Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 20 / ML | 4.14 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
H40 Γλαύκωμα
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση
DELAZO — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Οφθαλμική
- Δόση έναρξης: μία σταγόνα τρεις φορές ημερησίως
-
Ενήλικες (Μονοθεραπεία)Δόσημία σταγόναστον θόλο του επιπεφυκότα του πάσχοντος οφθαλμού (οφθαλμών), τρεις φορές ημερησίως
-
Ενήλικες (Συμπληρωματική θεραπεία με οφθαλμικό βήτα-αναστολέα)Δόσημία σταγόναστον θόλο του επιπεφυκότα του πάσχοντος οφθαλμού (οφθαλμών) δύο φορές ημερησίως
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΠεριορισμένα κλινικά δεδομένα, χορήγηση τρεις φορές την ημέρα (βλ. Φαρμακοδυναμικές)
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CrCl < 30ml/min)
-
Υπερχλωραιμική οξέωση
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΝα χορηγείται με προσοχή
-
Οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίαςΠληθυσμόςασθενείς με οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίαςΔεν έχει μελετηθεί, απαιτούνται επιπρόσθετες θεραπευτικές παρεμβάσεις
-
Σοβαρές αντιδράσεις λόγω σουλφοναμιδικής ομάδας (π.χ. σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση)Διακοπή της χρήσης του σκευάσματος σε περίπτωση εμφάνισης
-
ΟυρολιθίασηΠληθυσμόςασθενείς με προηγούμενο ιστορικό λίθων στους νεφρούςΑυξημένος κίνδυνος
-
Αλλεργικές αντιδράσεις (επιπεφυκίτιδα, αντιδράσεις βλεφάρων)Διακοπή της θεραπείας
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με από του στόματος αναστολείς της καρβονικής ανυδράσηςΔεν συνιστάται λόγω πιθανότητας αθροιστικής επίδρασης
-
Οιδήματα κερατοειδούς / Ανεπάρκεια αντιρρόπησης του κερατοειδούςΠληθυσμόςασθενείς με προϋπάρχουσες χρόνιες αλλοιώσεις του κερατοειδούς και/ή ιστορικό ενδοφθάλμιας χειρουργικής επέμβασηςΗ τοπική χορήγηση δορζολαμίδης πρέπει να γίνεται με προσοχή
-
Αποκόλληση χοριοειδούς και οφθαλμική υποτονίαΈχει αναφερθεί μετά από τεχνικές διήθησης με εφαρμογή θεραπειών μείωσης του υδατοειδούς υγρού
-
Χλωριούχο Βενζαλκώνιο (ερεθισμός, ξηροφθαλμία, βλάβη κερατοειδούς)Πληθυσμόςασθενείς με ξηροφθαλμία και σε ασθενείς στους οποίους ο κερατοειδής μπορεί να έχει βλάβηΝα χρησιμοποιείται με προσοχή. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται σε περιπτώσεις παρατεταμένης χρήσης
-
Χρήση φακών επαφήςΠληθυσμόςΧρήστες φακών επαφήςΟι φακοί επαφής πρέπει να απομακρύνονται πριν από την εφαρμογή και να περιμένετε τουλάχιστον 15 λεπτά πριν την επανατοποθέτηση. Μπορεί να μεταβάλει το χρώμα των μαλακών φακών επαφής
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (πρόωρα βρέφη)Πληθυσμόςασθενείς που γεννήθηκαν μην έχοντας συμπληρώσει 36 εβδομάδες κύησης και ηλικίας μικρότερης της μιας εβδομάδας, ασθενείς με σημαντικού βαθμού ανώριμα νεφρικά σωληνάριαΔεν έχει μελετηθεί. Χορήγηση μόνο μετά από προσεκτικό υπολογισμό της σχέσης κινδύνου-οφέλους λόγω πιθανού κινδύνου μεταβολικής οξέωσης
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Οφθαλμικό διάλυμα τιμολόληςπαρακολούθησηΔεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες αλληλεπιδράσεις
-
Οφθαλμικό διάλυμα βηταξολόληςπαρακολούθησηΔεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες αλληλεπιδράσεις
-
Αναστολείς ΜΕΑπαρακολούθησηΔεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες αλληλεπιδράσεις
-
Αναστολείς διαύλων ασβεστίουπαρακολούθησηΔεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες αλληλεπιδράσεις
-
ΔιουρητικάπαρακολούθησηΔεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες αλληλεπιδράσεις
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (συμπεριλαμβανομένης ασπιρίνης)παρακολούθησηΔεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες αλληλεπιδράσεις
-
Ορμόνες (π.χ. οιστρογόνα, ινσουλίνη, θυροξίνη)παρακολούθησηΔεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Παραισθησία
- καύσος και νυγμός (Πολύ συχνές)
- επιφανειακή στικτή κερατίτιδα (Συχνές)
- δακρύρροια (Συχνές)
- επιπεφυκίτιδα (Συχνές)
- φλεγμονή του βλεφάρου (Συχνές)
- κνησμός του οφθαλμού (Συχνές)
