METHOTREXATE
Μεθοτρεξάτη
Οι αντιμεταβολίτες έχουν δομή που ομοιάζει με τους φυσιολογικούς μεταβολίτες που είναι απαραίτητοι για τη δομή και τη λειτουργία του κυττάρου. Ενσωματώνονται σε νεοσχηματιζόμενο υλικό του πυρήνα ή ανταγωνίζονται ουσιώδη ένζυμα και παραβλάπτουν έτσι την κυτταρική λειτουργία και …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-METHOTREXATE/PFIZER
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Στόμα, ενδομυϊκή, ενδοφλέβια, ενδαρτηριακή, ενδορραχιαία
- Χορήγηση: Ημερησίως, εβδομαδιαίως, κάθε 12 ώρες, κάθε 6 ώρες, 2-5 ημέρες μεσοδιάστημα
- Δόση έναρξης: 15 έως 30 mg ημερησίως (χοριοκαρκίνωμα)
- Τιτλοποίηση: Σταδιακή προσαρμογή για βέλτιστη κλινική ανταπόκριση
-
Χοριοκαρκίνωμα και άλλες τροφοβλαστικές νόσοιΔόση15 έως 30 mg ημερησίως για 5 ημέρες
-
Οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία (για επίτευξη ύφεσης)Δόση3,3 mg/m² σε συνδυασμό με 60 mg/m² πρεδνιζόνη ημερησίως
-
Οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία (διατήρηση ύφεσης)Δόση30 mg/m² την εβδομάδα μοιρασμένη σε δύο χορηγήσεις από το στόμα
-
Οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία (διατήρηση ύφεσης, εναλλακτικά)Δόση2,5 mg/kg ενδοφλέβια για 14 ημέρες
-
Λευχαιμική διήθηση των μηνίγγων (παιδιά)Δόση12 mg/m² (μέγιστη δόση 15 mg) ενδορραχιαίωςΒάσει ηλικίας: <1 έτος: 6 mg, 1 έτος: 8 mg, 2 έτη: 10 mg, 3+ έτη: 12 mg
-
Λεμφοσάρκωμα (στάδιο ΙΙΙ)Δόση0,625-2,5 mg/kg ημερησίως
-
Σπογγοειδής μυκητίασηΔόση2,5 - 10 mg ημερησίως από το στόμαΕπίσης ενδομυϊκά 50 mg εφάπαξ εβδομαδιαίως ή 25 mg δύο φορές την εβδομάδα
-
Οστεοσάρκωμα (αρχική δόση)Δόση12 g/m² ενδοφλέβια με 4ωρη έγχυσηΜπορεί να αυξηθεί σε 15 g/m²
-
Ψωρίαση (εβδομαδιαίο σχήμα)Δόση10-25 mg ανά εβδομάδαΜέγιστο 30 mg ανά εβδομάδα
-
Ψωρίαση (διαιρεμένες δόσεις)Δόση2,5 mg κάθε 12 ώρες για 3 δόσεις, επαναλαμβανόμενες εβδομαδιαία
-
Ρευματοειδής αρθρίτιδα (εβδομαδιαίο σχήμα)Δόση7,5 έως 15 mg μία φορά την εβδομάδαΜέγιστο 20 mg ανά εβδομάδα
-
Ρευματοειδής αρθρίτιδα (διαιρεμένες δόσεις)Δόση2,5 mg ανά 12 ώρες για τρεις δόσεις, επαναλαμβανόμενες εβδομαδιαία
-
Νεανική ρευματοειδής αρθρίτιδα με πολυαρθρική προσβολήΔόση10 mg/m² μια φορά την εβδομάδαΚυμαίνεται από 4 έως 17 mg/m²/εβδομάδα ή 0,1 έως 1,1 mg/kg/εβδομάδα σε κλινικές μελέτες
-
ΗλικιωμένοιΧαμηλές δόσεις, στενή παρακολούθηση
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκειαΠροσαρμογή δόσης βάσει κάθαρσης κρεατινίνης: >80ml/min (Πλήρης δόση), 80-75% (75%), 60-63% (63%), 50-56% (56%), <50 (εναλλακτική θεραπεία)
block
SPC-METHOTREXATE/PFIZER
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Κύηση και γαλουχία
-
Γνωστή υπερευαισθησία στη μεθοτρεξάτη ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα του φαρμάκου
-
Αλκοολισμός, νόσος του ήπατος από αλκοολισμό ή άλλες χρόνιες παθήσεις του ήπατος
-
Κλινικά ή εργαστηριακά στοιχεία συνδρόμου ανοσοανεπάρκειας
-
Προϋπάρχουσα δυσκρασία του αίματος, όπως υποπλασία του μυελού των οστών, λευκοπενία, θρομβοκυτταροπενία ή σοβαρή αναιμία
warning
SPC-METHOTREXATE/PFIZER
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Γενικές προειδοποιήσειςΗ μεθοτρεξάτη πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο από ιατρούς, οι οποίοι έχουν γνώση και εμπειρία στη χρήση των αντιμεταβολιτών. Εξαιτίας της πιθανότητας σοβαρών τοξικών αντιδράσεων (οι οποίες μπορεί να είναι και θανατηφόρες) η μεθοτρεξάτη πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε επικίνδυνες για τη ζωή νεοπλασίες ή σε ασθενείς με ψωρίαση ή ρευματοειδή αρθρίτιδα όταν η νόσος είναι βαριά, ανθεκτική, επιφέρει αναπηρία και δεν έχει ανταποκριθεί επαρκώς σε άλλα είδη θεραπείας. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται συχνά για τυχόν τοξικότητα στο μυελό των οστών, το ήπαρ, τους πνεύμονες και τους νεφρούς. Ο ασθενής πρέπει να ενημερώνεται από το γιατρό για τους πιθανούς κινδύνους και πρέπει να βρίσκεται κάτω από συνεχή ιατρική παρακολούθηση.
-
Υψηλές δόσειςΗ χορήγηση υψηλών δόσεων μεθοτρεξάτης που συνιστάται στο οστεοσάρκωμα απαιτεί εντατική φροντίδα. Η χορήγηση υψηλών δόσεων για άλλες νεοπλασματικές νόσους βρίσκεται σε ερευνητικό στάδιο και δεν έχει αποδειχθεί κανένα θεραπευτικό πλεονέκτημα.
-
ΚύησηΠληθυσμόςΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικίαΔεν συνιστάται για τη θεραπεία νεοπλασματικών νόσων εκτός εάν τα προσδοκώμενα οφέλη αντισταθμίζουν τους πιθανούς κινδύνους. Έγκυες ασθενείς με ψωρίαση ή ρευματοειδή αρθρίτιδα δεν πρέπει να λαμβάνουν μεθοτρεξάτη.
-
Σύνδρομο λύσεως όγκουΚατάλληλα υποστηρικτικά και φαρμακολογικά μέτρα μπορεί να προλάβουν ή να ελαφρύνουν αυτή την επιπλοκή.
-
Δερματικές αντιδράσειςΈχουν αναφερθεί σοβαρές, σε ορισμένες περιπτώσεις θανατηφόρες, δερματικές αντιδράσεις όπως σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση (σύνδρομο Lyell), μετά από εφάπαξ ή πολλαπλές δόσεις μεθοτρεξάτης.
-
Ευκαιριακές λοιμώξειςΕπί θεραπείας με μεθοτρεξάτη μπορεί να συμβούν δυνητικά θανατηφόρες ευκαιριακές λοιμώξεις, περιλαμβανομένης της πνευμονίας από Pneumocystis carinii.
-
Μείωση αποβολήςΠληθυσμόςΑσθενείς με βλάβη της νεφρικής λειτουργίας, ασκίτη ή υπεζωκοτική συλλογήΑπαιτούν ιδιαίτερη προσοχή στην παρακολούθηση της τοξικότητας και έχουν ανάγκη ελαττωμένης δοσολογίας ή σε ορισμένες περιπτώσεις διακοπή της χορήγησης της μεθοτρεξάτης.
-
Συνδυασμός με ΜΣΑΦΈχουν αναφερθεί απροσδόκητα βαριά (μερικές φορές θανατηφόρα) περιστατικά καταστολής του μυελού των οστών, απλαστικής αναιμίας και γαστρεντερικής τοξικότητας.
-
ΗπατοτοξικότηταΗ μεθοτρεξάτη προκαλεί ηπατοτοξικότητα, ίνωση του ήπατος και κίρρωση αλλά κατά κανόνα μόνο μετά από παρατεταμένη χρήση. Παρατηρείται συχνά οξεία αύξηση ηπατικών ενζύμων. Η βιοψία του ήπατος μετά από παρατεταμένη χρήση του φαρμάκου, συχνά δείχνει ιστολογικές αλλοιώσεις, και έχουν αναφερθεί ίνωση και κίρρωση. Συνιστάται περιοδική διενέργεια βιοψιών ήπατος στους ασθενείς με ψωρίαση που λαμβάνουν μακροχρόνια θεραπεία. Επίμονες υψηλές τιμές των ηπατικών ενζύμων μπορεί να προηγηθούν της ίνωσης ή της κίρρωσης στους ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα.
-
Πνευμονική νόσοςΗ νόσος των πνευμόνων που οφείλεται στη μεθοτρεξάτη περιλαμβανομένης της οξείας ή χρόνιας διάμεσης πνευμονίτιδας είναι μία δυνητικά επικίνδυνη βλάβη, η οποία μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Δεν είναι πάντοτε εντελώς αναστρέψιμη και έχουν αναφερθεί θάνατοι. Τα συμπτώματα από τους πνεύμονες μπορεί να απαιτήσουν διακοπή της θεραπείας και προσεκτική έρευνα.
-
Γαστρεντερική τοξικότηταΗ διάρροια και η ελκώδης στοματίτιδα απαιτούν διακοπή της θεραπείας, διαφορετικά, μπορεί να εμφανιστούν αιμορραγική εντερίτιδα και θάνατος από διάτρηση του εντέρου. Η μεθοτρεξάτη πρέπει να χρησιμοποιείται με εξαιρετική προσοχή παρουσία πεπτικού έλκους ή ελκώδους κολίτιδας.
-
Κακόηθες λέμφωμαΜπορεί να εκδηλωθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν χαμηλή δοσολογία μεθοτρεξάτης. Πρέπει να διακόπτεται η μεθοτρεξάτη και αν το λέμφωμα δεν υποστρέψει πρέπει να χορηγηθεί η κατάλληλη θεραπεία.
-
ΑκτινοθεραπείαΗ χορήγηση μεθοτρεξάτης κατά τη διάρκεια ακτινοθεραπείας μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης νεκρώσεως των μαλακών ιστών και οστεονεκρώσεως.
-
Συσσώρευση σε τρίτο χώροΗ μεθοτρεξάτη εξέρχεται βραδέως από διαμερίσματα τρίτου χώρου. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα παράταση του τελικού χρόνου ημιζωής και απρόβλεπτη τοξικότητα. Συνιστάται να απομακρύνεται το υγρό πριν τη θεραπεία και να παρακολουθούνται τα επίπεδα μεθοτρεξάτης στο πλάσμα.
-
Μειωμένη νεφρική λειτουργίαΗ θεραπεία πρέπει να εφαρμόζεται με εξαιρετική προσοχή και με μειωμένη δοσολογία, γιατί θα ελαττωθεί η αποβολή της μεθοτρεξάτης.
-
Αντιμετώπιση τοξικότηταςΟι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι αναστρέψιμες εάν διαπιστωθούν έγκαιρα. Πρέπει να μειωθεί η δόση ή να διακοπεί η χορήγηση της μεθοτρεξάτης και να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα αντιμετώπισής τους. Εάν κριθεί αναγκαίο μπορεί να χορηγηθεί λευκοβορίνη και να εφαρμοσθεί επείγουσα περιοδική αιμοδιύλιση.
-
ΓαστρεντερικόΑν υπάρξει έμετος, διάρροια, ή στοματίτιδα, που μπορεί να προκαλέσουν αφυδάτωση, πρέπει να διακοπεί η χορήγηση της μεθοτρεξάτης μέχρι την επάνοδο στο φυσιολογικό. Πρέπει να χρησιμοποιείται με πολύ προσοχή παρουσία πεπτικού έλκους και ελκώδους κολίτιδας.
-
ΑίμαH μεθοτρεξάτη μπορεί να καταστείλει την αιμοποίηση και να προκαλέσει αναιμία, απλαστική αναιμία, πανκυτταροπενία, λευκοπενία, ουδετεροπενία, και/ή θρομβοκυττοπενία. Σε ασθενείς με κακοήθεια και προϋπάρχουσα βλάβη του αιμοποιητικού συστήματος, το φάρμακο θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή. Στη ψωρίαση και ρευματοειδή αρθρίτιδα, η μεθοτρεξάτη θα πρέπει να διακοπεί αμέσως εάν υπάρχει σημαντική αλλοίωση στην αιματολογική εικόνα. Στην αντιμετώπιση των νεοπλασματικών νόσων, η μεθοτρεξάτη πρέπει να συνεχίζεται μόνο αν το πιθανό όφελος αντισταθμίζει τον κίνδυνο της βαριάς μυελοκαταστολής. Ασθενείς με βαριά κοκκιοκυτταροπενία και πυρετό πρέπει να αξιολογούνται αμέσως και συνήθως απαιτούν παρεντερική αντιβιοτική θεραπεία ευρέος φάσματος.
-
ΉπαρΗ μεθοτρεξάτη είναι δυνατόν να προκαλέσει οξεία ηπατίτιδα και χρόνια (ίνωση και κίρρωση) ηπατοτοξικότητα. Η χρόνια τοξικότητα μπορεί να είναι θανατηφόρα. Παροδικές ανωμαλίες των ηπατικών παραμέτρων παρατηρούνται συχνά. Επίμονες διαταραχές ηπατικής λειτουργίας μπορεί να είναι δείκτες σοβαρής ηπατοτοξικότητας. Συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή σε προϋπάρχουσα βλάβη του ήπατος ή ελάττωση της ηπατικής λειτουργίας. Στη ψωρίαση και ρευματοειδή αρθρίτιδα, συνιστάται περιοδική διενέργεια βιοψιών ήπατος. Η μέτρια ίνωση ή η κίρρωση οδηγεί στη διακοπή του φαρμάκου. Η ελαφρά ίνωση απαιτεί επανάληψη της βιοψίας. Η μεθοτρεξάτη πρέπει να διακοπεί όταν ο ασθενής εμφανίζει παθολογικές τιμές της ηπατικής λειτουργίας που επιμένουν και αρνείται τη βιοψία ήπατος, ή όταν η βιοψία ήπατος δείχνει μέτριες έως σοβαρές αλλοιώσεις.
-
Λοίμωξη ή ανοσολογικές καταστάσειςΗ μεθοτρεξάτη πρέπει να χρησιμοποιείται με υπερβολική προσοχή παρουσία ενεργού λοίμωξης, και συνήθως αντενδείκνυται σε ασθενείς με συμπτώματα ή εργαστηριακές ενδείξεις συνδρόμου ανοσοανεπάρκειας.
-
ΑνοσοποίησηΟ εμβολιασμός μπορεί να είναι αναποτελεσματικός. Γενικά, δεν συνιστάται ο εμβολιασμός με εμβόλια από ζωντανούς ιούς.
-
ΛοίμωξηΕίναι πιθανό να εμφανισθεί πνευμονία. Ευκαιριακές λοιμώξεις που μπορεί να αποβούν θανατηφόρες, περιλαμβανομένης της πνευμονίας από Pneumocystis carinii, μπορεί να παρουσιαστούν. Όταν ο ασθενής παρουσιάζει συμπτώματα από το αναπνευστικό θα πρέπει να διερευνάται η πιθανότητα λοίμωξης από Pneumocystis carinii.
-
ΝευρικόΈχουν υπάρξει αναφορές λευκοεγκεφαλοπάθειας μετά από ενδοφλέβια χορήγηση μεθοτρεξάτης. Σοβαρή νευροτοξικότητα έχει αναφερθεί με απροσδόκητα αυξημένη συχνότητα στους παιδιατρικούς ασθενείς με οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία. Χρόνια λευκοεγκεφαλοπάθεια έχει αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν επαναλαμβανόμενες χορηγήσεις μεθοτρεξάτης σε υψηλή δόση. Παροδικό οξύ νευρολογικό σύνδρομο έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς που ελάμβαναν θεραπευτικά σχήματα με υψηλή δοσολογία. Μετά από ενδορραχιαία χορήγηση μεθοτρεξάτης, η τοξικότητα του κεντρικού νευρικού συστήματος μπορεί να εκδηλωθεί ως οξεία χημική αραχνοειδίτιδα, υποξεία μυελοπάθεια ή χρόνια λευκοεγκεφαλοπάθεια. Η συνδυασμένη χρήση κρανιακής ακτινοβολίας και μεθοτρεξάτης ενδορραχιαίως αυξάνει την εμφάνιση λευκοεγκεφαλοπάθειας. Η ενδορραχιαία και η ενδοφλέβια χορήγηση μπορεί να οδηγήσουν σε οξεία εγκεφαλίτιδα και οξεία εγκεφαλοπάθεια. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις ασθενών με περικοιλιακό λέμφωμα του ΚΝΣ που ανέπτυξαν εγκεφαλικό εγκολεασμό. Έχουν αναφερθεί σοβαρές νευρολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες σε ασθενείς που έλαβαν μεθοτρεξάτη σε συνδυασμό με κυταραβίνη.
-
ΑναπνευστικόΣυμπτώματα από τους πνεύμονες μπορεί να δείχνουν την ύπαρξη μιας δυνητικά επικίνδυνης βλάβης οπότε απαιτείται διακοπή της θεραπείας και προσεκτική διερεύνηση. Θα πρέπει να αποκλειστεί η λοίμωξη.
-
ΝεφροίΗ μεθοτρεξάτη μπορεί να προκαλέσει νεφρική βλάβη που να οδηγήσει σε οξεία νεφρική ανεπάρκεια. Συνιστάται στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, επαρκής ενυδάτωση, αλκαλοποίηση των ούρων, μέτρηση της μεθοτρεξάτης στον ορό και εκτίμηση της νεφρικής λειτουργίας.
-
ΔέρμαΈχουν αναφερθεί σοβαρές, κατά περίπτωση θανατηφόρες, δερματολογικές αντιδράσεις. Οι ψωριασικές βλάβες μπορεί να επιδεινωθούν με ταυτόχρονη έκθεση σε υπεριώδη ακτινοβολία. Η δερματίτιδα από ακτινοβολία και το ηλιακό έγκαυμα μπορεί να επανεμφανισθούν με τη χρήση μεθοτρεξάτης.
-
ΠροφυλάξειςΗ μεθοτρεξάτη μπορεί να προκαλέσει σοβαρή τοξικότητα. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά. Οι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι αναστρέψιμες εάν διαγνωστούν νωρίς. Πρέπει να ελαττωθεί η δόση ή να μην συνεχιστεί η χορήγηση και να ληφθούν τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα. Η θεραπεία με μεθοτρεξάτη σε ηλικιωμένους πρέπει να γίνεται με σχετικά χαμηλές δόσεις και στενή παρακολούθηση.
-
Πληροφορίες για τους ασθενείςΟι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τα οφέλη και κινδύνους, για την ανάγκη ιατρικής παρακολούθησης και εργαστηριακών εξετάσεων. Πρέπει να τονιστεί η σημασία της λήψης της δόσης 1 φορά την εβδομάδα και όχι καθημερινά. Πρέπει να συζητηθούν οι κίνδυνοι για την αναπαραγωγή.
-
ΛεμφώματαΣε ασθενείς που λαμβάνουν χαμηλή δόση μεθοτρεξάτης μπορεί να παρουσιαστούν κακοήθη λεμφώματα, τα οποία μπορεί να υποχωρήσουν με τη διακοπή της μεθοτρεξάτης. Πρέπει πρώτα να διακοπεί η θεραπεία με μεθοτρεξάτη και εάν το λέμφωμα δεν υποχωρήσει πρέπει να εφαρμοστεί κατάλληλη θεραπεία.
-
Ανεπάρκεια φυλλικού οξέοςΜπορεί να αυξηθεί η τοξικότητα της μεθοτρεξάτης.
