Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ C01CA07 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

DOBUTAMINE(Δοβουταμίνη)

Ημίσεια ζωή

Ημίσεια ζωή

Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.

Κατά την πηγή: μικρότερος από 3 λεπτά

Άλλες πηγές αναφέρουν:
  • DrugBank: 2 λεπτά
  • PubChem: 2 λεπτά
3 λεπτά ΠΧΠ (SPC)
Δέσμευση πρωτεϊνών

Δέσμευση πρωτεϊνών

Το ποσοστό του φαρμάκου που κυκλοφορεί δεσμευμένο σε πρωτεΐνες του πλάσματος. Δρα μόνο το ελεύθερο κλάσμα, γι' αυτό η υψηλή δέσμευση αυξάνει τον κίνδυνο αλληλεπιδράσεων εκτόπισης.

ΚΕΝΟ DrugBank
Απέκκριση

Απέκκριση

Η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου. Δείχνει πού χρειάζεται προσαρμογή δόσης — σε νεφρική ή σε ηπατική ανεπάρκεια.

Νεφρά DrugBank
Καθαρίζει (~5×t½)

Καθαρίζει (~5×t½)

Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.

15 λεπτά arrow_forward

Σκευάσματα και τιμές

Φόρτωση...
Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)

Ενδείξεις κατά έγγραφο

Ατομικές ενδείξεις όπως δηλώνονται στα πιστοποιημένα κείμενα των SPC, με τεκμηρίωση

έλεγχος κάλυψης…
  1. Φόρτωση…

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
Κείμενο ενός σκευάσματος, όχι της δραστικής. Οι ενότητες προέρχονται από την ΠΧΠ του INOTREX και καλύπτουν 4 από 7 συσκευασίες της δραστικής. Άλλες φαρμακοτεχνικές μορφές και οδοί χορήγησης μπορεί να έχουν διαφορετικές ενδείξεις, δοσολογία και προειδοποιήσεις — συμβουλευθείτε την ΠΧΠ του σκευάσματος που συνταγογραφείτε.
clinical_notes

Ενδείξεις

ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
  1. Ινότροπος υποστήριξη για τη βραχείας διάρκειας θεραπεία μη αντιρροπούμενης καρδιακής ανεπάρκειας

    σε: ενήλικες ασθενείς

    λόγω ελαττωμένης συσταλτικής ικανότητας του μυοκαρδίου, ως αποτέλεσμα είτε οργανικής καρδιακής παθήσεως, είτε καρδιοχειρουργικών χειρισμών. Σε ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή και ταχεία κοιλιακή ανταπόκριση πρέπει να χορηγείται κάποιο σκεύασμα δακτυλίτιδας, πριν από την έναρξη της θεραπείας με Inotrex διάλυμα.

    • I50 Καρδιακή ανεπάρκεια
  2. Ινότροπος υποστήριξη σε καταστάσεις υποαιμάτωσης χαμηλής καρδιακής παροχής

    σε: όλες οι παιδιατρικές ηλικιακές ομάδες (από νεογνά έως 18 ετών)

    λόγω μη αντιρροπούμενης καρδιακής ανεπάρκειας, κατόπιν καρδιολογικών επεμβάσεων, καρδιομυοπαθειών και σε περιπτώσεις καρδιογενούς ή σηπτικής καταπληξίας.

