Clinio Logo
Clinio
Εμπορική Ονομασία ΣΕ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ

DOROLAD

dorzolamide

δορολαδ

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ
Σκεύασμα Περιεκτικότητα Λιανική
2% 3.36 €

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10

clinical_notes
  • H40 Γλαύκωμα

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση

search Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη arrow_forward

DOROLAD — Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα

medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
Οφθαλμική
Δόση έναρξης:
μία σταγόνα τρεις φορές ημερησίως
  • Ενήλικες (Μονοθεραπεία)
    Δόσημία σταγόνα
    στον θόλο του επιπεφυκότα του πάσχοντος οφθαλμού (οφθαλμών), τρεις φορές ημερησίως
  • Ενήλικες (Συμπληρωματική θεραπεία με οφθαλμικό βήτα-αναστολέα)
    Δόσημία σταγόνα
    στον θόλο του επιπεφυκότα του πάσχοντος οφθαλμού (οφθαλμών) δύο φορές ημερησίως
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    Περιορισμένα κλινικά δεδομένα, χορήγηση τρεις φορές την ημέρα (βλ. Φαρμακοδυναμικές)
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
  • Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CrCl < 30ml/min)
  • Υπερχλωραιμική οξέωση
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Ηπατική δυσλειτουργία
    Πληθυσμόςασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
    Να χορηγείται με προσοχή
  • Οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας
    Πληθυσμόςασθενείς με οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας
    Δεν έχει μελετηθεί, απαιτούνται επιπρόσθετες θεραπευτικές παρεμβάσεις
  • Σοβαρές αντιδράσεις λόγω σουλφοναμιδικής ομάδας (π.χ. σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση)
    Διακοπή της χρήσης του σκευάσματος σε περίπτωση εμφάνισης
  • Ουρολιθίαση
    Πληθυσμόςασθενείς με προηγούμενο ιστορικό λίθων στους νεφρούς
    Αυξημένος κίνδυνος
  • Αλλεργικές αντιδράσεις (επιπεφυκίτιδα, αντιδράσεις βλεφάρων)
    Διακοπή της θεραπείας
  • Ταυτόχρονη χορήγηση με από του στόματος αναστολείς της καρβονικής ανυδράσης
    Δεν συνιστάται λόγω πιθανότητας αθροιστικής επίδρασης
  • Οιδήματα κερατοειδούς / Ανεπάρκεια αντιρρόπησης του κερατοειδούς
    Πληθυσμόςασθενείς με προϋπάρχουσες χρόνιες αλλοιώσεις του κερατοειδούς και/ή ιστορικό ενδοφθάλμιας χειρουργικής επέμβασης
    Η τοπική χορήγηση δορζολαμίδης πρέπει να γίνεται με προσοχή
  • Αποκόλληση χοριοειδούς και οφθαλμική υποτονία
    Έχει αναφερθεί μετά από τεχνικές διήθησης με εφαρμογή θεραπειών μείωσης του υδατοειδούς υγρού
  • Χλωριούχο Βενζαλκώνιο (ερεθισμός, ξηροφθαλμία, βλάβη κερατοειδούς)
    Πληθυσμόςασθενείς με ξηροφθαλμία και σε ασθενείς στους οποίους ο κερατοειδής μπορεί να έχει βλάβη
    Να χρησιμοποιείται με προσοχή. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται σε περιπτώσεις παρατεταμένης χρήσης
  • Χρήση φακών επαφής
    ΠληθυσμόςΧρήστες φακών επαφής
    Οι φακοί επαφής πρέπει να απομακρύνονται πριν από την εφαρμογή και να περιμένετε τουλάχιστον 15 λεπτά πριν την επανατοποθέτηση. Μπορεί να μεταβάλει το χρώμα των μαλακών φακών επαφής
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (πρόωρα βρέφη)
    Πληθυσμόςασθενείς που γεννήθηκαν μην έχοντας συμπληρώσει 36 εβδομάδες κύησης και ηλικίας μικρότερης της μιας εβδομάδας, ασθενείς με σημαντικού βαθμού ανώριμα νεφρικά σωληνάρια
    Δεν έχει μελετηθεί. Χορήγηση μόνο μετά από προσεκτικό υπολογισμό της σχέσης κινδύνου-οφέλους λόγω πιθανού κινδύνου μεταβολικής οξέωσης
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Οφθαλμικό διάλυμα τιμολόλης
    παρακολούθηση
    Δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες αλληλεπιδράσεις
  • Οφθαλμικό διάλυμα βηταξολόλης
    παρακολούθηση
    Δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες αλληλεπιδράσεις
  • Αναστολείς ΜΕΑ
    παρακολούθηση
    Δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες αλληλεπιδράσεις
  • Αναστολείς διαύλων ασβεστίου
    παρακολούθηση
    Δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες αλληλεπιδράσεις
  • Διουρητικά
    παρακολούθηση
    Δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες αλληλεπιδράσεις
  • Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (συμπεριλαμβανομένης ασπιρίνης)
    παρακολούθηση
    Δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες αλληλεπιδράσεις
  • Ορμόνες (π.χ. οιστρογόνα, ινσουλίνη, θυροξίνη)
    παρακολούθηση
    Δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες αλληλεπιδράσεις
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
  • Παραισθησία
Οφθαλμικές διαταραχές
  • καύσος και νυγμός (Πολύ συχνές)
  • επιφανειακή στικτή κερατίτιδα (Συχνές)
  • δακρύρροια (Συχνές)
  • επιπεφυκίτιδα (Συχνές)
  • φλεγμονή του βλεφάρου (Συχνές)
  • κνησμός του οφθαλμού (Συχνές)
  • ερεθισμός του βλεφάρου (Συχνές)
  • θάμβος οράσεως (Συχνές)
  • ιριδοκυκλίτιδα (Όχι συχνές)
  • ερεθισμός (συμπεριλαμβανομένης της ερυθρότητας) (Σπάνιες)
  • πόνος (Σπάνιες)
  • εφελκίδωση βλεφάρων (Σπάνιες)
  • παροδική μυωπία (η οποία υποχωρεί με την διακοπή της θεραπείας) (Σπάνιες)
  • οίδημα του κερατοειδούς (Σπάνιες)
  • οφθαλμική υποτονία (Σπάνιες)
  • αποκόλληση του χοριοειδούς μετά από χειρουργική διαδικασία διήθησης (Σπάνιες)
  • αίσθηση ξένου σώματος στον οφθαλμό (Μη γνωστές)
Καρδιακές διαταραχές
  • αίσθημα παλμών (Μη γνωστές)
  • ταχυκαρδία (Μη γνωστές)
Αγγειακές διαταραχές
  • υπέρταση (Μη γνωστές)
