TRETINOIN
Τρετινοΐνη
Xρησιμοποιούνται αντισηπτικά (βλ. 5.6), κερατολυτικά (τρετινοΐνη, υπεροξείδιο του βενζοϋλίου) και αντιβιοτικά. Aπό τα τελευταία προτιμώνται η κλινδαμυκίνη, η ερυθρομυκίνη και οι τετρακυκλίνες. Tα δύο πρώτα φαίνεται να υπερτερούν των τετρακυκλινών. Xρησιμοποιούνται σε αλκοολικά …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-AIROL
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Τοπική
- Χορήγηση: Πριν τη νυχτερινή κατάκλιση
- Δόση έναρξης: Μία εφαρμογή κάθε βράδυ
- Τιτλοποίηση: Η συχνότητα των εφαρμογών ρυθμίζεται ανάλογα με τις αντιδράσεις του ασθενούς. Σε περίπτωση έντονου ερεθισμού, εφαρμόζετε την κρέμα μέρα παρά μέρα. Αν δεν παρατηρηθεί τοπικός ερεθισμός, μπορείτε να αυξήσετε τις εφαρμογές σε δύο ημερησίως. Από το τέλος της δεύτερης εβδομάδας μέχρι να ολοκληρωθεί η θεραπεία, η συχνότητα εφαρμογής είναι κατά μέσο όρο, μία την ημέρα ή και λιγότερο αν υπάρξει επίμονος τοπικός ερεθισμός.
-
ΑκμήΕφαρμογή μία φορά ημερησίως πριν τη νυχτερινή κατάκλιση, αφού καθαριστεί και σκουπιστεί σχολαστικά η περιοχή. Απλώστε ένα λεπτό στρώμα κρέμας. Αρχικά, μία εφαρμογή κάθε βράδυ. Η συχνότητα ρυθμίζεται ανάλογα με τις αντιδράσεις. Σε έντονο ερεθισμό, εφαρμόζετε μέρα παρά μέρα. Αν δεν υπάρχει ερεθισμός, αυξήστε τις εφαρμογές σε δύο ημερησίως. Η βελτίωση γίνεται αντιληπτή από την έκτη εβδομάδα.
-
ΦωτογήρανσηΕφαρμογή μία φορά ημερησίως πριν τη νυκτερινή κατάκλιση, αφού καθαριστεί και σκουπιστεί σχολαστικά η περιοχή. Απλώστε ένα λεπτό στρώμα κρέμας. Αρχικά, μία εφαρμογή κάθε βράδυ. Η συχνότητα ρυθμίζεται ανάλογα με τις αντιδράσεις. Τα αποτελέσματα είναι ορατά μετά από 3 έως 4 μήνες.
block
SPC-AIROL
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Έκζεμα
-
Τραύματα δέρματος
-
Υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε από τα συστατικά
-
Επιθηλίωμα
-
Δεν πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της κύησης.Πληθυσμόςκύηση
warning
SPC-AIROL
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Δοκιμασία ευαισθησίας και ανοχήΣτην αρχή της θεραπείας πρέπει να γίνεται επαναλαμβανόμενη δοκιμασία ευαισθησίας σε μικρή περιοχή του δέρματος λόγω πιθανότητας εμφάνισης δυσανεξίας, όπως π.χ. οίδημα ή παροδικού εκζέματος. Αν εμφανιστεί έντονος ερεθισμός, θα πρέπει να συνιστάται στους ασθενείς ελάττωση της συχνότητας εφαρμογής, παροδική ή και μόνιμη διακοπή της θεραπείας.
-
Φροντίδα δέρματος - ΠλύσιμοΑποφύγετε το συχνό πλύσιμο, δύο φορές την ημέρα είναι αρκετές. Συνιστάται η χρήση ήπιων σαπώνων και σαμπουάν.
-
Φροντίδα δέρματος - Αποφυγή προϊόντων με άρωμα/οινόπνευμαΑποφύγετε τη χρήση αρώματος, κολόνιας, τονωτικής λοσιόν, λοσιόν για πριν ή μετά το ξύρισμα και γενικά οποιουδήποτε προϊόντος περιέχει άρωμα ή οινόπνευμα διότι προκαλούν έντονο ερεθισμό (Βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Φροντίδα δέρματος - Επαφή με μάτια/βλεννογόνουςΑποφύγετε την επαφή του φαρμάκου με τα μάτια, τα βλέφαρα, το στόμα, τη μύτη και τους βλεννογόνους. Αν συμβεί, πλένετε την περιοχή προσεκτικά σε χλιαρό νερό βρύσης.
-
Εφαρμογή σε τραυματισμένο/εκζεματώδες δέρμαΤο προϊόν δεν πρέπει να εφαρμόζεται σε τραυματισμένο ή εκζεματώδες δέρμα.
-
Συνδυασμένη θεραπείαΝα αποφεύγεται η ταυτόχρονη θεραπεία με άλλα τοπικά φάρμακα, ιδιαίτερα με φάρμακα που προκαλούν απολέπιση. Αν ο ασθενής έχει κάνει θεραπεία με κερατολυτικούς ή απολεπιστικούς παράγοντες, πριν από τη θεραπεία με AIROL συνιστάται αναμονή μέχρι την αποδρομή όλων των τοπικών ερεθιστικών φαινομένων, πριν από την εφαρμογή του AIROL.
-
Έκθεση στον ήλιο/UV ακτινοβολίαΚατά τη διάρκεια της θεραπείας αποφύγετε την έκθεση στον ήλιο ή την υπεριώδη ακτινοβολία διότι προκαλούν επιπρόσθετο ερεθισμό. Σε περίπτωση που δεν μπορεί να αποφευχθεί η έκθεση στον ήλιο περιορίστε την στο ελάχιστο (όπως χρήση καπέλου και αντηλιακού παράγοντα) και ρυθμίστε την ώρα εφαρμογής. Σε περίπτωση έκθεσης στον ήλιο (π.χ. θαλάσσιο μπάνιο) το AIROL δεν πρέπει να εφαρμόζεται μια μέρα πριν, μία μετά καθώς και την ίδια ημέρα. Αν η έκθεση στον ήλιο δημιουργήσει έγκαυμα, περιμένετε μέχρι την πλήρη αποκατάστασή του πριν επαναλάβετε τη θεραπεία με AIROL.
