Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 250 / VIAL | 13.30 € | |
|
INOTREX 250MG/VIAL
Διακοπή
|
250 / VIAL | 8.22 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
I50 Καρδιακή ανεπάρκεια
-
R57 Σοκ, μη ταξινομημένο αλλού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Υποαιμάτωση χαμηλής καρδιακής παροχής
INOTREX — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: ενδοφλέβια έγχυση
- Χορήγηση: συνεχή ενδοφλέβια έγχυση
- Δόση έναρξης: 2,5 μg/kg/min
- Τιτλοποίηση: Ο ρυθμός έγχυσης πρέπει να προσαρμόζεται σύμφωνα με την ανταπόκριση του ασθενούς. Για παιδιατρικούς ασθενείς, η δόση προσαρμόζεται στην κλινική ανταπόκριση σε 2-20 μg/kg/λεπτό και θα πρέπει να τιτλοποιείται.
-
Ενήλικες και ηλικιωμένοι ασθενείςΔόση2,5 έως 10 μg/kg/min (στους περισσότερους ασθενείς), έως 20 μg/kg/min (συχνά), έως 40 μg/kg/min (σπάνια), 0,5 μg/kg/min (περιστασιακά)Μέγ. δόση40 μg/kg/minΟ ρυθμός έγχυσης και η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να προσαρμόζονται σύμφωνα με την ανταπόκριση του ασθενούς όπως αυτή εκτιμάται από την καρδιακή συχνότητα, την παρουσία έκτοπης δραστηριότητας, την αρτηριακή πίεση, την αποβολή των ούρων και όσες φορές είναι δυνατόν, με μέτρηση της κεντρικής φλεβικής πιέσεως ή της πιέσεως «ενσφηνώσεως» της πνευμονικής και της καρδιακής παροχής. Συχνά είναι προτιμότερη η βαθμιαία ελάττωση της δοσολογίας έναντι της απότομης διακοπής της θεραπείας. Ο τελικός χορηγούμενος όγκος πρέπει να υπολογίζεται με βάση τις ανάγκες του ασθενούς σε υγρά. Σε ασθενείς με περιορισμένη πρόσληψη υγρών έχουν χορηγηθεί συγκεντρώσεις δοβουταμίνης μέχρι και 5.000μg/ml. Υψηλές συγκεντρώσεις δοβουταμίνης πρέπει να χορηγούνται μόνο με αντλία έγχυσης ώστε να εξασφαλιστεί ακριβής δοσολογία. Αποφεύγετε την προσθήκη του διαλύματος Δοβουταμίνη σε διάλυμα ενέσιμου διττανθρακικού νατρίου 5% ή άλλου ισχυρώς αλκαλικού διαλύματος: Το διάλυμα Δοβουταμίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες ή διαλύτες, οι οποίοι περιέχουν διθειώδες νάτριο και αιθανόλη. Πριν από τη χορήγηση του, το διάλυμα Δοβουταμίνη πρέπει να αραιωθεί εντός του περιέκτη του διαλύματος για ενδοφλέβια έγχυση, προς το σχηματισμό διαλύματος όγκου 50 ml με τη χρησιμοποίηση ως διαλύτη, ενός από τα κάτωθι διαλύματα για ενδοφλέβια χρήση: διάλυμα δεξτρόζης 5% για ενδοφλέβια έγχυση, διάλυμα δεξτρόζης 5% και 0,9% χλωριούχου νατρίου για ενδοφλέβια έγχυση, διάλυμα δεξτρόζης 5% και 0,45% χλωριούχου νατρίου για ενδοφλέβια έγχυση, διάλυμα δεξτρόζης 10% για ενδοφλέβια έγχυση, διάλυμα