Διαταραχές του αναπνευστικού, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
  • επίσταξη (Σπάνιες)
  • δύσπνοια (Μη γνωστές)
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • ναυτία (Συχνές)
  • πικρή γεύση (Συχνές)
  • ερεθισμός του λαιμού (Σπάνιες)
  • ξηροστομία (Σπάνιες)
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • δερματίτιδα εξ επαφής (Σπάνιες)
  • σύνδρομο Stevens -Johnson (Σπάνιες)
  • τοξική επιδερμική νεκρόλυση (Σπάνιες)
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • ουρολιθίαση (Σπάνιες)
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • εξασθένιση/κόπωση (Συχνές)
  • υπερευαισθησία: σημεία και συμπτώματα τοπικών αντιδράσεων (αντιδράσεις των βλεφάρων) και συστηματικές αλλεργικές αντιδράσεις συμπεριλαμβανομένου του αγγειοοιδήματος, κνίδωση και κνησμός, εξάνθημα, δύσπνοια, σπάνια βρογχόσπασμος (Σπάνιες)
Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές
  • μεταβολική οξέωση (Μη γνωστές)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • καύσος και νυγμός (οφθαλμού)
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Πολύ συχνές
  • Δακρύρροια
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Εξασθένιση
    Γενικές
    Συχνές
  • Επιπεφυκίτιδα
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Επιφανειακή στικτή κερατίτιδα
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Ερεθισμός βλεφάρου
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Θάμβος οράσεως
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κνησμός οφθαλμού
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Πικρή γεύση
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Φλεγμονή βλεφάρου
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Ιριδοκυκλίτιδα
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Αποκόλληση χοριοειδούς μετά από χειρουργική διαδικασία διήθησης
    Οφθαλμικές
    Σπάνιες
  • Δερματίτιδα εξ επαφής
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Επίσταξη
    Αναπνευστικό
    Σπάνιες
  • Ερεθισμός λαιμού
    Αναπνευστικό
    Σπάνιες
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Ξηροστομία
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Οίδημα κερατοειδούς
    Οφθαλμικές
    Σπάνιες
  • Ουρολιθίαση
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Σπάνιες
  • Οφθαλμική υποτονία
    Οφθαλμικές
    Σπάνιες
  • Παραισθησία
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Παροδική μυωπία
    Οφθαλμικές
    Σπάνιες
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • ερεθισμός (συμπεριλαμβανομένης της ερυθρότητας)
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Σπάνιες
  • εφελκίδωση βλεφάρων
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Σπάνιες
  • πόνος (οφθαλμού)
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Σπάνιες
  • σύνδρομο Stevens -Johnson
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • υπερευαισθησία (σημεία και συμπτώματα τοπικών αντιδράσεων (αντιδράσεις των βλεφάρων) και συστηματικές αλλεργικές αντιδράσεις συμπεριλαμβανομένου του αγγειοοιδήματος, κνίδωση και κνησμός, εξάνθημα, δύσπνοια, σπάνια βρογχόσπασμος)
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Σπάνιες
  • Αίσθημα παλμών
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Αίσθηση ξένου σώματος στον οφθαλμό
    Οφθαλμικές
    Μη γνωστές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Μεταβολική οξέωση
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Ταχυκαρδία
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Υπέρταση
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Η δορζολαμίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
    Δεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα από τη χρήση της δορζολαμίδης σε έγκυες γυναίκες. Σε κουνέλια, η δορζολαμίδη είχε τερατογενείς επιδράσεις σε τοξικές για τη μητέρα δόσεις (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
  • Γαλουχία
    Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/θα αποφευχθεί η θεραπεία με Δορζολαμίδη, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
    Δεν είναι γνωστό εάν η δορζολαμίδη/οι μεταβολίτες απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Τα διαθέσιμα φαρμακοδυναμικά/τοξικολογικά δεδομένα σε ζώα έδειξαν απέκκριση της δορζολαμίδης/μεταβολιτών στο γάλα. Ο κίνδυνος στα νεογέννητα/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί.
  • Γονιμότητα
    Δεδομένα σε ζώα δεν υποδεικνύουν επίδραση της θεραπείας με δορζολαμίδη στη γονιμότητα αρρένων και θηλέων. Δεν υπάρχουν στοιχεία για τον άνθρωπο.
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συμπτώματα
  • υπνηλία
  • ναυτία
  • ζάλη
  • κεφαλαλγία
  • κόπωση
  • διαταραχές των ονείρων
  • δυσφαγία
Αντιμετώπιση
Η θεραπεία θα πρέπει να είναι συμπτωματική και υποστηρικτική. Μπορεί να εμφανισθούν διαταραχές του ισοζυγίου ηλεκτρολυτών, ανάπτυξη κατάστασης οξέωσης και πιθανές αντιδράσεις από το ΚΝΣ. Τα επίπεδα των ηλεκτρολυτών στον ορό (κυρίως το κάλιο), καθώς επίσης και το pH του αίματος θα πρέπει να ελέγχονται.
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΠιθανώς
Πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες όπως ζάλη και διαταραχές στην όραση μπορεί να επιδράσουν στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Χλωριούχο βενζαλκώνιο
Υδροξυαιθυλοκυτταρίνη
Μαννιτόλη (E421)
Κιτρικό νάτριο (E331)
Υδροξείδιο του νατρίου (E524) για τη ρύθμιση του pH
Ενέσιμο ύδωρ
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία

Αντιγλαυκωματικά σκευάσματα και σκευάσματα που προκαλούν μύση, Αναστολείς της Καρβονικής Ανυδράσης, δορζολαμίδη. Κωδικός ATC: S01EC03

Μηχανισμός δράσης

Η καρβονική ανυδράση (KA) είναι ένα ένζυμο που απαντάται σε πολλούς ιστούς του σώματος, συμπεριλαμβανομένου και του οφθαλμού. Η αναστολή της καρβονικής ανυδράσης στις ακτινοειδείς προβολές του οφθαλμού μειώνει την έκκριση του υδατοειδούς υγρού, με αποτέλεσμα τη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης (ΕΟΠ). Η δορζολαμίδη είναι ένας ισχυρός αναστολέας της καρβονικής ανυδράσης ΙΙ στον άνθρωπο.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Μετά από τοπική χορήγηση στον οφθαλμό, η δορζολαμίδη μειώνει την αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση, είτε αυτή συνδυάζεται με γλαύκωμα, είτε όχι. Η αυξημένη ΕΟΠ αποτελεί τον κυριότερο παράγοντα κινδύνου στην παθογένεση της βλάβης του οπτικού νεύρου και στην απώλεια του οπτικού πεδίου. Η δορζολαμίδη δεν προκαλεί συστολή της κόρης και μειώνει την ενδοφθάλμια πίεση χωρίς ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως είναι η νυκταλωπία και ο σπασμός προσαρμογής. Η δορζολαμίδη έχει ελάχιστη ή καμία επίδραση στον καρδιακό ρυθμό ή στην αρτηριακή πίεση.

