Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ C01CA07 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

DOBUTAMINE

Δοβουταμίνη

Τα συμπαθομιμητικά φάρμακα και γενικότερα οι συμπαθομιμητικές ουσίες προκαλούν ενέργειες οι οποίες μοιάζουν με τη διέγερση των νευρικών απολήξεων του συμπαθητικού συστήματος. Από κλινική σκοπιά οι ουσίες αυτές διαχωρίζονται σε αδρενεργικές ουσίες και μη αδρενεργικές. Οι …

Chemical structure of DOBUTAMINE

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Ινότροπη υποστήριξη της καρδιάς σε περιπτώσεις μειωμένης συσπαστικότητας από οργανική καρδιακή νόσο ή χρόνια συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ή έμφραγμα του μυοκαρδίου ή χειρουργική επέμβαση στην καρδιά. Αντενδείξεις: Μηχανική απόφραξη στην πλήρωση ή εξώθηση…
medication
SPC-INOTREX

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
ενδοφλέβια έγχυση
Χορήγηση:
συνεχής
Δόση έναρξης:
2,5 μg/kg/min
Τιτλοποίηση:
Ο ρυθμός έγχυσης και η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να προσαρμόζονται σύμφωνα με την ανταπόκριση του ασθενούς. Στον παιδιατρικό πληθυσμό, απαιτείται εξατομικευμένη τιτλοποίηση.
  • ενήλικες και ηλικιωμένοι ασθενείς
    Δόση2,5 έως 10 μg/kg/min
    Μέγ. δόσηέως 40 μg/kg/min
    Συχνά απαιτούνται δόσεις έως 20 μg/kg/min για επαρκή αιμοδυναμική βελτίωση. Περιστασιακά δόση 0,5 μg/kg/min μπορεί να έχει ανταπόκριση.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (νεογνά έως 18 ετών)
    Δόση5μg/kg/λεπτό (έναρξη), προσαρμοζόμενη σε 2-20 μg/kg/λεπτό
    Ενίοτε, χαμηλή δόση 0,5-1,0 μg/kg/λεπτό μπορεί να οδηγήσει σε ανταπόκριση. Οι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες (ταχυκαρδία) παρατηρούνται σε δόσεις ίσες ή μεγαλύτερες των 7,5 μg/kg/λεπτό.
  • Εντατική θεραπεία νεογνών
    Δόση0,5ml/ώρα (ισοδύναμο με 5 μg/kg/λεπτό)
    Δόση: 30mg/kg σωματικού βάρους σε τελικό όγκο 50ml υγρού έγχυσης.
block
SPC-INOTREX

Αντενδείξεις

expand_more
  • Γνωστή υπερευαισθησία στην υδροχλωρική δοβουταμίνη.
  • Υπερευαισθησία στο μεταδιθειώδες νάτριο ή σε οποιοδήποτε άλλο συστατικό του φαρμάκου.
  • Ιδιοπαθής υπερτροφική αποφρακτική μυοκαρδιοπάθεια / υπερτροφική υπ o αορτική στένωση.
  • Φαιοχρωμοκύττωμα.
warning
SPC-INOTREX

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Κλινικο-εργαστηριακές εξετάσεις
    Έλεγχος επιπέδων καλίου πλάσματος.
  • Παρακολούθηση κατά τη χορήγηση
    Τακτική παρακολούθηση καρδιακής συχνότητας, καρδιακού ρυθμού, αρτηριακής πίεσης και ρυθμού έγχυσης. Ηλεκτροκαρδιογραφικός έλεγχος κατά την έναρξη της θεραπείας.
  • Παρακολούθηση αιμοδυναμικών παραμέτρων
    Παρακολούθηση και καταγραφή της πίεσης «ενσφηνώσεως» των πνευμονικών αγγείων και της καρδιακής παροχής, όπου είναι δυνατόν.
  • Διόρθωση υποογκαιμίας
    Η υποογκαιμία πρέπει να διορθώνεται με κατάλληλα διαλύματα υποκατάστασης όγκου πριν από την έναρξη της θεραπείας.
  • Αύξηση της καρδιακής συχνότητας ή της αρτηριακής πίεσης
    Μείωση της δόσης ή προσωρινή διακοπή της χορήγησης εάν παρουσιαστεί αδικαιολόγητη αύξηση του καρδιακού ρυθμού ή της συστολικής αρτηριακής πίεσης ή επακόλουθη αρρυθμία.
  • Αυξημένη κολποκοιλιακή αγωγιμότητα
    Προσοχή σε ασθενείς με κολπικό πτερυγισμό ή μαρμαρυγή λόγω πιθανής ταχείας κοιλιακής ανταπόκρισης.
  • Κοιλιακές ταχυαρρυθμίες
    Παρακολούθηση για πιθανή πρόκληση ή επιδείνωση έκτοπης κοιλιακής δραστηριότητας.
  • Διαταραχή στην πλήρωση των κοιλιών λόγω απόφραξης στο χώρο εξόδου
    Η ινότροπη αντίδραση μπορεί να είναι ανεπαρκής σε ασθενείς με σημαντικά μειωμένη κοιλιακή ανταπόκριση. Πιθανώς να μην παρατηρηθεί βελτίωση σε περιπτώσεις βαριάς βαλβιδικής αορτικής στένωσης.
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
    Παρακολούθηση για συμπτώματα όπως δερματικό εξάνθημα, πυρετό, ηωσινοφιλία και βρογχοσπασμό.
  • Ευαισθησία στα Σουλφίδια
    Προσοχή σε ευαίσθητα άτομα, ιδίως ασθματικούς, λόγω πιθανών αλλεργικών αντιδράσεων.
  • Απότομες μειώσεις της αρτηριακής πίεσης
    Η μείωση της δόσης ή η διακοπή της έγχυσης συνήθως οδηγεί σε ταχεία επιστροφή της πίεσης, αλλά σπάνια μπορεί να απαιτηθεί παρέμβαση.
  • Χρήση σε Υπόταση
    Χορήγηση με προσοχή σε σοβαρή υπόταση. Διόρθωση υποογκαιμίας πριν τη χορήγηση. Εξέταση ταυτόχρονης χορήγησης αγγειοσυσταλτικού παράγοντα εάν η πίεση μειώνεται προοδευτικά.
  • Χρήση σε ασθενείς με Οξύ Έμφραγμα του Μυοκαρδίου
    Ιδιαίτερη προσοχή λόγω πιθανής επιδείνωσης ισχαιμίας, στηθαγχικού πόνου και ανάσπασης του ST διαστήματος.
  • Ρήξη μυοκαρδίου ως Επιπλοκή του Εμφράγματος του Μυοκαρδίου
    Προσεκτική αξιολόγηση ασθενών με κίνδυνο ρήξης μυοκαρδίου.
  • Δοκιμασία Κοπώσεως με Υδροχλωρική Δοβουταμίνη
    Προσεκτική αξιολόγηση κινδύνων και οφελών για εκτός ενδείξεως χρήση. Άμεση διακοπή σε περίπτωση απειλητικών για τη ζωή επιπλοκών ή μυοκαρδιοπάθειας. Αντενδείκνυται σε συγκεκριμένες καρδιακές καταστάσεις.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    Στενή παρακολούθηση λόγω πιθανώς διαφορετικών αιμοδυναμικών επιδράσεων σε σχέση με τους ενήλικες.
swap_horiz
SPC-INOTREX