-
Εργαστηριακές εξετάσειςΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά για έγκαιρη ανίχνευση τοξικών επιδράσεων. Απαιτείται βασική αξιολόγηση (γενική αίματος, ηπατικά ένζυμα, νεφρική λειτουργία, ακτινογραφία θώρακα). Στη ρευματοειδή αρθρίτιδα και ψωρίαση, απαιτείται παρακολούθηση αιματολογικών παραμέτρων μηνιαίως, νεφρικής λειτουργίας και ηπατικών ενζύμων κάθε 1-2 μήνες. Ανωμαλίες στις εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας ή πτώση λευκωμάτων ορού μπορεί να σημαίνουν σοβαρή ηπατοτοξικότητα. Οι εξετάσεις αναπνευστικής λειτουργίας μπορεί να είναι χρήσιμες αν υπάρχει υποψία πνευμονικής νόσου. Η παρακολούθηση των επιπέδων μεθοτρεξάτης στον ορό μπορεί να μειώσει σημαντικά την τοξικότητα.
swap_horiz
SPC-METHOTREXATE/PFIZER
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ)ΠροσοχήΑύξηση και παράταση επιπέδων μεθοτρεξάτης στον ορό, βαριά αιματολογική και γαστρεντερική τοξικότητα (με υψηλές δόσεις). Μείωση σωληναριακής απέκκρισης (με ζώα).ΣύστασηΠροσοχή στην ταυτόχρονη χορήγηση, ιδιαίτερα με υψηλές δόσεις. Δοκιμαστική χρήση ΜΣΑΦ και σαλικυλικών με χαμηλές δόσεις φάνηκε ασφαλής σε ρευματοειδή αρθρίτιδα.
-
ΠροσοχήΑύξηση κινδύνου πανκυτταροπενίας.
-
Φάρμακα που δεσμεύονται ισχυρά με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (π.χ. σαλικυλικά, φαινυλβουταζόνη, φαινυτοΐνη, σουλφοναμίδες)ΠροσοχήΕκτόπιση μεθοτρεξάτης από πρωτεΐνες ορού, αύξηση τοξικότητας.
-
ΠροβενεσίδηΠροσοχήΜείωση νεφρικής σωληναριακής απέκκρισης.ΣύστασηΠροσεκτική παρακολούθηση ασθενούς.
-
Χημειοθεραπευτικοί παράγοντες (π.χ. σισπλατίνη)ΠροσοχήΑυξημένη νεφροτοξικότητα.
-
ΠροσοχήΑύξηση επιπέδων μερκαπτοπουρίνης στο πλάσμα.ΣύστασηΡύθμιση δοσολογίας.
-
ΠαρακολούθησηΜείωση εντερικής απορρόφησης μεθοτρεξάτης ή διαταραχή εντεροηπατικής κυκλοφορίας.
-
Τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόληΠαρακολούθησηΑύξηση καταστολής μυελού των οστών (σπάνια).
-
Πενικιλλίνες και σουλφοναμίδεςΠροσοχήΜείωση νεφρικής κάθαρσης, αυξημένες συγκεντρώσεις μεθοτρεξάτης και τοξικότητα.ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση.
-
ΠροσοχήΑυξημένος κίνδυνος ηπατοτοξικότητας.ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση.
-
ΠαρακολούθησηΜείωση κάθαρσης θεοφυλλίνης.ΣύστασηΠαρακολούθηση επιπέδων θεοφυλλίνης.
-
Βιταμίνες (που περιέχουν φυλλικό οξύ ή παράγωγα)ΠαρακολούθησηΜείωση ανταπόκρισης στη μεθοτρεξάτη.ΣύστασηΚαταστάσεις ανεπάρκειας φυλλικού οξέος μπορούν να αυξήσουν την τοξικότητα.
-
ΑκτινοθεραπείαΠροσοχήΑυξημένος κίνδυνος οστεονέκρωσης και νέκρωσης μαλακών μορίων.
-
ΠροσοχήΑυξημένος κίνδυνος σοβαρών νευρολογικών ανεπιθύμητων ενεργειών (κεφαλαλγία, παράλυση, κώμα, εγκεφαλικά επεισόδια).
sick
SPC-METHOTREXATE/PFIZER
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ευκαιριακές λοιμώξεις, περιλαμβανομένων θανατηφόρων λοιμώξεων
- Σηψαιμία
- Κοκκιδιοειδομυκητίαση
- Λοιμώξεις περιλαμβανομένης πνευμονίας, πνευμονία από Pneumocystis carinii, νοκαρδίαση, ιστοπλάσμωση, κρυπτοκόκκωση, έρπης ζωστήρας, ηπατίτιδα από τον ιό του απλού έρπητα, γενικευμένος απλός έρπης, θανατηφόρα σηψαιμία, λοίμωξη από κυτταρομεγαλοϊό περιλαμβανομένης πνευμονίας από κυτταρομεγαλοϊό.
- Λέμφωμα, περιλαμβανομένου αναστρέψιμου λεμφώματος
- Σύνδρομο λύσεως όγκου (μόνο σε περίπτωση παρεντερικής χρήσης)
- Αναιμία, κατεσταλμένη αιμοποίηση, θρομβοκυτταροπενία
- Απλαστική αναιμία
- Λεμφαδενοπάθεια και λεμφοϋπερπλαστικές διαταραχές (περιλαμβανομένων και αναστρέψιμων), πανκυτταροπενία, ουδετεροπενία, ακοκκιοκυτταραιμία, ηωσινοφιλία.
- Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις
- Υπογαμμασφαιριναιμία
- Διαβήτης
- Αλλαγές της διάθεσης
- Παροδική νοητική δυσλειτουργία
- Σπασμοί (μόνο σε περίπτωση παρεντερικής χορήγησης)
- Εγκεφαλοπάθεια/λευκοεγκεφαλοπάθεια (μόνο σε περίπτωση παρεντερικής χορήγησης)
- Κεφαλαλγία
- Ημιπάρεση
- Υπνηλία
- Πάρεση
- Διαταραχές στο λόγο περιλαμβανομένης δυσαρθρίας και αφασίας
- Λευκοεγκεφαλοπάθεια (στην από του στόματος χορήγηση)
- Ασυνήθεις αισθητικές διαταραχές στην περιοχή του κρανίου.
- Θάμβος όρασης
- Σοβαρές οπτικές διαταραχές άγνωστης αιτιολογίας
- Επιπεφυκίτις
- Παροδική τύφλωση/απώλεια όρασης
- Αμφιβληστροειδοπάθεια
- Υπόταση
- Συλλογή υγρού στον περικαρδιακό χώρο
- Περικαρδίτιδα.
- Θρομβοεμβολικά επεισόδια (περιλαμβανομένης θρομβοφλεβίτιδας, αρτηριακής θρόμβωσης, εγκεφαλικής θρόμβωσης, εν τω βάθει φλεβοθρόμβωσης, πνευμονικής εμβολής, θρόμβωσης αμφιβληστροειδικής φλέβας)
- Αγγειίτιδα
- Διάμεση πνευμονίτιδα, περιλαμβανομένης θανατηφόρας έκβασης
- Φαρυγγίτιδα
- Πνευμονική ίνωση
- Χρόνια διάμεση αποφρακτική πνευμονοπάθεια.
- Κυψελιδίτιδα
- Ανορεξία
- Διάρροια
- Στοματίτιδα
- Έμετος
- Παγκρεατίτιδα
- Εντερίτιδα
- Έλκη γαστρεντερικού και αιμορραγία
- Ουλίτιδα
- Μέλαινα.
- Αιματέμεση
- Αυξήσεις ηπατικών ενζύμων
- Οξεία ηπατίτιδα
- Χρόνια ίνωση και κίρρωση
- Ηπατοτοξικότητα
- Πτώση λευκωματίνης ορού.
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Αλωπεκία
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση (σύνδρομο Lyell)
- Ακμή
- Εκχυμώσεις
- Πολύμορφο ερύθημα
- Ερυθηματώδη εξανθήματα
- Οζίδια
- Επώδυνη διάβρωση ψωριασικών πλακών
- Φωτοευαισθησία
- Μελαγχρωστικές αλλοιώσεις
- Κνησμός
- Εξέλκωση δέρματος
- Κνίδωση.
- Δοθιήνωση
- Τελαγγειεκτασία.
- Αρθραλγία/μυαλγία
- Οστεοπόρωση
- Κατάγματα από υπερβολική καταπόνηση
- Βαριά νεφροπάθεια
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Δυσουρία
- Αζωθαιμία
- Κυστίτιδα
- Αιματουρία.
- Πρωτεϊνουρία
- Εμβρυϊκές ανωμαλίες
- Αποβολή
- Εμβρυϊκός θάνατος
- Δυσλειτουργία εμμηνορρυσίας
- Ατελής ωογένεση/σπερματογένεση
- Ανικανότητα
- Στειρότητα
- Απώλεια libido
- Παροδική ολιγοσπερμία
- Κολπικό έκκριμα.
- Αιφνίδιος θάνατος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΕλκώδης στοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΛευκοπενίαΑιμοποιητικό/λεμφικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσφορία στην περιοχή της κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚακουχία
-
ΣυχνέςΑδικαιολόγητη κόπωση
-
ΣυχνέςΡίγη
-
ΣυχνέςΠυρετός
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΜειωμένη αντίσταση στις λοιμώξειςΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΕυκαιριακές λοιμώξεις, περιλαμβανομένων θανατηφόρων λοιμώξεωνΛοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΣηψαιμίαΛοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΚοκκιδιοειδομυκητίασηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνάΛέμφωμα, περιλαμβανομένου αναστρέψιμου λεμφώματοςΝεοπλάσματα
-
Πολύ σπάνιαΣύνδρομο λύσεως όγκουΝεοπλάσματα
-
Όχι συχνέςΑναιμίαΑιμοποιητικό/λεμφικό
-
Όχι συχνέςΚατεσταλμένη αιμοποίησηΑιμοποιητικό/λεμφικό
-
Όχι συχνέςΘρομβοκυτταροπενίαΑιμοποιητικό/λεμφικό
-
Πολύ σπάνιεςΑπλαστική αναιμίαΑιμοποιητικό/λεμφικό
-
Μη γνωστέςΛεμφαδενοπάθεια και λεμφοϋπερπλαστικές διαταραχέςΑιμοποιητικό/λεμφικό
-
Μη γνωστέςΠανκυτταροπενίαΑιμοποιητικό/λεμφικό
-
Μη γνωστέςΟυδετεροπενίαΑιμοποιητικό/λεμφικό
-
Μη γνωστέςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑιμοποιητικό/λεμφικό
-
Μη γνωστέςΗωσινοφιλίαΑιμοποιητικό/λεμφικό
-
Όχι συχνέςΑναφυλακτοειδείς αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΥπογαμμασφαιριναιμίαΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΔιαβήτηςΜεταβολισμός/θρέψη
-
ΣπάνιεςΑλλαγές της διάθεσηςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΠαροδική νοητική δυσλειτουργίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΣπασμοίΝευρικό
-
Όχι συχνέςΕγκεφαλοπάθεια/λευκοεγκεφαλοπάθειαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΗμιπάρεσηΝευρικό
-
ΣπάνιεςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΠάρεσηΝευρικό
-
ΣπάνιεςΔιαταραχές στο λόγοΝευρικό
-
ΣπάνιεςΛευκοεγκεφαλοπάθεια (από το στόμα)Νευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΑσυνήθεις αισθητικές διαταραχές στην περιοχή του κρανίουΝευρικό
-
ΣπάνιεςΘάμβος όρασηςΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΣοβαρές οπτικές διαταραχές άγνωστης αιτιολογίαςΟφθαλμικές
-
Πολύ σπάνιεςΕπιπεφυκίτιςΟφθαλμικές
-
Πολύ σπάνιεςΠαροδική τύφλωση/απώλεια όρασηςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΑμφιβληστροειδοπάθειαΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΥπότασηΚαρδιακές
-
Πολύ σπάνιεςΣυλλογή υγρού στον περικαρδιακό χώροΚαρδιακές
-
Πολύ σπάνιεςΠερικαρδίτιδαΚαρδιακές
-
ΣπάνιεςΘρομβοεμβολικά επεισόδιαΑγγειακές
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειίτιδαΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΔιάμεση πνευμονίτιδαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΠνευμονική ίνωσηΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιεςΧρόνια διάμεση αποφρακτική πνευμονοπάθειαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΚυψελιδίτιδαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΑνορεξίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΕντερίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΈλκη γαστρεντερικού και αιμορραγίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΟυλίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΜέλαιναΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΑιματέμεσηΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑυξήσεις ηπατικών ενζύμωνΉπατος/χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΟξεία ηπατίτιδαΉπατος/χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΧρόνια ίνωση και κίρρωσηΉπατος/χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΗπατοτοξικότηταΉπατος/χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιεςΠτώση λευκωματίνης ορούΉπατος/χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΗπατική ανεπάρκειαΉπατος/χοληφόρων
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔέρματος/υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρματος/υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυση (σύνδρομο Lyell)Δέρματος/υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΑκμήΔέρματος/υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΕκχυμώσειςΔέρματος/υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρματος/υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΕρυθηματώδη εξανθήματαΔέρματος/υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΟζίδιαΔέρματος/υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΕπώδυνη διάβρωση ψωριασικών πλακώνΔέρματος/υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΦωτοευαισθησίαΔέρματος/υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΜελαγχρωστικές αλλοιώσειςΔέρματος/υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΚνησμόςΔέρματος/υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΕξέλκωση δέρματοςΔέρματος/υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔέρματος/υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΔοθιήνωσηΔέρματος/υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΤελαγγειεκτασίαΔέρματος/υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΑρθραλγία/μυαλγίαΜυοσκελετικό/συνδετικού ιστού
-
ΣπάνιεςΟστεοπόρωσηΜυοσκελετικό/συνδετικού ιστού
-
ΣπάνιεςΚατάγματα από υπερβολική καταπόνησηΜυοσκελετικό/συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΒαριά νεφροπάθειαΝεφρών/ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρών/ουροφόρων οδών
-
ΣπάνιεςΔυσουρίαΝεφρών/ουροφόρων οδών
-
Πολύ σπάνιεςΑζωθαιμίαΝεφρών/ουροφόρων οδών
-
Πολύ σπάνιεςΚυστίτιδαΝεφρών/ουροφόρων οδών
-
Πολύ σπάνιεςΑιματουρίαΝεφρών/ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΠρωτεϊνουρίαΝεφρών/ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΕμβρυϊκές ανωμαλίεςΚύησης, λοχείας, περιγεννητικής περιόδου
-
ΣπάνιεςΑποβολήΚύησης, λοχείας, περιγεννητικής περιόδου
-
Μη γνωστέςΕμβρυϊκός θάνατοςΚύησης, λοχείας, περιγεννητικής περιόδου
-
ΣπάνιεςΔυσλειτουργία εμμηνορρυσίαςΑναπαραγωγικού συστήματος/μαστού
-
Πολύ σπάνιεςΑτελής ωογένεση/σπερματογένεσηΑναπαραγωγικού συστήματος/μαστού
-
Πολύ σπάνιεςΑνικανότηταΑναπαραγωγικού συστήματος/μαστού
-
Πολύ σπάνιεςΣτειρότηταΑναπαραγωγικού συστήματος/μαστού
-
Πολύ σπάνιεςΑπώλεια libidoΑναπαραγωγικού συστήματος/μαστού
-
Πολύ σπάνιεςΠαροδική ολιγοσπερμίαΑναπαραγωγικού συστήματος/μαστού
-
Πολύ σπάνιεςΚολπικό έκκριμαΑναπαραγωγικού συστήματος/μαστού
-
Πολύ σπάνιεςΑιφνίδιος θάνατοςΓενικές διαταραχές/οδός χορήγησης
-
>10%Αυξημένες τιμές δεικτών ηπατικής λειτουργίαςΉπατος/χοληφόρων
-
>10%Ναυτία/έμετοιΓαστρεντερικό
-
3% - 10%ΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
3% - 10%ΘρομβοκυτταροπενίαΑιμοποιητικό/λεμφικό
-
1% - 3%Ερυθρότητα/κνησμός/δερματίτιδαΔέρματος/υποδόριου ιστού
-
1% - 3%ΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
1% - 3%ΑλωπεκίαΔέρματος/υποδόριου ιστού
-
1% - 3%ΛευκοπενίαΑιμοποιητικό/λεμφικό
-
1% - 3%ΠανκυτταροπενίαΑιμοποιητικό/λεμφικό
-
1% - 3%ΖάληΝευρικό
-
Λιγότερο συχνέςΠτώση του αιματοκρίτηΑιμοποιητικό/λεμφικό
-
Λιγότερο συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Λιγότερο συχνέςΛοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικούΑναπνευστικό
-
Λιγότερο συχνέςΑρθραλγίεςΜυοσκελετικό/συνδετικού ιστού
-
Λιγότερο συχνέςΠόνος στο στήθος
-
Λιγότερο συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Λιγότερο συχνέςΔυσουρίαΝεφρών/ουροφόρων οδών
-
Λιγότερο συχνέςΔιαταραχές της όρασηςΟφθαλμικές
-
Λιγότερο συχνέςΕπίσταξη
-
Λιγότερο συχνέςΛοίμωξηΛοιμώξεις
-
Λιγότερο συχνέςΕφίδρωση
-
Λιγότερο συχνέςΕμβοές
-
Λιγότερο συχνέςΚολπική υπερέκκρισηΑναπαραγωγικού συστήματος/μαστού
-
14%Αυξημένα αποτελέσματα στις μετρήσεις ηπατικής λειτουργίαςΉπατος/χοληφόρων
-
11%Γαστρεντερικές αντιδράσεις (π.χ. ναυτία, έμετος διάρροια)Γαστρεντερικό
-
2%ΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
2%ΛευκοπενίαΑιμοποιητικό/λεμφικό
-
1,2%ΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
0,5%ΑλωπεκίαΔέρματος/υποδόριου ιστού
-
0,2%ΖάληΝευρικό
-
0,2%ΕξάνθημαΔέρματος/υποδόριου ιστού
pregnant_woman
SPC-METHOTREXATE/PFIZER
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυται
-
ΚύησηΑποφεύγεται
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυται
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-METHOTREXATE/PFIZER
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-METHOTREXATE/PFIZER
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Σε ενήλικες, η απορρόφηση από το στόμα φαίνεται να είναι δοσο-εξαρτώμενη. Τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα επιτυγχάνονται μέσα σε μία έως δύο ώρες. Σε δόσεις 30 mg/m² ή λιγότερο, η μεθοτρεξάτη απορροφάται γενικά καλά με μέση βιοδιαθεσιμότητα…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-METHOTREXATE/PFIZER
expand_more
Δοσολογία
Η χορήγηση δισκίων από το στόμα προτιμάται συχνά όταν πρόκειται να χορηγηθούν χαμηλές δόσεις αφού η απορρόφηση είναι ταχεία και επιτυγχάνονται αποτελεσματικά επίπεδα στο πλάσμα. Παρεντερικά η μεθοτρεξάτη μπορεί να χορηγείται μέσω της ενδομυϊκής, ενδοφλέβιας, ενδαρτηριακής ή ενδορραχιαίας οδού. Τα ενέσιμα σκευάσματα που περιέχουν συντηρητικό δεν πρέπει να χορηγούνται ενδορραχιαίως. Τα φαρμακευτικά προϊόντα που προορίζονται για παρεντερική χορήγηση πρέπει να εξετάζονται οπτικά για τυχόν ύπαρξη σωματιδίων ή και αποχρωματισμό προτού χορηγηθούν, όταν το διάλυμα και η συσκευασία το επιτρέπει. Στους συμπαγείς όγκους οι δόσεις ποικίλλουν σημαντικά σύμφωνα με τη διάγνωση, την κατάσταση του ασθενούς και το επιλεγέν χημειοθεραπευτικό σχήμα.
