Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 2 / TAB | 2.14 € | |
| 5 / TAB | 3.46 € |
HYTRIN — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: εφάπαξ ημερησίως, η αρχική δόση κατά την κατάκλιση
- Δόση έναρξης: 1 mg
- Τιτλοποίηση: Η δόση αυξάνεται προοδευτικώς/αργά μέχρι να επιτευχθεί η επιθυμητή αρτηριακή πίεση ή το επιθυμητό αποτέλεσμα (για καλοήθη υπερπλασία του προστάτη).
-
ΕνήλικεςΗ δόση προσαρμόζεται αναλόγως της απόκρισης του ασθενούς. Εάν η υδροχλωρική τεραζοσίνη διακοπεί για διάστημα μερικών ημερών ή περισσότερο, η επαναχορήγησή της πρέπει να γίνεται σύμφωνα με το δοσολογικό σχήμα έναρξης θεραπείας.
-
ΥπέρτασηΔόση1-5 mg εφάπαξ ημερησίωςΜέγ. δόση20 mgΗ δόση αυξάνεται προοδευτικώς μέχρι να επιτευχθεί η επιθυμητή αρτηριακή πίεση. Η αρτηριακή πίεση πρέπει να προσδιορίζεται στο τέλος του 24ώρου πριν από την επόμενη λήψη. Μπορεί να είναι χρήσιμη η μέτρηση της αρτηριακής πίεσης 2-3 ώρες μετά τη λήψη. Αν η ανταπόκριση είναι σημαντικώς μειωμένη 24 ώρες μετά τη λήψη, τότε μπορεί είτε η δόση να αυξηθεί είτε να χορηγηθούν δύο δόσεις την ημέρα.
-
Καλοήθης υπερπλασία του προστάτηΔόση5-10 mg εφάπαξ ημερησίωςΜέγ. δόση10 mgΗ δόση αυξάνεται αργά μέχρι να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα. Βελτίωση των συμπτωμάτων έχει διαπιστωθεί μετά παρέλευση δύο εβδομάδων από την έναρξη θεραπείας. Η καταμέτρηση της ροής των ούρων περίπου 24 ώρες μετά την προηγούμενη λήψη δείχνει ότι το αποτέλεσμα διατηρείται σε όλο το 24ωρο.
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκειαΔε χρειάζεται μεταβολή στη συνιστώμενη δοσολογία.
-
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκειαΗ δόση πρέπει να τιτλοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή. Η χρήση της τεραζοσίνης δε συνιστάται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Γνωστή υπερευαισθησία σε άλλους άλφα-αδρενεργικούς ανταγωνιστές
-
Ιστορικό συγκοπής κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά την ούρηση
-
Στεφανιαία νόσο, δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας και καρδιακή ανεπάρκεια
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Λιποθυμικά επεισόδια και "φαινόμενο πρώτης δόσης"ΥψηλήΠληθυσμόςΑσθενείς που ξεκινούν θεραπεία ή επανεκκινούν μετά από διακοπήΈναρξη θεραπείας με 1 mg πριν από την κατάκλιση. Προοδευτική αύξηση της δοσολογίας. Προσοχή στην προσθήκη άλλων αντιυπερτασικών. Σε λιποθυμικά επεισόδια, ο ασθενής τοποθετείται σε ύπτια θέση και παρέχεται υποστηρικτική αντιμετώπιση. Ασθενείς με λιποθυμικά φαινόμενα κατά την ούρηση δεν πρέπει να λαμβάνουν άλφα-ανταγωνιστές.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργίαΧρησιμοποιείται με προσοχή
-
Αλληλεπιδράσεις που επηρεάζουν τον ηπατικό μεταβολισμόΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα που ενδέχεται να επηρεάζουν τον ηπατικό μεταβολισμόΣυνιστάται προσοχή
-
Διακοπή θεραπείαςΠροσοχήΣε περίπτωση διακοπής για περισσότερο από μερικές ημέρες, επανεκκίνηση της θεραπείας με το αρχικό δοσολογικό σχήμα
-
Ορθοστατική υπότασηΥψηλήΠληθυσμόςΑσθενείς με δραστηριότητες όπου μπορεί να προκύψουν προβλήματα από ζάλη, ελαφρύ πονοκέφαλο και αίσθημα παλμώνΠρέπει να αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερη προσοχή
-
Ενημέρωση ασθενών (Συγκοπτικές κρίσεις/Λιποθυμικά συμπτώματα)ΣημαντικήΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΝα αποφεύγουν την οδήγηση ή δραστηριότητες που εγκυμονούν κινδύνους σε περίπτωση λιποθυμικού επεισοδίου, ιδιαιτέρως κατά τη διάρκεια των 12 ωρών μετά την πρώτη δόση. Η αρχική λήψη να γίνεται το βράδυ πριν από την κατάκλιση. Να αποφεύγουν τις απότομες αλλαγές από ύπτια/καθιστή θέση σε όρθια. Εάν προκύψουν υποτασικά επεισόδια, υποχωρούν με την απλή κατάκλιση. Επίμονα συμπτώματα (ζάλη, ελαφρύς πονοκέφαλος, αίσθημα παλμών) να αναφερθούν στον θεράποντα ιατρό για ρύθμιση της δόσης.