Οι τοπικά χορηγούμενοι βήτα-αδρενεργικοί παράγοντες αναστολής επίσης μειώνουν την ΕΟΠ, ελαττώνοντας την παραγωγή του υδατοειδούς υγρού, αλλά με διαφορετικό μηχανισμό δράσης. Μελέτες έχουν δείξει ότι όταν η δορζολαμίδη προστέθηκε σε ένα τοπικά χορηγούμενο βήτα-αναστολέα, παρατηρήθηκε επιπρόσθετη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης. Αυτό το εύρημα είναι σύμφωνο με την ήδη αναφερθείσα αθροιστική δράση των βήτα-αναστολέων και των από του στόματος χορηγούμενων αναστολέων της καρβονικής ανυδράσης.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Ενήλικες ασθενείς

Σε κλινικές μελέτες μεγάλου εύρους και διάρκειας μέχρι ενός έτους έχει δειχθεί η αποτελεσματικότητα της δορζολαμίδης, σε ασθενείς με γλαύκωμα ή οφθαλμική υπερτονία όταν χορηγείται 3 φορές ημερησίως ως μονοθεραπεία (αρχική τιμή ΕΟΠ ≥ 23 mmHg) ή όταν χορηγείται 2 φορές ημερησίως ως συμπληρωματική θεραπεία με οφθαλμικούς βήτα-αναστολείς (αρχική τιμή ΕΟΠ ≥ 22 mmHg). Η αποτελεσματική δράση της δορζολαμίδης στη μείωση της ΕΟΠ, όταν χορηγείται ως μονοθεραπεία ή ως συμπληρωματική θεραπεία έχει δειχθεί καθόλο το εικοσιτετράωρο και το αποτέλεσμα αυτό διατηρήθηκε κατά τη μακράς διάρκειας χορήγησή της.

Η αποτελεσματικότητα κατά τη μακράς διάρκειας μονοθεραπεία ήταν παρόμοια με αυτή της βηταξολόλης και λίγο χαμηλότερη από αυτή της τιμολόλης. Όταν χρησιμοποιείται ως συμπληρωματική θεραπεία μαζί με βήτα-αναστολείς, η δορζολαμίδη έχει δείξει επιπρόσθετη μείωση ΕΟΠ παρόμοια με εκείνη της πιλοκαρπίνης 2% q.i.d.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Μία πολυκεντρική μελέτη 3-μηνών, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με ήδη εγκεκριμένο προϊόν θεραπείας, διεξήχθη σε 184 (122 για δορζολαμίδη) παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας από μιας εβδομάδας ως ηλικίας < 6 ετών με γλαύκωμα ή αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση (αρχική τιμή ΕΟΠ ≥ 22 mm Hg) για να αξιολογηθεί η ασφάλεια του Δορζολαμίδη όταν χορηγείται τοπικά τρεις φορές την ημέρα (t.i.d.). Περίπου στο ήμισυ των ασθενών και στις δύο ομάδες θεραπείας είχε διαγνωσθεί συγγενές γλαύκωμα. Άλλες συνήθεις αιτίες ήταν το σύνδρομο Sturge-Weber, ιριδοκερατοειδής μεσεγχυματική δυσγενεσία, αφακικοί ασθενείς. Η κατανομή, ανάλογα με την ηλικία και τις θεραπείες στη φάση της μονοθεραπείας είχε ως εξής:

Ηλικιακή κοόρτη Δορζολαμίδη 2% Τιμολόλη
< 2 ετών N=56 Τιμολόλη GS 0,25% N=27 (Εύρος ηλικίας: 0,25 έως 22 μηνών)
≥ 2 - < 6 ετών N=66 Τιμολόλη 0,5% N=35 (Εύρος ηλικίας: 2 έως 6 ετών)

Και στις δύο ηλικιακές κοόρτες περίπου 70 ασθενείς έλαβαν θεραπεία τουλάχιστον για 61 ημέρες και περίπου 50 ασθενείς έλαβαν θεραπεία για 81-100 ημέρες.