- ερεθισμός του βλεφάρου (Συχνές)
- θάμβος οράσεως (Συχνές)
- ιριδοκυκλίτιδα (Όχι συχνές)
- ερεθισμός (συμπεριλαμβανομένης της ερυθρότητας) (Σπάνιες)
- πόνος (Σπάνιες)
- εφελκίδωση βλεφάρων (Σπάνιες)
- παροδική μυωπία (η οποία υποχωρεί με την διακοπή της θεραπείας) (Σπάνιες)
- οίδημα του κερατοειδούς (Σπάνιες)
- οφθαλμική υποτονία (Σπάνιες)
- αποκόλληση του χοριοειδούς μετά από χειρουργική διαδικασία διήθησης (Σπάνιες)
- αίσθηση ξένου σώματος στον οφθαλμό (Μη γνωστές)
- αίσθημα παλμών (Μη γνωστές)
- ταχυκαρδία (Μη γνωστές)
- υπέρταση (Μη γνωστές)
- επίσταξη (Σπάνιες)
- δύσπνοια (Μη γνωστές)
- ναυτία (Συχνές)
- πικρή γεύση (Συχνές)
- ερεθισμός του λαιμού (Σπάνιες)
- ξηροστομία (Σπάνιες)
- δερματίτιδα εξ επαφής (Σπάνιες)
- σύνδρομο Stevens -Johnson (Σπάνιες)
- τοξική επιδερμική νεκρόλυση (Σπάνιες)
- ουρολιθίαση (Σπάνιες)
- εξασθένιση/κόπωση (Συχνές)
- υπερευαισθησία: σημεία και συμπτώματα τοπικών αντιδράσεων (αντιδράσεις των βλεφάρων) και συστηματικές αλλεργικές αντιδράσεις συμπεριλαμβανομένου του αγγειοοιδήματος, κνίδωση και κνησμός, εξάνθημα, δύσπνοια, σπάνια βρογχόσπασμος (Σπάνιες)
- μεταβολική οξέωση (Μη γνωστές)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςκαύσος και νυγμός (οφθαλμού)Οφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΔακρύρροιαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΕπιφανειακή στικτή κερατίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΕρεθισμός βλεφάρουΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΘάμβος οράσεωςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚνησμός οφθαλμούΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠικρή γεύσηΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΦλεγμονή βλεφάρουΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΙριδοκυκλίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΑποκόλληση χοριοειδούς μετά από χειρουργική διαδικασία διήθησηςΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΔερματίτιδα εξ επαφήςΔέρμα
-
ΣπάνιεςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΕρεθισμός λαιμούΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΖάληΝευρικό
-
ΣπάνιεςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΟίδημα κερατοειδούςΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΟυρολιθίασηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΟφθαλμική υποτονίαΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΠαροδική μυωπίαΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Σπάνιεςερεθισμός (συμπεριλαμβανομένης της ερυθρότητας)Οφθαλμικές διαταραχές
-
Σπάνιεςεφελκίδωση βλεφάρωνΟφθαλμικές διαταραχές
-
Σπάνιεςπόνος (οφθαλμού)Οφθαλμικές διαταραχές
-
Σπάνιεςσύνδρομο Stevens -JohnsonΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Σπάνιεςυπερευαισθησία (σημεία και συμπτώματα τοπικών αντιδράσεων (αντιδράσεις των βλεφάρων) και συστηματικές αλλεργικές αντιδράσεις συμπεριλαμβανομένου του αγγειοοιδήματος, κνίδωση και κνησμός, εξάνθημα, δύσπνοια, σπάνια βρογχόσπασμος)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΑίσθηση ξένου σώματος στον οφθαλμόΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΜεταβολική οξέωσηΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΥπέρτασηΑγγειακές
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΗ δορζολαμίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.Δεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα από τη χρήση της δορζολαμίδης σε έγκυες γυναίκες. Σε κουνέλια, η δορζολαμίδη είχε τερατογενείς επιδράσεις σε τοξικές για τη μητέρα δόσεις (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΓαλουχίαΠρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/θα αποφευχθεί η θεραπεία με Δορζολαμίδη, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.Δεν είναι γνωστό εάν η δορζολαμίδη/οι μεταβολίτες απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Τα διαθέσιμα φαρμακοδυναμικά/τοξικολογικά δεδομένα σε ζώα έδειξαν απέκκριση της δορζολαμίδης/μεταβολιτών στο γάλα. Ο κίνδυνος στα νεογέννητα/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί.