-
Νωθρότητα ή υπνηλίαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς οι οποίοι οδηγούν ή χειρίζονται μηχανήματαΑπαιτείται προσοχή
-
Συγχορήγηση με αναστολείς της 5-φωσφοδιεστεράσηςΥψηλήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολείς της 5-φωσφοδιεστεράσηςΔε συνιστάται η συγχορήγηση με ταδαλαφίλη. Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή όταν χορηγείται ταυτόχρονα με σιλντεναφίλη ή βαρδεναφίλη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Διεγχειρητικό σύνδρομο της υποτονικής ίριδας (σύνδρομο IFIS)ΥψηλήΠληθυσμόςΑσθενείς που πρόκειται να υποβληθούν σε επέμβαση καταρράκτη και λαμβάνουν ή έχουν λάβει α-1 αποκλειστέςΗ τρέχουσα ή κατά το παρελθόν χρήση α-1 αποκλειστών θα πρέπει να γνωστοποιηθεί στον οφθαλμίατρο-χειρουργό πριν από την επέμβαση
-
Βιολογικές παράμετροι (Αιμοαραίωση)ΠαρατήρησηΠαρατηρήθηκε μικρή αλλά στατιστικά σημαντική μείωση στον αιματοκρίτη, στην αιμοσφαιρίνη, στα λευκοκύτταρα, στις ολικές πρωτεΐνες και στη λευκωματίνη, που συνηγορούν υπέρ ενδεχόμενης αιμοαραίωσης. Δεν επηρέασε σημαντικά τα επίπεδα του PSA.
-
Έκδοχα (Λακτόζη)ΑντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΠροσοχήΠληθυσμόςΠαιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετώνΥπάρχει ανεπαρκής εμπειρία από τη χρήση της τεραζοσίνης.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αναλγητικά/αντιφλεγμονώδηπαρακολούθησηΔεν παρατηρήθηκαν αλληλεπιδράσεις.
-
ΑντιβιοτικάπαρακολούθησηΔεν παρατηρήθηκαν αλληλεπιδράσεις.
-
Αντιχολινεργικά/συμπαθητικομιμητικάπαρακολούθησηΔεν παρατηρήθηκαν αλληλεπιδράσεις.
-
Φάρμακα κατά της ουρικής αρθρίτιδαςπαρακολούθησηΔεν παρατηρήθηκαν αλληλεπιδράσεις.
-
ΑντιϊσταμινικάπαρακολούθησηΔεν παρατηρήθηκαν αλληλεπιδράσεις.
-
ΚαρδιαγγειακάπαρακολούθησηΔεν παρατηρήθηκαν αλληλεπιδράσεις.
-
ΚορτικοστεροειδήπαρακολούθησηΔεν παρατηρήθηκαν αλληλεπιδράσεις.
-
ΓαστρεντερολογικάπαρακολούθησηΔεν παρατηρήθηκαν αλληλεπιδράσεις.
-
ΥπογλυκαιμικάπαρακολούθησηΔεν παρατηρήθηκαν αλληλεπιδράσεις κλινικής σημασίας.
-
Καταπραϋντικά και ηρεμιστικάπαρακολούθησηΔεν παρατηρήθηκαν αλληλεπιδράσεις.
