PACLITAXEL
Πακλιταξέλη
Είναι μία νέα ομάδα αντινεοπλασματικών φαρμάκων που ελαμβάνοντο από τον φλοιό του δέντρου Σμίλακας του Eιρηνικού (Taxus Brevifolia), σήμερα όμως παράγονται ημισυνθετικώς. Δρουν κυρίως στα μικροσωληνάρια των κυττάρων, των οποίων αναστέλλουν τις διεργασίες αναδιοργάνωσης που είναι …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-PACLITAXEL-HOSPIRA
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια
- Χορήγηση: Ανάλογα με την ένδειξη (3ωρη, 24ωρη έγχυση)
- Δόση έναρξης: 100 mg/m² (KS) έως 220 mg/m² (Καρκίνωμα μαστού)
- Τιτλοποίηση: Επόμενες δόσεις ανάλογα με την ανοχή, μείωση δόσης κατά 20-25% σε περίπτωση σοβαρής ουδετεροπενίας ή περιφερικής νευροπάθειας.
-
Καρκίνος ωοθηκών (πρώτη γραμμή)Δόση175 mg/m² (3ωρη έγχυση) ή 135 mg/m² (24ωρη έγχυση)Συνδυασμός με σισπλατίνη 75 mg/m². Κύκλοι ανά 3 εβδομάδες.
-
Καρκίνος ωοθηκών (δεύτερη γραμμή)Δόση175 mg/m² (3ωρη έγχυση)Κύκλοι ανά 3 εβδομάδες.
-
Καρκίνος μαστού (επικουρική χημειοθεραπεία)Δόση175 mg/m² (3ωρη έγχυση)Κάθε 3 εβδομάδες για τέσσερις κύκλους, μετά από θεραπεία με AC.
-
Καρκίνωμα μαστού (πρώτη γραμμή, με doxorubicin)Δόση220 mg/m² (3ωρη έγχυση)Χορηγείται 24 ώρες μετά την doxorubicin (50 mg/m²). Κύκλοι ανά 3 εβδομάδες.
-
Καρκίνωμα μαστού (πρώτη γραμμή, με trastuzumab)Δόση175 mg/m² (3ωρη έγχυση)Κάθε 3 εβδομάδες. Έγχυση μετά τη δόση trastuzumab.
-
Καρκίνωμα μαστού (δεύτερη γραμμή)Δόση175 mg/m² (3ωρη έγχυση)Κύκλοι ανά 3 εβδομάδες.
-
Προχωρημένος μη μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμοναΔόση175 mg/m² (3ωρη έγχυση)Συνδυασμός με σισπλατίνη 80 mg/m². Κύκλοι ανά 3 εβδομάδες.
-
Θεραπεία KS σχετιζόμενου με AIDSΔόση100 mg/m² (3ωρη έγχυση)Κάθε 2 εβδομάδες.
-
Ασθενείς με σοβαρή ουδετεροπενία (<0,5 x 10⁹/l για ≥7 ημέρες) ή σοβαρή περιφερική νευροπάθειαΜείωση δόσης κατά 20% (25% για ασθενείς με KS).
-
Ασθενείς με KS (ουδετερόφιλα)Δόση≥ 1 x 10⁹/l
-
Ασθενείς με KS (αιμοπετάλια)Δόση≥ 75 x 10⁹/l
-
Γενικός πληθυσμός (ουδετερόφιλα)Δόση≥ 1,5 x 10⁹/l
-
Γενικός πληθυσμός (αιμοπετάλια)Δόση≥ 100x10⁹/l
block
SPC-PACLITAXEL-HOSPIRA
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας στο paclitaxel, το macrogolglycerol ricinoleate (polyoxyl castor oil) ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα.
-
Κύηση και γαλουχία.
-
Αρχικά ουδετερόφιλα < 1,5 x 10 /l (< 1 x 10 /l για ασθενείς με KS) ή αιμοπετάλια <100 x 10 /l (<75 x 10 /l για ασθενείς με KS).
-
Σοβαρές μη ελεγχόμενες μολύνσειςΠληθυσμόςΑσθενείς με KS
-
Σοβαρή ηπατική βλάβη.
warning
SPC-PACLITAXEL-HOSPIRA
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Χορήγηση υπό επίβλεψηΧορήγηση υπό την επίβλεψη γιατρού έμπειρου στη χρήση χημειοθεραπευτικών παραγόντων. Να υπάρχει διαθέσιμος υποστηρικτικός εξοπλισμός λόγω πιθανών σημαντικών αντιδράσεων υπερευαισθησίας.
-
ΕξαγγείωσηΣτενή παρακολούθηση της θέσης έγχυσης για πιθανή υπερδιήθηση όσο διαρκεί η χορήγηση του φαρμάκου.
-
Προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγήΧορήγηση εκ των προτέρων κορτικοστεροειδών, αντιισταμινικών και ανταγωνιστών των H υποδοχέων (βλ. Δοσολογία).
-
Συνδυασμένη χορήγηση με σισπλατίνηΤο paclitaxel πρέπει να χορηγείται πριν τη σισπλατίνη.
-
Σημαντικές αντιδράσεις υπερευαισθησίαςΣοβαρέςΔιακοπή έγχυσης paclitaxel, έναρξη συμπτωματικής θεραπείας. Μη επανάληψη χορήγησης paclitaxel. Το macrogolglycerol ricinoleate (polyoxyl castor oil) μπορεί να προκαλέσει τέτοιες αντιδράσεις.
-
Καταστολή μυελού των οστών (Ουδετεροπενία)Συχνός έλεγχος του αίματος. Οι ασθενείς δεν πρέπει να υποβάλλονται σε αγωγή μέχρις ότου ο αριθμός των ουδετεροφίλων να είναι ≥ 1,5 x 10 /l (≥ 1 x 10 /l για ασθενείς με KS) και τα αιμοπετάλια να αποκατασταθούν στο ≥100 x 10 /l (≥ 75 x 10 /l για ασθενείς με KS). Σε ασθενείς με KS, στη πλειοψηφία χορηγήθηκε G-CSF.
-
Ανωμαλίες καρδιακής αγωγιμότηταςΣοβαρέςΧορήγηση κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής και συνεχής καρδιακή παρακολούθηση κατά την επόμενη θεραπευτική αγωγή με paclitaxel.
-
Καρδιαγγειακά συμβάνταΣοβαράΤακτική παρακολούθηση ζωτικών σημείων, ιδιαίτερα κατά την πρώτη ώρα έγχυσης. Σοβαρά καρδιαγγειακά συμβάντα πιο συχνά σε ασθενείς με NSCLC. Μια περίπτωση καρδιακής ανεπάρκειας σε κλινική μελέτη AIDS-KS.
-
Συνδυασμός με doxorubicin ή trastuzumabΠροσοχή στην παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας. Βασικός καρδιολογικός έλεγχος (ιστορικό, φυσική κατάσταση, ECG, ηχοκαρδιογράφημα ή/και MUGA). Παρακολούθηση καρδιακής λειτουργίας κατά τη θεραπεία (π.χ. κάθε τρεις μήνες). Η παρακολούθηση μπορεί να βοηθήσει στην αναγνώριση ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια. Οι θεράποντες ιατροί πρέπει να εξετάζουν την αθροιστική δόση της ανθρακυκλίνης. Σε επιδείνωση καρδιακής λειτουργίας, ακόμα και ασυμπτωματική, να εξετάζονται τα κλινικά οφέλη έναντι του κινδύνου καρδιακής βλάβης. Σε περαιτέρω θεραπεία, η παρακολούθηση καρδιακής λειτουργίας να είναι πιο συχνή (π.χ. κάθε 1-2 κύκλους). Για περισσότερες πληροφορίες βλέπε την Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος της trastuzumab ή της doxorubicin.
-
Περιφερική νευροπάθειαΣε σοβαρές περιπτώσεις, μείωση της δόσης κατά 20% (25% σε ασθενείς με KS) για όλους τους επόμενους κύκλους. Μεγαλύτερη συχνότητα σοβαρής νευροτοξικότητας σε συνδυασμό paclitaxel/σισπλατίνη σε NSCLC. Μεγαλύτερη συχνότητα σοβαρής νευροτοξικότητας σε συνδυασμό paclitaxel (3ωρη έγχυση)/σισπλατίνη σε πρώτης γραμμής θεραπεία καρκίνου ωοθήκης σε σχέση με κυκλοφωσφαμίδη/σισπλατίνη.
-
Διαταραχή της ηπατικής λειτουργίαςΑσθενείς με ηπατική ανεπάρκεια διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο τοξικότητας, ιδιαίτερα μυελοκαταστολής σταδίου ΙΙΙ-ΙV. Δεν υπάρχουν στοιχεία αύξησης τοξικότητας με 3ωρη έγχυση σε ασθενείς με ελαφρά ανώμαλη ηπατική λειτουργία. Δεν υπάρχουν στοιχεία για ασθενείς με σοβαρή βασική χολόσταση. Αυξημένη μυελοκαταστολή με μεγάλης διάρκειας έγχυση σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική διαταραχή. Προσεκτική παρακολούθηση για σοβαρή μυελοκαταστολή (βλέπε Δοσολογία). Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για μεταβολές δοσολογίας σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκεια (βλέπε Φαρμακοκινητικές). Ασθενείς με σοβαρή ηπατική βλάβη δεν θα πρέπει να θεραπεύονται με πακλιταξέλη.
-
ΑιθανόληΠεριέχει 49,7% vol αιθανόλη (έως 21 g ανά μέση δόση). Μπορεί να είναι επιβλαβές για αλκοολικούς ασθενείς. Να λαμβάνεται υπ' όψιν σε παιδιά και ομάδες υψηλού κινδύνου (ηπατική νόσο, επιληψία). Η ποσότητα αλκοόλ μπορεί να μεταβάλει τη δράση άλλων φαρμάκων.
-
Ενδοαρτηριακή χορήγησηΑπαιτείται ιδιαίτερη προσοχή προς αποφυγή ενδοαρτηριακής χορήγησης. Σοβαρές αντιδράσεις ιστών έχουν σημειωθεί μετά από ενδοαρτηριακή χορήγηση σε μελέτες σε ζώα.
-
Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδαΈχει αναφερθεί σπάνια. Να λαμβάνεται υπόψη στη διαφορική διάγνωση σοβαρών ή επίμονων περιπτώσεων διάρροιας κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά τη θεραπεία.
-
Συνδυασμός πνευμονικής ακτινοθεραπείας και paclitaxelΜπορεί να προωθήσει την ανάπτυξη διαμέσου πνευμονίτιδας.
-
Τερατογένεση, εμβρυοτοξικότητα, μεταλλαξιογένεσηΆνδρες και γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας να χρησιμοποιούν μέτρα αντισύλληψης για τουλάχιστον 6 μήνες μετά τη θεραπεία (βλ. Κύηση και γαλουχία). Άνδρες ασθενείς να αναζητήσουν συμβουλή ως προς τη διατήρηση σπέρματος πριν την έναρξη της θεραπείας λόγω πιθανότητας μη-αναστρέψιμης στειρότητας.
-
Σοβαρή βλεννογονίτιδαΠληθυσμόςΑσθενείς με KSΕάν παρουσιαστούν σοβαρές αντιδράσεις, η δόση του paclitaxel θα πρέπει να μειωθεί κατά 25%.
swap_horiz
SPC-PACLITAXEL-HOSPIRA
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Μεγαλύτερη μυελοκαταστολή, μειωμένη κάθαρση paclitaxel, αυξημένος κίνδυνος νεφρικής ανεπάρκειας (όταν χορηγείται μετά τη σισπλατίνη)ΣύστασηΧορηγήστε paclitaxel πριν τη σισπλατίνη.
-
Μειωμένη απέκκριση doxorubicin και μεταβολιτών της (όταν χορηγούνται σε κοντινά διαστήματα)ΣύστασηΧορηγήστε paclitaxel 24 ώρες μετά την doxorubicin.
-
ΠροσοχήΑυξημένη τοξικότητα paclitaxel λόγω υψηλότερης έκθεσης
-
ΠροσοχήΜειωμένη αποτελεσματικότητα paclitaxel λόγω χαμηλότερων εκθέσεωνΣύστασηΔεν συνιστάται.