    • R57 Σοκ, μη ταξινομημένο αλλού

Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη
medication

Μορφή & Εμφάνιση

ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος INOTREX
expand_more
Διάλυμα για ενδοφλέβια έγχυση.
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
Ενδοφλέβια
Χορήγηση:
Συνεχής
Δόση έναρξης:
0,5 μg/kg/min
Τιτλοποίηση:
Ο ρυθμός έγχυσης και η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να προσαρμόζονται σύμφωνα με την ανταπόκριση του ασθενούς. Συχνά είναι προτιμότερη η βαθμιαία ελάττωση της δοσολογίας έναντι της απότομης διακοπής της θεραπείας. Στον παιδιατρικό πληθυσμό η δόση θα πρέπει να τιτλοποιείται ώστε να επιτρέπεται το μικρότερο «θεραπευτικό εύρος» στα παιδιά.
  • Ενήλικες και ηλικιωμένοι ασθενείς
    Δόση2,5 έως 10 μg/kg/min
    Μέγ. δόση40 μg/kg/min
    Συχνά απαιτούνται δόσεις έως 20 μg/kg/min. Περιστασιακά μία δόση στα 0,5 μg/kg/min θα έχει ανταπόκριση. Ο ρυθμός έγχυσης και η διάρκεια προσαρμόζονται στην ανταπόκριση του ασθενούς.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (νεογνά έως 18 ετών)
    Δόση2-20 μg/kg/λεπτό
    Συστήνεται δόση έναρξης 5 μg/kg/λεπτό, προσαρμοζόμενη στην κλινική ανταπόκριση. Ενίοτε, μία χαμηλή δόση 0,5-1,0 μg/kg/λεπτό μπορεί να οδηγήσει σε ανταπόκριση. Η μικρότερη αποτελεσματική δόση στα παιδιά μπορεί να είναι υψηλότερη από των ενηλίκων, αλλά η μέγιστη ανεκτή δόση μπορεί να είναι μικρότερη.
  • Νεογνά (Εντατική θεραπεία)
    Δόση5 μg/kg/λεπτό
    Διαλύστε 30mg/kg σωματικού βάρους σε τελικό όγκο 50ml υγρού έγχυσης. Ο ρυθμός ενδοφλέβιας έγχυσης 0,5ml/ώρα παρέχει δόση ίση με 5 μg/kg/λεπτό.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Γνωστή υπερευαισθησία στην υδροχλωρική δοβουταμίνη
  • Υπερευαισθησία στο μεταδιθειώδες νάτριο ή σε οποιοδήποτε άλλο συστατικό του φαρμάκου
  • Ιδιοπαθής υπερτροφική αποφρακτική μυοκαρδιοπάθεια / υπερτροφική υπ o αορτική στένωση
  • Φαιοχρωμοκύτωμα
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υποκαλιαιμία
    Προσοχή
    Να ελέγχονται περιοδικά τα επίπεδα καλίου του πλάσματος, καθώς η δοβουταμίνη μπορεί να προκαλέσει μικρή ελάττωση.
  • Αύξηση καρδιακής συχνότητας ή αρτηριακής πίεσης
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό υπέρτασης
    Εάν παρουσιαστεί αδικαιολόγητη αύξηση, η δόση θα πρέπει να μειωθεί ή να διακοπεί προσωρινά η χορήγηση.
  • Αυξημένη κολποκοιλιακή αγωγιμότητα
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με κολπικό πτερυγισμό ή μαρμαρυγή
    Μπορεί να εμφανίσουν ταχεία κοιλιακή ανταπόκριση.
  • Κοιλιακές ταχυαρρυθμίες
    Προσοχή
    Μπορεί να προκαλέσει ή να επιδεινώσει έκτοπη κοιλιακή δραστηριότητα. Σπάνια κοιλιακή ταχυκαρδία ή μαρμαρυγή.
  • Μηχανική απόφραξη στην πλήρωση ή κένωση των κοιλιών
    Προσοχή
    Οι ινότροπες ουσίες δεν βελτιώνουν την αιμοδυναμική στην πλειοψηφία των ασθενών με μηχανική απόφραξη (π.χ. καρδιακός επιπωματισμός, στένωση αορτικής βαλβίδας, υπερτροφική αποφρακτική μυοκαρδιοπάθεια). Η ινότροπος αντίδραση μπορεί να είναι ανεπαρκής.
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
    Προσοχή
    Έχουν αναφερθεί περιστασιακά (π.χ. δερματικό εξάνθημα, πυρετός, ηωσινοφιλία, βρογχοσπασμός).
  • Ευαισθησία στα Σουλφίδια (μεταδιθειώδες νάτριο)
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΕυαίσθητα άτομα, ειδικά ασθματικά
    Μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων αναφυλακτικών συμπτωμάτων και ασθματικών κρίσεων.
  • Απότομη μείωση της αρτηριακής πίεσης
    Προσοχή
    Μείωση της δόσης ή διακοπή της έγχυσης οδηγεί συνήθως σε ταχεία επιστροφή της πίεσης.
  • Υποογκαιμία / Υπόταση
    Προσοχή
    Η υποογκαιμία πρέπει να διορθώνεται πριν την έναρξη της θεραπείας. Χορηγείται με προσοχή σε σοβαρή υπόταση (μέση ΑΠ < 70 mmHg) οφειλόμενη σε καρδιογενή καταπληξία. Εάν η αρτηριακή πίεση παραμένει χαμηλή, εξετάστε ταυτόχρονη χορήγηση περιφερικού αγγειοσυσταλτικού.
  • Χρήση σε Οξύ Έμφραγμα του Μυοκαρδίου
    Ιδιαίτερη προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου
    Ιδιαίτερη προσοχή. Σημαντική αύξηση καρδιακού ρυθμού ή ΑΠ μπορεί να επιτείνει την ισχαιμία και να προκαλέσει στηθαγχικό πόνο και ανάσπαση ST.
  • Ρήξη μυοκαρδίου