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Μεγαλύτερη καρδιακή παροχή και συνήθως, μικρότερη πίεση «ενσφηνώσεως» της πνευμονικής σε σχέση με τη χρησιμοποίηση μόνου οποιουδήποτε από τα φάρμακα.
  • φάρμακα με δράση β-αναστολέων
    Η δοβουταμίνη μπορεί να μην είναι αποτελεσματική. Οι επιδράσεις της δοβουταμίνης μπορεί να εξουδετερωθούν. Οι περιφερικές αγγειακές αντιστάσεις πιθανώς να αυξηθούν. Η ινότροπος επίδραση εμποδίζεται. Οι δύο κατηγορίες φαρμάκων δρουν ανταγωνιστικά.
    ΣύστασηΗ αλληλεπίδραση είναι αναστρέψιμη.
  • μη εκλεκτικός β-αναστολέας (π.χ. προπρανολόλη)
    Αύξηση στην αρτηριακή πίεση (αγγειοσυστολή μέσω α-υποδοχέων) και αντανακλαστική βραχυκαρδία.
  • β-αποκλειστές με δράσεις α-αποκλειστών (π.χ. καρβεδιλόλη)
    Υπόταση λόγω αγγειοδιαστολής που προκαλείται από επικράτηση του αποκλεισμού των β-υποδοχέων.
  • αδρενεργικοί αποκλειστές
    Εμφανής επίδραση των β₂ και β₁ με αποτέλεσμα την ταχυκαρδία και την αγγειοσύσπαση.
sick
SPC-INOTREX

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Καρδιαγγειακές διαταραχές
  • αύξηση της καρδιακής συχνότητας
  • αύξηση της αρτηριακής πίεσης
  • έκτοπη κοιλιακή δραστηριότητα
  • αύξηση της συστολικής πίεσης κατά 10 έως 20 mmHg
  • αύξηση της καρδιακής συχνότητας κατά 5 έως 15 παλμούς/min
  • πρώιμες κοιλιακές συστολές
Αγγειακές διαταραχές
  • απότομη μείωση της αρτηριακής πίεσης (υπόταση)
Αντιδράσεις στη θέση της ενδοφλέβιας έγχυσης
  • φλεβίτιδα
  • τοπικές φλεγμονώδεις αλλοιώσεις
  • δερματικές νεκρώσεις
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • αντιδράσεις υπερευαισθησίας περιλαμβανομένου εξανθήματος
  • αναφυλακτικές αντιδράσεις (οφείλονται στην ευαισθησία στο θειώδες άλας)
Γενικές Διαταραχές
  • ναυτία
  • κεφαλαλγία
  • στηθαγχικό άλγος
  • μη ειδικό θωρακικό άλγος
  • αίσθημα παλμών
  • δύσπνοια
  • μείωση της συγκέντρωσης του καλίου του ορού
Τεστ κοπώσεως με Δοβουταμίνη
  • ρήξη μυοκαρδίου
  • αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια
  • καρδιακή ασυστολία
  • κοιλιακή μαρμαρυγή
  • έμφραγμα του μυοκαρδίου
  • μυοκαρδιοπάθεια λόγω άγχους ή κόπωσης (σύνδρομο Takotsubo)
Παιδιατρικός πληθυσμός
  • αύξηση της συστολικής αρτηριακής πίεσης
  • συστηματική υπόταση ή υπέρταση
  • ταχυκαρδία
  • κεφαλαλγία
  • αύξηση της πνευμονικής πίεσης σφήνας που οδηγεί σε πνευμονική συμφόρηση και οίδημα
  • συμπτωματικές ενοχλήσεις
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • αύξηση της καρδιακής συχνότητας
    Καρδιαγγειακές διαταραχές
    Σε πολλούς ασθενείς
  • αύξηση της αρτηριακής πίεσης
    Καρδιαγγειακές διαταραχές
    Σε πολλούς ασθενείς
  • έκτοπη κοιλιακή δραστηριότητα
    Καρδιαγγειακές διαταραχές
    Σε πολλούς ασθενείς
  • αύξηση της συστολικής πίεσης κατά 10 έως 20 mmHg
    Καρδιαγγειακές διαταραχές
    Σε πολλούς ασθενείς
  • αύξηση της καρδιακής συχνότητας κατά 5 έως 15 παλμούς/min
    Καρδιαγγειακές διαταραχές
    Σε πολλούς ασθενείς
  • πρώιμες κοιλιακές συστολές
    Καρδιαγγειακές διαταραχές
    Περίπου 5%
  • απότομη μείωση της αρτηριακής πίεσης (υπόταση)
    Αγγειακές διαταραχές
    Περιστασιακά
  • φλεβίτιδα
    Αντιδράσεις στη θέση της ενδοφλέβιας έγχυσης
    Περιστασιακά
  • τοπικές φλεγμονώδεις αλλοιώσεις
    Αντιδράσεις στη θέση της ενδοφλέβιας έγχυσης
    Μετά από μη προσεκτικό φλεβοκαθετηριασμό
  • δερματικές νεκρώσεις
    Αντιδράσεις στη θέση της ενδοφλέβιας έγχυσης
    Πολύ σπάνια
  • εξάνθημα
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Έχουν αναφερθεί
  • ναυτία
    Γενικές Διαταραχές
    1% έως 3%
  • κεφαλαλγία
    Γενικές Διαταραχές
    1% έως 3%
  • στηθαγχικό άλγος
    Γενικές Διαταραχές
    1% έως 3%
  • μη ειδικό θωρακικό άλγος
    Γενικές Διαταραχές
    1% έως 3%
  • αίσθημα παλμών
    Γενικές Διαταραχές
    1% έως 3%
  • δύσπνοια
    Γενικές Διαταραχές
    1% έως 3%
  • μείωση της συγκέντρωσης του καλίου του ορού
    Γενικές Διαταραχές
    Σπάνια
  • ρήξη μυοκαρδίου
    Τεστ κοπώσεως με Δοβουταμίνη
    Πολύ σπάνια
  • αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια
    Τεστ κοπώσεως με Δοβουταμίνη
    Πολύ σπάνια
  • καρδιακή ασυστολία
    Τεστ κοπώσεως με Δοβουταμίνη
    Πολύ σπάνια
  • κοιλιακή μαρμαρυγή
    Τεστ κοπώσεως με Δοβουταμίνη
    Σπάνια
  • έμφραγμα του μυοκαρδίου
    Τεστ κοπώσεως με Δοβουταμίνη
    Σπάνια
  • μυοκαρδιοπάθεια λόγω άγχους ή κόπωσης (σύνδρομο Takotsubo)
    Τεστ κοπώσεως με Δοβουταμίνη
    Σπάνια
  • αύξηση της συστολικής αρτηριακής πίεσης
    Παιδιατρικός πληθυσμός
    Στον παιδιατρικό πληθυσμό
  • συστηματική υπόταση
    Παιδιατρικός πληθυσμός
    Στον παιδιατρικό πληθυσμό
  • υπέρταση
    Παιδιατρικός πληθυσμός
    Στον παιδιατρικό πληθυσμό
  • ταχυκαρδία
    Παιδιατρικός πληθυσμός
    Στον παιδιατρικό πληθυσμό
  • αύξηση της πνευμονικής πίεσης σφήνας που οδηγεί σε πνευμονική συμφόρηση και οίδημα
    Παιδιατρικός πληθυσμός
    Στον παιδιατρικό πληθυσμό
  • συμπτωματικές ενοχλήσεις
    Παιδιατρικός πληθυσμός
    Στον παιδιατρικό πληθυσμό
pregnant_woman
SPC-INOTREX

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Κύηση
    Με προσοχή
    Η υδροχλωρική δοβουταμίνη δεν πρέπει να χορηγείται κατά την εγκυμοσύνη παρά μόνο όταν είναι απολύτως απαραίτητο, δηλαδή αν τα πιθανά οφέλη από τη χρήση της εξουδετερώνουν τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυο.
  • Γαλουχία
    Με προσοχή
    Δεν είναι γνωστό εάν το φάρμακο απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Επομένως απαιτείται προσοχή όταν η δοβουταμίνη χορηγείται σε θηλάζουσες μητέρες. Εάν μια μητέρα χρειάζεται θεραπεία με δοβουταμίνη, θα πρέπει να διακόπτεται ο θηλασμός κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
  • Γονιμότητα
    Άγνωστο
    Δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποδεικνύουν ότι το Inotrex σχετίζεται με επίδραση στη γονιμότητα.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Η δοβουταμίνη διεγείρει άμεσα τους βήτα-1 υποδοχείς της καρδιάς για να αυξήσει τη μυοκαρδιακή συσταλτικότητα και τον όγκο παλμού, οδηγώντας σε αυξημένη καρδιακή παροχή.
monitor_heart
SPC-INOTREX