Στις περιπτώσεις που η ενδοφθάλμια πίεση (ΕΟΠ) δεν ελεγχόταν επαρκώς με χορήγηση δορζολαμίδης ή τιμολόλης σε διάλυμα προς δημιουργία γέλης σε μονοθεραπεία, έγινε αλλαγή της θεραπείας σε θεραπεία ανοιχτής επισήμανσης σύμφωνα με το ακόλουθο σχήμα: 30 ασθενείς < 2 ετών μεταφέρθηκαν στην ταυτόχρονη θεραπεία με τιμολόλη διάλυμα προς δημιουργία γέλης 0,25% ημερησίως και δορζολαμίδη 2% τρεις φορές ημερησίως, 30 ασθενείς ≥ 2 ετών μεταφέρθηκαν στο σχήμα με σταθερό συνδυασμό 2% δορζολαμίδη/0,5% τιμολόλη δύο φορές ημερησίως (b.i.d.).

Συνολικά, αυτή η μελέτη δεν έδειξε επιπλέον ανησυχητικά στοιχεία ασφάλειας σε παιδιατρικούς ασθενείς: Περίπου στο 26% (20% σε μονοθεραπεία με δορζολαμίδη) των παιδιατρικών ασθενών παρατηρήθηκε ότι παρουσίασαν ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με το φάρμακο, η πλειονότητα των οποίων ήταν τοπικές, όχι σοβαρές οφθαλμικές επιδράσεις όπως οφθαλμικός καύσος και νυγμός, υπεραιμία και οφθαλμικός πόνος. Σε ένα μικρό ποσοστό < 4% παρατηρήθηκε οίδημα του κερατοειδούς ή θόλωση.

Τοπικές αντιδράσεις σε παρόμοια συχνότητα εμφανίσθηκαν και με τον συγκριτικό παράγοντα.

Σε στοιχεία μετά την κυκλοφορία, έχουν γίνει αναφορές για μεταβολική οξέωση σε ασθενείς πολύ νεαρής ηλικίας ιδιαίτερα στον πληθυσμό με νεφρική ανωριμότητα/δυσλειτουργία.

Δεδομένα αποτελεσματικότητας σε παιδιατρικούς ασθενείς υποστηρίζουν ότι η μέση μείωση της ΕΟΠ που παρατηρήθηκε στην ομάδα με δορζολαμίδη ήταν συγκρίσιμη με τη μέση μείωση της ΕΟΠ στην ομάδα με τιμολόλη αν και παρατηρήθηκε μία μικρή αριθμητική υπεροχή για την τιμολόλη.

Δεν είναι διαθέσιμες μελέτες πιο μακροχρόνιας αποτελεσματικότητας (>12 εβδομάδες).

Φαρμακοκινητική

Αντίθετα από τους χορηγούμενους από το στόμα αναστολείς της καρβονικής ανυδράσης, η τοπική χορήγηση της υδροχλωρικής δορζολαμίδης επιτρέπει στη δραστική ουσία να ασκεί τις επιδράσεις της απευθείας στον οφθαλμό, σε σημαντικά χαμηλότερες δόσεις και ως εκ τούτου με μικρότερη συστηματική έκθεση. Σε κλινικές μελέτες, αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης, χωρίς την εμφάνιση διαταραχών της οξεοβασικής ισορροπίας ή μεταβολών των ηλεκτρολυτών που είναι χαρακτηριστικό των από του στόματος χορηγούμενων αναστολέων της καρβονικής ανυδράσης.