δεξτρόζης 5% και Ringer’s lactate για ενδοφλέβια έγχυση, χλωριούχο νάτριο για ενδοφλέβια έγχυση, γαλακτικό νάτριο για ενδοφλέβια έγχυση, για παράδειγμα: Διάλυση του φαρμάκου σε 250 ml ορού παρέχει διάλυμα 1.000 μgr /ml, Διάλυση του φαρμάκου σε 500 ml ορού παρέχει διάλυμα 500 μgr /ml. Τα ενδοφλέβια διαλύματα πρέπει να χρησιμοποιούνται εντός 24 ωρών. Τα διαλύματα της υδροχλωρικής δοβουταμίνης πιθανώς να εμφανίσουν απαλό ρόδινο χρώμα το οποίο, αν υπάρχει, μπορεί να επιταθεί με την πάροδο του χρόνου. Η μεταβολή του χρώματος του διαλύματος οφείλεται σε ασθενή οξείδωση του φαρμάκου, χωρίς όμως αυτό να προκαλεί σημαντική απώλεια της δραστικότητας του φαρμάκου στη διάρκεια της ως ανωτέρω περιγραφείσας ανασύστασης του διαλύματος Δοβουταμίνη. Οι ρυθμοί έγχυσης που απαιτούνται για την παροχή των απαιτούμενων δοσολογιών είναι συνάρτηση της συγκέντρωσης της υδροχλωρικής δοβουταμίνης στο προς έγχυση διάλυμα.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (νεογνά έως 18 ετών)Δόση5 μg/kg/λεπτό, προσαρμοζόμενη σε 2-20 μg/kg/λεπτό. Ενίοτε, 0,5-1,0 μg/kg/λεπτό.Υπάρχει η άποψη ότι η μικρότερη αποτελεσματική δόση στα παιδιά είναι υψηλότερη από αυτή των ενηλίκων. Συστήνεται προσοχή κατά την εφαρμογή υψηλών δόσεων καθότι είναι βάσιμη και η άποψη ότι η μέγιστη ανεκτή δόση στα παιδιά είναι μικρότερη από αυτή των ενηλίκων. Οι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες (συγκεκριμένα η ταχυκαρδία) παρατηρούνται σε δόσεις ίσες ή μεγαλύτερες των 7,5 μg/kg/λεπτό. Ωστόσο, το μόνο που απαιτείται για την ταχεία αναστροφή των ανεπιθύμητων ενεργειών είναι η ελάττωση του ρυθμού έγχυσης ή ο τερματισμός της έγχυσης της δοβουταμίνης. Έχει παρατηρηθεί μεγάλη διακύμανση στον παιδιατρικό πληθυσμό σχετικά με τη συγκέντρωση στο πλάσμα που απαιτείται για την έναρξη αιμοδυναμικής απάντησης (κατώτατο όριο - threshold) και το βαθμό αιμοδυναμικής απάντησης με την αύξηση των συγκεντρώσεων πλάσματος. Αυτό καταδεικνύει ότι η απαιτούμενη δόση για παιδιά δεν μπορεί να προσδιοριστεί εκ των προτέρων και θα πρέπει να τιτλοποιείται ώστε να επιτρέπεται το μικρότερο «θεραπευτικό εύρος» στα παιδιά. Για συνεχή ενδοφλέβια έγχυση με τη χρήση αντλίας έγχυσης, διαλύστε έως συγκέντρωση 0,5 έως 1 mg/ml (μέγιστη συγκέντρωση 5mg/ml εάν υπάρχει περιορισμός υγρών), με Γλυκόζη 5% ή Χλωριούχο νάτριο 0,9%. Τα διαλύματα των υψηλότερων συγκεντρώσεων θα πρέπει να χορηγούνται μόνο μέσω κεντρικού φλεβοκαθετήρα. Η ενδοφλέβια έγχυση δοβουταμίνης δεν είναι συμβατή με διττανθρακικό και άλλα ισχυρά αλκαλικά διαλύματα.