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αδρενεργικοί και ντοπαμινεργικοί παράγοντες, κωδικός ATC: C01CA07. Η υδροχλωρική δοβουταμίνη είναι συνθετική κατεχολαμίνη. Είναι ένας ινότροπος παράγοντας άμεσης δράσης, του οποίου η κύρια δράση προκύπτει ως αποτέλεσμα της…
biotech
SPC-INOTREX

Φαρμακοκινητική

expand_more
Η έναρξη δράσεως του διαλύματος Inotrex λαμβάνει χώρα, εντός 1 έως 2 λεπτών, αλλά είναι πιθανόν να απαιτηθούν μέχρι και 10 λεπτά για την επίτευξη σταθερών συγκεντρώσεων στο πλάσμα και της μέγιστης δράσεως του φαρμάκου, επί του συγκεκριμένου ρυθμού εγχύσεως….
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Νεφρά

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-INOTREX
expand_more

Λόγω της βραχείας περιόδου ημιζωής του, το Inotrex πρέπει να χορηγείται με συνεχή ενδοφλέβια έγχυση. Μετά την αραίωση του, το Inotrex πρέπει να χορηγείται μέσω μίας ενδοφλέβιας βελόνας ή ενός καθετήρα χρησιμοποιώντας ένα θάλαμο για στάγδην ενδοφλέβια έγχυση ή κάποια άλλη συσκευή μέτρησης ώστε να ελέγχεται η ταχύτητα ροής. Μετά την έναρξη της έγχυσης με σταθερή ταχύτητα ή μετά από μεταβολή της ταχύτητας έγχυσης, η κατάσταση σταθερής συγκέντρωσης στο πλάσμα επιτυγχάνεται εντός 10 περίπου λεπτών. Συνεπώς, δεν συνιστάται η χορήγηση υψηλών δόσεων ή η εφάπαξ (bolus) χορήγηση.

Συνιστώμενη δοσολογία για ενήλικες και ηλικιωμένους ασθενείς: Ο ρυθμός έγχυσης για την αύξηση της καρδιακής απόδοσης κυμαίνεται στους περισσότερους ασθενείς από 2,5 έως 10 μg/kg/min. Συχνά για επαρκή αιμοδυναμική βελτίωση απαιτούνται δόσεις έως 20 μg/kg/min. Σπάνιες περιπτώσεις έχουν αναφερθεί όπου απαιτείται έγχυση έως 40 μg/kg/min για την επίτευξη του θεραπευτικού αποτελέσματος. Περιστασιακά μία δόση στα 0,5 μg/kg/min θα έχει ανταπόκριση.

Ο ρυθμός έγχυσης και η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να προσαρμόζονται σύμφωνα με την ανταπόκριση του ασθενούς όπως αυτή εκτιμάται από την καρδιακή συχνότητα, την παρουσία έκτοπης δραστηριότητας, την αρτηριακή πίεση, την αποβολή των ούρων και όσες φορές είναι δυνατόν, με μέτρηση της κεντρικής φλεβικής πιέσεως ή της πιέσεως «ενσφηνώσεως» της πνευμονικής και της καρδιακής παροχής.

Συχνά είναι προτιμότερη η βαθμιαία ελάττωση της δοσολογίας έναντι της απότομης διακοπής της θεραπείας.

Ο τελικός χορηγούμενος όγκος πρέπει να υπολογίζεται με βάση τις ανάγκες του ασθενούς σε υγρά. Σε ασθενείς με περιορισμένη πρόσληψη υγρών έχουν χορηγηθεί συγκεντρώσεις δοβουταμίνης μέχρι και 5.000 μg/ml. Υψηλές συγκεντρώσεις δοβουταμίνης πρέπει να χορηγούνται μόνο με αντλία έγχυσης ώστε να εξασφαλιστεί ακριβής δοσολογία.

Αποφεύγετε την προσθήκη του διαλύματος Inotrex σε διάλυμα ενέσιμου διττανθρακικού νατρίου 5% ή άλλου ισχυρώς αλκαλικού διαλύματος: Το διάλυμα Inotrex δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες ή διαλύτες, οι οποίοι περιέχουν διθειώδες νάτριο και αιθανόλη.

Πριν από τη χορήγηση του, το διάλυμα Inotrex πρέπει να αραιωθεί εντός του περιέκτη του διαλύματος για ενδοφλέβια έγχυση, προς το σχηματισμό διαλύματος όγκου 50 ml με τη χρησιμοποίηση ως διαλύτη, ενός από τα κάτωθι διαλύματα για ενδοφλέβια χρήση:

  • διάλυμα δεξτρόζης 5% για ενδοφλέβια έγχυση
  • διάλυμα δεξτρόζης 5% και 0,9% χλωριούχου νατρίου για ενδοφλέβια έγχυση
  • διάλυμα δεξτρόζης 5% και 0,45% χλωριούχου νατρίου για ενδοφλέβια έγχυση
  • διάλυμα δεξτρόζης 10% για ενδοφλέβια έγχυση
  • διάλυμα δεξτρόζης 5% και Ringer’s lactate για ενδοφλέβια έγχυση
  • χλωριούχο νάτριο για ενδοφλέβια έγχυση
  • γαλακτικό νάτριο για ενδοφλέβια έγχυση, για παράδειγμα: Διάλυση του φαρμάκου σε 250 ml ορού παρέχει διάλυμα 1.000 μgr /ml Διάλυση του φαρμάκου σε 500 ml ορού παρέχει διάλυμα 500 μgr /ml

Τα ενδοφλέβια διαλύματα πρέπει να χρησιμοποιούνται εντός 24 ωρών. Τα διαλύματα της υδροχλωρικής δοβουταμίνης πιθανώς να εμφανίσουν απαλό ρόδινο χρώμα το οποίο, αν υπάρχει, μπορεί να επιταθεί με την πάροδο του χρόνου. Η μεταβολή του χρώματος του διαλύματος οφείλεται σε ασθενή οξείδωση του φαρμάκου, χωρίς όμως αυτό να προκαλεί σημαντική απώλεια της δραστικότητας του φαρμάκου στη διάρκεια της ως ανωτέρω περιγραφείσας ανασύστασης του διαλύματος Inotrex.

Οι ρυθμοί έγχυσης που απαιτούνται για την παροχή των απαιτούμενων δοσολογιών είναι συνάρτηση της συγκέντρωσης της υδροχλωρικής δοβουταμίνης στο προς έγχυση διάλυμα. Ο πίνακας που ακολουθεί παρέχει οδηγίες για τους ρυθμούς έγχυσης (ml/kg/min), που απαιτούνται για τις τρεις συχνότερα χρησιμοποιούμενες συγκεντρώσεις υδροχλωρικής δοβουταμίνης των 250, 500 και 1.000μg/ml, ώστε να επιτευχθούν οι συνιστώμενες δοσολογίες του φαρμάκου (μg/kg/min).

Πίνακας ρυθμών έγχυσης

Ρυθμός χορήγησης φαρμάκου (μg/kg/min) 250 μg/ml* (ml/kg/min) 500 μg/ml+ (ml/kg/min) 1.000μg/ml++ (ml/kg/min)
2,5 0,01 0,005 0,0025
5 0,02 0,01 0,005
7,5 0,03 0,015 0,0075
10 0,04 0,02 0,01
12,5 0,05 0,025 0,0125
15 0,06 0,03 0,015
  • 250 μg/ml διαλύτη
  • 500 μg/ml ή 250 mg/500 ml διαλύτη ++ 1.000 μg/ml ή 250 mg/250 ml διαλύτη

Παιδιατρικός πληθυσμός Για όλες τις παιδιατρικές ηλικιακές ομάδες (νεογνά έως 18 ετών) συστήνεται δόση έναρξης 5μg/kg/λεπτό, προσαρμοζόμενη στην κλινική ανταπόκριση σε 2-20 μg/kg/λεπτό. Ενίοτε, μία χαμηλή δόση 0,5-1,0 μg/kg/λεπτό μπορεί να οδηγήσει σε ανταπόκριση.