sick
SPC-PACLITAXEL-HOSPIRA
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοίμωξη (κυρίως λοιμώξεις του ουροποιητικού και του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος)
- Σηπτικό σοκ
- Πνευμονία
- Περιτονίτιδα
- Σηψαιμία
- Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα
- Μυελοκαταστολή
- Ουδετεροπενία
- Αναιμία
- Θρομβοκυτοπενία
- Λευκοπενία
- Αιμορραγία
- Εμπύρετη ουδετεροπενία
- Οξεία μυελοειδής λευχαιμία
- Μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο
- Διάχυτη ενδαγγειακή πήξη (DIC)
- Ήπιες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (κυρίως έξαψη και εξάνθημα)
- Σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας που απαιτούν θεραπεία (π.χ. υπόταση, αγγειονευρωτικό οίδημα, αναπνευστική δυσχέρεια, γενικευμένη κνίδωση, ρίγη, οσφυαλγία θωρακικό άλγος, ταχυκαρδία, κοιλιακό άλγος, άλγος άκρου, εφίδρωση και υπέρταση)
- Αναφυλακτικές αντιδράσεις
- Αναφυλακτική καταπληξία
- Βρογχόσπασμος
- Αφυδάτωση
- Ανορεξία
- Σύνδρομο λύσης όγκου
- Συγχυτική κατάσταση
- Νευροτοξικότητα (κυρίως: περιφερική νευροπάθεια)
- Κινητική νευροπάθεια (με επαγόμενη ελαφρά περιφερική μυϊκή αδυναμία)
- Αυτόνομη νευροπάθεια (με αποτέλεσμα παραλυτικό ειλεό και ορθοστατική υπόταση)
- Κρίσεις μείζονος επιληψίας (grand mal)
- Σπασμοί
- Εγκεφαλοπάθεια
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Αταξία
- Διαταραχές του οπτικού νεύρου ή-και οπτικές διαταραχές (σπινθηροβόλα σκοτώματα)
- Οίδημα ωχράς κηλίδας
- Φωτοψία
- Εξιδρώματα του υαλοειδούς σώματος
- Ωτοτοξικότητα
- Απώλεια ακοής
- Εμβοές
- Ίλιγγος
- Βραδυκαρδία
- Μυοκαρδιοπάθεια
- Ασυμπτωματική κοιλιακή ταχυκαρδία
- Ταχυκαρδία με δι-δι-δυμία
- Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
- Συγκοπή
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Καρδιακή ανεπάρκεια
- Κολπική μαρμαρυγή
- Υπερκοιλιακή ταχυκαρδία
- Υπόταση
- Υπέρταση
- Θρόμβωση
- Θρομβοφλεβίτιδα
- Καταπληξία (shock)
- Φλεβίτιδα
- Δύσπνοια
- Πλευριτικό εξίδρωμα
- Διάμεση πνευμονία
- Πνευμονική ίνωση
- Πνευμονική εμβολή
- Αναπνευστική ανεπάρκεια
- Βήχας
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Απόφραξη εντέρου
- Διάτρηση εντέρου
- Ισχαιμική κολίτιδα
- Παγκρεατίτιδα
- Μεσεντερική θρόμβωση
- Ουδετεροπενική κολίτιδα
- Οισοφαγίτιδα
- Δυσκοιλιότητα
- Ασκίτης
- Ηπατική νέκρωση
- Ηπατική εγκεφαλοπάθεια
- Αλωπεκία
- Παροδικές και ήπιες αλλαγές στα νύχια και το δέρμα
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Επιδερμική νεκρόλυση
- Πολύμορφο ερύθημα
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα
- Κνίδωση
- Ονυχόλυση
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος
- Σκληρόδερμα
- Φλεγμονή βλεννογόνου
- Αντιδράσεις στο σημείο ένεσης (συμπεριλαμβανομένου τοπικού οιδήματος, άλγους, ερυθήματος, σκληρίας, σε ορισμένες περιπτώσεις εξαγγείωση που μπορεί να προκαλέσει κυτταρίτιδα, ίνωση δέρματος και νέκρωση δέρματος)
- Εξασθένιση
- Πυρεξία
- Οίδημα
- Δυσφορία
- Σημαντική αύξηση στις τιμές της ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης (AST) (γλουταμινική οξαλοξεϊκή τρανσαμινάση ορού-SGOT)
- Σημαντική αύξηση στις τιμές της αλκαλικής φωσφατάσης
- Σημαντική αύξηση στις τιμές της χολερυθρίνης
- Αύξηση στις τιμές της κρεατίνης στο αίμα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΛοίμωξη (ουροποιητικού, ανώτερου αναπνευστικού)Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΣηπτικό σοκΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣπάνιεςΠνευμονίαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣπάνιεςΠεριτονίτιδαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣπάνιεςΣηψαιμίαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Πολύ σπάνιεςΨευδομεμβρανώδης κολίτιδαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Πολύ συχνέςΜυελοκαταστολήΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΟυδετεροπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΑναιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΘρομβοκυτοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΛευκοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΑιμορραγίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΕμπύρετη ουδετεροπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΟξεία μυελοειδής λευχαιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΜυελοδυσπλαστικό σύνδρομοΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΔιάχυτη ενδαγγειακή πήξη (DIC)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΉπιες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (έξαψη, εξάνθημα)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΣοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας (υπόταση, αγγειονευρωτικό οίδημα, αναπνευστική δυσχέρεια, κνίδωση, ρίγη, οσφυαλγία, θωρακικό άλγος, ταχυκαρδία, κοιλιακό άλγος, άλγος άκρου, εφίδρωση, υπέρταση)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑναφυλακτικές αντιδράσειςΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτική καταπληξίαΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΒρογχόσπασμοςΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑφυδάτωσηΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Πολύ σπάνιεςΑνορεξίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο λύσης όγκουΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Πολύ σπάνιεςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΝευροτοξικότητα (περιφερική νευροπάθεια)Διαταραχές νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΚινητική νευροπάθεια (ελαφρά περιφερική μυϊκή αδυναμία)Διαταραχές νευρικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΑυτόνομη νευροπάθεια (παραλυτικός ειλεός, ορθοστατική υπόταση)Διαταραχές νευρικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΚρίσεις μείζονος επιληψίαςΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΣπασμοίΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΕγκεφαλοπάθειαΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΖάληΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΚεφαλαλγίαΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΑταξίαΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΔιαταραχές του οπτικού νεύρου ή/και οπτικές διαταραχές (σπινθηροβόλα σκοτώματα)Οφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΟίδημα ωχράς κηλίδαςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΦωτοψίαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΕξιδρώματα του υαλοειδούς σώματοςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΩτοτοξικότηταΔιαταραχές του ωτός και του λαβύρινθου
-
Πολύ σπάνιεςΑπώλεια ακοήςΔιαταραχές του ωτός και του λαβύρινθου
-
Πολύ σπάνιεςΕμβοέςΔιαταραχές του ωτός και του λαβύρινθου
-
Πολύ σπάνιεςΊλιγγοςΔιαταραχές του ωτός και του λαβύρινθου
-
ΣυχνέςΒραδυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΜυοκαρδιοπάθειαΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑσυμπτωματική κοιλιακή ταχυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδία με δι-δι-δυμίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΚολποκοιλιακός αποκλεισμόςΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΣυγκοπήΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΚαρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΚολπική μαρμαρυγήΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΥπερκοιλιακή ταχυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΥπότασηΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΥπέρτασηΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΘρόμβωσηΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΘρομβοφλεβίτιδαΑγγειακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΚαταπληξία (shock)Αγγειακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΦλεβίτιδαΑγγειακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΔύσπνοιαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣπάνιεςΠλευριτικό εξίδρωμαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣπάνιεςΔιάμεση πνευμονίαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣπάνιεςΠνευμονική ίνωσηΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣπάνιεςΠνευμονική εμβολήΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣπάνιεςΑναπνευστική ανεπάρκειαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Πολύ σπάνιεςΒήχαςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑπόφραξη εντέρουΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΔιάτρηση εντέρουΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΙσχαιμική κολίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΜεσεντερική θρόμβωσηΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΟυδετεροπενική κολίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΟισοφαγίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΔυσκοιλιότηταΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΑσκίτηςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΗπατική νέκρωσηΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιεςΗπατική εγκεφαλοπάθειαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ συχνέςΑλωπεκίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΉπιες αλλαγές στα νύχια και το δέρμαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΚνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΕξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΕρύθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΕπιδερμική νεκρόλυσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΑποφολιδωτική δερματίτιδαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΚνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΟνυχόλυσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ συχνέςΑρθραλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ συχνέςΜυαλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Μη γνωστέςΣυστηματικός ερυθηματώδης λύκοςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Μη γνωστέςΣκληρόδερμαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ συχνέςΦλεγμονή βλεννογόνουΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΑντιδράσεις στο σημείο ένεσης (οίδημα, άλγος, ερύθημα, σκλήρυνση, κυτταρίτιδα, ίνωση δέρματος, νέκρωση δέρματος)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣπάνιεςΕξασθένισηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣπάνιεςΠυρεξίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣπάνιεςΟίδημαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣπάνιεςΔυσφορίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΑύξηση ASTΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΑύξηση αλκαλικής φωσφατάσηςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑύξηση χολερυθρίνηςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΑύξηση κρεατίνης αίματοςΠαρακλινικές εξετάσεις
pregnant_woman
SPC-PACLITAXEL-HOSPIRA
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται στην εγκυμοσύνη, εκτός και εάν η θεραπεία υπαγορεύεται από την κλινική κατάσταση της γυναίκας
-
ΚύησηΣύσταση στις γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας να αποφεύγουν ενδεχόμενη σύλληψη
-
ΚύησηΆμεση ενημέρωση του ιατρού σε περίπτωση σύλληψης
-
ΚύησηΧρήση αντισύλληψης τουλάχιστον 6 μήνες μετά το πέρας της αγωγής
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυται κατά τη γαλουχία
-
ΓαλουχίαΔιακοπή θηλασμού για τη διάρκεια της θεραπείας
-
ΓονιμότηταΣυμβουλή ειδικού για διατήρηση σπέρματος πριν τη θεραπεία
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-PACLITAXEL-HOSPIRA
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικοί παράγοντες / ταξάνες Κωδικός ATC: L01C D01 ### Μηχανισμός δράσης Το paclitaxel είναι ένας ανταγωνιστής των μικροσωληνίσκων ο οποίος προωθεί τη συνάθροιση των μικροσωληνίσκων από τα διμερή τουβουλίνης και…
biotech
SPC-PACLITAXEL-HOSPIRA
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, το paclitaxel επιδεικνύει διφασική μείωση στις συγκεντρώσεις στο πλάσμα. Η φαρμακοκινητική του paclitaxel καθορίστηκε μετά από 3ωρες και 24ωρες εγχύσεις σε δόσεις 135 και 175 mg/m². Η μέση ημιζωή ήταν μεταξύ 3,0…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-PACLITAXEL-HOSPIRA
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Προκαταρκτική θεραπεία
Σε όλους τους ασθενείς θα πρέπει να χορηγείται προκαταρκτική θεραπεία που θα αποτελείται από κορτικοστεροϊδή, αντιισταμικά και ανταγωνιστές του υποδοχέα Η2 πριν τη χορήγηση paclitaxel, για να αποτρέπονται σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας. Αυτή η προκαταρκτική θεραπεία μπορεί να αποτελείται από τα εξής:
Πίνακας 1: Δοσολογικό σχήμα προκαταρκτικής θεραπείας
| Προκαταρκτική θεραπεία | Δοσολογία | Χορήγηση πριν το Paclitaxel |
|---|---|---|
| Δεξαμεθαζόνη 20mg, από του στόματος χορήγηση* ή ενδοφλέβια (IV)** | Από στόματος: Περίπου 12 και 6 ώρες Ενδοφλέβια: 30-60 λεπτά | |
| Διφενυδραμίνη*** 50mg IV | 30 έως 60 λεπτά | |
| Σιμετιδίνη ή Ρανιτιδίνη 300 mg IV, 50 mg IV | 30 έως 60 λεπτά |
- 8-20 mg για ασθενείς με KS ** ενδοφλέβια *** ή ένα ισοδύναμο αντιισταμινικό, π.χ. χλωροφαιναμίνη 10mg ενδοφλεβίως, χορηγούμενο 30 έως 60 λεπτά πριν από το paclitaxel
Το paclitaxel θα πρέπει να χορηγείται μέσω ενός ενσωματωμένου φίλτρου μεμβράνης μικροπόρων διαμέτρου ≤ 0,22 μm.
Λόγω της πιθανότητας εξαγγείωσης, συνιστάται η προσεκτική παρακολούθηση του σημείου έγχυσης για πιθανή διήθηση κατά τη διάρκεια της χορήγησης.
Αγωγή πρώτης γραμμής για τον καρκίνο της ωοθήκης
Παρόλο που προς το παρόν διερευνώνται εναλλακτικά σχήματα θεραπευτικής αγωγής με το paclitaxel, συνιστάται συνδυασμένη θεραπεία paclitaxel και σισπλατίνης. Ανάλογα με τη διάρκεια της έγχυσης, συνιστώνται δύο διαφορετικές δοσολογίες για την αγωγή με paclitaxel:
- Χορηγούνται 175 mg/m² paclitaxel ως ενδοφλέβια έγχυση για περίοδο τριών ωρών και στη συνέχεια 75 mg/m² σισπλατίνης και η θεραπευτική αγωγή επαναλαμβάνεται κατά διαστήματα 3 εβδομάδων, ή
- χορηγούνται 135 mg/m² paclitaxel ως ενδοφλέβια έγχυση για περίοδο 24 ωρών και στη συνέχεια 75 mg/m² σισπλατίνης και η θεραπευτική αγωγή επαναλαμβάνεται κατά διαστήματα 3 εβδομάδων (βλ. παράγραφο 5.1).
Αγωγή δεύτερης γραμμής για τον καρκίνο της ωοθήκης
Συνιστάται δόση 175 mg/m² του paclitaxel χορηγούμενη επί 3 ώρες, με διάστημα 3 εβδομάδων μεταξύ των κύκλων θεραπείας.
Επικουρική χημειοθεραπεία σε καρκίνο του μαστού
η συνιστώμενη δόση paclitaxel είναι 175 mg/m² χορηγούμενη για περίοδο τριών ωρών, κάθε 3 εβδομάδες για τέσσερις κύκλους θεραπείας, μετά τη θεραπεία με AC.
Χημειοθεραπεία πρώτης γραμμής για το καρκίνωμα του μαστού
Όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με doxorubicin (50 mg/m²), το paclitaxel θα πρέπει να χορηγείται 24 ώρες μετά την doxorubicin. Η συνιστώμενη δόση του paclitaxel είναι 220 mg/m² χορηγούμενη ενδοφλεβίως για περίοδο τριών ωρών, με διάστημα 3 εβδομάδων μεταξύ σειρών αγωγής (βλέπε 4.5 και 5.1).
Όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με το trastuzumab, η συνιστώμενη δόση paclitaxel είναι 175 mg/m² χορηγούμενη ενδοφλεβίως για περίοδο τριών ωρών, με διάστημα 3 εβδομάδων μεταξύ σειρών αγωγής. Η έγχυση του paclitaxel μπορεί να ξεκινήσει την επόμενη ημέρα της πρώτης χορήγησης trastuzumab ή αμέσως μετά τις επακόλουθες δόσεις trastuzumab, εάν η προηγούμενη δόση trastuzumab ήταν καλά ανεκτή.
Χημειοθεραπεία δεύτερης γραμμής για το καρκίνωμα του μαστού
Η συνιστώμενη δόση paclitaxel είναι 175 mg/m² χορηγούμενη για περίοδο τριών ωρών, με διάστημα 3 εβδομάδων μεταξύ σειρών αγωγής.
Προχωρημένος μη μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα
Η συνιστώμενη δόση του paclitaxel είναι 175 mg/m² χορηγούμενη επί 3 ώρες και στη συνέχεια 80 mg/m² σισπλατίνης, με διάστημα 3 εβδομάδων μεταξύ των σειρών αγωγής.
Θεραπεία KS σχετιζόμενου με AIDS
Η συνιστώμενη δόση paclitaxel είναι 100 mg/m² χορηγούμενη ως ενδοφλέβια έγχυση για περίοδο τριών ωρών κάθε 2 εβδομάδες.
Προσαρμογή δοσολογίας
Επόμενες δόσεις του paclitaxel θα πρέπει να χορηγούνται ανάλογα με την ανοχή του κάθε ασθενούς. Το paclitaxel δεν πρέπει να χορηγείται εκ νέου μέχρι ο αριθμός των ουδετεροφίλων να είναι ≥ 1,5 x 10⁹/l (≥ 1 x 10⁹/l για ασθενείς με KS) και ο αριθμός των αιμοπεταλίων να είναι ≥ 100x10⁹/l (≥ 75 x 10⁹/l για ασθενείς με KS).
Σε ασθενείς στους οποίους σημειώνεται σοβαρή ουδετεροπενία (αριθμός ουδετεροφίλων < 0,5 x 10⁹/l για τουλάχιστον 7 ημέρες) ή σοβαρή περιφερική νευροπάθεια η δόση για τις επόμενες σειρές θα πρέπει να μειώνεται κατά 20% (25% για ασθενείς με KS) (βλ. παράγραφο 4.4).
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια
Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για τη σύσταση δοσολογικών μεταβολών σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκεια (βλέπε παράγραφο 4.4 και 5.2). Ασθενείς με σοβαρή ηπατική βλάβη δεν θα πρέπει να θεραπεύονται με πακλιταξέλη.