-
Καιρικές συνθήκεςΣε περίπτωση κακών καιρικών συνθηκών με αέρα και κρύο μπορεί να συμβεί επιπρόσθετος ερεθισμός σε ασθενείς που βρίσκονται υπό θεραπεία με το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-AIROL
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Τοπικά φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν θείο, ρεσορκινόλη, υπεροξείδιο του βενζολίου ή σαλικυλικό οξύπροσοχήΠιθανή αλληλεπίδραση λόγω ερεθισμού
-
Φαρμακευτικοί σάπωνες ή σάπωνες και προϊόντα καθαριστικά του δέρματος που προκαλούν απολέπισηπροσοχήΠιθανή αλληλεπίδραση λόγω ερεθισμού
-
Σάπωνες και καλλυντικά που στεγνώνουν πολύ το δέρμαπροσοχήΠιθανή αλληλεπίδραση λόγω ερεθισμού
-
Προϊόντα με υψηλή περιεκτικότητα σε οινόπνευμαπροσοχήΠιθανή αλληλεπίδραση λόγω ερεθισμού
-
Στυπτικές λοσιόν, αρώματα, κολόνιες και λοσιόν ξυρίσματοςπροσοχήΠιθανή αλληλεπίδραση λόγω ερεθισμού
sick
SPC-AIROL
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ερεθισμός
- Ερυθρότητα
- Απολέπιση
- Ραγάδες
- Αλλαγή μυελοχρώματος
- Φωτοευαισθησία
- Υποκειμενική δυσφορία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Μη γνωστέςΕρεθισμός του δέρματος
-
Μη γνωστέςΕρυθρότητα του δέρματος
-
Μη γνωστέςΑπολέπιση
-
Μη γνωστέςΡαγάδες
-
Μη γνωστέςΑλλαγή μυελοχρώματος
-
Μη γνωστέςΥποκειμενική δυσφορία
-
Μη γνωστέςΦωτοευαισθησία
pregnant_woman
SPC-AIROL
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυται
-
ΓαλουχίαΜε προσοχήΔεν είναι γνωστό αν η τρετινοΐνη απεκκρίνεται στο γάλα ζώων ή ανθρώπων. Επειδή πολλά φάρμακα απεκκρίνονται με το ανθρώπινο γάλα, θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο αν κριθεί απολύτως απαραίτητο. Η τρετινοΐνη αν χορηγηθεί σε θηλάζουσες μητέρες δεν πρέπει να εφαρμόζεται στο στήθος.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-AIROL
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-AIROL
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-AIROL
expand_more
Δοσολογία
Η δοσολογία εξατομικεύεται ανάλογα με τις ανάγκες κάθε ασθενούς. Πριν από τη χρήση πρέπει να γίνεται απαραίτητα δοκιμασία ευαισθησίας σε μικρή περιοχή του δέρματος, για τον έλεγχο ανοχής του φαρμάκου.
Ακμή: Η κρέμα εξωτερικής χρήσης AIROL θα πρέπει να εφαρμόζεται στις πάσχουσες περιοχές μία φορά ημερησίως πριν τη νυχτερινή κατάκλιση, αφού πρώτα καθαριστεί και σκουπιστεί σχολαστικά η περιοχή εφαρμογής. Απλώστε ένα λεπτό στρώμα κρέμας με τη βοήθεια των δακτύλων στο πάσχον δέρμα. Πλύνετε τα χέρια σας αμέσως μετά την εφαρμογή.
Αρχικά, η θεραπεία ξεκινά με μία εφαρμογή κάθε βράδυ, μετά η συχνότητα των εφαρμογών ρυθμίζεται ανάλογα με τις αντιδράσεις του ασθενούς. Σε περίπτωση έντονου ερεθισμού, κατά την έναρξη της θεραπείας, εφαρμόζετε την κρέμα μέρα παρά μέρα. Αν δεν παρατηρηθεί τοπικός ερεθισμός κατά την έναρξη της θεραπείας μπορείτε να αυξήσετε τις εφαρμογές σε δύο ημερησίως. Ο αρχικός ερεθισμός συμπληρώνεται από αύξηση των βλατίδων και φλυκταινών περίπου προς τη 2 η εβδομάδα. Αυτό συμβαίνει λόγω φλεγμονώδους ανάπτυξης των μικροκυστών, η οποία επιταχύνεται από τη θεραπεία σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα μετά την έναρξή της. Το εξάνθημα αυτό δεν αποτελεί υποτροπή, μετά από αυτό αρχίζει η σταδιακή βελτίωση. Η αντίδραση αυτή είναι φυσιολογική και επιβεβαιώνει τη δραστικότητα της θεραπείας. Η ρύθμιση της συχνότητας εφαρμογής δε θα πρέπει να βασίζεται σε αυτή. Η βελτίωση γίνεται σαφώς αντιληπτή από την έκτη εβδομάδα της θεραπείας.
Φωτογήρανση: Η κρέμα εξωτερικής χρήσης AIROL θα πρέπει να εφαρμόζεται στις πάσχουσες περιοχές μία φορά ημερησίως πριν τη νυκτερινή κατάκλιση, αφού πρώτα καθαριστεί και σκουπιστεί σχολαστικά η περιοχή εφαρμογής. Ένα λεπτό στρώμα κρέμας απλώνεται με τη βοήθεια των δακτύλων στο πάσχον δέρμα. Πλύνετε τα χέρια σας αμέσως μετά την εφαρμογή. Αρχικά, η θεραπεία ξεκινά με μία εφαρμογή κάθε βράδυ πριν από τη νυκτερινή κατάκλιση και μετά η συχνότητα των εφαρμογών ρυθμίζεται ανάλογα με τις αντιδράσεις του ασθενή.
Γενικότερα, τα αποτελέσματα είναι ορατά μετά από 3 έως 4 μήνες συνεχούς θεραπείας.
Τρόπος χορήγησης: Μη χρησιμοποιήσετε μεγάλη ποσότητα. Δε θα έχετε γρηγορότερο ή καλύτερο αποτέλεσμα, αντίθετα μπορεί να συμβεί πιο έντονος ερεθισμός. Από το τέλος της δεύτερης εβδομάδας μέχρι να ολοκληρωθεί η θεραπεία, η συχνότητα εφαρμογής είναι κατά μέσο όρο, μία την ημέρα ή και λιγότερο αν υπάρξει επίμονος τοπικός ερεθισμός.