Υπάρχει η άποψη ότι η μικρότερη αποτελεσματική δόση στα παιδιά είναι υψηλότερη από αυτή των ενηλίκων. Συστήνεται προσοχή κατά την εφαρμογή υψηλών δόσεων καθότι είναι βάσιμη και η άποψη ότι η μέγιστη ανεκτή δόση στα παιδιά είναι μικρότερη από αυτή των ενηλίκων. Οι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες (συγκεκριμένα η ταχυκαρδία) παρατηρούνται σε δόσεις ίσες ή μεγαλύτερες των 7,5 μg/kg/λεπτό. Ωστόσο, το μόνο που απαιτείται για την ταχεία αναστροφή των ανεπιθύμητων ενεργειών είναι η ελάττωση του ρυθμού έγχυσης ή ο τερματισμός της έγχυσης της δοβουταμίνης.

Έχει παρατηρηθεί μεγάλη διακύμανση στον παιδιατρικό πληθυσμό σχετικά με τη συγκέντρωση στο πλάσμα που απαιτείται για την έναρξη αιμοδυναμικής απάντησης (κατώτατο όριο - threshold) και το βαθμό αιμοδυναμικής απάντησης με την αύξηση των συγκεντρώσεων πλάσματος. Αυτό καταδεικνύει ότι η απαιτούμενη δόση για παιδιά δεν μπορεί να προσδιοριστεί εκ των προτέρων και θα πρέπει να τιτλοποιείται ώστε να επιτρέπεται το μικρότερο «θεραπευτικό εύρος» στα παιδιά.

Μέθοδος χορήγησης Για συνεχή ενδοφλέβια έγχυση με τη χρήση αντλίας έγχυσης, διαλύστε έως συγκέντρωση 0,5 έως 1 mg/ml (μέγιστη συγκέντρωση 5mg/ml εάν υπάρχει περιορισμός υγρών), με Γλυκόζη 5% ή Χλωριούχο νάτριο 0,9%. Τα διαλύματα των υψηλότερων συγκεντρώσεων θα πρέπει να χορηγούνται μόνο μέσω κεντρικού φλεβοκαθετήρα. Η ενδοφλέβια έγχυση δοβουταμίνης δεν είναι συμβατή με διττανθρακικό και άλλα ισχυρά αλκαλικά διαλύματα.

Εντατική θεραπεία νεογνών: Διαλύστε 30mg/kg σωματικού βάρους σε τελικό όγκο 50ml υγρού έγχυσης. Ο ρυθμός ενδοφλέβιας έγχυσης 0,5ml/ώρα παρέχει δόση ίση με 5 μg/kg/λεπτό.

block

Αντενδείξεις

SPC-INOTREX
expand_more

Η χορήγηση του Inotrex αντενδείκνυται σε ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία στην υδροχλωρική δοβουταμίνη.

Επίσης αντενδείκνυται σε ασθενείς με υπερευαισθησία στο μεταδιθειώδες νάτριο ή σε οποιοδήποτε άλλο συστατικό του φαρμάκου.

H χορήγηση του Inotrex αντενδείκνυται σε ασθενείς με ιδιοπαθή υπερτροφική αποφρακτική μυοκαρδιοπάθεια / υπερτροφική υπ o αορτική στένωση.

H χορήγηση του Inotrex αντενδείκνυται σε ασθενείς με φαιοχρωμοκύτωμα.

warning

Προειδοποιήσεις

SPC-INOTREX
expand_more

Κλινικο-εργαστηριακές εξετάσεις: Η υδροχλωρική δοβουταμίνη, όπως και άλλοι β2-αγωνιστές, μπορεί να προκαλέσει μικρή ελάττωση των συγκεντρώσεων του καλίου στον ορό, οδηγώντας σπάνια σε υποκαλιαιμία. Κατά συνέπεια πρέπει να ελέγχονται περιοδικά τα επίπεδα καλίου του πλάσματος.

Κατά τη χορήγηση του διαλύματος Inotrex, όπως συμβαίνει και με τη χορήγηση όλων των παρεντερικών κατεχολαμινών, συνιστάται η τακτική παρακολούθηση του ασθενούς, της καρδιακής συχνότητας και του καρδιακού ρυθμού, της αρτηριακής πίεσης και του ρυθμού έγχυσης. Στην έναρξη της θεραπείας συνιστάται ηλεκτροκαρδιογραφικός έλεγχος ώσπου να επιτευχθεί σταθερή αντίδραση.

Επιπροσθέτως, η πίεση «ενσφηνώσεως» των πνευμονικών αγγείων και η καρδιακή παροχή θα πρέπει να παρακολουθούνται και να καταγράφονται όπου αυτό είναι δυνατόν, προκειμένου η ενδοφλέβια έγχυση του διαλύματος Inotrex να είναι κατά το δυνατόν ασφαλέστερη και αποτελεσματικότερη.

Η υποογκαιμία πρέπει να διορθώνεται με τα κατάλληλα διαλύματα υποκατάστασης όγκου πριν από την έναρξη της θεραπείας με διάλυμα Inotrex.

Αύξηση της καρδιακής συχνότητας ή της αρτηριακής πίεσης

Η υδροχλωρική δοβουταμίνη μπορεί να προκαλέσει αύξηση της καρδιακής συχνότητας ή της αρτηριακής πίεσης, ιδιαίτερα της συστολικής. Στις κλινικές μελέτες αναφέρθηκε σε ποσοστό περίπου 10% των ασθενών, αύξηση της καρδιακής συχνότητας κατά 30 παλμούς/ min ή και περισσότερους και σε ποσοστό περίπου 7,5% αύξηση της συστολικής πίεσης κατά 50 mmHg ή και μεγαλύτερη. Τα φαινόμενα αυτά εξαφανίστηκαν με την ελάττωση της δοσολογίας. Ασθενείς με ιστορικό υπέρτασης είναι πιθανότερο να παρουσιάσουν μεγαλύτερη αύξηση της αρτηριακής τους πιέσεως.

Εάν παρουσιαστεί μια αδικαιολόγητη αύξηση του καρδιακού ρυθμού ή της συστολικής αρτηριακής πίεσης ή επακόλουθη αρρυθμία, η δόση της υδροχλωρικής δοβουταμίνης θα πρέπει να μειωθεί ή πρέπει να διακοπεί προσωρινά η χορήγηση της.

Αυξημένη κολποκοιλιακή αγωγιμότητα

Επειδή η υδροχλωρική δοβουταμίνη διευκολύνει την κολποκοιλιακή αγωγιμότητα οι ασθενείς με κολπικό πτερυγισμό ή μαρμαρυγή μπορεί να εμφανίσουν ταχεία κοιλιακή ανταπόκριση.

Κοιλιακές ταχυαρρυθμίες

Η υδροχλωρική δοβουταμίνη μπορεί να προκαλέσει ή να επιδεινώσει έκτοπη κοιλιακή δραστηριμότητα. Σπάνια έχει προκληθεί κοιλιακή ταχυκαρδία ή μαρμαρυγή.