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που διατρέχουν κίνδυνο ρήξης μυοκαρδίου (πρόσφατο έμφραγμα, δυσκινητικό και λεπτυσμένο κατώτερο τοίχωμα)
    Πρέπει να αξιολογούνται προσεκτικά. Έχουν αναφερθεί πολύ σπάνια θανατηφόρα οξεία ρήξη μυοκαρδίου κατά τη δοκιμασία κοπώσεως.
  • Δοκιμασία Κοπώσεως με Υδροχλωρική Δοβουταμίνη (off-label)
    Ιδιαίτερη προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό εμφράγματος και/ή διαταραχή λειτουργίας αριστεράς κοιλίας
    Δεν είναι εγκεκριμένη ένδειξη. Ο γιατρός να αξιολογήσει κινδύνους/οφέλη. Να διακοπεί αμέσως σε απειλητικές για τη ζωή επιπλοκές (ρήξη μυοκαρδίου, ΑΕΕ, καρδιακή ασυστολία, κοιλιακή αρρυθμία/μαρμαρυγή, Σύνδρομο Takotsubo). Δεν συνιστάται σε ασταθή στηθάγχη, κολποκοιλιακό αποκλεισμό, βαλβιδοπάθεια, απόφραξη αορτικής βαλβίδας ή άλλες ακατάλληλες καρδιακές καταστάσεις.
  • Χρήση σε Παιδιατρικό πληθυσμό
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΠαιδιά (όλες οι παιδιατρικές ηλικιακές ομάδες)
    Να παρακολουθείται στενά λόγω διαφορετικών φαρμακοδυναμικών επιδράσεων. Αυξήσεις καρδιακού ρυθμού και ΑΠ πιο συχνές/έντονες. Πίεση ενσφήνωσης πνευμονικής αρτηρίας μπορεί να μην μειωθεί ή να αυξηθεί. Νεογνά λιγότερο ευαίσθητα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • παρακολούθηση
    Μεγαλύτερη καρδιακή παροχή και συνήθως, μικρότερη πίεση «ενσφηνώσεως» της πνευμονικής.
    ΣύστασηΧρησιμοποιείται για συνεργική δράση.
  • Β-αναστολείς (β-αδρενεργικοί ανταγωνιστές)
    προσοχή
    Η δοβουταμίνη μπορεί να μην είναι αποτελεσματική ή οι επιδράσεις της να εξουδετερωθούν. Πιθανή αύξηση των περιφερικών αγγειακών αντιστάσεων και αγγειοσύσπαση.
  • Προπρανολόλη (μη εκλεκτικός β-αναστολέας)
    προσοχή
    Αύξηση στην αρτηριακή πίεση λόγω αγγειοσυστολής μέσω α-υποδοχέων και αντανακλαστική βραχυκαρδία.
  • Καρβεδιλόλη (β-αποκλειστής με α-αποκλειστικές δράσεις)
    προσοχή
    Υπόταση λόγω αγγειοδιαστολής που προκαλείται από επικράτηση του αποκλεισμού των β-υποδοχέων.
  • Αδρενεργικοί αποκλειστές
    προσοχή
    Μπορεί να κάνουν εμφανή την επίδραση των β2 και β1 με αποτέλεσμα την ταχυκαρδία και την αγγειοσύσπαση.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Καρδιά
  • Αύξηση καρδιακής συχνότητας
  • Αύξηση έκτοπης κοιλιακής δραστηριότητας
  • Αύξηση πρώιμων κοιλιακών συστολών
  • Στηθαγχικό άλγος
  • Αίσθημα παλμών
  • Καρδιακή ασυστολία
  • Κοιλιακή μαρμαρυγή
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου
  • Μυοκαρδιοπάθεια λόγω άγχους
  • Σύνδρομο Takotsubo
  • Ταχυκαρδία
Καρδιακές διαταραχές
  • Θανατηφόρα και μη θανατηφόρα περιστατικά ρήξης μυοκαρδίου
Αγγειακές
  • Αύξηση συστολικής αρτηριακής πίεσης
  • Αύξηση αρτηριακής πίεσης
  • Υπόταση
  • Φλεβίτιδα
Αγγειακές διαταραχές
  • Συστηματική υπόταση ή υπέρταση (παιδιατρικός πληθυσμός)
Διαταραχές του γενικού οργανισμού και της οδού χορήγησης
  • Τοπικές φλεγμονώδεις αλλοιώσεις (ακούσια διάχυση φαρμάκου εκτός φλέβας)
Γενικές
  • Μη ειδικό θωρακικό άλγος
  • Συμπτωματικές ενοχλήσεις
Δέρμα
  • Δερματική νέκρωση
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (περιλαμβανομένου εξανθήματος)
  • Αναφυλακτικές αντιδράσεις (μπορεί να οφείλονται σε ευαισθησία στο θειώδες άλας)
Γαστρεντερικό
  • Ναυτία
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
Αναπνευστικό
  • Δύσπνοια
  • Αύξηση πνευμονικής πίεσης σφήνας
  • Πνευμονική συμφόρηση
  • Πνευμονικό οίδημα
Μεταβολισμός
  • Μείωση συγκέντρωσης καλίου ορού
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Αύξηση έκτοπης κοιλιακής δραστηριότητας
    Καρδιά
    Συχνές
  • Αύξηση αρτηριακής πίεσης
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Αύξηση καρδιακής συχνότητας
    Καρδιά
    Συχνές
  • Αύξηση πρώιμων κοιλιακών συστολών
    Καρδιά
    Συχνές
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (περιλαμβανομένου εξανθήματος)
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Τοπικές φλεγμονώδεις αλλοιώσεις (ακούσια διάχυση φαρμάκου εκτός φλέβας)
    Διαταραχές του γενικού οργανισμού και της οδού χορήγησης
    Όχι συχνές
  • Υπόταση
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Φλεβίτιδα
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου (από τεστ κοπώσεως)
    Καρδιακές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Αίσθημα παλμών