-
Άλλα αντιυπερτασικά φάρμακα (π.χ. ανταγωνιστές ασβεστίου)προσοχήΕνδεχόμενη υπερβολική υπόταση.ΣύστασηΜπορεί να είναι αναγκαία η ελάττωση και η αναπροσαρμογή του δοσολογικού σχήματος.
-
ΔιουρητικάπροσοχήΕνδεχόμενη υπερβολική υπόταση. Αυξημένο ποσοστό ζάλης ή άλλων ανεπιθύμητων ενεργειών σχετιζόμενων με ζάλη σε ασθενείς με καλοήθη υπερπλασία του προστάτη.ΣύστασηΜπορεί να είναι αναγκαία η ελάττωση και η αναπροσαρμογή του δοσολογικού σχήματος.
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη (ΜΣΑΦ)παρακολούθησηΔεν παρατηρήθηκαν αλληλεπιδράσεις κλινικής σημασίας σε ασθενείς με καλοήθη υπερπλασία του προστάτη.
-
παρακολούθησηΔεν παρατηρήθηκαν αλληλεπιδράσεις κλινικής σημασίας σε ασθενείς με καλοήθη υπερπλασία του προστάτη.
-
ΑντιστηθαγχικάπαρακολούθησηΔεν παρατηρήθηκαν αλληλεπιδράσεις κλινικής σημασίας σε ασθενείς με καλοήθη υπερπλασία του προστάτη.
-
Υπογλυκαιμικά από το στόμαπαρακολούθησηΔεν παρατηρήθηκαν αλληλεπιδράσεις κλινικής σημασίας σε ασθενείς με καλοήθη υπερπλασία του προστάτη.
-
Αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ΜΕΑ)προσοχήΑυξημένο ποσοστό ζάλης ή άλλων ανεπιθύμητων ενεργειών σχετιζόμενων με ζάλη σε ασθενείς με καλοήθη υπερπλασία του προστάτη.
-
ΣιλντεναφίληπροσοχήΥπόταση.ΣύστασηΗ συγχορήγηση πρέπει να αρχίζει μετά τη σταθεροποίηση των ασθενών στη θεραπεία με υδροχλωρική τεραζοσίνη. Αποφεύγεται η χορήγηση πριν την πάροδο 4 ωρών από τη χορήγηση της υδροχλωρικής τεραζοσίνης.
-
ΒαρντεναφίληπροσοχήΥπόταση.ΣύστασηΗ συγχορήγηση πρέπει να αρχίζει μετά τη σταθεροποίηση των ασθενών στη θεραπεία με υδροχλωρική τεραζοσίνη. Αποφεύγεται η χορήγηση πριν την πάροδο 6 ωρών από τη χορήγηση της υδροχλωρικής τεραζοσίνης.
-
ΤανταλαφίληαντένδειξηΔε συνιστάται η συγχορήγηση.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Θρομβοπενία
- Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
- Αναφυλακτοειδής αντίδραση
- αντιδράσεις υπερευαισθησίας του δέρματος
- Ουρική αρθρίτιδα
- Κατακράτηση νατρίου
- Αυξημένο σωματικό βάρος
- Κατάθλιψη
- Άγχος
- Αϋπνία
- Μειωμένη γενετήσια ορμή
- Ζάλη
- Υπνηλία
- Κεφαλαλγία
- Ίλιγγος
- Συγκοπή
- Θαμπή όραση
- Αμβλυωπία
- Επιπεφυκίτιδα
- Εμβοές
- Αίσθημα παλμών
- Ταχυκαρδία
- Αρρυθμία
- Κολπική μαρμαρυγή
- Αγγειοδιαστολή
- Ορθοστατική υπόταση
- Βρογχίτιδα
- Φαρυγγίτιδα
- Ουρολοίμωξη
- συμπτώματα κρυολογήματος
- συμπτώματα γρίπης
- επίμονος βήχας
- Επίσταξη
- Ρινική συμφόρηση
- Ρινίτιδα
- Δύσπνοια
- Ξηροστομία
- Δυσπεψία
- Μετεωρισμός
- Έμετος
- Ναυτία
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Κοιλιακό άλγος
- Εφίδρωση
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Αγγειοοίδημα
- Οίδημα προσώπου
- Συχνουρία
- Ακράτεια ούρων
- Στυτική δυσλειτουργία
- Πριαπισμός
- Θωρακικό άλγος
- Θωρακική δυσφορία
- Πυρετός
- Εξασθένιση
- Οίδημα
- Αυχεναλγία
- άλγος ώμου
- Μειωμένος αιματοκρίτης
- μειωμένος αριθμός λευκών κυττάρων
- μειωμένη συνολική πρωτείνη
- μειωμένη αλβουμίνη αίματος (υποδηλωτικό αιμοδιάλυσης)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Όχι συχνέςΆλγος ώμουΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑμβλυωπίαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΑυχεναλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΒρογχίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕπίμονος βήχαςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Όχι συχνέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕφίδρωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΘωρακική δυσφορίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΜειωμένη γενετήσια ορμήΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟίδημα προσώπουΓενικές