Διαταραχή στην πλήρωση των κοιλιών λόγω απόφραξης στο χώρο εξόδου

Οι ινότροπες ουσίες, περιλαμβανομένης και της υδροχλωρικής δοβουταμίνης, δεν βελτιώνουν την αιμοδυναμική στην πλειοψηφία των ασθενών που παρουσιάζουν μηχανική απόφραξη που εμποδίζει είτε την πλήρωση είτε την κένωση των κοιλιών ή και τα δύο. Η ινότροπος αντίδραση μπορεί να είναι ανεπαρκής σε ασθενείς με σημαντικά μειωμένη κοιλιακή ανταπόκριση. Τέτοιες καταστάσεις παρουσιάζονται επί καρδιακού επιπωματισμού, στενώσεως της αορτικής βαλβίδας, υπερτροφικής αποφρακτικής μυοκαρδιοπάθειας και ιδιοπαθούς υπερτροφικής υποαορτικής στένωσης. Μπορεί να παρατηρηθούν ευεργετικές ινότροπες επιδράσεις σε ορισμένους ασθενείς με διατεταμένο μυοκάρδιο ή που βρίσκονται υπό την υπερβολική επίδραση ανταγωνιστών των β-αδρενεργικών υποδοχέων.

Πιθανώς να μην παρατηρηθεί βελτίωση, επί παρουσίας εκσεσημασμένης μηχανικής παρακώλυσης της καρδιακής εξώθησης, όπως επί περιπτώσεων βαριάς βαλβιδικής αορτικής στένωσης.

Αντιδράσεις υπερευαισθησίας

Περιστασιακά έχουν αναφερθεί αντιδράσεις υπερευαισθησίας που σχετίζονται με τη χορήγηση της υδροχλωρικής δοβουταμίνης, που περιλαμβάνουν δερματικό εξάνθημα, πυρετό, ηωσινοφιλία και βρογχοσπασμό.

Ευαισθησία στα Σουλφίδια

Το Inotrex περιέχει διθειώδες νάτριο. Τα σουλφίδια μπορεί να προκαλέσουν αντιδράσεις αλλεργικού τύπου, περιλαμβανομένων των αναφυλακτικών συμπτωμάτων καθώς και απειλητικές για τη ζωή του ασθενούς ή ασθενέστερης εντάσεως ασθματικές κρίσεις σε συγκεκριμένα ευαίσθητα άτομα. Η συνολική επίπτωση της ευαισθησίας στο συγκεκριμένο δισουλφίδιο, στο γενικό πληθυσμό είναι άγνωστη και πιθανώς μικρή. Η ευαισθησία στο διθειώδες νάτριο παρατηρείται πιο συχνά μεταξύ των ασθματικών ατόμων σε σχέση με τους μη- ασθματικούς.

Κατά τη διάρκεια χορήγησης της υδροχλωρικής δοβουταμίνης, όπως συμβαίνει και με τη χορήγηση όλων των παρεντερικών κατεχολαμινών, συνιστάται η τακτική παρακολούθηση της καρδιακής συχνότητας και του καρδιακού ρυθμού, της αρτηριακής πίεσης και του ρυθμού έγχυσης. Κατά την έναρξη της θεραπείας, συνιστάται ηλεκτροκαρδιογραφική παρακολούθηση μέχρι να επιτευχθεί σταθερή αντίδραση.

Απότομες μειώσεις της αρτηριακής πίεσης έχουν περιγραφεί κατά καιρούς σε σχέση με τη θεραπεία με υδροχλωρική δοβουταμίνη. Η μείωση της δόσης ή η διακοπή της έγχυσης συνήθως οδηγεί σε ταχεία επιστροφή της πιέσεως του αίματος στα αρχικά επίπεδα αλλά σπάνια μπορεί να απαιτηθεί παρέμβαση και η αναστρεψιμότητα μπορεί να μην είναι άμεση.

Χρήση σε Υπόταση

Σε γενικές γραμμές όταν η μέση αρτηριακή πίεση είναι μικρότερη από 70 mmHg, απουσία αυξημένης πίεσης πλήρωσης των κοιλιών, είναι πιθανή η ύπαρξη υποογκαιμίας, η οποία χρήζει αντιμετώπισης με κατάλληλη αγωγή με διαλύματα αύξησης του ενδαγγειακού όγκου προτού χορηγηθεί η δοβουταμίνη. Η υδροχλωρική δοβουταμίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε περίπτωση σοβαρής υπότασης οφειλόμενης σε καρδιογενή καταπληξία (μέση αρτηριακή πίεση μικρότερη από 70 mmHg).

Η υποογκαιμία θα πρέπει να διορθωθεί όταν κρίνεται αναγκαίο με ολικό αίμα ή με πλάσμα πριν τη χορήγηση της δοβουταμίνης. Εάν η αρτηριακή πίεση παραμένει σε χαμηλά επίπεδα ή μειώνεται προοδευτικά κατά τη χορήγηση του Inotrex παρά την επαρκή πίεση πλήρωσης των κοιλιών και την καρδιακή παροχή θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η ταυτόχρονη χορήγηση ενός περιφερικού αγγειοσυσταλτικού παράγοντα, όπως η ντοπαμίνη ή η νοραδρεναλίνη.

Χρήση σε ασθενείς με Οξύ Έμφραγμα του Μυοκαρδίου

Η κλινική εμπειρία από τη χορήγηση διαλύματος Inotrex μετά από οξύ έμφραγμα είναι ανεπαρκής. Εντούτοις, πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου καθώς οποιαδήποτε σημαντική αύξηση του καρδιακού ρυθμού ή η υπερβολική αύξηση της αρτηριακής πίεσης που τυχόν συμβεί μπορεί να επιτείνει την ισχαιμία και να προκαλέσει στηθαγχικό πόνο και ανάσπαση του ST διαστήματος. Ωστόσο, δεν είναι τεκμηριωμένο αν η δοβουταμίνη μπορεί να δράσει μ’ αυτόν τον τρόπο.

Ρήξη μυοκαρδίου ως Επιπλοκή του Εμφράγματος του Μυοκαρδίου

Η ρήξη μυοκαρδίου είναι μια πιθανή επιπλοκή του εμφράγματος του μυοκαρδίου. Ο κίνδυνος της ρήξης του μυοκαρδίου (διαφράγματος ή τοιχώματος) μπορεί να επηρεαστεί από διάφορους παράγοντες περιλαμβανομένου του σημείου του εμφράγματος και του χρόνου από την εκδήλωσή του. Έχουν υπάρξει, πολύ σπάνια, αναφορές για θανατηφόρα οξεία ρήξη μυοκαρδίου κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας κοπώσεως με δοβουταμίνη. Τα γεγονότα αυτά έχουν συμβεί κατά τη διάρκεια εξέτασης προ του εξιτηρίου σε ασθενείς που νοσηλεύονται με πρόσφατο (εντός 4-12 ημερών) έμφραγμα του μυοκαρδίου. Στις περιπτώσεις που αναφέρθηκε ρήξη μυοκαρδίου, το ηχοκαρδιογράφημα έδειξε δυσκινητικό και λεπτυσμένο κατώτερο τοίχωμα. Επομένως, οι ασθενείς που θεωρούνται ότι διατρέχουν κίνδυνο ρήξης μυοκαρδίου κατά τη διάρκεια της χορήγησης της δοβουταμίνης, πρέπει να αξιολογηθούν προσεκτικά.

Δοκιμασία Κοπώσεως με Υδροχλωρική Δοβουταμίνη

Η χρήση της υδροχλωρικής δοβουταμίνης για τον προσδιορισμό της βιωσιμότητας του μυοκαρδίου ή για την αναγνώριση της ισχαιμίας του μυοκαρδίου δεν είναι εγκεκριμένη ένδειξη. Εάν ο γιατρός σας αποφασίσει να χορηγήσει δοβουταμίνη για αυτό το σκοπό, θα πρέπει να αξιολογήσει προσεκτικά τους κινδύνους και τα οφέλη από την εκτός ενδείξεως χρήση του φαρμάκου. Οι ακόλουθες, απειλητικές για τη ζωή, επιπλοκές έχουν συσχετιστεί με τη χρήση της δοβουταμίνης για τη δοκιμασία κοπώσεως: θανατηφόρα και μη θανατηφόρα ρήξη μυοκαρδίου, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, καρδιακή ασυστολία, επιμένουσα κοιλιακή αρρυθμία, κοιλιακή μαρμαρυγή. Επίσης έχει παρατηρηθεί μυοκαρδιοπάθεια λόγω άγχους ή κόπωσης / Σύνδρομο Takotsubo.