Νεοπλασματικές νόσοι
- Χοριοκαρκίνωμα και άλλες τροφοβλαστικές νόσοι: Η μεθοτρεξάτη χορηγείται από το στόμα σε δόσεις από 15 έως 30 mg ημερησίως για διάστημα 5 ημερών. Τέτοιοι κύκλοι θεραπείας συχνά επαναλαμβάνονται για 3 έως 5 φορές, όπως απαιτείται, με διαστήματα μίας ή περισσοτέρων εβδομάδων ανάμεσα στους κύκλους, μέχρι να υποχωρήσουν τα τοξικά συμπτώματα. Η αποτελεσματικότητα της θεραπείας υπολογίζεται με ποσοτική ανάλυση της χοριακής γοναδοτροπίνης στα ούρα 24ώρου (hCG), η οποία πρέπει να επανέλθει στο φυσιολογικό, ή κάτω από 50 IU/24 ώρες συνήθως μετά από τον τρίτο ή τέταρτο κύκλο θεραπείας και συνήθως πρέπει να ακολουθείται από πλήρη εξαφάνιση των μετρήσιμων βλαβών μέσα σε 4 έως 6 εβδομάδες. Συνήθως συνιστώνται ένας με δύο κύκλοι θεραπείας ύστερα από την επάνοδο της hCG στο φυσιολογικό. Πριν από κάθε θεραπεία με το φάρμακο είναι απαραίτητη η προσεκτική κλινική αξιολόγηση. Ο κυκλικός συνδυασμός της μεθοτρεξάτης μαζί με άλλα αντικαρκινικά φάρμακα θεωρείται ότι είναι ωφέλιμος. Επειδή η υδατιδική μύλη μπορεί να προηγείται του χοριοκαρκινώματος, συνιστάται προφυλακτική χημειοθεραπεία με μεθοτρεξάτη. Το διηθητικό χοριοαδένωμα θεωρείται ότι είναι μία επιθετική μορφή υδατιδικής μύλης. Η μεθοτρεξάτη χορηγείται σε αυτά τα στάδια της νόσου σε δόσεις όμοιες με εκείνες που χορηγούνται στο χοριοκαρκίνωμα.
- Λευχαιμία: Η οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία στα παιδιά και σε έφηβους αποτελούν τις μορφές λευχαιμίας με τη μεγαλύτερη ανταπόκριση στις μέρες μας. Σε νεαρούς ενήλικες και πιο ηλικιωμένους ασθενείς, είναι πιο δύσκολο να επιτευχθεί η κλινική βελτίωση και είναι πιο συχνή η πρώιμη υποτροπή. Η μεθοτρεξάτη μόνη ή σε συνδυασμό με στεροειδή χρησιμοποιήθηκε αρχικά για την επίτευξη ύφεσης σε περιπτώσεις οξείας λεμφοβλαστικής λευχαιμίας. Σύμφωνα με πρόσφατα δεδομένα η θεραπεία με κορτικοστεροειδή σε συνδυασμό με άλλα αντιλευχαιμικά φάρμακα περιλαμβανομένης της μεθοτρεξάτης, φαίνεται να δίνει γρήγορη και αποτελεσματική βελτίωση. Όταν χρησιμοποιήθηκε για επίτευξη ύφεσης, η μεθοτρεξάτη σε δόσεις των 3,3 mg/m² σε συνδυασμό με 60 mg/m² πρεδνιζόνη ημερησίως, επέφερε βελτίωση στο 50% των ασθενών, συνήθως μέσα σε μία περίοδο 4 έως 6 εβδομάδων. Η μεθοτρεξάτη σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα φαίνεται να είναι το φάρμακο εκλογής για τη διατήρηση της φαρμακευτικώς επιτευχθείσας ύφεσης. Όταν επιτυγχάνεται η ύφεση της νόσου και η υποστηρικτική θεραπεία έχει δώσει γενικότερη κλινική βελτίωση, αρχίζει η θεραπεία συντήρησης, ως εξής: Η μεθοτρεξάτη χορηγείται σε συνολική δόση 30 mg/m² την εβδομάδα μοιραμένη σε δύο χορηγήσεις από το στόμα. Έχει επίσης δοθεί σε δόσεις των 2,5 mg/kg ενδοφλέβια για 14 ημέρες. Εάν και όταν εμφανισθεί υποτροπή, η επίτευξη νέας ύφεσης μπορεί να γίνει με επανάληψη της αρχικής δοσολογίας. Έχει χρησιμοποιηθεί ποικιλία συνδυασμών χημειοθεραπευτικών φαρμάκων, ως θεραπεία έναρξης και συντήρησης στην οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία. Ο γιατρός θα πρέπει να είναι γνώστης των νέων εξελίξεων στην αντιλευχαιμική θεραπεία.
- Λευχαιμική διήθηση των μηνίγγων: Στη θεραπεία ή την προφύλαξη της λευχαιμικής διήθησης των μηνίγγων η μεθοτρεξάτη πρέπει να χορηγείται ενδορραχιαίως. Ένα σκεύασμα μεθοτρεξάτης χωρίς συντηρητικό χορηγείται σε αραίωση 1 mg/ml σε ένα κατάλληλο, αποστειρωμένο, χωρίς συντηρητικά μέσο, όπως το ενέσιμο 0,9% χλωριούχο νάτριο, USP. Η ενδορραχιαία χορήγηση μεθοτρεξάτης σε δόση 12 mg/m² (μέγιστη δόση 15 mg) έχει αναφερθεί ότι δίνει χαμηλές συγκεντρώσεις μεθοτρεξάτης στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό και χαμηλή αποτελεσματικότητα στα παιδιά ενώ αντίθετα φτάνει σε υψηλές συγκεντρώσεις και νευροτοξικότητα στους ενήλικες. Το ακόλουθο δοσολογικό σχήμα βασίζεται στην ηλικία και όχι στην επιφάνεια σώματος: Ηλικία (έτη) Δόση (mg) <1 6 1 8 2 10 3 ή περισσότερο 12 Σε μία μελέτη σε ασθενείς κάτω από την ηλικία των 40, το παραπάνω δοσολογικό σχήμα φαίνεται ότι επέτυχε τις επιθυμητές συγκεντρώσεις μεθοτρεξάτης στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό με μικρότερη νευροτοξικότητα. Σε άλλη μία μελέτη σε παιδιά με οξεία λεμφοκυτταρική λευχαιμία συγκρίθηκε το σχήμα αυτό με μία δόση 12 mg/m² (μέγιστη δόση 15 mg). Παρατηρήθηκε σημαντική μείωση στο ποσοστό υποτροπών από το κεντρικό νευρικό σύστημα στην ομάδα όπου η δόση χορηγήθηκε ανάλογα με την ηλικία. Επειδή ο όγκος του εγκεφαλονωτιαίου υγρού και η ποσότητα του μεταβολιζόμενου φαρμάκου μπορεί να μειώνεται με την ηλικία, μπορεί να κριθεί απαραίτητη μείωση της δόσης σε πιο ηλικιωμένους ασθενείς. Για τη θεραπεία της λευχαιμίας των μηνίγγων, η μεθοτρεξάτη μπορεί να χορηγηθεί ενδορραχιαίως με μεσοδιαστήματα 2 έως 5 ημερών. Η χορήγηση με μεσοδιαστήματα μικρότερα της μιας εβδομάδας μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της υποξείας τοξικότητας. Η μεθοτρεξάτη χορηγείται μέχρις ότου ο αριθμός των κυττάρων στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό επανέλθει στο φυσιολογικό. Σε αυτό το σημείο προτείνεται μία επιπλέον δόση. Για την προφύλαξη από τη λευχαιμική διήθηση των μηνίγγων, η δόση είναι η ίδια με εκείνη της θεραπείας, εκτός από τα μεσοδιαστήματα χορήγησης. Γι’ αυτό το θέμα, συνιστάται στο γιατρό να συμβουλευτεί την ιατρική βιβλιογραφία. Ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να παρουσιαστούν με οποιαδήποτε ενδορραχιαία ένεση και συχνά είναι νευρολογικού χαρακτήρα. Υψηλές δόσεις μπορούν να προκαλέσουν σπασμούς. Η μεθοτρεξάτη που χορηγείται μέσω της ενδορραχιαίας οδού εμφανίζεται σε σημαντικά ποσά στη συστηματική κυκλοφορία και μπορεί να προκαλέσει συστηματική τοξικότητα. Η συστηματική αντιλευχαιμική θεραπεία πρέπει να ρυθμίζεται κατάλληλα, να ελαττώνεται, ή να διακόπτεται. Εστιακή εντόπιση της λευχαιμίας στο κεντρικό νευρικό σύστημα ίσως δεν ανταποκριθεί στην ενδορραχιαία χημειοθεραπεία και αντιμετωπίζεται καλύτερα με ακτινοθεραπεία.
- Λεμφώματα: Στο λέμφωμα Burkitt, στα στάδια Ι και ΙΙ η χορήγηση μεθοτρεξάτης έχει επιφέρει παρατεταμένες υφέσεις σε μερικές περιπτώσεις. Η συνιστώμενη δόση είναι 10-25 mg ημερησίως από το στόμα για 4-8 ημέρες. Στο στάδιο ΙΙΙ, η μεθοτρεξάτη συνήθως δίδεται παράλληλα με άλλα αντικαρκινικά φάρμακα. Η θεραπεία σε όλα τα στάδια συνήθως περιλαμβάνει πολλαπλούς κύκλους θεραπείας με το φάρμακο, που διακόπτονται από διαστήματα 7-10 ημερών. Το λεμφοσάρκωμα στο στάδιο ΙΙΙ μπορεί να ανταποκριθεί στη συνδυασμένη φαρμακοθεραπεία με μεθοτρεξάτη που δίνεται σε δόσεις 0,625-2,5 mg/kg ημερησίως.
- Σπογγοειδής μυκητίαση (Δερματικό Τ- λέμφωμα): Η θεραπεία με μεθοτρεξάτη φαίνεται να επιφέρει κλινική ανταπόκριση σε ποσοστό έως 50% των περιπτώσεων. Η δόση είναι συνήθως 2,5 - 10 mg ημερησίως από το στόμα για εβδομάδες ή μήνες. Τα επίπεδα της δόσης του φαρμάκου και η τροποποίηση του δοσολογικού σχήματος με μείωση της δόσης ή διακοπή του φαρμάκου καθορίζονται από την ανταπόκριση του ασθενή και τον αιματολογικό έλεγχο. Η μεθοτρεξάτη έχει επίσης χορηγηθεί ενδομυϊκά σε δόσεις των 50 mg εφάπαξ εβδομαδιαίως ή 25 mg δύο φορές την εβδομάδα. -Οστεοσάρκωμα: Ένα αποτελεσματικό σχήμα συμπληρωματικής χημειοθεραπείας απαιτεί τη χορήγηση αρκετών κυτταροτοξικών χημειοθεραπευτικών φαρμάκων. Παράλληλα με την υψηλή δόση μεθοτρεξάτης μαζί με λευκοβορίνη, στα φάρμακα αυτά μπορεί να συμπεριλαμβάνονται doxorubicin, cisplatin και ένας συνδυασμός bleomycin, cyclophosphamide και dactinomycin (BCD) σε δοσολογικό σχήμα που φαίνεται στον πίνακα που ακολουθεί. Η αρχική δόση για θεραπεία με υψηλές δόσεις μεθοτρεξάτης είναι 12 g/m² . Εάν η δόση αυτή δεν επαρκεί για να εμφανισθεί η μέγιστη συγκέντρωση μεθοτρεξάτης στο πλάσμα των 1000 mmol/l (10⁻³ mol/l) στο τέλος της έγχυσης της μεθοτρεξάτης, η δόση μπορεί να διαβαθμιστεί στα 15 g/m² στις επόμενες θεραπείες. Εάν ο ασθενής παρουσιάσει εμέτους ή δεν μπορεί να ανεχθεί την αγωγή από το στόμα, η λευκοβορίνη δίδεται ενδοφλέβια ή ενδομυϊκά στην ίδια δοσολογία και σχήμα (βλ. επόμενο πίνακα). Φάρμακο * Δόση * Εβδομάδες θεραπείας μετά την επέμβαση Methotrexate 12 g/m² (δόση έναρξης) ενδοφλέβια με 4ωρη έγχυση 4, 5, 6, 7, 11, 12, 15, 16, 29, 30, 44, 45 Leucovorin (φυλλινικό οξύ) 15 mg από το στόμα κάθε 6 ώρες για 10 δόσεις που χορηγούνται 24 ώρες μετά την έναρξη της έγχυσης methotrexate Doxorubicin 30 mg/m² /ημέρα IV για 3 ημέρες 8, 17 (μονοθεραπεία) Doxorubicin 50 mg/m² IV 20, 23, 33, 36 Cisplatin 100 mg/m² IV 20, 23, 33, 36 Bleomycin 15 μονάδες/m² IV για 2 ημέρες 2, 13, 26, 39, 42 Cyclophosphamide 600 mg/m² IV για 2 ημέρες 2, 13, 26, 39, 42 Dactinomycin 0,6 mg/m² IV για 2 ημέρες 2, 13, 26, 39, 42 Όταν πρόκειται να χορηγηθούν αυτές οι υψηλότερες δόσεις μεθοτρεξάτης, οι ακόλουθες οδηγίες ασφάλειας θα πρέπει να τηρούνται προσεκτικά. ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΓΙΑ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΜΕ METHOTREXATE ΜΑΖΙ ΜΕ ΔΙΑΣΩΣΗ ΜΕ ΛΕΥΚΟΒΟΡΙΝΗ
- Η χορήγηση της μεθοτρεξάτης θα πρέπει να καθυστερεί εάν:
- Ο αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων είναι λιγότερος από 1.500/μl.
- Ο αριθμός των ουδετερόφιλων είναι λιγότερος από 200/μl.
- Ο αριθμός των αιμοπεταλίων είναι λιγότερος από 75.000/μl.
- Τα επίπεδα χολερυθρίνης του πλάσματος είναι μεγαλύτερα από 1,2 mg/dl.
- Τα επίπεδα SGPT είναι μεγαλύτερα από 450 Ι.U./L
- Παρουσία βλεννογονίτιδας έως ότου αποδράμει.
- Παρουσία επιμένουσας υπεζωκοτικής συλλογής, η οποία πρέπει να παρακεντάται και να αφαιρείται πλήρως το υγρό, πριν από την έγχυση.
- Θα πρέπει να έχει επιβεβαιωθεί η επαρκής νεφρική λειτουργία. α. Η κρεατινίνη του πλάσματος πρέπει να είναι φυσιολογική, και η κάθαρση της κρεατινίνης πρέπει να είναι μεγαλύτερη από 60 ml/min, πριν την έναρξη της θεραπείας. β. Η κρεατινίνη του πλάσματος πρέπει να μετράται πριν από κάθε κύκλο θεραπείας. Εάν η κρεατινίνη του πλάσματος έχει αυξηθεί κατά 50% ή περισσότερο συγκρινόμενη με προηγούμενη μέτρηση, η κάθαρση της κρεατινίνης πρέπει να μετράται και να είναι μεγαλύτερη από 60 ml/min (ακόμη και αν η κρεατινίνη του πλάσματος βρίσκεται ακόμη μέσα σε φυσιολογικά πλαίσια).
- Οι ασθενείς πρέπει να ενυδατώνονται καλά και πρέπει να τους χορηγείται διττανθρακικό νάτριο για αλκαλοποίηση των ούρων. α. Χορηγούνται ενδοφλεβίως 1000 ml/m² υγρού περιέχοντος 10 mEq διττανθρακικού Νατρίου και 20 [FIELD: PHARMACOLOGY_BUNDLE] mEq KCl/L για περισσότερο από 6 ώρες προ της έναρξης της έγχυσης της μεθοτρεξάτης. Η ενυδάτωση συνεχίζεται με ρυθμό 125 ml/m² /ώρα (3 λίτρα/m² /ημέρα) κατά τη διάρκεια της έγχυσης της μεθοτρεξάτης, και για 2 ημέρες αφού συμπληρωθεί η έγχυση. β. Τα ούρα αλκαλοποιούνται ώστε να διατηρούν το pΗ μεγαλύτερο από 7 κατά τη διάρκεια της έγχυσης της μεθοτρεξάτης και της θεραπείας με λευκοβορίνη. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με τη χορήγηση του διττανθρακικού νατρίου από το στόμα ή με τη διάλυσή του μέσα σε ξεχωριστό ενδοφλέβιο διάλυμα.
- Οι μετρήσεις των συγκεντρώσεων της κρεατινίνης του πλάσματος και της μεθοτρεξάτης του πλάσματος επαναλαμβάνονται σε 24 ώρες από την έναρξη της θεραπείας με μεθοτρεξάτη και τουλάχιστον για μία φορά ημερησίως, μέχρι τα επίπεδα της μεθοτρεξάτης να είναι κάτω από 5 x 10⁻⁸ mol/l (0,05 micromolar).
- Ο παρακάτω πίνακας παρέχει κατευθυντήριες γραμμές για τη δοσολογία της λευκοβορίνης που βασίζεται στα επίπεδα μεθοτρεξάτης του πλάσματος. ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΑ ΣΧΗΜΑΤΑ ΔΙΑΣΩΣΗΣ ΜΕ ΛΕΥΚΟΒΟΡΙΝΗ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΜΕ ΥΨΗΛΕΣ ΔΟΣΕΙΣ ΜΕΘΟΤΡΕΞΑΤΗΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΣΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΛΕΥΚΟΒΟΡΙΝΗΣ Κλινική κατάσταση Εργαστηριακά ευρήματα Δόση λευκοβορίνης και διάρκεια θεραπείας Φυσιολογική αποβολή της μεθοτρεξάτης Επίπεδα μεθοτρεξάτης στον ορό περίπου 10 micromolar 24 ώρες μετά τη χορήγηση, 1 micromolar μετά 48 ώρες, και λιγότερο από 0,2 micromolar στις 72 ώρες. 15 mg από το στόμα, ενδομυϊκά ή ενδοφλέβια κάθε 6 ώρες για διάστημα 60 ώρες (10 δόσεις που ξεκινούν 24 ώρες μετά την έναρξη της έγχυσης της μεθοτρεξάτης). Όψιμη καθυστέρηση στην αποβολή της μεθοτρεξάτης. Επίπεδα μεθοτρεξάτης στον ορό άνω των 0,2 micromolar στις 72 ώρες και άνω των 0,05 micromolar στις 96 ώρες μετά τη Συνεχίζεται η χορήγηση 15 mg από το στόμα, ενδομυϊκά ή ενδοφλέβια κάθε 6 ώρες, μέχρι τα επίπεδα της μεθοτρεξάτης χορήγηση. στον ορό να πέσουν κάτω από τα 0,05 micromolar. Πρώιμη καθυστέρηση στην αποβολή της μεθοτρεξάτης ή και ένδειξη οξείας νεφρικής βλάβης Επίπεδα μεθοτρεξάτης στον ορό 50 micromolar ή και περισσότερο στις 24 ώρες, ή 5 micromolar ή και περισσότερο στις 48 ώρες μετά τη χορήγηση. 100% αύξηση των επιπέδων κρεατινίνης στον ορό ή και περισσότερο 24 ώρες μετά τη χορήγηση της μεθοτρεξάτης (π.χ. αύξηση από 0,5 mg/dl στο 1 mg/dl ή περισσότερο). 150 mg ενδοφλέβια κάθε 3 ώρες μέχρι τα επίπεδα μεθοτρεξάτης να είναι μικρότερα από 1 micromolar. Η χορήγηση συνεχίζεται με 15 mg ενδοφλέβια κάθε 3 ώρες, μέχρι τα επίπεδα μεθοτρεξάτης να είναι μικρότερα από 0,05 micromolar. Ασθενείς που παρουσιάζουν πρώιμη καθυστέρηση στην ταχεία (ενωρίς) αποβολή της μεθοτρεξάτης είναι πιθανόν να αναπτύξουν μη αναστρέψιμη νεφρική ανεπάρκεια. Στους ασθενείς αυτούς, εκτός από την κατάλληλη θεραπεία με λευκοβορίνη, απαιτείται συνεχής ενυδάτωση και αλκαλοποίηση των ούρων, καθώς και στενή παρακολούθηση του ισοζυγίου υγρών και ηλεκτρολυτών, μέχρι τα επίπεδα μεθοτρεξάτης στον ορό να πέσουν κάτω από 0,05 micromolar, και να παρέλθει η νεφρική ανεπάρκεια. Μερικοί ασθενείς εμφανίζουν διαταραχές στην αποβολή της μεθοτρεξάτης ή τη νεφρική λειτουργία μετά από χορήγηση μεθοτρεξάτης, οι οποίες είναι σημαντικές αλλά λιγότερο σοβαρές από εκείνες που περιγράφηκαν στον πιο πάνω πίνακα. Οι διαταραχές αυτές μπορεί να σχετίζονται ή όχι με σημαντική κλινική τοξικότητα. Εάν παρατηρηθεί σοβαρή κλινική τοξικότητα, η διάσωση με λευκοβορίνη πρέπει να παραταθεί για 24 ώρες επιπλέον (συνολικά 14 δόσεις σε 84 ώρες). Πρέπει πάντοτε να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα ο ασθενής να λαμβάνει άλλα φάρμακα που αλληλεπιδρούν με τη μεθοτρεξάτη (π.χ. φάρμακα που επεμβαίνουν στην κάθαρση της μεθοτρεξάτης ή συνδέονται με τις λευκωματίνες του ορού) όταν παρατηρούνται εργαστηριακές διαταραχές ή κλινική τοξικότητα.