-
Νεογνά (Εντατική θεραπεία)Δόση5 μg/kg/λεπτόΔιαλύστε 30mg/kg σωματικού βάρους σε τελικό όγκο 50ml υγρού έγχυσης. Ο ρυθμός ενδοφλέβιας έγχυσης 0,5ml/ώρα παρέχει δόση ίση με 5 μg/kg/λεπτό.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην υδροχλωρική δοβουταμίνη
-
Υπερευαισθησία στο μεταδιθειώδες νάτριο ή σε οποιοδήποτε άλλο συστατικό του φαρμάκου
-
Ιδιοπαθής υπερτροφική αποφρακτική μυοκαρδιοπάθεια
-
Υπερτροφική υποαορτική στένωση
-
Φαιοχρωμοκύττωμα
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Κάλιο ορούΗ υδροχλωρική δοβουταμίνη μπορεί να προκαλέσει μικρή ελάττωση των συγκεντρώσεων του καλίου στον ορό, οδηγώντας σπάνια σε υποκαλιαιμία.
-
Γενική παρακολούθησηΣυνιστάται η τακτική παρακολούθηση του ασθενούς, της καρδιακής συχνότητας και του καρδιακού ρυθμού, της αρτηριακής πίεσης και του ρυθμού έγχυσης. Στην έναρξη της θεραπείας συνιστάται ηλεκτροκαρδιογραφικός έλεγχος ώσπου να επιτευχθεί σταθερή αντίδραση. Η πίεση «ενσφηνώσεως» των πνευμονικών αγγείων και η καρδιακή παροχή θα πρέπει να παρακολουθούνται και να καταγράφονται όπου αυτό είναι δυνατόν.
-
ΥποογκαιμίαΗ υποογκαιμία πρέπει να διορθώνεται με τα κατάλληλα διαλύματα υποκατάστασης όγκου πριν από την έναρξη της θεραπείας με διάλυμα Δοβουταμίνη.
-
Αύξηση της καρδιακής συχνότητας ή της αρτηριακής πίεσηςΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό υπέρτασηςΗ υδροχλωρική δοβουταμίνη μπορεί να προκαλέσει αύξηση της καρδιακής συχνότητας ή της αρτηριακής πίεσης, ιδιαίτερα της συστολικής. Εάν παρουσιαστεί μια αδικαιολόγητη αύξηση του καρδιακού ρυθμού ή της συστολικής αρτηριακής πίεσης ή επακόλουθη αρρυθμία, η δόση της υδροχλωρικής δοβουταμίνης θα πρέπει να μειωθεί ή να διακοπεί προσωρινά η χορήγηση της.
-
Αυξημένη κολποκοιλιακή αγωγιμότηταΠληθυσμόςΑσθενείς με κολπικό πτερυγισμό ή μαρμαρυγήΜπορεί να εμφανίσουν ταχεία κοιλιακή ανταπόκριση.
-
Κοιλιακές ταχυαρρυθμίεςΗ υδροχλωρική δοβουταμίνη μπορεί να προκαλέσει ή να επιδεινώσει έκτοπη κοιλιακή δραστηριότητα. Σπάνια έχει προκληθεί κοιλιακή ταχυκαρδία ή μαρμαρυγή.
-
Διαταραχή στην πλήρωση των κοιλιών λόγω απόφραξης στο χώρο εξόδουΠληθυσμόςΑσθενείς με μηχανική απόφραξη που εμποδίζει την πλήρωση/κένωση των κοιλιώνΔεν βελτιώνουν την αιμοδυναμική. Η ινότροπος αντίδραση μπορεί να είναι ανεπαρκής. (Περιλαμβάνει καρδιακό επιπωματισμό, στένωση αορτικής βαλβίδας, υπερτροφική αποφρακτική μυοκαρδιοπάθεια και ιδιοπαθή υπερτροφική υποαορτική στένωση).
-
Αντιδράσεις υπερευαισθησίαςΠεριστασιακά έχουν αναφερθεί αντιδράσεις (δερματικό εξάνθημα, πυρετός, ηωσινοφιλία, βρογχόσπασμο και ηωσινοφιλική ενδομυοκαρδίτιδα).
-
Ευαισθησία στα ΣουλφίδιαΠληθυσμόςΕυαίσθητα άτομα (ιδίως ασθματικά)Το Δοβουταμίνη περιέχει διθειώδες νάτριο. Τα σουλφίδια μπορεί να προκαλέσουν αλλεργικού τύπου αντιδράσεις, αναφυλακτικά συμπτώματα και ασθματικές κρίσεις.
