Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 10% | 4.13 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
L40 Ψωρίαση
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Ήπια έως μέτρια κατά πλάκας κοινή ψωρίαση · Ψωρίαση του τριχωτού της κεφαλής
APSODERM — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Τοπική
- Χορήγηση: Μία φορά την ημέρα, κατά τη διάρκεια της νύκτας ή κατά τη διάρκεια της ημέρας
- Δόση έναρξης: Εφαρμογή μία φορά την ημέρα στις προσβεβλημένες περιοχές
-
ΕνήλικεςΔόσηΕφαρμογή μία φορά την ημέρα στις προσβεβλημένες περιοχέςΜέγ. δόση15 g ημερησίως (για φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν καλσιποτριόλη)Συνιστώμενη διάρκεια θεραπείας: 4 εβδομάδες για το τριχωτό της κεφαλής, 8 εβδομάδες για άλλες περιοχές. Μέγιστη επιφάνεια σώματος υπό θεραπεία: 30%. Εάν είναι απαραίτητο να συνεχιστεί ή να επαναληφθεί η θεραπεία μετά από αυτή την περίοδο, η θεραπεία πρέπει να συνεχιστεί μετά από ιατρική αξιολόγηση και κάτω από τακτική ιατρική παρακολούθηση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Τριχωτό της κεφαλήςΔόση1 g έως 4 g ημερησίως (4 g αντιστοιχούν σε ένα κουταλάκι του γλυκού)Όλες οι προσβεβλημένες περιοχές του τριχωτού της κεφαλής μπορεί να υποβληθούν σε θεραπεία.
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκειαΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν αξιολογηθεί.
-
Ασθενείς με σοβαρές ηπατικές διαταραχέςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν αξιολογηθεί.
-
Παιδιά κάτω των 18 ετώνΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχει τεκμηριωθεί.
-
Έφηβοι 12 έως 17 ετώνΔιαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στις (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές), αλλά δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Ερυθροδερμική ψωρίαση
-
Αποφολιδωτική ψωρίαση
-
Φλυκταινώδη ψωρίαση
-
Γνωστές διαταραχές του μεταβολισμού του ασβεστίουΠληθυσμόςασθενείς
-
Ιογενείς βλάβες του δέρματος (π.χ. από έρπητα ή από ανεμοβλογιά)
-
Μυκητιασικές δερματικές λοιμώξεις
-
Βακτηριακές δερματικές λοιμώξεις
-
Παρασιτικές λοιμώξεις
-
Δερματικές εκδηλώσεις συσχετιζόμενες με φυματίωση
-
Περιστοματική δερματίτιδα
-
Ατροφικό δέρμα
-
Ατροφικές ραβδώσεις
-
Εύθραυστες δερματικές φλέβες
-
Ιχθύαση
-
Κοινή ακμή
-
Ροδόχρου ακμή
-
Ροδόχρου νόσο
-
Έλκη
-
Πληγές
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Ενδοκρινικό σύστημαπροσοχήΑποφυγή σύγχρονης θεραπείας με άλλα ισχυρά στεροειδή της ομάδας ΙΙΙ.
-
Ενδοκρινικό σύστημαπροσοχήΑποφυγή εφαρμογής με κλειστή περίδεση, σε μεγάλες επιφάνειες δέρματος με βλάβες, στους βλεννογόνους ή στις πτυχές του δέρματος λόγω αυξημένης συστηματικής απορρόφησης.
-
Μεταβολισμός του ασβεστίουπροσοχήΝα μην ξεπεραστεί η μέγιστη ημερήσια δόση (15 g) λόγω κινδύνου υπερασβεστιαιμίας.
-
Μεταβολισμός του ασβεστίουπροσοχήΑποφυγή θεραπείας σε επιφάνεια μεγαλύτερη από το 30% της επιφάνειας του σώματος.
-
Τοπικές ανεπιθύμητες αντιδράσειςπροσοχήΑποφυγή σύγχρονης θεραπείας με άλλα στεροειδή στην ίδια περιοχή θεραπείας.
-
Τοπικές ανεπιθύμητες αντιδράσειςαντένδειξηΠληθυσμόςΠρόσωπο και γεννητικά όργαναΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε αυτές τις περιοχές.