    Καρδιά
    Σπάνιες
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Σπάνιες
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Κοιλιακή μαρμαρυγή (από τεστ κοπώσεως)
    Καρδιακές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Μη ειδικό θωρακικό άλγος
    Γενικές
    Σπάνιες
  • Μυοκαρδιοπάθεια λόγω άγχους ή κόπωσης (σύνδρομο Takotsubo) (από τεστ κοπώσεως)
    Καρδιακές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Στηθαγχικό άλγος
    Καρδιά
    Σπάνιες
  • Αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια (από τεστ κοπώσεως)
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Πολύ σπάνιες
  • Δερματική νέκρωση
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες
  • Επεισόδια καρδιακής ασυστολίας (από τεστ κοπώσεως)
    Καρδιακές διαταραχές
    Πολύ σπάνιες
  • Θανατηφόρα και μη θανατηφόρα περιστατικά ρήξης μυοκαρδίου (από τεστ κοπώσεως)
    Καρδιακές διαταραχές
    Πολύ σπάνιες
  • Αναφυλακτικές αντιδράσεις (μπορεί να οφείλονται σε ευαισθησία στο θειώδες άλας)
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • Αύξηση πνευμονικής πίεσης σφήνας
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Αύξηση συστολικής αρτηριακής πίεσης
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Μείωση συγκέντρωσης καλίου ορού
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Πνευμονική συμφόρηση
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Πνευμονικό οίδημα
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Συμπτωματικές ενοχλήσεις
    Γενικές
    Μη γνωστές
  • Συστηματική υπόταση ή υπέρταση (παιδιατρικός πληθυσμός)
    Αγγειακές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Ταχυκαρδία
    Καρδιά
    Μη γνωστές
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Δεν πρέπει να χορηγείται παρά μόνο όταν είναι απολύτως απαραίτητο
    Αν τα πιθανά οφέλη από τη χρήση της εξουδετερώνουν τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυο. Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλώς ελεγχόμενες μελέτες σε έγκυες γυναίκες.
  • Γαλουχία
    Διακοπή θηλασμού
    Δεν είναι γνωστό εάν το φάρμακο απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Απαιτείται προσοχή όταν η δοβουταμίνη χορηγείται σε θηλάζουσες μητέρες. Εάν μια μητέρα χρειάζεται θεραπεία με δοβουταμίνη, θα πρέπει να διακόπτεται ο θηλασμός κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
  • Γονιμότητα
    Δεν υπάρχουν στοιχεία
    Δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποδεικνύουν ότι το Δοβουταμίνη σχετίζεται με επίδραση στη γονιμότητα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συμπτώματα
  • υπερβολική διέγερση των β - αδρενεργικών υποδοχέων της καρδιάς
  • ανορεξία
  • ναυτία
  • έμετο
  • τρόμο
  • άγχος
  • αίσθημα παλμών
  • κεφαλαλγία
  • δύσπνοια
  • στηθαγχικό και μη ειδικό θωρακικό άλγος
  • υπέρταση
  • ταχυαρρυθμίες
  • ισχαιμία του μυοκαρδίου
  • κοιλιακή μαρμαρυγή
  • υπόταση
  • απρόβλεπτη απορρόφηση (σε περίπτωση κατάποσης)
Αντιμετώπιση
Διακοπή χορήγησης, εξασφάλιση αεροφόρων οδών, εξασφάλιση οξυγόνωσης και αερισμού. Παρακολούθηση ασθενούς, άμεση εφαρμογή μέτρων ανάνηψης. Αντιμετώπιση βαριών κοιλιακών ταχυαρρυθμιών με χορήγηση προπρανολόλης ή λιδοκαΐνης. Αντιμετώπιση υπέρτασης με ελάττωση δόσης ή διακοπή θεραπείας. Προστασία αεραφόρου οδού, υποστήριξη αναπνοής και αιμάτωσης. Στενή παρακολούθηση ζωτικών σημείων, αερίων αίματος, ηλεκτρολυτών ορού. Μείωση απορρόφησης φαρμάκων από το γαστρεντερικό σωλήνα με χορήγηση ενεργού άνθρακα (επανάληψη δόσεων για επιτάχυνση αποβολής). Διασφάλιση αεροφόρου οδού κατά τη γαστρική κένωση ή χορήγηση άνθρακα. Λήψη υπόψη πιθανοτήτων πολλαπλών φαρμακευτικών υπερδοσολογιών, αλληλεπιδράσεων και ασυνήθους φαρμακοκινητικής.
ΑιμοκάθαρσηΌχι
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΌχι
Δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποδεικνύουν ότι το Inotrex μπορεί να έχει επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Μεταδιθειώδες νάτριο
Υδροξείδιο του νατρίου
Υδροχλωρικό οξύ
Διμεθικόνη
Άζωτο
Ύδωρ για ενέσιμα
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αδρενεργικοί και ντοπαμινεργικοί παράγοντες, κωδικός ATC: C01CA07.