Οι ασθενείς με ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου και /ή διαταραχή της λειτουργίας της αριστεράς κοιλίας διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο για απειλητικές για τη ζωή επιπλοκές.

Σε περίπτωση απειλητικών για τη ζωή επιπλοκών ή μυοκαρδιοπάθειας λόγω άγχους ή κόπωσης / σύνδρομο Takotsubo, θα πρέπει να διακοπεί αμέσως η χορήγηση της δοβουταμίνης.

Από τη διεθνή βιβλιογραφία επισημαίνεται ότι η χρήση της δοβουταμίνης ως εναλλακτική λύση της άσκησης για τη δοκιμασία κοπώσεως δεν συνιστάται σε ασθενείς με ασταθή στηθάγχη, κολποκοιλιακό αποκλεισμό, βαλβιδοπάθεια, απόφραξη αορτικής βαλβίδας ή οποιαδήποτε καρδιακή κατάσταση που θα μπορούσε να κριθεί ακατάλληλη για τη δοκιμασία κοπώσεως.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η δοβουταμίνη έχει χορηγηθεί σε παιδιά με καταστάσεις υποαιμάτωσης χαμηλής καρδιακής παροχής, λόγω μη αντιρροπούμενης καρδιακής ανεπάρκειας, καρδιολογικών επεμβάσεων και καρδιογενούς και σηπτικής καταπληξίας. Μερικές από τις αιμοδυναμικές επιδράσεις της υδροχλωρικής δοβουταμίνης ενδέχεται να είναι ποιοτικά και ποσοτικά διαφορετικές στα παιδιά από ότι στους ενήλικες. Αυξήσεις στον καρδιακό ρυθμό και την αρτηριακή πίεση φαίνεται να είναι πιο συχνές και έντονες στα παιδιά. Η πίεση ενσφήνωσης πνευμονικής αρτηρίας ενδέχεται να μην μειωθεί στα παιδιά, όπως συμβαίνει στους ενήλικες, ή ενδέχεται να αυξηθεί, ειδικότερα σε βρέφη μικρότερα του ενός έτους. Το καρδιαγγειακό σύστημα των νεογνών έχει αναφερθεί ότι είναι λιγότερο ευαίσθητο στη δοβουταμίνη και η υποτασική επίδραση φαίνεται να παρατηρείται πιο συχνά στους ενήλικες ασθενείς από ότι σε μικρά παιδιά.

Ως εκ τούτου, η χρήση της δοβουταμίνης στα παιδιά θα πρέπει να παρακολουθείται στενά, λαμβάνοντας υπόψη αυτά τα φαρμακοδυναμικά χαρακτηριστικά.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-INOTREX
expand_more

Δεν υπήρξαν σαφείς ενδείξεις αλληλεπιδράσεως φαρμάκων σε κλινικές μελέτες στις οποίες χορηγήθηκε διάλυμα Inotrex συγχρόνως με άλλα φάρμακα, συμπεριλαμβανομένων σκευασμάτων δακτυλίτιδας, φουροσεμίδης, σπιρολακτόνης, λιδοκαϊνής, νιτρογλυκερίνης, δινιτρικού ισοσορβίτη, μορφίνης, ατροπίνης, ηπαρίνης, πρωταμίνης, χλωριούχου καλίου, φολικού οξέος και ακεταμινοφαίνης.

Προκαταρκτικές μελέτες δείχνουν ότι η ταυτόχρονη χορήγηση δοβουταμίνης και νιτροπρωσσικού νατρίου απολήγει σε μεγαλύτερη καρδιακή παροχή και συνήθως, μικρότερη πίεση «ενσφηνώσεως» της πνευμονικής σε σχέση με τη χρησιμοποίηση μόνου, οποιουδήποτε από τα ανωτέρω φάρμακα.

Μελέτες σε πειραματόζωα δείχνουν ότι η δοβουταμίνη μπορεί να μην είναι αποτελεσματική, αν ο ασθενής έχει λάβει προσφάτως φάρμακα με δράση β- αναστολέων. Οι επιδράσεις της δοβουταμίνης μπορεί να εξουδετερωθούν από τους β-αδρενεργικούς ανταγωνιστές. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι περιφερικές αγγειακές αντιστάσεις πιθανώς να αυξηθούν. Επειδή η αλληλεπίδραση μεταξύ της δοβουταμίνης και των ανταγωνιστών των β-υποδοχέων είναι αναστρέψιμη, οι δύο αυτές κατηγορίες φαρμάκων δρουν ανταγωνιστικά μεταξύ τους.

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με β-ανταγωνιστές, η δοβουταμίνη σε χαμηλές δόσεις θα εκδηλώσει ποικίλο βαθμό α-αδρενεργικής δραστηριότητας, όπως αγγειοσύσπαση. Περιστασιακά έχει αναφερθεί ελάχιστη αγγειοσύσπαση, κυρίως σε ασθενείς που έλαβαν φάρμακα με δράση β-αποκλειστών. Η ινότροπος επίδραση της δοβουταμίνης προέρχεται από τη διέγερση των β₁-υποδοχέων της καρδιάς και εμποδίζεται από τα φάρμακα με δράση β-αποκλειστών. Παρόλα αυτά, η δοβουταμίνη έχει αποδειχθεί ότι εξουδετερώνει τη δράση β-αποκλειστών.

Συγχορήγηση ενός μη εκλεκτικού β-αναστολέα όπως η προπρανολόλη μπορεί να προκαλέσει αύξηση στην αρτηριακή πίεση, λόγω αγγειοσυστολής μέσω α-υποδοχέων και αντανακλαστική βραχυκαρδία. Οι β-αποκλειστές οι οποίοι έχουν επίσης δράσεις α-αποκλειστών, όπως η καρβεδιλόλη μπορεί να προκαλέσουν υπόταση κατά τη συγχορήγηση με δοβουταμίνη λόγω αγγειοδιαστολής που προκαλείται από επικράτηση του αποκλεισμού των β-υποδοχέων.

Αντιθέτως, οι αδρενεργικοί αποκλειστές μπορεί να κάνουν εμφανή την επίδραση των β₂ και β₁ με αποτέλεσμα την ταχυκαρδία και την αγγειοσύσπαση.

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-INOTREX
expand_more

Οι δοσοεξαρτώμενες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι σπάνιες όταν η συγκέντρωση της δοβουταμίνης χορηγείται σε δόση μικρότερη των 10μg/kg/min. Περιστασιακά έχουν χρησιμοποιηθεί δόσεις μέχρι και 40 μg/kg/min χωρίς σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες.

Καρδιαγγειακές διαταραχές Η δοβουταμίνη προκαλεί αύξηση της καρδιακής συχνότητας, της αρτηριακής πίεσης και της έκτοπης κοιλιακής δραστηριότητας. Σε πολλούς ασθενείς υπό αγωγή με υδροχλωρική δοβουταμίνη έχει παρατηρηθεί αύξηση της συστολικής πίεσης κατά 10 έως 20 mmHg και της καρδιακής συχνότητας κατά 5 έως 15 παλμούς/min (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις). Σε ποσοστό περίπου 5% των ασθενών αναφέρθηκε αύξηση των πρώιμων κοιλιακών συστολών κατά τη διάρκεια της έγχυσης. Οι επιδράσεις αυτές είναι συνήθως δοσοεξαρτώμενες.

Αγγειακές διαταραχές Υπόταση Περιστασιακά, έχει περιγραφεί απότομη μείωση της αρτηριακής πίεσης κατά τη χορήγηση της δοβουταμίνης. Η ελάττωση της δόσης ή διακοπή της έγχυσης προκαλεί χαρακτηριστική ταχεία επάνοδο της αρτηριακής πίεσης στις τιμές προ αγωγής. Σε σπάνιες περιπτώσεις, μπορεί η αναστροφή της υπότασης να μην είναι άμεση και πιθανώς να απαιτηθεί φαρμακευτική παρέμβαση.