-
Τοπικές ανεπιθύμητες αντιδράσειςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΝα δοθούν οδηγίες για σωστή χρήση για αποφυγή εφαρμογής και κατά λάθος μεταφοράς στο πρόσωπο, το στόμα και τα μάτια.
-
Τοπικές ανεπιθύμητες αντιδράσειςπροσοχήΠλύσιμο χεριών μετά από κάθε εφαρμογή.
-
Συνυπάρχουσες λοιμώξεις του δέρματοςπροσοχήΟι δευτερογενείς λοιμώξεις πρέπει να υποβληθούν σε αντιμικροβιακή θεραπεία. Διακοπή θεραπείας με κορτικοστεροειδή εάν επιδεινωθεί η λοίμωξη.
-
Διακοπή της θεραπείαςπροσοχήΙατρική επίβλεψη για κάποιο διάστημα μετά το πέρας της αγωγής λόγω κινδύνου γενικευμένης φλυκταινώδους ψωρίασης ή rebound αντιδράσεων.
-
Μακροχρόνια χρήσηπροσοχήΔιακοπή θεραπείας σε περίπτωση ανεπιθύμητων αντιδράσεων σχετιζόμενων με τη μακροχρόνια χρήση κορτικοστεροειδών.
-
Μη τεκμηριωμένη χρήσηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σταγονοειδή ψωρίασηΔεν υπάρχει εμπειρία με τη χρήση του Dovobet.
-
Υπεριώδης έκθεση / ΦωτοθεραπείαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΠεριορισμός ή αποφυγή υπερβολικής έκθεσης σε φυσικό ή τεχνητό ηλιακό φως. Τοπική καλσιποτριόλη με υπεριώδη ακτινοβολία μόνο εάν τα οφέλη υπερέχουν των κινδύνων.
-
Έκδοχα (butylhydroxytoluene (E321))προσοχήΜπορεί να προκαλέσει τοπικές δερματικές αντιδράσεις (π.χ. δερματίτιδα εξ' επαφής), ή ερεθισμό των οφθαλμών και των βλεννογόνων.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοίμωξη του δέρματος (συμπεριλαμβανομένων βακτηριακών, μυκητιασικών και ιογενών λοιμώξεων)
- Λοιμώξεις (βηταμεθαζόνη)
- Θυλακίτιδα
- Υπερευαισθησία
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (καλσιποτριόλη) (συμπεριλαμβανομένων πολύ σπάνιων περιπτώσεων αγγειοοιδήματος και οιδήματος του προσώπου)
- Ερεθισμός οφθαλμών
- Καταρράκτης (βηταμεθαζόνη)
- Αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης (βηταμεθαζόνη)
- Κνησμός
- Επιδείνωση ψωρίασης
- Δερματίτιδα
- Ερύθημα
- Ακμή
- Αίσθημα καύσου του δέρματος
- Ερεθισμός δέρματος
- Ξηρό δέρμα
- Ραβδώσεις του δέρματος
- Απολέπιση δέρματος
- Αίσθημα καύσου
- Αίσθημα νυγμού
- Εξάνθημα
- Ραβδώσεις
- Εξάνθημα (διάφοροι τύποι, όπως ερυθηματώδες και φλυκταινώδες εξάνθημα)
- Μεταβολές στο χρώνα των μαλλιών (παροδικός αποχρωματισμός στο σημείο εφαρμογής του τριχωτού της κεφαλής, σε κιτρινωπό χρώμα στα λευκά ή γκρίζα μαλλιά)
- Αντιδράσεις στο σημείο εφαρμογής (καλσιποτριόλη)
- Δερματικός ερεθισμός (καλσιποτριόλη)
- Έκζεμα (καλσιποτριόλη)
- Φωτοευαισθησία (καλσιποτριόλη)
- Ατροφία του δέρματος (βηταμεθαζόνη)
- Τελαγγειεκτασία (βηταμεθαζόνη)
- Θυλακίτις (βηταμεθαζόνη)
- Υπερτρίχωση (βηταμεθαζόνη)
- Περιστοματική δερματίτιδα (βηταμεθαζόνη)
- Αλλεργική δερματίτιδα εξ επαφής (βηταμεθαζόνη)
- Αποχρωματισμός (βηταμεθαζόνη)
- Κολλοειδή κέγχρια (βηταμεθαζόνη)
- Γενικευμένη φλυκταινώδης ψωρίαση (βηταμεθαζόνη)
- Πόνος στο σημείο εφαρμογής (αίσθημα καύσου με πιθανό συνδυασμό πόνου στο σημείο εφαρμογής)
- Rebound αντίδραση
- Υπερασβεστιαιμία (καλσιποτριόλη)
- Επίδραση στον μεταβολικό έλεγχο του σακχαρώδη διαβήτη (βηταμεθαζόνη)
- Υπερασβεστιουρία (καλσιποτριόλη)
- Καταστολή του φλοιού των επινεφριδίων (βηταμεθαζόνη)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑίσθημα καύσου του δέρματοςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑκμήΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔερματίτιδαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕξάνθημα (διάφοροι τύποι, όπως ερυθηματώδες και φλυκταινώδες εξάνθημα)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΕπιδείνωση ψωρίασηςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕρεθισμός δέρματοςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕρεθισμός οφθαλμώνΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΘυλακίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΛοίμωξη του δέρματος (συμπεριλαμβανομένων βακτηριακών, μυκητιασικών και ιογενών λοιμώξεων)Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΞηρό δέρμαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠόνος στο σημείο εφαρμογής (αίσθημα καύσου με πιθανό συνδυασμό πόνου στο σημείο εφαρμογής)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣπάνιεςRebound αντίδρασηΓενικές
