Clinio Logo
Clinio
Εμπορική Ονομασία ΣΕ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ Πρωτότυπο

INOTREX

dobutamine

ηνοτρεξ

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ
Σκεύασμα Περιεκτικότητα Λιανική
250 / VIAL 13.30 €
INOTREX 250MG/VIAL Διακοπή
250 / VIAL 8.22 €

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10

clinical_notes
  • I50 Καρδιακή ανεπάρκεια
  • R57 Σοκ, μη ταξινομημένο αλλού

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Υποαιμάτωση χαμηλής καρδιακής παροχής

search Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη arrow_forward

INOTREX — Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα

medication

Μορφή & Εμφάνιση

ΠΧΠ (SPC) §3
expand_more
Διάλυμα για ενδοφλέβια έγχυση.
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
ενδοφλέβια έγχυση
Χορήγηση:
συνεχή ενδοφλέβια έγχυση
Δόση έναρξης:
2,5 μg/kg/min
Τιτλοποίηση:
Ο ρυθμός έγχυσης πρέπει να προσαρμόζεται σύμφωνα με την ανταπόκριση του ασθενούς. Για παιδιατρικούς ασθενείς, η δόση προσαρμόζεται στην κλινική ανταπόκριση σε 2-20 μg/kg/λεπτό και θα πρέπει να τιτλοποιείται.
  • Ενήλικες και ηλικιωμένοι ασθενείς
    Δόση2,5 έως 10 μg/kg/min (στους περισσότερους ασθενείς), έως 20 μg/kg/min (συχνά), έως 40 μg/kg/min (σπάνια), 0,5 μg/kg/min (περιστασιακά)
    Μέγ. δόση40 μg/kg/min
    Ο ρυθμός έγχυσης και η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να προσαρμόζονται σύμφωνα με την ανταπόκριση του ασθενούς όπως αυτή εκτιμάται από την καρδιακή συχνότητα, την παρουσία έκτοπης δραστηριότητας, την αρτηριακή πίεση, την αποβολή των ούρων και όσες φορές είναι δυνατόν, με μέτρηση της κεντρικής φλεβικής πιέσεως ή της πιέσεως «ενσφηνώσεως» της πνευμονικής και της καρδιακής παροχής. Συχνά είναι προτιμότερη η βαθμιαία ελάττωση της δοσολογίας έναντι της απότομης διακοπής της θεραπείας. Ο τελικός χορηγούμενος όγκος πρέπει να υπολογίζεται με βάση τις ανάγκες του ασθενούς σε υγρά. Σε ασθενείς με περιορισμένη πρόσληψη υγρών έχουν χορηγηθεί συγκεντρώσεις δοβουταμίνης μέχρι και 5.000μg/ml. Υψηλές συγκεντρώσεις δοβουταμίνης πρέπει να χορηγούνται μόνο με αντλία έγχυσης ώστε να εξασφαλιστεί ακριβής δοσολογία. Αποφεύγετε την προσθήκη του διαλύματος Δοβουταμίνη σε διάλυμα ενέσιμου διττανθρακικού νατρίου 5% ή άλλου ισχυρώς αλκαλικού διαλύματος: Το διάλυμα Δοβουταμίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες ή διαλύτες, οι οποίοι περιέχουν διθειώδες νάτριο και αιθανόλη. Πριν από τη χορήγηση του, το διάλυμα Δοβουταμίνη πρέπει να αραιωθεί εντός του περιέκτη του διαλύματος για ενδοφλέβια έγχυση, προς το σχηματισμό διαλύματος όγκου 50 ml με τη χρησιμοποίηση ως διαλύτη, ενός από τα κάτωθι διαλύματα για ενδοφλέβια χρήση: διάλυμα δεξτρόζης 5% για ενδοφλέβια έγχυση, διάλυμα δεξτρόζης 5% και 0,9% χλωριούχου νατρίου για ενδοφλέβια έγχυση, διάλυμα δεξτρόζης 5% και 0,45% χλωριούχου νατρίου για ενδοφλέβια έγχυση, διάλυμα δεξτρόζης 10% για ενδοφλέβια έγχυση, διάλυμα δεξτρόζης 5% και Ringer’s lactate για ενδοφλέβια έγχυση, χλωριούχο νάτριο για ενδοφλέβια έγχυση, γαλακτικό νάτριο για ενδοφλέβια έγχυση, για παράδειγμα: Διάλυση του φαρμάκου σε 250 ml ορού παρέχει διάλυμα 1.000 μgr /ml, Διάλυση του φαρμάκου σε 500 ml ορού παρέχει διάλυμα 500 μgr /ml. Τα ενδοφλέβια διαλύματα πρέπει να χρησιμοποιούνται εντός 24 ωρών. Τα διαλύματα της υδροχλωρικής δοβουταμίνης πιθανώς να εμφανίσουν απαλό ρόδινο χρώμα το οποίο, αν υπάρχει, μπορεί να επιταθεί με την πάροδο του χρόνου. Η μεταβολή του χρώματος του διαλύματος οφείλεται σε ασθενή οξείδωση του φαρμάκου, χωρίς όμως αυτό να προκαλεί σημαντική απώλεια της δραστικότητας του φαρμάκου στη διάρκεια της ως ανωτέρω περιγραφείσας ανασύστασης του διαλύματος Δοβουταμίνη. Οι ρυθμοί έγχυσης που απαιτούνται για την παροχή των απαιτούμενων δοσολογιών είναι συνάρτηση της συγκέντρωσης της υδροχλωρικής δοβουταμίνης στο προς έγχυση διάλυμα.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (νεογνά έως 18 ετών)