-
ΓονιμότηταΔεδομένα σε ζώα δεν υποδεικνύουν επίδραση της θεραπείας με δορζολαμίδη στη γονιμότητα αρρένων και θηλέων. Δεν υπάρχουν στοιχεία για τον άνθρωπο.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- υπνηλία
- ναυτία
- ζάλη
- κεφαλαλγία
- κόπωση
- διαταραχές των ονείρων
- δυσφαγία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Αντιγλαυκωματικά σκευάσματα και σκευάσματα που προκαλούν μύση, Αναστολείς της Καρβονικής Ανυδράσης, δορζολαμίδη. Κωδικός ATC: S01EC03
Μηχανισμός δράσης
Η καρβονική ανυδράση (KA) είναι ένα ένζυμο που απαντάται σε πολλούς ιστούς του σώματος, συμπεριλαμβανομένου και του οφθαλμού. Η αναστολή της καρβονικής ανυδράσης στις ακτινοειδείς προβολές του οφθαλμού μειώνει την έκκριση του υδατοειδούς υγρού, με αποτέλεσμα τη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης (ΕΟΠ). Η δορζολαμίδη είναι ένας ισχυρός αναστολέας της καρβονικής ανυδράσης ΙΙ στον άνθρωπο.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Μετά από τοπική χορήγηση στον οφθαλμό, η δορζολαμίδη μειώνει την αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση, είτε αυτή συνδυάζεται με γλαύκωμα, είτε όχι. Η αυξημένη ΕΟΠ αποτελεί τον κυριότερο παράγοντα κινδύνου στην παθογένεση της βλάβης του οπτικού νεύρου και στην απώλεια του οπτικού πεδίου. Η δορζολαμίδη δεν προκαλεί συστολή της κόρης και μειώνει την ενδοφθάλμια πίεση χωρίς ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως είναι η νυκταλωπία και ο σπασμός προσαρμογής. Η δορζολαμίδη έχει ελάχιστη ή καμία επίδραση στον καρδιακό ρυθμό ή στην αρτηριακή πίεση.
Οι τοπικά χορηγούμενοι βήτα-αδρενεργικοί παράγοντες αναστολής επίσης μειώνουν την ΕΟΠ, ελαττώνοντας την παραγωγή του υδατοειδούς υγρού, αλλά με διαφορετικό μηχανισμό δράσης. Μελέτες έχουν δείξει ότι όταν η δορζολαμίδη προστέθηκε σε ένα τοπικά χορηγούμενο βήτα-αναστολέα, παρατηρήθηκε επιπρόσθετη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης. Αυτό το εύρημα είναι σύμφωνο με την ήδη αναφερθείσα αθροιστική δράση των βήτα-αναστολέων και των από του στόματος χορηγούμενων αναστολέων της καρβονικής ανυδράσης.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Ενήλικες ασθενείς
Σε κλινικές μελέτες μεγάλου εύρους και διάρκειας μέχρι ενός έτους έχει δειχθεί η αποτελεσματικότητα της δορζολαμίδης, σε ασθενείς με γλαύκωμα ή οφθαλμική υπερτονία όταν χορηγείται 3 φορές ημερησίως ως μονοθεραπεία (αρχική τιμή ΕΟΠ ≥ 23 mmHg) ή όταν χορηγείται 2 φορές ημερησίως ως συμπληρωματική θεραπεία με οφθαλμικούς βήτα-αναστολείς (αρχική τιμή ΕΟΠ ≥ 22 mmHg). Η αποτελεσματική δράση της δορζολαμίδης στη μείωση της ΕΟΠ, όταν χορηγείται ως μονοθεραπεία ή ως συμπληρωματική θεραπεία έχει δειχθεί καθόλο το εικοσιτετράωρο και το αποτέλεσμα αυτό διατηρήθηκε κατά τη μακράς διάρκειας χορήγησή της.
Η αποτελεσματικότητα κατά τη μακράς διάρκειας μονοθεραπεία ήταν παρόμοια με αυτή της βηταξολόλης και λίγο χαμηλότερη από αυτή της τιμολόλης. Όταν χρησιμοποιείται ως συμπληρωματική θεραπεία μαζί με βήτα-αναστολείς, η δορζολαμίδη έχει δείξει επιπρόσθετη μείωση ΕΟΠ παρόμοια με εκείνη της πιλοκαρπίνης 2% q.i.d.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Μία πολυκεντρική μελέτη 3-μηνών, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με ήδη εγκεκριμένο προϊόν θεραπείας, διεξήχθη σε 184 (122 για δορζολαμίδη) παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας από μιας εβδομάδας ως ηλικίας < 6 ετών με γλαύκωμα ή αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση (αρχική τιμή ΕΟΠ ≥ 22 mm Hg) για να αξιολογηθεί η ασφάλεια του Δορζολαμίδη όταν χορηγείται τοπικά τρεις φορές την ημέρα (t.i.d.). Περίπου στο ήμισυ των ασθενών και στις δύο ομάδες θεραπείας είχε διαγνωσθεί συγγενές γλαύκωμα. Άλλες συνήθεις αιτίες ήταν το σύνδρομο Sturge-Weber, ιριδοκερατοειδής μεσεγχυματική δυσγενεσία, αφακικοί ασθενείς. Η κατανομή, ανάλογα με την ηλικία και τις θεραπείες στη φάση της μονοθεραπείας είχε ως εξής:
| Ηλικιακή κοόρτη | Δορζολαμίδη 2% | Τιμολόλη |
|---|---|---|
| < 2 ετών | N=56 | Τιμολόλη GS 0,25% N=27 (Εύρος ηλικίας: 0,25 έως 22 μηνών) |
| ≥ 2 - < 6 ετών | N=66 | Τιμολόλη 0,5% N=35 (Εύρος ηλικίας: 2 έως 6 ετών) |
Και στις δύο ηλικιακές κοόρτες περίπου 70 ασθενείς έλαβαν θεραπεία τουλάχιστον για 61 ημέρες και περίπου 50 ασθενείς έλαβαν θεραπεία για 81-100 ημέρες.
Στις περιπτώσεις που η ενδοφθάλμια πίεση (ΕΟΠ) δεν ελεγχόταν επαρκώς με χορήγηση δορζολαμίδης ή τιμολόλης σε διάλυμα προς δημιουργία γέλης σε μονοθεραπεία, έγινε αλλαγή της θεραπείας σε θεραπεία ανοιχτής επισήμανσης σύμφωνα με το ακόλουθο σχήμα: 30 ασθενείς < 2 ετών μεταφέρθηκαν στην ταυτόχρονη θεραπεία με τιμολόλη διάλυμα προς δημιουργία γέλης 0,25% ημερησίως και δορζολαμίδη 2% τρεις φορές ημερησίως, 30 ασθενείς ≥ 2 ετών μεταφέρθηκαν στο σχήμα με σταθερό συνδυασμό 2% δορζολαμίδη/0,5% τιμολόλη δύο φορές ημερησίως (b.i.d.).
Συνολικά, αυτή η μελέτη δεν έδειξε επιπλέον ανησυχητικά στοιχεία ασφάλειας σε παιδιατρικούς ασθενείς: Περίπου στο 26% (20% σε μονοθεραπεία με δορζολαμίδη) των παιδιατρικών ασθενών παρατηρήθηκε ότι παρουσίασαν ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με το φάρμακο, η πλειονότητα των οποίων ήταν τοπικές, όχι σοβαρές οφθαλμικές επιδράσεις όπως οφθαλμικός καύσος και νυγμός, υπεραιμία και οφθαλμικός πόνος. Σε ένα μικρό ποσοστό < 4% παρατηρήθηκε οίδημα του κερατοειδούς ή θόλωση.
Τοπικές αντιδράσεις σε παρόμοια συχνότητα εμφανίσθηκαν και με τον συγκριτικό παράγοντα.
Σε στοιχεία μετά την κυκλοφορία, έχουν γίνει αναφορές για μεταβολική οξέωση σε ασθενείς πολύ νεαρής ηλικίας ιδιαίτερα στον πληθυσμό με νεφρική ανωριμότητα/δυσλειτουργία.
Δεδομένα αποτελεσματικότητας σε παιδιατρικούς ασθενείς υποστηρίζουν ότι η μέση μείωση της ΕΟΠ που παρατηρήθηκε στην ομάδα με δορζολαμίδη ήταν συγκρίσιμη με τη μέση μείωση της ΕΟΠ στην ομάδα με τιμολόλη αν και παρατηρήθηκε μία μικρή αριθμητική υπεροχή για την τιμολόλη.