Η συνιστώμενη από τον γιατρό συχνότητα εφαρμογής θα πρέπει να είναι τέτοια ώστε να αποφεύγονται δυσάρεστες αντιδράσεις τοπικού ερεθισμού. Αποδεκτή είναι μόνον η εμφάνιση ελαφρού ερυθήματος, ήπιας απολέπισης ή ελαφράς αίσθησης θερμότητας.
Εντονότερες αντιδράσεις είναι πιθανό να συμβούν σε άτομα με ευαίσθητο δέρμα, ξανθά ή κόκκινα μαλλιά. Στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να γίνεται κατάλληλη επιλογή δοσολογικού σχήματος.
Η σχέση ασθενούς - γιατρού είναι πολύ σημαντικός παράγων. Αν ο ασθενής είναι ενημερωμένος, παρακολουθείται συχνά και υποστηρίζεται ηθικά στη φάση αυτού του ερεθισμού, τότε δέχεται τη θεραπεία με αισιοδοξία, ιδιαίτερα όταν η ακμή είναι έντονη και μακροχρόνια.
Όταν επιτευχθούν τα ιδανικά αποτελέσματα από την αγωγή, οι ασθενείς μπορούν να αρχίσουν μια αγωγή συντήρησης εφαρμόζοντας κρέμα εξωτερικής χρήσης AIROL μία έως τρεις φορές την εβδομάδα. Εάν δεν ακολουθηθεί η αγωγή συντήρησης, τα θεραπευτικά αποτελέσματα που θα έχουν επιτευχθεί δε θα διατηρηθούν.
Προκειμένου να επιτευχθεί το καλύτερο αποτέλεσμα, o ασθενής θα πρέπει να έχει γνώση των φυσιολογικών αντιδράσεων, δηλαδή του ερεθισμού και του παροδικού ερυθήματος που μπορεί να αναμένονται μετά την έναρξη της θεραπείας.
Απαιτείται τακτική παρακολούθηση του ασθενούς από ιατρό ώστε να ρυθμίζεται το δοσολογικό σχήμα και να περιορίζεται ο ερεθισμός στο ελάχιστο. Ο ασθενής θα πρέπει να γνωρίζει ότι η βελτίωση αργεί να εμφανισθεί και ότι πρέπει να συμμορφωθεί με το πρόγραμμα μιας πλήρους θεραπείας και να συνεχίσει με μια αγωγή συντήρησης.
block
Αντενδείξεις
SPC-AIROL
expand_more
Αντενδείξεις
Αντενδείξεις
- Έκζεμα
- Τραύματα δέρματος
- Υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε από τα συστατικά
- Επιθηλίωμα
- Δεν πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της κύησης.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-AIROL
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
- Στην αρχή της θεραπείας πρέπει να γίνεται επαναλαμβανόμενη δοκιμασία ευαισθησίας σε μικρή περιοχή του δέρματος λόγω πιθανότητας εμφάνισης δυσανεξίας, όπως π.χ. οίδημα ή παροδικού εκζέματος.
- Δράση/Συστάσεις: Αν εμφανιστεί έντονος ερεθισμός, θα πρέπει να συνιστάται στους ασθενείς ελάττωση της συχνότητας εφαρμογής, παροδική ή και μόνιμη διακοπή της θεραπείας.
- Συστάσεις για τη φροντίδα του δέρματος:
- Αποφύγετε το συχνό πλύσιμο, δύο φορές την ημέρα είναι αρκετές. Συνιστάται η χρήση ήπιων σαπώνων και σαμπουάν.
- Αποφύγετε τη χρήση αρώματος, κολόνιας, τονωτικής λοσιόν, λοσιόν για πριν ή μετά το ξύρισμα και γενικά οποιουδήποτε προϊόντος περιέχει άρωμα ή οινόπνευμα διότι προκαλούν έντονο ερεθισμό (Βλ. Αλληλεπιδράσεις).
- Αποφύγετε την επαφή του φαρμάκου με τα μάτια, τα βλέφαρα, το στόμα, τη μύτη και τους βλεννογόνους. Αν συμβεί, πλένετε την περιοχή προσεκτικά σε χλιαρό νερό βρύσης.
- Το προϊόν δεν πρέπει να εφαρμόζεται σε τραυματισμένο ή εκζεματώδες δέρμα.
- Συνδυασμός με άλλα φάρμακα:
- Να αποφεύγεται η ταυτόχρονη θεραπεία με άλλα τοπικά φάρμακα, ιδιαίτερα με φάρμακα που προκαλούν απολέπιση. Αν ο ασθενής έχει κάνει θεραπεία με κερατολυτικούς ή απολεπιστικούς παράγοντες, πριν από τη θεραπεία με AIROL συνιστάται αναμονή μέχρι την αποδρομή όλων των τοπικών ερεθιστικών φαινομένων, πριν από την εφαρμογή του AIROL.
- Έκθεση στον ήλιο και UV ακτινοβολία:
- Κατά τη διάρκεια της θεραπείας αποφύγετε την έκθεση στον ήλιο ή την υπεριώδη ακτινοβολία διότι προκαλούν επιπρόσθετο ερεθισμό.
- Σε περίπτωση που δεν μπορεί να αποφευχθεί η έκθεση στον ήλιο περιορίστε την στο ελάχιστο (όπως χρήση καπέλου και αντηλιακού παράγοντα) και ρυθμίστε την ώρα εφαρμογής.
- Σε περίπτωση έκθεσης στον ήλιο (π.χ. θαλάσσιο μπάνιο) το AIROL δεν πρέπει να εφαρμόζεται μια μέρα πριν, μία μετά καθώς και την ίδια ημέρα.
- Αν η έκθεση στον ήλιο δημιουργήσει έγκαυμα, περιμένετε μέχρι την πλήρη αποκατάστασή του πριν επαναλάβετε τη θεραπεία με AIROL.