    Δόση5 μg/kg/λεπτό, προσαρμοζόμενη σε 2-20 μg/kg/λεπτό. Ενίοτε, 0,5-1,0 μg/kg/λεπτό.
    Υπάρχει η άποψη ότι η μικρότερη αποτελεσματική δόση στα παιδιά είναι υψηλότερη από αυτή των ενηλίκων. Συστήνεται προσοχή κατά την εφαρμογή υψηλών δόσεων καθότι είναι βάσιμη και η άποψη ότι η μέγιστη ανεκτή δόση στα παιδιά είναι μικρότερη από αυτή των ενηλίκων. Οι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες (συγκεκριμένα η ταχυκαρδία) παρατηρούνται σε δόσεις ίσες ή μεγαλύτερες των 7,5 μg/kg/λεπτό. Ωστόσο, το μόνο που απαιτείται για την ταχεία αναστροφή των ανεπιθύμητων ενεργειών είναι η ελάττωση του ρυθμού έγχυσης ή ο τερματισμός της έγχυσης της δοβουταμίνης. Έχει παρατηρηθεί μεγάλη διακύμανση στον παιδιατρικό πληθυσμό σχετικά με τη συγκέντρωση στο πλάσμα που απαιτείται για την έναρξη αιμοδυναμικής απάντησης (κατώτατο όριο - threshold) και το βαθμό αιμοδυναμικής απάντησης με την αύξηση των συγκεντρώσεων πλάσματος. Αυτό καταδεικνύει ότι η απαιτούμενη δόση για παιδιά δεν μπορεί να προσδιοριστεί εκ των προτέρων και θα πρέπει να τιτλοποιείται ώστε να επιτρέπεται το μικρότερο «θεραπευτικό εύρος» στα παιδιά. Για συνεχή ενδοφλέβια έγχυση με τη χρήση αντλίας έγχυσης, διαλύστε έως συγκέντρωση 0,5 έως 1 mg/ml (μέγιστη συγκέντρωση 5mg/ml εάν υπάρχει περιορισμός υγρών), με Γλυκόζη 5% ή Χλωριούχο νάτριο 0,9%. Τα διαλύματα των υψηλότερων συγκεντρώσεων θα πρέπει να χορηγούνται μόνο μέσω κεντρικού φλεβοκαθετήρα. Η ενδοφλέβια έγχυση δοβουταμίνης δεν είναι συμβατή με διττανθρακικό και άλλα ισχυρά αλκαλικά διαλύματα.
  • Νεογνά (Εντατική θεραπεία)
    Δόση5 μg/kg/λεπτό
    Διαλύστε 30mg/kg σωματικού βάρους σε τελικό όγκο 50ml υγρού έγχυσης. Ο ρυθμός ενδοφλέβιας έγχυσης 0,5ml/ώρα παρέχει δόση ίση με 5 μg/kg/λεπτό.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στην υδροχλωρική δοβουταμίνη
  • Υπερευαισθησία στο μεταδιθειώδες νάτριο ή σε οποιοδήποτε άλλο συστατικό του φαρμάκου
  • Ιδιοπαθής υπερτροφική αποφρακτική μυοκαρδιοπάθεια
  • Υπερτροφική υποαορτική στένωση
  • Φαιοχρωμοκύττωμα
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Κάλιο ορού
    Η υδροχλωρική δοβουταμίνη μπορεί να προκαλέσει μικρή ελάττωση των συγκεντρώσεων του καλίου στον ορό, οδηγώντας σπάνια σε υποκαλιαιμία.
  • Γενική παρακολούθηση
    Συνιστάται η τακτική παρακολούθηση του ασθενούς, της καρδιακής συχνότητας και του καρδιακού ρυθμού, της αρτηριακής πίεσης και του ρυθμού έγχυσης. Στην έναρξη της θεραπείας συνιστάται ηλεκτροκαρδιογραφικός έλεγχος ώσπου να επιτευχθεί σταθερή αντίδραση. Η πίεση «ενσφηνώσεως» των πνευμονικών αγγείων και η καρδιακή παροχή θα πρέπει να παρακολουθούνται και να καταγράφονται όπου αυτό είναι δυνατόν.
  • Υποογκαιμία
    Η υποογκαιμία πρέπει να διορθώνεται με τα κατάλληλα διαλύματα υποκατάστασης όγκου πριν από την έναρξη της θεραπείας με διάλυμα Δοβουταμίνη.
  • Αύξηση της καρδιακής συχνότητας ή της αρτηριακής πίεσης
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό υπέρτασης
    Η υδροχλωρική δοβουταμίνη μπορεί να προκαλέσει αύξηση της καρδιακής συχνότητας ή της αρτηριακής πίεσης, ιδιαίτερα της συστολικής. Εάν παρουσιαστεί μια αδικαιολόγητη αύξηση του καρδιακού ρυθμού ή της συστολικής αρτηριακής πίεσης ή επακόλουθη αρρυθμία, η δόση της υδροχλωρικής δοβουταμίνης θα πρέπει να μειωθεί ή να διακοπεί προσωρινά η χορήγηση της.
  • Αυξημένη κολποκοιλιακή αγωγιμότητα
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με κολπικό πτερυγισμό ή μαρμαρυγή
    Μπορεί να εμφανίσουν ταχεία κοιλιακή ανταπόκριση.