-
ΣπάνιεςΑπολέπιση δέρματοςΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης (βηταμεθαζόνη)Οφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΕπίδραση στον μεταβολικό έλεγχο του σακχαρώδη διαβήτη (βηταμεθαζόνη)Διαταραχές του μεταβολισμού και της διατροφής
-
ΣπάνιεςΚαταρράκτης (βηταμεθαζόνη)Οφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΚαταστολή του φλοιού των επινεφριδίων (βηταμεθαζόνη)Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΛοιμώξεις (βηταμεθαζόνη)Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣπάνιεςΡαβδώσεις του δέρματοςΔέρμα
-
ΣπάνιεςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΥπερασβεστιαιμία (καλσιποτριόλη)Διαταραχές του μεταβολισμού και της διατροφής
-
Πολύ σπάνιεςΥπερασβεστιουρία (καλσιποτριόλη)Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΈκζεμα (καλσιποτριόλη)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΑίσθημα καύσουΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑίσθημα νυγμούΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑλλεργική δερματίτιδα εξ επαφής (βηταμεθαζόνη)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΑντιδράσεις στο σημείο εφαρμογής (καλσιποτριόλη)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας (καλσιποτριόλη) (συμπεριλαμβανομένων πολύ σπάνιων περιπτώσεων αγγειοοιδήματος και οιδήματος του προσώπου)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑποχρωματισμός (βηταμεθαζόνη)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΑτροφία του δέρματος (βηταμεθαζόνη)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΓενικευμένη φλυκταινώδης ψωρίαση (βηταμεθαζόνη)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΔερματικός ερεθισμός (καλσιποτριόλη)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΘυλακίτις (βηταμεθαζόνη)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΚολλοειδή κέγχρια (βηταμεθαζόνη)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΜεταβολές στο χρώμα των μαλλιών (παροδικός αποχρωματισμός στο σημείο εφαρμογής του τριχωτού της κεφαλής, σε κιτρινωπό χρώμα στα λευκά ή γκρίζα μαλλιά)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΠεριστοματική δερματίτιδα (βηταμεθαζόνη)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΡαβδώσειςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΤελαγγειεκτασία (βηταμεθαζόνη)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΥπερτρίχωση (βηταμεθαζόνη)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΦωτοευαισθησία (καλσιποτριόλη)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΔεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση του Dovobet σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα με γλυκοκορτικοειδή κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα), αλλά ένας αριθμός επιδημιολογικών μελέτων (λιγότερες από 300 εκβάσεις εγκυμοσύνης) δεν έχουν αποκαλύψει συγγενείς ανωμαλίες σε βρέφη, που γεννήθηκαν από γυναίκες, οι οποίες, κατά την κύηση υποβάλλονταν σε θεραπεία με κορτικοστεροειδή. Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Συνεπώς, κατά την κύηση, το Dovobet πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο όταν η πιθανή ωφέλεια, δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο.