Δεν είναι διαθέσιμες μελέτες πιο μακροχρόνιας αποτελεσματικότητας (>12 εβδομάδες).
Αντίθετα από τους χορηγούμενους από το στόμα αναστολείς της καρβονικής ανυδράσης, η τοπική χορήγηση της υδροχλωρικής δορζολαμίδης επιτρέπει στη δραστική ουσία να ασκεί τις επιδράσεις της απευθείας στον οφθαλμό, σε σημαντικά χαμηλότερες δόσεις και ως εκ τούτου με μικρότερη συστηματική έκθεση. Σε κλινικές μελέτες, αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης, χωρίς την εμφάνιση διαταραχών της οξεοβασικής ισορροπίας ή μεταβολών των ηλεκτρολυτών που είναι χαρακτηριστικό των από του στόματος χορηγούμενων αναστολέων της καρβονικής ανυδράσης.
Όταν η δορζολαμίδη χορηγείται τοπικά, εισέρχεται στη συστηματική κυκλοφορία. Για την εκτίμηση της πιθανότητας συστηματικής αναστολής της καρβονικής ανυδράσης μετά από τοπική χορήγηση, μετρήθηκαν οι συγκεντρώσεις της δραστικής ουσίας και του μεταβολίτη της στα ερυθρά αιμοσφαίρια του αίματος (RBCs) και στο πλάσμα, καθώς επίσης και η αναστολή της καρβονικής ανυδράσης στα RBCs. Κατά τη χρόνια χορήγηση, η δορζολαμίδη αθροίζεται στα RBCs ως αποτέλεσμα της εκλεκτικής σύνδεσης με την CA-II, ενώ εξαιρετικά χαμηλές συγκεντρώσεις ελεύθερης δραστικής ουσίας παραμένουν στο πλάσμα. Η μητρική δραστική ουσία σχηματίζει ένα Ν-αποαιθυλιωμένο μεταβολίτη, ο οποίος αναστέλλει την CA-II σε μικρότερο βαθμό από ότι η μητρική δραστική ουσία, αλλά αναστέλλει επίσης και ένα λιγότερο δραστικό ισοένζυμο (CA-I). Ο μεταβολίτης επίσης αθροίζεται στα RBCs, όπου συνδέεται πρωτίστως με την CA-I. Η δορζολαμίδη συνδέεται σε μέτριο βαθμό με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (περίπου 33%). Η δορζολαμίδη απεκκρίνεται αυτούσια κυρίως με τα ούρα. Ο μεταβολίτης της επίσης αποβάλλεται στα ούρα. Μετά το τέλος της χορήγησης, η δορζολαμίδη απομακρύνεται από τα RBCs μη γραμμικά, με αποτέλεσμα αρχικά να έχουμε ταχεία ελάττωση της συγκέντρωσης της δραστικής ουσίας, η οποία ακολουθείται στη συνέχεια από μία φάση βραδύτερης αποβολής με χρόνο ημίσειας ζωής περίπου τεσσάρων μηνών.
Όταν η δορζολαμίδη χορηγήθηκε από το στόμα, ώστε να προσομοιωθεί με την υψηλότερη συστηματική έκθεση του οργανισμού μετά από μακροχρόνια τοπική οφθαλμική χορήγηση, σταθερή κατάσταση επετεύχθη μέσα σε 13 εβδομάδες. Στη σταθερή αυτή κατάσταση πράγματι δεν υπήρχε καθόλου ελεύθερη δραστική ουσία ή μεταβολίτης της στο πλάσμα. Η αναστολή της καρβονικής ανυδράσης στα ερυθρά αιμοσφαίρια ήταν μικρότερη από εκείνη, που θεωρείται απαραίτητη για τη φαρμακολογική επίδραση στη νεφρική λειτουργία ή την αναπνευστική λειτουργία. Παρόμοια φαρμακοκινητικά αποτελέσματα παρατηρήθηκαν μετά από χρόνια τοπική χορήγηση δορζολαμίδης. Παρόλα αυτά, μερικοί ηλικιωμένοι ασθενείς, με νεφρική δυσλειτουργία (κατ’ εκτίμηση CrCl 30-60 ml/min), είχαν υψηλότερα επίπεδα συγκεντρώσεων του μεταβολίτη στα RBCs, αλλά όχι ιδιαίτερης σημασίας διαφορές που σχετίζονται με την αναστολή της καρβονικής ανυδράσης, ενώ καμία κλινικά σημαντική συστηματική ανεπιθύμητη ενέργεια δεν αποδόθηκε σε αυτό το εύρημα.