- Ψωρίαση και ρευματοειδής αρθρίτιδα: Ο ασθενής θα πρέπει να ενημερώνεται πλήρως για τους κινδύνους που υπάρχουν και θα πρέπει να βρίσκεται κάτω από συνεχή παρακολούθηση από το γιατρό του. Η εκτίμηση της αιματολογικής, ηπατικής, νεφρικής, και πνευμονικής λειτουργίας θα πρέπει να γίνεται από το ιστορικό, τη φυσική εξέταση, και τις εργαστηριακές εξετάσεις πριν από την έναρξη, περιοδικά κατά τη διάρκεια, και πριν από την επανέναρξη της θεραπείας με μεθοτρεξάτη (βλέπε Προφυλάξεις). Θα πρέπει να λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα έτσι ώστε να αποφευχθεί η εγκυμοσύνη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεθοτρεξάτη (βλέπε Προφυλάξεις και Αντενδείξεις). Όλα τα δοσολογικά σχήματα θα πρέπει συνεχώς να προσαρμόζονται σε κάθε ασθενή ξεχωριστά. Μια αρχική δοκιμαστική δόση πρέπει να χορηγείται πριν δοθεί το κανονικό σχήμα θεραπείας για να αποκαλυφθεί τυχόν υπερευαισθησία ως προς τις ανεπιθύμητες ενέργειες (βλέπε Ανεπιθύμητες Ενέργειες). Η μέγιστη μυελοκαταστολή συνήθως επέρχεται μέσα σε 7 έως 10 ημέρες.
- Ψωρίαση: Συνιστώμενα Εναρκτήρια Δοσολογικά Σχήματα
- Εβδομαδιαίο δοσολογικό σχήμα για χορήγηση είτε από το στόμα, είτε ενδομυϊκά ή ενδοφλέβια: 10-25 mg ανά εβδομάδα μέχρι να επιτευχθεί επαρκής ανταπόκριση.
- Σχήμα διαιρεμένων δόσεων από το στόμα: 2,5 mg κάθε 12 ώρες για 3 δόσεις που επαναλαμβάνονται εβδομαδιαία. Οι δοσολογίες σε κάθε σχήμα είναι δυνατόν σταδιακά να προσαρμόζονται έτσι ώστε να επιτευχθεί η καλύτερη κατά το δυνατόν κλινική ανταπόκριση. Κανονικά δεν θα πρέπει να γίνει υπέρβαση των 30 mg ανά εβδομάδα. Εφόσον έχει επιτευχθεί η καλύτερη κατά το δυνατόν κλινική ανταπόκριση, το κάθε δοσολογικό σχήμα θα πρέπει να ρυθμίζεται στη λιγότερη δυνατή ποσότητα του φαρμάκου και στη μεγαλύτερη δυνατή περίοδο ανάπαυσης. Η χρήση της μεθοτρεξάτης μπορεί να επιτρέψει την επιστροφή στη συμβατική τοπική θεραπεία, η χρήση της οποίας θα πρέπει να ενθαρρύνεται.
- Ρευματοειδής αρθρίτιδα: Συνιστώμενα Δοσολογικά Σχήματα Έναρξης
- Δόσεις από το στόμα / παρεντερικά των 7,5 έως 15 mg μία φορά την εβδομάδα.
- Διαιρεμένες δόσεις από το στόμα των 2,5 mg ανά 12 ώρες για τρεις δόσεις, που επαναλαμβάνονται εβδομαδιαία. Οι δοσολογίες σε κάθε σχήμα θα πρέπει να προσαρμόζονται σταδιακά έτσι ώστε να επιτευχθεί η καλύτερη ανταπόκριση, αλλά κανονικά η συνολική εβδομαδιαία δόση δεν θα πρέπει να ξεπερνάει τα 20 mg. Η περιορισμένη εμπειρία δείχνει μία σημαντική αύξηση στη συχνότητα και βαρύτητα των σοβαρών τοξικών αντιδράσεων, ιδιαίτερα της καταστολής του μυελού των οστών, σε δόσεις μεγαλύτερες από 20 mg ανά εβδομάδα. Εφόσον έχει επιτευχθεί ανταπόκριση, το κάθε σχήμα θα πρέπει να ελαττώνεται εάν αυτό είναι δυνατό, στη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση. Η ανταπόκριση στη θεραπεία συνήθως αρχίζει μέσα σε 3 έως 6 εβδομάδες και ο ασθενής μπορεί να συνεχίσει να βελτιώνεται για ακόμη 12 εβδομάδες ή περισσότερο. Η ιδανική διάρκεια της θεραπείας δεν είναι γνωστή. Τα περιορισμένα στοιχεία που είναι διαθέσιμα από μακροχρόνιες μελέτες δείχνουν ότι η αρχική κλινική βελτίωση διατηρείται για τουλάχιστον δύο χρόνια με τη συνέχιση της θεραπείας. Όταν η μεθοτρεξάτη διακοπεί, συνήθως η αρθρίτιδα επιδεινώνεται μέσα σε 3 έως 6 εβδομάδες. -Νεανική ρευματοειδής αρθρίτιδα με πολυαρθρική προσβολή Η συνιστώμενη αρχική δοσολογία είναι 10 mg/m² χορηγούμενο μια φορά την εβδομάδα. Σε δημοσιευμένες κλινικές μελέτες παιδιατρικών ασθενών με νεανική ρευματοειδή αρθρίτιδα με πολυαρθρική προσβολή, η δοσολογία μεθοτρεξάτης που αναφέρθηκε κυμαίνεται από 4 έως 17 mg/m²/εβδομάδα ή 0,1 έως 1,1 mg/kg/εβδομάδα. Η διάρκεια κυμάνθηκε από 1 μήνα έως 7,3 χρόνια. Στις περισσότερες από αυτές τις μελέτες η μεθοτρεξάτη χορηγήθηκε από το στόμα. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις χορηγήθηκε ενδομυϊκώς. Χορήγηση σε ηλικιωμένους Λόγω μειωμένης ηπατικής και νεφρικής λειτουργίας καθώς και ελαττωμένων αποθεμάτων φυλλικού σε αυτή την ομάδα του πληθυσμού, θα πρέπει να χορηγούνται σχετικά χαμηλές δόσεις και οι ασθενείς να παρακολουθούνται στενά για πρώιμα σημεία τοξικότητας. Χορήγηση σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια Προσαρμογή δοσολογίας σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια Κάθαρση κρεατινίνης (ml/min)% της κανονικής δόσης που πρέπει να χορηγηθεί
80 Πλήρης δόση 80 75 60 63 50 56 <50 Να χρησιμοποιηθεί εναλλακτική θεραπεία Χορήγηση σε παιδιά Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του φαρμάκου στα παιδιά έχει τεκμηριωθεί μόνο στη χημειοθεραπεία του καρκίνου και στη νεανική ρευματοειδή αρθρίτιδα με πολυαρθρική προσβολή. Δημοσιευμένες κλινικές μελέτες αξιολόγησης της χρήσης της μεθοτρεξάτης σε παιδιά και εφήβους (δηλ. ασθενείς ηλικίας 2 έως 16 ετών) με νεανική ρευματοειδή αρθρίτιδα με πολυαρθρική προσβολή, παρουσίασαν ασφάλεια παρόμοια με εκείνη που παρατηρήθηκε σε ενήλικες με ρευματοειδή αρθρίτιδα (βλέπε παρ. 4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης, 4.9 Υπερδοσολογία και 5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια). Σοβαρή νευροτοξικότητα, συχνά εκδηλούμενη με τη μορφή γενικευμένων ή εστιακών επιληπτικών κρίσεων έχει αναφερθεί με απροσδόκητη αυξανόμενη συχνότητα ανάμεσα σε παιδιατρικούς ασθενείς με οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία που ελάμβαναν ενδοφλέβια θεραπεία με ενδιάμεση δόση μεθοτρεξάτης (1 gm/m² ) (βλέπε παρ. 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση, Νευρικό). Συμπληρώματα φυλλικού οξέως Στους ασθενείς που πάσχουν από ρευματοειδή αρθρίτιδα συμπεριλαμβανομένης της νεανικής ρευματιδής αρθρίτιδας με πολυαρθρική προσβολή ή ψωρίαση, το φυλλικό ή το φυλλινικό οξύ δύνανται να μειώσουν την τοξικότητα της μεθοτρεξάτης όπως συμπτώματα από το γαστρεντερικό, στοματίτις, αλωπεκία και αυξημένες τιμές ηπατικών ενζύμων (βλέπε παρ.4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης, Βιταμίνες). Πριν τη λήψη κάποιου συμπληρώματος φυλλικού οξέως, συνιστάται ο έλεγχος των επιπέδων της βιταμίνης Β12, ιδιαίτερα στους ενήλικες άνω των 50 ετών, δεδομένου ότι η χορήγηση του φυλλικού οξέως μπορεί να επικαλύψει τα συμπτώματα της ανεπάρκειας βιταμίνης Β12.
block
Αντενδείξεις
SPC-METHOTREXATE/PFIZER
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-METHOTREXATE/PFIZER
expand_more
Προειδοποιήσεις
Προειδοποιήσεις Η μεθοτρεξάτη πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο από ιατρούς, οι οποίοι έχουν γνώση και εμπειρία στη χρήση των αντιμεταβολιτών. Εξαιτίας της πιθανότητας σοβαρών τοξικών αντιδράσεων (οι οποίες μπορεί να είναι και θανατηφόρες) η μεθοτρεξάτη πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε επικίνδυνες για τη ζωή νεοπλασίες ή σε ασθενείς με ψωρίαση ή ρευματοειδή αρθρίτιδα όταν η νόσος είναι βαριά, ανθεκτική, επιφέρει αναπηρία και δεν έχει ανταποκριθεί επαρκώς σε άλλα είδη θεραπείας. Έχουν αναφερθεί θάνατοι κατά τη χρήση της μεθοτρεξάτης στη θεραπεία κακόηθων νοσημάτων, ψωρίασης, και ρευματοειδούς αρθρίτιδας. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται συχνά για τυχόν τοξικότητα στο μυελό των οστών, το ήπαρ, τους πνεύμονες και τους νεφρούς. Εξαιτίας της πιθανότητας σοβαρών τοξικών αντιδράσεων, ο ασθενής πρέπει να ενημερώνεται από το γιατρό για τους πιθανούς κινδύνους και πρέπει να βρίσκεται κάτω από συνεχή ιατρική παρακολούθηση. Η χορήγηση υψηλών δόσεων μεθοτρεξάτης που συνιστάται στο οστεοσάρκωμα απαιτεί εντατική φροντίδα (βλέπε Δοσολογία και Χορήγηση). Η χορήγηση υψηλών δόσεων για άλλες νεοπλασματικές νόσους βρίσκεται σε ερευνητικό στάδιο και δεν έχει αποδειχθεί κανένα θεραπευτικό πλεονέκτημα. Έχει αναφερθεί ότι η μεθοτρεξάτη προκαλεί θάνατο του εμβρύου ή/και συγγενείς ανωμαλίες. Έτσι λοιπόν, δεν συνιστάται για τη θεραπεία νεοπλασματικών νόσων σε γυναίκες που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία εκτός εάν υπάρχουν σαφή ιατρικά στοιχεία ότι τα προσδοκώμενα οφέλη αντισταθμίζουν τους πιθανούς κινδύνους. Έγκυες ασθενείς με ψωρίαση ή ρευματοειδή αρθρίτιδα δεν πρέπει να λαμβάνουν μεθοτρεξάτη (βλέπε παρ.4.3 Αντενδείξεις). Όπως και άλλα κυτταροτοξικά φάρμακα, η μεθοτρεξάτη μπορεί να προκαλέσει «σύνδρομο λύσεως όγκου» σε ασθενείς με ταχέως αυξανόμενους όγκους. Κατάλληλα υποστηρικτικά και φαρμακολογικά μέτρα μπορεί να προλάβουν ή να ελαφρύνουν αυτή την επιπλοκή (βλέπε παρ. 4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες). Έχουν αναφερθεί σοβαρές, σε ορισμένες περιπτώσεις θανατηφόρες, δερματικές αντιδράσεις όπως σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση (σύνδρομο Lyell), μετά από εφάπαξ ή πολλαπλές δόσεις μεθοτρεξάτης (βλέπε παρ. 4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες). Επί θεραπείας με μεθοτρεξάτη μπορεί να συμβούν δυνητικά θανατηφόρες ευκαιριακές λοιμώξεις, περιλαμβανομένης της πνευμονίας από Pneumocystis carinii (βλέπε παρ.4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η αποβολή της μεθοτρεξάτης ελαττώνεται σε ασθενείς με βλάβη της νεφρικής λειτουργίας, ασκίτη ή υπεζωκοτική συλλογή. Οι ασθενείς αυτοί απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή στην παρακολούθηση της τοξικότητας και έχουν ανάγκη ελαττωμένης δοσολογίας ή σε ορισμένες περιπτώσεις διακοπή της χορήγησης της μεθοτρεξάτης. Έχουν αναφερθεί απροσδόκητα βαριά (μερικές φορές θανατηφόρα) περιστατικά καταστολής του μυελού των οστών, απλαστικής αναιμίας και γαστρεντερικής τοξικότητας σε χορήγηση μεθοτρεξάτης (συνήθως σε υψηλές δόσεις) μαζί με μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (βλέπε παρ.4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση, Προφυλάξεις, παρ. 4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης). Η μεθοτρεξάτη προκαλεί ηπατοτοξικότητα, ίνωση του ήπατος και κίρρωση αλλά κατά κανόνα μόνο μετά από παρατεταμένη χρήση. Παρατηρείται συχνά οξεία αύξηση ηπατικών ενζύμων. Τα φαινόμενα αυτά είναι συνήθως παροδικά και ασυμπτωματικά, και έτσι δεν είναι ενδεικτικά υποκείμενης ηπατικής νόσου. Η βιοψία του ήπατος μετά από παρατεταμένη χρήση του φαρμάκου, συχνά δείχνει ιστολογικές αλλοιώσεις, και έχουν αναφερθεί ίνωση και κίρρωση. Αυτές οι τελευταίες βλάβες συνήθως δεν εμφανίζουν από πριν συμπτώματα ή αύξηση των ηπατικών ενζύμων και άλλων εργαστηριακών παραμέτρων της ηπατικής βιολογίας σε ασθενείς που πάσχουν από ψωρίαση. Για το λόγο αυτό συχνά συνιστάται περιοδική διενέργεια βιοψιών ήπατος στους ασθενείς με ψωρίαση που λαμβάνουν μακροχρόνια θεραπεία. Επίμονες υψηλές τιμές των ηπατικών ενζύμων και άλλων εργαστηριακών παραμέτρων της ηπατικής βιολογίας μπορεί να προηγηθούν της ίνωσης ή της κίρρωσης στους ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα (βλέπε παρ.4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση, Προφυλάξεις). Η νόσος των πνευμόνων που οφείλεται στη μεθοτρεξάτη περιλαμβανομένης της οξείας ή χρόνιας διάμεσης πνευμονίτιδας είναι μία δυνητικά επικίνδυνη βλάβη, η οποία μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας και η οποία έχει αναφερθεί σε χαμηλές δόσεις τόσο χαμηλές όσο αυτές των 7,5 mg ανά εβδομάδα. Δεν είναι πάντοτε εντελώς αναστρέψιμη και έχουν αναφερθεί θάνατοι. Τα συμπτώματα από τους πνεύμονες (ειδικά ένας ξηρός, μη-παραγωγικός βήχας) μπορεί να απαιτήσουν διακοπή της θεραπείας και προσεκτική έρευνα (βλέπε παρ.4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση, Προφυλάξεις και παρ.4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η διάρροια και η ελκώδης στοματίτιδα απαιτούν διακοπή της θεραπείας, διαφορετικά, μπορεί να εμφανιστούν αιμορραγική εντερίτιδα και θάνατος από διάτρηση του εντέρου. Η μεθοτρεξάτη πρέπει να χρησιμοποιείται με εξαιρετική προσοχή παρουσία πεπτικού έλκους ή ελκώδους κολίτιδας. Κακόηθες λέμφωμα, το οποίο μπορεί να υποστρέψει με τη διακοπή της μεθοτρεξάτης, μπορεί να εκδηλωθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν χαμηλή δοσολογία μεθοτρεξάτης και συνεπώς να μην χρειάζονται κυτταροτοξική θεραπεία. Πρέπει να διακόπτεται η μεθοτρεξάτη και αν το λέμφωμα δεν υποστρέψει πρέπει να χορηγηθεί η κατάλληλη θεραπεία. Η χορήγηση μεθοτρεξάτης κατά τη διάρκεια ακτινοθεραπείας μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης νεκρώσεως των μαλακών ιστών και οστεονεκρώσεως. Η μεθοτρεξάτη εξέρχεται βραδέως από διαμερίσματα τρίτου χώρου (π.χ. πλευριτικές συλλογές, ασκίτης). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα παράταση του τελικού χρόνου ημιζωής και απρόβλεπτη τοξικότητα. Σε ασθενείς με σημαντική συσσώρευση υγρών σε τρίτο χώρο, συνιστάται να απομακρύνεται το υγρό πριν τη θεραπεία και να παρακολουθούνται τα επίπεδα μεθοτρεξάτης στο πλάσμα (βλέπε 5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια, παρ. 6.2 Ασυμβατότητες). Η θεραπεία με μεθοτρεξάτη σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία πρέπει να εφαρμόζεται με εξαιρετική προσοχή και με μειωμένη δοσολογία, γιατί λόγω εξασθένησης της νεφρικής λειτουργίας θα ελαττωθεί η αποβολή της μεθοτρεξάτης. Οι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι αναστρέψιμες εάν διαπιστωθούν έγκαιρα. Όταν επισυμβούν πρέπει να μειωθεί η δόση ή να διακοπεί η χορήγηση της μεθοτρεξάτης και να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα αντιμετώπισής τους. Εάν κριθεί αναγκαίο μπορεί να χορηγηθεί λευκοβορίνη και να εφαρμοσθεί επείγουσα περιοδική αιμοδιύλιση με διαλύτες υψηλής ροής. Τοξικότητα των οργανικών συστημάτων Γαστρεντερικό: Αν υπάρξει έμετος, διάρροια, ή στοματίτιδα, που μπορεί να προκαλέσουν αφυδάτωση, πρέπει να διακοπεί η χορήγηση της μεθοτρεξάτης μέχρι την επάνοδο στο φυσιολογικό. Η μεθοτρεξάτη πρέπει να χρησιμοποιείται με πολύ προσοχή παρουσία πεπτικού έλκους και ελκώδους κολίτιδας. Αίμα: H μεθοτρεξάτη μπορεί να καταστείλει την αιμοποίηση και να προκαλέσει αναιμία, απλαστική αναιμία, πανκυτταροπενία, λευκοπενία, ουδετεροπενία, και/ή θρομβοκυττοπενία. Σε ασθενείς με κακοήθεια και προϋπάρχουσα βλάβη του αιμοποιητικού συστήματος, το φάρμακο θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή εάν αποφασισθεί η χορήγηση του (βλέπε παρ.4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες). Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες στη ρευματοειδή αρθρίτιδα (Ν=128), έχει παρατηρηθεί λευκοπενία (λευκά αιμοσφαίρια <3.000/mm ) σε δύο ασθενείς, θρομβοκυττοπενία (αιμοπετάλια <100.000/mm ) σε 6 ασθενείς, και πανκυτταροπενία σε 2 ασθενείς. Στη ψωρίαση και ρευματοειδή αρθρίτιδα, η μεθοτρεξάτη θα πρέπει να διακοπεί αμέσως εάν υπάρχει σημαντική αλλοίωση στην αιματολογική εικόνα. Στην αντιμετώπιση των νεοπλασματικών νόσων, η μεθοτρεξάτη πρέπει να συνεχίζεται μόνο αν το πιθανό όφελος αντισταθμίζει τον κίνδυνο της βαριάς μυελοκαταστολής. Ασθενείς με βαριά κοκκιοκυτταροπενία και πυρετό πρέπει να αξιολογούνται αμέσως και οι ασθενείς αυτοί συνήθως απαιτούν παρεντερική αντιβιοτική θεραπεία ευρέος φάσματος. Ήπαρ: Η μεθοτρεξάτη είναι δυνατόν να προκαλέσει οξεία ηπατίτιδα και χρόνια (ίνωση και κίρρωση) ηπατοτοξικότητα. Η χρόνια τοξικότητα μπορεί να είναι θανατηφόρα. Έχει παρατηρηθεί γενικά μετά από παρατεταμένη χρήση (κατά κανόνα 2 χρόνια ή περισσότερο) και μετά από μία ολική αθροιστική δόση τουλάχιστον 1,5 g. Σε μελέτες που έχουν διεξαχθεί σε ψωριασικούς ασθενείς, η ηπατοτοξικότητα εμφανιζόταν ως αποτέλεσμα της ολικής αθροιστικής δόσης, και επιδεινώνονταν από τον αλκοολισμό, την παχυσαρκία, το διαβήτη και την προχωρημένη ηλικία. Δεν έχει καθοριστεί η ακριβής συχνότητα πρόκλησης ηπατοτοξικότητας (βλέπε παρ.4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες). Παροδικές ανωμαλίες των ηπατικών παραμέτρων παρατηρούνται συχνά μετά τη χορήγηση μεθοτρεξάτης και συνήθως δεν απαιτούν τροποποίηση της θεραπείας με μεθοτρεξάτη. Επίμονες διαταραχές ηπατικής λειτουργίας και/ή ελάττωση των λευκωμάτων του ορού μπορεί να είναι δείκτες σοβαρής ηπατοτοξικότητας. Το ποσοστό προόδου και αναστρεψιμότητας των βλαβών δεν είναι γνωστό. Συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή σε προϋπάρχουσα βλάβη του ήπατος ή ελάττωση της ηπατικής λειτουργίας. Στη ψωρίαση πρέπει να διεξάγονται ηπατικές εξετάσεις περιλαμβανομένων των λευκωμάτων του ορού και του χρόνου προθρομβίνης περιοδικά αρκετές φορές και πριν από τη χορήγηση, αλλά πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα οι εξετάσεις αυτές να είναι φυσιολογικές πριν την ανάπτυξη ίνωσης ή κίρρωσης. Οι προαναφερθείσες βλάβες μπορεί να τεκμηριωθούν μόνο με βιοψία. Η συνήθης σύσταση είναι η λήψη ηπατικής βιοψίας:
- πριν από τη θεραπεία ή λίγο μετά την έναρξη της (2-4 μήνες)
- μετά από ολική αθροιστική δόση 1,5 g και
- μετά από κάθε αύξηση δόσης κατά 1-1,5 g. Η μέτρια ίνωση ή η κίρρωση οποιουδήποτε βαθμού οδηγεί στη διακοπή του φαρμάκου. Η ελαφρά ίνωση απαιτεί επανάληψη της βιοψίας σε 6 μήνες. Ηπιότερα ιστολογικά ευρήματα όπως η λιπώδης διήθηση και η χαμηλού βαθμού φλεγμονή των πυλαίων διαστημάτων είναι σχετικά συχνά ευρήματα πριν από τη θεραπεία. Παρόλο που αυτές οι ήπιες αλλοιώσεις δεν αποτελούν συνήθως λόγο για αποφυγή ή διακοπή της θεραπείας με μεθοτρεξάτη, το φάρμακο πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Στη ρευματοειδή αρθρίτιδα, η ηλικία κατά την πρώτη χρήση της μεθοτρεξάτης και η διάρκεια της θεραπείας έχουν αναφερθεί ως παράγοντες κινδύνου για ηπατοτοξικότητα. Και άλλοι παράγοντες κινδύνου, παρόμοιοι με αυτούς που παρατηρήθηκαν στη ψωρίαση, μπορεί να υπάρχουν στη ρευματοειδή αρθρίτιδα αλλά αυτό δεν έχει επιβεβαιωθεί έως σήμερα. Επιμένουσες παθολογικές μετρήσεις της ηπατικής λειτουργίας μπορεί να προηγηθούν της εμφάνισης ίνωσης ή κίρρωσης σε αυτούς τους ασθενείς. Υπάρχει εμπειρία με 217 ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα με βιοψίες ήπατος πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας (μετά από αθροιστική δόση τουλάχιστον 1,5 g) και με 714 ασθενείς με βιοψία μόνο κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Υπήρξαν 64 (7%) περιπτώσεις ίνωσης, και 1 (0,1%) περίπτωση κίρρωσης. Από τις 64 περιπτώσεις ίνωσης, 60 χαρακτηρίστηκαν ήπιες. Η χρώση reticulin είναι πιο ευαίσθητη στα αρχικά στάδια ίνωσης και η χρήση της μπορεί να αυξήσει τα ανωτέρω αποτελέσματα. Δεν είναι γνωστό εάν πιο παρατεταμένη χορήγηση μεγαλώνει αυτούς τους κινδύνους. Μετρήσεις της ηπατικής λειτουργίας πρέπει να γίνονται πριν την έναρξη της θεραπείας και ανά διαστήματα 4-8 εβδομάδων στους ασθενείς που λαμβάνουν μεθοτρεξάτη για ρευματοειδή αρθρίτιδα. Βιοψία ήπατος προ της θεραπείας πρέπει να διενεργείται στους ασθενείς με μεγάλη κατανάλωση αλκοόλ, με επιμένουσες παθολογικές τιμές της ηπατικής λειτουργίας πριν την έναρξη της θεραπείας ή κατά την περίπτωση της χρόνιας λοίμωξης από ηπατίτιδα Β ή C. Kατά τη διάρκεια της θεραπείας, βιοψία ήπατος πρέπει να διενεργείται εάν υπάρχουν επιμένουσες παθολογικές τιμές της ηπατικής λειτουργίας ή πτώση των λευκωμάτων του ορού κάτω των φυσιολογικών ορίων (εάν δεν είναι επιθυμητό να διακοπεί η μεθοτρεξάτη, επειδή η ρευματοειδής αρθρίτιδα ελέγχεται καλά). Εάν τα αποτελέσματα της βιοψίας του ήπατος δείξουν ήπιες αλλοιώσεις (Στάδιο Roenigk. I, II, ΙIΙa), η μεθοτρεξάτη μπορεί να συνεχιστεί και ο ασθενής να βρίσκεται υπό παρακολούθηση σύμφωνα με τα παραπάνω. Η μεθοτρεξάτη πρέπει να διακοπεί όταν ο ασθενής εμφανίζει παθολογικές τιμές της ηπατικής λειτουργίας που επιμένουν και αρνείται τη βιοψία ήπατος, ή όταν η βιοψία ήπατος δείχνει μέτριες έως σοβαρές αλλοιώσεις (Στάδιο Roenigk ΙIIb ή IV). Λοίμωξη ή ανοσολογικές καταστάσεις: Η μεθοτρεξάτη πρέπει να χρησιμοποιείται με υπερβολική προσοχή παρουσία ενεργού λοίμωξης, και συνήθως αντενδείκνυται σε ασθενείς με συμπτώματα ή εργαστηριακές ενδείξεις συνδρόμου ανοσοανεπάρκειας (βλέπε παρ.4.3 Αντενδείξεις). Ανοσοποίηση Ο εμβολιασμός μπορεί να είναι αναποτελεσματικός εάν χορηγηθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεθοτρεξάτη. Γενικά, δεν συνιστάται ο εμβολιασμός με εμβόλια από ζωντανούς ιούς. Έχουν υπάρξει αναφορές πρόκλησης διάχυτης λοίμωξης από εμβόλιο μετά από εμβολιασμό για ευλογιά ασθενών που λάμβαναν θεραπεία μεθοτρεξάτης. Σπάνια έχει αναφερθεί υπογαμμασφαιριναιμία. Λοίμωξη Είναι πιθανό να εμφανισθεί πνευμονία (η οποία σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσει σε αναπνευστική ανεπάρκεια). Ευκαιριακές λοιμώξεις που μπορεί να αποβούν θανατηφόρες, περιλαμβανομένης της πνευμονίας από Pneumocystis carinii μπορεί να παρουσιαστούν κατά τη θεραπεία με μεθοτρεξάτη. Όταν ο ασθενής παρουσιάζει συμπτώματα από το αναπνευστικό θα πρέπει να διερευνάται η πιθανότητα λοίμωξης από Pneumocystis carinii. Νευρικό: Έχουν υπάρξει αναφορές λευκοεγκεφαλοπάθειας μετά από ενδοφλέβια χορήγηση μεθοτρεξάτης σε ασθενείς που είχαν δεχτεί κρανιο-νωτιαία ακτινοθεραπεία. Σοβαρή νευροτοξικότητα η οποία συχνά εκδηλώνεται με γενικευμένες ή εστιακές κρίσεις, έχει αναφερθεί με απροσδόκητα αυξημένη συχνότητα στους παιδιατρικούς ασθενείς με οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία στους οποίους χορηγήθηκε ενδοφλέβια μεθοτρεξάτη σε ενδιάμεση δόση (1g/m ). Σε ασθενείς με αυτά τα συμπτώματα παρατηρήθηκε συχνή λευκοεγκεφαλοπάθεια και/ή μικροαγγειοπάθεια με ασβέστωση σε μελέτες διαγνωστικής απεικόνισης. Επίσης χρόνια λευκοεγκεφαλοπάθεια έχει αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν επαναλαμβανόμενες χορηγήσεις μεθοτρεξάτης σε υψηλή δόση, με διάσωση λευκοβορίνης ακόμα και χωρίς κρανιακή ακτινοθεραπεία. Επίσης υπάρχουν αναφορές για λευκοεγκεφαλοπάθεια σε ασθενείς που έλαβαν μεθοτρεξάτη από του στόματος Η διακοπή της μεθοτρεξάτης δεν οδηγεί πάντα σε πλήρη ίαση (βλέπε παρ.4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης, Χορήγηση σε παιδιά και παρ.4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες). Παροδικό οξύ νευρολογικό σύνδρομο έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς που ελάμβαναν θεραπευτικά σχήματα με υψηλή δοσολογία. Οι εκδηλώσεις αυτής της εγκεφαλοπάθειας μπορεί να περιλαμβάνουν διαταραχές συμπεριφοράς, εστιακά αισθητικά και κινητικά σημεία, περιλαμβανομένης πρόσκαιρης τύφλωσης, και παθολογικά αντανακλαστικά. Η ακριβής αιτία δεν είναι γνωστή. Μετά από ενδορραχιαία χορήγηση μεθοτρεξάτης, η τοξικότητα του κεντρικού νευρικού συστήματος που μπορεί να προκληθεί ταξινομείται ως εξής: οξεία χημική αραχνοειδίτιδα που παρουσιάζεται με συμπτώματα όπως κεφαλαλγία, οσφυαλγία, αυχενική δυσκαμψία, και πυρετός. Υποξεία μυελοπάθεια που χαρακτηρίζεται από παραπάρεση/παραπληγία που σχετίζεται με συμμετοχή μίας ή περισσότερων νευρικών ριζών της σπονδυλικής στήλης. Επίσης μπορεί να υπάρξει χρόνια λευκοεγκεφαλοπάθεια η οποία να εκδηλώνεται με σύγχυση, ευερεθιστότητα, υπνηλία, αταξία, άνοια, σπασμούς και κώμα. Αυτή η τοξικότητα του κεντρικού νευρικού συστήματος μπορεί να εξελιχθεί και να αποβεί θανατηφόρα. Υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι η συνδυασμένη χρήση κρανιακής ακτινοβολίας και μεθοτρεξάτης χορηγουμένης ενδορραχιαίως αυξάνει την εμφάνιση λευκοεγκεφαλοπάθειας. Mετά την ενδορραχιαία χορήγηση μεθοτρεξάτης πρέπει να παρακολουθούνται οι ασθενείς για σημεία νευροτοξικότητας (ερεθισμός των μηνίγγων, παροδική ή μόνιμη πάρεση, εγκεφαλοπάθεια). Η ενδορραχιαία και η ενδοφλέβια χορήγηση της μεθοτρεξάτης ενδέχεται επίσης να οδηγήσουν σε οξεία εγκεφαλίτιδα και οξεία εγκεφαλοπάθεια με θανατηφόρο κατάληξη. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις ασθενών με περικοιλιακό λέμφωμα του ΚΝΣ οι οποίοι με τη χορήγηση μεθοτρεξάτης ανέπτυξαν εγκεφαλικό εγκολεασμό. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις σοβαρών νευρολογικών ανεπιθύμητων ενεργειών οι οποίες κυμάνθηκαν από κεφαλαλγία έως παράλυση, κώμα και επεισόδια που μοιάζουν με εγκεφαλικό, κυρίως σε εφήβους και ενήλικες που έλαβαν μεθοτρεξάτη σε συνδυασμό με κυταραβίνη. Αναπνευστικό: Συμπτώματα από τους πνεύμονες, π.χ. ξηρός μη παραγωγικός βήχας, πυρετός, βήχας, πόνος στο στήθος, δύσπνοια, υποξαιμία, και διήθηση στην ακτινογραφία θώρακος, ή μια μη ειδική πνευμονίτιδα που μπορεί να προκύψουν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεθοτρεξάτη, μπορεί να δείχνουν την ύπαρξη μιας δυνητικά επικίνδυνης βλάβης οπότε απαιτείται διακοπή της θεραπείας και προσεκτική διερεύνηση. Η βλάβη αυτή μπορεί να εμφανιστεί με όλες τις δοσολογίες. Θα πρέπει να αποκλειστεί η λοίμωξη (περιλαμβανομένης της πνευμονίας). Νεφροί: Η μεθοτρεξάτη μπορεί να προκαλέσει νεφρική βλάβη που να οδηγήσει σε οξεία νεφρική ανεπάρκεια. Η νεφροτοξικότητα οφείλεται κυρίως στην καθίζηση της μεθοτρεξάτης και της 7- υδροξυμεθοτρεξάτης στα νεφρικά σωληνάρια. Συνιστάται στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, καθώς και επαρκής ενυδάτωση, αλκαλοποίηση των ούρων, μέτρηση της μεθοτρεξάτης στον ορό και εκτίμηση της νεφρικής λειτουργίας. Ο κίνδυνος της νεφρικής ανεπάρκειας υπάρχει και στους ασθενείς που εμφανίζουν καθυστέρηση στην πρώιμη αποβολή της μεθοτρεξάτης. Στους ασθενείς αυτούς μπορεί εκτός των άλλων να βοηθήσει η χορήγηση λευκοβορίνης και αν κριθεί αναγκαίο η επείγουσα περιοδική αιμοδιύλιση με διαλύτες υψηλής ροής. Δέρμα: Έχουν αναφερθεί σοβαρές, κατά περίπτωση θανατηφόρες, δερματολογικές αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένης της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (σύνδρομο Lyell), σύνδρομο Stevens-Johnson, και πολύμορφο ερύθημα, εντός ημερών μετά τη χορήγηση μεθοτρεξάτης από το στόμα, ενδομυϊκώς, ενδοφλεβίως, ή ενδορραχιαίως (βλέπε παρ.4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ψωριασικές βλάβες μπορεί να επιδεινωθούν με ταυτόχρονη έκθεση σε υπεριώδη ακτινοβολία. Η δερματίτιδα από ακτινοβολία και το ηλιακό έγκαυμα μπορεί να επανεμφανισθούν με τη χρήση μεθοτρεξάτης. Προφυλάξεις Η μεθοτρεξάτη μπορεί να προκαλέσει σοβαρή τοξικότητα. Τα τοξικά αποτελέσματα μπορεί να έχουν σχέση με τη δόση ή τη συχνότητα χορήγησης όσον αφορά στη συχνότητά τους και τη βαρύτητά τους, όμως έχουν παρατηρηθεί σε όλες τις δόσεις. Λόγω του ότι μπορούν να συμβούν οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας, είναι απαραίτητο να παρακολουθούνται στενά οι ασθενείς που παίρνουν μεθοτρεξάτη. Οι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι αναστρέψιμες εάν διαγνωστούν νωρίς. Όταν τέτοιες ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανιστούν, η δόση του φαρμάκου πρέπει να ελαττωθεί ή να μην συνεχιστεί η χορήγηση και να ληφθούν τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα. Αν είναι αναγκαίο, αυτά θα πρέπει να περιλαμβάνουν τη χρήση φυλλινικού οξέος (βλέπε παρ.4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες). Σε περίπτωση επανέναρξης της θεραπείας με μεθοτρεξάτη αυτή πρέπει να γίνεται με προσοχή, με επαρκή εκτίμηση της ανάγκης για περαιτέρω χρήση του φαρμάκου και με αυξημένη επαγρύπνηση λόγω της πιθανότητας επανεμφάνισης τοξικότητας. Η κλινική φαρμακολογία της μεθοτρεξάτης δεν έχει μελετηθεί επαρκώς σε πιο ηλικιωμένα άτομα. Λόγω της ελαττωμένης ηπατικής και νεφρικής λειτουργίας καθώς και των ελαττωμένων αποθεμάτων φυλλικού οξέος στην ομάδα αυτή, πρέπει να χρησιμοποιούνται σχετικά χαμηλές δόσεις, και οι ασθενείς αυτοί πρέπει να παρακολουθούνται στενά για πρώιμα συμπτώματα τοξικότητας. Πληροφορίες για τους ασθενείς Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τα πιθανά οφέλη και κινδύνους από τη χρήση μεθοτρεξάτης (περιλαμβανομένων των πρώιμων σημείων και συμπτωμάτων τοξικότητας), για την ανάγκη να δουν το γιατρό τους αμέσως μόλις παρουσιαστούν και για την ανάγκη στενής παρακολούθησης, συμπεριλαμβανομένων των περιοδικών εργαστηριακών εξετάσεων για έλεγχο της τοξικότητας. Τόσο ο γιατρός όσο και ο φαρμακοποιός πρέπει να τονίσουν στον ασθενή ότι στη ρευματοειδή αρθρίτιδα και τη ψωρίαση η συνιστώμενη δόση λαμβάνεται 1 φορά την εβδομάδα, και ότι αν κατά λάθος πάρει το φάρμακο στη συνιστώμενη δόση κάθε μέρα αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα θανατηφόρα τοξικότητα. Πρέπει επίσης να συζητηθούν οι κίνδυνοι που μπορεί να έχει το φάρμακο στην αναπαραγωγή τόσο σε άνδρες όσο και γυναίκες ασθενείς που λαμβάνουν μεθοτρεξάτη. Η χρήση υψηλών δόσεων μεθοτρεξάτης που συνιστάται για το οστεοσάρκωμα, απαιτεί σχολαστικό έλεγχο (Βλέπε παρ.4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης). Η χρήση υψηλών δόσεων για άλλες νεοπλασματικές νόσους βρίσκεται σε ερευνητικό στάδιο και δεν έχει επιβεβαιωθεί η θεραπευτική της υπεροχή. Σε ασθενείς που λαμβάνουν χαμηλή δόση μεθοτρεξάτης μπορεί να παρουσιαστούν κακοήθη λεμφώματα, τα οποία μπορεί να υποχωρήσουν με τη διακοπή της μεθοτρεξάτης, και έτσι μπορεί να μην απαιτηθεί κυτταροτοξική θεραπεία. Πρέπει πρώτα να διακοπεί η θεραπεία με μεθοτρεξάτη και εάν το λέμφωμα δεν υποχωρήσει πρέπει να εφαρμοστεί κατάλληλη θεραπεία. Σε κατάσταση ανεπάρκειας φυλλικού και φυλλινικού οξέος, μπορεί να αυξηθεί η τοξικότητα της μεθοτρεξάτης. Εργαστηριακές εξετάσεις Γενικές Οι ασθενείς που βρίσκονται σε θεραπεία με μεθοτρεξάτη πρέπει να παρακολουθούνται στενά έτσι ώστε να ανιχνευτούν έγκαιρα πιθανές τοξικές επιδράσεις. Στη βασική αξιολόγηση πρέπει να περιλαμβάνεται γενική αίματος με τύπο και μετρήσεις αιμοπεταλίων, εξετάσεις ηπατικών ενζύμων, νεφρικής λειτουργίας, και ακτινογραφία θώρακα. Ψωρίαση, ρευματοειδής αρθρίτιδα Κατά τη θεραπεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας και της ψωρίασης, συνιστάται παρακολούθηση των παρακάτω παραμέτρων: Αιματολογικές παράμετροι τουλάχιστον μία φορά το μήνα και νεφρική λειτουργία και επίπεδα ηπατικών ενζύμων κάθε 1 έως 2 μήνες. Συνήθως ενδείκνυται πιο συχνή παρακολούθηση κατά τη διάρκεια αντινεοπλασματικής θεραπείας. Κατά τις αρχικές δόσεις ή κατά την περίοδο αλλαγής δοσολογίας, ή κατά τις περιόδους που υπάρχει αυξημένος κίνδυνος υψηλών επιπέδων μεθοτρεξάτης στον ορό (π.