-
ΓαλουχίαΜε προσοχήΗ βηταμεθαζόνη περνά στο μητρικό γάλα, αλλά, σε θεραπευτικές δόσεις φαίνεται απίθανο να υπάρχει κίνδυνος για ανεπιθύμητη ενέργεια στο βρέφος. Δεν υπάρχουν δεδομένα για την απέκκριση της καλσιποτριόλης στο μητρικό γάλα. Το Dovobet πρέπει να συνταγογραφείται με προσοχή σε γυναίκες που θηλάζουν. Πρέπει να δοθεί οδηγία στην ασθενή να μη χρησιμοποιεί το Dovobet στο στήθος όταν θηλάζει.
-
ΓονιμότηταΑσφαλέςΜελέτες σε αρουραίους με από του στόματος δόσεις καλσιποτριόλης ή διπροπιονικής βηταμεθαζόνης δεν κατέδειξαν βλάβη της ανδρικής και γυναικείας γονιμότητας (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- αύξηση του ασβεστίου του ορού
- πολυουρία
- δυσκοιλιότητα
- μυϊκή αδυναμία
- σύγχυση
- κώμα
- δευτεροπαθή ανεπάρκεια επινεφριδίων
- σύνδρομο Cushing
- φλυκταινώδη ψωρίαση
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιψωριασικά. Άλλα αντιψωριασικά για τοπική χρήση, Καλσιποτριόλη, συνδυασμοί. Κωδικός ATC: D05AX52
Μηχανισμός δράσης
Η καλσιποτριόλη είναι ένα ανάλογο της Βιταμίνης D. Σύμφωνα με in vitro δεδομένα, η καλσιποτριόλη επάγει τη διαφοροποίηση και καταστέλλει την υπερκερατινοποίηση των επιδερμικών κυττάρων. Αυτό αποτελεί την προτεινόμενη βάση για τις δράσεις της στην ψωρίαση.
Όπως άλλα τοπικά κορτικοστεροειδή, η διπροπιονική βηταμεθαζόνη έχει αντιφλεγμονώδεις, αντικνησμώδεις, αγγειοσυσταλτικές και ανοσοκατασταλτικές ιδιότητες, χωρίς, όμως, να θεραπεύει την υποκείμενη κατάσταση. Με την κλειστή περίδεση, η επίδραση μπορεί να ενισχυθεί εξαιτίας της αυξημένης διείσδυσης στην κεράτινη στιβάδα. Για τον λόγο αυτό, θα αυξηθεί η συχνότητα εμφάνισης των ανεπιθύμητων ενεργειών. Γενικά, ο μηχανισμός της αντιφλεγμονώδους δραστικότητας των τοπικών στεροειδών είναι ασαφής.
Η ανταπόκριση των επινεφριδίων στην ACTH προσδιορίσθηκε με την μέτρηση των επιπέδων κορτιζόλης του ορού σε ασθενείς με εκτεταμένη ψωρίαση τόσο του τριχωτού της κεφαλής όσο και του σώματος, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν έως 106 g ανά εβδομάδα συνδυασμό Dovobet γέλη και Dovobet αλοιφή. Οριακή μείωση της ανταπόκρισης της κορτιζόλης παρατηρήθηκε 30 λεπτά μετά από την πρόκληση της ACTH σε 5 από τους 32 ασθενείς (15.6%) μετά από θεραπεία 4 εβδομάδων και σε 2 από 11 ασθενείς (18.2%) οι οποίοι συνέχισαν την θεραπεία έως και 8 εβδομάδες. Σε όλες τις περιπτώσεις, τα επίπεδα κορτιζόλης στον ορό ήταν φυσιολογικά 60 λεπτά μετά από την πρόκληση της ACTH. Στους ασθενείς αυτούς δεν υπήρξε ένδειξη μεταβολής του μεταβολισμού του ασβεστίου. Συνεπώς, όσον αφορά την καταστολή του άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης (HPA), η παρούσα μελέτη δείχνει κάποιες ενδείξεις ότι οι πολύ υψηλές δόσεις της Dovobet γέλης και αλοιφής μπορεί να έχουν μία ασθενή επίδραση στον άξονα αυτό (HPA).