Μηχανισμός δράσης

Η υδροχλωρική δοβουταμίνη είναι συνθετική κατεχολαμίνη. Είναι ένας ινότροπος παράγοντας άμεσης δράσης, του οποίου η κύρια δράση προκύπτει ως αποτέλεσμα της διεγέρσεως των β1-αδρενεργικών υποδοχέων της καρδιάς ενώ παράλληλα προκαλεί συγκριτικώς ήπιες χρονότροπες υπερτασικές, αρρυθμογόνες και αγγειοδιασταλτικές επιδράσεις. Σε αντίθεση με την ντοπαμίνη, δεν προκαλεί απελευθέρωση ενδογενούς νορεπινεφρίνης. Η υδροχλωρική δοβουταμίνη αυξάνει τον όγκο παλμού και την καρδιακή απόδοση και μειώνει την πίεση πληρώσεως των κοιλιών και την ολική συστηματική και πνευμονική αγγειακή αντίσταση. Η καρδιακή συχνότητα δεν αυξάνεται σημαντικά με τη συνήθη δοσολογία της υδροχλωρικής δοβουταμίνης. Με υψηλές δόσεις όμως (συνήθως μεγαλύτερες από 10 μg/kg/min) μπορεί να εμφανισθεί σημαντική ταχυκαρδία. Η υδροχλωρική δοβουταμίνη δεν δρα στους υποδοχείς της ντοπαμίνης και ως εκ τούτου δεν διαστέλλει εκλεκτικά τα νεφρικά ή σπλαχνικά αγγεία.

Σε μελέτες που διεξήχθησαν σε ζώα, η υδροχλωρική δοβουταμίνη προκαλεί μικρότερη αύξηση της καρδιακής συχνότητας και μικρότερη ελάττωση των περιφερικών αγγειακών αντιστάσεων, επί δεδομένης ινότροπης δράσης σε σχέση με την ισοπροτερενόλη.