Παιδιατρική χρήση
Το paclitaxel δεν συνίσταται σε παιδιά κάτω από 18 ετών λόγω της έλλειψης στοιχείων ασφάλειας και αποτελεσματικότητας.
Τρόπος χορήγησης
Προφυλάξεις πρέπει να λαμβάνονται πριν το χειρισμό ή τη χορήγηση του φαρμακευτικού προϊόντος.
Το πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση πρέπει να αραιώνεται πριν τη χρήση (βλέπε παράγραφο 6.6) και πρέπει να χορηγείται μόνο ενδοφλέβια.
block
Αντενδείξεις
SPC-PACLITAXEL-HOSPIRA
expand_more
Αντενδείξεις
Αντενδείξεις
- Σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας στο paclitaxel, το macrogolglycerol ricinoleate (polyoxyl castor oil) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Κύηση και γαλουχία (βλ. Κύηση και γαλουχία).
- Αρχικά ουδετερόφιλα < 1,5 x 10 /l (< 1 x 10 /l για ασθενείς με KS) ή αιμοπετάλια <100 x 10 /l (<75 x 10 /l για ασθενείς με KS).
- Σοβαρές μη ελεγχόμενες μολύνσεις (σε ασθενείς με KS).
- Σοβαρή ηπατική βλάβη.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-PACLITAXEL-HOSPIRA
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Το paclitaxel θα πρέπει να χορηγείται υπό την επίβλεψη γιατρού έμπειρου στη χρήση χημειοθεραπευτικών παραγόντων κατά του καρκίνου. Καθώς μπορεί να σημειωθούν σημαντικές αντιδράσεις υπερευαισθησίας, θα πρέπει να υπάρχει διαθέσιμος υποστηρικτικός εξοπλισμός.
Λόγω της πιθανότητας εξαγγείωσης, συνιστάται η στενή παρακολούθηση της θέσης έγχυσης για πιθανή υπερδιήθηση όσο διαρκεί η χορήγηση του φαρμάκου.
Στους ασθενείς θα πρέπει να χορηγούνται εκ των προτέρων κορτικοστεροειδή, αντιισταμινικά και ανταγωνιστές των H υποδοχέων (βλ. Δοσολογία).
Το paclitaxel πρέπει να χορηγείται πριν τη σισπλατίνη όταν τα δύο χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Σημαντικές αντιδράσεις υπερευαισθησίας: που χαρακτηρίζονται από δύσπνοια και υπόταση που απαιτούν θεραπευτική αγωγή, αγγειοοίδημα και γενικευμένη κνίδωση, έχουν σημειωθεί σε <1% των ασθενών στους οποίους χορηγείται paclitaxel μετά από επαρκή προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή. Αυτές οι αντιδράσεις πιθανόν να προκύπτουν από τη μεσολάβηση της ισταμίνης. Σε περίπτωση σοβαρών αντιδράσεων υπερευαισθησίας, η έγχυση του paclitaxel πρέπει να διακόπτεται αμέσως, και να ξεκινά συμπτωματική θεραπεία ενώ στον ασθενή δεν θα πρέπει να επαναλαμβάνεται η χορήγηση του paclitaxel. Το macrogolglycerol ricinoleate (polyoxyl castor oil), ένα από τα έκδοχα του φαρμακευτικού προϊόντος, μπορεί να προκαλέσει τέτοιες αντιδράσεις.
Η καταστολή του μυελού των οστών, πρωτίστως η ουδετεροπενία, είναι η δοσοπεριοριστική τοξικότητα. Πρέπει να γίνεται συχνός έλεγχος του αίματος. Οι ασθενείς δεν πρέπει να υποβάλλονται σε αγωγή μέχρις ότου ο αριθμός των ουδετεροφίλων να είναι ≥ 1,5 x 10 /l (≥ 1 x 10 /l για ασθενείς με KS) και τα αιμοπετάλια να αποκατασταθούν στο ≥100 x 10 /l (≥ 75 x 10 /l για ασθενείς με KS). Σε κλινική μελέτη σε ασθενείς με KS, στην πλειοψηφία των ασθενών χορηγήθηκε διεγερτικός παράγοντας αποικιών κοκκιοκυττάρων (G-CSF).
Σοβαρές ανωμαλίες στην καρδιακή αγωγιμότητα έχουν αναφερθεί σπάνια με μοναδικό παράγοντα τo paclitaxel. Σε περίπτωση που ο ασθενής αναπτύξει σοβαρές ανωμαλίες αγωγιμότητας κατά τη χορήγηση του paclitaxel, θα πρέπει να χορηγείται κατάλληλη θεραπευτική αγωγή και να πραγματοποιείται συνεχής καρδιακή παρακολούθηση κατά την επόμενη θεραπευτική αγωγή με paclitaxel.
Υπόταση, υπέρταση, και βραδυκαρδία έχουν παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια χορήγησης του paclitaxel. Οι ασθενείς συνήθως δεν παρουσιάζουν συμπτώματα και γενικά δεν απαιτείται αγωγή. Συνιστάται τακτική παρακολούθηση των ζωτικών σημείων, ιδιαίτερα κατά την πρώτη ώρα έγχυσης του paclitaxel. Σοβαρά καρδιαγγειακά συμβάντα πιο συχνά παρατηρήθηκαν σε ασθενείς με μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα παρά σε ασθενείς με καρκίνωμα του μαστού ή της ωοθήκης. Μια μοναδική περίπτωση καρδιακής ανεπάρκειας σχετιζόμενη με το paclitaxel παρατηρήθηκε σε κλινική μελέτη AIDS-KS.
Όταν το paclitaxel χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με την doxorubicin ή το trastuzamab σε αρχική θεραπεία του μεταστατικού καρκίνου του μαστού, θα πρέπει να δίνεται προσοχή στην παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας. Ασθενείς οι οποίοι μπορούν να λάβουν paclitaxel με αυτό το συνδυασμό, πρέπει να υποβάλλονται σε βασικό καρδιολογικό έλεγχο που περιλαμβάνει ιστορικό, φυσική κατάσταση, ηλεκτροκαρδιογράφημα (ECG), ηχοκαρδιογράφημα και /ή Ραδιοϊσοτοπική κοιλιογραφία ισορροπίας (MUGA). Συνίσταται η παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας (π.χ. κάθε τρεις μήνες). H παρακολούθηση μπορεί να βοηθήσει στην αναγνώριση ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια και οι θεράποντες ιατροί θα πρέπει να εξετάζουν προσεκτικά την αθροιστική δόση (mg/m ) της χορηγούμενης ανθρακυκλίνης κατά την λήψη αποφάσεων που αφορούν στην συχνότητα ελέγχου της κοιλιακής λειτουργίας. Όταν ο έλεγχος υποδεικνύει επιδείνωση της καρδιακής λειτουργίας, ακόμα και ασυμπτωματική, οι θεράποντες ιατροί θα πρέπει να εξετάζουν προσεκτικά τα κλινικά οφέλη περαιτέρω θεραπείας έναντι του ενδεχομένου πρόκλησης καρδιακής βλάβης, συμπεριλαμβανομένης και ενδεχόμενης μη-αναστρέψιμης βλάβης. Όταν χορηγείται περαιτέρω θεραπεία, η παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας θα πρέπει να είναι πιο συχνή (πχ. κάθε 1-2 κύκλους). Για περισσότερες πληροφορίες βλέπε την Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος της trastuzumab ή της doxorubicin
Περιφερική νευροπάθεια: Σημειώνεται συχνά περιφερική νευροπάθεια αλλά η ανάπτυξη σοβαρών συμπτωμάτων είναι σπάνια. Σε σοβαρές περιπτώσεις, συνιστάται μείωση της δόσης κατά 20% (25% σε ασθενείς με KS) για όλους τους επόμενους κύκλους του paclitaxel. Σε ασθενείς με μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα η χορήγηση του paclitaxel σε συνδυασμό με τη σισπλατίνη είχε ως αποτέλεσμα μεγαλύτερη συχνότητα σοβαρής νευροτοξικότητας απ’ότι η χορήγηση μόνο του paclitaxel. Σε ασθενείς με καρκίνο ωοθήκης πρώτης γραμμής, η χορήγηση του paclitaxel ως έγχυση με διάρκεια 3 ώρες σε συνδυασμό με τη σισπλατίνη είχε ως αποτέλεσμα τη μεγαλύτερη συχνότητα σοβαρής νευροτοξικότητας από ό,τι η χορήγηση του συνδυασμού κυκλοφωσφαμίδης και σισπλατίνης.
Διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας: Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο τοξικότητας, ιδιαίτερα μυελοκαταστολής σταδίου ΙΙΙ-ΙV. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν ότι η τοξικότητα του paclitaxel αυξάνεται όταν χορηγείται ως έγχυση για 3 ώρες σε ασθενείς με ελαφρά ανώμαλη ηπατική λειτουργία. Δεν είναι διαθέσιμα στοιχεία για ασθενείς με σοβαρή βασική χολόσταση. Όταν το paclitaxel χορηγείται ως μεγάλης διάρκειας έγχυση, μπορεί να παρατηρηθεί αυξημένη μυελοκαταστολή σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική διαταραχή. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για την ανάπτυξη σοβαρής μυελοκαταστολής (βλέπε Δοσολογία). Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για τη σύσταση μεταβολών στη δοσολογία σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκεια (βλέπε Φαρμακοκινητικές). Ασθενείς με σοβαρή ηπατική βλάβη δεν θα πρέπει να θεραπεύονται με πακλιταξέλη.
Αιθανόλη: Αυτό το προϊόν περιέχει 49,7% vol αιθανόλη (αλκοόλ), δηλ έως 21 g ανά μέση δόση, ισοδύναμο με 740 ml μπύρας 3,5% vol, 190 ml κρασιού 14% vol ανά δόση. Αυτό μπορεί να είναι επιβλαβές για αλκοολικούς ασθενείς. Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπ΄όψιν όταν εξετάζεται η χρήση του φαρμάκου σε παιδιά και ομάδες υψηλού κινδύνου όπως ασθενείς με ηπατική νόσο ή επιληψία. Η ποσότητα του αλκοόλ σε αυτό το φαρμακευτικό προϊόν μπορεί να μεταβάλει τη δράση άλλων φαρμάκων.
Ενδοαρτηριακή χορήγηση: Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή προς αποφυγή ενδοαρτηριακής χορήγησης του paclitaxel. Σε μελέτες σε ζώα κατά τις οποίες μελετήθηκε η τοπική ανοχή, σημειώθηκαν σοβαρές αντιδράσεις ιστών μετά από ενδοαρτηριακή χορήγηση.
Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα έχει επίσης αναφερθεί σπάνια, συμπεριλαμβανομένων και των περιπτώσεων ασθενών που δεν έλαβαν ταυτόχρονη αντιμικροβιακή θεραπεία. Αυτή η αντίδραση θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στη διαφορική διάγνωση σοβαρών ή επίμονων περιπτώσεων διάρροιας κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά τη θεραπεία με paclitaxel.
Ένας συνδυασμός πνευμονικής ακτινοθεραπείας και θεραπευτικής αγωγής με paclitaxel (ανεξαρτήτως της σειράς της αγωγής) μπορεί να προωθήσει την ανάπτυξη διαμέσου πνευμονίτιδας.
Έχει αποδειχθεί ότι το paclitaxel είναι τερατογόνο, εμβυοτοξικό και μεταλλαξιογόνο σε διάφορα πειραματικά συστήματα. Ως εκ τούτου, άνδρες και γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας θα πρέπει να χρησιμοποιούν μέτρα αντισύλληψης για τους ίδιους και/ή τους συντρόφους τους κατά τη διάρκεια και για τουλάχιστον 6 μήνες μετά τη θεραπεία (βλέπε Κύηση και γαλουχία). Άνδρες ασθενείς θα πρέπει να αναζητήσουν συμβουλή ως προς την διατήρηση του σπέρματος πριν την έναρξη της θεραπείας λόγω της πιθανότητας μη-αναστρέψιμης στειρότητας από την θεραπεία με paclitaxel.
Σε ασθενείς με KS, σοβαρή βλεννογονίτιδα είναι σπάνια. Εάν παρουσιαστούν σοβαρές αντιδράσεις, η δόση του paclitaxel θα πρέπει να μειωθεί κατά 25%.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-PACLITAXEL-HOSPIRA
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Η κάθαρση του paclitaxel δεν επηρεάζεται από προκαταρκτική θεραπεία με σιμετιδίνη.
Σισπλατίνη: Συνιστάται όπως το paclitaxel χορηγείται πριν από τη σισπλατίνη. Όταν χορηγείται πριν από τη σισπλατίνη, το προφίλ ασφάλειας του paclitaxel συνάδει με αυτό που αναφέρεται για τη χρήση ενός μόνο παράγοντα. Η χορήγηση του paclitaxel μετά τη θεραπευτική αγωγή με σισπλατίνη οδηγεί σε μεγαλύτερη μυελοκαταστολή και μείωση της κάθαρσης του paclitaxel κατά περίπου 20%. Ασθενείς που υπόκεινται σε θεραπεία με paclitaxel και σισπλατίνη μπορεί να έχουν αυξημένο κίνδυνο νεφρικής ανεπάρκειας σε σύγκριση με τη χορήγηση μόνο σισπλατίνης σε περιπτώσεις γυναικολογικών καρκίνων.
Doxorubicin: Εφόσον η απέκκριση της doxorubicin και των ενεργών μεταβολιτών της μπορούν να μειωθούν όταν το paclitaxel και η doxorubicin χορηγούνται σε κοντινά διαστήματα, το paclitaxel, ως αρχική θεραπεία του μεταστατικού καρκίνου του μαστού, θα πρέπει να χορηγείται 24 ώρες μετά την doxorubicin (βλέπε 5.2).
Δραστικές ουσίες που μεταβολίζονται στο ήπαρ:
Ο μεταβολισμός της πακλιταξέλης καταλύεται, εν μέρει, από τα ισοένζυμα CYP2C8 και CYP3A4 του κυτοχρώματος P450. Συνεπώς, απουσία φαρμακοκινητικής μελέτης αλληλεπίδρασης φαρμάκου με φάρμακο, θα πρέπει να δίδεται προσοχή κατά την χορήγηση πακλιταξέλης ταυτόχρονα με φάρμακα που είναι γνωστά για την αναστολή είτε του CYP2C8 είτε του CYP3A4 (π.χ. κετοκοναζόλη και άλλα αντιμυκητιασικά με ιμιδαζόλη, ερυθρομυκίνη, φλουοξετίνη, γεμφιβροζίλη, κλοπιδογρέλη, σιμετιδίνη, ριτοναβίρη, σακουιναβίρη, ινδιναβίρη και νελφιναβίρη), επειδή η τοξικότητα της πακλιταξέλης μπορεί να αυξηθεί λόγω υψηλότερης έκθεσης σε πακλιταξέλη. Η συγχορήγηση πακλιταξέλης με φάρμακα, για τα οποία είναι γνωστό ότι προκαλούν είτε CYP2C8 είτε CYP3A4 (π.χ. ριφαμπικίνη, καρμπαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, εφαβιρένζη, νεβιραπίνη), δεν συνιστάται, επειδή μπορεί να υποβαθμιστεί η αποτελεσματικότητα λόγω χαμηλότερων εκθέσεων σε πακλιταξέλη.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-PACLITAXEL-HOSPIRA
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Εκτός αν αναφέρεται κάτι διαφορετικό, οι παρακάτω πληροφορίες αναφέρονται στα συνολικά δεδομένα ασφάλειας 812 ασθενών με συμπαγή όγκο οι οποίοι έλαβαν ως μοναδικό παράγοντα το paclitaxel σε κλινικές μελέτες. Καθώς ο πληθυσμός με KS είναι πολύ συγκεκριμένος, ένα ειδικό κεφάλαιο με κλινική μελέτη 107 ασθενών παρουσιάζεται στο τέλος αυτού του εδαφίου.
