 mg/m2) κάθε 3 εβδομάδες ή στο PLD (50 mg/m2) κάθε 4 εβδομάδες. Οι συμμετέχοντες στη μελέτη έπρεπε να είναι ευαίσθητοι στην πλατίνα (PFI ≥ 6 μήνες) μετά από το πρώτο τους σχήμα που περιείχε πλατίνα και να παρουσιάζουν ολική ή μερική απόκριση σε χημειοθεραπεία δεύτερης γραμμής βασισμένη στην πλατίνα (χωρίς περιορισμούς PFI), ήτοι αυτοί οι ασθενείς μπορούσαν να είναι είτε ευαίσθητοι στην πλατίνα (PFI ≥ 6 μήνες) είτε ανθεκτικοί στην πλατίνα (PFI < 6 μήνες) μετά από το δεύτερο σχήμα που περιείχε πλατίνα. Μία post hoc ανάλυση έδειξε ότι το 42% των ατόμων που εντάχθηκαν στη μελέτη ήταν ανθεκτικά στην πλατίνα (PFI < 6 μήνες) μετά από το τελευταίο τους σχήμα που περιείχε πλατίνα.
Το κύριο καταληκτικό σημείο της μελέτης ET743-OVC-3006 ήταν η συνολική επιβίωση και τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία περιλάμβαναν PFS και ORR. Η μελέτη είχε μέγεθος ένταξης περίπου 670 ασθενών για την παρατήρηση 514 θανάτων με στόχο την ανίχνευση κινδύνου HR τάξεως 0,78 για συνολική επιβίωση με 80% ισχύ και αμφίπλευρο επίπεδο σημαντικότητας τάξεως 0,05 κατανεμημένο σε δύο προγραμματισμένες αναλύσεις για τη συνολική επιβίωση, ενδιάμεση (60% ή 308/514 θάνατοι) και τελική ανάλυση (514 θάνατοι). Δύο πρώιμες, μη προγραμματισμένες αναλύσεις ματαιότητας διεξήχθησαν μετά από αίτημα της Ανεξάρτητης Επιτροπής Παρακολούθησης Δεδομένων (Independent Data Monitoring Committee - IDMC). Μετά από τη δεύτερη ανάλυση ματαιότητας που διεξήχθη στο 45% των οργανωμένων συμβάντων (232/514 θάνατοι), η Επιτροπή συνέστησε τη διακοπή της μελέτης λόγω (1) ματαιότητας της κύριας ανάλυσης στη συνολική επιβίωση και (2) αυξημένου κινδύνου βάσει ανισορροπίας των ανεπιθύμητων ενεργειών που δεν ευνοούσαν το Τραβεκτεδίνη+PLD. Στο αρχικό στάδιο τερματισμού της μελέτης, 9% (52/572 θεραπευτική αντιμετώπιση) των ατόμων διέκοψαν τη θεραπεία, 45% (260/576 τυχαιοποιημένοι) διέκοψαν την παρακολούθηση και 54% (310/576 τυχαιοποιημένοι) λογοκρίθηκαν από την αξιολόγηση συνολικής επιβίωσης, αποκλείοντας αξιόπιστες εκτιμήσεις καταληκτικών σημείων PFS και OS.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σύγκρισης του Τραβεκτεδίνη+PLD με σχήμα βάσει πλατίνας σε ασθενείς ευαίσθητους στην πλατίνα.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Στη μελέτη SAR-2005 φάσης I-II, εγγράφηκε ένα σύνολο 50 παιδιατρικών ασθενών με ραβδομυοσάρκωμα, σάρκωμα Ewing ή σάρκωμα μαλακών μορίων διαφορετικό από το ραβδομυοσάρκωμα. Οκτώ ασθενείς υποβλήθηκαν σε θεραπεία με δόση 1,3 mg/m2 και 42 με 1,5 mg/m2. Το Trabectedin χορηγήθηκε ως μια 24ωρη ενδοφλέβια έγχυση κάθε 21 ημέρες. Σαράντα ασθενείς αξιολογήθηκαν πλήρως ως προς την απόκριση. Παρατηρήθηκε μία μερική απόκριση (PR) κεντρικώς επιβεβαιωμένη: συνολικό ποσοστό απόκρισης (RR): 2,5%, διάστημα εμπιστοσύνης CI95% (0,1%-13,2%). Η PR αντιστοιχούσε σε έναν ασθενή με κυψελιδικό ραβδομυοσάρκωμα. Η διάρκεια της απόκρισης ήταν 6,5 μήνες. Δεν παρατηρήθηκαν αποκρίσεις σε σάρκωμα Ewing και σάρκωμα μαλακών μορίων διαφορετικό από το ραβδομυοσάρκωμα (NRSTS), [RR: 0% CI95% (0%-30,9%)]. Σε τρεις ασθενείς επετεύχθη σταθερή νόσος (ένας με ραβδομυοσάρκωμα μετά από 15 κύκλους, ένας με ατρακτοκυτταρικό σάρκωμα μετά από 2 κύκλους και ένας με σάρκωμα Ewing μετά από 4 κύκλους). Στις ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνονταν αναστρέψιμη αύξηση ηπατικών ενζύμων και αιματολογικά συμβάντα. Επιπρόσθετα, αναφέρθηκαν επίσης πυρετός, λοίμωξη, αφυδάτωση και θρόμβωση/εμβολή.