  • Κοιλιακές ταχυαρρυθμίες
    Η υδροχλωρική δοβουταμίνη μπορεί να προκαλέσει ή να επιδεινώσει έκτοπη κοιλιακή δραστηριότητα. Σπάνια έχει προκληθεί κοιλιακή ταχυκαρδία ή μαρμαρυγή.
  • Διαταραχή στην πλήρωση των κοιλιών λόγω απόφραξης στο χώρο εξόδου
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με μηχανική απόφραξη που εμποδίζει την πλήρωση/κένωση των κοιλιών
    Δεν βελτιώνουν την αιμοδυναμική. Η ινότροπος αντίδραση μπορεί να είναι ανεπαρκής. (Περιλαμβάνει καρδιακό επιπωματισμό, στένωση αορτικής βαλβίδας, υπερτροφική αποφρακτική μυοκαρδιοπάθεια και ιδιοπαθή υπερτροφική υποαορτική στένωση).
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
    Περιστασιακά έχουν αναφερθεί αντιδράσεις (δερματικό εξάνθημα, πυρετός, ηωσινοφιλία, βρογχόσπασμο και ηωσινοφιλική ενδομυοκαρδίτιδα).
  • Ευαισθησία στα Σουλφίδια
    ΠληθυσμόςΕυαίσθητα άτομα (ιδίως ασθματικά)
    Το Δοβουταμίνη περιέχει διθειώδες νάτριο. Τα σουλφίδια μπορεί να προκαλέσουν αλλεργικού τύπου αντιδράσεις, αναφυλακτικά συμπτώματα και ασθματικές κρίσεις.
  • Απότομες μειώσεις της αρτηριακής πίεσης
    Έχουν περιγραφεί κατά καιρούς. Η μείωση της δόσης ή η διακοπή της έγχυσης συνήθως οδηγεί σε ταχεία επιστροφή της πιέσεως του αίματος στα αρχικά επίπεδα, αλλά σπάνια μπορεί να απαιτηθεί παρέμβαση και η αναστρεψιμότητα μπορεί να μην είναι άμεση.
  • Υπόταση
    προσοχή
    Εάν μέση αρτηριακή πίεση < 70 mmHg (απουσία αυξημένης πίεσης πλήρωσης κοιλιών), πιθανή υποογκαιμία, η οποία χρήζει αντιμετώπισης με κατάλληλη αγωγή με διαλύματα αύξησης του ενδαγγειακού όγκου προτού χορηγηθεί η δοβουταμίνη. Να χορηγείται με προσοχή σε περίπτωση σοβαρής υπότασης οφειλόμενης σε καρδιογενή καταπληξία. Εάν η αρτηριακή πίεση παραμένει χαμηλή ή μειώνεται προοδευτικά, να ληφθεί υπόψη ταυτόχρονη χορήγηση περιφερικού αγγειοσυσταλτικού (ντοπαμίνη ή νοραδρεναλίνη).
  • Οξύ Έμφραγμα του Μυοκαρδίου
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου
    Πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή, καθώς οποιαδήποτε σημαντική αύξηση του καρδιακού ρυθμού ή η υπερβολική αύξηση της αρτηριακής πίεσης μπορεί να επιτείνει την ισχαιμία και να προκαλέσει στηθαγχικό πόνο και ανάσπαση του ST διαστήματος.
  • Ρήξη μυοκαρδίου ως Επιπλοκή του Εμφράγματος του Μυοκαρδίου
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που διατρέχουν κίνδυνο ρήξης μυοκαρδίου (ιδίως με πρόσφατο έμφραγμα)
    Ο κίνδυνος ρήξης μυοκαρδίου μπορεί να επηρεαστεί από διάφορους παράγοντες. Πολύ σπάνια θανατηφόρα οξεία ρήξη μυοκαρδίου έχει αναφερθεί κατά τη δοκιμασία κοπώσεως με δοβουταμίνη. Οι ασθενείς πρέπει να αξιολογηθούν προσεκτικά.
  • Δοκιμασία Κοπώσεως με Υδροχλωρική Δοβουταμίνη
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου ή/και διαταραχή της λειτουργίας της αριστεράς κοιλίας
    Δεν είναι εγκεκριμένη ένδειξη. Εάν χρησιμοποιηθεί off-label, ο ιατρός πρέπει να αξιολογήσει κινδύνους/οφέλη. Έχουν συσχετιστεί απειλητικές για τη ζωή επιπλοκές (ρήξη μυοκαρδίου, ΑΕΕ, καρδιακή ασυστολία, αρρυθμίες, σύνδρομο Takotsubo). Η χορήγηση για δυναμική υπερηχοκαρδιογραφία πρέπει να γίνεται από έμπειρο ιατρό με συνεχή παρακολούθηση. Σε περίπτωση μυοκαρδιοπάθειας από στρες, η χορήγηση πρέπει να διακόπτεται αμέσως. Δεν συνιστάται σε ασθενείς με ασταθή στηθάγχη, κολποκοιλιακό αποκλεισμό, βαλβιδοπάθεια, απόφραξη αορτικής βαλβίδας ή ακατάλληλη καρδιακή κατάσταση.
  • Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις σε παιδιά
    ΠληθυσμόςΠαιδιατρικός πληθυσμός (ιδίως βρέφη < 1 έτους και νεογνά)
