Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 1 / VIAL | 39.28 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
L08 Άλλες τοπικές λοιμώξεις του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Λοίμωξη του δέρματος των κάτω άκρων · Λοίμωξη των μαλακών μορίων των κάτω άκρων
-
N73 Άλλες φλεγμονώδεις παθήσεις των γυναικείων πυελικών οργάνων
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Οξείες γυναικολογικές λοιμώξεις
-
T81 Επιπλοκές διαδικασιών, που δεν ταξινομούνται αλλού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Λοιμώξεις του χειρουργικού πεδίου
-
K65 Περιτονίτιδα και οπισθοπεριτοναϊκά αποστήματα
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις
-
J18 Πνευμονία, μη καθορισμένη
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Πνευμονία της κοινότητας
INVANZ — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια
- Χορήγηση: μία φορά την ημέρα, δύο φορές ημερησίως, εφάπαξ
- Δόση έναρξης: 1 g
-
Ενήλικες και έφηβοι (13-17 ετών)Δόση1 gμία φορά την ημέρα με ενδοφλέβια χορήγηση (για θεραπεία)
-
Βρέφη και παιδιά (3 μηνών - 12 ετών)Δόση15 mg/kgΜέγ. δόση1 g/ημερησίωςδύο φορές ημερησίως με ενδοφλέβια χορήγηση (για θεραπεία)
-
ΕνήλικεςΔόση1 gεφάπαξ ενδοφλέβια δόση, ολοκληρώνεται εντός 1 ώρας πριν από την χειρουργική επέμβαση (για πρόληψη λοιμώξεων χειρουργικού πεδίου)
-
Παιδιά < 3 μηνώνΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
-
ΗλικιωμένοιΗ συνιστώμενη δόση θα πρέπει να χορηγείται, εκτός από τις περιπτώσεις σοβαρής νεφρικής δυσλειτουργίας (βλ. Νεφρική δυσλειτουργία).
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας.
-
Παιδιά και έφηβοι με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν υπάρχουν στοιχεία.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία
-
Υπερευαισθησία σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε άλλο αντιβακτηριακό παράγοντα που περιέχει καρβαπενέμη
-
Σοβαρή υπερευαισθησία (π.χ αναφυλακτική αντίδραση, σοβαρή αντίδραση από το δέρμα) σε οποιοδήποτε άλλου τύπου αντιβακτηριακό παράγοντα της κατηγορίας των β-λακταμών (π.χ. πενικιλλίνες ή κεφαλοσπορίνες)
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΥπερευαισθησίαΠληθυσμόςάτομα με ιστορικό υπερευαισθησίας σε ποικίλα αλλεργιογόναΣοβαρές και περιστασιακά θανατηφόρες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλακτικές) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που ελάμβαναν θεραπεία με β-λακτάμες. Πριν την έναρξη της θεραπείας με ertapenem, πρέπει να γίνει προσεκτικός έλεγχος για προηγούμενες αντιδράσεις υπερευαισθησίας σε πενικιλλίνες, κεφαλοσπορίνες, ή άλλες β-λακτάμες και άλλα αλλεργιογόνα (βλ. Αντενδείξεις). Αν εμφανιστεί αλλεργική αντίδραση, διακόψτε την θεραπεία αμέσως. Σοβαρές αναφυλακτικές αντιδράσεις απαιτούν άμεση επείγουσα θεραπεία.
-
ΕπιλοίμωξηΠαρατεταμένη χρήση του ertapenem μπορεί να οδηγήσει σε υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων οργανισμών. Είναι ουσιώδης η επαναλαμβανόμενη αξιολόγηση της κατάστασης του ασθενούς. Αν εμφανιστεί επιμόλυνση, πρέπει να ληφθούν κατάλληλα μέτρα.
-
Σχετιζόμενη με αντιβιοτικά κολίτιδαΠληθυσμόςασθενείς που εμφανίζουν διάρροια ως επακόλουθο χορήγησης αντιβακτηριακών φαρμάκωνΚολίτιδα που σχετίζεται με τα αντιβιοτικά και ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα έχουν αναφερθεί με ertapenem. Εξετάστε την πιθανότητα αυτής της διάγνωσης. Εξετάστε τη διακοπή του Ερταπενέμη και τη χορήγηση ειδικής θεραπείας για το Clostridioides difficile. Μην χορηγείτε φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν τον περισταλτισμό του εντέρου.
-
ΣπασμοίΠληθυσμόςενήλικες ασθενείς, ηλικιωμένοι ασθενείς και σ' αυτούς με προϋπάρχουσες διαταραχές του ΚΝΣ (π.χ., εγκεφαλικές βλάβες ή ιστορικό σπασμών) και/ή κατασταλμένη νεφρική λειτουργίαΈχουν αναφερθεί σπασμοί κατά τη διάρκεια κλινικής έρευνας σε ενήλικες ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ertapenem (1g μία φορά ημερησίως). Παρουσιάστηκαν πιο συχνά σε ηλικιωμένους ασθενείς και σ' αυτούς με προϋπάρχουσες διαταραχές του ΚΝΣ και/ή κατασταλμένη νεφρική λειτουργία.
-
ΕγκεφαλοπάθειαΠληθυσμόςασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΕγκεφαλοπάθεια έχει αναφερθεί με τη χρήση της ερταπενέμης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Εάν υπάρχει υποψία εγκεφαλοπάθειας επαγόμενης από την ερταπενέμη, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής της ερταπενέμης. Οι ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο εγκεφαλοπάθειας επαγόμενης από την ερταπενέμη και η υποχώρηση μπορεί να είναι παρατεταμένη.