-
Όχι συχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΟυρική αρθρίτιδαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΠυρετόςΓενικές
-
Όχι συχνέςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣυμπτώματα γρίπηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΣυμπτώματα κρυολογήματοςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Όχι συχνέςΣυχνουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΦαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστής συχνότηταςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΑγγειοδιαστολήΑγγειακές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Μη γνωστής συχνότηταςΑκράτεια ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΑναφυλακτοειδής αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΑντίδραση υπερευαισθησίας δέρματοςΔέρμα
-
Μη γνωστής συχνότηταςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
Μη γνωστής συχνότηταςΑυξημένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστής συχνότηταςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΕμβοέςΑυτί
-
Μη γνωστής συχνότηταςΕξάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστής συχνότηταςΕξασθένισηΓενικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΚατακράτηση νατρίουΜεταβολισμός
-
Μη γνωστής συχνότηταςΚνησμόςΔέρμα
-
Μη γνωστής συχνότηταςΚολπική μαρμαρυγήΚαρδιά
-
Μη γνωστής συχνότηταςΜειωμένη αιμοσφαιρίνηΑίμα
-
Μη γνωστής συχνότηταςΜειωμένη αλβουμίνη αίματοςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Μη γνωστής συχνότηταςΜειωμένη συνολική πρωτείνηΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Μη γνωστής συχνότηταςΜειωμένος αιματοκρίτηςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΜειωμένος αριθμός λευκών κυττάρωνΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Μη γνωστής συχνότηταςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΟίδημαΓενικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΟυρολοίμωξηΛοιμώξεις
-
Μη γνωστής συχνότηταςΠριαπισμόςΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΡινική συμφόρησηΑναπνευστικό
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΗ χορήγηση της υδροχλωρικής τεραζοσίνης δε συνιστάται κατά την κύηση εκτός αν τα αναμενόμενα οφέλη δικαιολογούν τον δυνητικό κίνδυνο για τη μητέρα και το έμβρυο.Η χορήγηση της υδροχλωρικής τεραζοσίνης δεν προκάλεσε τερατογόνο δράση σε επίμυς και κονίκλους, με χορήγηση από το στόμα δόσεων μεγαλύτερων εκείνων των μέγιστων θεραπευτικών δόσεων για τον άνθρωπο κατά 1.330 και 165 φορές αντιστοίχως. Εμβρυϊκές απορροφήσεις παρατηρήθηκαν στους επίμυς που έλαβαν 480 mg/kg/ημέρα δηλαδή δόση κατά 1.330 φορές μεγαλύτερη από τη θεραπευτική δόση στον άνθρωπο. Στους απογόνους κονίκλων που έλαβαν δόσεις μέχρι και 165 φορές πάνω από τη μέγιστη θεραπευτική δόση στον άνθρωπο, παρατηρήθηκε αύξηση των απορροφήσεων των εμβρύων, μείωση του σωματικού βάρους και αυξημένες περιπτώσεις υπεραρίθμων πλευρών. Τα ευρήματα αυτά θεωρούνται ότι είναι αποτέλεσμα τοξικότητας στη μητέρα. Δεν υπάρχουν βάσιμες και καλά ελεγχόμενες μελέτες σε εγκύους και έτσι η ασφάλεια της υδροχλωρικής τεραζοσίνης κατά την κύηση δεν έχει διευκρινισθεί. Σε μία μελέτη περιγεννητικής και μεταγεννητικής ανάπτυξης που έγινε σε αρουραίους, στους απογόνους των αρουραίων που έλαβαν 120 mg/kg/ημέρα (δόση κατά 300 φορές μεγαλύτερη από τη μέγιστη θεραπευτική στον άνθρωπο) παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση θανάτων στις τρεις εβδομάδες μετά τη γέννησή τους, συγκριτικά με την ομάδα αναφοράς.