    Ενδέχεται να είναι ποιοτικά και ποσοτικά διαφορετικές από τους ενήλικες. Αυξήσεις καρδιακού ρυθμού και αρτηριακής πίεσης πιο συχνές και έντονες. Η πίεση ενσφήνωσης πνευμονικής αρτηρίας ενδέχεται να μην μειωθεί ή να αυξηθεί στα βρέφη. Το καρδιαγγειακό σύστημα των νεογνών είναι λιγότερο ευαίσθητο και η υποτασική επίδραση πιο συχνή στους ενήλικες. Η χρήση της δοβουταμίνης στα παιδιά θα πρέπει να παρακολουθείται στενά.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • παρακολούθηση
    Μεγαλύτερη καρδιακή παροχή και μικρότερη πίεση «ενσφηνώσεως» της πνευμονικής.
  • Φάρμακα με δράση β-αναστολέων
    προσοχή
    Η δοβουταμίνη μπορεί να μην είναι αποτελεσματική, οι επιδράσεις της δοβουταμίνης μπορεί να εξουδετερωθούν. Οι περιφερικές αγγειακές αντιστάσεις πιθανώς να αυξηθούν. Σε χαμηλές δόσεις, η δοβουταμίνη θα εκδηλώσει ποικίλο βαθμό α-αδρενεργικής δραστηριότητας, όπως αγγειοσύσπαση.
    ΣύστασηΗ αλληλεπίδραση μεταξύ της δοβουταμίνης και των ανταγωνιστών των β-υποδοχέων είναι αναστρέψιμη, οι δύο αυτές κατηγορίες φαρμάκων δρουν ανταγωνιστικά μεταξύ τους.
  • προσοχή
    Αύξηση στην αρτηριακή πίεση, λόγω αγγειοσυστολής μέσω α-υποδοχέων και αντανακλαστική βραχυκαρδία.
  • προσοχή
    Υπόταση λόγω αγγειοδιαστολής που προκαλείται από επικράτηση του αποκλεισμού των β2 υποδοχέων.
  • Αδρενεργικοί αποκλειστές
    προσοχή
    Μπορεί να κάνουν εμφανή την επίδραση των β1 και β2 με αποτέλεσμα την ταχυκαρδία και την αγγειοσύσπαση.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Καρδιακές διαταραχές
  • Αύξηση καρδιακής συχνότητας
  • Αύξηση συστολικής αρτηριακής πίεσης
  • Έκτοπη κοιλιακή δραστηριότητα
  • Αύξηση πρώιμων κοιλιακών συστολών
  • Μυοκαρδιοπάθεια από στρες (σύνδρομο takotsubo)
  • Θανατηφόρα και μη θανατηφόρα περιστατικά ρήξης μυοκαρδίου
Καρδιά
  • Στηθαγχικό άλγος
  • Αίσθημα παλμών
  • Καρδιακή ασυστολία
  • Κοιλιακή μαρμαρυγή
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου
  • Κοιλιακή αρρυθμία
Γενικές
  • Μη ειδικό θωρακικό άλγος
Αγγειακές διαταραχές
  • Υπόταση (απότομη μείωση της αρτηριακής πίεσης)
Νευρικό
  • Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
  • Κεφαλαλγία
Αγγειακές
  • Φλεβίτιδα
Διαταραχές στο σημείο της ένεσης και οδού χορήγησης
  • Τοπικές φλεγμονώδεις αλλοιώσεις (από μη προσεκτικό φλεβοκαθετηριασμό)
Δέρμα
  • Δερματική νέκρωση
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (δερματικό εξάνθημα, πυρετός, ηωσινοφιλία, βρογχόσπασμος, ηωσινοφιλική ενδομυοκαρδίτιδα)
Ανοσοποιητικό
  • Αναφυλακτικές αντιδράσεις
Γαστρεντερικό
  • Ναυτία
Αναπνευστικό
  • Δύσπνοια
Αναπνευστικές, θωρακικές και μεσοπνεύμονες διαταραχές
  • Αύξηση της πνευμονικής πίεσης σφήνας που οδηγεί σε πνευμονική συμφόρηση και οίδημα
Μεταβολισμός
  • Μείωση συγκέντρωσης καλίου ορού
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Έκτοπη κοιλιακή δραστηριότητα
    Καρδιακές διαταραχές
    Συχνές
  • Αύξηση καρδιακής συχνότητας
    Καρδιακές διαταραχές
    Συχνές
  • Αύξηση πρώιμων κοιλιακών συστολών
    Καρδιακές διαταραχές
    Συχνές
  • Αύξηση συστολικής αρτηριακής πίεσης
    Καρδιακές διαταραχές
    Συχνές
  • Αναφυλακτικές αντιδράσεις
    Ανοσοποιητικό
    Όχι συχνές
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (δερματικό εξάνθημα, πυρετός, ηωσινοφιλία, βρογχόσπασμος, ηωσινοφιλική ενδομυοκαρδίτιδα)
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Τοπικές φλεγμονώδεις αλλοιώσεις (από μη προσεκτικό φλεβοκαθετηριασμό)
    Διαταραχές στο σημείο της ένεσης και οδού χορήγησης
    Όχι συχνές
  • Υπόταση (απότομη μείωση της αρτηριακής πίεσης)
    Αγγειακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Φλεβίτιδα
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου
    Καρδιά
    Σπάνιες
  • Αίσθημα παλμών
    Καρδιά
    Σπάνιες
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Σπάνιες
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Κοιλιακή μαρμαρυγή
    Καρδιά