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με βαλπροϊκό οξύπροσοχήΗ ταυτόχρονη χρήση του ertapenem και του βαλπροϊκού οξέος / βαλπροϊκού νατρίου δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Υποβέλτιστη έκθεσηΠληθυσμόςασθενείς που υποβάλλονται σε χειρουργικές επεμβάσεις που υπερβαίνουν τις 4 ώρεςΔεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι σε λίγες περιπτώσεις όπου οι χειρουργικές επεμβάσεις υπερβαίνουν τις 4 ώρες, οι ασθενείς μπορεί να εκτίθενται σε υποβέλτιστες συγκεντρώσεις του ertapenem και συνεπώς σε κίνδυνο για ενδεχόμενη αποτυχία της θεραπείας. Πρέπει να εφιστάται προσοχή σε τέτοιες ασυνήθιστες περιπτώσεις.
-
Εκτιμήσεις για χορήγηση σε ειδικούς πληθυσμούςΥπάρχει περιορισμένη εμπειρία στη χρήση του ertapenem για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Η αποτελεσματικότητα του Ερταπενέμη στη θεραπεία της επίκτητης πνευμονίας της κοινότητας, που οφείλεται σε Streptococcus pneumoniae ανθεκτικό στην πενικιλλίνη, δεν έχει τεκμηριωθεί. Η αποτελεσματικότητα του ertapenem στη θεραπεία των λοιμώξεων διαβητικού ποδός με ταυτόχρονη οστεομυελίτιδα δεν έχει τεκμηριωθεί. Υπάρχει σχετικά μικρή εμπειρία με το ertapenem σε παιδιά ηλικίας κάτω των δύο ετών. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί για την πιστοποίηση της ευαισθησίας του/των λοιμογόνου(ων) στο ertapenem. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για παιδιά ηλικίας κάτω των 3 μηνών.
-
ΝάτριοΠληθυσμόςενήλικεςΑυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 137 mg νατρίου ανά 1,0 g δόσης, που ισοδυναμεί με το 6,85% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Βαλπροϊκό οξύ, βαλπροϊκό νάτριοαντένδειξηΜείωση των επιπέδων του βαλπροϊκού οξέος που μπορεί να πέσουν κάτω από το θεραπευτικό εύρος, οδηγώντας σε ανεπαρκή έλεγχο σπασμών.ΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση. Να εξετασθεί το ενδεχόμενο για εναλλακτική αντιβακτηριακή ή αντιεπιληπτική αγωγή.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Στοματική καντιντίαση
- Καντιντίαση
- Μυκητιασική λοίμωξη
- Κολπίτιδα
- Πνευμονία
- Δερματομυκητίαση
- Μετεγχειρητική λοίμωξη τραύματος
- Λοίμωξη ουροποιητικού συστήματος
- Πυελική περιτονίτιδα
- Ψευδομεμβρανώδης εντεροκολίτιδα
- Διάρροια
- Ναυτία
- Έμετος
- Δυσκοιλιότητα
- Παλινδρόμηση οξέος
- Ξηροστομία
- Δυσπεψία
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσφαγία
- Ακράτεια κοπράνων
- Χρώση οδόντων
- Αποχρωματισμός κοπράνων
- Μέλαινα
- Ουδετεροπενία
- Θρομβοκυτοπενία
- Αύξηση αιμοπεταλίων
- Μειωμένα λευκοκύτταρα
- Μειωμένα αιμοπετάλια
- Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
- Μειωμένος αιματοκρίτης
- Αύξηση ηωσινοφίλων
- Μειωμένα λεμφοκύτταρα
- Αυξημένα ραβδοπύρηνα
- Αυξημένα μεταμυελοκύτταρα
- Αυξημένα μονοκύτταρα
- Αυξημένα μυελοκύτταρα
- Αυξημένα άτυπα λεμφοκύτταρα
- Μειωμένος αριθμός ουδετερόφιλων
- Αλλεργία
- Αναφυλαξία
- Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις
- Αγγειίτιδα υπερευαισθησίας
- Ανορεξία
- Υπογλυκαιμία
- Αϋπνία
- Σύγχυση
- Διέγερση
- Άγχος
- Κατάθλιψη
- Μεταβολή στη νοητική κατάσταση
- Επιθετικότητα
- Παραλήρημα
- Αποπροσανατολισμός
- Ψευδαισθήσεις
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Υπνηλία
- Διαταραχή γεύσης
- Σπασμοί
- Τρόμος
- Συγκοπή
- Επηρεασμένο επίπεδο συνείδησης
- Δυσκινησία
- Μυοκλονία
- Διαταραχή βάδισης
- Εγκεφαλοπάθεια
- Διαταραχή σκληρού
- Φλεβοκομβική βραδυκαρδία
- Αρρυθμία
- Ταχυκαρδία
- Επιπλοκές κατά την έγχυση στη φλέβα
- Υπόταση
- Αιμορραγία
- Αυξημένη αρτηριακή πίεση
- Έξαψη
- Υπέρταση
- Φλεβίτιδα/θρομβοφλεβίτιδα
- Δύσπνοια
- Δυσφορία φάρυγγα
- Ρινική συμφόρηση
- Βήχας
- Επίσταξη
- Τριγμοί
- Ρόγχοι
- Συριγμός
- Χολοκυστίτιδα
- Ίκτερος
- Διαταραχή ήπατος
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Ερύθημα
- Κνίδωση
- Δερματίτιδα
- Απολέπιση
- Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση
- Σύνδρομο DRESS
- Δερματίτιδα από χρήση πάνας
- Πετέχειες
- Ερύθημα στο σημείο έγχυσης
- Μυϊκή κράμπα
- Πόνος στον ώμο
- Μυϊκή αδυναμία
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Αποβολή
- Αιμορραγία γεννητικών οργάνων
- Εξαγγείωση
- Εξασθένηση
- Κόπωση
- Πυρετός
- Οίδημα
- Εξοίδηση
- Θωρακικό άλγος
- Σκλήρυνση της θέσης ένεσης
- Αίσθημα κακουχίας
- Πόνος στο σημείο έγχυσης
- Καύσος στο σημείο έγχυσης
- Κνησμός στο σημείο έγχυσης
- Ερύθημα στο σημείο της ένεσης
- Θερμότητα στο σημείο έγχυσης
- Aυξήσεις ALT
- AST
- Αλκαλικής φωσφατάσης
- Φωσφόρου ορού
- Καλίου ορού
- Αυξημένη ολική χολερυθρίνη ορού
- Άμεση χολερυθρίνη ορού
- Έμμεση χολερυθρίνη ορού
- Κρεατινίνη ορού
- Ουρία ορού
- Γλυκόζη ορού
- Μειωμένα διττανθρακικά ορού
- Μειωμένη κρεατινίνη ορού
- Μειωμένο κάλιο ορού
- Αύξηση LDH ορού
- Βακτηριουρία
- Αύξηση λευκοκυττάρων στα ούρα
- Αύξηση επιθηλιακών κυττάρων στα ούρα
- Αύξηση ερυθροκυττάρων στα ούρα
- Ζυμομύκητες στα ούρα
- Αύξηση ουροχολινογόνου
- Μειώσεις κατάτμητων ουδετεροφίλων
- Αυξήσεις του χρόνου ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης
- Αυξήσεις του χρόνου προθρομβίνης
- Αυξήσεις κατάτμητων ουδετεροφίλων
- Αυξήσεις λευκοκυττάρων
- Αυξήσεις λεμφοκυττάρα