Εκτός αν αναφέρεται το αντίθετο, η συχνότητα και ο βαθμός σοβαρότητας των ανεπιθύμητων ενεργειών είναι γενικά παρόμοια σε ασθενείς με καρκίνωμα της ωοθήκης, του μαστού και μη μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα στους οποίους χορηγείται το paclitaxel. Καμία από τις αναφερόμενες τοξικές δράσεις δεν επηρεάστηκε σαφώς από την ηλικία.
Η πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια ήταν η καταστολή του μυελού των οστών. Σοβαρή ουδετεροπενία (<0,5 x 10⁹/l) παρατηρήθηκε στο 28% των ασθενών, αλλά δε συνδέθηκε με εμπύρετα επεισόδια. Μόνο στο 1% των ασθενών παρατηρήθηκε σοβαρή ουδετεροπενία για ≥ από 7 ημέρες.
Θρομβοκυτοπενία παρατηρήθηκε στο 11% των ασθενών. Τρία τοις εκατό των ασθενών είχαν αριθμό αιμοπεταλίων στο χαμηλότερο επίπεδο (ναδίρ) <50 x 10⁹/l τουλάχιστον μία φορά κατά τη διάρκεια της μελέτης. Αναιμία βρέθηκε σε 64% των ασθενών, αλλά ήταν σοβαρή (Hb <8,1 g/dl) μόνο σε 6% των ασθενών. Η συχνότητα και σοβαρότητα της αναιμίας έχουν σχέση με τη βασική κατάσταση της αιμοσφαρίνης.
Νευροτοξικότητα, κυρίως περιφερική νευροπάθεια, εμφανίστηκε να σημειώνεται πιο συχνά και σε πιο σοβαρό βαθμό όταν χορηγήθηκαν 175 mg/m² paclitaxel ως 3ωρη έγχυση (νευροτοξικότητα 85%, σοβαρού βαθμού 15%) παρά όταν χορηγήθηκε δόση 135 mg/m² σε 24ωρη έγχυση (περιφερική νευροπάθεια 25%, σοβαρού βαθμού 3%) όταν το paclitaxel συγχορηγήθηκε με σισπλατίνη. Ασθενείς με μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα και καρκίνο της ωοθήκης στους οποίους χορηγήθηκε paclitaxel για περίοδο 3 ωρών και στη συνέχεια χορηγήθηκε σισπλατίνη, εμφανίστηκαν να έχουν αυξημένα περιστατικά σοβαρής νευροτοξικότητας. Μπορεί να σημειωθεί περιφερική νευροπάθεια μετά την πρώτη σειρά αγωγής η οποία μπορεί να επιδεινωθεί ενώ συνεχίζεται η έκθεση στο paclitaxel. Η αγωγή του paclitaxel χρειάστηκε να διακοπεί σε λίγες περιπτώσεις λόγω περιφερικής νευροπάθειας. Τα αισθητικά συμπτώματα συνήθως ανακουφίστηκαν ή εξαφανίστηκαν μερικούς μήνες μετά τη διακοπή της αγωγής με paclitaxel.
Νευροπάθειες οι οποίες προκλήθηκαν από προηγούμενες θεραπευτικές αγωγές δεν αποτελούν αντενδείξεις για θεραπευτική αγωγή με το paclitaxel.
60% των ασθενών είχαν αρθραλγία ή μυαλγία η οποία ήταν σοβαρή σε 13% των ασθενών.
Σημαντική αντίδραση υπερευαισθησίας με πιθανή μοιραία κατάληξη (οριζόμενη ως υπόταση για την οποία απαιτείται αγωγή, αγγειοοίδημα, αναπνευστική δυσχέρεια για την οποία απαιτήθηκε βρογχοδιασταλτική θεραπεία, ή γενικευμένη κνίδωση) σημειώθηκαν σε δύο ασθενείς (<1%). Συνολικά 34% των ασθενών (17% όλων των σειρών θεραπευτικής αγωγής) παρουσίασαν ελαφρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας. Οι ελαφρές αντιδράσεις ήταν κυρίως έξαψη και εξάνθημα και δεν απαιτήθηκε θεραπευτική παρέμβαση ούτε και εμπόδισαν τη συνέχιση της αγωγής του paclitaxel.
Οι αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης σε ενδοφλέβια χορήγηση μπορεί να προκαλέσουν τοπικό οίδημα, άλγος, ερυθρότητα του δέρματος και σκλήρυνση. Η εξαγγείωση μπορεί επίσης περιστασιακά να προκαλέσει κυτταρίτιδα. Έχουν αναφερθεί δερματικό εξάνθημα ή-και απολέπιση δέρματος, περιστασιακά σχετιζόμενα με την εξαγγείωση. Μπορεί επίσης να σημειωθεί αποχρωματισμός του δέρματος. Έχουν επίσης αναφερθεί μεμονωμένες περιπτώσεις υποτροπής των δερματικών αντιδράσεων σε σημείο προηγούμενης εξαγγείωσης μετά τη χορήγηση του paclitaxel σε διαφορετικό σημείο, δηλαδή «φαινόμενο υποτροπής». Δεν υπάρχει γνωστή συγκεκριμένη θεραπευτική αγωγή για αντιδράσεις εξαγγείωσης.
Σε μερικές περιπτώσεις, η έναρξη της αντίδρασης στη θέση ένεσης είτε σημειώθηκε κατά τη διάρκεια μιας παρατεταμένης έγχυσης ή καθυστέρησε κατά μια εβδομάδα έως 10 ημέρες.
Έχει αναφερθεί διάχυτη ενδοαγγειακή πήξη (DIC) που σχετίζεται συχνά με τη σήψη ή με την πολυοργανική ανεπάρκεια.
Αλωπεκία: Η αλωπεκία παρατηρήθηκε στο 87% των ασθενών και ήταν απότομη κατά την εμφάνισή της. Ανακοινωθείσα απώλεια μαλλιών ≥50% αναμένεται για την πλειονότητα των ασθενών που βιώνουν αλωπεκία.
Στον παρακάτω πίνακα αναφέρονται ανεπιθύμητες ενέργειες, ανεξάρτητα από τη σοβαρότητα που σχετίζονται με τη χορήγηση paclitaxel ως μοναδικού παράγοντα σε 3ωρη έγχυση σε περιπτώσεις μεταστάσεων (χορηγήθηκε θεραπεία σε 812 ασθενείς κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών), όπως αναφέρθηκε κατά τη διάρκεια μετεγκριτικής παρακολούθησης * του paclitaxel.
Η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών που παρατίθενται παρακάτω, καθορίζεται σύμφωνα με το ακόλουθο σχήμα:
Πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100, <1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000, <1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000, <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10,000).
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις: Πολύ συχνές: Λοίμωξη (κυρίως λοιμώξεις του ουροποιητικού και του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος), με αναφορές περιστατικών που είχαν μοιραία έκβαση Όχι συχνές: Σηπτικό σοκ Σπάνιες*: πνευμονία, περιτονίτιδα, σηψαιμία Πολύ σπάνιες*: Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος: Πολύ συχνές: Μυελοκαταστολή, ουδετεροπενία, αναιμία, θρομβοκυτοπενία, λευκοπενία, αιμορραγία Σπάνιες*: Εμπύρετη ουδετεροπενία Πολύ σπάνιες*: Οξεία μυελοειδής λευχαιμία, μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο Μη γνωστές: Διάχυτη ενδαγγειακή πήξη (DIC)
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος: Πολύ συχνές: Ήπιες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (κυρίως έξαψη και εξάνθημα) Όχι συχνές: Σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας που απαιτούν θεραπεία (π.χ. υπόταση, αγγειονευρωτικό οίδημα, αναπνευστική δυσχέρεια, γενικευμένη κνίδωση, ρίγη, οσφυαλγία θωρακικό άλγος, ταχυκαρδία, κοιλιακό άλγος, άλγος άκρου, εφίδρωση και υπέρταση) Σπάνιες*: Αναφυλακτικές αντιδράσεις Πολύ σπάνιες*: Αναφυλακτική καταπληξία Μη γνωστές*: Βρογχόσπασμος
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης: Σπάνιες*: Αφυδάτωση Πολύ σπάνιες*: Ανορεξία Μη γνωστές*: σύνδρομο λύσης όγκου
Ψυχιατρικές διαταραχές: Πολύ σπάνιες*: Συγχυτική κατάσταση
Διαταραχές νευρικού συστήματος: Πολύ συχνές: Νευροτοξικότητα (κυρίως: περιφερική νευροπάθεια) Σπάνιες*: Κινητική νευροπάθεια (με επαγόμενη ελαφρά περιφερική μυϊκή αδυναμία) Πολύ σπάνιες*: Αυτόνομη νευροπάθεια (με αποτέλεσμα παραλυτικό ειλεό και ορθοστατική υπόταση), κρίσεις μείζονος επιληψίας (grand mal), σπασμοί, εγκεφαλοπάθεια, ζάλη κεφαλαλγία, αταξία
Οφθαλμικές διαταραχές: Πολύ σπάνιες*: Διαταραχές του οπτικού νεύρου ή-και οπτικές διαταραχές (σπινθηροβόλα σκοτώματα) ιδιαίτερα σε ασθενείς οι οποίοι πήραν υψηλότερες από τις συνιστώμενες δόσεις Μη γνωστές*: Οίδημα ωχράς κηλίδας, φωτοψία, εξιδρώματα του υαλοειδούς σώματος
Διαταραχές του ωτός και του λαβύρινθου: Πολύ σπάνιες*: Ωτοτοξικότητα, απώλεια ακοής, εμβοές, ίλιγγος
Καρδιακές διαταραχές: Συχνές: Βραδυκαρδία Όχι συχνές: Μυοκαρδιοπάθεια, ασυμπτωματική κοιλιακή ταχυκαρδία, ταχυκαρδία με δι-δι-δυμία, κολποκοιλιακός αποκλεισμός και συγκοπή, έμφραγμα του μυοκαρδίου Σπάνιες: Καρδιακή ανεπάρκεια Πολύ σπάνιες*: Κολπική μαρμαρυγή, υπερκοιλιακή ταχυκαρδία
Αγγειακές διαταραχές: Πολύ συχνές: Υπόταση Όχι συχνές: Υπέρταση, θρόμβωση, θρομβοφλεβίτιδα Πολύ σπάνιες*: Καταπληξία (shock) Μη γνωστές*: Φλεβίτιδα
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος του θώρακα και του μεσοθωρακίου: Σπάνιες*: Δύσπνοια, πλευριτικό εξίδρωμα, διάμεση πνευμονία, πνευμονική ίνωση, πνευμονική εμβολή, αναπνευστική ανεπάρκεια Πολύ σπάνιες*: Βήχας
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος: Πολύ συχνές: Ναυτία, έμετος, διάρροια Σπάνιες*: Απόφραξη εντέρου, διάτρηση εντέρου, ισχαιμική κολίτιδα, παγκρεατίτιδα Πολύ σπάνιες*: Μεσεντερική θρόμβωση, ουδετεροπενική κολίτιδα, οισοφαγίτιδα, δυσκοιλιότητα, ασκίτης
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων: Πολύ σπάνιες*: Ηπατική νέκρωση, ηπατική εγκεφαλοπάθεια (και τα δύο με αναφορές περιστατικών που είχαν μοιραία έκβαση)
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού: Πολύ συχνές: Αλωπεκία Συχνές: Παροδικές και ήπιες αλλαγές στα νύχια και το δέρμα Σπάνιες*: Κνησμός, εξάνθημα, ερύθημα Πολύ σπάνιες*: σύνδρομο Stevens-Johnson, επιδερμική νεκρόλυση, πολύμορφο ερύθημα, αποφολιδωτική δερματίτιδα, κνίδωση, ονυχόλυση (ασθενείς που κάνουν θεραπεία θα πρέπει να φορούν αντηλιακό σε χέρια και πόδια)
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού: Πολύ συχνές: Αρθραλγία, μυαλγία Μη γνωστές*: Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, σκληρόδερμα
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Πολύ συχνές: Φλεγμονή βλεννογόνου Συχνές: Αντιδράσεις στο σημείο ένεσης (συμπεριλαμβανομένου τοπικού οιδήματος, άλγους, ερυθήματος, σκληρίας, σε ορισμένες περιπτώσεις εξαγγείωση που μπορεί να προκαλέσει κυτταρίτιδα, ίνωση δέρματος και νέκρωση δέρματος) Σπάνιες*: Εξασθένιση, πυρεξία, οίδημα, δυσφορία
Παρακλινικές εξετάσεις: Συχνές: Σημαντική αύξηση στις τιμές της ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης (AST) (γλουταμινική οξαλοξεϊκή τρανσαμινάση ορού-SGOT), σημαντική αύξηση στις τιμές της αλκαλικής φωσφατάσης Όχι συχνές: Σημαντική αύξηση στις τιμές της χολερυθρίνης Σπάνιες*: Αύξηση στις τιμές της κρεατίνης στο αίμα
Ασθενείς με καρκίνο του μαστού που τους χορηγήθηκε paclitaxel ως επικουρική αγωγή μετά από θεραπεία με ανθρακυκλίνη και κυκλοφωσφαμίδη (AC),
παρουσίασαν μεγαλύτερη τοξικότητα του αισθητικού νεύρου, αντιδράσεις υπερευαισθησίας, αρθραλγία/μυαλγία, αναιμία, λοίμωξη, πυρετό, ναυτία/έμετο και διάρροια από τους ασθενείς που έλαβαν μόνο ανθρακυκλίνη και κυκλοφωσφαμίδη. Ωστόσο, η συχνότητα αυτών των περιστατικών ήταν σύμφωνη με τη χρήση μονοθεραπείας με paclitaxel, όπως αναφέρθηκε παραπάνω.