Κατανομή
Η συστηματική έκθεση μετά από ενδοφλέβια χορήγηση ως έγχυση με σταθερό ρυθμό, είναι ανάλογη της δόσης σε δόσεις έως και 1,8 mg/m2. Το φαρμακοκινητικό προφίλ της τραβεκτεδίνης είναι σύμφωνο με το μοντέλο πολλαπλών διαμερισμάτων.
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η τραβεκτεδίνη παρουσιάζει υψηλό φαινόμενο όγκο κατανομής, σύμφωνο με εκτενή δέσμευση πρωτεϊνών ιστών και πλάσματος (94 έως 98% της τραβεκτεδίνης στο πλάσμα είναι ενωμένη με πρωτεΐνες). Ο όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση της τραβεκτεδίνης σε ανθρώπους υπερβαίνει τα 5.000 l.
Βιομετασχηματισμός
Το 3A4 του κυτοχρώματος P450 είναι το κύριο ισοένζυμο του κυτοχρώματος P450 που είναι υπεύθυνο για τον οξειδωτικό μεταβολισμό της τραβεκτεδίνης σε κλινικά σχετικές συγκεντρώσεις. Άλλα ένζυμα του P450 μπορεί να συμβάλλουν στον μεταβολισμό. Η τραβεκτεδίνη δεν επάγει ούτε αναστέλλει τα κύρια ένζυμα του κυτοχρώματος P450.
Αποβολή
Η νεφρική αποβολή αμετάβλητης τραβεκτεδίνης στους ανθρώπους είναι χαμηλή (μικρότερη από 1%). Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής είναι μεγάλος (πληθυσμιακή τιμή της φάσης τελικής απομάκρυνσης: 180-hr). Μετά από δόση ραδιοεπισημασμένης τραβεκτεδίνης χορηγούμενης σε καρκινοπαθείς, η μέση (SD) ανάκτηση της ολικής ραδιενέργειας στα κόπρανα είναι 58% (17%), και η μέση (SD) ανάκτηση στα ούρα είναι 5,8% (1,73%). Με βάση την πληθυσμιακή εκτίμηση για την κάθαρση πλάσματος της τραβεκτεδίνης (30,9 l/h) και τον λόγο αίματος/πλάσματος (0,89), η κάθαρση της τραβεκτεδίνης στο ολικό αίμα είναι περίπου 35 l/h. Η τιμή αυτή είναι περίπου το μισό της ταχύτητας ροής του ηπατικού αίματος. Έτσι ο λόγος εξαγωγής της τραβεκτεδίνης μπορεί να θεωρηθεί μέτριος. Η διατομική διακύμανση της πληθυσμιακής εκτίμησης για την κάθαρση πλάσματος της τραβεκτεδίνης ήταν 49% και η ενδοατομική διακύμανση ήταν 28%.
Ανάλυση φαρμακοκινητικής του πληθυσμού κατέδειξε ότι όταν χορηγήθηκε σε συνδυασμό με PLD, η κάθαρση πλάσματος της τραβεδεκτίνης μειώθηκε κατά 31%∙ η φαρμακοκινητική της PLD στο πλάσμα δεν επηρεάστηκε από τη συγχορήγηση τραβεκτεδίνης.
Ειδικοί πληθυσμοί
Η ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμών κατέδειξε ότι η κάθαρση της τραβεκτεδίνης στο πλάσμα δεν επηρεάζεται από την ηλικία (εύρος 19-83 έτη), το φύλο, το συνολικό βάρος σώματος (εύρος: 36 έως 148 kg) ή το εμβαδόν επιφανείας σώματος (εύρος: 0,9 έως 2,8 m2).
Μια φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού έδειξε ότι οι συγκεντρώσεις της τραβεκτεδίνης στο πλάσμα που παρατηρήθηκαν στον ιαπωνικό πληθυσμό σε επίπεδο δόσης 1,2 mg/m2 ήταν αντίστοιχες με εκείνες που ελήφθησαν στον μη ιαπωνικό δυτικό πληθυσμό σε δόση 1,5 mg/m².