χ. αφυδάτωση), μπορεί επίσης να χρειάζεται πιο συχνή παρακολούθηση. Ανωμαλίες στις εξετάσεις των ηπατικών λειτουργιών ή και πτώση των λευκωμάτων του ορού μπορεί να σημαίνουν σοβαρή ηπατοτοξικότητα και χρειάζονται αξιολόγηση. Δεν έχει αποδειχθεί συσχέτιση μεταξύ των παθολογικών ηπατικών δοκιμασιών και της ίνωσης ή κίρρωσης του ήπατος σε ασθενείς με ψωρίαση. Επιμένουσες παθολογικές τιμές των ηπατικών ενζύμων μπορεί να προηγηθούν της ανάπτυξης ίνωσης ή κίρρωσης στους ασθενείς που πάσχουν από ρευματοειδή αρθρίτιδα. Εξετάσεις αναπνευστικής λειτουργίας Οι εξετάσεις της αναπνευστικής λειτουργίας μπορεί να είναι χρήσιμες αν υπάρχει υποψία πνευμονικής νόσου, ειδικά αν είναι διαθέσιμες οι αρχικές μετρήσεις πριν τη θεραπεία. Επίπεδα μεθοτρεξάτης Η παρακολούθηση των επιπέδων μεθοτρεξάτης στον ορό μπορεί να μειώσει σημαντικά την τοξικότητα και θνησιμότητα από μεθοτρεξάτη. Οι ασθενείς που παρουσιάζουν κάποια από τις ακόλουθες καταστάσεις, έχουν προδιάθεση να παρουσιάσουν αυξημένα ή παρατεταμένα επίπεδα μεθοτρεξάτης και ωφελούνται από την τακτική παρακολούθηση των επιπέδων μεθοτρεξάτης: Υπεζωκοτική συλλογή, ασκίτης, απόφραξη γαστρεντερικής οδού, προηγούμενη θεραπεία με cisplatin, αφυδάτωση, όξινα ούρα, εξασθένηση νεφρικής λειτουργίας. Κάποιοι ασθενείς μπορεί να έχουν επιβράδυνση στην κάθαρση μεθοτρεξάτης απουσία αυτών των καταστάσεων. Είναι σημαντικό να εντοπίζονται αυτοί οι ασθενείς εντός 48 ωρών γιατί ή τοξικότητα από μεθοτρεξάτη μπορεί να μην είναι αναστρέψιμη εάν η κατάλληλη θεραπεία διάσωσης με λευκοβορίνη καθυστερήσει περισσότερο από 24 έως 48 ώρες. Η μέθοδος παρακολούθησης των συγκεντρώσεων μεθοτρεξάτης ποικίλλει από νοσοκομείο σε νοσοκομείο. Η παρακολούθηση των συγκεντρώσεων μεθοτρεξάτης θα πρέπει να περιλαμβάνει τον προσδιορισμό της μεθοτρεξάτης στο αίμα σε 24, 48, ή 72 ώρες και την αξιολόγηση του βαθμού ελάττωσης των συγκεντρώσεων (ώστε να καθοριστεί για πόσο χρόνο θα συνεχιστεί η θεραπεία διάσωσης με λευκοβορίνη).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-METHOTREXATE/PFIZER
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ)
Πριν ή συγχρόνως με τη χορήγηση υψηλών δόσεων μεθοτρεξάτης όπως αυτές που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του οστεοσαρκώματος, δεν πρέπει να χορηγούνται μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα. Έχει αναφερθεί ότι η ταυτόχρονη χορήγηση ΜΣΑΦ με τη θεραπεία υψηλών δόσεων μεθοτρεξάτης, αυξάνει και παρατείνει τα επίπεδα της μεθοτρεξάτης στον ορό, έχοντας ως αποτέλεσμα το θάνατο από βαριά αιματολογική και γαστρεντερική τοξικότητα (βλέπε 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση, Προειδοποιήσεις). Προσοχή χρειάζεται όταν ΜΣΑΦ και σαλικυλικά χορηγούνται ταυτοχρόνως ακόμη και με χαμηλές δόσεις μεθοτρεξάτης. Τα φάρμακα αυτά μειώνουν τη σωληναριακή απέκκριση της μεθοτρεξάτης στα ζώα και μπορεί να αυξήσουν την τοξικότητά της. Κατά τη θεραπεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας με μεθοτρεξάτη, μπορεί να συνεχισθεί η λήψη ασπιρίνης, ΜΣΑΦ και/ή μικρών δόσεων στεροειδών. Παρά τις πιθανές αλληλεπιδράσεις, μελέτες με μεθοτρεξάτη σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα, περιλάμβαναν συνήθως παράλληλη χρήση ΜΣΑΦ σε σταθερή δοσολογία χωρίς προφανή προβλήματα. Πρέπει παρόλα αυτά να αναγνωρίσουμε ότι οι δόσεις που χρησιμοποιούνται στη ρευματοειδή αρθρίτιδα (7,5-15 mg/εβδομάδα) είναι κατά τι μικρότερες από αυτές που χρησιμοποιούνται στη ψωρίαση και ότι υψηλότερες δόσεις θα μπορούσαν να προκαλέσουν απροσδόκητη τοξικότητα. Η πιθανότητα αυξημένης τοξικότητας κατά την ταυτόχρονη χορήγηση ΜΣΑΦ συμπεριλαμβανομένων των σαλικυλικών, δεν έχει διερευνηθεί πλήρως. Τα στεροειδή μπορεί να ελαττωθούν σταδιακά σε ασθενείς που ανταποκρίνονται στη μεθοτρεξάτη. Η ταυτόχρονη χρήση μεθοτρεξάτης με ενώσεις χρυσού, πενικιλλαμίνη, υδροξυχλωροκίνη, σουλφασαλαζίνη ή κυτταροτοξικούς παράγοντες δεν έχει μελετηθεί, και μπορεί να αυξήσει την εμφάνιση ανεπιθύμητων αντιδράσεων.
Λεφλουνομίδη
Η ταυτόχρονη χρήση μεθοτρεξάτης με λεφλουνομίδη μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο πανκυτταροπενίας.
Φάρμακα που δεσμεύονται ισχυρά με τις πρωτεΐνες του πλάσματος
Η μεθοτρεξάτη συνδέεται εν μέρει με τα λευκώματα του ορού και η τοξικότητα της μπορεί να αυξηθεί λόγω της εκτόπισης της από τις πρωτεΐνες του ορού από φάρμακα όπως είναι τα σαλικυλικά, φαινυλβουταζόνη, φαινυτοΐνη, και σουλφοναμίδες.
Προβενεσίδη
Η νεφρική σωληναριακή απέκκριση ελαττώνεται από την προβενεσίδη. Η χρήση της μεθοτρεξάτης με το φάρμακο αυτό επιβάλλει προσεκτική παρακολούθηση του ασθενούς.
Χημειοθεραπευτικοί παράγοντες
Θα πρέπει να δίδεται μεγάλη προσοχή αν γίνεται χορήγηση υψηλής δόσης μεθοτρεξάτης σε συνδυασμό με ένα πιθανώς νεφροτοξικό χημειοθεραπευτικό σκεύασμα (π.χ. σισπλατίνη) γιατί μπορεί να παρουσιαστεί αυξημένη νεφροτοξικότητα.
Μερκαπτοπουρίνη
Η μεθοτρεξάτη αυξάνει τα επίπεδα της μερκαπτοπουρίνης στο πλάσμα. Συνδυασμός μεθοτρεξάτης και μερκαπτοπουρίνης μπορεί κατά συνέπεια να απαιτεί ρύθμιση της δοσολογίας.
Από του στόματος αντιβιοτικά
Τα από του στόματος αντιβιοτικά όπως είναι η τετρακυκλίνη, χλωραμφαινικόλη, και τα μη απορροφούμενα αντιβιοτικά ευρέος φάσματος μπορεί να μειώσουν την εντερική απορρόφηση της μεθοτρεξάτης ή να διαταράξουν την εντεροηπατική κυκλοφορία επειδή διαταράσσουν την ανάπτυξη της χλωρίδας του εντέρου και μειώνουν το μεταβολισμό του φαρμάκου από τα μικρόβια. Σπάνια έχει αναφερθεί ότι ο συνδυασμός τριμεθοπρίμης/σουλφαμεθοξαζόλης αυξάνει την καταστολή του μυελού των οστών σε ασθενείς που λαμβάνουν μεθοτρεξάτη, πιθανώς μέσω της ελάττωσης της σωληναριακής έκκρισης και/ή της άσκησης αθροιστικής αντιφυλλινικής δράσης.
Πενικιλλίνες και σουλφοναμίδες
Οι πενικιλλίνες και οι σουλφοναμίδες μπορούν να ελαττώσουν τη νεφρική κάθαρση της μεθοτρεξάτης. Έχουν αναφερθεί αυξημένες συγκεντρώσεις της μεθοτρεξάτης στον ορό με τις επακόλουθες αιματολογικές και γαστρεντερικές τοξικότητες κατά τη χορήγηση υψηλών ή και χαμηλών δόσεων μεθοτρεξάτης. Η χρήση της μεθοτρεξάτης με πενικιλλίνες πρέπει να παρακολουθείται με προσοχή.
Ηπατοτοξικοί παράγοντες
Η πιθανότητα αυξημένης ηπατοτοξικότητας όταν η μεθοτρεξάτη χορηγείται μαζί με άλλους ηπατοτοξικούς παράγοντες δεν έχει αξιολογηθεί. Εν τούτοις, έχει αναφερθεί ηπατοτοξικότητα σε τέτοιες περιπτώσεις. Δια τούτο οι ασθενείς που λαμβάνουν παράλληλα μεθοτρεξάτη και άλλα δυνητικά ηπατοτοξικά φάρμακα, όπως αζαθειοπρίνη, λεφλουνομίδη, σουλφασαλαζίνη, ετρετινάτη ή άλλα ρετινοειδή, πρέπει να παρακολουθούνται στενά για την πιθανότητα αυξημένου κινδύνου ηπατοτοξικότητας.
Θεοφυλλίνη
Η μεθοτρεξάτη μπορεί να ελαττώσει την κάθαρση της θεοφυλλίνης. Τα επίπεδα της θεοφυλλίνης πρέπει να παρακολουθούνται κατά την παράλληλη χρήση μεθοτρεξάτης.
Βιταμίνες
Βιταμινούχα σκευάσματα που περιέχουν φυλλικό οξύ ή παράγωγα του μπορεί να μειώσουν την ανταπόκριση στη μεθοτρεξάτη που χορηγείται συστηματικά, ωστόσο καταστάσεις ανεπάρκειας φυλλικού οξέος μπορούν να αυξήσουν την τοξικότητα της μεθοτρεξάτης.
Λευκοβορίνη
Προκαταρκτικές μελέτες στα ζώα και τον άνθρωπο έδειξαν ότι μικρές ποσότητες λευκοβορίνης που χορηγείται ενδοφλεβίως, εισέρχονται στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό κυρίως ως 5-methyltetrahydrofolate και, στους ανθρώπους, παραμένει 1-3 τάξεις μεγέθους χαμηλότερα από τις συνήθεις συγκεντρώσεις μεθοτρεξάτης μετά από ενδορραχιαία χορήγηση. Καταστάσεις στέρησης φυλλικού οξέος μπορεί να αυξήσουν την τοξικότητα της μεθοτρεξάτης.
Ακτινοθεραπεία
Η μεθοτρεξάτη που χορηγείται ταυτόχρονα με ακτινοθεραπεία μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο οστεονέκρωσης και νέκρωσης των μαλακών μορίων.
Κυταραβίνη
Όταν η μεθοτρεξάτη χορηγείται ταυτόχρονα με κυταραβίνη μπορεί να αυξηθεί ο κίνδυνος για σοβαρές νευρολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες όπως κεφαλαλγία, παράλυση, κώμα, και επεισόδια που μοιάζουν με εγκεφαλικό. Βλέπε. παρ. 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση, Νευρικό.
Επίδραση της τροφής
Η βιοδιαθεσιμότητα της χορηγούμενης από το στόμα Μεθοτρεξάτης δεν ελαττώνεται με την τροφή και η μεθοτρεξάτη μπορεί να χορηγηθεί ανεξάρτητα από τα γεύματα.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-METHOTREXATE/PFIZER
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Γενικά, η συχνότητα και βαρύτητα των οξέων ανεπιθύμητων ενεργειών σχετίζεται με τη δοσολογία και τη συχνότητα χορήγησης. Οι πιο σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται στην παράγραφο “Τοξικότητα των οργανικών συστημάτων”, στο κεφάλαιο των Προφυλάξεων. Το κεφάλαιο αυτό θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη όταν μελετώνται οι ανεπιθύμητες ενέργειες της μεθοτρεξάτης. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί είναι ελκώδης στοματίτιδα, λευκοπενία, ναυτία και δυσφορία στην περιοχή της κοιλίας. Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί αρκετά συχνά είναι κακουχία, αδικαιολόγητη κόπωση, ρίγη και πυρετός, αίσθημα ζάλης και μειωμένη αντίσταση στις λοιμώξεις. Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί με τη μεθοτρεξάτη αναφέρονται παρακάτω ανά κατηγορία συστήματος οργάνων. Σε ογκολογικές παθήσεις, η ταυτόχρονη χορήγηση άλλων φαρμάκων και η υποκείμενη νόσος μπορεί να δυσκολέψουν την απόδοση μιας ανεπιθύμητης ενέργειας στη μεθοτρεξάτη και μόνο. Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις κατατάσσονται ακολούθως ως προς τη συχνότητα κατά CIOMS: Πολύ συχνές ≥1/10 Συχνές ≥1/100 και <1/10 Όχι συχνές ≥1/1.000 και <1/100 Σπάνιες ≥1/10.000 και <1/1.000 Πολύ σπάνιες <1/10.000 Μη γνωστές (Απροσδιόριστης συχνότητας) δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα
| Κατηγορία οργάνου συστήματος | Ανεπιθύμητη ενέργεια |
|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Όχι συχνές: Ευκαιριακές λοιμώξεις, περιλαμβανομένων θανατηφόρων λοιμώξεων. Σπάνιες: Σηψαιμία, κοκκιδιοειδομυκητίαση. Μη γνωστές: Λοιμώξεις περιλαμβανομένης πνευμονίας, πνευμονία από |
| Pneumocystis carinii, νοκαρδίαση, ιστοπλάσμωση, κρυπτοκόκκωση,έρπης ζωστήρας, ηπατίτιδα από τον ιό του απλού έρπητα, γενικευμένος απλός έρπης, θανατηφόρα σηψαιμία, λοίμωξη από | |
| κυτταρομεγαλοϊό περιλαμβανομένης πνευμονίας από κυτταρομεγαλοϊό. | |
| Νεοπλάσματα καλοήθη,κακοήθη (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες) | Όχι συχνά: Λέμφωμα, περιλαμβανομένου αναστρέψιμου λεμφώματος. Πολύ σπάνια: Σύνδρομο λύσεως όγκου (μόνο σε περίπτωση παρεντερικής χρήσης) |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Όχι συχνές: Αναιμία, κατεσταλμένη αιμοποίηση, θρομβοκυτταροπενία. Πολύ σπάνιες: Απλαστική αναιμία. Μη γνωστές: Λεμφαδενοπάθεια και λεμφοϋπερπλαστικές διαταραχές |
| (περιλαμβανομένων και αναστρέψιμων), πανκυτταροπενία, ουδετεροπενία, ακοκκιοκυτταραιμία, ηωσινοφιλία. | |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Όχι συχνές: Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις. Πολύ σπάνιες: Υπογαμμασφαιριναιμία |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Σπάνιες: Διαβήτης |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Σπάνιες: Αλλαγές της διάθεσης, παροδική νοητική δυσλειτουργία |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Όχι συχνές: Σπασμοί (μόνο σε περίπτωση παρεντερικής χορήγησης), Εγκεφαλοπάθεια/λευκοεγκεφαλοπάθεια (μόνο σε περίπτωση |
| παρεντερικής χορήγησης), κεφαλαλγία, ημιπάρεση. Σπάνιες: Υπνηλία, πάρεση, διαταραχές στο λόγο περιλαμβανομένης | |
| δυσαρθρίας και αφασίας, λευκοεγκεφαλοπάθεια (στην από του | |
| στόματος χορήγηση). Πολύ σπάνιες: Ασυνήθεις αισθητικές διαταραχές στην περιοχή του κρανίου. | |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Σπάνιες: Θάμβος όρασης, σοβαρές οπτικές διαταραχές άγνωστης αιτιολογίας. Πολύ σπάνιες: Επιπεφυκίτις, παροδική τύφλωση/απώλεια όρασης. Μη γνωστές: Αμφιβληστροειδοπάθεια |
| Καρδιακές διαταραχές | Σπάνιες: Υπόταση. Πολύ σπάνιες: Συλλογή υγρού στον περικαρδιακό χώρο, περικαρδίτιδα. |
| Αγγειακές διαταραχές | Σπάνιες: Θρομβοεμβολικά επεισόδια (περιλαμβανομένης θρομβοφλεβίτιδας, |
| αρτηριακής θρόμβωσης, εγκεφαλικής θρόμβωσης, εν τω βάθει | |
| φλεβοθρόμβωσης, πνευμονικής εμβολής, θρόμβωσης | |
| αμφιβληστροειδικής φλέβας). Πολύ σπάνιες: Αγγειίτιδα | |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Όχι συχνές: Διάμεση πνευμονίτιδα, περιλαμβανομένης θανατηφόρας έκβασης. Σπάνιες: Φαρυγγίτιδα, πνευμονική ίνωση. Πολύ σπάνιες: Χρόνια διάμεση αποφρακτική πνευμονοπάθεια. Μη γνωστές: Κυψελιδίτιδα |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Όχι συχνές: Ανορεξία, διάρροια, στοματίτιδα, έμετος, παγκρεατίτιδα. Σπάνιες: Εντερίτιδα, έλκη γαστρεντερικού και αιμορραγία, ουλίτιδα, μέλαινα. Πολύ σπάνιες: Αιματέμεση |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Όχι συχνές: Αυξήσεις ηπατικών ενζύμων. Σπάνιες: Οξεία ηπατίτιδα, χρόνια ίνωση και κίρρωση, ηπατοτοξικότητα. Πολύ σπάνιες: Πτώση λευκωματίνης ορού. Μη γνωστές: Ηπατική ανεπάρκεια |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Όχι συχνές: Αλωπεκία, σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση |
| (σύνδρομο Lyell). Σπάνιες: Ακμή, εκχυμώσεις, πολύμορφο ερύθημα, ερυθηματώδη εξανθήματα, | |
| οζίδια, επώδυνη διάβρωση ψωριασικών πλακών, φωτοευαισθησία, μελαγχρωστικές αλλοιώσεις, κνησμός, εξέλκωση δέρματος, κνίδωση. Πολύ σπάνιες: Δοθιήνωση, τελαγγειεκτασία. | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Σπάνιες: Αρθραλγία/μυαλγία, οστεοπόρωση, κατάγματα από υπερβολική |
| καταπόνηση | |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Όχι συχνές: Βαριά νεφροπάθεια, νεφρική ανεπάρκεια. Σπάνιες: Δυσουρία. Πολύ σπάνιες: Αζωθαιμία, κυστίτιδα, αιματουρία. Μη γνωστές: Πρωτεϊνουρία |
| Καταστάσεις της κύησης,της λοχίας και της περιγεννητικής περιόδου | Όχι συχνές: Εμβρυϊκές ανωμαλίες. Σπάνιες: Αποβολή. Μη γνωστές: Εμβρυϊκός θάνατος |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Σπάνιες: Δυσλειτουργία εμμηνορρυσίας. Πολύ σπάνιες: Ατελής ωογένεση/σπερματογένεση, ανικανότητα, στειρότητα, |
| απώλεια libido, παροδική ολιγοσπερμία, κολπικό έκκριμα. | |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Πολύ σπάνιες: Αιφνίδιος θάνατος |
| Ανεπιθύμητες ενέργειες στη ψωρίαση | |
| Δεν υπάρχουν πρόσφατες κλινικές μελέτες ελεγχόμενες με placebo σε ασθενείς με ψωρίαση. Υπάρχουν δύο | |
| βιβλιογραφικές αναφορές (Roenigk, 1969 and Nyfors, 1978) που περιγράφουν μεγάλες ομάδες (Ν=204, 248) | |
| ασθενών με ψωρίαση που αντιμετωπίσθηκαν με μεθοτρεξάτη. Οι δόσεις έφτασαν στα 25 mg ανά εβδομάδα | |
| και η θεραπεία χορηγήθηκε μέχρι 4 χρόνια. Με εξαίρεση την αλωπεκία, φωτοευαισθησία, και “καύσο των | |
| δερματικών βλαβών” (η κάθε ανεπιθύμητη ενέργεια σε ποσοστό 3% - 10%), το ποσοστό των ανεπιθύμητων | |
| ενεργειών σε αυτές τις αναφορές ήταν ίδιο με αυτό των μελετών της ρευματοειδούς αρθρίτιδας. | |
| Σπάνια έχουν αναφερθεί επώδυνες διαβρώσεις των ψωριασικών πλακών. | |
| Ανεπιθύμητες ενέργειες στις διπλά τυφλές μελέτες για τη ρευματοειδή αρθρίτιδα | |
| Τα ποσοστά των ανεπιθύμητων ενεργειών που αποδίδονται στη μεθοτρεξάτη (τα ποσοστά των placebo | |
| έχουν αφαιρεθεί) στις διπλά τυφλές μελέτες ασθενών (Ν=128) διάρκειας 12 έως 18 εβδομάδων με | |
| ρευματοειδή αρθρίτιδα και που έλαβαν χαμηλή δόση από το στόμα (7,5 έως 15 mg/εβδομάδα) μεθοτρεξάτη, | |
| δίδονται πιο κάτω. Σχεδόν όλοι αυτοί οι ασθενείς βρίσκονταν σε παράλληλη θεραπεία με μη στεροειδή | |
| αντιφλεγμονώδη φάρμακα και μερικοί ελάμβαναν επίσης χαμηλές ποσότητες κορτικοστεροειδών. | |
| Συχνότητα > 10%: αυξημένες τιμές δεικτών ηπατικής λειτουργίας (15%), ναυτία/έμετοι (10%). | |
| Συχνότητα από 3% - 10%: Στοματίτιδα, θρομβοκυτοπενία, (μετρήσεις αιμοπεταλίων | |
| <100.000/mm³). | |
| Συχνότητα 1% - 3%: Ερυθρότητα/κνησμός/δερματίτιδα, διάρροια, αλωπεκία, λευκοπενία (λευκά | |
| αιμοσφαίρια <3.000/mm³), πανκυτταροπενία, ζάλη. | |
| Δεν έχει αναφερθεί πνευμονική τοξικότητα στις δύο αυτές μελέτες. Έτσι, η συχνότητα είναι πιθανώς | |
| μικρότερη από 2,5%. Η ηπατική ιστολογία δεν εξετάστηκε σε αυτές τις βραχυχρόνιες μελέτες. | |
| Άλλες λιγότερο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν πτώση του αιματοκρίτη, κεφαλαλγία, | |
| λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού, ανορεξία, αρθραλγίες, πόνο στο στήθος, βήχα, δυσουρία, διαταραχές | |
| της όρασης, επίσταξη, πυρετό, λοίμωξη, εφίδρωση, εμβοές, και κολπική υπερέκκριση. | |
| Ανεπιθύμητες ενέργειες σε μελέτες νεανικής ρευματοειδούς αρθρίτιδας. | |
| Οι εκδηλώσεις ανεπιθύμητων ενεργειών που αναφέρθηκαν σε παιδιά με νεανική ρευματοειδή αρθρίτιδα με | |
| πολυαρθρική προσβολή τα οποία ελάμβαναν θεραπεία με μεθοτρεξάτη από του στόματος σε εβδομαδιαίες | |
| δόσεις (5 έως 20 mg/m²/εβδομάδα ή 0,1 έως 1,1 mg/kg/εβδομάδα) ήταν ως ακολούθως (σχεδόν όλοι οι | |
| ασθενείς ελάμβαναν ταυτόχρονα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη και κάποιοι ελάμβαναν επίσης χαμηλές | |
| δόσεις κορτικοστεροειδών): αυξημένα αποτελέσματα στις μετρήσεις ηπατικής λειτουργίας 14%, | |
| γαστρεντερικές αντιδράσεις (π.χ. ναυτία, έμετος διάρροια) 11%, στοματίτιδα 2%, λευκοπενία 2% | |
| κεφαλαλγία 1,2%, αλωπεκία 0,5%, ζάλη 0,2%, εξάνθημα 0,2%. | |
| Παρότι υπάρχει εμπειρία με δοσολογία έως 30 mg/m²/εβδομάδα στη νεανική ρευματοειδή αρθρίτιδα, τα | |
| δημοσιευμένα στοιχεία για δόσεις άνω των 20 mg/m²/εβδομάδα είναι πολύ περιορισμένα για να προσφέρουν | |
| αξιόπιστη εκτίμηση της συχνότητας ανεπιθύμητων ενεργειών. |
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-METHOTREXATE/PFIZER
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Η μεθοτρεξάτη μπορεί να προκαλέσει θάνατο του εμβρύου, εμβρυοτοξικότητα, αποβολή ή τερατογένεση όταν χορηγείται σε έγκυες γυναίκες. Η μεθοτρεξάτη αντενδείκνυται σε έγκυες ασθενείς με ψωρίαση ή ρευματοειδή αρθρίτιδα και πρέπει να χρησιμοποιείται στη θεραπεία των νεοπλασματικών νόσων μόνο όταν τα πιθανά πλεονεκτήματα αντισταθμίζουν τον κίνδυνο για το έμβρυο (βλέπε παρ. 4.3 Αντενδείξεις). Οι γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας δεν θα πρέπει να αρχίσουν τη μεθοτρεξάτη μέχρι να αποκλεισθεί η εγκυμοσύνη και θα πρέπει να τους γίνει ενημέρωση για τους σοβαρούς κινδύνους στο έμβρυο (βλέπε παρ.4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση, Προφυλάξεις) σε περίπτωση που μείνουν έγκυες κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Η εγκυμοσύνη πρέπει να αποφεύγεται εάν ένας από τους συντρόφους παίρνει μεθοτρεξάτη. Το βέλτιστο χρονικό διάστημα μεταξύ της διακοπής της θεραπείας με μεθοτρεξάτη από κάποιον από τους δύο συντρόφους και της κύησης δεν έχει σαφώς προσδιορισθεί. Με βάση δημοσιευμένα βιβλιογραφικά στοιχεία τα προτεινόμενα χρονικά διαστήματα ποικίλλουν από 3 μήνες έως 1 έτος.
Γαλουχία
Η μεθοτρεξάτη έχει ανιχνευτεί στο μητρικό γάλα και αντενδείκνυται σε θηλάζουσες μητέρες. Ο υψηλότερος λόγος της συγκέντρωσης μεθοτρεξάτης στο μητρικό γάλα προς τη συγκέντρωση μεθοτρεξάτης στο πλάσμα, που μετρήθηκε, ήταν 0,08:1.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-METHOTREXATE/PFIZER
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-METHOTREXATE/PFIZER
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Σε ενήλικες, η απορρόφηση από το στόμα φαίνεται να είναι δοσο-εξαρτώμενη. Τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα επιτυγχάνονται μέσα σε μία έως δύο ώρες. Σε δόσεις 30 mg/m² ή λιγότερο, η μεθοτρεξάτη απορροφάται γενικά καλά με μέση βιοδιαθεσιμότητα περίπου 60%. Η απορρόφηση των δόσεων που υπερβαίνουν τα 80 mg/m² είναι σημαντικά λιγότερη, πιθανώς λόγω κορεσμού. Στα παιδιά με λευχαιμία, η απορρόφηση από το στόμα φαίνεται ότι είναι δοσο-εξαρτώμενη και ποικίλλει πολύ (23% - 95%). Έχει αναφερθεί 20πλάσια διαφορά μεταξύ των υψηλότερων και χαμηλότερων επιπέδων (Cmax: 0,11 έως 2,3 micromolar, μετά από δόση 20 mg/m²). Έχει επίσης αναφερθεί σημαντική διαφορά μεταξύ των ατόμων όσον αφορά στο χρόνο που κάνει το φάρμακο για να φτάσει στη μεγαλύτερη συγκέντρωση (Tmax: 0,67-4 ώρες μετά από μία δόση 15 mg/m²) και στο κλάσμα της δόσης που απορροφήθηκε. Έχει αναφερθεί ότι η απορρόφηση δόσεων μεγαλύτερων από 40 mg/m² είναι σημαντικά μικρότερη από την απορρόφηση χαμηλότερων δόσεων. Η τροφή καθυστερεί την απορρόφηση και ελαττώνει τα επίπεδα της μέγιστης συγκέντρωσης. Γενικά, η μεθοτρεξάτη απορροφάται εντελώς από την παρεντερική οδό χορήγησης. Μετά από ενδομυϊκή ένεση, τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα εμφανίζονται σε 30-60 λεπτά. Όπως και στα παιδιά με λευχαιμία, έχει αναφερθεί μεγάλη διακύμανση μεταξύ των ατόμων, στις συγκεντρώσεις μεθοτρεξάτης στο πλάσμα, σε παιδιά με νεανική ρευματοειδή αρθρίτιδα. Μετά τη χορήγηση μεθοτρεξάτης από του στόματος σε δόσεις από 6,4 έως 11,2 mg/m²/εβδομάδα σε παιδιά με νεανική ρευματοειδή αρθρίτιδα, οι μέσες τιμές των συγκεντρώσεων στο ορό ήταν 0,59 micromolar (διακύμανση από 0,03 έως 1,40) σε 1 ώρα, 0,44 micromolar (διακύμανση από 0,01 έως 1,00 σε 2 ώρες), και 0,29 micromolar (διακύμανση 0,06 έως 0,58) σε 3 ώρες. Σε παιδιά που λαμβάνουν μεθοτρεξάτη για οξεία λεμφοκυτταρική λευχαιμία (6,3 έως 30 mg/m²) ή για νεανική ρευματοειδή αρθρίτιδα (3,75 έως 26,2 mg/m²) ο τελικός χρόνος ημιζωής αναφέρθηκε να κυμαίνεται από 0,7 έως 5,8 ώρες ή από 0,9 έως 2,3 ώρες αντίστοιχα.
Κατανομή
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, ο αρχικός όγκος κατανομής είναι περίπου 0,18 l/kg (18% του βάρους σώματος) και ο όγκος κατανομής σε σταθεροποιημένη κατάσταση είναι περίπου 0,4-0,8 l/kg (40% - 80% του βάρους σώματος). Η μεθοτρεξάτη ανταγωνίζεται τις αναχθείσες ρίζες του φυλλικού οξέος για την ενεργητική μεταφορά δια μέσου των κυτταρικών μεμβρανών μέσω μίας ενεργούς διαδικασίας μεταφοράς με ένα μόνο μεταφορέα. Σε συγκέντρωση στο πλάσμα μεγαλύτερη από 100 micromolar, η παθητική διάχυση είναι η σημαντικότερη διαδικασία με την οποία μπορούν να επιτευχθούν αποτελεσματικές ενδοκυτταρικές συγκεντρώσεις. Η μεθοτρεξάτη στον ορό είναι συνδεδεμένη με πρωτεΐνες κατά 50% περίπου. Εργαστηριακές μελέτες αποδεικνύουν ότι μπορεί να εκτοπισθεί από τα λευκώματα του πλάσματος και από ποικίλες ενώσεις όπως σουλφοναμίδες, σαλικυλικά, τετρακυκλίνες, χλωραμφαινικόλη, και φαινυτοΐνη. Η μεθοτρεξάτη σε θεραπευτικές δόσεις δεν διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό όταν δίνεται από το στόμα ή παρεντερικά. Υψηλές συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό μπορεί να επιτευχθούν με ενδορραχιαία χορήγηση. Στους σκύλους, οι συγκεντρώσεις στο ενδοαρθρικό υγρό ύστερα από χορήγηση της δόσης από το στόμα ήταν υψηλότερες στις αρθρώσεις με φλεγμονή, από ότι σε αυτές χωρίς. Αν και τα σαλικυλικά δεν εμποδίζουν αυτή τη διαπερατότητα, προηγούμενη θεραπεία με πρεδνιζόνη ελάττωσε τη διαπερατότητα στις αρθρώσεις με φλεγμονή στο επίπεδο των φυσιολογικών αρθρώσεων.
Μεταβολισμός
Μετά από την απορρόφηση, η μεθοτρεξάτη υφίσταται ηπατικό και ενδοκυτταρικό μεταβολισμό σε πολυγλουταμικές μορφές οι οποίες μπορούν να μετατραπούν σε μεθοτρεξάτη με υδρολυτικά ένζυμα. Αυτά τα πολυγλουταμικά δρουν ως αναστολείς της διϋδροφυλλικής αναγωγάσης και της θυμιδυλικής συνθετάσης. Μικρές ποσότητες των πολυγλουταμικών της μεθοτρεξάτης μπορεί να παραμείνουν στους ιστούς για παρατεταμένες περιόδους. Η κατακράτηση και η παρατεταμένη φαρμακευτική δράση των ενεργών αυτών μεταβολιτών ποικίλλουν μεταξύ των διάφορων κυττάρων, ιστών και όγκων. Ένα μικρό ποσοστό μπορεί να μεταβολιστεί σε 7-υδροξυμεθοτρεξάτη στις δόσεις που συνήθως χορηγούνται. Η συσσώρευση αυτού του μεταβολίτη μπορεί να είναι σημαντική στη θεραπεία υψηλών δόσεων που χρησιμοποιούνται στο οστεογενές σάρκωμα. Η διαλυτότητα της 7-υδροξυμεθοτρεξάτης στο νερό είναι 3-5 φορές χαμηλότερη από την αρχική ουσία. Η μεθοτρεξάτη μεταβολίζεται εν μέρει από την εντερική χλωρίδα μετά από χορήγηση από το στόμα.
Ημιπερίοδος ζωής
Η τελική ημιπερίοδος ζωής που έχει αναφερθεί για τη μεθοτρεξάτη είναι περίπου 3 έως 10 ώρες για ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία για ψωρίαση, ή ρευματοειδή αρθρίτιδα ή χαμηλή δόση αντινεοπλασματικής θεραπείας (λιγότερο από 30 mg/m²). Για ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις μεθοτρεξάτης, η τελική ημιπερίοδος ζωής είναι 8 έως 15 ώρες. Σε παιδιά που λαμβάνουν μεθοτρεξάτη για οξεία λεμφοκυτταρική λευχαιμία (6,3 έως 30 mg/m²) ή για νεανική ρευματοειδή αρθρίτιδα (3,75 έως 26,2 mg/m²) ο τελικός χρόνος ημιζωής αναφέρθηκε ότι κυμαίνεται από 0,7 έως 5,8 ώρες ή 0,9 έως 2,3 ώρες αντίστοιχα.
Αποβολή
Η αποβολή από τους νεφρούς είναι η σημαντικότερη οδός αποβολής και εξαρτάται από τη δοσολογία και τον τρόπο χορήγησης. Με την ενδοφλέβια χορήγηση, αποβάλλεται αναλλοίωτο στα ούρα μέσα σε 24 ώρες το 80% - 90% της χορηγούμενης δόσης. Υπάρχει περιορισμένη αποβολή από τα χοληφόρα που υπολογίζεται σε 10% ή λιγότερο της χορηγούμενης δόσης. Θεωρείται ότι υπάρχει εντεροηπατική κυκλοφορία της μεθοτρεξάτης. Η απέκκριση δια των νεφρών γίνεται με σπειραματική διήθηση και ενεργητική σωληναριακή απέκκριση από τους νεφρούς. Μη-γραμμική μείωση λόγω κορεσμού από την επαναρρόφηση από το νεφρό έχει παρατηρηθεί σε ψωριασικούς ασθενείς σε δόσεις 7,5-30 mg. Μείωση της νεφρικής λειτουργίας, και παράλληλη χρήση φαρμάκων όπως τα ασθενή οργανικά οξέα που επίσης υφίστανται σωληναριακή απέκκριση, μπορούν να αυξήσουν σημαντικά τα επίπεδα της μεθοτρεξάτης στο πλάσμα. Έχει αναφερθεί άριστη συσχέτιση μεταξύ της κάθαρσης της μεθοτρεξάτης και της κάθαρσης της ενδογενούς κρεατινίνης. Ο ρυθμός κάθαρσης της μεθοτρεξάτης ποικίλλει πολύ και σε υψηλότερες δόσεις είναι γενικά μειωμένος. Η καθυστερημένη κάθαρση του φαρμάκου έχει αναγνωριστεί σαν ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες που είναι υπεύθυνοι για την τοξικότητά του. Εκτιμάται ότι η τοξικότητα της μεθοτρεξάτης στους φυσιολογικούς ιστούς εξαρτάται περισσότερο από τη διάρκεια της έκθεσης στο φάρμακο παρά από τα μέγιστα επίπεδα που επιτυγχάνονται. Όταν ένας ασθενής έχει επιβράδυνση της απέκκρισης του φαρμάκου λόγω κατασταλμένης νεφρικής λειτουργίας, διήθησης σε τρίτους χώρους, ή από άλλες αιτίες, οι συγκεντρώσεις της μεθοτρεξάτης στο πλάσμα μπορεί να παραμείνουν αυξημένες για παρατεταμένες περιόδους (βλέπε και παρ.5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες, Απορρόφηση). Η πιθανότητα τοξικότητας λόγω χορήγησης μεγάλης δόσης ή επιβράδυνσης της αποβολής ελαττώνεται με τη χορήγηση λευκοβορίνης κατά τη διάρκεια της τελικής φάσης της απέκκρισης της μεθοτρεξάτης από το πλάσμα. Ο φαρμακοκινητικός έλεγχος των συγκεντρώσεων της μεθοτρεξάτης στο πλάσμα μπορεί να βοηθήσει στο να αναγνωριστούν οι ασθενείς εκείνοι που βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο για τοξικότητα από μεθοτρεξάτη και να βοηθήσει στον κατάλληλο καθορισμό της δόσης της λευκοβορίνης. Κατευθυντήριες γραμμές για έλεγχο των επιπέδων της μεθοτρεξάτης στο πλάσμα, και για ρύθμιση της δοσολογίας της λευκοβορίνης προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος της τοξικότητας της μεθοτρεξάτης, παρατίθενται στο κεφάλαιο “Δοσολογία και Τρόπος Χορήγησης”. Η μεθοτρεξάτη έχει ανευρεθεί στο μητρικό γάλα. Η μεγαλύτερη συγκέντρωση που βρέθηκε ποτέ στο ανθρώπινο γάλα έναντι του πλάσματος ήταν 0,08:1.