Συνδυαστική θεραπεία
Οι παρακάτω πληροφορίες αναφέρονται σε δύο σημαντικές κλινικές μελέτες στη χημειοθεραπεία πρώτης γραμμής για τον καρκίνο της ωοθήκης (paclitaxel + σισπλατίνη: περισσότεροι από 1050 ασθενείς) δύο κλινικές μελέτες φάσης ΙΙΙ για τη θεραπευτική αγωγή πρώτης γραμμής του μεταστατικού καρκίνου του μαστού: μία μελέτη που μελετούσε το συνδυασμό με doxorubicin (paclitaxel + doxorubicin: 267 ασθενείς) και μία άλλη που μελετούσε τον συνδυασμό με trastuzumab (σχεδιασμένη ανάλυση με υπο-ομάδες; paclitaxel + trastuzumab: 188 ασθενείς) και δύο κλινικές μελέτες φάσης ΙΙΙ για τη θεραπεία προχωρημένου μη μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα (NSCLC) (paclitaxel + σισπλατίνη: περισσότεροι από 360 ασθενείς) (βλέπε παράγραφο 5.1).
Όταν χορηγήθηκε ως 3ωρη έγχυση για τη χημειοθεραπεία πρώτης γραμμής για τον καρκίνο της ωοθήκης, η νευροτοξικότητα, η αρθραλγία/μυαλγία και η υπερευαισθησία αναφέρθηκαν ως πιο συχνές και σοβαρές σε ασθενείς στις οποίες χορηγήθηκε paclitaxel ακολουθούμενο από σισπλατίνη παρά σε ασθενείς στις οποίες χορηγήθηκε κυκλοφωσφαμίδη ακολουθούμενη από σισπλατίνη. Η μυελοκαταστολή είναι λιγότερο συχνή και λιγότερο σοβαρή με την 3ωρη έγχυση paclitaxel ακολουθούμενη από σισπλατίνη παρά με κυκλοφωσφαμίδη ακολουθούμενη από σισπλατίνη.
Για τη θεραπευτική αγωγή πρώτης γραμμής του μεταστατικού καρκίνου του μαστού, αναφέρθηκαν ουδετεροπενία, αναιμία, περιφερική νευροπάθεια, αρθραλγία/μυαλγία, εξασθένιση, πυρετός και διάρροια πιο συχνά και με μεγαλύτερη σοβαρότητα όταν το paclitaxel (220 mg/m²) χορηγήθηκε ως 3ωρη έγχυση 24 ώρες μετά την doxorubicin (50 mg/m²) σε σύγκριση με τη συνήθη θεραπεία με FAC (5-FU 500 mg/m², doxorubicin 50 mg/m², κυκλοφωσφαμίδη 500 mg/m²). Τα περιστατικά ναυτίας και εμετού ήταν λιγότερο συχνά και σοβαρά με τη χορήγηση paclitaxel (220 mg/m²) / doxorubicin (50 mg/m²) σε σύγκριση με τη συνήθη θεραπεία με FAC. Η χρήση κορτικοστεροειδών πιθανώς να συνέβαλε στη χαμηλότερη συχνότητα και σοβαρότητα των περιστατικών ναυτίας και εμετού κατά τη χορήγηση paclitaxel /doxorubicin.
Όταν το paclitaxel χορηγήθηκε σε 3ωρη έγχυση σε συνδυασμό με το trastuzumab για την θεραπεία πρώτης γραμμής ασθενών με μεταστατικό καρκίνο του μαστού, αναφέρθηκαν οι παρακάτω ανεπιθύμητες ενέργειες (ανεξάρτητα από τη σχέση με paclitaxel ή trastuzumab) πιο συχνά σε σχέση με το paclitaxel ως μοναδικό παράγοντα: καρδιακή ανεπάρκεια (8% έναντι 1%), λοίμωξη (46% έναντι 27%), ρίγη (42% έναντι 4%), πυρετός (47% έναντι 23%), βήχας (42% έναντι 22%), εξάνθημα (39% έναντι 18%), αρθραλγία (37% έναντι 21%), ταχυκαρδία (12% έναντι 4%), διάρροια (45% έναντι 30%), υπερτονία (11% έναντι 3%), επίσταξη (18% έναντι 4%), ακμή (11% έναντι 3%), απλός έρπητας (12% έναντι 3%), ακούσιο τραύμα (13% έναντι 3%), αϋπνία (25% έναντι 13%), ρινίτιδα (22% έναντι 5%), παραρρινοκολπίτιδα (21% έναντι 7%), και αντίδραση στο σημείο της ένεσης (7% έναντι 1%). Κάποιες από αυτές τις διαφορές στη συχνότητα μπορεί να οφείλονται στον αυξημένο αριθμό και διάρκεια των αγωγών με το συνδυασμό paclitaxel/ trastuzumab έναντι του paclitaxel ως μοναδικό παράγοντα. Σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρθηκαν σε παρόμοια ποσοστά για το συνδυασμό paclitaxel/ trastuzumab και το paclitaxel ως μοναδικό παράγοντα.
Όταν η doxorubicin χορηγήθηκε σε συνδυασμό με το paclitaxel σε μεταστατικό καρκίνο του μαστού, παρατηρήθηκαν διαταραχές καρδιακής συστολής (≥ 20% μείωση του κλάσματος εξώθησης της αριστερής κοιλίας) σε 15% των ασθενών σε σύγκριση με 10% με τη συνήθη θεραπεία με FAC. Παρατηρήθηκε συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια σε <1% σε ασθενείς που τους χορηγήθηκε τόσο paclitaxel /doxorubicin όσο και συνήθης FAC θεραπεία. Χορήγηση trastuzumab σε συνδυασμό με paclitaxel σε ασθενείς που τους είχαν προηγουμένως χορηγηθεί ανθρακυκλίνες οδήγησε σε αυξημένη συχνότητα και σοβαρότητα καρδιακής δυσλειτουργίας σε σύγκριση με ασθενείς που τους είχε χορηγηθεί paclitaxel ως μοναδικός παράγοντας (New York Heart Association -NYHA- Class I/II 10% έναντι 0%, NYHA Class ΙΙΙ/ΙV 2% έναντι 1%) και σπάνια έχει συσχετιστεί με θάνατο (βλέπε Περίληψη Χαρακτηριστικών του Προϊόντος για το trastuzumab).
Εκτός από τις σπάνιες αυτές περιπτώσεις, οι ασθενείς ανταποκρίθηκαν στην κατάλληλη θεραπεία.
Έχει αναφερθεί πνευμονίτιδα από ακτινοβολία σε ασθενείς που τους συγχορηγήθηκε ακτινοθεραπεία.
Σάρκωμα Kaposi σχετιζόμενο με AIDS
Εκτός από αιματολογικές και ηπατικές ανεπιθύμητες ενέργειες (βλέπε παρακάτω), η συχνότητα και η σοβαρότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών είναι γενικά παρόμοια μεταξύ ασθενών με KS και ασθενών που τους χορηγείται μονοθεραπεία με paclitaxel για άλλους συμπαγείς όγκους, βάσει κλινικής μελέτης με 107 ασθενείς.
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος: Η μυελοκαταστολή ήταν η πιο σημαντική δοσοπεριοριστική τοξική δράση. Η ουδετεροπενία αποτελεί την πιο σημαντική αιματολογική τοξική δράση. Κατά τη διάρκεια της πρώτης γραμμής θεραπείας, σοβαρή ουδετεροπενία (<0,5 x 10⁹/l) παρατηρήθηκε σε 20% των ασθενών. Κατά τη διάρκεια ολόκληρης της περιόδου θεραπείας, σοβαρή ουδετεροπενία παρατηρήθηκε σε ποσοστό 39% των ασθενών. Ουδετεροπενία παρατηρήθηκε για > 7 ημέρες σε 41% και για 30-35 ημέρες σε 8% των ασθενών. Υποχώρησε σε 35 ημέρες σε όλους τους ασθενείς. Τα περιστατικά ουδετεροπενίας Κλίμακας 4 που διήρκεσε για ≥ από 7 ημέρες ήταν 22%.
Ουδετεροπενικός πυρετός που σχετίζεται με το paclitaxel αναφέρθηκε σε 14% των ασθενών και σε 1.3% των θεραπευτικών κύκλων. Σημειώθηκαν τρία περιστατικά σηψαιμίας (2,8%) κατά τη διάρκεια της χορήγησης paclitaxel που σχετίστηκαν με το φαρμακευτικό προϊόν και τα οποία ήταν θανατηφόρα.
Θρομβοκυτοπενία παρατηρήθηκε στο 50% των ασθενών και ήταν σοβαρής μορφής (<50 x 10⁹/l) στο 9% των ασθενών. Μόνο το 14% παρουσίασε πτώση στον αριθμό των αιμοπεταλίων κάτω από 75 x 10⁹/l, τουλάχιστον μία φορά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Αναφέρθηκαν επεισόδια αιμορραγίας σχετιζόμενα με το paclitaxel σε < 3% των ασθενών, αλλά τα αιμορραγικά επεισόδια ήταν εντοπισμένα.
Παρατηρήθηκε αναιμία (Hb< 11g/dl) στο 61% των ασθενών και ήταν σοβαρής μορφής (Hb< 8g/dl) στο 10%. Απαιτήθηκαν μεταγγίσεις ερυθρών αιμοσφαιρίων στο 21% των ασθενών.
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων: Μεταξύ των ασθενών (>50% σε αναστολείς πρωτεάσης) με φυσιολογική βασική ηπατική λειτουργία, 28%, 43% και 44% παρουσίασαν αύξηση της χολερυθρίνης, της αλκαλικής φωσφατάσης και του AST (SGOT), αντίστοιχα. Για κάθε μία από αυτές τις παραμέτρους, οι αυξήσεις ήταν σημαντικές στο 1% των περιπτώσεων.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http:// www. eof. gr
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-PACLITAXEL-HOSPIRA
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Η πακλιταξέλη έχει επιδείξει εμβρυοτοξικότητα και μείωση της γονιμότητας στα κουνέλια (βλ. επίσης προκλινικά δεδομένα).
Παρόλο που δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για τη χρήση της πακλιταξέλης σε έγκυες γυναίκες, όπως τα άλλα κυτταροτοξικά φάρμακα, η πακλιταξέλη μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο εάν χορηγηθεί σε έγκυες γυναίκες.
Το Paclitaxel/Hospira 6 mg/ml πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση δεν πρέπει να χρησιμοποιείται στην εγκυμοσύνη, εκτός και εάν η θεραπεία με paclitaxel υπαγορεύεται από την κλινική κατάσταση της γυναίκας.
Θα πρέπει να συστήνεται στις γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που λαμβάνουν πακλιταξέλη να αποφεύγουν ενδεχόμενη σύλληψη, και να ενημερώνουν άμεσα τον θεράποντα ιατρό τους σε περίπτωση που συλλάβουν. Οι γυναίκες και οι άνδρες ασθενείς αναπαραγωγικής ηλικίας, και/ή οι σύντροφοί τους θα πρέπει να χρησιμοποιούν μέτρα αντισύλληψης τουλάχιστον 6 μήνες μετά το πέρας της αγωγής της πακλιταξέλης.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό αν το paclitaxel απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα στον άνθρωπο.
Το paclitaxel αντενδείκνυται κατά τη γαλουχία. Ο θηλασμός θα πρέπει να διακόπτεται για τη διάρκεια της θεραπείας με paclitaxel (βλέπε Αντενδείξεις).
Γονιμότητα
Η πακλιταξέλη έχει επιδείξει μείωση της γονιμότητας στους αρουραίους (βλ. επίσης προκλινικά δεδομένα).
Οι άνδρες ασθενείς πρέπει να συμβουλευτούν ειδικό για τη διατήρηση σπέρματος πριν από τη θεραπεία με πακλιταξέλη, λόγω του ενδεχόμενου στειρότητας οφειλόμενης στη θεραπεία με την πακλιταξέλη.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-PACLITAXEL-HOSPIRA
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικοί παράγοντες / ταξάνες
Κωδικός ATC: L01C D01
Μηχανισμός δράσης
Το paclitaxel είναι ένας ανταγωνιστής των μικροσωληνίσκων ο οποίος προωθεί τη συνάθροιση των μικροσωληνίσκων από τα διμερή τουβουλίνης και σταθεροποιεί τους μικροσωληνίσκους εμποδίζοντας τη διάσπαση των πολυμερών. Αυτή η σταθερότητα αναστέλλει τη φυσιολογική δυναμική εκ νέου οργάνωση του δικτύου μικροσωληνίσκων, πράγμα που είναι ουσιώδες για τις ζωτικές λειτουργίες της μεσοφάσης και τις μιτωτικές κυτταρικές λειτουργίες. Επιπλέον, το paclitaxel επάγει το σχηματισμό μη φυσιολογικών συσσωματωμάτων ή δεσμών μικροσωληνίσκων καθ’ όλο τον κυτταρικό κύκλο και το σχηματισμό πολλαπλών ατράκτων μικροσωληνίσκων κατά τη μίτωση.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Στην θεραπεία πρώτης γραμμής του καρκίνου της ωοθήκης, η ασφάλεια και δραστικότητα του paclitaxel αξιολογήθηκαν με δύο μείζονες τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες (σε σύγκριση με θεραπευτική αγωγή με κυκλοφωσφαμίδη 750 mg/m² + σισπλατίνη 75 mg/m²).
Στη Δια-ομαδική μελέτη (BMS CA 139-209), σε περισσότερους από 650 ασθενείς με στάδιο ΙΙ
b - c
, III ή IV πρωτογενούς καρκίνου της ωοθήκης χορηγήθηκαν κατά το μέγιστο 9 κύκλοι θεραπευτικής αγωγής με paclitaxel (175 mg/m² σε 3ωρη έγχυση) ακολουθούμενη από σισπλατίνη (75 mg/m²) ή ελεγχόμενη αγωγή. Σε μία άλλη μείζονα μελέτη (GOG 111/B-MS CA 139-022), χορηγήθηκαν κατά το μέγιστο 6 σειρές αγωγής με paclitaxel (135 mg/m², κατά τη διάρκεια 24ωρης έγχυσης) σε συνδυασμό με σισπλατίνη (75 mg/m²) ή αγωγή ελέγχου. Στη μελέτη έλαβαν μέρος 400 ασθενείς με πρωτοπαθή καρκίνο της ωοθήκης σταδίου ΙΙΙ ή IV με υπολειπόμενο όγκο > 1 εκ. (cm) μετά από λαπαροτομία σταδιοποίησης, ή με απομακρυσμένες μεταστάσεις. Αν και οι δύο διαφορετικές δοσολογίες δεν συγκρίθηκαν μεταξύ τους άμεσα, και στις δύο μελέτες οι ασθενείς στις οποίες χορηγήθηκε paclitaxel και σισπλατίνη είχαν σημαντικά υψηλότερο βαθμό ανταπόκρισης, πιο καθυστερημένη επιδείνωση της νόσου και μεγαλύτερο χρόνο επιβίωσης από ασθενείς στις οποίες χορηγήθηκε τυπική θεραπευτική αγωγή.