- Καιρικές συνθήκες:
- Σε περίπτωση κακών καιρικών συνθηκών με αέρα και κρύο μπορεί να συμβεί επιπρόσθετος ερεθισμός σε ασθενείς που βρίσκονται υπό θεραπεία με το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-AIROL
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Δεν υπάρχουν γνωστές αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα που μπορεί να χορηγηθούν τοπικά ταυτόχρονα με το AIROL . Ωστόσο, λόγω των ερεθιστικών ιδιοτήτων του δραστικού συστατικού είναι προτιμότερο να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση οποιουδήποτε προϊόντος που μπορεί να προκαλέσει τοπικό ερεθισμό, λόγω πιθανής αλληλεπίδρασης με το AIROL , όπως:
- τοπικά φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν θείο, ρεσορκινόλη, υπεροξείδιο του βενζολίου ή σαλικυλικό οξύ
- φαρμακευτικοί σάπωνες ή σάπωνες και προϊόντα καθαριστικά του δέρματος που προκαλούν απολέπιση
- σάπωνες και καλλυντικά που στεγνώνουν πολύ το δέρμα
- προϊόντα με υψηλή περιεκτικότητα σε οινόπνευμα
- στυπτικές λοσιόν, αρώματα, κολόνιες και λοσιόν ξυρίσματος.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-AIROL
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-AIROL
expand_more
Κύηση / γαλουχία
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-AIROL
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-AIROL
expand_more
Φαρμακοκινητική
ΕΟΦ · 8.6.6
Διάφορα
expand_more
Διάφορα
ΕΟΦ · 13.5.1
Tοπικά φάρμακα
expand_more
Tοπικά φάρμακα
Xρησιμοποιούνται αντισηπτικά (βλ. 5.6), κερατολυτικά (τρετινοΐνη, υπεροξείδιο του βενζοϋλίου) και αντιβιοτικά. Aπό τα τελευταία προτιμώνται η κλινδαμυκίνη, η ερυθρομυκίνη και οι τετρακυκλίνες. Tα δύο πρώτα φαίνεται να υπερτερούν των τετρακυκλινών. Xρησιμοποιούνται σε αλκοολικά διαλύματα 1-2% και σε συνδυασμό με ρετινοϊκό οξύ θεωρείται ότι ενισχύεται η δράση τους.
Tο υπεροξείδιο του βενζοϋλίου είναι φαγεσωρολυτικό και παραλλήλως έχει αποφολιδωτική και μικροβιοκτόνο δράση. Tα ρετινοειδή (τρετινοΐνη και ισοτρετινοΐνη) είναι παράγωγα της βιταμίνης A και αποδείχθηκαν χρήσιμα στη θεραπεία της κοινής ακμής όπου ασκούν κερατολυτική και φαγεσωρολυτική δράση. Xορηγούμενα από το στόμα (κεφ. 13.5.2) επιδρούν ευνοϊκά σε βαριές μορφές ακμής ανθεκτικές σε άλλες θεραπείες.
H ανταπαλένη αποτελεί συνθετικό παράγωγο του ναφθοϊκού οξέος και είναι ουσία ανάλογη των ρετινοειδών. Η δράση της ανταπαλένης είναι παρόμοια της τρετινοΐνης, τόσο από πλευράς θεραπευτικών ενεργειών, όσο και ανεπιθυμήτων ενεργειών, περιλαμβανομένης και της τερατογενούς δράσεως.
Γενικώς στην ακμή σήμερα αντενδείκνυται η τοπική εφαρμογή σκευασμάτων θείου (υπάρχουν όμως ακόμα υποστηρικτές του), κορτικοστεροειδών, ρεσορκινόλης και σκευασμάτων με λιπαρή βάση (αλοιφές, φυράματα κλπ.).
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Η τρετινοΐνη, γνωστή και ως αλληλο-trans-ρετινοϊκό οξύ (ATRA), είναι ένα φυσικό παράγωγο της βιταμίνης Α (ρετινόλη). Οι ρετινοειδείς ουσίες, όπως η τρετινοΐνη, είναι σημαντικοί ρυθμιστές της κυτταρικής αναπαραγωγής, του πολλαπλασιασμού και της διαφοροποίησης και χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της ακμής και του φωτογηραμένου δέρματος, καθώς και για τη διαχείριση διαταραχών της κερατινοποίησης όπως η ιχθύαση και η θυλακιώδης κεράτωση. Η τρετινοΐνη αντιπροσωπεύει επίσης την κατηγορία των αντικαρκινικών φαρμάκων που ονομάζονται διαφοροποιητικοί παράγοντες και χρησιμοποιείται στη θεραπεία της οξείας μυελογενούς λευχαιμίας (APL).
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
- Για την πρόκληση ύφεσης σε ασθενείς με οξεία μυελογενή λευχαιμία (APL), ταξινόμηση French-American-British (FAB) M3 (συμπεριλαμβανομένης της παραλλαγής M3).
- Για την τοπική θεραπεία της κοινής ακμής, των επίπεδων κονδυλωμάτων και άλλων δερματικών παθήσεων (ψωρίαση, ιχθύαση συγγενής, ιχθύαση κοινή, ιχθύαση ελασματοειδής, κεράτωση παλαμιαία και πελματιαία, επιδερμολυτική υπερκεράτωση, γεροντικά φαγεσωρικά, γεροντικές κερατώσεις, θυλακιώδης κεράτωση (νόσος Darier) και βασικοκυτταρικά καρκινώματα).
- Για παρηγορητική θεραπεία για τη βελτίωση των λεπτών ρυτίδων, της κηλιδοειδούς υπερμελάγχρωσης, της τραχύτητας που σχετίζεται με τη φωτογήρανση.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η τρετινοΐνη, γνωστή και ως αλληλο-trans-ρετινοϊκό οξύ (ATRA), είναι ένα φυσικό παράγωγο της βιταμίνης Α (ρετινόλη). Οι ρετινοειδείς ουσίες, όπως η τρετινοΐνη, είναι σημαντικοί ρυθμιστές της κυτταρικής αναπαραγωγής, του πολλαπλασιασμού και της διαφοροποίησης και χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της ακμής και του φωτογηραμένου δέρματος, καθώς και για τη διαχείριση διαταραχών της κερατινοποίησης όπως η ιχθύαση και η θυλακιώδης κεράτωση. Η τρετινοΐνη αντιπροσωπεύει επίσης την κατηγορία των αντικαρκινικών φαρμάκων που ονομάζονται διαφοροποιητικοί παράγοντες και χρησιμοποιείται στη θεραπεία της οξείας μυελογενούς λευχαιμίας (APL).
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Η τρετινοΐνη συνδέεται με τους υποδοχείς ρετινοϊκού οξέος άλφα, βήτα και γάμμα (RARs). Οι RAR-άλφα και RAR-βήτα έχουν συσχετιστεί με την ανάπτυξη της οξείας μυελογενούς λευχαιμίας και των πλακωδών καρκινωμάτων, αντίστοιχα. Ο RAR-γάμμα συσχετίζεται με τις επιδράσεις των ρετινοειδών στους βλεννογονοδερματικούς ιστούς και τα οστά. Αν και ο ακριβής μηχανισμός δράσης της τρετινοΐνης είναι άγνωστος, τα τρέχοντα στοιχεία υποδηλώνουν ότι η αποτελεσματικότητα της τρετινοΐνης στην ακμή οφείλεται κυρίως στην ικανότητά της να τροποποιεί την ανώμαλη κερατινοποίηση του θυλακίου. Τα φαγεσωρικά σχηματίζονται σε θυλάκια με περίσσεια κερατινοποιημένων επιθηλιακών κυττάρων. Η τρετινοΐνη προάγει την αποκόλληση των κερατινοποιημένων κυττάρων και την αυξημένη αποβολή των κερατινοκυττάρων από το θυλάκιο. Αυξάνοντας τη μιτωτική δραστηριότητα των θυλακικών επιθηλίων, η τρετινοΐνη αυξάνει επίσης τον ρυθμό ανανέωσης των λεπτών, χαλαρά προσκολλημένων κερατινοκυττάρων. Μέσω αυτών των δράσεων, τα περιεχόμενα του φαγεσωρικού εξωθούνται και μειώνεται ο σχηματισμός του μικροφαγεσωρικού, του προδρόμου στοιχείου της κοινής ακμής.
Η τρετινοΐνη δεν είναι κυτταρολυτικός παράγοντας, αλλά αντίθετα προκαλεί κυτταρική διαφοροποίηση και μειωμένο πολλαπλασιασμό των κυττάρων APL in vitro και in vivo. Όταν η τρετινοΐνη χορηγείται συστηματικά σε ασθενείς με APL, η θεραπεία με τρετινοΐνη προκαλεί αρχική ωρίμανση των πρωτογενών προμυελοκυττάρων που προέρχονται από το λευχαιμικό κλώνο, ακολουθούμενη από επαναπληθυσμό του μυελού των οστών και του περιφερικού αίματος από φυσιολογικά, πολυκλωνικά αιμοποιητικά κύτταρα σε ασθενείς που επιτυγχάνουν πλήρη ύφεση (CR). Ο ακριβής μηχανισμός δράσης της τρετινοΐνης στην APL είναι άγνωστος.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
1-31% (τοπικά)
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
0.5-2 ώρες
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Σ δέσμευση πρωτεϊνών
95%
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η τρετινοΐνη είναι ένα παράγωγο της βιταμίνης Α που προάγει την παραγωγή, τον πολλαπλασιασμό και τη διαφοροποίηση των κυττάρων. Όταν χρησιμοποιείται τοπικά, η τρετινοΐνη ρυθμίζει τον κύκλο εργασιών των επιδερμικών κυττάρων και την παραγωγή κολλαγόνου. Αναστέλλει επίσης την απώλεια κολλαγόνου, μειώνει τη φλεγμονή και αναστέλλει την επαγωγή των μεταλλοπρωτεϊνασών του μήτρας (MMP), ενζύμων που διαταράσσουν τις ίνες κολλαγόνου και ελαστίνης. Σε βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες μελέτες, η τοπική εφαρμογή τρετινοΐνης σε δόσεις που κυμαίνονται από 0,001% έως 0,1% συσχετίστηκε με βελτιώσεις στα κλινικά σημάδια της φωτογήρανσης και των λεπτών ρυτίδων, αυξημένο πάχος της επιδερμίδας, συμπύκνωση της κεράτινης στιβάδας και μειωμένη περιεκτικότητα σε μελανίνη. Βελτίωσε επίσης τη διαφοροποίηση και την κατανομή των μελανοκυττάρων, την προαγωγή της επιδερμικής υπερπλασίας και την αγγειογένεση. Η τρετινοΐνη εμφανίζει αντινεοπλασματικές δράσεις όταν χορηγείται από το στόμα. Η τρετινοΐνη έδειξε να επάγει τη διαφοροποίηση στα καρκινικά κύτταρα. Επηρέασε την κυτταρική διαφοροποίηση και μείωσε τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων της οξείας προμυελοκυτταρικής λευχαιμίας (APL) in vitro και in vivo. Σε ασθενείς με APL, η τρετινοΐνη προήγαγε την αρχική ωρίμανση των πρωτογενών προμυελοκυττάρων που προέρχονται από το λευχαιμικό κλώνο, ακολουθούμενη από αναπλήρωση του μυελού των οστών και του περιφερικού αίματος με φυσιολογικά, πολυκλωνικά αιμοποιητικά κύτταρα σε ασθενείς που επιτυγχάνουν πλήρη ύφεση.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Ο ακριβής μηχανισμός δράσης της τρετινοΐνης σε δερματολογικές παθήσεις και οξεία προμυελοκυτταρική λευχαιμία (APL) δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί. Ωστόσο, υπάρχουν διάφοροι προτεινόμενοι μηχανισμοί.
Η τρετινοΐνη πιστεύεται ότι ασκεί τις φαρμακολογικές της δράσεις δεσμευόμενη και ενεργοποιώντας δύο τύπους πυρηνικών υποδοχέων: τους υποδοχείς ρετινοϊκού οξέος (RARs) άλφα, βήτα και γάμμα, και τους υποδοχείς ρετινοειδών Χ (RXRs).
Στο ανθρώπινο δέρμα, οι RARs (ιδιαίτερα ο RAR-άλφα) σχηματίζουν ετεροδιμερή με τους RXRs για να δράσουν ως επαγόμενοι ρυθμιστές μεταγραφής γονιδίων που εμπλέκονται στη διαφοροποίηση των κυττάρων, δεσμευόμενοι σε στοιχεία απόκρισης ρετινοϊκού οξέος. Η τρετινοΐνη δεσμεύεται στους RXRs για να προάγει τον πολλαπλασιασμό της επιδερμίδας. Αναστέλλει επίσης τις δράσεις φλεγμονωδών μεσολαβητών, ενισχύοντας την παραγωγή προκολλαγόνου και τους σχηματισμούς κολλαγόνου τύπου Ι και ΙΙΙ. Ορισμένες μελέτες σε ζώα και ανθρώπους υποδηλώνουν ότι η τρετινοΐνη επάγει την έκφραση του αυξητικού παράγοντα βήτα (TGF-β), ο οποίος διεγείρει τη μεταγραφή διαφόρων τύπων αγγελιοφόρου RNA κολλαγόνου. Ο σχηματισμός κολλαγόνου περιορίζει την περαιτέρω βλάβη του δέρματος και τις διαδικασίες γήρανσης που προκαλούνται από την ηλιακή υπεριώδη ακτινοβολία.
Η ακμή συνδέεται με μη φυσιολογικό σχηματισμό θυλακίων λόγω υπερβολικής κερατινοποίησης των επιθηλιακών κυττάρων. Η τρετινοΐνη προάγει την αποκόλληση κερατινοποιημένων κυττάρων και ενισχύει την αποβολή των κερατινοκυττάρων. Διεγείρει επίσης τη μιτωτική δραστηριότητα και τον κύκλο εργασιών των χαλαρά προσκολλημένων κερατινοκυττάρων για να αποβάλει το περιεχόμενο των φαγεσωρίδων, μειώνοντας τους προαγωγικούς μικροφαγεσωρίδες της ακμής vulgaris.
Η τρετινοΐνη μπορεί να μειώσει την επιδερμική μελανίνη και την υπέρχρωση, αυξάνοντας τον κύκλο εργασιών των κερατινοκυττάρων και μειώνοντας τη δραστηριότητα της τυροσινάσης.
Οι RAR-άλφα και -βήτα έχουν επίσης συσχετιστεί με την APL. Η APL χαρακτηρίζεται από χρωμοσωμική μετάθεση t(15;17), η οποία συντήκει το γονίδιο της προμυελοκυτταρικής μυελογενούς λευχαιμίας (PML) με το γονίδιο RAR-άλφα. Η προκύπτουσα πρωτεΐνη σύντηξης PML-RAR-άλφα παίζει ρόλο στην παθογένεση της APL διαταράσσοντας τη διαφοροποίηση των προμυελοκυττάρων. Η πρωτεΐνη σύντηξης PML-RAR-άλφα βρίσκεται κυρίως στα λευχαιμικά κύτταρα, ασκώντας κυρίαρχη αρνητική επίδραση στη λειτουργία των RAR, RXR και PML.
Η τρετινοΐνη επάγει την τελική διαφοροποίηση σε κυτταρικές σειρές αιμοποιητικών προγονικών κυττάρων και κύτταρα APL. Η τρετινοΐνη πιστεύεται ότι προάγει την καθοδηγούμενη από κασπάση διάσπαση και την εξαρτώμενη από πρωτεάσωμα αποικοδόμηση, προκαλώντας απόπτωση και αποικοδόμηση της πρωτεΐνης σύντηξης PML-RAR-άλφα. Μπορεί επίσης να μετατρέψει την πρωτεΐνη σύντηξης από καταστολέα μεταγραφής σε ενεργοποιητή.
Αν και οι ακριβείς μηχανισμοί δράσης της τρετινοΐνης δεν έχουν πλήρως διευκρινιστεί, είναι γνωστό ότι το φάρμακο δεν είναι κυτταροτοξικό. Η τρετινοΐνη επάγει την κυτταρική διαφοροποίηση και μειώνει τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων της οξείας προμυελοκυτταρικής λευχαιμίας (APL). Η πρωτεΐνη σύντηξης PML/RAR-a, που προκύπτει από τη χρωμοσωμική μετάθεση, φαίνεται να μπλοκάρει τη μυελοειδή διαφοροποίηση στο στάδιο των προμυελοκυττάρων, πιθανώς μέσω συμπλοκοποίησης και αδρανοποίησης της φυσιολογικής PML ή αναστέλλοντας την κανονική οδό σηματοδότησης του ρετινοϊκού οξέος. Σε ασθενείς με APL που επιτυγχάνουν πλήρη ύφεση με θεραπεία τρετινοΐνης, το φάρμακο προκαλεί αρχική ωρίμανση των πρωτογενών προμυελοκυττάρων που προέρχονται από τον κυτταρικό λευχαιμικό κλώνο, ακολουθούμενη από αναπλήρωση του μυελού των οστών και του περιφερικού αίματος με φυσιολογικά, πολυκλωνικά αιμοποιητικά κύτταρα.
Παρατηρήσεις που υποστηρίζουν τις κυτταρικές διαφοροποιητικές επιδράσεις ως μηχανισμό της τρετινοΐνης περιλαμβάνουν την απουσία υποπλασίας του μυελού των οστών κατά την επαγωγή, την εμφάνιση ανοσοφαινότυπα μοναδικών «ενδιάμεσων κυττάρων» που εκφράζουν αντιγόνα επιφανείας τόσο ώριμων όσο και ανώριμων κυττάρων, και την παρουσία ράβδων Auer και της μετάθεσης σε μορφολογικά ώριμα κοκκιώδη κύτταρα μέχρι ένα όψιμο στάδιο της επαγωγής.
Ο μηχανισμός μέσω του οποίου εξαλείφεται ο πληθυσμός των καρκινικών κυττάρων δεν είναι πλήρως κατανοητός, αλλά φαίνεται να περιλαμβάνει απόπτωση (προγραμματισμένος κυτταρικός θάνατος). Μετά τη θεραπεία επαγωγής, η πρωτεΐνη σύντηξης PML/RAR-a μπορεί να ανιχνευθεί στην πλειοψηφία των ασθενών, υποδηλώνοντας ότι η τρετινοΐνη από μόνη της δεν εξαλείφει τον λευχαιμικό κλώνο.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η τοπική εφαρμογή τρετινοΐνης αναμένεται να παραμένει στην κεράτινη στιβάδα και να έχει ελάχιστη συστημική απορρόφηση. Σε μία μελέτη, η τοπική εφαρμογή σημασμένης με ραδιοϊσότοπα τρετινοΐνης για 28 ημέρες συσχετίστηκε με συνολική διαδερμική απορρόφηση 2%.
Η έκταση της απορρόφησης εξετάστηκε μετά από ημερήσια εφαρμογή 1,9 g του συνδυαστικού προϊόντος με βενζοϋλοϋπεροξείδιο για 14 ημέρες. Την 14η ημέρα, σε κατάσταση ισορροπίας, η μέση Cmax ήταν 0,15-0,19 ng/mL για την τρετινοΐνη, 0,27-0,34 ng/mL για τον μεταβολίτη 4-κέτο-13-cis ρετινοϊκό οξύ, και 0,13-0,28 ng/mL για το 13-cis ρετινοϊκό οξύ, αντίστοιχα. Η Cmax διέφερε μεταξύ διαφορετικών ηλικιακών ομάδων (παιδιά, έφηβοι και ενήλικες). Τα αντίστοιχα εύρη για τη μέση AUC0-24 ήταν 0,63-2,06, 2,39-2,89 και 0,96-1,99 ng*h/mL.