Η αποτελεσματικότητα από την εφάπαξ χρήση ημερησίως της Dovobet γέλης διερευνήθηκε σε δύο τυχαιοποιημένες, διπλά-τυφλές, διάρκειας 8 εβδομάδων κλινικές μελέτες, στις οποίες εισήχθησαν συνολικά περισσότεροι από 2.900 ασθενείς με ψωρίαση του τριχωτού της κεφαλής τουλάχιστον ήπιας βαρύτητας, σύμφωνα με τη Συνολική Αξιολόγηση του Ερευνητή για τη βαρύτητα της νόσου (Investigator’s Global Assessment- IGA). Τα φάρμακα σύγκρισης ήταν η διπροπιονική βηταμεθαζόνη σε φορέα γέλης, η καλσιποτριόλη σε φορέα γέλης και (σε μια από τις μελέτες) μόνο ο φορέας γέλης, και όλα χρησιμοποιήθηκαν μια φορά ημερησίως. Τα αποτελέσματα για το πρωταρχικό κριτήριο ανταπόκρισης (απουσία νόσου ή πολύ ήπια νόσος σύμφωνα με την IGA την εβδομάδα 8) έδειξαν ότι η Dovobet γέλη ήταν στατιστικώς σημαντικά περισσότερο αποτελεσματική από τα φάρμακα σύγκρισης. Τα αποτελέσματα για την ταχύτητα έναρξης δράσης, με βάση παρόμοια δεδομένα την εβδομάδα 2, επίσης έδειξαν ότι η Dovobet γέλη είναι στατιστικώς σημαντικά περισσότερο αποτελεσματική από τα φάρμακα σύγκρισης.
| % ασθενών με απουσία νόσου ή με πολύ ήπια νόσο | Dovobet γέλη (n=1,108) | Βηταμεθαζόνη διπροπιονική (n=1,118) | Καλσιποτριόλη (n=558) | Φορέας γέλης (n=136) |
|---|---|---|---|---|
| εβδομάδα 2 | 53.2% | 42.8% | 17.2% | 11.8% |
| εβδομάδα 8 | 69.8% | 62.5% | 40.1% | 22.8% |
| Στατιστικώς σημαντικά λιγότερο αποτελεσματικό σε σύγκριση με τη Dovobet γέλη (P<0.001) |
Η αποτελεσματικότητα της χρήσης της Dovobet γέλης μια φορά ημερησίως σε περιοχές του σώματος εκτός του τριχωτού της κεφαλής διερευνήθηκε σε μία τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, διάρκειας 8 εβδομάδων κλινική μελέτη η οποία περιελάμβανε 296 ασθενείς με κοινή ψωρίαση ήπιας ή μέτριας βαρύτητας σύμφωνα με την IGA. Τα φάρμακα σύγκρισης ήταν η διπροπιονική βηταμεθαζόνη σε φορέα γέλης, η καλσιποτριόλη σε φορέα γέλης και μόνο ο φορέας γέλης. Όλα χρησιμοποιήθηκαν μια φορά ημερησίως. Τα πρωταρχικά κριτήρια ανταπόκρισης ήταν ελεγχόμενη νόσος σύμφωνα με την IGA την εβδομάδα 4 και την εβδομάδα 8. Ως ελεγχόμενη νόσος καθορίσθηκε η «κάθαρση» ή «ελάχιστη πάθηση» για ασθενείς με μέτρια νόσο στην έναρξη της θεραπείας ή «κάθαρση» για τους ασθενείς με ήπια νόσο στην έναρξη της θεραπείας. Δευτερεύοντα κριτήρια ανταπόκρισης ήταν η ποσοστιαία μεταβολή στο δείκτη σοβαρότητας και έκτασης της ψωρίασης (PASI) από την έναρξη έως την εβδομάδα 4 και την εβδομάδα 8.