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν υπάρχει σχετική επίδραση της νεφρικής λειτουργίας όπως μετράται με κάθαρση κρεατινίνης στη φαρμακοκινητική της τραβεκτεδίνης εντός του εύρους τιμών (≥ 30,3 ml/λεπτό) που παρατηρούνται σε ασθενείς που συμπεριλαμβάνονται σε κλινικές μελέτες. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 30,3 ml/λεπτό. Η χαμηλή ανάκτηση (< 9% σε όλους τους ασθενείς που μελετήθηκαν) της ολικής ραδιενέργειας στα ούρα μετά από μονή δόση επισημασμένης με 14C τραβεκτεδίνης δείχνει ότι η νεφρική δυσλειτουργία έχει μικρή επίδραση στην απομάκρυνση της τραβεκτεδίνης ή των μεταβολιτών της.
Ηπατική δυσλειτουργία
Η επίδραση της ηπατικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της τραβεκτεδίνης αξιολογήθηκε σε 15 καρκινοπαθείς σε δόσεις που κυμάνθηκαν από 0,58 έως 1,3 mg/m2 χορηγούμενες ως 3ωρη έγχυση. Η γεωμετρική μέση έκθεση κανονικοποιημένη ως προς τη δόση της τραβεκτεδίνης (AUC) αυξήθηκε κατά 97% (90% CI: 20%, 222%) σε 6 ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (αύξηση των επιπέδων της χολερυθρίνης στον ορό από 1,5 έως 3 x ULN και αύξηση των αμινοτρανσφερασών (AST ή ALT) < 8 x ULN) κατόπιν χορήγησης μονής δόσης τραβεκτεδίνης 0,58 mg/m2 (n=3) ή 0,9 mg/m2 (n=3) σε σύγκριση με 9 ασθενείς με κανονική ηπατική λειτουργία κατόπιν χορήγησης μονής δόσης τραβεκτεδίνης 1,3 mg/m2 (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Κατανομή Η συστηματική έκθεση μετά από ενδοφλέβια χορήγηση ως έγχυση με σταθερό ρυθμό, είναι ανάλογη της δόσης σε δόσεις έως και 1,8 mg/m2. Το φαρμακοκινητικό προφίλ της τραβεκτεδίνης είναι σύμφωνο με το μοντέλο πολλαπλών διαμερισμάτων. Μετά από…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
- Γενική αίματος · πριν την έναρξη, εβδομαδιαίως για τους πρώτους δύο κύκλους και στη συνέχεια μία φορά μεταξύ των κύκλων
- Αιμοπετάλια · πριν την έναρξη, εβδομαδιαίως για τους πρώτους δύο κύκλους και στη συνέχεια μία φορά μεταξύ των κύκλων
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κάθαρση κρεατινίνης | water_dropΝεφρική λειτουργία | πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας | — |
| Λευκωματίνη ορού | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | — | Συμπτώματα πιθανού CLS (ανεξήγητο οίδημα με/χωρίς υπόταση) |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κρεατινική φωσφοκινάση (CPK) | more_horizΆλλο / λοιπά | στενά | Τοξικότητες ή μυϊκή αδυναμία/πόνος |
ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ηχοκαρδιογράφημα | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | πριν από την έναρξη χορήγησης της τραβεκτεδίνης και σε διαστήματα 2 έως 3 μηνών μετά τη διακοπή χορήγησης της τραβεκτεδίνης | — |
| Κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας (LVEF) | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | πριν από την έναρξη χορήγησης της τραβεκτεδίνης και σε διαστήματα 2 έως 3 μηνών μετά τη διακοπή χορήγησης της τραβεκτεδίνης | — |
| Ραδιοϊσοτοπική κοιλιογραφία (MUGA) | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | πριν από την έναρξη χορήγησης της τραβεκτεδίνης και σε διαστήματα 2 έως 3 μηνών μετά τη διακοπή χορήγησης της τραβεκτεδίνης | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
ID0YZQ2TCP
TRABECTEDIN
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αλκυλιωτική Δράση
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αλκυλιωτικό Φάρμακο
Η τραμπεκτεδίνη είναι ένα Αλκυλιωτικό Φάρμακο. Ο μηχανισμός δράσης της τραμπεκτεδίνης είναι ως Αλκυλιωτική Δράση.
TRABECTEDIN
Αλκυλιωτική Δράση [MoA]; Αλκυλιωτικό Φάρμακο [EPC]