Όταν η δορζολαμίδη χορηγείται τοπικά, εισέρχεται στη συστηματική κυκλοφορία. Για την εκτίμηση της πιθανότητας συστηματικής αναστολής της καρβονικής ανυδράσης μετά από τοπική χορήγηση, μετρήθηκαν οι συγκεντρώσεις της δραστικής ουσίας και του μεταβολίτη της στα ερυθρά αιμοσφαίρια του αίματος (RBCs) και στο πλάσμα, καθώς επίσης και η αναστολή της καρβονικής ανυδράσης στα RBCs. Κατά τη χρόνια χορήγηση, η δορζολαμίδη αθροίζεται στα RBCs ως αποτέλεσμα της εκλεκτικής σύνδεσης με την CA-II, ενώ εξαιρετικά χαμηλές συγκεντρώσεις ελεύθερης δραστικής ουσίας παραμένουν στο πλάσμα. Η μητρική δραστική ουσία σχηματίζει ένα Ν-αποαιθυλιωμένο μεταβολίτη, ο οποίος αναστέλλει την CA-II σε μικρότερο βαθμό από ότι η μητρική δραστική ουσία, αλλά αναστέλλει επίσης και ένα λιγότερο δραστικό ισοένζυμο (CA-I). Ο μεταβολίτης επίσης αθροίζεται στα RBCs, όπου συνδέεται πρωτίστως με την CA-I. Η δορζολαμίδη συνδέεται σε μέτριο βαθμό με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (περίπου 33%). Η δορζολαμίδη απεκκρίνεται αυτούσια κυρίως με τα ούρα. Ο μεταβολίτης της επίσης αποβάλλεται στα ούρα. Μετά το τέλος της χορήγησης, η δορζολαμίδη απομακρύνεται από τα RBCs μη γραμμικά, με αποτέλεσμα αρχικά να έχουμε ταχεία ελάττωση της συγκέντρωσης της δραστικής ουσίας, η οποία ακολουθείται στη συνέχεια από μία φάση βραδύτερης αποβολής με χρόνο ημίσειας ζωής περίπου τεσσάρων μηνών.

Όταν η δορζολαμίδη χορηγήθηκε από το στόμα, ώστε να προσομοιωθεί με την υψηλότερη συστηματική έκθεση του οργανισμού μετά από μακροχρόνια τοπική οφθαλμική χορήγηση, σταθερή κατάσταση επετεύχθη μέσα σε 13 εβδομάδες. Στη σταθερή αυτή κατάσταση πράγματι δεν υπήρχε καθόλου ελεύθερη δραστική ουσία ή μεταβολίτης της στο πλάσμα. Η αναστολή της καρβονικής ανυδράσης στα ερυθρά αιμοσφαίρια ήταν μικρότερη από εκείνη, που θεωρείται απαραίτητη για τη φαρμακολογική επίδραση στη νεφρική λειτουργία ή την αναπνευστική λειτουργία. Παρόμοια φαρμακοκινητικά αποτελέσματα παρατηρήθηκαν μετά από χρόνια τοπική χορήγηση δορζολαμίδης. Παρόλα αυτά, μερικοί ηλικιωμένοι ασθενείς, με νεφρική δυσλειτουργία (κατ’ εκτίμηση CrCl 30-60 ml/min), είχαν υψηλότερα επίπεδα συγκεντρώσεων του μεταβολίτη στα RBCs, αλλά όχι ιδιαίτερης σημασίας διαφορές που σχετίζονται με την αναστολή της καρβονικής ανυδράσης, ενώ καμία κλινικά σημαντική συστηματική ανεπιθύμητη ενέργεια δεν αποδόθηκε σε αυτό το εύρημα.

Μηχανισμός δράσης
Η δoρζολαμίδη είναι μια σουλφοναμίδη και ένας πολύ ειδικός αναστολέας της καρβονικής ανυδράσης II (CA-II), η οποία είναι το κύριο ισοένζυμο CA που εμπλέκεται στην έκκριση του υδατοειδούς υγρού. Η αναστολή της CA-II στις ακτινωτές αποφύσεις του οφθαλμού…
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντιγλαυκωματικά σκευάσματα και σκευάσματα που προκαλούν μύση, Αναστολείς της Καρβονικής Ανυδράσης, δορζολαμίδη. Κωδικός ATC: S01EC03 ### Μηχανισμός δράσης Η καρβονική ανυδράση (KA) είναι ένα ένζυμο που απαντάται σε…

Φαρμακοκινητική
Αντίθετα από τους χορηγούμενους από το στόμα αναστολείς της καρβονικής ανυδράσης, η τοπική χορήγηση της υδροχλωρικής δορζολαμίδης επιτρέπει στη δραστική ουσία να ασκεί τις επιδράσεις της απευθείας στον οφθαλμό, σε σημαντικά χαμηλότερες δόσεις και ως εκ…
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Η δορζολάμη μεταβολίζεται αργά σε N-δεσαιθυλοδορζολάμη, η οποία έχει λιγότερο ισχυρή φαρμακολογική δράση στην CA-II και κάποια ανασταλτική δράση στην CA-I. Όπως το μητρικό φάρμακο, η N-δεσαιθυλοδορζολάμη αποθηκεύεται επίσης στα RBCs, όπου…
Απέκκριση
Νεφρά
info Πληροφορίες

Δραστική Ουσία

dorzolamide

Κωδικός ATC5

S01EC03

Κάτοχος Άδειας

Verisfield Μονοπροσωπη Α.ε.
pill