- Αυξήσεις στον αριθμό των αιμοπεταλίων
- Αυξήσεις στον χρόνο ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης
- Αυξήσεις στο χρόνο προθρομβίνης
- Μειώσεις της αιμοσφαιρίνης
- Θετική τοξίνη Clostridioides difficile
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςASTΠαρακλινικές εξετάσεις (Βιοχημικά)
-
ΣυχνέςAυξήσεις ALTΠαρακλινικές εξετάσεις (Βιοχημικά)
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑλκαλικής φωσφατάσηςΠαρακλινικές εξετάσεις (Βιοχημικά)
-
ΣυχνέςΑύξηση αιμοπεταλίωνΑίμα
-
ΣυχνέςΔερματίτιδα από χρήση πάναςΔέρμα
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕπιπλοκές κατά την έγχυση στη φλέβαΑγγειακές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΜειωμένος αριθμός ουδετερόφιλωνΑίμα
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠόνος στο σημείο έγχυσηςΓενικές
-
ΣυχνέςΦλεβίτιδα/θρομβοφλεβίτιδαΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΆμεση χολερυθρίνη ορούΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΈμμεση χολερυθρίνη ορούΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑποχρωματισμός κοπράνωνΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑυξήσεις κατάτμητων ουδετεροφίλωνΠαρακλινικές εξετάσεις (Αιματολογικά)
-
Όχι συχνέςΑυξήσεις λευκοκυττάρωνΠαρακλινικές εξετάσεις (Αιματολογικά)
-
Όχι συχνέςΑυξήσεις του χρόνου ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνηςΠαρακλινικές εξετάσεις (Αιματολογικά)
-
Όχι συχνέςΑυξήσεις του χρόνου προθρομβίνηςΠαρακλινικές εξετάσεις (Αιματολογικά)
-
Όχι συχνέςΑυξημένη ολική χολερυθρίνη ορούΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑύξηση επιθηλιακών κυττάρων στα ούραΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑύξηση ερυθροκυττάρων στα ούραΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑύξηση ηωσινοφίλωνΑίμα
-
Όχι συχνέςΑύξηση λευκοκυττάρων στα ούραΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΒακτηριουρίαΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΓλυκόζη ορούΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή γεύσηςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσφορία φάρυγγαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕξαγγείωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΕξασθένησηΓενικές
-
Όχι συχνέςΕξοίδησηΓενικές
-
Όχι συχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕρύθημα στο σημείο έγχυσηςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕρύθημα στο σημείο της ένεσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΖυμομύκητες στα ούραΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΘερμότητα στο σημείο έγχυσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΚαντιντίασηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΚαύσος στο σημείο έγχυσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμός στο σημείο έγχυσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΚολπίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΚρεατινίνη ορούΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΜέλαιναΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΜειωμένα αιμοπετάλιαΑίμα
-
Όχι συχνέςΜειωμένα λευκοκύτταραΑίμα
-
Όχι συχνέςΜειωμένη αιμοσφαιρίνηΑίμα
-
Όχι συχνέςΜειωμένος αιματοκρίτηςΑίμα
-
Όχι συχνέςΜειώσεις κατάτμητων ουδετεροφίλωνΠαρακλινικές εξετάσεις (Αιματολογικά)
-
Όχι συχνέςΜυκητιασική λοίμωξηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΟυρία ορούΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΠαλινδρόμηση οξέοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠετέχειεςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠυρετόςΓενικές
-
Όχι συχνέςΣπασμοίΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣτοματική καντιντίασηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΦλεβοκομβική βραδυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΨευδομεμβρανώδης εντεροκολίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΊκτεροςΉπαρ
-
ΣπάνιεςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
ΣπάνιεςΑγγειίτιδα υπερευαισθησίαςΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑιμορραγίαΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑιμορραγία γεννητικών οργάνωνΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΑκράτεια κοπράνωνΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΑλλεργίαΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑποβολήΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΑπολέπισηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΑυξήσεις λεμφοκυττάρωνΠαρακλινικές εξετάσεις (Αιματολογικά)
-
ΣπάνιεςΑυξημένα άτυπα λεμφοκύτταραΑίμα
-
ΣπάνιεςΑυξημένα μεταμυελοκύτταραΑίμα
-
ΣπάνιεςΑυξημένα μονοκύτταραΑίμα
-
ΣπάνιεςΑυξημένα μυελοκύτταραΑίμα
-
ΣπάνιεςΑυξημένα ραβδοπύρηναΑίμα
-
ΣπάνιεςΑυξημένη αρτηριακή πίεσηΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑύξηση LDH ορούΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΑύξηση ουροχολινογόνουΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΔερματίτιδαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΔερματομυκητίασηΛοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΔιαταραχή ήπατοςΉπαρ
-
ΣπάνιεςΔιαταραχή σκληρούΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΘρομβοκυτοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΚαλίου ορούΠαρακλινικές εξετάσεις (Βιοχημικά)
-
ΣπάνιεςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΛοίμωξη ουροποιητικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΜειωμένα διττανθρακικά ορούΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΜειωμένα λεμφοκύτταραΑίμα
-
ΣπάνιεςΜειωμένη κρεατινίνη ορούΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΜειωμένο κάλιο ορούΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΜετεγχειρητική λοίμωξη τραύματοςΛοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΜυϊκή κράμπαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΠυελική περιτονίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΠόνος στον ώμοΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΡινική συμφόρησηΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΡόγχοιΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΣκλήρυνση της θέσης ένεσηςΓενικές
-
ΣπάνιεςΣυγκοπήΝευρικό
-
ΣπάνιεςΣυριγμόςΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΤριγμοίΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΤρόμοςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΦωσφόρου ορούΠαρακλινικές εξετάσεις (Βιοχημικά)
-
ΣπάνιεςΧολοκυστίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτοειδείς αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑποπροσανατολισμόςΨυχιατρικές
-
Όχι ΣυχνέςΑυξήσεις στο χρόνο προθρομβίνηςΠαρακλινικές εξετάσεις (Αιματολογικά)
-
Όχι ΣυχνέςΑυξήσεις στον αριθμό των αιμοπεταλίωνΠαρακλινικές εξετάσεις (Αιματολογικά)
-
Όχι ΣυχνέςΑυξήσεις στον χρόνο ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνηςΠαρακλινικές εξετάσεις (Αιματολογικά)
-
Μη γνωστέςΔιαταραχή βάδισηςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΔυσκινησίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕγκεφαλοπάθειαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕπηρεασμένο επίπεδο συνείδησηςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές
-
Όχι ΣυχνέςΘετική τοξίνη Clostridioides difficileΠαρακλινικές εξετάσεις (Διάφορα)
-
Όχι ΣυχνέςΜειώσεις της αιμοσφαιρίνηςΠαρακλινικές εξετάσεις (Αιματολογικά)
-
Μη γνωστέςΜεταβολή στη νοητική κατάστασηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΜυοκλονίαΝευρικό
-
Μη γνωστήςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστήςΟξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΠαραλήρημαΨυχιατρικές
-
Μη γνωστήςΣύνδρομο DRESSΔέρμα
-
Μη γνωστήςΧρώση οδόντωνΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΔεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται εκτός εάν το πιθανό όφελος υπερτερεί του πιθανού κινδύνου για το έμβρυοΕπαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες δεν έχουν διεξαχθεί σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν παρέχουν ενδείξεις άμεσα ή έμμεσα για βλαβερές επιδράσεις όσον αφορά την κύηση, την εμβρυϊκή ανάπτυξη, τον τοκετό ή την μετεμβρυϊκή ανάπτυξη.
-
ΓαλουχίαΔεν θα πρέπει να θηλάζουνΤο ertapenem εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Λόγω της πιθανότητας ανεπιθύμητων ενεργειών για το βρέφος.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες σχετικά με την επίδραση της χρήσης του ertapenem στην γονιμότητα σε άνδρες και γυναίκες. Προκλινικές μελέτες δεν υποδεικνύουν άμεσες ή έμμες επιβλαβείς δράσεις όσον αφορά την γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Γενικές ιδιότητες
- Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιβακτηριακά για συστηματική χρήση, καρβαπενέμες, κωδικός ATC: J01DH03
Μηχανισμός δράσης
Το Ertapenem αναστέλλει την σύνθεση του βακτηριακού κυτταρικού τοιχώματος μετά από δέσμευση με τις πρωτεΐνες που δεσμεύουν πενικιλλίνη (PBPs). Για το Escherichia coli, η συγγένεια με τα PBPs 2 και 3 είναι πιο ισχυρή.
Φαρμακοκινητική/Φαρμακοδυναμική (PK/PD) συσχέτιση
Όπως και με άλλους β-λακταμικούς αντιμικροβιακούς παράγοντες, ο χρόνος κατά τον οποίο η συγκέντρωση του ertapenem στο πλάσμα υπερβαίνει το MIC του παθογόνου οργανισμού συσχετίζεται καλύτερα με την αποτελεσματικότητα των προκλινικών μελετών PK/PD.
Μηχανισμός ανθεκτικότητας
Για είδη που θεωρείται ότι είναι ευαίσθητα στο ertapenem, η ανθεκτικότητα δεν ήταν συχνή σε μελέτες παρακολούθησης στην Ευρώπη. Μεταξύ των ανθεκτικών στελεχών που απομονώθηκαν, η ανθεκτικότητα σε άλλους αντιβακτηριακούς παράγοντες της κατηγορίας των καρβαπενεμών έχει παρατηρηθεί σε ορισμένα αλλά όχι σε όλα τα στελέχη. Το ertapenem είναι αποτελεσματικά σταθερό στην υδρόλυση από τις περισσότερες κατηγορίες β-λακταμασών, συμπεριλαμβανομένων των πενικιλλινασών, κεφαλοσπορινασών και μεγάλου φάσματος β-λακταμασών, αλλά όχι των μεταλλο-β-λακταμασών.
Ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη σταφυλόκοκκοι και εντερόκοκκοι, είναι ανθεκτικοί στο ertapenem, που οφείλεται στη μη ευαισθησία του στόχου PBP. Η P.aeruginosa και άλλα βακτήρια που δεν κάνουν ζύμωση είναι γενικά ανθεκτικά, γεγονός που οφείλεται προφανώς σε περιορισμένη διαπερατότητα και σε ενεργό εκροή.
Η ανθεκτικότητα των Enterobacteriaceae δεν είναι συχνή και το ertapenem είναι γενικά ενεργό έναντι των β- λακταμασών (ESBLs) ευρέος-φάσματος. Ωστόσο, μπορεί να παρατηρηθεί αντοχή όταν οι ESBLs ή άλλες ισχυρές β-λακταμάσες (π.χ., τύπου AmpC) είναι παρούσες σε συνδυασμό με μειωμένη διαπερατότητα, που προέρχεται από την απώλεια ενός ή περισσοτέρων πορινών της εξωτερικής μεμβράνης, ή με ανοδικής ρύθμισης εκροή. Η αντοχή μπορεί επίσης να προέλθει από την παρουσία β-λακταμασών με σημαντική δραστηριότητα υδρόλυσης των καρβαπενεμών (π.χ., IMP και VIM μεταλλο-β-λακταμάσες ή τύπου KPC) αν και αυτές είναι σπάνιες.
Ο μηχανισμός δράσης του ertapenem διαφέρει από τις άλλες κατηγορίες αντιβιοτικών, όπως κινολόνες, αμινογλυκοσίδες, μακρολίδια και τετρακυκλίνες. Δεν υπάρχει διασταυρούμενη αντοχή βάσει στόχου μεταξύ του ertapenem και αυτών των ουσιών. Ωστόσο, οι μικροοργανισμοί μπορεί να παρουσιάσουν αντοχή σε περισσότερες από μία κατηγορίες αντιβακτηριακών παραγόντων, εάν ο μηχανισμός οφείλεται σε, ή περιλαμβάνει μη διαπερατότητα σε ορισμένα συστατικά και/ή μία αντλία εκροής.
Όρια της δοκιμής ευαισθησίας
Τα ερμηνευτικά κριτήρια για την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (MIC) της δοκιμής ευαισθησίας έχουν θεσπιστεί από το European Committee on Antimicrobial Susceptibility Testing (EUCAST) για το ertapenem και παρατίθενται εδώ: https://www.ema.europa.eu/documents/other/minimum-inhibitory-concentration-micbreakpoints_en.xlsx
Οι συνταγογράφοι ενημερώνονται, ότι μπορούν να συμβουλευθούν τα τοπικά MIC όρια ευαισθησίας, εφόσον υπάρχουν.
Μικροβιολογική ευαισθησία
Ο επιπολασμός της επίκτητης αντοχής μπορεί να ποικίλλει γεωγραφικά και με το χρόνο, για επιλεγμένα είδη, γι’ αυτό και οι τοπικές πληροφορίες ως προς την αντοχή είναι χρήσιμες, ιδιαίτερα κατά την θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Έχουν αναφερθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση τοπικές ομάδες λοιμώξεων που οφείλονται σε οργανισμούς ανθεκτικούς στις καρβαπενέμες. Οι κατωτέρω πληροφορίες δίνουν κατά προσέγγιση καθοδήγηση ως προς την πιθανότητα ευαισθησίας του μικροοργανισμού στο ertapenem ή όχι.
-
Συνήθη ευαίσθητα είδη
- Θετικά κατά Gram αερόβια:
- Ευαίσθητοι στην μεθικιλλίνη σταφυλόκοκκοι (συμπεριλαμβανομένου του Staphylococcus aureus)*
- Streptococcus agalactiae*
- Streptococcus pneumoniae*†
- Streptococcus pyogenes*
- Αρνητικά κατά Gram αερόβια:
- Citrobacter freundii
- Enterobacter aerogenes
- Enterobacter cloacae
- Escherichia coli*
- Haemophilus influenzae *
- Haemophilus parainfluenzae
- Klebsiella oxytoca
- Klebsiella pneumoniae*
- Moraxella catarrhalis*
- Morganella morganii
- Proteus mirabilis*
- Proteus vulgaris
- Serratia marcescens
- Αναερόβια:
- Είδη Clostridium (εξαιρουμένου του C.difficile)*
- Είδη Eubacterium*
- Είδη Fusobacterium*
- Είδη Peptostreptococcus*
- Porphyromonas asaccharolytica*
- Είδη Prevotella*
- Θετικά κατά Gram αερόβια:
-
Είδη για τα οποία η επίκτητη αντοχή μπορεί να είναι πρόβλημα
- Θετικά κατά Gram αερόβια:
- Σταφυλόκοκκοι ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη+
- Αναερόβια:
- Bacteroides fragilis και είδη της Ομάδας B. fragilis*
- Θετικά κατά Gram αερόβια:
-
Οργανισμοί με κληρονομική αντοχή
- Θετικά κατά Gram αερόβια:
- Corynebacterium jeikeium
- Enterococci συμπεριλαμβανομένου Enterococcus faecalis και του Entrerococcus faecium
- Αρνητικά κατά Gram αερόβια:
- Είδη Aeromonas
- Είδη Acinetobacter
- Burkholderia cepacia
- Pseudomonas aeruginosa
- Stenotrophomonas maltophilia
- Αναερόβια:
- Είδη Lactobacillus
- Θετικά κατά Gram αερόβια:
-
Συνήθη ευαίσθητα είδη (Άλλα):
- Είδη Chlamydia
- Είδη Mycoplasma
- Είδη Rickettsia
- Είδη Legionella
-
Η δραστικότητα έχει δειχθεί ικανοποιητικά στις κλινικές μελέτες.
-
† Η αποτελεσματικότητα του Ερταπενέμη στην θεραπεία της επίκτητης πνευμονίας της κοινότητας που οφείλεται στον ανθεκτικό στην πενικιλλίνη Streptococcus pneumoniae δεν έχει τεκμηριωθεί.
-
- συχνότητα της επίκτητης αντοχής > 50% σε ορισμένα Κράτη Μέλη.
-
Οι ανθεκτικοί στην μεθικιλλίνη σταφυλόκοκκοι (συμπεριλαμβανομένου MRSA) είναι πάντοτε ανθεκτικοί στις β-λακτάμες.
Αποτελεσματικότητα σε παιδιατρικές μελέτες
Το ertapenem αξιολογήθηκε κατά πρώτον για παιδιατρική ασφάλεια και κατά δεύτερον για την αποτελεσματικότητα σε τυχαιοποιημένες, συγκριτικές, πολυκεντρικές μελέτες σε ασθενείς ηλικίας 3 μηνών ως 17 ετών.
Ο πίνακας παρακάτω δείχνει το ποσοστό των ασθενών με ευνοϊκή κλινική ανταπόκριση κατά την επίσκεψη μετά τη θεραπεία, από το σύνολο των ασθενών με πρόθεση για θεραπεία:
| Κατηγορία ασθένειας | Κατηγορία ηλικίας | Ertapenem n/m (%) | Ceftriaxone n/m (%) |
|---|---|---|---|
| Επίκτητη πνευμονία της κοινότητας (ΠΚ) | 3 έως 23 μήνες | 31/35 (88,6) | 13/13 (100,0) |
| 2 έως 12 έτη | 55/57 (96,5) | 16/17 (94,1) | |
| 13 έως 17 έτη | 3/3 (100,0) | 3/3 (100,0) |
| Κατηγορία ασθένειας | Κατηγορία ηλικίας | Ertapenem n/m (%) | Ticarcillin/clavulanate n/m (%) |
|---|---|---|---|
| Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις (ΕΚΛ) | 2 έως 12 έτη | 28/34 (82,4) | 7/9 (77,8) |
| 13 έως 17 έτη | 15/16 (93,8) | 4/6 (66,7) | |
| Οξείες λοιμώξεις της πυέλου (ΟΛΠ) | 13 έως 17 έτη | 25/25 (100,0) | 8/8 (100,0) |
† Συμπεριλαμβάνονται 9 ασθενείς στην ομάδα του ertapenem (7 ΠΚ, και 2 ΕΚΛ), 2 ασθενείς στην ομάδα του ceftriaxone (2 ΠΚ) και 1 ασθενής με ΕΚΛ στην ομάδα ticarcillin/clavulanate με δευτερογενή βακτηραιμία κατά την εισαγωγή στην μελέτη.
Συγκεντρώσεις στο πλάσμα
Οι μέσες συγκεντρώσεις του ertapenem στο πλάσμα μετά από μια εφάπαξ ενδοφλέβια έγχυση 30 λεπτών με δόση 1 g σε υγιείς νέους ενήλικες (ηλικίας 25 έως 45 ετών) ήταν 155 micrograms/ml (Cmax) στη μισή (0,5 h) ώρα μετά τη δόση (τέλος της έγχυσης), 9 micrograms/ml στις 12 ώρες μετά τη δόση, και 1 microgram/ml στις 24 ώρες μετά τη δόση.
Η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης στο πλάσμα (AUC) του ertapenem σε ενήλικες αυξάνει σε αναλογία με τη δόση στο εύρος της δοσολογίας από 0,5 ως 2 g.
Δεν υπάρχει συσσώρευση του ertapenem σε ενήλικες κατόπιν πολλαπλών ενδοφλεβίων δόσεων από 0,5 ως 2 g ημερησίως.
Οι μέσες συγκεντρώσεις του ertapenem στο πλάσμα, μετά από μία εφάπαξ δόση ενδοφλέβιας έγχυσης 30 λεπτών των 15 mg/kg (έως τη μέγιστη δόση του 1 g), σε ασθενείς ηλικίας 3 ως 23 μηνών, ήταν 103,8 micrograms/ml (Cmax) μισή ώρα μετά τη χορήγηση (τέλος της έγχυσης), 13,5 micrograms/ml στις 6 ώρες μετά την χορήγηση, και 2,5 micrograms/ml στις 12 ώρες μετά τη χορήγηση.
Οι μέσες συγκεντρώσεις του ertapenem στο πλάσμα, μετά από μία εφάπαξ δόση ενδοφλέβιας έγχυσης 30 λεπτών των 15 mg/kg (έως τη μέγιστη δόση του 1 g) σε ασθενείς ηλικίας 2 ως 12 ετών, ήταν 113,2 micrograms/ml (Cmax) μισή ώρα μετά τη χορήγηση (τέλος της έγχυσης), 12,8 micrograms/ml στις 6 ώρες μετά τη χορήγηση, και 3,0 micrograms/ml στις 12 ώρες μετά τη χορήγηση.
Οι μέσες συγκεντρώσεις του ertapenem στο πλάσμα, μετά από μία εφάπαξ δόση ενδοφλέβιας έγχυσης 30 λεπτών των 20 mg/kg (έως τη μέγιστη δόση του 1 g) σε ασθενείς ηλικίας 13 ως 17 ετών, ήταν 170,4 micrograms/ml (Cmax) μισή ώρα μετά τη χορήγηση (τέλος της έγχυσης), 7,0 micrograms/ml στις 12 ώρες μετά τη χορήγηση, και 1,1 microgram/ml στις 24 ώρες μετά τη χορήγηση.
Οι μέσες συγκεντρώσεις του ertapenem στο πλάσμα, μετά από μία εφάπαξ δόση ενδοφλέβιας έγχυσης 30 λεπτών του 1 g σε τρεις ασθενείς ηλικίας 13 ως 17 ετών, ήταν 155,9 micrograms/ml (Cmax) μισή ώρα μετά τη χορήγηση (τέλος της έγχυσης), και 6,2 micrograms/ml στις 12 ώρες μετά τη χορήγηση.
Κατανομή
Το ertapenem δεσμεύεται σε μεγάλο βαθμό με τις ανθρώπινες πρωτεΐνες του πλάσματος. Σε υγιείς νέους ενήλικες (ηλικίας 25 έως 45 ετών) η δέσμευση των πρωτεϊνών με το ertapenem μειώνεται, όσο η συγκέντρωση στο πλάσμα αυξάνεται από περίπου 95% δέσμευση, σε συγκεντρώσεις στο πλάσμα περίπου της τάξης < 50 micrograms/ml έως 92% περίπου δέσμευση σε συγκεντρώσεις στο πλάσμα περίπου 155 micrograms/ml (μέση συγκέντρωση που επιτυγχάνεται στο τέλος της έγχυσης μετά από 1 g ενδοφλεβίως).
Ο όγκος κατανομής (Vdss) του ertapenem σε ενήλικες είναι περίπου 8 λίτρα (0,11 liter/kg) και περίπου 0,2 liter/kg σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 3 μηνών ως 12 ετών και περίπου 0,16 liter/kg σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 13 ως 17 ετών.
Οι συγκεντρώσεις του ertapenem που επιτεύχθηκαν, στο υγρό των φυσαλίδων του δέρματος ενηλίκων σε κάθε σημείο λήψης δείγματος κατά την τρίτη ημέρα με 1 g ημερησίως ενδοφλέβιας δοσολογίας, έδειξαν λόγο συγκέντρωσης AUC στο υγρό των φυσαλίδων του δέρματος: AUC στο πλάσμα, της τάξης του 0,61.
In-vitro μελέτες δείχνουν ότι η επίδραση του ertapenem στη σύνδεση με πρωτεΐνες του πλάσματος φαρμακευτικών προϊόντων με υψηλή συγγένεια σύνδεσης στις πρωτεΐνες (βαρφαρίνη, αιθινυλοιστραδιόλη, και νορεθινδρόνη) ήταν χαμηλή. Η αλλαγή στην πρόσδεση ήταν < 12% στην μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα του ertapenem που μετά από δόση του 1 g. In vivo η προβενεσίδη (500 mg κάθε 6 ώρες) μείωσε το κλάσμα πρόσδεσης του ertapenem στο πλάσμα στο τέλος της έγχυσης σε άτομα που τους χορηγούνταν εφάπαξ δόση 1 g ενδοφλεβίως, από περίπου 91% σε περίπου 87%. Η επίδραση αυτής της αλλαγής αναμένεται να είναι παροδική. Είναι απίθανη μια σημαντική κλινικά αλληλεπίδραση λόγω αντικατάστασης κάποιου άλλου φαρμακευτικού προϊόντος από το ertapenem ή αντικατάστασης του ertapenem από κάποιο άλλο φαρμακευτικό προϊόν.
In-vitro μελέτες δείχνουν ότι το ertapenem δεν αναστέλλει τη μεταφορά του digoxin και του vinblastine μέσω της γλυκοπρωτεΐνης P και ότι το ertapenem δεν είναι υπόστρωμα για την μεταφορά μέσω της γλυκοπρωτεΐνης P.
Βιομετασχηματισμός
Σε υγιείς νέους ενήλικες (ηλικίας 23 έως 49 ετών) μετά από ενδοφλέβια έγχυση ραδιενεργά σεσημασμένου 1 g ertapenem, η ραδιενέργεια στο πλάσμα εντοπίζεται κατά το πλείστον (94%) στο ertapenem. Ο κυριότερος μεταβολίτης του ertapenem είναι το παράγωγο με ανοιχτό δακτύλιο που δημιουργείται δια της υδρόλυσης του β-λακταμικού δακτυλίου με μεσολάβηση διϋδροπεπτιδάσης Ι.
In vitro μελέτες σε ανθρώπινα ηπατικά μικροσώματα δείχνουν ότι το ertapenem δεν αναστέλλει τον μεταβολισμό που μεσολαβείται από τα έξι μεγαλύτερα CYP ισόμορφα: 1A2, 2C9, 2C19, 2D6, 2E1 και 3A4.
Αποβολή
Μετά από χορήγηση ενδοφλέβιας δόσης 1 g ραδιενεργά σεσημασμένου ertapenem σε υγιείς νέους ενήλικες (ηλικίας 23 έως 49 ετών), περίπου 80% ανακτάται στα ούρα και 10% στα κόπρανα. Από το 80% του ανακτηθέντος στα ούρα, περίπου 38% απεκκρίνεται ως αναλλοίωτο ertapenem και περίπου 37% ως ο μεταβολίτης με ανοιχτό δακτύλιο.
Σε υγιή νεαρά ενήλικα άτομα (ηλικίας 18 έως 49 ετών) και σε ασθενείς ηλικίας 13 ως 17 ετών, που έλαβαν 1 g ενδοφλέβιας δοσολογίας, η μέση ημίσεια ζωή στο πλάσμα είναι περίπου 4 ώρες. Η μέση ημίσεια ζωή στο πλάσμα σε παιδιά ηλικίας 3 μηνών ως 12 ετών είναι περίπου 2,5 ώρες. Οι μέσες συγκεντρώσεις του ertapenem στα ούρα υπερέβησαν τα 984 μg/ml, κατά τη διάρκεια της περιόδου από 0 ως 2 ώρες μετά τη χορήγηση και υπερέβησαν τα 52 μg/ml κατά την περίοδο από 12 ως 24 ώρες μετά την χορήγηση.
Ειδικοί πληθυσμοί
-
Φύλο
- Οι συγκεντρώσεις του ertapenem στο πλάσμα είναι συγκρίσιμες στους άνδρες και στις γυναίκες.
-
Ηλικιωμένοι
- Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα κατόπιν ενδοφλέβιας δόσης 1 g και δόσης 2 g του ertapenem είναι ελαφρώς υψηλότερες (περίπου 39% και 22%, αντίστοιχα) στους υγιείς ηλικιωμένους (≥ 65 ετών) σε σύγκριση με νέους ενήλικες (< 65 ετών). Κατά την απουσία σοβαρής νεφρικής δυσλειτουργίας δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δοσολογίας σε ηλικιωμένους ασθενείς.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός
- Οι συγκεντρώσεις του ertapenem στο πλάσμα είναι συγκρίσιμες σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 13 ως 17 ετών και σε ενήλικες μετά από μία ενδοφλέβια δόση 1 g ημερησίως.
- Μετά από δόση των 20 mg/kg (έως μέγιστη δόση του 1 g), οι τιμές των παραμέτρων φαρμακοκινητικής σε ασθενείς ηλικίας 13 ως 17 ετών ήταν γενικά συγκρίσιμες με αυτές των υγιών νέων ενηλίκων. Για να μπορεί να γίνει εκτίμηση των φαρμακοκινητικών στοιχείων, εάν όλοι οι ασθενείς αυτής της ηλικιακής ομάδας επρόκειτο να λάβουν δόση του 1 g, τα στοιχεία φαρμακοκινητικής υπολογίσθηκαν με προσαρμογή σε δόση 1 g, υποθέτοντας ότι υπάρχει γραμμικότητα. Η σύγκριση των αποτελεσμάτων έδειξε ότι η ημερήσια δοσολογία 1 g του ertapenem επιτυγχάνει φαρμακοκινητικό προφίλ σε ασθενείς ηλικίας 13 ως 17 ετών συγκρίσιμο με αυτό των ενηλίκων. Οι αναλογίες (13 ως 17 ετών /ενήλικες) στην AUC, η συγκέντρωση στο τέλος της έγχυσης και η συγκέντρωση στο μέσον της χορήγησης ήταν 0,99, 1,20, και 0,84, αντίστοιχα.
- Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα στο μέσον του διαστήματος χορήγησης μετά από μία εφάπαξ ενδοφλέβια δόση ertapenem των 15 mg/kg σε ασθενείς ηλικίας 3 μηνών ως 12 ετών, είναι συγκρίσιμες με τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα στο μέσον του διαστήματος χορήγησης μετά από μία εφάπαξ ενδοφλέβια δόση 1 g μία φορά ημερησίως σε ενήλικες (βλ. Συγκεντρώσεις στο πλάσμα). Η κάθαρση στο πλάσμα (ml/min/kg) του ertapenem σε ασθενείς ηλικίας 3 μηνών ως 12 ετών είναι περίπου κατά το διπλάσιο μεγαλύτερη σε σύγκριση με αυτή των ενηλίκων. Κατά την χορήγηση της δόσης των 15 mg/kg, η τιμή στην AUC και οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα στο μέσον του δοσολογικού διαστήματος σε ασθενείς ηλικίας 3 μηνών ως 12 ετών, ήταν συγκρίσιμες με αυτές των νέων υγιών ενηλίκων που έλαβαν μία ενδοφλέβια δόση ertapenem 1 g.
-
Ηπατική δυσλειτουργία
- Τα στοιχεία της φαρμακοκινητικής του ertapenem σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία δεν έχουν τεκμηριωθεί. Λόγω της περιορισμένης έκτασης του ηπατικού μεταβολισμού του ertapenem, οι φαρμακοκινητικές του ιδιότητες δεν αναμένεται να επηρεάζονται από την ηπατική δυσλειτουργία. Γι αυτό δεν συνιστάται αναπροσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με ηπατική βλάβη.
-
Νεφρική δυσλειτουργία
- Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση μιας δόσης 1 g ertapenem σε ενήλικες η καμπύλη AUC του συνολικού ertapenem (συνδεδεμένου και μη) και του μη συνδεδεμένου ertapenem είναι παρόμοια σε ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (Clcr 60 έως 90 ml/min/1,73 m²) σε σύγκριση με υγιή άτομα (ηλικίας 25 ως 82 ετών). Η συγκέντρωση σύμφωνα με τις καμπύλες AUC του συνολικού ertapenem και του μη συνδεδεμένου ertapenem αυξήθηκε σε ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (Clcr 31 έως 59 ml/min/1,73 m²) περίπου κατά 1,5 φορά και κατά 1,8 φορές, αντίστοιχα σε σύγκριση με υγιή άτομα. Η συγκέντρωση σύμφωνα με τις καμπύλες AUC του συνολικού ertapenem και του μη συνδεδεμένου ertapenem αυξάνεται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (Clcr 5 έως 30 ml/min/1,73 m²) περίπου κατά 2,6 φορές και 3,4 φορές, αντίστοιχα, σε σύγκριση με υγιή άτομα. Η συγκέντρωση σύμφωνα με τις καμπύλες AUC του συνολικού ertapenem και του συνδεδεμένου ertapenem αυξήθηκε σε ασθενείς που χρειάζονται αιμοδιύλιση περίπου κατά 2,9 φορές και κατά 6,0 φορές αντίστοιχα, μεταξύ των συνεδριών της αιμοδιύλισης σε σύγκριση με υγιή άτομα.
- Μετά από ενδοφλέβια εφάπαξ δόση 1 g που χορηγήθηκε αμέσως πριν από την διαδικασία της αιμοδιύλισης, περίπου 30% της δόσης ανακτήθηκε στο διήθημα μετά την αιμοδιύλιση. Δεν υπάρχουν στοιχεία για παιδιατρικούς ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
- Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα του ertapenem σε ασθενείς με προχωρημένη νεφρική δυσλειτουργία και σε ασθενείς που χρειάζονται αιμοδιύλιση που να υποστηρίξουν μια συνιστώμενη δόση. Για αυτό το λόγο, το ertapenem δεν πρέπει να χορηγείται σε αυτούς τους ασθενείς.