Στους ασθενείς με ελαττωμένη καρδιακή λειτουργικότητα, τόσο η δοβουταμίνη όσο και η ισοπροτερενόλη αυξάνουν την καρδιακή παροχή σε ανάλογο βαθμό. Στην περίπτωση της δοβουταμίνης, η αύξηση της καρδιακής παροχής δεν συνοδεύεται συνήθως από σημαντική αύξηση της καρδιακής συχνότητας (αν και έχουν αναφερθεί σποραδικές περιπτώσεις ταχυκαρδίας), ενώ ο όγκος παλμού συνήθως αυξάνεται. Αντιθέτως η ισοπροτερενόλη αυξάνει τον καρδιακό δείκτη αυξάνοντας αρχικά την καρδιακή συχνότητα ενώ ο όγκος παλμού μεταβάλλεται ή ελαττώνεται ελάχιστα. Στις ηλεκτροφυσιολογικές μελέτες στους ανθρώπους έχει παρατηρηθεί όδωση της κολποκοιλιακής αγωγιμότητας καθώς και στους ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή.

Οι συστηματικές αγγειακές αντιστάσεις συνήθως ελαττώνονται με τη χορήγηση δοβουταμίνης. Σποραδικά, ωστόσο, έχει αναφερθεί και μικρή αγγειοσυστολή.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η δοβουταμίνη έχει ινότροπο δράση σε παιδιά, αλλά η αιμοδυναμική ανταπόκριση δεν είναι απολύτως ίδια με αυτή των ενηλίκων. Παρότι η καρδιακή παροχή αυξάνεται στα παιδιά, υπάρχει η τάση για μικρότερη μείωση των συστηματικών αγγειακών αντιστάσεων και της κοιλιακής πίεσης πλήρωσης και μεγαλύτερη αύξηση του καρδιακού ρυθμού και της αρτηριακής πίεσης στα παιδιά από ότι στους ενήλικες. Η πίεση ενσφήνωσης πνευμονικής αρτηρίας ενδέχεται να αυξηθεί κατά τη διάρκεια της έγχυσης της δοβουταμίνης σε παιδιά ηλικίας 12 μηνών ή μικρότερα.

Αυξήσεις της καρδιακής παροχής φαίνεται να εμφανίζονται ακόμα και σε ρυθμούς ενδοφλέβιας έγχυσης τόσο χαμηλούς όσο 1,0 μg/kg/λεπτό, αυξήσεις στη συστολική αρτηριακή πίεση εμφανίζονται σε ρυθμό έγχυσης 2,5 μg/kg/λεπτό και αλλαγές στον καρδιακό ρυθμό σε ρυθμό έγχυσης 5,5 μg/kg/λεπτό.

Αυξήσεις του ρυθμού έγχυσης από 10 σε 20 μg/kg/λεπτό συνήθως οδηγούν σε περαιτέρω αυξήσεις της καρδιακής παροχής.

description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
Φαρμακοκινητική

Η έναρξη δράσεως του διαλύματος Δοβουταμίνη λαμβάνει χώρα, εντός 1 έως 2 λεπτών, αλλά είναι πιθανόν να απαιτηθούν μέχρι και 10 λεπτά για την επίτευξη σταθερών συγκεντρώσεων στο πλάσμα και της μέγιστης δράσεως του φαρμάκου, επί του συγκεκριμένου ρυθμού εγχύσεως. Η κάθαρση πλάσματος της υδροχλωρικής δοβουταμίνης στον άνθρωπο είναι 2,4l/min/m², ο όγκος κατανομής είναι περίπου 20% του βάρους του σώματος και ο χρόνος ημιζωής της δοβουταμίνης στον άνθρωπο για την απομάκρυνση της από το πλάσμα είναι μικρότερος από 3 λεπτά.

Οι κύριες μεταβολικές οδοί της υδροχλωρικής δοβουταμίνης, είναι η μεθυλίωση του μορίου της κατεχόλης και η σύζευξη. Οι μεταβολίτες της αποβάλλονται μέσω των νεφρών και της χολής. Στα ούρα, τα κυριότερα προϊόντα απέκκρισης της δοβουταμίνης είναι προϊόντα σύζευξης της δοβουταμίνης και 3-0-μεθυλοδοβουταμίνη. Το 3-0-μεθυλοπαράγωγο είναι ανενεργό.

Η μεταβολή των συναπτικών συγκεντρώσεων των κατεχολαμινών με χορήγηση ρεζερπίνης ή με χορήγηση τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών δεν μεταβάλλει τις δράσεις της υδροχλωρικής δοβουταμίνης στα ζώα, που σημαίνει ότι η δράση της δοβουταμίνης είναι ανεξάρτητη από τους προσυναπτικούς μηχανισμούς.