    Σπάνιες
  • Μείωση συγκέντρωσης καλίου ορού
    Μεταβολισμός
    Σπάνιες
  • Μη ειδικό θωρακικό άλγος
    Γενικές
    Σπάνιες
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Στηθαγχικό άλγος
    Καρδιά
    Σπάνιες
  • Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
    Νευρικό
    Πολύ σπάνιες
  • Δερματική νέκρωση
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες
  • Θανατηφόρα και μη θανατηφόρα περιστατικά ρήξης μυοκαρδίου
    Καρδιακές διαταραχές
    Πολύ σπάνιες
  • Καρδιακή ασυστολία
    Καρδιά
    Πολύ σπάνιες
  • Αύξηση της πνευμονικής πίεσης σφήνας που οδηγεί σε πνευμονική συμφόρηση και οίδημα
    Αναπνευστικές, θωρακικές και μεσοπνεύμονες διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Κοιλιακή αρρυθμία
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Μυοκαρδιοπάθεια από στρες (σύνδρομο takotsubo)
    Καρδιακές διαταραχές
    Μη γνωστές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Η υδροχλωρική δοβουταμίνη δεν πρέπει να χορηγείται κατά την εγκυμοσύνη παρά μόνο όταν είναι απολύτως απαραίτητο, δηλαδή αν τα πιθανά οφέλη από τη χρήση της εξουδετερώνουν τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυο.
    Οι μελέτες αναπαραγωγής που διεξήχθησαν σε ζώα έδειξαν ότι δεν υπήρξαν ενδείξεις ελάττωσης της γονιμότητας, βλάβης του εμβρύου ή τερατογόνου δράσης, που να οφείλονται στη δοβουταμίνη. Ωστόσο δεν υπάρχουν επαρκείς και καλώς ελεγχόμενες μελέτες σε έγκυες γυναίκες. Επειδή οι μελέτες αναπαραγωγής σε ζώα δεν είναι πάντοτε ενδεικτικές της αντίδρασης του ανθρώπινου οργανισμού.
  • Γαλουχία
    Απαιτείται προσοχή. Εάν μια μητέρα χρειάζεται θεραπεία με δοβουταμίνη, θα πρέπει να διακόπτεται ο θηλασμός κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
    Δεν είναι γνωστό εάν το φάρμακο απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
  • Γονιμότητα
    Δεν υπάρχουν στοιχεία
    Δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποδεικνύουν ότι το Δοβουταμίνη σχετίζεται με επίδραση στη γονιμότητα.
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συμπτώματα
  • ανορεξία
  • ναυτία
  • έμετο
  • τρόμο
  • άγχος
  • αίσθημα παλμών
  • κεφαλαλγία
  • δύσπνοια
  • στηθαγχικό και μη ειδικό θωρακικό άλγος
  • υπέρταση
  • ταχυαρρυθμίες
  • ισχαιμία του μυοκαρδίου
  • κοιλιακή μαρμαρυγή
  • υπόταση
Αντιμετώπιση
Στη θεραπευτική αγωγή της υπερδοσολόγησης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι πιθανότητες πολλαπλών φαρμακευτικών υπερδοσολογιών, αλληλεπιδράσεων μεταξύ φαρμάκων και ασυνήθους φαρμακοκινητικής στο συγκεκριμένο ασθενή. Τα πρώτα μέτρα είναι η διακοπή της χορήγησης, η εξασφάλιση των αεροφόρων οδών, οξυγόνωσης και αερισμού. Παρακολούθηση και άμεση εφαρμογή μέτρων ανάνηψης. Βαριές κοιλιακές ταχυαρρυθμίες αντιμετωπίζονται με χορήγηση προπρανολόλης ή λιδοκαΐνης. Η υπέρταση ανταποκρίνεται στην ελάττωση δόσης ή διακοπή θεραπείας. Προστασία αεραγωγού, υποστήριξη αναπνοής και αιμάτωσης. Στενή παρακολούθηση ζωτικών σημείων, αερίων αίματος, ηλεκτρολυτών ορού. Η απορρόφηση φαρμάκων από το γαστρεντερικό σωλήνα μπορεί να μειωθεί με τη χορήγηση ενεργού άνθρακα (πιθανώς πιο αποτελεσματική από εμετό/πλύση στομάχου). Επαναλαμβανόμενες δόσεις ενεργού άνθρακα μπορεί να επιταχύνουν την αποβολή. Κατά την γαστρική κένωση ή χορήγηση άνθρακα, διασφάλιση αεραγωγού.
ΑιμοκάθαρσηΌχι
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΌχι
Δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποδεικνύουν ότι το Δοβουταμίνη μπορεί να έχει επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Μεταδιθειώδες νάτριο
Υδροξείδιο του νατρίου
Υδροχλωρικό οξύ
Διμεθικόνη
Άζωτο
Ύδωρ για ενέσιμα
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Μηχανισμός δράσης