Μετά από από του στόματος χορήγηση, η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της τρετινοΐνης ήταν περίπου 50%. Ενώ η επίδραση του φαγητού στην τρετινοΐνη είναι ασαφής, το φαγητό αυξάνει την από του στόματος απορρόφηση των ρετινοειδών ως κατηγορία.
Όταν η από του στόματος δόση 22,5 mg/m2 τρετινοΐνης χορηγήθηκε δύο φορές την ημέρα, η μέση ± Τυπική Απόκλιση Cmax ήταν 394 ± 89 ng/mL μετά την πρώτη δόση και 138 ± 139 ng/mL μετά από μία εβδομάδα συνεχούς θεραπείας. Η περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) ήταν 537 ± 191 ng·h/mL μετά την πρώτη δόση και 249 ± 185 ng·h/mL μετά από μία εβδομάδα συνεχούς θεραπείας. Ο Tmax κυμάνθηκε μεταξύ μίας και δύο ωρών.
Οι μεταβολίτες της τρετινοΐνης απεκκρίνονται στη χολή και τα ούρα. Μετά τη χορήγηση σημασμένης με ραδιοϊσότοπα τρετινοΐνης σε δόσεις 2,75 mg και 50 mg - που αντιστοιχούν σε 0,53 έως 9,6 φορές τη συνιστώμενη εγκεκριμένη δόση με βάση τα 1,7 m2, αντίστοιχα - περίπου το 63% της ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα ούρα εντός 72 ωρών, και το 31% εμφανίστηκε στα κόπρανα εντός έξι ημερών.
Η τρετινοΐνη κατανέμεται γρήγορα και εκτενώς στους ιστούς μετά από από του στόματος χορήγηση, αλλά δεν διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Ο φαινόμενος όγκος κατανομής (Vd) της ενδοφλέβιας τρετινοΐνης είναι εξαρτώμενος από τη δόση και σημαντικά μεγαλύτερος σε χαμηλές δόσεις. Ο Vd ήταν 0,52 ± 0,12 L/kg μετά από 0,0125 mg/kg και 0,21 ± 0,05 L/kg μετά από 0,25 mg/kg.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με την έκκριση στο μητρικό γάλα. Δεν είναι γνωστό εάν η τοπικά εφαρμοζόμενη τρετινοΐνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα.
Μελέτες με σημασμένο με ραδιοϊσότοπα φάρμακο έχουν δείξει ότι μετά από από του στόματος χορήγηση δόσεων 2,75 και 50 mg τρετινοΐνης, πάνω από το 90% της ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα ούρα και τα κόπρανα. Με βάση δεδομένα από 3 άτομα, περίπου το 63% της ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα ούρα εντός 72 ωρών και το 31% εμφανίστηκε στα κόπρανα εντός 6 ημερών.
Μια εφάπαξ από του στόματος δόση 45 mg/τ.μ. (περίπου 80 mg) σε ασθενείς με APL (οξεία προμυελοκυτταρική λευχαιμία) είχε ως αποτέλεσμα μέγιστη συγκέντρωση τρετινοΐνης ± Τυπική Απόκλιση 347 ± 266 ng/mL. Ο χρόνος επίτευξης μέγιστης συγκέντρωσης ήταν μεταξύ 1 και 2 ωρών.
Ο φαινόμενος όγκος κατανομής της τρετινοΐνης δεν έχει προσδιοριστεί. Η τρετινοΐνη είναι >95% δεσμευμένη στον πλασματικό λευκώδη, κυρίως στην αλβουμίνη. Η δέσμευση πρωτεϊνών στο πλάσμα παραμένει σταθερή στο εύρος συγκεντρώσεων 10 έως 500 ng/mL.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για το All-trans-Retinoic acid (12 σύνολο), παρακαλούμε επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
Η δέσμευση της τρετινοΐνης στις πρωτεΐνες είναι μεγαλύτερη από 95%, κυρίως στην αλβουμίνη. Η δέσμευση πρωτεϊνών στο πλάσμα παραμένει σταθερή στο εύρος συγκεντρώσεων 10 έως 500 ng/mL.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η τρετινοΐνη μεταβολίζεται ταχέως σχηματίζοντας διάφορους οξειδωτικούς και συζευγμένους μεταβολίτες. Σχηματίζει διάφορους μεταβολίτες, ισομερικές παραλλαγές (9-cis-ρετινοϊκό οξύ ή [αλιτρετινοΐνη] και 13-cis-ρετινοϊκό οξύ ή [ισοτρετινοΐνη]), οξειδωτικούς μεταβολίτες (4-υδροξυ-ρετινοϊκό οξύ, 4-οξο-ρετινοϊκό οξύ, 18-υδροξυ-ρετινοϊκό οξύ, 5,6-εποξυ-ρετινοϊκό οξύ, 3,4-διδεϋδρο-ρετινοϊκό οξύ και ρετινοταουρίνη), ισομερικές και οξειδωτικές παραλλαγές (13-cis-4-οξο-ρετινοϊκό οξύ), γλυκουρονιδικούς μεταβολίτες (ρετινοϋλ β-γλυκουρονίδη, 13-cis-ρετινοϋλ β-γλυκουρονίδη, 4-οξο-ρετινοϋλ β-γλυκουρονίδη, 5,6-εποξυρετινοϋλ β-γλυκουρονίδη και 13-cis-4-οξο-ρετινοϋλ β-γλυκουρονίδη), μη πολικούς μεταβολίτες του ρετινοϊκού οξέος, και εστέρες ρετινοϊκού οξέος.
Η τρετινοΐνη μεταβολίζεται από διάφορα ένζυμα CYP, συμπεριλαμβανομένων των CYP3A4, CYP2C8 και CYP2E. Επίσης, υφίσταται γλυκουρονιδίωση από την UGT2B7. Οι μεταβολίτες 4-οξο ρετινοϊκό οξύ και 4-οξο trans ρετινοϊκό οξύ γλυκουρονίδη έχουν το ένα τρίτο της φαρμακολογικής δραστικότητας της μητρικής ένωσης. Όταν οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα μειώθηκαν στο ένα τρίτο των συγκεντρώσεων της πρώτης ημέρας μετά από μία εβδομάδα συνεχούς θεραπείας, η τρετινοΐνη επάγαγε τον δικό της μεταβολισμό.