Η μεγαλύτερη κλινική εμπειρία με τη δοβουταμίνη αναφέρεται σε βραχεία χορήγηση του φαρμάκου, διάρκειας χορήγησης όχι μεγαλύτερης από μερικές ώρες. Σε περιορισμένο αριθμό ασθενών, οι οποίοι μελετήθηκαν με τη χορήγηση δοβουταμίνης επί 24, 48 και 72 ώρες, παρατηρήθηκε εμμένουσα αύξηση της καρδιακής παροχής σε ορισμένους, ενώ αντίθετα σε άλλους η καρδιακή παροχή επανήλθε στα προ της χορήγησης δοβουταμίνης επίπεδα. Κατά τη διάρκεια παρατεταμένων συνεχών εγχύσεων αναπτύσσεται μερική ανοχή στην υδροχλωρική δοβουταμίνη η οποία γίνεται σημαντική στις 72 ώρες. Η ανταπόκριση της καρδιακής απόδοσης σε σταθερή έγχυση υδροχλωρικής δοβουταμίνης στις 72 ώρες είναι άνω του 70% της ανταποκρίσεως που επιτυγχάνεται στο τέλος των 2 ωρών σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια. Το φαινόμενο αυτό μπορεί να προκαλείται από ελάττωση στη δραστηριότητα ενός αριθμού των β-αδρενεργικών υποδοχέων.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Στους περισσότερους παιδιατρικούς ασθενείς, υπάρχει μία λογαριθμική γραμμική σχέση μεταξύ της συγκέντρωσης της δοβουταμίνης στο πλάσμα και της αιμοδυναμικής ανταπόκρισης η οποία είναι σύμφωνη με το μοντέλο ορίων. Η κάθαρση της δοβουταμίνης για το δοσολογικό εύρος 0,5 έως 20 μg/kg/λεπτό είναι σύμφωνη με την κινητική πρώτης τάξεως. Η συγκέντρωση της δοβουταμίνης στο πλάσμα μπορεί να ποικίλει και να είναι έως και διπλάσια μεταξύ παιδιατρικών ασθενών για τον ίδιο ρυθμό έγχυσης, ενώ υπάρχει μεγάλη διακύμανση τόσο στη συγκέντρωση της δοβουταμίνης στο πλάσμα που απαιτείται για την πρόκληση αιμοδυναμικής ανταπόκρισης όσο και στο ποσοστό της αιμοδυναμικής ανταπόκρισης καθώς αυξάνονται οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα. Ως εκ τούτου, στην κλινική πρακτική, απαιτείται εξατομικευμένη τιτλοποίηση του ρυθμού έγχυσης της δοβουταμίνης.

description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
Μηχανισμός δράσης
Η δοβουταμίνη διεγείρει άμεσα τους βήτα-1 υποδοχείς της καρδιάς για να αυξήσει τη μυοκαρδιακή συσταλτικότητα και τον όγκο παλμού, οδηγώντας σε αυξημένη καρδιακή παροχή.
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αδρενεργικοί και ντοπαμινεργικοί παράγοντες, κωδικός ATC: C01CA07. ### Μηχανισμός δράσης Η υδροχλωρική δοβουταμίνη είναι συνθετική κατεχολαμίνη. Είναι ένας ινότροπος παράγοντας άμεσης δράσης, του…

Φαρμακοκινητική
Η έναρξη δράσεως του διαλύματος Δοβουταμίνη λαμβάνει χώρα, εντός 1 έως 2 λεπτών, αλλά είναι πιθανόν να απαιτηθούν μέχρι και 10 λεπτά για την επίτευξη σταθερών συγκεντρώσεων στο πλάσμα και της μέγιστης δράσεως του φαρμάκου, επί του συγκεκριμένου ρυθμού…
Απέκκριση
Νεφρά

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Αρτηριακή πίεση monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία τακτική κατά τη χορήγηση
Ρυθμός έγχυσης stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) τακτική κατά τη χορήγηση
Επίπεδα καλίου του πλάσματος more_horizΆλλο / λοιπά περιοδικά —
cardiology

ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) μέχρι να επιτευχθεί σταθερή αντίδραση έναρξη της θεραπείας
Καρδιακή παροχή cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) — όπου αυτό είναι δυνατόν
Καρδιακή συχνότητα cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) τακτική κατά τη χορήγηση
Καρδιακός ρυθμός cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) τακτική κατά τη χορήγηση
Πίεση ενσφήνωσης πνευμονικών αγγείων cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) — όπου αυτό είναι δυνατόν
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