Παρουσιάστηκε αυξημένη νευροτοξικότητα, αρθραλγία/μυαλγία αλλά μειωμένη μυελοκαταστολή σε ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο της ωοθήκης οι οποίες έλαβαν 3ωρες εγχύσεις paclitaxel/σισπλατίνης, σε σύγκριση με ασθενείς οι οποίες έλαβαν αγωγή κυκλοφωσφαμίδης-σισπλατίνης.
Κατά την επικουρική αντιμετώπιση του καρκινώματος του μαστού, 3121 ασθενείς με λεμφαδενο-θετικό καρκίνωμα του μαστού έλαβαν επικουρική αγωγή με paclitaxel ή δεν υπέστησαν χημειοθεραπεία μετά από τέσσερις κύκλους αγωγής με doxorubicin και κυκλοφωσφαμίδη (CALGΒ 9344, BMS CA 139-223). Ο διάμεσος χρόνος παρακολούθησης ήταν 69 μήνες. Συνολικά, ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε paclitaxel παρουσίασαν σημαντική μείωση κατά 18% του κινδύνου υποτροπής σε σύγκριση με ασθενείς οι οποίοι έλαβαν μόνο αγωγή ανθρακυκλίνης - κυκλοφωσφαμίδης (p=0,0014), και σημαντική μείωση κατά 19% του κινδύνου θανάτου (p=0,0044) σε σύγκριση με ασθενείς που έλαβαν μόνο αγωγή αθρακυκλίνης-κυκλοφωσφαμίδης. Αναλύσεις προηγούμενων δεδομένων δείχνουν όφελος σε όλες τις υπο-ομάδες ασθενών. Σε ασθενείς με αρνητικούς για ορμονικό υποδοχέα/αταξινόμητους όγκους, η μείωση του κινδύνου υποτροπής ήταν 28% (95% CI: 0,59-0,86). Στην υποομάδα ασθενών με θετικούς για ορμονικό υποδοχέα όγκους, η μείωση του κινδύνου υποτροπής ήταν 9% (95% CI: 0,78-1,07). Ωστόσο, ο σχεδιασμός της μελέτης δεν εξέταζε την επίδραση της εκτεταμένης αγωγής ανθρακυκλίνης-κυκλοφωσφαμίδης για περισσότερους από 4 κύκλους. Με βάση τη μελέτη αυτή μόνο, δεν μπορεί να αποκλειστεί το γεγονός ότι τα αποτελέσματα οφείλονται μερικώς στη διαφορά της διάρκειας της χημειοθεραπείας μεταξύ των δύο βραχιόνων (AC 4 κύκλους, AC + paclitaxel 8 κύκλους). Επομένως, η επικουρική αγωγή με paclitaxel θα πρέπει να θεωρείται ως εναλλακτική της εκτεταμένης αγωγής ανθρακυκλίνης-κυκλοφωσφαμίδης.
Σε μία δεύτερη μεγάλου εύρους κλινική μελέτη για επικουρική θεραπεία λεμφαδενο-θετικού καρκίνου του μαστού με παρόμοιο σχεδιασμό, 3060 ασθενείς επελέγησαν τυχαία για να λάβουν ή να μην λάβουν τέσσερις κύκλους αγωγής με paclitaxel σε δόση υψηλότερη των 225 mg/m² ύστερα από τέσσερις σειρές αγωγής με ανθρακυκλίνη-κυκλοφωσφαμίδη (NSABP B-28, BMS CA 139-270). Σε διάμεσο χρόνο παρακολούθησης 64 μηνών, οι ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε paclitaxel παρουσίασαν σημαντική μείωση κατά 17% του κινδύνου υποτροπής σε σύγκριση με ασθενείς οι οποίοι έλαβαν μόνο αγωγή ανθρακυκλίνης-κυκλοφωσφαμίδης (p= 0,006). Η αγωγή με paclitaxel συνδέθηκε με τη μείωση του κινδύνου θανάτου της τάξεως του 7% (95% CI: 0,78-1,12). Όλες οι αναλύσεις υπο-ομάδων υποστήριξαν το βραχίονα του paclitaxel. Σε αυτή τη μελέτη, ασθενείς με θετικούς για ορμονικό υποδοχέα όγκους παρουσίασαν μείωση του κινδύνου υποτροπής κατά 23% (95% CI: 0,6-0,92). Στην υπο-ομάδα ασθενών με αρνητικούς για ορμονικό υποδοχέα όγκους η μείωση του κινδύνου υποτροπής ήταν 10% (95% CI: 0,7-1,11).
Στη θεραπεία πρώτης γραμμής του μεταστατικού καρκίνου του μαστού, η δραστικότητα και η ασφάλεια της θεραπείας με paclitaxel αξιολογήθηκε σε δύο πιλοτικές μελέτες, Φάσης ΙΙΙ, τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες ανοιχτής-σήμανσης μελέτες.
Στην πρώτη μελέτη (BMS CA139-278), ο συνδυασμός αγωγής με bolus doxorubicin (50 mg/m²) ακολουθούμενη ύστερα από 24 ώρες με χορήγηση paclitaxel (220 mg/m² με τρίωρη έγχυση) (ΑΤ), συγκρίθηκε με τη συνήθη αγωγή με FAC (5-FU 500mg/m², doxorubicin 50 mg/m², κυκλοφωσφαμίδη 500 mg/m²). Και οι δύο αγωγές χορηγήθηκαν κάθε τρεις εβδομάδες για οκτώ κύκλους. Σε αυτήν την τυχαιοποιημένη μελέτη, έλαβαν μέρος 267 ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο του μαστού, οι οποίοι δεν είχαν προηγουμένως υποβληθεί σε χημειοθεραπεία ή είχαν κάνει μόνο χημειοθεραπεία χωρίς ανθρακυκλίνη ως επικουρική θεραπεία. Τα αποτελέσματα έδειξαν σημαντική διαφορά ως προς τον χρόνο εξέλιξης της νόσου για ασθενείς οι οποίοι έλαβαν αγωγή με ΑΤ σε σύγκριση με αυτούς οι οποίοι έλαβαν αγωγή με FAC (8,2 έναντι 6,2 μήνες, p= 0,029). Ο διάμεσος χρόνος επιβίωσης ήταν υπέρ της αγωγής με paclitaxel / doxorubicin έναντι της αγωγής με FAC (23,0 έναντι 18,3 μήνες, p=0,004). Στους βραχίονες αγωγής με ΑΤ και FAC, 44% και 48% αντίστοιχα έλαβαν επαναληπτική χημειοθεραπεία η οποία περιλάμβανε 7% και 50% ταξάνες αντίστοιχα. Ο συνολικός ρυθμός ανταπόκρισης ήταν επίσης σημαντικά υψηλότερος στον ΑΤ βραχίονα αγωγής σε σύγκριση με τον FAC βραχίονα αγωγής (68% έναντι 55%). Ολικές ανταποκρίσεις παρατηρήθηκαν σε 19% των ασθενών οι οποίοι έλαβαν αγωγή με paclitaxel /doxorubicin έναντι 8% των ασθενών οι οποίοι έλαβαν αγωγή με FAC. Όλα τα αποτελέσματα δραστικότητας έχουν επακόλουθα επιβεβαιωθεί από μία ανεξάρτητη τυφλή μελέτη.
Σε μία δεύτερη μελέτη, η δραστικότητα και η ασφάλεια της συνδυαστικής θεραπείας με paclitaxel και trastuzumab αξιολογήθηκε σε μία σχεδιασμένη ανάλυση με υπο-ομάδες (ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο του μαστού που τους είχαν προηγουμένως χορηγηθεί επικουρικά ανθρακυκλίνες) της μελέτης HO648g. Δεν έχει αποδειχθεί η δραστικότητα του trastuzumab σε συνδυασμό με το paclitaxel σε ασθενείς που δεν τους είχαν προηγουμένως χορηγηθεί επικουρικές ανθρακυκλίνες. Ο συνδυασμός του trastuzumab (4 mg/kg δόση εφόδου και ύστερα 2 mg/kg την εβδομάδα) και της 3-ωρης έγχυσης με paclitaxel (175 mg/m²) κάθε 3 εβδομάδες, συγκρίθηκε με 3-ωρη έγχυση paclitaxel (175 mg/m²) ως μοναδικού παράγοντα κάθε 3 εβδομάδες σε 188 ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο του μαστού με υπερέκφραση του HER2 (σε βαθμό 2+ ή 3+, όπως καθορίστηκε από την ανοσο-ιστοχημεία), στους οποίους είχαν προηγουμένως χορηγηθεί ανθρακυκλίνες. Το paclitaxel χορηγήθηκε κάθε τρεις εβδομάδες για τουλάχιστον έξι κύκλους ενώ το trastuzumab χορηγήθηκε εβδομαδιαία έως την εξέλιξη της νόσου. Η μελέτη έδειξε σημαντικό πλεονέκτημα του συνδυασμού paclitaxel/ trastuzumab σχετικά με το χρόνο μέχρι την εξέλιξη της νόσου (6,9 έναντι 3,0 μήνες), το δείκτη ανταπόκρισης (41% έναντι 17%) και τη διάρκεια ανταπόκρισης (10,5 έναντι 4,5 μήνες), όταν συγκρίθηκε με το paclitaxel μόνο. Η μοναδική σημαντική τοξικότητα που παρατηρήθηκε με το συνδυασμό paclitaxel / trastuzumab ήταν καρδιακές διαταραχές (βλέπε παράγραφο 4.8).
Κατά τη θεραπεία πολύ προχωρημένου μη μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα, ο συνδυασμός 175 mg/m² paclitaxel και 80 mg/m² σισπλατίνης (χορηγούμενης μετά το paclitaxel) μελετήθηκε σε δύο μελέτες φάσης ΙΙΙ (367 ασθενείς σε αγωγή με paclitaxel). Και οι δύο μελέτες τυχαιοποιήθηκαν. Στη μία μελέτη η ομάδα ελέγχου έλαβε σισπλατίνη (100 mg/m²) και στην άλλη, 100 mg/m² τενιποσίδης ακολουθούμενης από 80 mg/m² σισπλατίνης (367 ασθενείς στην ομάδα ελέγχου). Τα αποτελέσματα και των δύο μελετών ήταν παρόμοια. Δεν υπήρξαν σημαντικές διαφορές μεταξύ της θεραπείας με paclitaxel και της θεραπείας ελέγχου ως προς τη θνησιμότητα, το κύριο τελικό συμβάν (ο διάμεσος χρόνος επιβίωσης στις ομάδες του paclitaxel ήταν 8,1 και 9,5 μήνες, και στις ομάδες ελέγχου 8,6 και 9,9 μήνες). Ούτε και υπήρξαν σημαντικές διαφορές στο διάμεσο χρόνο μέχρι την επιδείνωση της νόσου μεταξύ των δύο αγωγών. Το όφελος ήταν σημαντικό ως προς την κλινική ανταπόκριση. Μελέτες για την ποιότητα ζωής υποδηλώνουν ότι ήταν μικρότερη η απουσία όρεξης που προκαλείται από την συνδυασμένη θεραπεία μέρος της οποίας ήταν το paclitaxel, αλλά προκύπτει επίσης αυξημένη συχνότητα περιφερικής νευροπάθειας (p<0,008) με τη θεραπεία συνδυασμού.
Στη θεραπεία KS σχετιζόμενο με AIDS, η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του paclitaxel ερευνήθηκαν σε μια μη-συγκριτική μελέτη σε ασθενείς με προχωρημένο στάδιο KS, που είχαν προηγουμένως υποβληθεί σε συστημική χημειοθεραπεία. Το πρωτεύον τελικό σημείο ήταν η βέλτιστη αντιμετώπιση του όγκου. Από τους 107 ασθενείς, οι 63 θεωρήθηκαν μη δεκτικοί στη χορήγηση λιποσωμικής ανθρακυκλίνης. H υπο-ομάδα αυτή των ασθενών θεωρείται ότι αποτελεί τον κεντρικό δραστικό πληθυσμό. Το συνολικό ποσοστό επιτυχίας (πλήρης/μερική ανταπόκριση) ύστερα από 15 κύκλους θεραπείας ήταν 57% (διάστημα εμπιστοσύνης (CI) 44-70%) σε ασθενείς οι οποίοι ήταν μη δεκτικοί στη λιποσωμική ανθρακυκλίνη. Περισσότερες από 50% των αντιδράσεων ήταν εμφανείς μετά από 3 κύκλους. Το ποσοστό αντίδρασης των ασθενών οι οποίοι ήταν μη δεκτικοί στη χορήγηση λιποσωμικής ανθρακυκλίνης συγκρινόταν με αυτό των ασθενών οι οποίοι δεν είχαν λάβει ποτέ αναστολέα πρωτεάσης (55,6%) και εκείνων οι οποίοι είχαν λάβει έναν τουλάχιστον 2 μήνες πριν από τη θεραπεία με paclitaxel (60,9%). Ο διάμεσος χρόνος μέχρι την εξέλιξη της νόσου του κύριου πληθυσμού ήταν 468 ημέρες (95% CI=257-μη εκτιμήσιμοι). Δεν ήταν δυνατόν να υπολογιστεί ο διάμεσος χρόνος επιβίωσης, όμως το χαμηλότερο όριο του 95% του κεντρικού πληθυσμού των ασθενών ήταν 617 ημέρες.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-PACLITAXEL-HOSPIRA
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, το paclitaxel επιδεικνύει διφασική μείωση στις συγκεντρώσεις στο πλάσμα.
Η φαρμακοκινητική του paclitaxel καθορίστηκε μετά από 3ωρες και 24ωρες εγχύσεις σε δόσεις 135 και 175 mg/m².
Η μέση ημιζωή ήταν μεταξύ 3,0 και 52,7 ωρών και η μέση τιμή μη διαμερισματικής προέλευσης για την ολική κάθαρση σώματος ήταν μεταξύ 11,6 και 24,0 l/ώρα/ m².
Η ολική κάθαρση σώματος φάνηκε να μειώνεται με υψηλότερες συγκεντρώσεις στο πλάσμα.
Ο μέσος όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση ήταν μεταξύ 198 και 688 l/m², γεγονός που αποτελεί ένδειξη εκτεταμένης εξωαγγειακής κατανομής ή και δέσμευσης στους ιστούς.
Αυξήσεις στις δόσεις σχετιζόμενες με 3ωρη έγχυση είχαν ως αποτέλεσμα μη γραμμική φαρμακοκινητική. Όταν η δόση αυξήθηκε κατά 30% από 135 mg/m² σε 175 mg/m², οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (C max ) αυξήθηκαν κατά 75% και η επιφάνεια που διαγράφεται κάτω από την καμπύλη (AUC 0-∞ ) κατά 81%.