| % ασθενών με ελεγχόμενη νόσο | Dovobet γέλη (n=126) | Βηταμεθαζόνη διπροπιονική (n=68) | Καλσιποτριόλη (n=67) | Φορέας γέλης (n=35) |
|---|---|---|---|---|
| εβδομάδα 4 | 20.6% | 10.3% | 4.5% | 2.9% |
| εβδομάδα 8 | 31.7% | 19.1% | 13.4% | 0.0% |
| Στατιστικώς σημαντικά λιγότερο αποτελεσματικό σε σύγκριση με τη Dovobet γέλη (P<0.05) |
| Μέση ποσοστιαία μείωση σε PASI (SD) | Dovobet γέλη (n=126) | Βηταμεθαζόνη διπροπιονική (n=68) | Καλσιποτριόλη (n=67) | Φορέας γέλης (n=35) |
|---|---|---|---|---|
| εβδομάδα 4 | 50.2 (32.7) | 40.8 (33.3) | 32.1 (23.6) | 17.0 (31.8) |
| εβδομάδα 8 | 58.8 (32.4) | 51.8 (35.0) | 40.8 (31.9) | 11.1 (29.5) |
| Στατιστικώς σημαντικά λιγότερο αποτελεσματικό σε σύγκριση με τη Dovobet γέλη (P<0.05) |
Σε μια άλλη τυχαιοποιημένη, τυφλή για τον ερευνητή κλινική μελέτη, όπου περιλήφθησαν 312 ασθενείς με ψωρίαση του τριχωτού της κεφαλής με νόσο τουλάχιστον μέτριας βαρύτητας σύμφωνα με την IGA, διερευνήθηκε η χρήση της Dovobet γέλης μια φορά ημερησίως σε σύγκριση με Καλσιποτριόλη Δερματικό διάλυμα δύο φορές ημερησίως για διάστημα έως 8 εβδομάδες. Τα αποτελέσματα για το πρωταρχικό κριτήριο ανταπόκρισης (απουσία νόσου ή πολύ ήπια νόσος σύμφωνα με την IGA την εβδομάδα 8) έδειξαν ότι η Dovobet γέλη ήταν στατιστικώς σημαντικά περισσότερο αποτελεσματική από το Καλσιποτριόλη Δερματικό διάλυμα.
| % ασθενών με απουσία νόσου ή με πολύ ήπια νόσο | Dovobet γέλη (n=207) | Καλσιποτριόλη Δερματικό διάλυμα (n=105) |
|---|---|---|
| Εβδομάδα 8 | 68.6% | 31.4% |
| Στατιστικώς σημαντικά λιγότερο αποτελεσματικό από τη Dovobet γέλη (P<0.001) |
Σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, μακροχρόνια κλινική μελέτη, που περιλάμβανε 873 ασθενείς με ψωρίαση του τριχωτού της κεφαλής τουλάχιστον μέτριας βαρύτητας (σύμφωνα με την IGA), διερευνήθηκε η χρήση της Dovobet γέλης σε σύγκριση με την καλσιποτριόλη σε φορέα γέλης. Και οι δύο θεραπείες εφαρμόσθηκαν μια φορά την ημέρα, με διαλείπουσα χρήση όποτε απαιτείτο, για διάστημα έως και 52 εβδομάδες. Μια επιτροπή ανεξάρτητων δερματολόγων, οι οποίοι δεν ήταν γνώστες των θεραπειών, ταυτοποίησε τις ανεπιθύμητες ενέργειες που ενδεχομένως σχετίζονταν με την μακροχρόνια χρήση κορτικοστεροειδών στο τριχωτό της κεφαλής. Δεν υπήρχε διαφορά στα ποσοστά των ασθενών, που εκδήλωσαν αυτού του είδους τις ανεπιθύμητες ενέργειες μεταξύ των ομάδων θεραπείας (2.6% στην ομάδα της Dovobet γέλης και 3.0% στην ομάδα της καλσιποτριόλης, P=0.73). Δεν αναφέρθηκαν περιπτώσεις ατροφίας του δέρματος.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Επιδράσεις στο μεταβολισμό του ασβεστίου διερευνήθηκαν σε δύο μη ελεγχόμενες ανοικτές μελέτες 8 εβδομάδων που περιελάμβαναν συνολικά 109 εφήβους ηλικίας 12-17 ετών με ψωρίαση του τριχωτού της κεφαλής που χρησιμοποίησαν έως και 69 γραμμάρια ανά εβδομάδα Dovobet γέλη. Δεν αναφέρθηκαν περιπτώσεις υπερασβεστιαιμίας και κλινικά σχετικές αλλαγές ασβεστίου στα ούρα.