Αντιδράσεις στη θέση της ενδοφλέβιας έγχυσης Περιστασιακά έχει αναφερθεί φλεβίτιδα. Τοπικές φλεγμονώδεις αλλοιώσεις έχουν περιγραφεί μετά από μη προσεκτικό φλεβοκαθετηριασμό (ακούσια διάχυση του φαρμάκου εκτός φλέβας - μη προσεκτική διήθηση). Πολύ σπάνια έχουν αναφερθεί περιπτώσεις δερματικών νεκρώσεων.

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Έχουν αναφερθεί αντιδράσεις υπερευαισθησίας περιλαμβανομένου εξανθήματος. Οι αναφυλακτικές αντιδράσεις μπορεί να οφείλονται στην ευαισθησία στο θειώδες άλας.

Γενικές Διαταραχές Σπάνια έχουν αναφερθεί οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες (σε ποσοστό 1% έως 3% των ασθενών): ναυτία, κεφαλαλγία, στηθαγχικό άλγος, μη ειδικό θωρακικό άλγος, αίσθημα παλμών και δύσπνοια. Η χορήγηση του Inotrex, όπως και άλλων κατεχολαμινών μπορεί να προκαλέσει μείωση της συγκέντρωσης του καλίου του ορού (βλέπε Εργαστηριακές εξετάσεις).

Ασφάλεια Μακροχρόνιας Χορήγησης Σε εγχύσεις διάρκειας έως και 72 ωρών δεν έχουν αναφερθεί άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες από αυτές των εγχύσεων μικρότερης διάρκειας.

Τεστ κοπώσεως με Δοβουταμίνη Επιπλοκές απειλητικές για τη ζωή: Πολύ σπάνια έχουν αναφερθεί θανατηφόρα και μη θανατηφόρα περιστατικά ρήξης μυοκαρδίου, αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια και επεισόδια καρδιακής ασυστολίας. Σπάνια έχουν αναφερθεί περιστατικά κοιλιακής μαρμαρυγής και εμφράγματος του μυοκαρδίου.

Δεν υπάρχουν συχνές αναφορές παρατεταμένης κοιλιακής αρρυθμίας.

Σπάνια έχουν υπάρξει αναφορές μυοκαρδιοπάθειας λόγω άγχους ή κόπωσης (σύνδρομο Takotsubo).

Παιδιατρικός πληθυσμός Οι ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν αύξηση της συστολικής αρτηριακής πίεσης, συστηματική υπόταση ή υπέρταση, ταχυκαρδία, κεφαλαλγία και αύξηση της πνευμονικής πίεσης σφήνας που οδηγεί σε πνευμονική συμφόρηση και οίδημα και συμπτωματικές ενοχλήσεις.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-INOTREX
expand_more
Οι μελέτες αναπαραγωγής που διεξήχθησαν σε ζώα έδειξαν ότι δεν υπήρξαν ενδείξεις ελάττωσης της γονιμότητας, βλάβης του εμβρύου ή τερατογόνου δράσης, που να οφείλονται στη δοβουταμίνη. Ωστόσο δεν υπάρχουν επαρκείς και καλώς ελεγχόμενες μελέτες σε έγκυες γυναίκες. Επειδή οι μελέτες αναπαραγωγής σε ζώα δεν είναι πάντοτε ενδεικτικές της αντίδρασης του ανθρώπινου οργανισμού, η υδροχλωρική δοβουταμίνη δεν πρέπει να χορηγείται κατά την εγκυμοσύνη παρά μόνο όταν είναι απολύτως απαραίτητο, δηλαδή αν τα πιθανά οφέλη από τη χρήση της εξουδετερώνουν τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυο. Δεν είναι γνωστό εάν το φάρμακο απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Επομένως απαιτείται προσοχή όταν η δοβουταμίνη χορηγείται σε θηλάζουσες μητέρες. Εάν μια μητέρα χρειάζεται θεραπεία με δοβουταμίνη, θα πρέπει να διακόπτεται ο θηλασμός κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποδεικνύουν ότι το Inotrex σχετίζεται με επίδραση στη γονιμότητα.
monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-INOTREX
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αδρενεργικοί και ντοπαμινεργικοί παράγοντες, κωδικός ATC: C01CA07.

Η υδροχλωρική δοβουταμίνη είναι συνθετική κατεχολαμίνη. Είναι ένας ινότροπος παράγοντας άμεσης δράσης, του οποίου η κύρια δράση προκύπτει ως αποτέλεσμα της διεγέρσεως των β-αδρενεργικών υποδοχέων της καρδιάς ενώ παράλληλα προκαλεί συγκριτικώς ήπιες χρονότροπες υπερτασικές, αρρυθμογόνες και αγγειοδιασταλτικές επιδράσεις.

Σε αντίθεση με την ντοπαμίνη, δεν προκαλεί απελευθέρωση ενδογενούς νορεπινεφρίνης. Η υδροχλωρική δοβουταμίνη αυξάνει τον όγκο παλμού και την καρδιακή απόδοση και μειώνει την πίεση πληρώσεως των κοιλιών και την ολική συστηματική και πνευμονική αγγειακή αντίσταση.

Η καρδιακή συχνότητα δεν αυξάνεται σημαντικά με τη συνήθη δοσολογία της υδροχλωρικής δοβουταμίνης. Με υψηλές δόσεις όμως (συνήθως μεγαλύτερες από 10 μg/kg/min) μπορεί να εμφανισθεί σημαντική ταχυκαρδία.

Η υδροχλωρική δοβουταμίνη δεν δρα στους υποδοχείς της ντοπαμίνης και ως εκ τούτου δεν διαστέλλει εκλεκτικά τα νεφρικά ή σπλαχνικά αγγεία.

Σε μελέτες που διεξήχθησαν σε ζώα, η υδροχλωρική δοβουταμίνη προκαλεί μικρότερη αύξηση της καρδιακής συχνότητας και μικρότερη ελάττωση των περιφερικών αγγειακών αντιστάσεων, επί δεδομένης ινότροπης δράσης σε σχέση με την ισοπροτερενόλη.

Στους ασθενείς με ελαττωμένη καρδιακή λειτουργικότητα, τόσο η δοβουταμίνη όσο και η ισοπροτερενόλη αυξάνουν την καρδιακή παροχή σε ανάλογο βαθμό. Στην περίπτωση της δοβουταμίνης, η αύξηση της καρδιακής παροχής δεν συνοδεύεται συνήθως από σημαντική αύξηση της καρδιακής συχνότητας (αν και έχουν αναφερθεί σποραδικές περιπτώσεις ταχυκαρδίας), ενώ ο όγκος παλμού συνήθως αυξάνεται.

Αντιθέτως η ισοπροτερενόλη αυξάνει τον καρδιακό δείκτη αυξάνοντας αρχικά την καρδιακή συχνότητα ενώ ο όγκος παλμού μεταβάλλεται ή ελαττώνεται ελάχιστα.

Στις ηλεκτροφυσιολογικές μελέτες στους ανθρώπους έχει παρατηρηθεί όδωση της κολποκοιλιακής αγωγιμότητας καθώς και στους ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή.

Οι συστηματικές αγγειακές αντιστάσεις συνήθως ελαττώνονται με τη χορήγηση δοβουταμίνης. Σποραδικά, ωστόσο, έχει αναφερθεί και μικρή αγγειοσυστολή.