-
Γαλουχίαεπιβάλλεται προσοχή όταν η υδροχλωρική τεραζοσίνη χορηγείται σε θηλάζουσες μητέρες.Δεν είναι γνωστό αν η υδροχλωρική τεραζοσίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Επειδή όμως πολλά φάρμακα απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα.
-
Γονιμότητα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Στα πειραματόζωα, η υδροχλωρική τεραζοσίνη προκαλεί μείωση της αρτηριακής πίεσης, ελαττώνοντας τις ολικές περιφερικές αγγειακές αντιστάσεις. Η αγγειοδιασταλτική υποτασική αυτή δράση ασκείται κυρίως μέσω αποκλεισμού των α1-αδρενεργικών υποδοχέων.
Η υδροχλωρική τεραζοσίνη μειώνει την αρτηριακή πίεση προοδευτικώς, 15 λεπτά μετά την από στόματος λήψη της.
Στον άνθρωπο, η συστολική και διαστολική πίεση μειώνονται τόσο στην ύπτια όσο και στην όρθια θέση. Η επίδραση του φαρμάκου είναι εντονότερη στη διαστολική πίεση. Οι μεταβολές αυτές δε συνοδεύονται συνήθως από αντανακλαστική ταχυκαρδία. Η επίδραση της υδροχλωρικής τεραζοσίνης στην αρτηριακή πίεση όταν επιτυγχάνονται οι μέγιστες συγκεντρώσεις της στο πλάσμα (κατά τις πρώτες ώρες μετά τη λήψη) συσχετίζεται περισσότερο με τη θέση (είναι μεγαλύτερη σε όρθια θέση) παρά από το αποτέλεσμα της υδροχλωρικής τεραζοσίνης στις 24 ώρες. Επίσης στην όρθια θέση εμφανίζεται αύξηση της καρδιακής συχνότητας κατά 6-10 παλμούς/λεπτό, κατά τις πρώτες ώρες μετά τη λήψη του φαρμάκου.
Επίσης μελέτες δείχνουν ότι ο αποκλεισμός των άλφα-1-αδρενεργικών υποδοχέων βελτιώνει την ουροδυναμική σε ασθενείς με χρόνια απόφραξη της ουροδόχου κύστης, όπως στην καλοήθη υπερπλασία του προστάτη. Τα συμπτώματα της καλοήθους υπερπλασίας του προστάτη οφείλονται κυρίως στη διόγκωση του προστάτη καθώς και στην αύξηση του τόνου των λείων μυών του στομίου της κύστης και του προστάτη που ρυθμίζεται από τους άλφα-1-αδρενεργικούς υποδοχείς. Στις in vitro δοκιμές, η υδροχλωρική τεραζοσίνη έδειξε ότι ανταγωνίζεται τη συσταλτικότητα του ανθρώπινου προστατικού ιστού που προκαλείται από τη φαινυλεφρίνη. Οι προκαταρκτικές κλινικές μελέτες έδειξαν ότι η υδροχλωρική τεραζοσίνη βελτιώνει τις ουροδυναμικές παραμέτρους και τη συμπτωματολογία της καλοήθους υπερπλασίας του προστάτη.
Διαπιστώθηκε τάση αύξησης του σωματικού βάρους με την υδροχλωρική τεραζοσίνη. Στις συγκριτικές μελέτες μονοθεραπείας με placebo, οι άνδρες και γυναίκες που ελάμβαναν την υδροχλωρική τεραζοσίνη παρουσίασαν αύξηση του βάρους τους κατά 0,8 και 1,1 kg αντίστοιχα σε σύγκριση με μια απώλεια των 0,1 και 0,6 κιλών στην ομάδα placebo. Οι διαφορές αυτές υπήρξαν στατιστικά σημαντικές.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες, οι ασθενείς που ελάμβαναν υδροχλωρική τεραζοσίνη παρουσίασαν βελτιωμένα λιπιδαιμικά χαρακτηριστικά. Οι ασθενείς που έπαιρναν υδροχλωρική τεραζοσίνη ως μονοθεραπεία, παρουσίασαν μικρή μεν αλλά στατιστικώς σημαντική μείωση σε σύγκριση με placebo της ολικής χοληστερίνης και των λιποπρωτεινικών κλασμάτων LDL και VLDL. Οι ασθενείς αυτοί παρουσίασαν αύξηση των λιποπρωτεϊνών υψηλής πυκνότητας και του δείκτη HDL/LDL χοληστερίνης καθώς και μείωση των τριγλυκεριδίων. Οι μεταβολές αυτές όμως δεν ήταν στατιστικώς σημαντικές σε σύγκριση με το placebo.