Αποδεικτικά στοιχεία υποδηλώνουν ότι η τρετινοΐνη επάγει τον δικό της μεταβολισμό. Σε ασθενείς με APL που λαμβάνουν 45 mg/τ.μ. τρετινοΐνης ημερησίως, η νεφρική απέκκριση της 4-οξο trans ρετινοϊκής γλυκουρονίδης αυξήθηκε περίπου δεκαπλάσια κατά τη διάρκεια 2-6 εβδομάδων συνεχούς θεραπείας, υποδηλώνοντας ότι ο αυξημένος μεταβολισμός της τρετινοΐνης μπορεί να είναι ο κύριος μηχανισμός που οδηγεί στις μειωμένες συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα που παρατηρούνται κατά τη συνεχή χορήγηση. Πιθανοί μηχανισμοί για την αυξημένη κάθαρση της τρετινοΐνης με συνεχή ημερήσια δοσολογία περιλαμβάνουν την επαγωγή ενζύμων CYP ή οξειδωτικών συμπαραγόντων και την αυξημένη έκφραση κυτταρικών πρωτεϊνών δέσμευσης ρετινοϊκού οξέος. Η αύξηση της δοσολογίας της τρετινοΐνης για αντιστάθμιση της φαινόμενης αυτο-επαγωγής δεν έχει αποδειχθεί ότι αυξάνει τη θεραπευτική απόκριση. Μειωμένες συγκεντρώσεις ρετινοειδών στο πλάμα έχουν συσχετιστεί με υποτροπή και κλινική αντοχή, και ορισμένοι ερευνητές υποδηλώνουν ότι η κλινική αποτυχία της τρετινοΐνης μπορεί να σχετίζεται με την έλλειψη διατηρούμενων αποτελεσματικών συγκεντρώσεων του φαρμάκου κατά τη διάρκεια παρατεταμένης θεραπείας.
Μεταβολίτες τρετινοΐνης έχουν αναγνωριστεί στο πλάσμα και τα ούρα. Ένζυμα κυτοχρωμικής P450 έχουν εμπλακεί στον οξειδωτικό μεταβολισμό της τρετινοΐνης. Οι μεταβολίτες περιλαμβάνουν 13-cis-ρετινοϊκό οξύ, 4-οξο trans-ρετινοϊκό οξύ, 4-οξο cis-ρετινοϊκό οξύ και 4-οξο trans-ρετινοϊκό οξύ γλυκουρονίδη. Σε ασθενείς με APL, η ημερήσια χορήγηση δόσης 45 mg/τ.μ. τρετινοΐνης είχε ως αποτέλεσμα περίπου δεκαπλάσια αύξηση της νεφρικής απέκκρισης της 4-οξο trans-ρετινοϊκής γλυκουρονίδης μετά από 2 έως 6 εβδομάδες συνεχούς χορήγησης, σε σύγκριση με τις τιμές αναφοράς.
Αρουραίοι που έλαβαν αιθανόλη έδειξαν ενισχυμένο μεταβολισμό ρετινοϊκού οξέος σε μικροσωμάτια (50%) συνοδευόμενο από αυξημένη περιεκτικότητα σε κυτοχρωμική P450 στα μικροσωμάτια (34%). Ο αυξημένος μεταβολισμός ρετινοϊκού οξέος εξαρτώμενος από κυτοχρωμική P450 στα ηπατικά μικροσωμάτια μετά από χρόνια κατανάλωση αιθανόλης μπορεί να συμβάλλει στην επιταχυνόμενη καταβολισμό του ρετινοϊκού οξέος in vivo.
Μετά από ενδοπεριτοναϊκή χορήγηση υψηλών δόσεων 15-(14)C- και 10,11-(3)H-σημασμένης ρετινοϊκής οξέος σε αρουραίους, απομονώθηκαν 3 κύριοι μεταβολίτες από τα κόπρανα σε ποσότητες μικρογραμμαρίων μέσω χρωματογραφίας στήλης, λεπτής στιβάδας και υγρής χρωματογραφίας υψηλής πίεσης. Φασματομετρία μάζας παρείχε ταυτοποίηση ως all-trans-4-οξορετινοϊκό οξύ, all-trans-5’-υδροξυ-ρετινοϊκό οξύ και 7-trans-9-cis-11-trans-13-trans-5’-υδροξυρετινοϊκό οξύ.
Για περισσότερα δεδομένα Μεταβολισμού/Μεταβολιτών (Πλήρη) για το all-trans-Retinoic acid (8 σύνολο), παρακαλούμε επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
Η τρετινοΐνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν All-trans-retinoyl glucuronide, 5,6-Epoxy-retinoic acid, 18-Hydroxyretinoic acid, και 4-Hydroxyretinoic acid.
Η τρετινοΐνη είναι γνωστός ανθρώπινος μεταβολίτης της ρετινάλης.
Ήπαρ
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της τρετινοΐνης μετά την αρχική χορήγηση είναι 0,5 έως 2 ώρες σε ασθενείς με APL.
Σε ασθενείς με APL που λαμβάνουν τρετινοΐνη από το στόμα, έχει αναφερθεί τελικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής 0,5-2 ώρες μετά την αρχική χορήγηση.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
- Ουσίες που αναστέλλουν ή προλαμβάνουν τον πολλαπλασιασμό των ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΩΝ.
- Παράγοντες που μαλακώνουν, διαχωρίζουν και προκαλούν απολέπιση του κερατινοποιημένου επιθηλίου ή του κεράτινου στρώματος του δέρματος. Χρησιμοποιούνται για την έκθεση μυκηλίων μυκητιασικών λοιμώξεων ή για τη θεραπεία κάλων, κονδυλωμάτων και ορισμένων άλλων δερματικών παθήσεων.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
- 5688UTC01R
- TRETINOIN
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Ρετινοειδές
- Χημική Δομή [CS] - Ρετινοειδή
Tretinoin is a Retinoid.
TRETINOIN
Ρετινοειδή [CS]; Ρετινοειδές [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
- Ουσίες που αναστέλλουν ή προλαμβάνουν τον πολλαπλασιασμό των ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΩΝ.
- Παράγοντες που μαλακώνουν, διαχωρίζουν και προκαλούν απολέπιση του κερατινοποιημένου επιθηλίου ή του κεράτινου στρώματος του δέρματος. Χρησιμοποιούνται για την έκθεση μυκηλίων μυκητιασικών λοιμώξεων ή για τη θεραπεία κάλων, κονδυλωμάτων και ορισμένων άλλων δερματικών παθήσεων.