Παιδιατρικός πληθυσμός Η δοβουταμίνη έχει ινότροπο δράση σε παιδιά, αλλά η αιμοδυναμική ανταπόκριση δεν είναι απολύτως ίδια με αυτή των ενηλίκων. Παρότι η καρδιακή παροχή αυξάνεται στα παιδιά, υπάρχει η τάση για μικρότερη μείωση των συστηματικών αγγειακών αντιστάσεων και της κοιλιακής πίεσης πλήρωσης και μεγαλύτερη αύξηση του καρδιακού ρυθμού και της αρτηριακής πίεσης στα παιδιά από ότι στους ενήλικες. Η πίεση ενσφήνωσης πνευμονικής αρτηρίας ενδέχεται να αυξηθεί κατά τη διάρκεια της έγχυσης της δοβουταμίνης σε παιδιά ηλικίας 12 μηνών ή μικρότερα.

Αυξήσεις της καρδιακής παροχής φαίνεται να εμφανίζονται ακόμα και σε ρυθμούς ενδοφλέβιας έγχυσης τόσο χαμηλούς όσο 1,0 μg/kg/λεπτό, αυξήσεις στη συστολική αρτηριακή πίεση εμφανίζονται σε ρυθμό έγχυσης 2,5 μg/kg/λεπτό και αλλαγές στον καρδιακό ρυθμό σε ρυθμό έγχυσης 5,5 μg/kg/λεπτό.

Αυξήσεις του ρυθμού έγχυσης από 10 σε 20 μg/kg/λεπτό συνήθως οδηγούν σε περαιτέρω αυξήσεις της καρδιακής παροχής.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-INOTREX
expand_more

Η έναρξη δράσεως του διαλύματος Inotrex λαμβάνει χώρα, εντός 1 έως 2 λεπτών, αλλά είναι πιθανόν να απαιτηθούν μέχρι και 10 λεπτά για την επίτευξη σταθερών συγκεντρώσεων στο πλάσμα και της μέγιστης δράσεως του φαρμάκου, επί του συγκεκριμένου ρυθμού εγχύσεως.

Η κάθαρση πλάσματος της υδροχλωρικής δοβουταμίνης στον άνθρωπο είναι 2,4l/min/m², o όγκος κατανομής είναι περίπου 20% του βάρους του σώματος και ο χρόνος ημιζωής της δοβουταμίνης στον άνθρωπο για την απομάκρυνση της από το πλάσμα είναι μικρότερος από 3 λεπτά.

Οι κύριες μεταβολικές οδοί της υδροχλωρικής δοβουταμίνης, είναι η μεθυλίωση του μορίου της κατεχόλης και η σύζευξη. Οι μεταβολίτες της αποβάλλονται μέσω των νεφρών και της χολής. Στα ούρα, τα κυριότερα προϊόντα απέκκρισης της δοβουταμίνης είναι προϊόντα σύζευξης της δοβουταμίνης και 3-0- μεθυλοδοβουταμίνη. Το 3-0- μεθυλοπαράγωγο είναι ανενεργό.

Η μεταβολή των συναπτικών συγκεντρώσεων των κατεχολαμινών με χορήγηση ρεζερπίνης ή με χορήγηση τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών δεν μεταβάλλει τις δράσεις της υδροχλωρικής δοβουταμίνης στα ζώα, που σημαίνει ότι η δράση της δοβουταμίνης είναι ανεξάρτητη από τους προσυναπτικούς μηχανισμούς.

Η μεγαλύτερη κλινική εμπειρία με τη δοβουταμίνη αναφέρεται σε βραχεία χορήγηση του φαρμάκου, διάρκειας χορήγησης όχι μεγαλύτερης από μερικές ώρες. Σε περιορισμένο αριθμό ασθενών, οι οποίοι μελετήθηκαν με τη χορήγηση δοβουταμίνης επί 24, 48 και 72 ώρες, παρατηρήθηκε εμμένουσα αύξηση της καρδιακής παροχής σε ορισμένους, ενώ αντίθετα σε άλλους η καρδιακή παροχή επανήλθε στα προ της χορήγησης δοβουταμίνης επίπεδα.

Κατά τη διάρκεια παρατεταμένων συνεχών εγχύσεων αναπτύσσεται μερική ανοχή στην υδροχλωρική δοβουταμίνη η οποία γίνεται σημαντική στις 72 ώρες. Η ανταπόκριση της καρδιακής απόδοσης σε σταθερή έγχυση υδροχλωρικής δοβουταμίνης στις 72 ώρες είναι άνω του 70% της ανταποκρίσεως που επιτυγχάνεται στο τέλος των 2 ωρών σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια. Το φαινόμενο αυτό μπορεί να προκαλείται από ελάττωση στη δραστηριότητα ενός αριθμού των β-αδρενεργικών υποδοχέων.

Παιδιατρικός πληθυσμός Στους περισσότερους παιδιατρικούς ασθενείς, υπάρχει μία λογαριθμική γραμμική σχέση μεταξύ της συγκέντρωσης της δοβουταμίνης στο πλάσμα και της αιμοδυναμικής ανταπόκρισης η οποία είναι σύμφωνη με το μοντέλο ορίων. Η κάθαρση της δοβουταμίνης για το δοσολογικό εύρος 0,5 έως 20 μg/kg/λεπτό είναι σύμφωνη με την κινητική πρώτης τάξεως. Η συγκέντρωση της δοβουταμίνης στο πλάσμα μπορεί να ποικίλει και να είναι έως και διπλάσια μεταξύ παιδιατρικών ασθενών για τον ίδιο ρυθμό έγχυσης, ενώ υπάρχει μεγάλη διακύμανση τόσο στη συγκέντρωση της δοβουταμίνης στο πλάσμα που απαιτείται για την πρόκληση αιμοδυναμικής ανταπόκρισης όσο και στο ποσοστό της αιμοδυναμικής ανταπόκρισης καθώς αυξάνονται οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα. Ως εκ τούτου, στην κλινική πρακτική, απαιτείται εξατομικευμένη τιτλοποίηση του ρυθμού έγχυσης της δοβουταμίνης.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

2 λεπτά
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

ΚΕΝΟ
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά
DrugBank
science

Scientific Profile

CID
36811
Μοριακός τύπος
C18H23NO3
Μοριακό βάρος
301.4
IUPAC
4-[2-[4-(4-hydroxyphenyl)butan-2-ylamino]ethyl]benzene-1,2-diol
InChIKey
JRWZLRBJNMZMFE-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας

  • Παράγοντες που έχουν ενισχυτική δράση στην καρδιά ή που μπορούν να αυξήσουν την καρδιακή παροχή. Μπορεί να είναι ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΓΛΥΚΟΖΙΔΕΣ· ΣΥΜΠΑΘΗΤΟΜΙΜΗΤΙΚΑ· ή άλλα φάρμακα. Χρησιμοποιούνται μετά από ΕΜΦΡΑΞΗ ΜΥΟΚΑΡΔΙΟΥ· ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ· σε ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΟΚ· ή σε καρδιακή ανεπάρκεια (ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ).
  • Φάρμακα που μιμούνται τις επιδράσεις της διέγερσης των μεταγαγγλιακών αδρενεργικών συμπαθητικών νεύρων. Περιλαμβάνονται εδώ φάρμακα που διεγείρουν άμεσα τους αδρενεργικούς υποδοχείς και φάρμακα που δρουν έμμεσα προκαλώντας την απελευθέρωση αδρενεργικών μεταβιβαστών.
  • Ενώσεις που δεσμεύονται και ενεργοποιούν τους ΒΗΤΑ-1 ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ.

Σχετικά Εργαλεία

Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης

📋 Καρδιακή Ανεπάρκεια Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Καρδιαγγειακών Νοσημάτων
🧮 Εργαλείο

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ AHF-Inotrope C01CA07
    Οξεία ΚΑ — Ινότροπα/Αγγειοσυσπαστικά (καρδιογενής καταπληξία)
    Καρδιογενής καταπληξία ή υπoάρδρευση χωρίς ανταπόκριση σε standard θεραπείες
    Δοσολογία: 2.5–10 μg/kg/min · Σύντομη, σε ΜΕΘ