-
Απότομες μειώσεις της αρτηριακής πίεσηςΈχουν περιγραφεί κατά καιρούς. Η μείωση της δόσης ή η διακοπή της έγχυσης συνήθως οδηγεί σε ταχεία επιστροφή της πιέσεως του αίματος στα αρχικά επίπεδα, αλλά σπάνια μπορεί να απαιτηθεί παρέμβαση και η αναστρεψιμότητα μπορεί να μην είναι άμεση.
-
ΥπότασηπροσοχήΕάν μέση αρτηριακή πίεση < 70 mmHg (απουσία αυξημένης πίεσης πλήρωσης κοιλιών), πιθανή υποογκαιμία, η οποία χρήζει αντιμετώπισης με κατάλληλη αγωγή με διαλύματα αύξησης του ενδαγγειακού όγκου προτού χορηγηθεί η δοβουταμίνη. Να χορηγείται με προσοχή σε περίπτωση σοβαρής υπότασης οφειλόμενης σε καρδιογενή καταπληξία. Εάν η αρτηριακή πίεση παραμένει χαμηλή ή μειώνεται προοδευτικά, να ληφθεί υπόψη ταυτόχρονη χορήγηση περιφερικού αγγειοσυσταλτικού (ντοπαμίνη ή νοραδρεναλίνη).
-
Οξύ Έμφραγμα του ΜυοκαρδίουπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίουΠρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή, καθώς οποιαδήποτε σημαντική αύξηση του καρδιακού ρυθμού ή η υπερβολική αύξηση της αρτηριακής πίεσης μπορεί να επιτείνει την ισχαιμία και να προκαλέσει στηθαγχικό πόνο και ανάσπαση του ST διαστήματος.
-
Ρήξη μυοκαρδίου ως Επιπλοκή του Εμφράγματος του ΜυοκαρδίουΠληθυσμόςΑσθενείς που διατρέχουν κίνδυνο ρήξης μυοκαρδίου (ιδίως με πρόσφατο έμφραγμα)Ο κίνδυνος ρήξης μυοκαρδίου μπορεί να επηρεαστεί από διάφορους παράγοντες. Πολύ σπάνια θανατηφόρα οξεία ρήξη μυοκαρδίου έχει αναφερθεί κατά τη δοκιμασία κοπώσεως με δοβουταμίνη. Οι ασθενείς πρέπει να αξιολογηθούν προσεκτικά.
-
Δοκιμασία Κοπώσεως με Υδροχλωρική ΔοβουταμίνηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου ή/και διαταραχή της λειτουργίας της αριστεράς κοιλίαςΔεν είναι εγκεκριμένη ένδειξη. Εάν χρησιμοποιηθεί off-label, ο ιατρός πρέπει να αξιολογήσει κινδύνους/οφέλη. Έχουν συσχετιστεί απειλητικές για τη ζωή επιπλοκές (ρήξη μυοκαρδίου, ΑΕΕ, καρδιακή ασυστολία, αρρυθμίες, σύνδρομο Takotsubo). Η χορήγηση για δυναμική υπερηχοκαρδιογραφία πρέπει να γίνεται από έμπειρο ιατρό με συνεχή παρακολούθηση. Σε περίπτωση μυοκαρδιοπάθειας από στρες, η χορήγηση πρέπει να διακόπτεται αμέσως. Δεν συνιστάται σε ασθενείς με ασταθή στηθάγχη, κολποκοιλιακό αποκλεισμό, βαλβιδοπάθεια, απόφραξη αορτικής βαλβίδας ή ακατάλληλη καρδιακή κατάσταση.