Η ανταπόκριση των επινεφριδίων στην πρόκληση της ACTH μετρήθηκε σε 30 ασθενείς. Ένας ασθενής έδειξε μια μείωση ανταπόκρισης της κορτιζόλης στην πρόκληση της ACTH μετά από θεραπεία 4 εβδομάδων, η οποία ήταν ήπια, χωρίς κλινικές εκδηλώσεις, και αναστρέψιμη.
Η συστηματική έκθεση στην καλσιποτριόλη και στην διπροπιονική βηταμεθαζόνη από τοπικά εφαρμοζόμενη Dovobet γέλη είναι παρόμοια με τη Dovobet αλοιφή σε αρουραίους και χοιρίδια. Κλινικές μελέτες με ραδιοσημασμένη αλοιφή δείχνουν ότι η συστηματική απορρόφηση της καλσιποτριόλης και της βηταμεθαζόνης από τη Dovobet αλοιφή είναι μικρότερη από 1% της δόσης (2.5 g) όταν εφαρμοσθεί σε υγιές δέρμα (625 cm²) επί 12 ώρες.
Η εφαρμογή σε πλάκες ψωρίασης και με κλειστή περίδεση μπορεί να αυξήσει την απορρόφηση των τοπικών κορτικοστεροειδών. Η απορρόφηση από δέρμα με βλάβες είναι περίπου 24%.
Μετά από συστηματική έκθεση, και τα δύο δραστικά συστατικά - καλσιποτριόλη και διπροπιονική βηταμεθαζόνη - μεταβολίζονται ταχύτατα και εκτεταμένα. Η σύνδεση με πρωτεΐνες είναι περίπου 64%. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής από το πλάσμα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση είναι 5-6 ώρες. Εξ αιτίας της αποθήκευσης στο δέρμα, η αποβολή μετά από δερματική εφαρμογή είναι διαδικασία ημερών. Η βηταμεθαζόνη μεταβολίζεται ιδιαίτερα στο ήπαρ, αλλά επίσης στους νεφρούς σε γλυκουρονιδικούς και θειικούς εστέρες.
Η κύρια οδός απέκκρισης της καλσιποτριόλης είναι μέσω των περιττωμάτων (αρουραίους και χοιρίδια) και της διπροπιονικής βηταμεθαζόνης είναι μέσω των ούρων (αρουραίους και ποντίκια). Στους αρουραίους, μελέτες κατανομής ιστών με ραδιοσημασμένη καλσιποτριόλη και διπροπιονική βηταμεθαζόνη, αντιστοίχως, έδειξαν ότι τα νεφρά και το ήπαρ είχαν το υψηλότερο επίπεδο ραδιενέργειας.
Τα επίπεδα της καλσιποτριόλης και της διπροπιονικής βηταμεθαζόνης ήταν κάτω του ελάχιστου ορίου ποσοτικής μέτρησης σε όλα τα δείγματα αίματος από τους 34 ασθενείς, που υποβλήθηκαν σε θεραπεία για 4 έως 8 εβδομάδες και με τη Dovobet γέλη και με τη Dovobet αλοιφή για εκτεταμένη ψωρίαση στο σώμα και στο τριχωτό της κεφαλής. Ένας μεταβολίτης της καλσιποτριόλης και ένας της διπροπιονικής βηταμεθαζόνης ήταν δυνατόν να μετρηθούν σε ορισμένους από τους ασθενείς.