Η διακύμανση της συστηματικής έκθεσης στο paclitaxel στον ίδιο ασθενή βρέθηκε να είναι ελάχιστη. Δεν βρέθηκαν σημεία αθροιστικών δράσεων για το paclitaxel σε σχέση με πολλαπλούς κύκλους θεραπευτικής αγωγής.
Κατανομή
Μελέτες in vitro της δέσμευσης με τις πρωτεΐνες του ορού δείχνουν ότι το 89-98% του paclitaxel δεσμεύεται με πρωτεΐνες. Η σιμετιδίνη, ρανιτιδίνη, δεξαμεθαζόνη ή διφαινυδραμίνη δεν βρέθηκαν να επηρεάζουν τη δέσμευση του paclitaxel με τις πρωτεΐνες.
Βιομετασχηματισμός και αποβολή
Η κατανομή και ο μεταβολισμός του paclitaxel στον άνθρωπο δεν έχουν ερευνηθεί πλήρως. Η αθροιστική απέκκριση του αμετάβλητου paclitaxel στα ούρα ήταν κατά μέσο όρο μεταξύ 1,3% και 12,6% της δόσης, πράγμα που αποτελεί ένδειξη εκτεταμένης μη νεφρικής κάθαρσης. Ο ηπατικός μεταβολισμός και η χολική κάθαρση είναι πιθανώς οι κύριοι μηχανισμοί για την αποβολή του paclitaxel. To paclitaxel μεταβολίζεται κυρίως με τη δράση του ενζύμου CYP450. Κατά μέσο όρο 26% της ραδιοσημασμένης δόσης του paclitaxel απεβλήθη στα κόπρανα ως 6α-hydroxypaclitaxel, 2% ως 3’p-dihydroxypaclitaxel και 6% ως 6α-3’p-dihydroxypaclitaxel. 6α-hydroxypaclitaxel σχηματίζεται με την δράση του CYP2C8, 3’p-hydroxypaclitaxel με του CYP3Α4 και 6α-3’p-dihydroxypaclitaxel με των CYP2C8 και CYP3A4. Δεν έχει μελετηθεί η ενέργεια της νεφρικής ή ηπατικής βλάβης στην αποβολή του paclitaxel μετά από 3ωρες εγχύσεις. Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι ενός ασθενούς σε αιμοκάθαρση είχαν τιμές παρόμοιες με εκείνες ασθενών που δεν λάμβαναν αιμοκάθαρση όταν ο ρυθμός χορήγησης ήταν 135 mg/m² paclitaxel ως 3ωρη έγχυση.
Μετά από μία ενδοφλέβια δόση 100 mg/m² η οποία χορηγήθηκε ως 3-ωρη έγχυση σε 19 ασθενείς με KS, η μέση μέγιστη συγκέντρωση C max
ήταν 1.530 ng/ml (εύρος από 761 έως 2,860 ng/ml) και το εμβαδό κάτω από την καμπύλη AUC ήταν 5.619 ng.hr/ml (εύρος από 2.609 έως 9.428 ng.hr/ml). Η κάθαρση ήταν 20,6 l/h/ m² (εύρος 11 έως 38) και ο όγκος κατανομής ήταν 291 l/ m² (εύρος 121 έως 638). Ο χρόνος ημιζωής τελικής απέκκρισης ήταν κατά μέσο όρο 23,7 ώρες (εύρος 12 έως 33).
Σε κλινικές μελέτες στις οποίες το paclitaxel και η doxorubicin χορηγήθηκαν ταυτόχρονα, η κατανομή και αποβολή της doxorubicin και των μεταβολιτών της παρατάθηκαν. Η ολική έκθεση του πλάσματος στην doxorubicin ήταν κατά 30% υψηλότερη όταν η χορήγηση του paclitaxel ακολούθησε αμέσως μετά τη χορήγηση της doxorubicin σε σύγκριση με την περίπτωση που υπήρξε 24 ώρες διάστημα ανάμεσα στη χορήγηση των φαρμάκων.
Σχετικά με την χρήση του paclitaxel με άλλους παράγοντες, συμβουλευτείτε την Περίληψη Χαρακτηριστικών του Προϊόντος των cisplatin, doxorubicin, ή trastuzumab για πληροφορίες ως προς την χρήση των φαρμακευτικών προϊόντων.
ΕΟΦ · 8.6.3
Ταξάνες
expand_more
Ταξάνες
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Κυκλοδεκάνιο που απομονώθηκε από τον φλοιό του είδους Taxus brevifolia (Εγγενές Αμερικανικό Έλατο). Σταθεροποιεί τους μικροσωληνίσκους στην πολυμερισμένη τους μορφή, οδηγώντας σε κυτταρικό θάνατο. [PubChem]
Το ABI-007 (Abraxane) είναι η τελευταία προσπάθεια βελτίωσης της πακλιταξέλης, μιας από τις κορυφαίες χημειοθεραπευτικές θεραπείες. Και τα δύο φάρμακα περιέχουν την ίδια δραστική ουσία, αλλά το Abraxane χορηγείται μέσω τεχνολογίας νανοσωματιδίων που συνδέεται με αλβουμίνη, μια φυσική πρωτεΐνη, αντί για τον τοξικό διαλύτη γνωστό ως Cremophor. Θεωρείται ότι η χορήγηση πακλιταξέλης με αυτήν την τεχνολογία θα προκαλέσει λιγότερες αντιδράσεις υπερευαισθησίας και ενδεχομένως θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη πρόσληψη του φαρμάκου από τους όγκους.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
Χρησιμοποιείται στη θεραπεία του σαρκώματος Kaposi και του καρκίνου του πνεύμονα, των ωοθηκών και του μαστού.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η πακλιταξέλη είναι ένας ταξανικός αντινεοπλαστικός παράγοντας που ενδείκνυται ως πρώτη γραμμή και επακόλουθη θεραπεία για τη θεραπεία προχωρημένου καρκινώματος των ωοθηκών, καθώς και άλλων διαφόρων καρκίνων, συμπεριλαμβανομένου του καρκίνου του μαστού. Η πακλιταξέλη είναι ένας νέος αντιμικροσωληνικός παράγοντας που προάγει τη συναρμολόγηση των μικροσωληνίσκων από διμερή σωληνίνης και σταθεροποιεί τους μικροσωληνίσκους αποτρέποντας την αποπολυμερισμό. Αυτή η σταθερότητα έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή της φυσιολογικής δυναμικής αναδιοργάνωσης του δικτύου μικροσωληνίσκων που είναι απαραίτητη για τις ζωτικές κυτταρικές λειτουργίες κατά τη μεσόφαση και τη μίτωση. Επιπλέον, η πακλιταξέλη προκαλεί αφύσικες διατάξεις ή “δέσμες” μικροσωληνίσκων καθ’ όλη τη διάρκεια του κυτταρικού κύκλου και πολλαπλούς αστέρες μικροσωληνίσκων κατά τη διάρκεια της μίτωσης.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Η πακλιταξέλη παρεμβαίνει στην φυσιολογική λειτουργία της ανάπτυξης των μικροσωληνίσκων. Ενώ φάρμακα όπως η κολχικίνη προκαλούν αποπολυμερισμό των μικροσωληνίσκων in vivo, η πακλιταξέλη αναστέλλει τη λειτουργία τους έχοντας την αντίθετη επίδραση· υπερ-σταθεροποιεί τη δομή τους. Αυτό καταστρέφει την ικανότητα του κυττάρου να χρησιμοποιεί το κυτταροσκελετό του με ευέλικτο τρόπο. Συγκεκριμένα, η πακλιταξέλη δεσμεύεται στην β-υπομονάδα της σωληνίνης. Η σωληνίνη είναι το “δομικό στοιχείο” των μικροσωληνίσκων, και η πρόσδεση της πακλιταξέλης κλειδώνει αυτά τα δομικά στοιχεία στη θέση τους. Το προκύπτον σύμπλεγμα μικροσωληνίσκου/πακλιταξέλης δεν έχει την ικανότητα να αποσυναρμολογηθεί. Αυτό επηρεάζει δυσμενώς τη λειτουργία του κυττάρου, επειδή η βράχυνση και η επιμήκυνση των μικροσωληνίσκων (που ονομάζεται δυναμική αστάθεια) είναι απαραίτητες για τη λειτουργία τους ως οδός μεταφοράς για το κύτταρο. Τα χρωμοσώματα, για παράδειγμα, βασίζονται σε αυτήν την ιδιότητα των μικροσωληνίσκων κατά τη διάρκεια της μίτωσης. Περαιτέρω έρευνες έχουν δείξει ότι η πακλιταξέλη προκαλεί προγραμματισμένο κυτταρικό θάνατο (απόπτωση) στα καρκινικά κύτταρα, δεσμεύοντας μια πρωτεΐνη που σταματά την απόπτωση, την Bcl-2 (B-cell leukemia 2), και έτσι αναστέλλει τη λειτουργία της.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
Ενδοφλέβια χορήγηση.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Μέση τιμή κατανομής 0,34 ώρες και μέση τιμή αποβολής 5,8 ώρες.
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Πρωτεϊνική Σύνδεση
89%-98%
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός Αποβολής
Σε 5 ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε δόση 225 ή 250 mg/m² ραδιοσημασμένης πακλιταξέλης ως έγχυση 3 ωρών, χορηγήθηκε μέση τιμή 71% της ραδιενέργειας στα κόπρανα εντός 120 ωρών και 14% ανακτήθηκε στα ούρα.
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
Όγκος Κατανομής
- 227 έως 688 L/m²
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Κάθαρση
- 21.7 L/h/m² [Δόση 135 mg/m², διάρκεια έγχυσης 24 ώρες]
- 23.8 L/h/m² [Δόση 175 mg/m², διάρκεια έγχυσης 24 ώρες]
- 7 L/h/m² [Δόση 135 mg/m², διάρκεια έγχυσης 3 ώρες]
- 12.2 L/h/m² [Δόση 175 mg/m², διάρκεια έγχυσης 3 ώρες]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα
Αρουραίος (ipr) LD50=32530 µg/kg. Συμπτώματα υπερδοσολογίας περιλαμβάνουν μυελοκαταστολή, περιφερική νευροτοξικότητα και στοματίτιδα. Υπερδοσολογίες σε παιδιατρικούς ασθενείς μπορεί να σχετίζονται με οξεία τοξικότητα αιθανόλης.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η πακλιταξέλη είναι ένας ταξοειδής αντινεοπλαστικός παράγοντας που ενδείκνυται ως θεραπεία πρώτης και επόμενης γραμμής για τη θεραπεία προχωρημένου καρκινώματος των ωοθηκών, και διαφόρων άλλων καρκίνων, συμπεριλαμβανομένου του καρκίνου του μαστού. Η πακλιταξέλη είναι ένας νέος αντιμικροσωληνιακός παράγοντας που προάγει τη συναρμολόγηση των μικροσωληνίων από διμερή σωληνίνης και σταθεροποιεί τα μικροσωληνίδια, εμποδίζοντας την αποπολυμερισμό τους. Αυτή η σταθερότητα οδηγεί στην αναστολή της φυσιολογικής δυναμικής αναδιοργάνωσης του δικτύου μικροσωληνίων που είναι απαραίτητη για ζωτικές κυτταρικές λειτουργίες κατά τη μεσοφάση και τη μίτωση. Επιπλέον, η πακλιταξέλη προκαλεί μη φυσιολογικές διατάξεις ή “δέσμες” μικροσωληνίων καθ’ όλη τη διάρκεια του κυτταρικού κύκλου και πολλαπλούς αστεροειδείς σχηματισμούς μικροσωληνίων κατά τη μίτωση.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η πακλιταξέλη παρεμβαίνει στην κανονική λειτουργία της ανάπτυξης των μικροσωληνίων. Ενώ φάρμακα όπως η κολχικίνη προκαλούν την αποπολυμερισμό των μικροσωληνίων in vivo, η πακλιταξέλη αναστέλλει τη λειτουργία τους προκαλώντας την αντίθετη επίδραση· υπερ-σταθεροποιεί τη δομή τους. Αυτό καταστρέφει την ικανότητα του κυττάρου να χρησιμοποιεί το κυτταρικό του σκελετό με ευέλικτο τρόπο. Συγκεκριμένα, η πακλιταξέλη συνδέεται με την β-υπομονάδα της σωληνίνης. Η σωληνίνη είναι το “δομικό στοιχείο” των μικροσωληνίων, και η σύνδεση της πακλιταξέλης κλειδώνει αυτά τα δομικά στοιχεία στη θέση τους. Το προκύπτον σύμπλεγμα μικροσωληνίων/πακλιταξέλης δεν έχει την ικανότητα να αποσυναρμολογηθεί. Αυτό επηρεάζει δυσμενώς τη λειτουργία του κυττάρου, επειδή η βράχυνση και η επιμήκυνση των μικροσωληνίων (που ονομάζεται δυναμική αστάθεια) είναι απαραίτητες για τη λειτουργία τους ως οδικός άξονας μεταφοράς για το κύτταρο. Τα χρωμοσώματα, για παράδειγμα, βασίζονται σε αυτή την ιδιότητα των μικροσωληνίων κατά τη μίτωση. Περαιτέρω έρευνα έχει δείξει ότι η πακλιταξέλη προκαλεί προγραμματισμένο κυτταρικό θάνατο (απόπτωση) στα καρκινικά κύτταρα συνδεόμενη με μια πρωτεΐνη που σταματά την απόπτωση, την Bcl-2 (B-cell leukemia 2), αναστέλλοντας έτσι τη λειτουργία της.
Ενδείξεις υποδηλώνουν ότι η πακλιταξέλη μπορεί επίσης να προκαλέσει κυτταρικό θάνατο μέσω πρόκλησης απόπτωσης. Επιπλέον, η πακλιταξέλη και η δοσεταξέλη ενισχύουν τις επιδράσεις της ιονίζουσας ακτινοβολίας, πιθανώς κλειδώνοντας τα κύτταρα στη φάση G2, τη φάση του κυτταρικού κύκλου στην οποία τα κύτταρα είναι πιο ευαίσθητα στην ακτινοβολία.