-
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις σε παιδιάΠληθυσμόςΠαιδιατρικός πληθυσμός (ιδίως βρέφη < 1 έτους και νεογνά)Ενδέχεται να είναι ποιοτικά και ποσοτικά διαφορετικές από τους ενήλικες. Αυξήσεις καρδιακού ρυθμού και αρτηριακής πίεσης πιο συχνές και έντονες. Η πίεση ενσφήνωσης πνευμονικής αρτηρίας ενδέχεται να μην μειωθεί ή να αυξηθεί στα βρέφη. Το καρδιαγγειακό σύστημα των νεογνών είναι λιγότερο ευαίσθητο και η υποτασική επίδραση πιο συχνή στους ενήλικες. Η χρήση της δοβουταμίνης στα παιδιά θα πρέπει να παρακολουθείται στενά.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
παρακολούθησηΜεγαλύτερη καρδιακή παροχή και μικρότερη πίεση «ενσφηνώσεως» της πνευμονικής.
-
Φάρμακα με δράση β-αναστολέωνπροσοχήΗ δοβουταμίνη μπορεί να μην είναι αποτελεσματική, οι επιδράσεις της δοβουταμίνης μπορεί να εξουδετερωθούν. Οι περιφερικές αγγειακές αντιστάσεις πιθανώς να αυξηθούν. Σε χαμηλές δόσεις, η δοβουταμίνη θα εκδηλώσει ποικίλο βαθμό α-αδρενεργικής δραστηριότητας, όπως αγγειοσύσπαση.ΣύστασηΗ αλληλεπίδραση μεταξύ της δοβουταμίνης και των ανταγωνιστών των β-υποδοχέων είναι αναστρέψιμη, οι δύο αυτές κατηγορίες φαρμάκων δρουν ανταγωνιστικά μεταξύ τους.
-
προσοχήΑύξηση στην αρτηριακή πίεση, λόγω αγγειοσυστολής μέσω α-υποδοχέων και αντανακλαστική βραχυκαρδία.
-
προσοχήΥπόταση λόγω αγγειοδιαστολής που προκαλείται από επικράτηση του αποκλεισμού των β2 υποδοχέων.
-
Αδρενεργικοί αποκλειστέςπροσοχήΜπορεί να κάνουν εμφανή την επίδραση των β1 και β2 με αποτέλεσμα την ταχυκαρδία και την αγγειοσύσπαση.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αύξηση καρδιακής συχνότητας
- Αύξηση συστολικής αρτηριακής πίεσης
- Έκτοπη κοιλιακή δραστηριότητα
- Αύξηση πρώιμων κοιλιακών συστολών
- Μυοκαρδιοπάθεια από στρες (σύνδρομο takotsubo)
- Θανατηφόρα και μη θανατηφόρα περιστατικά ρήξης μυοκαρδίου
- Στηθαγχικό άλγος
- Αίσθημα παλμών
- Καρδιακή ασυστολία
- Κοιλιακή μαρμαρυγή
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Κοιλιακή αρρυθμία
- Μη ειδικό θωρακικό άλγος
- Υπόταση (απότομη μείωση της αρτηριακής πίεσης)
- Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
- Κεφαλαλγία
- Φλεβίτιδα
- Τοπικές φλεγμονώδεις αλλοιώσεις (από μη προσεκτικό φλεβοκαθετηριασμό)
- Δερματική νέκρωση
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (δερματικό εξάνθημα, πυρετός, ηωσινοφιλία, βρογχόσπασμος, ηωσινοφιλική ενδομυοκαρδίτιδα)
- Αναφυλακτικές αντιδράσεις
- Ναυτία
- Δύσπνοια
- Αύξηση της πνευμονικής πίεσης σφήνας που οδηγεί σε πνευμονική συμφόρηση και οίδημα
- Μείωση συγκέντρωσης καλίου ορού
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΈκτοπη κοιλιακή δραστηριότηταΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑύξηση καρδιακής συχνότηταςΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑύξηση πρώιμων κοιλιακών συστολώνΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑύξηση συστολικής αρτηριακής πίεσηςΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑναφυλακτικές αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας (δερματικό εξάνθημα, πυρετός, ηωσινοφιλία, βρογχόσπασμος, ηωσινοφιλική ενδομυοκαρδίτιδα)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΤοπικές φλεγμονώδεις αλλοιώσεις (από μη προσεκτικό φλεβοκαθετηριασμό)Διαταραχές στο σημείο της ένεσης και οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΥπόταση (απότομη μείωση της αρτηριακής πίεσης)Αγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΦλεβίτιδαΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΚοιλιακή μαρμαρυγήΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΜείωση συγκέντρωσης καλίου ορούΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΜη ειδικό θωρακικό άλγοςΓενικές