Επίδραση της τροφής
Η βιοδιαθεσιμότητα της χορηγούμενης από το στόμα μεθοτρεξάτης ελαττώνεται με την τροφή και ιδιαίτερα με τα γαλακτοκομικά προϊόντα.
ΕΟΦ · 8.2
Aντιμεταβολίτες
expand_more
Aντιμεταβολίτες
ΕΟΦ · 13.7
Ανοσοτροποποιητικά
expand_more
Ανοσοτροποποιητικά
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η μεθοτρεξάτη αναστέλλει ένζυμα που είναι υπεύθυνα για τη σύνθεση νουκλεοτιδίων, αποτρέποντας τη διαίρεση των κυττάρων και οδηγώντας σε αντιφλεγμονώδεις δράσεις. Έχει μεγάλη διάρκεια δράσης και συνήθως χορηγείται στους ασθενείς μία φορά την εβδομάδα. Η μεθοτρεξάτη έχει στενό θεραπευτικό δείκτη. Μην παίρνετε μεθοτρεξάτη καθημερινά.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η μεθοτρεξάτη εισέρχεται στους ιστούς και μετατρέπεται σε πολυ-γλουταμινική μεθοτρεξάτη από τη φολυλο-πολυ-γλουταμινική συνθάση. Ο μηχανισμός δράσης της μεθοτρεξάτης οφείλεται στην αναστολή ενζύμων που είναι υπεύθυνα για τη σύνθεση νουκλεοτιδίων, συμπεριλαμβανομένης της διυδροφυλλικής αναγωγάσης, της θυμιδυλικής συνθάσης, της αμινοϊμιδαζόλης καρβοξαμίδης ριβονουκλεοτιδικής τρανσφεράσης (AICART) και της αμιδο-φωσφορυβοσιλ-τρανσφεράσης. Η αναστολή της σύνθεσης νουκλεοτιδίων αποτρέπει τη διαίρεση των κυττάρων. Στη ρευματοειδή αρθρίτιδα, οι πολυ-γλουταμινικές μεθοτρεξάτες αναστέλλουν την AICART περισσότερο από τη μεθοτρεξάτη. Αυτή η αναστολή οδηγεί σε συσσώρευση ριβονουκλεοτιδίου AICART, το οποίο αναστέλλει την αδενοσινο-δεαμινάση, οδηγώντας σε συσσώρευση αδενοσινο-τριφωσφορικού και αδενοσίνης στον εξωκυττάριο χώρο, διεγείροντας τους υποδοχείς αδενοσίνης, με αποτέλεσμα αντιφλεγμονώδη δράση.
Η μεθοτρεξάτη και οι πολυ-γλουταμινικές μεταβολίτες της αναστέλλουν αναστρέψιμα τη διυδροφυλλική αναγωγάση, το ένζυμο που ανάγει το φυλλικό οξύ σε τετραϋδροφυλλικό οξύ. Η αναστολή του σχηματισμού τετραϋδροφυλλικού οξέος περιορίζει τη διαθεσιμότητα θραυσμάτων ενός άνθρακα που απαιτούνται για τη σύνθεση πουρινών και τη μετατροπή της δεοξυουριδυλικής σε θυμιδυλική στη σύνθεση DNA και την κυτταρική αναπαραγωγή. Η συγγένεια της διυδροφυλλικής αναγωγάσης για τη μεθοτρεξάτη είναι πολύ μεγαλύτερη από τη συγγένειά της για το φυλλικό οξύ ή το διυδροφυλλικό οξύ, και, ως εκ τούτου, ακόμη και πολύ μεγάλες δόσεις φυλλικού οξέος που χορηγούνται ταυτόχρονα δεν θα αντιστρέψουν τις επιδράσεις της μεθοτρεξάτης. Η λευκοβορίνη ασβεστίου, ένα παράγωγο του τετραϋδροφυλλικού οξέος, μπορεί να εμποδίσει τις επιδράσεις της μεθοτρεξάτης εάν χορηγηθεί λίγο μετά τον αντινεοπλασματικό παράγοντα. Τα αποτελέσματα μιας μελέτης δείχνουν ότι η μεθοτρεξάτη προκαλεί επίσης αύξηση της ενδοκυττάριας δεοξυαδενοσινο-τριφωσφορικής, η οποία πιστεύεται ότι αναστέλλει την αναγωγή των ριβονουκλεοτιδίων και τη λιγάση των πολυ-νουκλεοτιδίων, ένα ένζυμο που σχετίζεται με τη σύνθεση και επιδιόρθωση του DNA. Οι ιστοί με υψηλούς ρυθμούς κυτταρικής διαίρεσης, όπως οι νεοπλασίες, η ψωριασική επιδερμίδα, ο μυελός των οστών, η επένδυση της γαστρεντερικής οδού, η μήτρα των μαλλιών και τα εμβρυϊκά κύτταρα είναι οι πιο ευαίσθητοι στις επιδράσεις της μεθοτρεξάτης.
Η μεθοτρεξάτη… έχει ανοσοκατασταλτική δράση, εν μέρει πιθανώς ως αποτέλεσμα της αναστολής του πολλαπλασιασμού των λεμφοκυττάρων. Οι μηχανισμοί δράσης στη διαχείριση της ρευματοειδούς αρθρίτιδας του φαρμάκου δεν είναι γνωστοί, αν και οι προτεινόμενοι μηχανισμοί περιλαμβάνουν ανοσοκατασταλτικές ή/και αντιφλεγμονώδεις δράσεις.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η βιοδιαθεσιμότητα της μεθοτρεξάτης είναι 64-90%, αν και μειώνεται σε από του στόματος δόσεις άνω των 25mg λόγω κορεσμού της μεταφορέας-μεταφερόμενης μεταφοράς της μεθοτρεξάτης. Η μεθοτρεξάτη έχει Tmax 1 έως 2 ώρες. Οι από του στόματος δόσεις 10-15µg φτάνουν επίπεδα στο ορό του αίματος 0.01-0.1µM.
Η μεθοτρεξάτη απεκκρίνεται >80% ως αμετάβλητο φάρμακο και περίπου 3% ως ο 7-υδροξυλιωμένος μεταβολίτης. Η μεθοτρεξάτη απεκκρίνεται κυρίως στα ούρα, με 8,7-26% μιας ενδοφλέβιας δόσης να εμφανίζεται στη χολή.
Ο όγκος κατανομής της μεθοτρεξάτης σε σταθερή κατάσταση είναι περίπου 1L/kg.
Η κάθαρση της μεθοτρεξάτης ποικίλλει ευρέως μεταξύ των ασθενών και μειώνεται με την αύξηση των δόσεων. Επί του παρόντος, η πρόβλεψη της κάθαρσης της μεθοτρεξάτης είναι δύσκολη και μπορεί να εξακολουθούν να εμφανίζονται εξαιρετικά υψηλά επίπεδα μεθοτρεξάτης στον ορό, ακόμη και όταν λαμβάνονται όλες οι προφυλάξεις.
Στους ενήλικες, η από του στόματος απορρόφηση της μεθοτρεξάτης φαίνεται να εξαρτάται από τη δόση. Τα μέγιστα επίπεδα στον ορό επιτυγχάνονται εντός μίας έως δύο ωρών. Σε δόσεις 30 mg/m² ή χαμηλότερες, η μεθοτρεξάτη απορροφάται γενικά καλά με μέση βιοδιαθεσιμότητα περίπου 60%. Η απορρόφηση δόσεων μεγαλύτερων από 80 mg/m² είναι σημαντικά μικρότερη, πιθανώς λόγω φαινομένου κορεσμού.
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, ο αρχικός όγκος κατανομής είναι περίπου 0,18 L/kg (18% του σωματικού βάρους) και ο όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση είναι περίπου 0,4 έως 0,8 L/kg (40% έως 80% του σωματικού βάρους).
Σύνδεση με πρωτεΐνες: Μέτρια (περίπου 50%), κυρίως με αλβουμίνη.
Όταν οι συγκεντρώσεις της μεθοτρεξάτης στον ορό υπερβαίνουν τα 0,1 μmol/mL, η παθητική διάχυση γίνεται κύριος τρόπος ενδοκυττάριας μεταφοράς του φαρμάκου. Το φάρμακο κατανέμεται ευρέως στους ιστούς του σώματος με υψηλότερες συγκεντρώσεις στα νεφρά, τη χοληδόχο κύστη, τη σπλήνα, το ήπαρ και το δέρμα.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη ΜΕΘΟΤΡΕΞΑΤΗ (10 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η μεθοτρεξάτη συνδέεται σε ποσοστό 46,5-54% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η μεθοτρεξάτη μεταβολίζεται από τη φολυλο-πολυ-γλουταμινική συνθάση σε πολυ-γλουταμινική μεθοτρεξάτη στο ήπαρ, καθώς και στους ιστούς. Η γάμμα-γλουταμυλ-υδρολάση υδρολύει τις αλυσίδες γλουταμυλίου των πολυ-γλουταμινικών μεθοτρεξατών, μετατρέποντάς τις πίσω σε μεθοτρεξάτη. Μικρή ποσότητα μεθοτρεξάτης μετατρέπεται επίσης σε 7-υδροξυμεθοτρεξάτη.
Μετά την απορρόφηση, η μεθοτρεξάτη υφίσταται ηπατικό και ενδοκυττάριο μεταβολισμό για να σχηματίσει πολυ-γλουταμινική μεθοτρεξάτη, μεταβολίτες που μέσω υδρόλυσης μπορούν να μετατραπούν ξανά σε μεθοτρεξάτη. Οι πολυ-γλουταμινικές μεθοτρεξάτες αναστέλλουν τη διυδροφυλλική αναγωγάση και τη θυμιδυλική συνθάση. Μικρές ποσότητες αυτών των πολυ-γλουταμινικών μεταβολιτών μπορεί να παραμείνουν στους ιστούς για εκτεταμένες περιόδους· η διατήρηση και η παρατεταμένη δράση αυτών των ενεργών μεταβολιτών ποικίλλουν μεταξύ διαφορετικών κυττάρων, ιστών και όγκων. Επιπλέον, μικρές ποσότητες πολυ-γλουταμινικής μεθοτρεξάτης μπορεί να μετατραπούν σε 7-υδροξυμεθοτρεξάτη· η συσσώρευση αυτού του μεταβολίτη μπορεί να γίνει σημαντική μετά τη χορήγηση υψηλών δόσεων μεθοτρεξάτης, καθώς η υδατοδιαλυτότητα της 7-υδροξυμεθοτρεξάτης είναι τρεις έως πέντε φορές χαμηλότερη από αυτήν της μητρικής ένωσης. Μετά από από του στόματος χορήγηση μεθοτρεξάτης, το φάρμακο μεταβολίζεται επίσης μερικώς από την εντερική χλωρίδα. Νεφρική απέκκριση είναι η κύρια οδός αποβολής και εξαρτάται από τη δόση και τη οδό χορήγησης. Ενδοφλέβια χορήγηση, 80% έως 90% της χορηγηθείσας δόσης απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα εντός 24 ωρών. Υπάρχει περιορισμένη χολική απέκκριση που ανέρχεται στο 10% ή λιγότερο της χορηγηθείσας δόσης.
Χρόνος Ημίσειας Ζωής: Χαμηλές δόσεις (λιγότερο από 30 mg/m²): 3 έως 10 ώρες· Υψηλές δόσεις: 8 έως 15 ώρες.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της μεθοτρεξάτης χαμηλής δόσης είναι 3 έως 10 ώρες σε ενήλικες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής για τη μεθοτρεξάτη υψηλής δόσης είναι 8 έως 15 ώρες. Παιδιατρικοί ασθενείς που λαμβάνουν μεθοτρεξάτη για οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία εμφανίζουν τελικό χρόνο ημίσειας ζωής 0,7 έως 5,8 ώρες. Παιδιατρικοί ασθενείς που λαμβάνουν μεθοτρεξάτη για νεανική ιδιοπαθή αρθρίτιδα εμφανίζουν χρόνο ημίσειας ζωής 0,9 έως 2,3 ώρες.
Τελικός: Χαμηλές δόσεις: 3 έως 10 ώρες. Υψηλές δόσεις: 8 έως 15 ώρες. Σημείωση: Υπάρχει μεγάλη δια-ατομική μεταβλητότητα στους ρυθμούς κάθαρσης. Μικρές ποσότητες μεθοτρεξάτης και των μεταβολιτών της είναι συνδεδεμένες με πρωτεΐνες και μπορεί να παραμείνουν στους ιστούς (νεφρά, ήπαρ) για εβδομάδες έως μήνες· η παρουσία υγρών, όπως ασκίτης ή πλευριτική συλλογή, και η νεφρική δυσλειτουργία θα καθυστερήσουν επίσης την κάθαρση.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Μη στεροειδείς χημικές ενώσεις με αποτρεπτική δράση.
Αντιμεταβολίτες που είναι χρήσιμοι στη χημειοθεραπεία του καρκίνου.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή την πρόληψη δερματικών διαταραχών ή για τη ρουτίνα φροντίδας του δέρματος.
Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με ένα ένζυμο με τέτοιο τρόπο ώστε να εμποδίζουν τον φυσιολογικό συνδυασμό υποστρώματος-ενζύμου και την καταλυτική αντίδραση.
Αναστολείς του ενζύμου, διυδροφυλλικής αναγωγάσης (ΤΕΤΡΑΫΔΡΟΦΥΛΛΙΚΗ ΔΕΫΔΡΟΦΟΡΑΣΗ), η οποία μετατρέπει τη διυδροφυλλική (FH2) σε τετραϋδροφυλλική (FH4). Χρησιμοποιούνται συχνά στη χημειοθεραπεία του καρκίνου. (Από AMA, Drug Evaluations Annual, 1994, σελ.2033)
Παράγοντες που καταστέλλουν την ανοσολογική λειτουργία μέσω ενός από διάφορους μηχανισμούς δράσης. Κλασικοί κυτταροτοξικοί ανοσοκατασταλτικοί δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση DNA. Άλλοι μπορεί να δρουν μέσω ενεργοποίησης Τ-ΚΥΤΤΑΡΩΝ ή αναστέλλοντας την ενεργοποίηση ΒΟΗΘΗΤΙΚΩΝ ΚΥΤΤΑΡΩΝ. Ενώ η ανοσοκαταστολή έχει επιτευχθεί στο παρελθόν κυρίως για την πρόληψη της απόρριψης μεταμοσχευμένων οργάνων, αναδύονται νέες εφαρμογές που αφορούν τη διαμεσολάβηση των επιδράσεων των ΙΝΤΕΡΛΕΥΚΙΝΩΝ και άλλων ΚΥΤΟΚΙΝΩΝ.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της ΡΕΥΜΑΤΟΕΙΔΟΥΣ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑΣ.
Ενώσεις που αναστέλλουν την κυτταρική παραγωγή DNA ή RNA.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
YL5FZ2Y5U1
ΜΕΘΟΤΡΕΞΑΤΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Μεταβολικός Αναστολέας Μεταβολίτη Φυλλικού Οξέος
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Μεταβολισμού Φυλλικού Οξέος
Η μεθοτρεξάτη είναι Μεταβολικός Αναστολέας Μεταβολίτη Φυλλικού Οξέος. Ο μηχανισμός δράσης της μεθοτρεξάτης είναι ως Αναστολέας Μεταβολισμού Φυλλικού Οξέος.
ΜΕΘΟΤΡΕΞΑΤΗ
Μεταβολικός Αναστολέας Μεταβολίτη Φυλλικού Οξέος [EPC]· Αναστολείς Μεταβολισμού Φυλλικού Οξέος [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Μη στεροειδείς χημικές ενώσεις με αποτρεπτική δράση.
Αντιμεταβολίτες που είναι χρήσιμοι στη χημειοθεραπεία του καρκίνου.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή την πρόληψη δερματικών διαταραχών ή για τη ρουτίνα φροντίδας του δέρματος.
Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με ένα ένζυμο με τέτοιο τρόπο ώστε να εμποδίζουν τον φυσιολογικό συνδυασμό υποστρώματος-ενζύμου και την καταλυτική αντίδραση.
Αναστολείς του ενζύμου, διυδροφυλλικής αναγωγάσης (ΤΕΤΡΑΫΔΡΟΦΥΛΛΙΚΗ ΔΕΫΔΡΟΦΟΡΑΣΗ), η οποία μετατρέπει τη διυδροφυλλική (FH2) σε τετραϋδροφυλλική (FH4). Χρησιμοποιούνται συχνά στη χημειοθεραπεία του καρκίνου. (Από AMA, Drug Evaluations Annual, 1994, σελ.2033)
Παράγοντες που καταστέλλουν την ανοσολογική λειτουργία μέσω ενός από διάφορους μηχανισμούς δράσης. Κλασικοί κυτταροτοξικοί ανοσοκατασταλτικοί δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση DNA. Άλλοι μπορεί να δρουν μέσω ενεργοποίησης Τ-ΚΥΤΤΑΡΩΝ ή αναστέλλοντας την ενεργοποίηση ΒΟΗΘΗΤΙΚΩΝ ΚΥΤΤΑΡΩΝ. Ενώ η ανοσοκαταστολή έχει επιτευχθεί στο παρελθόν κυρίως για την πρόληψη της απόρριψης μεταμοσχευμένων οργάνων, αναδύονται νέες εφαρμογές που αφορούν τη διαμεσολάβηση των επιδράσεων των ΙΝΤΕΡΛΕΥΚΙΝΩΝ και άλλων ΚΥΤΟΚΙΝΩΝ.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της ΡΕΥΜΑΤΟΕΙΔΟΥΣ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑΣ.
Ενώσεις που αναστέλλουν την κυτταρική παραγωγή DNA ή RNA.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 2Α L04AX03ΒΗΜΑ 2 — ΑΣ / Αξονική ΣπΑ με ακτινολογικά ευρήματα
- Δυσανεξία/τοξικότητα/αντένδειξη ή αποτυχία στα ΜΣΑΦ
- Υψηλή ενεργότητα νόσου (ASDAS ≥ 2,1 ή BASDAI ≥ 4) + σύμφωνη γνώμη ρευματολόγου
Δοσολογία: SSZ 2-3 g/ημέρα PO · MTX 7,5-25 mg/εβδ. PO ή SC + φυλλικό 5 mg/εβδ. · Συνεχής
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Severe-No-Poor-Prognosis L04AX03Τελική ειλεΐτιδα — βαρεία ΧΩΡΙΣ προγνωστικά σημεία δυσμενούς πορείαςL1 βαρειά νόσος, χωρίς δυσμενή προγνωστικάΔοσολογία: 25 mg/εβδομάδα im/sc · Συντήρηση
-
ΒΗΜΑ Severe-Poor-Prognosis L04AX03Τελική ειλεΐτιδα — βαρεία ΜΕ προγνωστικά σημεία δυσμενούς πορείαςL1 βαρειά νόσος, με δυσμενή προγνωστικά → πρώιμη εντατικοποιημένη θεραπείαΔοσολογία: Prednisolone 40–60 mg + Methotrexate 25 mg/εβδ. sc · Σταδιακή απόσυρση
-
ΒΗΜΑ Perianal L04AX03Περιεδρική νόσος CrohnΠεριεδρική προσβολή — απλό συρίγγιο ή σύνθετοΔοσολογία: 25 mg/εβδ. sc · Συντήρηση
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 1 L04AX03ΒΗΜΑ 1 — Αρχική αγωγή με csDMARD ως μονοθεραπεία
- Διαγνωσμένη ΨΑ — έναρξη θεραπείας
- Χωρίς προηγούμενη αποτυχία csDMARD
Δοσολογία: MTX 15–25 mg/εβδομάδα PO ή SC + Φυλλικό 5 mg/εβδομάδα PO · Συνεχής
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 1 L04AX03ΒΗΜΑ 1 — Αρχική αγωγή με csDMARD ως μονοθεραπεία
- Διαγνωσμένη ΡΑ — έναρξη θεραπείας
Δοσολογία: MTX 15-25 mg/εβδομάδα PO ή SC (> 15 mg προτιμάται SC) + φυλλικό 5 mg/εβδ. PO · Συνεχής
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (immunosuppressants) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.