Η πακλιταξέλη είναι ένας αντιμικροσωληνιακός αντινεοπλαστικός παράγοντας. Σε αντίθεση με άλλους κοινούς αντιμικροσωληνιακούς παράγοντες (π.χ., αλκαλοειδή vinca, κολχικίνη, ποδοφυλλοτοξίνη), οι οποίοι αναστέλλουν τη συναρμολόγηση των μικροσωληνίων, η πακλιταξέλη και η δοσεταξέλη (ένα ημισυνθετικό ταξοειδές) προάγουν τη συναρμολόγηση των μικροσωληνίων. Τα μικροσωληνίδια είναι οργανίδια που υπάρχουν σε κατάσταση δυναμικής ισορροπίας με τα συστατικά τους, τα διμερή σωληνίνης. Αποτελούν ουσιαστικό μέρος του μιτωτικού ατράκτου και εμπλέκονται επίσης στη διατήρηση του σχήματος και της κινητικότητας του κυττάρου, καθώς και στη μεταφορά μεταξύ οργανιδίων εντός του κυττάρου. Συνδεόμενη με αναστρέψιμο, εξαρτώμενο από τη συγκέντρωση τρόπο με την β-υπομονάδα της σωληνίνης στο Ν-τερματικό πεδίο, η πακλιταξέλη ενισχύει την πολυμερισμό της σωληνίνης, της πρωτεϊνικής υπομονάδας των μικροσωληνίων του ατράκτου, ακόμη και απουσία παραγόντων που κανονικά απαιτούνται για τη συναρμολόγηση των μικροσωληνίων (π.χ., γουανοσίνη τριφωσφορική [GTP]), και προκαλεί τον σχηματισμό σταθερών, μη λειτουργικών μικροσωληνίων. Η πακλιταξέλη προάγει τη σταθερότητα των μικροσωληνίων ακόμη και υπό συνθήκες που συνήθως προκαλούν αποπολυμερισμό in vitro (π.χ., ψυχρή θερμοκρασία, προσθήκη ασβεστίου, παρουσία αντιμιτωτικών φαρμάκων). Ενώ ο ακριβής μηχανισμός δράσης του φαρμάκου δεν είναι πλήρως κατανοητός, η πακλιταξέλη διαταράσσει τη δυναμική ισορροπία εντός του συστήματος των μικροσωληνίων και κλειδώνει τα κύτταρα στην όψιμη φάση G2 και τη φάση M του κυτταρικού κύκλου, αναστέλλοντας την κυτταρική αναπαραγωγή.
… Η Taxol προκαλεί πολυμερισμό της σωληνίνης και σχηματίζει εξαιρετικά σταθερά και μη λειτουργικά μικροσωληνίδια. Η Taxol έχει επιδείξει ευρεία δραστηριότητα σε προκλινικές μελέτες screening, και αντιαντιανεοπλαστική δραστηριότητα έχει παρατηρηθεί σε διάφορους κλασικά ανθεκτικούς όγκους. Αυτοί οι όγκοι περιλαμβάνουν καρκίνωμα ωοθηκών ανθεκτικό στην σισπλατίνη σε μελέτες φάσης ΙΙ και μελάνωμα και καρκίνωμα πνεύμονα μη μικροκυτταρικού σε μελέτες φάσης Ι.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Φαρμακοκινητική (Κοινός Paclitaxel):
- Χορήγηση 24-ωρης έγχυσης 135 mg/m²: Μέγιστη πλασματική συγκέντρωση (Cmax) 195 ng/mL, AUC 6300 ng•h/mL.
- Χορήγηση 225 ή 250 mg/m² (ραδιοσημασμένο) ως 3-ωρη έγχυση: Μέση απέκκριση 71% της ραδιενέργειας στα κόπρανα εντός 120 ωρών, 14% στα ούρα.
- Φαινόμενος όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση (24-ωρη έγχυση): 227 έως 688 L/m².
- Κάθαρση (24-ωρη έγχυση):
- 135 mg/m²: 21.7 L/h/m²
- 175 mg/m²: 23.8 L/h/m²
- Κάθαρση (3-ωρη έγχυση):
- 135 mg/m²: 7 L/h/m²
- 175 mg/m²: 12.2 L/h/m²
Φαρμακοκινητική (Albumin-bound Paclitaxel):
- Χορήγηση 80-375 mg/m² (30-λεπτη ή 3-ωρη IV έγχυση):
- Όγκος κατανομής (μέσος όρος): 632 L/m².
- Αυξημένος όγκος κατανομής (53%) σε σύγκριση με συμβατική πακλιταξέλη (175 mg/m² επί 3-ώρη IV έγχυση).
- Η αύξηση της δόσης (80-375 mg/m²) συσχετίστηκε με αναλογική αύξηση της AUC.
- Η διάρκεια της έγχυσης δεν επηρέασε τη φαρμακοκινητική κατανομή.
- Μέγιστη πλασματική συγκέντρωση (260 mg/m², 30-λεπτη ή 3-ωρη IV έγχυση): 18,741 ng/mL.
Γενικές Παρατηρήσεις:
- Η πακλιταξέλη κατανέμεται ευρέως σε σωματικά υγρά και ιστούς.
- Έχει μεγάλο όγκο κατανομής, επηρεαζόμενο από τη δόση και τη διάρκεια της έγχυσης.
- Δεν φαίνεται να διεισδύει εύκολα στο ΚΝΣ, αλλά έχει ανιχνευθεί σε ασκιτικό υγρό.
- Σε θηλάζουσες αρουραίους, οι συγκεντρώσεις στο γάλα ήταν υψηλότερες από το πλάσμα.
- Οι μέγιστες πλασματικές συγκεντρώσεις και η AUC παρουσιάζουν σημαντική διακύμανση μεταξύ των ατόμων.
- Οι πλασματικές συγκεντρώσεις αυξάνονται κατά τη συνεχή IV χορήγηση και μειώνονται αμέσως μετά την ολοκλήρωση της έγχυσης.
- Η αύξηση της δόσης μπορεί να οδηγήσει σε δυσανάλογα μεγαλύτερη αύξηση της Cmax και της AUC.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για το TAXOL (8 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα καταγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
- 89%-98% συνδέεται με πρωτεΐνες του πλάσματος.
- Η παρουσία σιμετιδίνης, ρανιτιδίνης, δεξαμεθαζόνης ή διφαινυδραμίνης δεν επηρέασε τη σύνδεση της πακλιταξέλης με τις πρωτεΐνες.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
- Ηπατικός. Μελέτες in vitro με μικροσωμάτια ήπατος ανθρώπου και ιστοτομές έδειξαν ότι η πακλιταξέλη μεταβολιζόταν κυρίως σε 6α-υδροξυ-πακλιταξέλη από το ισοένζυμο CYP2C8 του κυτοχρώματος P450· και σε δύο δευτερεύοντες μεταβολίτες, 3’-p-υδροξυ-πακλιταξέλη και 6α,3’-p-διυδροξυ-πακλιταξέλη, από το CYP3A4.
Η πακλιταξέλη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ. Ο μεταβολισμός της πακλιταξέλης στον κύριο μεταβολίτη της, την 6α-υδροξυ-πακλιταξέλη, μεσολαβείται από το ισοένζυμο CYP2C8 του κυτοχρώματος P-450, ενώ ο μεταβολισμός σε 2 από τους δευτερεύοντες μεταβολίτες της, την 3’-p-υδροξυ-πακλιταξέλη και την 6α,3’-p-διυδροξυ-πακλιταξέλη, καταλύεται από το CYP3A4.
Η απέκκριση μη ραδιοενεργού ταξόλης στη χολή και τα ούρα διερευνήθηκε σε αρουραίους μετά από χορήγηση ενδοφλεβίως (10 mg/kg). Όπως και στους ανθρώπους, δεν ανιχνεύθηκαν μεταβολίτες της ταξόλης με HPLC στα ούρα αρουραίων, και μόνο το 10% της χορηγούμενης ταξόλης ανακτήθηκε στα ούρα εντός 24 ωρών. Αντίθετα, το 11,5% και το 29% της χορηγούμενης ταξόλης ανακτήθηκαν στη χολή αρουραίων ως αμετάβλητη ταξόλη και μεταβολίτες, αντίστοιχα. Μεταξύ των εννέα μεταβολιτών ταξόλης που ανιχνεύθηκαν με HPLC, η πλευρική αλυσίδα στο C13, η οποία απαιτείται για τη φαρμακολογική δράση, είχε αφαιρεθεί μόνο σε έναν δευτερεύοντα μεταβολίτη, την βακατίνη ΙΙΙ. Οι χημικές δομές των δύο κύριων υδροξυλιωμένων μεταβολιτών προσδιορίστηκαν με φασματοσκοπία MS (ταχεία ατομική βομβαρδισμός και εκρόφηση χημικής ιοντοποίησης) και 1H NMR. Ο ένας ήταν ένα παράγωγο ταξόλης υδροξυλιωμένο στο φαινυλικό δακτύλιο στη θέση C3 της πλευρικής αλυσίδας στο C13, ενώ ο άλλος αντιστοιχούσε σε ένα παράγωγο ταξόλης υδροξυλιωμένο στη m-θέση στο βενζοϊκό εστέρα της πλευρικής αλυσίδας στο C2. Παρόλο που αυτοί οι δύο κύριοι μεταβολίτες ταξόλης ήταν τόσο δραστικοί όσο η ταξόλη στην πρόληψη της αποπολυμερισμού μικροσωληνίων υπό ψύξη, ήταν, αντίστοιχα, 9 και 39 φορές λιγότερο κυτταροτοξικοί από την ταξόλη στην in vitro ανάπτυξη λευχαιμίας L1210. Αυτά τα αποτελέσματα δείχνουν για πρώτη φορά ότι υπάρχει σημαντικός ηπατικός μεταβολισμός της ταξόλης.
Για να διερευνηθεί πώς οι υποκαταστάτες του ταξανίου στη θέση C3’ επηρεάζουν τον μεταβολισμό του… συγκρίθηκε ο μεταβολισμός της κεφαλομαννίνης και της πακλιταξέλης, ένα ζεύγος αναλόγων που διαφέρουν ελαφρώς στη θέση C3’ /συγκρίθηκε/. Μετά την επώαση της κεφαλομαννίνης με μικροσωμάτια ήπατος ανθρώπου σε σύστημα που παράγει NADPH, ανιχνεύθηκαν δύο μονοϋδροξυλιωμένοι μεταβολίτες (M1 και M2) με χρωματογραφία υγρού/φασματομετρία μάζας tandem. Προτάθηκαν οι θέσεις C4’’ (M1) και C6α (M2) ως πιθανές θέσεις υδροξυλίωσης, και η δομή του M1 επιβεβαιώθηκε με 1H NMR. Μελέτες χημικής αναστολής και αναλύσεις με ανασυνδυασμένα κυτοχρώματα P450 (P450s) ανθρώπου έδειξαν ότι η 4’’-υδροξυ-κεφαλομαννίνη παράγεται κυρίως από το CYP3A4 και η 6α-υδροξυ-κεφαλομαννίνη από το CYP2C8. Ο συνολικός ρυθμός βιομετασχηματισμού μεταξύ πακλιταξέλης και κεφαλομαννίνης διέφερε ελαφρώς (184 έναντι 145 pmol/min/mg), αλλά η μέση αναλογία μεταβολιτών που υδροξυλιώνονται στην πλευρική αλυσίδα C13 προς C6α για την πακλιταξέλη και την κεφαλομαννίνη διέφερε σημαντικά (15:85 έναντι 64:36) σε πέντε δείγματα ήπατος ανθρώπου. Σε σύγκριση με την πακλιταξέλη, η κύρια θέση υδροξυλίωσης μεταφέρθηκε από το C6α στο C4’’, και η κύρια μεταβολίζουσα P450 άλλαξε από το CYP2C8 στο CYP3A4 για την κεφαλομαννίνη. Στο σύστημα επώασης με μικροσωμάτια ήπατος αρουραίου ή χοίρου, ανιχνεύθηκε μόνο η 4’’-υδροξυ-κεφαλομαννίνη, και ο σχηματισμός της αναστέλλετο από αναστολείς του CYP3A. Η μοριακή σύνδεση με AutoDock υποδηλώνει ότι η κεφαλομαννίνη υιοθέτησε έναν προσανατολισμό υπέρ της 4’’-υδροξυλίωσης, ενώ η πακλιταξέλη υιοθέτησε έναν προσανατολισμό υπέρ της 3’-p-υδροξυλίωσης. Κινητικές μελέτες έδειξαν ότι το CYP3A4 καταλύει την κεφαλομαννίνη πιο αποτελεσματικά από την πακλιταξέλη λόγω αυξημένης Vmax. Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι μια σχετικά μικρή τροποποίηση του ταξανίου στη θέση C3’ έχει σημαντική συνέπεια στο μεταβολισμό.
Ηπατικό. Μελέτες in vitro με μικροσωμάτια ήπατος ανθρώπου και ιστοτομές έδειξαν ότι η πακλιταξέλη μεταβολιζόταν κυρίως σε 6α-υδροξυ-πακλιταξέλη από το ισοένζυμο CYP2C8 του κυτοχρώματος P450· και σε δύο δευτερεύοντες μεταβολίτες, 3’-p-υδροξυ-πακλιταξέλη και 6α,3’-p-διυδροξυ-πακλιταξέλη, από το CYP3A4. Οδός Απέκκρισης: Σε 5 ασθενείς που έλαβαν δόση 225 ή 250 mg/m² ραδιοσημασμένης πακλιταξέλης ως 3-ωρη έγχυση, μέσος όρος 71% της ραδιενέργειας απεκκρίθηκε στα κόπρανα σε 120 ώρες, και 14% ανακτήθηκε στα ούρα.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
- Όταν χορηγείται 24-ωρη έγχυση 135 mg/m²: Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής είναι 52.7 ώρες.
- Μετά από 1 και 6-ωρες εγχύσεις (15-275 mg/m²): 5.3-17.4 ώρες.
- Μετά από IV έγχυση (6-24 ώρες) σε ενήλικες:
- Μέσος χρόνος ημίσειας ζωής κατανομής: 0.34 ώρες
- Μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής: 5.8 ώρες
- Μετά από 3-ωρη IV έγχυση (175 mg/m²):
- Χρόνος ημίσειας ζωής κατανομής: 0.27 ώρες
- Χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής: 2.33 ώρες
- Albumin-bound Paclitaxel (30-λεπτη ή 3-ωρη IV έγχυση):
- Τερματικός χρόνος ημίσειας ζωής: περίπου 27 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
- Παράγοντες που προέρχονται από ανώτερα φυτά με αποδεδειγμένη κυτταροστατική ή αντινεοπλασματική δράση.
- Παράγοντες που αλληλεπιδρούν με τη ΣΩΛΗΝΙΝΗ για να αναστείλουν ή να προάγουν την πολυμερισμό των ΜΙΚΡΟΣΩΛΗΝΙΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογίας
- P88XT4IS4D
- PACLITAXEL
- Φυσιολογικές Επιπτώσεις [PE] - Αναστολή Μικροσωληνίων
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κλάση [EPC] - Αναστολέας Μικροσωληνίων
Η πακλιταξέλη είναι Αναστολέας Μικροσωληνίων. Η φυσιολογική επίπτωση της πακλιταξέλης είναι μέσω της Αναστολής Μικροσωληνίων.
PACLITAXEL
Αναστολή Μικροσωληνίων [PE]· Αναστολέας Μικροσωληνίων [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
- Παράγοντες που προέρχονται από ανώτερα φυτά με αποδεδειγμένη κυτταροστατική ή αντινεοπλασματική δράση.
- Παράγοντες που αλληλεπιδρούν με τη ΣΩΛΗΝΙΝΗ για να αναστείλουν ή να προάγουν την πολυμερισμό των ΜΙΚΡΟΣΩΛΗΝΙΩΝ.