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αδρενεργικοί και ντοπαμινεργικοί παράγοντες, κωδικός ATC: C01CA07.

Η υδροχλωρική δοβουταμίνη είναι συνθετική κατεχολαμίνη. Είναι ένας ινότροπος παράγοντας άμεσης δράσης, του οποίου η κύρια δράση προκύπτει ως αποτέλεσμα της διεγέρσεως των β-αδρενεργικών υποδοχέων της καρδιάς ενώ παράλληλα προκαλεί συγκριτικώς ήπιες χρονότροπες υπερτασικές, αρρυθμογόνες και αγγειοδιασταλτικές επιδράσεις. Σε αντίθεση με την ντοπαμίνη, δεν προκαλεί απελευθέρωση ενδογενούς νορεπινεφρίνης. Η υδροχλωρική δοβουταμίνη αυξάνει τον όγκο παλμού και την καρδιακή απόδοση και μειώνει την πίεση πληρώσεως των κοιλιών και την ολική συστηματική και πνευμονική αγγειακή αντίσταση. Η καρδιακή συχνότητα δεν αυξάνεται σημαντικά με τη συνήθη δοσολογία της υδροχλωρικής δοβουταμίνης. Με υψηλές δόσεις όμως (συνήθως μεγαλύτερες από 10 μg/kg/min) μπορεί να εμφανισθεί σημαντική ταχυκαρδία. Η υδροχλωρική δοβουταμίνη δεν δρα στους υποδοχείς της ντοπαμίνης και ως εκ τούτου δεν διαστέλλει εκλεκτικά τα νεφρικά ή σπλαχνικά αγγεία.

Σε μελέτες που διεξήχθησαν σε ζώα, η υδροχλωρική δοβουταμίνη προκαλεί μικρότερη αύξηση της καρδιακής συχνότητας και μικρότερη ελάττωση των περιφερικών αγγειακών αντιστάσεων, επί δεδομένης ινότροπης δράσης σε σχέση με την ισοπροτερενόλη.

Στους ασθενείς με ελαττωμένη καρδιακή λειτουργικότητα, τόσο η δοβουταμίνη όσο και η ισοπροτερενόλη αυξάνουν την καρδιακή παροχή σε ανάλογο βαθμό.

Στην περίπτωση της δοβουταμίνης, η αύξηση της καρδιακής παροχής δεν συνοδεύεται συνήθως από σημαντική αύξηση της καρδιακής συχνότητας (αν και έχουν αναφερθεί σποραδικές περιπτώσεις ταχυκαρδίας), ενώ ο όγκος παλμού συνήθως αυξάνεται.

Αντιθέτως η ισοπροτερενόλη αυξάνει τον καρδιακό δείκτη αυξάνοντας αρχικά την καρδιακή συχνότητα ενώ ο όγκος παλμού μεταβάλλεται ή ελαττώνεται ελάχιστα. Στις ηλεκτροφυσιολογικές μελέτες στους ανθρώπους έχει παρατηρηθεί όδωση της κολποκοιλιακής αγωγιμότητας καθώς και στους ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή.

Οι συστηματικές αγγειακές αντιστάσεις συνήθως ελαττώνονται με τη χορήγηση δοβουταμίνης. Σποραδικά, ωστόσο, έχει αναφερθεί και μικρή αγγειοσυστολή.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η δοβουταμίνη έχει ινότροπο δράση σε παιδιά, αλλά η αιμοδυναμική ανταπόκριση δεν είναι απολύτως ίδια με αυτή των ενηλίκων. Παρότι η καρδιακή παροχή αυξάνεται στα παιδιά, υπάρχει η τάση για μικρότερη μείωση των συστηματικών αγγειακών αντιστάσεων και της κοιλιακής πίεσης πλήρωσης και μεγαλύτερη αύξηση του καρδιακού ρυθμού και της αρτηριακής πίεσης στα παιδιά από ότι στους ενήλικες. Η πίεση ενσφήνωσης πνευμονικής αρτηρίας ενδέχεται να αυξηθεί κατά τη διάρκεια της έγχυσης της δοβουταμίνης σε παιδιά ηλικίας 12 μηνών ή μικρότερα.

Αυξήσεις της καρδιακής παροχής φαίνεται να εμφανίζονται ακόμα και σε ρυθμούς ενδοφλέβιας έγχυσης τόσο χαμηλούς όσο 1,0 μg/kg/λεπτό, αυξήσεις στη συστολική αρτηριακή πίεση εμφανίζονται σε ρυθμό έγχυσης 2,5 μg/kg/λεπτό και αλλαγές στον καρδιακό ρυθμό σε ρυθμό έγχυσης 5,5 μg/kg/λεπτό.

Αυξήσεις του ρυθμού έγχυσης από 10 σε 20 μg/kg/λεπτό συνήθως οδηγούν σε περαιτέρω αυξήσεις της καρδιακής παροχής.

Φαρμακοκινητική

Η έναρξη δράσεως του διαλύματος Δοβουταμίνη λαμβάνει χώρα, εντός 1 έως 2 λεπτών, αλλά είναι πιθανόν να απαιτηθούν μέχρι και 10 λεπτά για την επίτευξη σταθερών συγκεντρώσεων στο πλάσμα και της μέγιστης δράσεως του φαρμάκου, επί του συγκεκριμένου ρυθμού εγχύσεως. Η κάθαρση πλάσματος της υδροχλωρικής δοβουταμίνης στον άνθρωπο είναι 2,4l/min/m2, ο όγκος κατανομής είναι περίπου 20% του βάρους του σώματος και ο χρόνος ημιζωής της δοβουταμίνης στον άνθρωπο για την απομάκρυνση της από το πλάσμα είναι μικρότερος από 3 λεπτά.

Οι κύριες μεταβολικές οδοί της υδροχλωρικής δοβουταμίνης, είναι η μεθυλίωση του μορίου της κατεχόλης και η σύζευξη. Οι μεταβολίτες της αποβάλλονται μέσω των νεφρών και της χολής. Στα ούρα, τα κυριότερα προϊόντα απέκκρισης της δοβουταμίνης είναι προϊόντα σύζευξης της δοβουταμίνης και 3-0-μεθυλοδοβουταμίνη. Το 3-0- μεθυλοπαράγωγο είναι ανενεργό.

Η μεταβολή των συναπτικών συγκεντρώσεων των κατεχολαμινών με χορήγηση ρεζερπίνης ή με χορήγηση τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών δεν μεταβάλλει τις δράσεις της υδροχλωρικής δοβουταμίνης στα ζώα, που σημαίνει ότι η δράση της δοβουταμίνης είναι ανεξάρτητη από τους προσυναπτικούς μηχανισμούς.

Η μεγαλύτερη κλινική εμπειρία με τη δοβουταμίνη αναφέρεται σε βραχεία χορήγηση του φαρμάκου, διάρκειας χορήγησης όχι μεγαλύτερης από μερικές ώρες. Σε περιορισμένο αριθμό ασθενών, οι οποίοι μελετήθηκαν με τη χορήγηση δοβουταμίνης επί 24, 48 και 72 ώρες, παρατηρήθηκε εμμένουσα αύξηση της καρδιακής παροχής σε ορισμένους, ενώ αντίθετα σε άλλους η καρδιακή παροχή επανήλθε στα προ της χορήγησης δοβουταμίνης επίπεδα.

Κατά τη διάρκεια παρατεταμένων συνεχών εγχύσεων αναπτύσσεται μερική ανοχή στην υδροχλωρική δοβουταμίνη η οποία γίνεται σημαντική στις 72 ώρες. Η ανταπόκριση της καρδιακής απόδοσης σε σταθερή έγχυση υδροχλωρικής δοβουταμίνης στις 72 ώρες είναι άνω του 70% της ανταποκρίσεως που επιτυγχάνεται στο τέλος των 2 ωρών σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια. Το φαινόμενο αυτό μπορεί να προκαλείται από ελάττωση στη δραστηριότητα ενός αριθμού των β-αδρενεργικών υποδοχέων.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Στους περισσότερους παιδιατρικούς ασθενείς, υπάρχει μία λογαριθμική γραμμική σχέση μεταξύ της συγκέντρωσης της δοβουταμίνης στο πλάσμα και της αιμοδυναμικής ανταπόκρισης η οποία είναι σύμφωνη με το μοντέλο ορίων.

Η κάθαρση της δοβουταμίνης για το δοσολογικό εύρος 0,5 έως 20 μg/kg/λεπτό είναι σύμφωνη με την κινητική πρώτης τάξεως. Η συγκέντρωση της δοβουταμίνης στο πλάσμα μπορεί να ποικίλει και να είναι έως και διπλάσια μεταξύ παιδιατρικών ασθενών για τον ίδιο ρυθμό έγχυσης, ενώ υπάρχει μεγάλη διακύμανση τόσο στη συγκέντρωση της δοβουταμίνης στο πλάσμα που απαιτείται για την πρόκληση αιμοδυναμικής ανταπόκρισης όσο και στο ποσοστό της αιμοδυναμικής ανταπόκρισης καθώς αυξάνονται οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα. Ως εκ τούτου, στην κλινική πρακτική, απαιτείται εξατομικευμένη τιτλοποίηση του ρυθμού έγχυσης της δοβουταμίνης.

Μηχανισμός δράσης
Η δοβουταμίνη διεγείρει άμεσα τους βήτα-1 υποδοχείς της καρδιάς για να αυξήσει τη μυοκαρδιακή συσταλτικότητα και τον όγκο παλμού, οδηγώντας σε αυξημένη καρδιακή παροχή.
Φαρμακοδυναμική

Μηχανισμός δράσης Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αδρενεργικοί και ντοπαμινεργικοί παράγοντες, κωδικός ATC: C01CA07. Η υδροχλωρική δοβουταμίνη είναι συνθετική κατεχολαμίνη. Είναι ένας ινότροπος παράγοντας άμεσης δράσης, του οποίου η κύρια δράση…

Φαρμακοκινητική
Η έναρξη δράσεως του διαλύματος Δοβουταμίνη λαμβάνει χώρα, εντός 1 έως 2 λεπτών, αλλά είναι πιθανόν να απαιτηθούν μέχρι και 10 λεπτά για την επίτευξη σταθερών συγκεντρώσεων στο πλάσμα και της μέγιστης δράσεως του φαρμάκου, επί του συγκεκριμένου…
Απέκκριση
Νεφρά
info Πληροφορίες

Δραστική Ουσία

dobutamine

Κωδικός ATC5

C01CA07

Κάτοχος Άδειας

Lilly
pill