-
ΣπάνιεςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΣτηθαγχικό άλγοςΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιοΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΔερματική νέκρωσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΘανατηφόρα και μη θανατηφόρα περιστατικά ρήξης μυοκαρδίουΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΚαρδιακή ασυστολίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΑύξηση της πνευμονικής πίεσης σφήνας που οδηγεί σε πνευμονική συμφόρηση και οίδημαΑναπνευστικές, θωρακικές και μεσοπνεύμονες διαταραχές
-
Μη γνωστέςΚοιλιακή αρρυθμίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΜυοκαρδιοπάθεια από στρες (σύνδρομο takotsubo)Καρδιακές διαταραχές
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΗ υδροχλωρική δοβουταμίνη δεν πρέπει να χορηγείται κατά την εγκυμοσύνη παρά μόνο όταν είναι απολύτως απαραίτητο, δηλαδή αν τα πιθανά οφέλη από τη χρήση της εξουδετερώνουν τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυο.Οι μελέτες αναπαραγωγής που διεξήχθησαν σε ζώα έδειξαν ότι δεν υπήρξαν ενδείξεις ελάττωσης της γονιμότητας, βλάβης του εμβρύου ή τερατογόνου δράσης, που να οφείλονται στη δοβουταμίνη. Ωστόσο δεν υπάρχουν επαρκείς και καλώς ελεγχόμενες μελέτες σε έγκυες γυναίκες. Επειδή οι μελέτες αναπαραγωγής σε ζώα δεν είναι πάντοτε ενδεικτικές της αντίδρασης του ανθρώπινου οργανισμού.
-
ΓαλουχίαΑπαιτείται προσοχή. Εάν μια μητέρα χρειάζεται θεραπεία με δοβουταμίνη, θα πρέπει να διακόπτεται ο θηλασμός κατά τη διάρκεια της θεραπείας.Δεν είναι γνωστό εάν το φάρμακο απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν στοιχείαΔεν υπάρχουν στοιχεία που να υποδεικνύουν ότι το Δοβουταμίνη σχετίζεται με επίδραση στη γονιμότητα.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- ανορεξία
- ναυτία
- έμετο
- τρόμο
- άγχος
- αίσθημα παλμών
- κεφαλαλγία
- δύσπνοια
- στηθαγχικό και μη ειδικό θωρακικό άλγος
- υπέρταση
- ταχυαρρυθμίες
- ισχαιμία του μυοκαρδίου
- κοιλιακή μαρμαρυγή
- υπόταση
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Μηχανισμός δράσης
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αδρενεργικοί και ντοπαμινεργικοί παράγοντες, κωδικός ATC: C01CA07.
Η υδροχλωρική δοβουταμίνη είναι συνθετική κατεχολαμίνη. Είναι ένας ινότροπος παράγοντας άμεσης δράσης, του οποίου η κύρια δράση προκύπτει ως αποτέλεσμα της διεγέρσεως των β-αδρενεργικών υποδοχέων της καρδιάς ενώ παράλληλα προκαλεί συγκριτικώς ήπιες χρονότροπες υπερτασικές, αρρυθμογόνες και αγγειοδιασταλτικές επιδράσεις. Σε αντίθεση με την ντοπαμίνη, δεν προκαλεί απελευθέρωση ενδογενούς νορεπινεφρίνης. Η υδροχλωρική δοβουταμίνη αυξάνει τον όγκο παλμού και την καρδιακή απόδοση και μειώνει την πίεση πληρώσεως των κοιλιών και την ολική συστηματική και πνευμονική αγγειακή αντίσταση. Η καρδιακή συχνότητα δεν αυξάνεται σημαντικά με τη συνήθη δοσολογία της υδροχλωρικής δοβουταμίνης. Με υψηλές δόσεις όμως (συνήθως μεγαλύτερες από 10 μg/kg/min) μπορεί να εμφανισθεί σημαντική ταχυκαρδία. Η υδροχλωρική δοβουταμίνη δεν δρα στους υποδοχείς της ντοπαμίνης και ως εκ τούτου δεν διαστέλλει εκλεκτικά τα νεφρικά ή σπλαχνικά αγγεία.