DrugBank

Description

expand_more
Ένας κατεχολαμίνης βήτα-2 αγωνιστής με καρδιακή διεγερτική δράση χωρίς πρόκληση αγγειοσυστολής ή ταχυκαρδίας. Προτείνεται ως καρδιοτονωτικό μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς. [PubChem]
DrugBank

Indication

expand_more
Για ινotropική υποστήριξη στη βραχυπρόθεσμη θεραπεία ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια λόγω μειωμένης συσταλτικότητας που προκύπτει είτε από οργανική καρδιοπάθεια είτε από καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις
DrugBank

Pharmacology

expand_more
Η δοβουταμίνη είναι ένας άμεσης δράσης ινοτrορικός παράγοντας του οποίου η κύρια δράση προκύπτει από τη διέγερση των βήτα-αδρενοϋποδοχέων της καρδιάς, ενώ παράγει συγκριτικά ήπιες χρονοτrορικές, υπέρταση, αρρυθμιογόνες και αγγειοδιασταλτικές επιδράσεις. Η δοβουταμίνη δρα κυρίως στους βήτα-1 αδρενεργικούς υποδοχείς, με μικρή επίδραση στους βήτα-2 ή άλφα υποδοχείς. Δεν προκαλεί την απελευθέρωση ενδογενούς νορεπινεφρίνης, όπως η ντοπαμίνη. Η δοβουταμίνη ενδείκνυται όταν απαιτείται παρεντερική θεραπεία για ινotropική υποστήριξη στη βραχυπρόθεσμη θεραπεία ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια λόγω μειωμένης συσταλτικότητας που προκύπτει είτε από οργανική καρδιοπάθεια είτε από καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις.
DrugBank

Mechanism of action

expand_more
Η δοβουταμίνη διεγείρει άμεσα τους βήτα-1 υποδοχείς της καρδιάς για να αυξήσει τη μυοκαρδιακή συσταλτικότητα και τον όγκο παλμού, οδηγώντας σε αυξημένη καρδιακή παροχή.
DrugBank

Absorption

expand_more
null
DrugBank

Half life

expand_more
2 λεπτά
DrugBank

Protein binding

expand_more

Πρωτεϊνική Σύνδεση (Ελληνικά)

  • ΚΕΝΟ
DrugBank

Route of elimination

expand_more
Στα ανθρώπινα ούρα, τα κύρια προϊόντα απέκκρισης είναι οι συζεύξεις της δοβουταμίνης και της 3-O-μεθυλοδοβουταμίνης.
DrugBank

Volume of distribution

expand_more
null
DrugBank

Clearance

expand_more
null
DrugBank

Toxicity

expand_more
null

Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης

📋 Καρδιακή Ανεπάρκεια Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Καρδιαγγειακών Νοσημάτων
🧮 Εργαλείο

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ AHF-Inotrope C01CA07
    Οξεία ΚΑ — Ινότροπα/Αγγειοσυσπαστικά (καρδιογενής καταπληξία)
    Καρδιογενής καταπληξία ή υπoάρδρευση χωρίς ανταπόκριση σε standard θεραπείες
    Δοσολογία: 2.5–10 μg/kg/min · Σύντομη, σε ΜΕΘ

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
36811
Μοριακός τύπος
C18H23NO3
Μοριακό βάρος
301.4
IUPAC
4-[2-[4-(4-hydroxyphenyl)butan-2-ylamino]ethyl]benzene-1,2-diol
InChIKey
JRWZLRBJNMZMFE-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας

  • Παράγοντες που έχουν ενισχυτική δράση στην καρδιά ή που μπορούν να αυξήσουν την καρδιακή παροχή. Μπορεί να είναι ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΓΛΥΚΟΖΙΔΕΣ· ΣΥΜΠΑΘΗΤΟΜΙΜΗΤΙΚΑ· ή άλλα φάρμακα. Χρησιμοποιούνται μετά από ΕΜΦΡΑΞΗ ΜΥΟΚΑΡΔΙΟΥ· ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ· σε ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΟΚ· ή σε καρδιακή ανεπάρκεια (ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ).
  • Φάρμακα που μιμούνται τις επιδράσεις της διέγερσης των μεταγαγγλιακών αδρενεργικών συμπαθητικών νεύρων. Περιλαμβάνονται εδώ φάρμακα που διεγείρουν άμεσα τους αδρενεργικούς υποδοχείς και φάρμακα που δρουν έμμεσα προκαλώντας την απελευθέρωση αδρενεργικών μεταβιβαστών.
  • Ενώσεις που δεσμεύονται και ενεργοποιούν τους ΒΗΤΑ-1 ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ.