Clinio Logo
Clinio
Εμπορική Ονομασία ΣΕ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ

LENVIMA

lenvatinib

λενβημα

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ
Σκεύασμα Περιεκτικότητα Λιανική
10 / CAP 1389.14 €
4 / CAP 1167.66 €

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10

clinical_notes
  • C22 Κακοήθης νεοπλασία του ήπατος και των ενδοηπατικών χοληφόρων πόρων

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα

  • C73 Κακόηθες νεόπλασμα του θυρεοειδούς αδένα

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Καρκίνωμα του θυρεοειδούς

  • C54 Κακόηθες νεόπλασμα του σώματος της μήτρας

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Καρκίνωμα του ενδομητρίου

search Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη arrow_forward

LENVIMA — Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα

medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
από στόματος
Χορήγηση:
περίπου την ίδια ώρα κάθε μέρα, με ή χωρίς τροφή
Δόση έναρξης:
24 mg
Τιτλοποίηση:
Η ημερήσια δόση θα πρέπει να τροποποιείται, ανάλογα με τις ανάγκες, σύμφωνα με το σχέδιο διαχείρισης της δόσης/τοξικότητας, ειδικά για την αντιμετώπιση ανεπιθύμητων ενεργειών. Ήπιες έως μέτριες ανεπιθύμητες ενέργειες (Βαθμού 1 ή 2) γενικά δεν απαιτούν προσωρινή διακοπή, εκτός αν είναι μη ανεκτές. Σοβαρές (Βαθμού 3) ή μη ανεκτές ανεπιθύμητες ενέργειες απαιτούν προσωρινή διακοπή μέχρι τη βελτίωση σε Βαθμό 0-1 ή την αρχική κατάσταση, ακολουθούμενη από επανέναρξη με μειωμένη δόση. Η θεραπεία διακόπτεται μόνιμα σε απειλητικές για τη ζωή αντιδράσεις (Βαθμού 4), με εξαίρεση εργαστηριακές ανωμαλίες που αντιμετωπίζονται ως Βαθμού 3. Για HCC και EC, οι προσαρμογές δόσης βασίζονται σε εμφάνιση και σοβαρότητα τοξικοτήτων.
  • Ενήλικες (Διαφοροποιημένος καρκίνος του θυρεοειδούς - DTC)
    Δόση24 mg
    Η δόση μπορεί να τροποποιηθεί ανάλογα με τη διαχείριση της τοξικότητας. Περαιτέρω μειώσεις δόσης κάτω των 10 mg να εξετάζονται ατομικά. Διακοπή σε απειλητικές για τη ζωή αντιδράσεις (Βαθμού 4) εκτός εργαστηριακών ανωμαλιών που αντιμετωπίζονται ως Βαθμού 3.
  • Ενήλικες (Ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα - HCC) με Σωματικό βάρος < 60 kg
    Δόση8 mg
    Οι προσαρμογές της δόσης βασίζονται μόνο στις τοξικότητες. Για διαχείριση τοξικότητας, βλ. Πίνακα 2. Διακοπή σε απειλητικές για τη ζωή αντιδράσεις (Βαθμού 4) εκτός εργαστηριακών ανωμαλιών που αντιμετωπίζονται ως Βαθμού 3.
  • Ενήλικες (Ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα - HCC) με Σωματικό βάρος ≥ 60 kg
    Δόση12 mg
    Οι προσαρμογές της δόσης βασίζονται μόνο στις τοξικότητες. Για διαχείριση τοξικότητας, βλ. Πίνακα 2. Διακοπή σε απειλητικές για τη ζωή αντιδράσεις (Βαθμού 4) εκτός εργαστηριακών ανωμαλιών που αντιμετωπίζονται ως Βαθμού 3.
  • Ενήλικες (Καρκίνωμα του ενδομητρίου - EC)
    Δόση20 mg
    Σε συνδυασμό με πεμπρολιζουμάμπη. Για διαχείριση τοξικότητας, βλ. Πίνακα 3. Δεν συνιστώνται μειώσεις δόσης για την πεμπρολιζουμάμπη. Διακοπή σε απειλητικές για τη ζωή αντιδράσεις (Βαθμού 4) εκτός εργαστηριακών ανωμαλιών που αντιμετωπίζονται ως Βαθμού 3.
  • Ασθενείς με DTC ηλικίας ≥75 ετών, Ασιατικής φυλής, με συννοσηρότητες (π.χ. υπέρταση, ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία) ή σωματικό βάρος < 60 kg
    Δόση24 mg
    Έχουν μειωμένη ανεκτικότητα. Η δόση θα πρέπει να προσαρμόζεται περαιτέρω με βάση την ατομική ανεκτικότητα. Εξαιρούνται όσοι έχουν σοβαρή ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία.
  • Ασθενείς με HCC ηλικίας ≥75 ετών, λευκής φυλής, θηλυκού γένους ή με χειρότερη ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh A 6)
    Φαίνεται να έχουν μειωμένη ανεκτικότητα.
  • Ασθενείς με υπέρταση
    Η αρτηριακή πίεση να ελέγχεται καλά πριν και να παρακολουθείται τακτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
  • Ασθενείς με DTC και ήπια (Child-Pugh A) ή μέτρια (Child-Pugh B) ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης έναρξης.
  • Ασθενείς με DTC και σοβαρή (Child-Pugh C) ηπατική δυσλειτουργία
    Δόση14 mg
    Συνιστώμενη δόση έναρξης, μία φορά την ημέρα. Μπορεί να απαιτούνται περαιτέρω προσαρμογές της δόσης με βάση την ατομική ανεκτικότητα.
  • Ασθενείς με HCC και ήπια (Child-Pugh A) ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης έναρξης.
  • Ασθενείς με HCC και μέτρια (Child-Pugh B) ηπατική δυσλειτουργία
    Πολύ περιορισμένα δεδομένα, δεν επαρκούν για σύσταση δοσολογίας. Συνιστάται στενή παρακολούθηση της ασφάλειας.
  • Ασθενείς με HCC και σοβαρή (Child-Pugh C) ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν συνιστάται χρήση.
  • Ασθενείς με EC και ήπια (Child-Pugh A) ή μέτρια (Child-Pugh B) ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης έναρξης του συνδυασμού.
  • Ασθενείς με EC και σοβαρή (Child-Pugh C) ηπατική δυσλειτουργία
    Δόση10 mg
    Συνιστώμενη δόση έναρξης λενβατινίμπης, μία φορά την ημέρα. Ενδέχεται να απαιτούνται περαιτέρω προσαρμογές δόσης βάσει ανοχής.
  • Ασθενείς με DTC, HCC ή EC και ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης έναρξης.
  • Ασθενείς με DTC και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία
    Δόση14 mg
    Συνιστώμενη δόση έναρξης, μία φορά την ημέρα. Μπορεί να απαιτούνται περαιτέρω προσαρμογές της δόσης με βάση την ατομική ανεκτικότητα.
  • Ασθενείς με DTC, EC ή HCC και τελικού σταδίου νεφροπάθεια
    Δεν συνιστάται χρήση.
  • Ασθενείς με EC και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία
    Δόση10 mg
    Συνιστώμενη δόση έναρξης λενβατινίμπης, μία φορά την ημέρα. Ενδέχεται να απαιτούνται περαιτέρω προσαρμογές δόσης βάσει ανοχής.
  • Ηλικιωμένος πληθυσμός
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης έναρξης με βάση την ηλικία. Περιορισμένα δεδομένα για ασθενείς ≥75 ετών.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (2 έως <18 ετών)
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν μπορούν να γίνουν συστάσεις δοσολογίας.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (<2 ετών)
    Δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται.
  • Φυλή
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης έναρξης. Περιορισμένα δεδομένα για εθνοτική καταγωγή εκτός Καυκάσιων ή Ασιατών.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
  • Θηλασμός
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπέρταση
    σοβαρή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν λενβατινίμπη
    Η αρτηριακή πίεση (ΑΠ) θα πρέπει να ελέγχεται καλά πριν τη θεραπεία και αν υπερτασικοί, να λαμβάνουν σταθερή δόση αντιυπερτασικής θεραπείας για τουλάχιστον 1 εβδομάδα. Παρακολούθηση ΑΠ 1 εβδομάδα μετά την έναρξη, μετά κάθε 2 εβδομάδες για 2 μήνες και μηνιαίως εφεξής. Έναρξη αντιυπερτασικής θεραπείας μόλις επιβεβαιωθεί αυξημένη ΑΠ. Διαχείριση ανάλογα με τον Πίνακα 5 (προσωρινές διακοπές ή μειώσεις δόσης αν χρειάζεται).
  • Ανευρύσματα και αρτηριακοί διαχωρισμοί
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με παράγοντες κινδύνου όπως υπέρταση ή ιστορικό ανευρύσματος
    Ο κίνδυνος πρέπει να λαμβάνεται προσεκτικά υπόψη πριν από την έναρξη της θεραπείας.
  • Πρωτεϊνουρία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν λενβατινίμπη
    Τακτική παρακολούθηση πρωτεΐνης στα ούρα. Αν ανιχνευθεί πρωτεϊνουρία με δοκιμαστική ταινία ≥2+, μπορεί να απαιτούνται προσωρινές διακοπές, προσαρμογές ή μόνιμη διακοπή της δόσης (βλ. Δοσολογία). Διακοπή σε περίπτωση νεφρωσικού συνδρόμου.
  • Ηπατοτοξικότητα
    σοβαρή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν λενβατινίμπη (ιδιαίτερα με DTC, HCC, EC, προοδευτική μεταστατική ηπατική νόσο, χειρότερη ηπατική δυσλειτουργία, ≥75 ετών, εξέλιξη νόσου, ήπια/μέτρια ηπατική δυσλειτουργία)
    Στενή παρακολούθηση της συνολικής ασφάλειας. Παρακολούθηση δοκιμασιών ηπατικής λειτουργίας πριν την έναρξη, κάθε 2 εβδομάδες για 2 μήνες και μηνιαίως εφεξής. Για ασθενείς με HCC, παρακολούθηση για επιδείνωση της ηπατικής λειτουργίας. Σε περίπτωση ηπατοτοξικότητας, μπορεί να απαιτούνται προσωρινές διακοπές, προσαρμογές ή μόνιμη διακοπή της δόσης (βλ. Δοσολογία).
  • Νεφρική ανεπάρκεια και δυσλειτουργία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν λενβατινίμπη (ιδιαίτερα με αφυδάτωση ή υποογκαιμία)
    Απαιτείται ενεργή διαχείριση της τοξικότητας στο γαστρεντερικό. Μπορεί να απαιτούνται προσωρινές διακοπές, προσαρμογές ή μόνιμη διακοπή της δόσης (βλ. Δοσολογία).
  • Νεφρική ανεπάρκεια και δυσλειτουργία (σοβαρή)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία
    Η δόση έναρξης της λενβατινίμπης θα πρέπει να προσαρμόζεται (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
  • Διάρροια
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν λενβατινίμπη
    Άμεση ιατρική διαχείριση για την αποφυγή αφυδάτωσης. Η λενβατινίμπη θα πρέπει να διακοπεί σε περίπτωση επιμονής της διάρροιας Βαθμού 4 παρά την ιατρική διαχείριση.
  • Καρδιακή δυσλειτουργία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν λενβατινίμπη
    Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για κλινικά συμπτώματα ή σημεία καρδιακής ανεπάρκειας. Μπορεί να απαιτούνται προσωρινές διακοπές, προσαρμογές ή μόνιμη διακοπή της δόσης (βλ. Δοσολογία).
  • Σύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας (ΣΟΑΕ) / Σύνδρομο αναστρέψιμης οπίσθιας λευκοεγκεφαλοπάθειας (ΣΑΟΛ)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν λενβατινίμπη
    Απαιτείται μαγνητική τομογραφία για διάγνωση. Κατάλληλα μέτρα για έλεγχο της αρτηριακής πίεσης. Σε ασθενείς με σημεία ή συμπτώματα ΣΟΑΕ, μπορεί να απαιτούνται προσωρινές διακοπές, προσαρμογές ή μόνιμη διακοπή της δόσης (βλ. Δοσολογία).
  • Αρτηριακές θρομβοεμβολές
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν λενβατινίμπη
    Χρήση με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό αρτηριακής θρομβοεμβολής εντός των τελευταίων 6 μηνών. Η απόφαση θεραπείας πρέπει να βασίζεται σε εκτίμηση οφέλους/κινδύνου. Η λενβατινίμπη θα πρέπει να διακοπεί μετά από αρτηριακό θρομβωτικό συμβάν.
  • Αντισύλληψη
    ΠληθυσμόςΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
    Πρέπει να χρησιμοποιούν ιδιαίτερα αποτελεσματική αντισύλληψη ενώ λαμβάνουν λενβατινίμπη και για ένα μήνα μετά τη διακοπή της θεραπείας (βλ. Κύηση και γαλουχία).
  • Αιμορραγία
    σοβαρή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς (ιδιαίτερα με αναπλαστικό καρκίνωμα θυρεοειδούς, ηπατική κίρρωση)
    Λήψη υπόψη του βαθμού εισβολής/διήθησης των μείζονων αιμοφόρων αγγείων από τον όγκο. Πραγματοποίηση διαλογής και θεραπείας κιρσών οισοφάγου σε ασθενείς με ηπατική κίρρωση πριν την έναρξη. Σε περίπτωση αιμορραγίας, μπορεί να απαιτούνται προσωρινές διακοπές, προσαρμογές ή μόνιμη διακοπή της δόσης (βλ. Δοσολογία).
  • Διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα και σχηματισμός συριγγίων
    ΠληθυσμόςΑσθενείς (ιδιαίτερα με παράγοντες κινδύνου όπως προηγούμενη χειρουργική επέμβαση ή ακτινοθεραπεία)
    Σε περίπτωση διάτρησης ή συριγγίου, μπορεί να απαιτούνται προσωρινές διακοπές, προσαρμογές ή μόνιμη διακοπή της δόσης (βλ. Δοσολογία).
  • Μη γαστρεντερικό συρίγγιο / Πνευμοθώρακας
    ΠληθυσμόςΑσθενείς (ιδιαίτερα με προηγούμενη χειρουργική επέμβαση, ακτινοθεραπεία, μεταστάσεις στον πνεύμονα)
    Μην ξεκινήσετε θεραπεία σε ασθενείς με συρίγγιο. Μόνιμη διακοπή σε ασθενείς με συμμετοχή οισοφαγικού ή τραχειοβρογχικού σωλήνα και οποιοδήποτε Βαθμού 4 συρίγγιο (βλ. Δοσολογία). Προσοχή με προσωρινή διακοπή ή μείωση δόσης. Η λενβατινίμπη μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς την επούλωση τραυμάτων.
  • Παράταση διαστήματος QT
    ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς, ειδικά με συγγενές σύνδρομο μακρού QT, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, βραδυαρρυθμίες ή λήψη φαρμάκων που παρατείνουν το QT.
    Παρακολούθηση ηλεκτροκαρδιογραφημάτων κατά την έναρξη και περιοδικά. Διακοπή αν QT >500 ms. Επανέναρξη σε μειωμένη δόση αν QTc < 480 ms. Παρακολούθηση και διόρθωση ηλεκτρολυτικών διαταραχών (υποκαλιαιμία, υπασβεστιαιμία, υπομαγνησιαιμία) πριν και κατά τη θεραπεία. Παρακολούθηση ασβεστίου τουλάχιστον μηνιαίως. Διακοπή ή προσαρμογή δόσης ανάλογα με σοβαρότητα, ΗΚΓ και υπασβεστιαιμία.
  • Δυσλειτουργία της καταστολής της θυρεοειδοτρόπου ορμόνης / Δυσλειτουργία θυρεοειδούς (Υποθυρεοειδισμός)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν λενβατινίμπη
    Παρακολούθηση λειτουργίας θυρεοειδούς πριν την έναρξη και περιοδικά. Θεραπεία υποθυρεοειδισμού. Παρακολούθηση TSH και προσαρμογή χορήγησης ορμονών θυρεοειδούς.
  • Επιπλοκές επούλωσης τραυμάτων
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε μείζονες χειρουργικές επεμβάσεις
    Εξέταση προσωρινής διακοπής της λενβατινίμπης. Η απόφαση επανέναρξης πρέπει να βασίζεται σε κλινική κρίση σχετικά με την επαρκή επούλωση τραυμάτων.
  • Οστεονέκρωση της γνάθου (ΟΝΓ)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν λενβατινίμπη (ιδιαίτερα με προηγούμενη/ταυτόχρονη αντιαπορροφητική οστική θεραπεία ή άλλους αναστολείς αγγειογένεσης)
    Προσοχή κατά τη χρήση με άλλες θεραπείες. Εξέταση οδοντιατρικής εξέτασης και προληπτικών ελέγχων πριν τη θεραπεία. Αποφυγή επεμβατικών οδοντιατρικών διαδικασιών σε ασθενείς που λαμβάνουν διφωσφονικά, αν είναι εφικτό.
  • Σύνδρομο λύσης όγκου (ΣΛΟ)
    θανατηφόρο
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με παράγοντες κινδύνου (υψηλό φορτίο όγκου, προϋπάρχουσα νεφροπάθεια, αφυδάτωση)
    Στενή παρακολούθηση και θεραπεία. Εξέταση προφυλακτικής ενυδάτωσης.
  • Ειδικοί πληθυσμοί
    ΠληθυσμόςΑσθενείς εθνοτικής καταγωγής εκτός Καυκάσιων ή Ασιατών, ασθενείς ηλικίας ≥ 75 ετών, ασθενείς με ECOG PS ≥ 2
    Χρήση με προσοχή. Πιθανός κίνδυνος πρόσθετων τοξικοτήτων αν δεν υπάρχει επαρκής περίοδος κάθαρσης (4 εβδομάδες) μετά από άλλες αντικαρκινικές θεραπείες.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • παρακολούθηση
    Καμία σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική
  • Μιδαζολάμη (υπόστρωμα CYP3A και P-γλυκοπρωτεΐνης)
    παρακολούθηση
    Δεν τροποποιήθηκαν οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα. Δεν αναμένεται σημαντική αλληλεπίδραση με άλλα υποστρώματα CYP3A4/P-γλυκοπρωτεΐνης.
  • Από στόματος ορμονικά αντισυλληπτικά
    προσοχή
    Άγνωστη η πιθανότητα μείωσης της αποτελεσματικότητας.
    ΣύστασηΟι γυναίκες να προσθέσουν μια μέθοδο φραγμού.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more

Ο παρόν κείμενο περιγράφει κυρίως τις Ανεπιθύμητες ενέργειες που απαιτούν τροποποίηση της δόσης της λενβατινίμπης (Πίνακας 4), χρησιμοποιώντας τα κριτήρια CTCAE του NCI.

Πίνακας 4 Ανεπιθύμητες ενέργειες που απαιτούν τροποποίηση της δόσης της λενβατινίμπης

Ανεπιθύμητη ενέργεια Σοβαρότητα Ενέργεια
Υπέρταση Βαθμός 3 (παρά τη βέλτιστη αντιυπερτασική θεραπεία) Μείωση δόσης και έναρξη εκ νέου θεραπείας με λενβατινίμπη. Υποχωρεί στον Βαθμό 0, 1 ή 2. Βλ. λεπτομερείς οδηγίες στον Πίνακα 5 στην παράγραφο 4.4.
Βαθμός 4 Μόνιμη διακοπή
Πρωτεϊνουρία ≥ 2 g / 24 ώρες Προσωρινή διακοπή. Υποχωρεί σε λιγότερο από 2 g / 24 ώρες.
Νεφρωσικό σύνδρομο - Μόνιμη διακοπή
Νεφρική δυσλειτουργία ή ανεπάρκεια Βαθμός 3 Προσωρινή διακοπή. Υποχωρεί στον Βαθμό 0-1 ή την κατάσταση κατά την έναρξη.
Βαθμός 4* Μόνιμη διακοπή
Καρδιακή δυσλειτουργία Βαθμός 3 Προσωρινή διακοπή. Υποχωρεί στον Βαθμό 0-1 ή την κατάσταση κατά την έναρξη.
Βαθμός 4 Μόνιμη διακοπή
Σύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας (ΣΟΑΕ) / Σύνδρομο αναστρέψιμης οπίσθιας λευκοεγκεφαλοπάθειας (ΣΑΟΛ) Οποιοσδήποτε βαθμός Προσωρινή διακοπή. Μην αρχίζετε εκ νέου τη θεραπεία.
Ηπατοτοξικότητα Βαθμός 3 Προσωρινή διακοπή. Εξετάστε το ενδεχόμενο να αρχίσετε εκ νέου τη θεραπεία σε μειωμένη δόση εάν υποχωρεί στον Βαθμό 0-1.
Βαθμός 4* Μόνιμη διακοπή
Αρτηριακές θρομβοεμβολές Οποιοσδήποτε βαθμός Μόνιμη διακοπή
Αιμορραγία Βαθμός 3 Προσωρινή διακοπή. Υποχωρεί στον Βαθμό 0-1.
Βαθμός 4 Μόνιμη διακοπή
Διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα ή συρίγγια Οποιοσδήποτε βαθμός Μόνιμη διακοπή
Μη γαστρεντερικό συρίγγιο Οποιοσδήποτε βαθμός Προσωρινή διακοπή. Υποχωρεί στον Βαθμό 0-1 ή την κατάσταση κατά την έναρξη.
Παράταση διαστήματος QT >500 ms Προσωρινή διακοπή. Υποχωρεί στα <480 ms ή την κατάσταση κατά την έναρξη.
Διάρροια Βαθμός 3 Μείωση δόσης και έναρξη εκ νέου θεραπείας με λενβατινίμπη. Υποχωρεί στον Βαθμό 0-1 ή την κατάσταση κατά την έναρξη.
Βαθμός 4 (παρά την ιατρική διαχείριση) Μόνιμη διακοπή

*Οι εργαστηριακές ανωμαλίες Βαθμού 4 που κρίθηκαν μη απειλητικές για τη ζωή μπορεί να αντιμετωπίζονται ως σοβαρές αντιδράσεις (π.χ., Βαθμού 3).

Ειδικοί πληθυσμοί

Οι ειδικοί πληθυσμοί όπως ασθενείς ηλικίας ≥75 ετών, Ασιατικής φυλής, με συννοσηρότητες (π.χ., υπέρταση και ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία) ή σωματικό βάρος κάτω των 60 kg εμφανίζουν μειωμένη ανεκτικότητα στη λενβατινίμπη.

pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
    Να αποφεύγουν να μείνουν έγκυες και να χρησιμοποιούν ιδιαίτερα αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για διάστημα τουλάχιστον ένα μήνα μετά.
    Είναι άγνωστο επί του παρόντος αν η λενβατινίμπη μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα των ορμονικών αντισυλληπτικών και, ως εκ τούτου, οι γυναίκες που χρησιμοποιούν από στόματος ορμονικά αντισυλληπτικά θα πρέπει να προσθέσουν μια μέθοδο φραγμού.
  • Κύηση
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο και μετά από προσεκτική εκτίμηση για τις ανάγκες της μητέρας και τον κίνδυνο για το έμβρυο.
    Δεν διατίθενται δεδομένα σχετικά με τη χρήση της λενβατινίμπης σε έγκυο γυναίκα. Η λενβατινίμπη ήταν εμβρυοτοξική και τερατογόνος όταν χορηγήθηκε σε αρουραίους και κουνέλια (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
  • Θηλασμός
    Αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού (βλέπε Αντενδείξεις).
    Δεν είναι γνωστό εάν η λενβατινίμπη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Η λενβατινίμπη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο γάλα των αρουραίων (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο κίνδυνος στα νεογέννητα/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί.
  • Γονιμότητα
    Είναι άγνωστες οι επιδράσεις στον άνθρωπο. Ωστόσο, έχει παρατηρηθεί τοξικότητα στους όρχεις και τις ωοθήκες σε αρουραίους, σκύλους και πιθήκους (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συμπτώματα
  • υπέρταση
  • ναυτία
  • διάρροια
  • κόπωση
  • στοματίτιδα
  • πρωτεϊνουρία
  • κεφαλαλγία
  • επιδείνωση της παλαμο-πελματιαίας ερυθροδυσαισθησίας (PPE)
  • νεφρική ανεπάρκεια
  • καρδιακή ανεπάρκεια
Αντιμετώπιση
Σε περίπτωση ύποπτης υπερδοσολογίας, η λενβατινίμπη θα πρέπει να διακοπεί και να χορηγηθεί κατάλληλη υποστηρικτική θεραπεία, όπως απαιτείται.
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΠιθανώς
Η λενβατινίμπη έχει μικρή επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων, λόγω των ανεπιθύμητων ενεργειών όπως *κόπωση* και *ζάλη*. Ασθενείς που παρουσιάζουν αυτά τα συμπτώματα θα πρέπει να είναι προσεκτικοί κατά την οδήγηση ή τον χειρισμό μηχανημάτων.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Περιεχόμενο καψακίου
Ασβέστιο ανθρακικό
Μαννιτόλη
Κυτταρίνη μικροκρυσταλλική
Υδροξυπροπυλοκυτταρίνη
Υδροξυπροπυλοκυτταρίνη χαμηλής υποκατάστασης
Τάλκης
Κέλυφος καψακίου
Υπρομελλόζη
Τιτανίου διοξείδιο (E171)
Σιδήρου οξείδιο κίτρινο (E172)
Σιδήρου οξείδιο ερυθρό (E172)
Μελάνι εκτύπωσης
Κόμμεα λάκκας
Σιδήρου οξείδιο μέλαν (E172)
Καλίου υδροξείδιο
Προπυλενογλυκόλη
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία

αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολείς πρωτεϊνικών κινασών, κωδικός ATC: L01EX08

Η λενβατινίμπη είναι ένας αναστολέας πολλαπλών κινασών που έχει δείξει κυρίως αντιαγγειογενετικές ιδιότητες in vitro και in vivo, και άμεση αναστολή της ανάπτυξης του όγκου παρατηρήθηκε επίσης σε in vitro μοντέλα.

Μηχανισμός δράσης

Η λενβατινίμπη αποτελεί αναστολέα των υποδοχέων κινάσης της τυροσίνης (RTK) που αναστέλλει εκλεκτικά τις δράσεις της κινάσης των υποδοχέων του αγγειακού ενδοθηλιακού αυξητικού παράγοντα (VEGF), VEGFR1 (FLT1), VEGFR2 (KDR) και VEGFR3 (FLT4), επιπλέον με άλλους προαγγειογόνους και ογκογόνους σχετιζόμενους με την οδό RTKs, συμπεριλαμβανομένων των υποδοχέων του παράγοντα ανάπτυξης ινοβλαστών (FGF), FGFR1, 2, 3 και 4, του υποδοχέα του αυξητικού παράγοντα που παράγεται από τα αιµοπετάλια (PDGF), PDGFRα, KIT και RET. Επιπλέον, η λενβατινίμπη είχε εκλεκτική, άμεση αντιπολλαπλασιαστική δράση στις κυτταρικές σειρές ηπατοκυττάρων που εξαρτώνται από την ενεργοποιημένη σηματοδότηση FGFR, η οποία αποδίδεται στην αναστολή της σηματοδότησης FGFR από τη λενβατινίμπη. Σε ομοιογονιδιακά μοντέλα όγκου ποντικών, η λενβατινίμπη μείωσε τα σχετιζόμενα με νεοπλασίες μακροφάγα, αύξησε τα ενεργοποιημένα κυτταροτοξικά κύτταρα Τ και έδειξε μεγαλύτερη αντινεοπλασματική δραστικότητα σε συνδυασμό με ένα μονοκλωνικό αντίσωμα anti-PD-1, σε σύγκριση με τη θεραπεία μόνο με έναν από τους δύο παράγοντες. Παρόλο που δεν μελετήθηκε απευθείας με τη λενβατινίμπη, ο μηχανισμός δράσης για υπέρταση θεωρείται ότι διαμεσολαβείται από την αναστολή του VEGFR2 σε αγγειακά ενδοθηλιακά κύτταρα. Ομοίως, αν και δεν έχει μελετηθεί απευθείας, ο μηχανισμός δράσης για πρωτεϊνουρία θεωρείται ότι διαμεσολαβείται από τη μειορρύθμιση των VEGFR1 και VEGFR2 στα ποδοκύτταρα του σπειράματος. Ο μηχανισμός δράσης για υποθυρεοειδισμό δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί.

Κλινική αποτελεσματικότητα

Ανθεκτικό στο ραδιενεργό ιώδιο, διαφοροποιημένο καρκίνο του θυρεοειδούς Η μελέτη SELECT ήταν μια πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο δοκιμή που διεξήχθη σε 392 ασθενείς με ανθεκτικό στο ραδιενεργό ιώδιο, διαφοροποιημένο καρκίνο του θυρεοειδούς με ανεξάρτητες, κεντρικά αναθεωρημένες, ακτινολογικές ενδείξεις εξέλιξης της νόσου εντός 12 μηνών (παράθυρο +1 μήνα) πριν την ένταξη. Ανθεκτικό στο ραδιενεργό ιώδιο ορίστηκε ως μία ή περισσότερες μετρήσιμες βλάβες είτε με έλλειψη πρόσληψης ιωδίου ή με εξέλιξη παρά τη θεραπεία με ραδιενεργό ιώδιο (RAI), ή με αθροιστική δράση του RAI > 600 mCi ή 22 GBq με την τελευταία δόση τουλάχιστον 6 μήνες πριν την εισαγωγή στη μελέτη. Η τυχαιοποίηση ήταν στρωματοποιημένη ανά γεωγραφική περιοχή (Ευρώπη, Βόρεια Αμερική και Άλλες), πριν τη στοχευμένη VEGF/VEGFR θεραπεία (οι ασθενείς μπορεί να έχουν λάβει 0 ή 1 πριν τη στοχευμένη VEGF/VEGFR θεραπεία), και την ηλικία (≤ 65 ετών ή > 65 ετών). Το κύριο καταληκτικό σημείο για την αποτελεσματικότητα ήταν η επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS), όπως καθορίζεται από τυφλή ανεξάρτητη ραδιολογική επισκόπηση χρησιμοποιώντας τα Κριτήρια Αξιολόγησης της Ανταπόκρισης επί Συμπαγών Όγκων (RECIST) 1.1. Τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία για την αποτελεσματικότητα περιελάμβαναν το συνολικό ποσοστό ανταπόκρισης και τη συνολική επιβίωση. Οι ασθενείς στο σκέλος του εικονικού φαρμάκου θα μπορούσαν να επιλέξουν τη λήψη θεραπείας με λενβατινίμπη κατά τη στιγμή της επιβεβαιωμένης εξέλιξης της νόσου. Οι επιλέξιμοι ασθενείς με μετρήσιμη νόσο σύμφωνα με τα κριτήρια RECIST 1.1 τυχαιοποιήθηκαν 2:1 για να λάβουν 24 mg λενβατινίμπης μία φορά την ημέα (n=261) ή εικονικό φάρμακο (n=131). Τα αρχικά δημογραφικά στοιχεία και τα χαρακτηριστικά της νόσου ήταν καλά ισορροπημένα για αμφότερες τις ομάδες θεραπείας. Εκ των 392 ασθενών που τυχαιοποιήθηκαν, το 76,3% δεν είχε λάβει προηγούμενες στοχευμένες VEGF/VEGFR θεραπείες, το 49,0% ήταν γυναίκες, το 49,7% ήταν Ευρωπαίοι και η διάμεση ηλικία ήταν 63 έτη. Ιστολογικά, το 66,1% είχε επιβεβαιωμένη διάγνωση θηλώδους καρκίνου του θυρεοειδούς και το 33,9% είχε θυλακιώδη καρκίνο του θυρεοειδούς, που περιελάμβανε κύτταρα Hürthle σε ποσοστό 14,8% και διαυγή κύτταρα σε ποσοστό 3,8%. Παρουσιάστηκαν μεταστάσεις στο 99% των ασθενών: πνεύμονες στο 89,3%, λεμφαδένες στο 51,5%, οστά στο 38,8%, ήπαρ στο 18,1%, υπεζωκότα στο 16,3% και εγκέφαλο στο 4,1%.Η πλειοψηφία των ασθενών είχε λειτουργική κατάσταση κατά ECOG της τάξης του 0. Το 42,1% είχε κατάσταση της τάξης του 1. Το 3,9% είχε κατάσταση πάνω από το 1. Η διάμεση αθροιστική δράση του RAI που χορηγήθηκε πριν την εισαγωγή στη μελέτη ήταν 350 mCi (12,95 GBq). Μια στατιστικά σημαντική παράταση στην PFS αποδείχτηκε σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με λενβατινίμπη, σε σύγκριση με τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο (p<0,0001) (βλ. Σχήμα 1). Η θετική επίδραση στην PFS παρατηρήθηκε σε όλες τις υποομάδες της ηλικίας (άνω ή κάτω των 65 ετών), του φύλου, της φυλής, του ιστολογικού υποτύπου, της γεωγραφική περιοχής, καθώς και εκείνων που έλαβαν 0 ή 1 πριν τις στοχευμένες VEGF/VEGFR θεραπείες. Μετά την επιβεβαίωση της εξέλιξης της νόσου από ανεξάρτητη επισκόπηση, 109 ασθενείς (83,2%) που τυχαιοποιήθηκαν σε εικονικό φάρμακο άλλαξαν σε ανοικτή λενβατινίμπη κατά τη στιγμή της κύριας ανάλυσης αποτελεσματικότητας. Το ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης (πλήρης ανταπόκριση [CR] συν μερική ανταπόκριση [PR]) με ανεξάρτητη ραδιολογική επισκόπηση ήταν σημαντικά (p<0,0001) υψηλότερο στην ομάδα που έλαβε θεραπεία με λενβατινίμπη (64,8%) από ό,τι στην ομάδα που έλαβε θεραπεία με εικονικό φάρμακο (1,5%). Σε τέσσερα άτομα (1,5%) που έλαβαν θεραπεία με λενβατινίμπη επετεύχθη CR και 165 άτομα (63,2%) είχαν PR, ενώ κανένα άτομο που έλαβε θεραπεία με εικονικό φάρμακο δεν είχε CR και 2 άτομα (1,5%), είχαν PR. Ο διάμεσος χρόνος μέχρι την πρώτη μείωση της δόσης ήταν 2,8 μήνες. Ο διάμεσος χρόνος μέχρι την αντικειμενική ανταπόκριση ήταν 2,0 (95% CI: 1,9, 3,5) μήνες. Ωστόσο, εκ των ασθενών που εμφάνισαν πλήρη ή μερική ανταπόκριση στη λενβατινίμπη, στο 70,4% παρατηρήθηκε ανάπτυξη ανταπόκρισης στις ή εντός 30 ημερών υπό αγωγή με δόση 24 mg. Η ανάλυση συνολικής επιβίωσης περιπλέχθηκε από το γεγονός ότι τα άτομα που έλαβαν θεραπεία με εικονικό φάρμακο με επιβεβαιωμένη εξέλιξη της νόσου είχαν την επιλογή αλλαγής σε ανοικτή λενβατινίμπη. Δεν υπήρξε καμία στατιστικά σημαντική διαφορά στη συνολική επιβίωση μεταξύ των ομάδων θεραπείας κατά τη στιγμή της κύριας ανάλυσης αποτελεσματικότητας (HR=0,73, 95% CI: 0,50, 1,07, p=0,1032). Δεν επετεύχθη διάμεση συνολική επιβίωση (OS) για αμφότερες τις ομάδες της λενβατινίμπης και της αλλαγής του εικονικού φαρμάκου.

Πίνακας 7 Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας σε ασθενείς με DTC

Παράμετρος Λενβατινίμπη (N=261) Εικονικό φάρμακο (N=131)
Επιβίωση χωρίς Εξέλιξη της Νόσου (PFS)
Αριθμός εξελίξεων ή θανάτων (%) 107 (41,0) 113 (86,3)
Διάμεση PFS σε μήνες (95% CI) 18,3 (15,1, NE) 3,6 (2,2, 3,7)
Αναλογία κινδύνου (99% CI) 0,21 (0,14, 0,31)
Τιμή p <0,0001
Ασθενείς που είχαν λάβει 0 προηγούμενη στοχευμένη VEGF/VEGFR θεραπεία
Αριθμός εξελίξεων ή θανάτων 76 88
Διάμεση PFS σε μήνες (95% CI) 18,7 (16,4, NE) 3,6 (2,1, 5,3)
Αναλογία κινδύνου (95% CI) 0,20 (0,14, 0,27)
Ασθενείς που είχαν λάβει 1 προηγούμενη στοχευμένη VEGF/VEGFR θεραπεία
Αριθμός εξελίξεων ή θανάτων 31 25
Διάμεση PFS σε μήνες (95% CI) 15,1 (8,8, NE) 3,6 (1,9, 3,7)
Αναλογία κινδύνου (95% CI) 0,22 (0,12, 0,41)
Ποσοστό Αντικειμενικής Ανταπόκρισης
Αριθμός αντικειμενικών ανταποκριθέντων (%) (95% CI) 169 (64,8) (59,0, 70,5) 2 (1,5) (0,0, 3,6)
Τιμή p <0,0001
Αριθμός πλήρων ανταποκρίσεων 4 0
Αριθμός μερικών ανταποκρίσεων 165 2
Διάμεσος χρόνος έως την αντικειμενική ανταπόκριση, μήνες (95% CI) 2,0 (1,9, 3,5) 5,6 (1,8, 9,4)
Διάρκεια ανταπόκρισης, μήνες, διάμεση (95% CI) NE (16,8, NE) NE (NE, NE)
Συνολική Επιβίωση
Αριθμός θανάτων (%) 71 (27,2) 47 (35,9)
Διάμεση OS σε μήνες (95% CI) NE (22,0, NE) NE (20,3, NE)
Αναλογία κινδύνου (95% CI) 0,73 (0,50, 1,07)
Τιμή p 0,1032

Ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα Η κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια της λενβατινίμπης έχει αξιολογηθεί σε μια διεθνή, πολυκεντρική, ανοικτή, τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης 3 (REFLECT) σε ασθενείς με μη εξαιρέσιμο ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα (HCC). Συνολικά, 954 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1:1 στη λήψη είτε λενβατινίμπης (12 mg [σωματικό βάρος κατά την έναρξη ≥60 kg] ή 8 mg [σωματικό βάρος κατά την έναρξη <60 kg]) από στόματος μία φορά την ημέρα είτε σοραφενίμπη 400 mg χορηγούμενη δύο φορές την ημέρα. Οι ασθενείς ήταν επιλέξιμοι για συμμετοχή εάν είχαν κατάσταση ηπατικής λειτουργίας κατηγορίας A κατά Child-Pugh και κατάσταση απόδοσης κατά την Συνεργαζόμενη Ογκολογική Ομάδα της Ανατολικής Ακτής των ΗΠΑ (ECOG PS) 0 ή 1. Οι ασθενείς που είχαν λάβει προηγούμενη συστηματική αντικαρκινική θεραπεία για προχωρημένο/μη εξαιρέσιμο HCC ή οποιαδήποτε πρώιμη αντι-VEGF θεραπεία αποκλείονταν. Οι βλάβες-στόχοι που είχαν προηγουμένως αντιμετωπιστεί με ακτινοθεραπεία ή τοποπεριοχική θεραπεία έπρεπε να παρουσιάζουν ακτινολογικές ενδείξεις εξέλιξης της νόσου. Οι ασθενείς όπου η κατάληψη του ήπατος ήταν ≥50%, υπήρχε σαφής διήθηση του χοληφόρου πόρου ή κυρίου κλάδου της πυλαίας φλέβας (Vp4) κατά την απεικόνιση αποκλείονταν επίσης. Τα δημογραφικά στοιχεία και τα χαρακτηριστικά της νόσου κατά την έναρξη ήταν παρόμοια μεταξύ των ομάδων: λενβατινίμπης και σοραφενίμπης και παρουσιάζονται παρακάτω και για τους 954 τυχαιοποιημένους ασθενείς:

  • Διάμεση ηλικία: 62 έτη
  • Άντρες: 84%
  • Λευκοί: 29%, Ασιάτες: 69%, Μαύροι ή Αφροαμερικανοί: 1,4%
  • Σωματικό βάρος: <60 kg - 31%, 60-80 kg - 50%, >80 kg - 19%
  • Κατάσταση απόδοσης κατά την ECOG PS 0: 63%, ECOG PS 1: 37%
  • Child-Pugh A: 99%, Child-Pugh B: 1%
  • Αιτιολογία: Ηπατίτιδα B (50%), Ηπατίτιδα C (23%), αλκοόλ (6%)
  • Απουσία μακροσκοπικής διήθησης της πυλαίας φλέβας (MPVI): 79%
  • Απουσία MPVI, εξωηπατική εξάπλωση του όγκου (extra-hepatic tumour spread, EHS) ή και τα δύο: 30%
  • Υποκείμενη κίρρωση (από ανεξάρτητη απεικονιστική επισκόπηση): 75%
  • Σταδίου Β καρκίνος του ήπατος κατά την κλινική της Βαρκελώνης (Barcelona Clinic Liver Cancer, BCLC): 20%, σταδίου C BCLC: 80%
  • Προηγούμενες θεραπείες: ηπατεκτομή (28%), ακτινοθεραπεία (11%), τοποπεριοχικές θεραπείες συμπεριλαμβανομένου του ενδαρτηριακού (χημειο)εμβολισμού (52%), της κατάλυσης με ραδιοσυχνότητες (21%) και της διαδερμικής ένεσης αιθανόλης (4%)

Το κύριο τελικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν η συνολική επιβίωση (Overall Survival, OS). Η λενβατινίμπη ήταν μη κατώτερη όσον αφορά την OS σε σχέση με τη σοραφενίμπη με HR = 0,92 [95% CI (0,79, 1,06)] και διάμεση OS 13,6 μηνών έναντι 12,3 μηνών (βλ. Πίνακα 8 και Σχήμα 2). Τα αποτελέσματα για τα υποκατάστατα τελικά σημεία (PFS και ORR) παρουσιάζονται στον Πίνακα 8 παρακάτω.

Πίνακας 8: Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας από τη μελέτη REFLECT στο HCC

Παράμετρος αποτελεσματικότητας Αναλογία κινδύνου (95% CI) Διάμεση τιμή (95% CI) Λενβατινίμπη (N= 478) Διάμεση τιμή (95% CI) Σοραφενίμπη (N=476) Τιμή p
OS 0,92 (0,79,1,06) 13,6 (12,1, 14,9) 12,3 (10,4, 13,9) NA
PFS (mRECIST) 0,64 (0,55, 0,75) 7,3 (5,6, 7,5) 3,6 (3,6, 3,7) <0,00001
ORR (mRECIST) NA 41% (36%, 45%) 12% (9%, 15%) <0,00001

Η διάμεση διάρκεια της αντικειμενικής ανταπόκρισης ήταν 7,3 (95%CI 5,6, 7,4) μήνες στο σκέλος της λενβατινίμπης και 6,2 (95%CI 3,7, 11,2) μήνες στο σκέλος της σοραφενίμπης.

Φαρμακοκινητική

Έχουν μελετηθεί παράμετροι φαρμακοκινητικής της λενβατινίμπης σε υγιή ενήλικα άτομα, ενήλικα άτομα με ηπατική δυσλειτουργία, νεφρική δυσλειτουργία και συμπαγείς όγκους.

Απορρόφηση

Η λενβατινίμπη απορροφάται ταχέως μετά την από στόματος χορήγηση με το tmax να παρατηρείται συνήθως από 1 έως 4 ώρες μετά τη δόση. Η τροφή δεν επηρεάζει τον βαθμό απορρόφησης, αλλά επιβραδύνει τον ρυθμό απορρόφησης. Όταν χορηγείται με τροφή σε υγιή άτομα, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα καθυστερούν κατά 2 ώρες. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα δεν έχει καθοριστεί στον άνθρωπο. Ωστόσο, δεδομένα από μια μελέτη ισοζυγίου βάρους υποδηλώνουν ότι είναι της τάξης του 85%. Η λενβατινίμπη παρουσίασε καλή βιοδιαθεσιμότητα από στόματος σε σκυλιά (70,4%) και πιθήκους (78,4%).

Κατανομή

Η in vitro δέσμευση της λενβατινίμπης στις ανθρώπινες πρωτεΐνες του πλάσματος είναι υψηλή και κυμάνθηκε από 98% έως 99% (0,3 - 30 μg/mL, μεσυλική). Αυτή η δέσμευση ήταν κυρίως στη λευκωματίνη με ήσσονος σημασίας δέσμευση στην α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη και τη γ-σφαιρίνη. In vitro, η αναλογία συγκέντρωσης αίματος προς πλάσμα της λενβατινίμπης κυμάνθηκε από 0,589 έως 0,608 (0,1 - 10 μg/mL, μεσυλική). Η λενβατινίμπη αποτελεί υπόστρωμα της P-gp και της BCRP. Η λενβατινίμπη δεν αποτελεί υπόστρωμα των OAT1, OAT3, OATP1B1, OATP1B3, OCT1, OCT2, MATE1, MATE2-K ή της αντλίας εξαγωγής χολικών αλάτων BSEP. Σε ασθενείς, ο διάμεσος φαινομενικός όγκος κατανομής (Vz/F) της πρώτης δόσης κυμάνθηκε από 50,5 L έως 92 L και ήταν γενικά σύμφωνος για όλες τις ομάδες δόσης από 3,2 mg έως 32 mg. Ο ανάλογος διάμεσος φαινομενικός όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση (Vz/Fss) ήταν επίσης γενικά σύμφωνος και κυμάνθηκε από 43,2 L έως 121 L.

Βιομετασχηματισμός

In vitro, το κυτόχρωμα P450 3A4 αποδείχθηκε ως η κύρια ισομορφή (>80%) που συμμετέχει στο μεταβολισμό με τη διαμεσολάβηση του P450 της λενβατινίμπης. Ωστόσο, in vivo δεδομένα έδειξαν ότι οι οδοί χωρίς τη διαμεσολάβηση του P450 συνέβαλαν σε σημαντικό ποσοστό του συνολικού μεταβολισμού της λενβατινίμπης. Συνεπώς, in vivo, επαγωγείς και αναστολείς του CYP 3A4 είχαν ελάχιστη επίδραση στην έκθεση της λενβατινίμπης (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Σε μικροσώματα ανθρώπινου ήπατος, η διμεθυλιωμένη μορφή της λενβατινίμπης (M2) προσδιορίστηκε ως ο κύριος μεταβολίτης. Οι M2’ και M3’, οι κύριοι μεταβολίτες στα ανθρώπινα κόπρανα, σχηματίστηκαν από τον M2 και τη λενβατινίμπη, αντίστοιχα, μέσω της αλδεϋδο-οξειδάσης. Σε δείγματα πλάσματος που συλλέχθηκαν έως και 24 ώρες μετά τη χορήγηση, η λενβατινίμπη αποτελούσε το 97% της ραδιενέργειας σε ραδιοχρωματογραφήματα πλάσματος ενώ ο M2 μεταβολίτης αντιπροσώπευε ένα πρόσθετο 2,5%. Με βάση την AUC(0 - inf), η λενβατινίμπη αντιπροσώπευε το 60% και 64% της συνολικής ραδιενέργειας στο πλάσμα και το αίμα, αντίστοιχα. Δεδομένα από μια ανάλυση ισοζυγίου ανθρώπινου βάρους/αποβολής δείχνουν ότι η λενβατινίμπη μεταβολίζεται εκτενώς στον άνθρωπο. Οι κύριες μεταβολικές οδοί στον άνθρωπο προσδιορίστηκαν ως η οξείδωση από την αλδεϋδο-οξειδάση, η διμεθυλίωση μέσω του CYP3A4, η σύζευξη γλουταθειόνης με απαλοιφή της O-αρυλο-ομάδας (χλωροφαινυλ-ομάδα) και συνδυασμοί αυτών των οδών ακολουθούμενες από περαιτέρω βιομετασχηματισμούς (π.χ., γλυκουρονιδίωση, υδρόλυση της ομάδας της γλουταθειόνης, αποικοδόμηση της ομάδας της κυστεΐνης και ενδομοριακές αναδιατάξεις της συζυγούς κυστεϊνυλογλυκίνης και κυστεΐνης με επακόλουθο διμερισμό). Αυτές οι in vivo μεταβολικές οδοί ευθυγραμμίζονται με τα δεδομένα που παρέχονται από τις in vitro μελέτες που χρησιμοποιούν ανθρώπινα βιοϋλικά.

In vitro μελέτες μεταφορέα

Για τους ακόλουθους µεταφορείς, OAT1, OAT3, OATP1B1, OCT1, OCT2 και BSEP, αποκλείστηκε κλινικά σημαντική αναστολή με βάση μια αποκοπή IC50> 50 × Cmax,unbound. Η λενβατινίμπη έδειξε ελάχιστη ή καμία ανασταλτική δράση προς τις δραστηριότητες μεταφοράς με τη διαμεσολάβηση της P-gp και της πρωτεΐνης αντίστασης του καρκίνου του μαστού (BCRP). Ομοίως, δεν παρατηρήθηκε καμία επαγωγή της έκφρασης της mRNA P-gp. Η λενβατινίμπη έδειξε ελάχιστη ή καμία ανασταλτική επίδραση στο OATP1B3 και το MATE2-K. Η λενβατινίμπη αναστέλλει ασθενώς το MATE1. Στο κυτοσόλιο ανθρώπινου ήπατος, η λενβατινίμπη δεν ανέστειλε τη δραστηριότητα της αλδεϋδο-οξειδάσης.