Σε μελέτες που διεξήχθησαν σε ζώα, η υδροχλωρική δοβουταμίνη προκαλεί μικρότερη αύξηση της καρδιακής συχνότητας και μικρότερη ελάττωση των περιφερικών αγγειακών αντιστάσεων, επί δεδομένης ινότροπης δράσης σε σχέση με την ισοπροτερενόλη.
Στους ασθενείς με ελαττωμένη καρδιακή λειτουργικότητα, τόσο η δοβουταμίνη όσο και η ισοπροτερενόλη αυξάνουν την καρδιακή παροχή σε ανάλογο βαθμό.
Στην περίπτωση της δοβουταμίνης, η αύξηση της καρδιακής παροχής δεν συνοδεύεται συνήθως από σημαντική αύξηση της καρδιακής συχνότητας (αν και έχουν αναφερθεί σποραδικές περιπτώσεις ταχυκαρδίας), ενώ ο όγκος παλμού συνήθως αυξάνεται.
Αντιθέτως η ισοπροτερενόλη αυξάνει τον καρδιακό δείκτη αυξάνοντας αρχικά την καρδιακή συχνότητα ενώ ο όγκος παλμού μεταβάλλεται ή ελαττώνεται ελάχιστα. Στις ηλεκτροφυσιολογικές μελέτες στους ανθρώπους έχει παρατηρηθεί όδωση της κολποκοιλιακής αγωγιμότητας καθώς και στους ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή.
Οι συστηματικές αγγειακές αντιστάσεις συνήθως ελαττώνονται με τη χορήγηση δοβουταμίνης. Σποραδικά, ωστόσο, έχει αναφερθεί και μικρή αγγειοσυστολή.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η δοβουταμίνη έχει ινότροπο δράση σε παιδιά, αλλά η αιμοδυναμική ανταπόκριση δεν είναι απολύτως ίδια με αυτή των ενηλίκων. Παρότι η καρδιακή παροχή αυξάνεται στα παιδιά, υπάρχει η τάση για μικρότερη μείωση των συστηματικών αγγειακών αντιστάσεων και της κοιλιακής πίεσης πλήρωσης και μεγαλύτερη αύξηση του καρδιακού ρυθμού και της αρτηριακής πίεσης στα παιδιά από ότι στους ενήλικες. Η πίεση ενσφήνωσης πνευμονικής αρτηρίας ενδέχεται να αυξηθεί κατά τη διάρκεια της έγχυσης της δοβουταμίνης σε παιδιά ηλικίας 12 μηνών ή μικρότερα.
Αυξήσεις της καρδιακής παροχής φαίνεται να εμφανίζονται ακόμα και σε ρυθμούς ενδοφλέβιας έγχυσης τόσο χαμηλούς όσο 1,0 μg/kg/λεπτό, αυξήσεις στη συστολική αρτηριακή πίεση εμφανίζονται σε ρυθμό έγχυσης 2,5 μg/kg/λεπτό και αλλαγές στον καρδιακό ρυθμό σε ρυθμό έγχυσης 5,5 μg/kg/λεπτό.
Αυξήσεις του ρυθμού έγχυσης από 10 σε 20 μg/kg/λεπτό συνήθως οδηγούν σε περαιτέρω αυξήσεις της καρδιακής παροχής.
Η έναρξη δράσεως του διαλύματος Δοβουταμίνη λαμβάνει χώρα, εντός 1 έως 2 λεπτών, αλλά είναι πιθανόν να απαιτηθούν μέχρι και 10 λεπτά για την επίτευξη σταθερών συγκεντρώσεων στο πλάσμα και της μέγιστης δράσεως του φαρμάκου, επί του συγκεκριμένου ρυθμού εγχύσεως. Η κάθαρση πλάσματος της υδροχλωρικής δοβουταμίνης στον άνθρωπο είναι 2,4l/min/m2, ο όγκος κατανομής είναι περίπου 20% του βάρους του σώματος και ο χρόνος ημιζωής της δοβουταμίνης στον άνθρωπο για την απομάκρυνση της από το πλάσμα είναι μικρότερος από 3 λεπτά.