Μακροχρόνια (έξι μήνες ή περισσότερο) χορήγηση της υδροχλωρικής τεραζοσίνης δεν προκάλεσε κλινικά σημαντικές αλλαγές που να αποδίδονται στο φάρμακο για τις ακόλουθες εργαστηριακές μετρήσεις: Γλυκόζη, ουρικό οξύ, κρεατινίνη, άζωτο ουρίας αίματος (BUN), δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας και ηλεκτρολύτες.
Η ανάλυση εργαστηριακών δεδομένων κατά τη χορήγηση της υδροχλωρικής τεραζοσίνης, συνηγορεί υπέρ μιας πιθανής αιμοαραίωσης βάσει της μειωτικής τάσης που παρουσιάζουν ο αιματοκρίτης, η αιμοσφαιρίνη, τα λευκά αιμοσφαίρια, οι ολικές πρωτεΐνες και το λεύκωμα. Μειώσεις στον αιματοκρίτη και στις ολικές πρωτεΐνες έχουν παρατηρηθεί με τους α-ανταγωνιστές και έχουν αποδοθεί σε αιμοαραίωση.
Απορρόφηση
Η τεραζοσίνη απορροφάται καλά (80-100%). Η τεραζοσίνη παρουσιάζει μικρό φαινόμενο πρώτης διόδου και σχεδόν όλη η δόση της τεραζοσίνης είναι συστηματικά διαθέσιμη. Η τροφή έχει ελάχιστη ή καμία επίδραση στη βιοδιαθεσιμότητα της υδροχλωρικής τεραζοσίνης όταν χορηγείται ως κάψουλα. Η υδροχλωρική τεραζοσίνη δεν παρουσιάζει σημαντικό μεταβολισμό πρώτης διόδου και ανευρίσκεται στην κυκλοφορία κυρίως υπό μορφή μητρικής ουσίας.
Κατανομή
Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται μία ώρα μετά τη λήψη και στη συνέχεια ελαττώνονται με χρόνο ημίσειας ζωής 12 ώρες. Το φάρμακο συνδέεται σε ποσοστό 90-94% με τις πρωτεΐνες πλάσματος και η δέσμευση αυτή παραμένει σταθερή σ’ όλες τις θεραπευτικές πυκνότητες. Η υδροχλωρική τεραζοσίνη αποβάλλεται από τα ούρα υπό αναλλοίωτη μορφή σε ποσοστό 10% και από τα κόπρανα σε ποσοστό 20%. Μεταβολίζεται στο ήπαρ και ένας μεταβολίτης αναφέρεται ότι έχει αντιυπερτασικές ιδιότητες.
Βιομετασχηματισμός
Οι κύριοι μεταβολίτες της τεραζοσίνης παράγονται από απομεθυλίωση και σύζευξη.
Αποβολή
Περίπου 10% και 20% της από στόματος χορηγηθείσας τεραζοσίνης εκκρίνεται ως αμετάβλητη δραστική ουσία στα ούρα και στα κόπρανα, αντίστοιχα.
Γραμμικότητα / μη-γραμμικότητα
Μετά τη δοσολογία της από στόματος τεραζοσίνης, οι AUC και Cmax αυξάνονται γραμμικά με τη δόση πάνω από το συνιστώμενο εύρος δόσης (2-10 mg).
Η φαρμακοκινητική της υδροχλωρικής τεραζοσίνης δε φαίνεται να επηρεάζεται από τη νεφρική λειτουργία, συνεπώς δεν είναι απαραίτητη η αναπροσαρμογή της δοσολογίας στους ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.