Αποβολή

Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα μειώνονται διεκθετικά μετά τη Cmax. Η μέση τελική εκθετική ημίσεια ζωή της λενβατινίμπης είναι περίπου 28 ώρες. Μετά τη χορήγηση ραδιοεπισημασμένης λενβατινίμπης σε 6 ασθενείς, με συμπαγείς όγκους, περίπου τα δύο τρίτα και το ένα τέταρτο της ραδιοεπισήμανσης αποβλήθηκαν στα κόπρανα και τα ούρα, αντίστοιχα. Ο M3 μεταβολίτης ήταν η κύρια προσδιοριζόμενη ουσία στα απεκκρίματα (~17% της δόσης), ακολουθούμενος από τον M2’ (~11% της δόσης) και τον M2 (~4,4% της δόσης).

Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα

Αναλογικότητα δόσης και συσσώρευση Σε ασθενείς με συμπαγείς όγκους στους οποίους χορηγήθηκαν εφάπαξ και πολλαπλές δόσεις λενβατινίμπης μία φορά την ημέρα, η έκθεση στη λενβατινίμπη (Cmax και AUC) αυξήθηκε σε άμεση αναλογία προς τη χορηγούμενη δόση για όλο το εύρος των 3,2 έως 32 mg μία φορά την ημέρα. Ο δείκτης Rac σε ασθενείς με HCC με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία ήταν παρόμοιος με αυτόν που αναφέρεται για άλλους συμπαγείς όγκους. Η λενβατινίμπη εμφανίζει ελάχιστη συσσώρευση σε σταθερή κατάσταση. Πάνω από αυτό το εύρος, ο διάμεσος δείκτης συσσώρευσης (Rac) κυμάνθηκε από 0,96 (20 mg) έως 1,54 (6,4 mg).

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηπατική δυσλειτουργία Η έκθεση της λενβατινίμπης, με βάση τα δεδομένα των AUC0-t και AUC0-inf προσαρμοσμένης δόσης, ήταν 119%, 107% και 180% της κανονικής για άτομα με ήπια, μέτρια και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, αντίστοιχα. Έχει προσδιοριστεί ότι η δέσμευση με τις πρωτεΐνες πλάσματος στο πλάσμα ασθενών με ηπατική δυσλειτουργία ήταν παρόμοια με εκείνη στα αντίστοιχα υγιή άτομα και δεν παρατηρήθηκε κάποια εξάρτηση από τη συγκέντρωση (βλ. Δοσολογία). Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για ασθενείς με HCC και κατηγορία Child-Pugh B (μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, 3 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με λενβατινίμπη στη βασική δοκιμή) και δεν υπάρχουν καθόλου διαθέσιμα δεδομένα σε ασθενείς με HCC και κατηγορία Child-Pugh C (σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία). Η λενβατινίμπη αποβάλλεται κυρίως από το ήπαρ και η έκθεση μπορεί να είναι αυξημένη σε αυτούς τους πληθυσμούς ασθενών. Η διάμεση ημίσεια ζωή ήταν συγκρίσιμη σε άτομα με ήπια, μέτρια και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, καθώς και σε εκείνα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία και κυμάνθηκε από 26 ώρες έως 31 ώρες. Το ποσοστό της δόσης της λενβατινίμπης που αποβάλλεται στα ούρα ήταν χαμηλό σε όλες τις ομάδες (<2,16% σε όλες τις ομάδες θεραπείας).

Νεφρική δυσλειτουργία Η έκθεση της λενβατινίμπης, με βάση τα δεδομένα της AUC0-inf, ήταν 101%, 90%, και 122% της κανονικής για άτομα με ήπια, μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, αντίστοιχα. Έχει προσδιοριστεί ότι η δέσμευση με τις πρωτεΐνες πλάσματος στο πλάσμα ασθενών με νεφρική δυσλειτουργία ήταν παρόμοια με εκείνη στα αντίστοιχα υγιή άτομα και δεν παρατηρήθηκε κάποια εξάρτηση από τη συγκέντρωση (βλ. Δοσολογία).

Ηλικία, φύλο, σωματικό βάρος, φυλή Με βάση μια ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού των ασθενών που έλαβαν έως και 24 mg λενβατινίμπης μία φορά την ημέα, η ηλικία, το φύλο, το σωματικό βάρος και η φυλή (Ιάπωνες έναντι άλλων, Καυκάσιοι έναντι άλλων) δεν είχαν καμία κλινικά συναφή επίδραση στην κάθαρση (βλ. Δοσολογία).

Παιδιατρικός πληθυσμός Με βάση μια φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 2 έως 12 ετών, η οποία περιλάμβανε δεδομένα από 3 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 2 έως <3 ετών, 28 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας ≥3 έως <6 ετών και 89 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6 έως ≤12 ετών σε όλο το παιδιατρικό πρόγραμμα της λενβατινίμπης, η από του στόματος κάθαρση της λενβατινίμπης (CL/F) επηρεάστηκε από το σωματικό βάρος και όχι από την ηλικία. Τα προβλεπόμενα επίπεδα έκθεσης όσον αφορά την περιοχή κάτω από την καμπύλη σε σταθερή κατάσταση (AUCss) σε παιδιατρικούς ασθενείς που λάμβαναν 14 mg/m2 ήταν συγκρίσιμα με τα επίπεδα ενηλίκων ασθενών που λάμβαναν σταθερή δόση των 24 mg. Σε αυτές τις μελέτες, δεν υπήρχαν εμφανείς διαφορές στη φαρμακοκινητική της δραστικής ουσίας λενβατινίμπης μεταξύ παιδιών (2 - 12 ετών), εφήβων και νεαρών ενηλίκων ασθενών με μελετηθέντες τύπους όγκου, αλλά τα δεδομένα σε παιδιά είναι σχετικά περιορισμένα ώστε να εξαχθούν σαφή συμπεράσματα (βλ. Δοσολογία).

Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης Το Lenvatinib είναι ένας αναστολέας κινάσης υποδοχέα τυροσίνης (RTK) που αναστέλλει τις δραστηριότητες κινάσης των αγγειακών ενδοθηλιακών αυξητικών παραγόντων (VEGF) υποδοχείς VEGFR1 (FLT1), VEGFR2 (KDR) και VEGFR3 (FLT4). Το Lenvatinib…
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολείς πρωτεϊνικών κινασών, κωδικός ATC: L01EX08 Η λενβατινίμπη είναι ένας αναστολέας πολλαπλών κινασών που έχει δείξει κυρίως αντιαγγειογενετικές ιδιότητες in vitro και in vivo, και άμεση…

Φαρμακοκινητική
Έχουν μελετηθεί παράμετροι φαρμακοκινητικής της λενβατινίμπης σε υγιή ενήλικα άτομα, ενήλικα άτομα με ηπατική δυσλειτουργία, νεφρική δυσλειτουργία και συμπαγείς όγκους. ### Απορρόφηση Η λενβατινίμπη απορροφάται ταχέως μετά την από στόματος χορήγηση με το…
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Το Lenvatinib μεταβολίζεται από το CYP3A και την αλδεΰδη οξειδάση.
Απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Ο χρόνος για τη μέγιστη πλασματική συγκέντρωση σημειώθηκε από 1 έως 4 ώρες μετά τη δόση. Η χορήγηση με τροφή δεν επηρέασε την έκταση της απορρόφησης, αλλά μείωσε τον ρυθμό απορρόφησης και καθυστέρησε το διάμεσο Tmax από 2…
info Πληροφορίες

Δραστική Ουσία

lenvatinib

Κωδικός ATC5

L01EX08

Κάτοχος Άδειας

Eisai
pill