Οι κύριες μεταβολικές οδοί της υδροχλωρικής δοβουταμίνης, είναι η μεθυλίωση του μορίου της κατεχόλης και η σύζευξη. Οι μεταβολίτες της αποβάλλονται μέσω των νεφρών και της χολής. Στα ούρα, τα κυριότερα προϊόντα απέκκρισης της δοβουταμίνης είναι προϊόντα σύζευξης της δοβουταμίνης και 3-0-μεθυλοδοβουταμίνη. Το 3-0- μεθυλοπαράγωγο είναι ανενεργό.
Η μεταβολή των συναπτικών συγκεντρώσεων των κατεχολαμινών με χορήγηση ρεζερπίνης ή με χορήγηση τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών δεν μεταβάλλει τις δράσεις της υδροχλωρικής δοβουταμίνης στα ζώα, που σημαίνει ότι η δράση της δοβουταμίνης είναι ανεξάρτητη από τους προσυναπτικούς μηχανισμούς.
Η μεγαλύτερη κλινική εμπειρία με τη δοβουταμίνη αναφέρεται σε βραχεία χορήγηση του φαρμάκου, διάρκειας χορήγησης όχι μεγαλύτερης από μερικές ώρες. Σε περιορισμένο αριθμό ασθενών, οι οποίοι μελετήθηκαν με τη χορήγηση δοβουταμίνης επί 24, 48 και 72 ώρες, παρατηρήθηκε εμμένουσα αύξηση της καρδιακής παροχής σε ορισμένους, ενώ αντίθετα σε άλλους η καρδιακή παροχή επανήλθε στα προ της χορήγησης δοβουταμίνης επίπεδα.
Κατά τη διάρκεια παρατεταμένων συνεχών εγχύσεων αναπτύσσεται μερική ανοχή στην υδροχλωρική δοβουταμίνη η οποία γίνεται σημαντική στις 72 ώρες. Η ανταπόκριση της καρδιακής απόδοσης σε σταθερή έγχυση υδροχλωρικής δοβουταμίνης στις 72 ώρες είναι άνω του 70% της ανταποκρίσεως που επιτυγχάνεται στο τέλος των 2 ωρών σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια. Το φαινόμενο αυτό μπορεί να προκαλείται από ελάττωση στη δραστηριότητα ενός αριθμού των β-αδρενεργικών υποδοχέων.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Στους περισσότερους παιδιατρικούς ασθενείς, υπάρχει μία λογαριθμική γραμμική σχέση μεταξύ της συγκέντρωσης της δοβουταμίνης στο πλάσμα και της αιμοδυναμικής ανταπόκρισης η οποία είναι σύμφωνη με το μοντέλο ορίων.
Η κάθαρση της δοβουταμίνης για το δοσολογικό εύρος 0,5 έως 20 μg/kg/λεπτό είναι σύμφωνη με την κινητική πρώτης τάξεως. Η συγκέντρωση της δοβουταμίνης στο πλάσμα μπορεί να ποικίλει και να είναι έως και διπλάσια μεταξύ παιδιατρικών ασθενών για τον ίδιο ρυθμό έγχυσης, ενώ υπάρχει μεγάλη διακύμανση τόσο στη συγκέντρωση της δοβουταμίνης στο πλάσμα που απαιτείται για την πρόκληση αιμοδυναμικής ανταπόκρισης όσο και στο ποσοστό της αιμοδυναμικής ανταπόκρισης καθώς αυξάνονται οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα. Ως εκ τούτου, στην κλινική πρακτική, απαιτείται εξατομικευμένη τιτλοποίηση του ρυθμού έγχυσης της δοβουταμίνης.