Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 2,5 / ML | 315.37 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
I50 Καρδιακή ανεπάρκεια
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Οξεία μη αντιρροπούμενη σοβαρή χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια
LEVOSIMENDAN/WIN MEDICA — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια
- Δόση έναρξης: Δόση φόρτισης 6-12 μικρογραμμαρίων/kg επί 10 λεπτά, ακολουθούμενη από συνεχή έγχυση 0,1 μικρογραμμαρίων/kg/min
- Τιτλοποίηση: Εάν η απόκριση είναι υπερβολική (υπόταση, ταχυκαρδία), ο ρυθμός έγχυσης μπορεί να ελαττωθεί στα 0,05 μικρογραμμάρια/kg/min ή να διακοπεί. Εάν η αρχική δόση είναι ανεκτή και απαιτείται αυξημένη αιμοδυναμική επίδραση, ο ρυθμός έγχυσης μπορεί να αυξηθεί έως 0,2 μικρογραμμάρια/kg/min.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης.
-
Ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργίαΤο Λεβοσιμενδάνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΤο Λεβοσιμενδάνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται.
-
Ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργίαΤο Λεβοσιμενδάνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή, αν και δεν φαίνεται να είναι απαραίτητη η ρύθμιση της δόσης.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΤο Λεβοσιμενδάνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται.
-
Παιδιά και έφηβοι (ηλικίας κάτω των 18 ετών)Το Λεβοσιμενδάνη δεν πρέπει να χορηγείται.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη λεβοσιμεντάνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Σοβαρή υπόταση
-
Σοβαρή ταχυκαρδία
-
Σημαντικές μηχανικές αποφράξεις που επηρεάζουν την πλήρωση ή την παροχή των κοιλιών ή αμφότερα
-
Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςκάθαρση κρεατινίνης <30 ml/min
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
-
Ιστορικό κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (Torsades de Pointes)
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Αιμοδυναμική επίδραση / ΥπότασηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με αρχική χαμηλή συστολική ή διαστολική αρτηριακή πίεση ή σε εκείνους που διατρέχουν κίνδυνο για υποτασικό επεισόδιοΗ λεβοσιμεντάνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Συνιστώνται πιο συντηρητικά δοσολογικά σχήματα. Πρέπει να προσαρμόζονται η δόση και η διάρκεια της θεραπείας.
-
ΥποογκαιμίαΠρέπει να διορθώνεται πριν από την έγχυση της λεβοσιμεντάνης.
-
Υπερβολικές μεταβολές αρτηριακής πίεσης ή καρδιακής συχνότηταςΝα μειωθεί ο ρυθμός έγχυσης ή να διακοπεί η έγχυση.
-
Διάρκεια αιμοδυναμικών επιδράσεων / Ενεργοί μεταβολίτεςΟι αιμοδυναμικές επιδράσεις γενικά διαρκούν επί 7-10 ημέρες λόγω της παρουσίας δραστικών μεταβολιτών.
-
Παρατεταμένη παρακολούθησηΠληθυσμόςασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργίαΕνδέχεται να χρειάζεται μία παρατεταμένη περίοδος παρακολούθησης.
-
Ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργίαΝα χρησιμοποιείται με προσοχή, λόγω πιθανής αυξημένης συγκέντρωσης και παρατεταμένης αιμοδυναμικής επίδρασης των δραστικών μεταβολιτών.
-
Ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργίαΝα χρησιμοποιείται με προσοχή, λόγω πιθανής παρατεταμένης έκθεσης στους δραστικούς μεταβολίτες και πιο έντονης αιμοδυναμικής επίδρασης.
-
ΥποκαλιαιμίαΧαμηλές συγκεντρώσεις καλίου στον ορό θα πρέπει να διορθώνονται πριν από τη χορήγηση.
-
Μείωση αιμοσφαιρίνης και αιματοκρίτηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με ισχαιμική καρδιαγγειακή νόσο και συνυπάρχουσα αναιμίαΠρέπει να δίνεται προσοχή.
-
Καρδιακές αρρυθμίεςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με ταχυκαρδία, κολπική μαρμαρυγή με ταχεία κοιλιακή απόκριση ή δυνητικώς απειλητικές για τη ζωή αρρυθμίεςΠρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Επαναλαμβανόμενη χορήγησηΗ εμπειρία είναι περιορισμένη.
-
Ταυτόχρονη χρήση άλλων αγγειοδραστικών παραγόντωνΗ εμπειρία είναι περιορισμένη. Το όφελος και ο κίνδυνος θα πρέπει να αξιολογούνται για κάθε ασθενή ξεχωριστά.
-
Στεφανιαία ισχαιμία / Μακρύ διάστημα QTcπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με εξελισσόμενη στεφανιαία ισχαιμία, μακρύ διάστημα QTc ανεξαρτήτως αιτιολογίας, ή όταν χορηγείται ταυτόχρονα με φαρμακευτικά προϊόντα που παρατείνουν το διάστημα QTcΠρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και υπό στενή παρακολούθηση του ΗΚΓ.
-
Χρήση σε παιδιά και εφήβουςαντένδειξηΠληθυσμόςπαιδιά και έφηβοι ηλικίας κάτω των 18 ετώνΔεν θα πρέπει να χορηγείται λόγω πολύ περιορισμένης εμπειρίας.
-
Σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια σε ασθενείς που αναμένουν μεταμόσχευση καρδιάςΠληθυσμόςασθενείς που αναμένουν μεταμόσχευση καρδιάςΥπάρχει περιορισμένη εμπειρία.
-
Καρδιογενής καταπληξίαΔεν έχει μελετηθεί.
-
Συγκεκριμένες καρδιακές διαταραχές (περιοριστική μυοκαρδιοπάθεια, υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια, σοβαρή ανεπάρκεια μιτροειδούς βαλβίδας, ρήξη μυοκαρδίου, καρδιακός επιπωματισμός, έμφραγμα δεξιάς κοιλίας)Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τη χρήση.
-
Περιεκτικότητα σε αλκοόληπροσοχήΠληθυσμόςόσοι πάσχουν από αλκοολισμόΕπιβλαβές.
-
Περιεκτικότητα σε αλκοόληπροσοχήΠληθυσμόςέγκυες ή θηλάζουσες γυναίκες, παιδιά και ομάδες υψηλού κινδύνου (ασθενείς με ηπατική νόσο ή επιληψία)Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
άλλοι ενδοφλέβια αγγειοδραστικά φαρμακευτικά προϊόνταπροσοχήαυξημένος κίνδυνος για υπόταση
-
δεν παρατηρήθηκαν φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις
-
παράγοντες βήτα-αποκλεισμούχωρίς απώλεια της αποτελεσματικότητας
-
μονονιτρική ισοσορβίδηπροσοχήσημαντική ενίσχυση της ορθοστατικής υποτασικής απόκρισης
-
φάρμακα που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP2C8 (π.χ. λοπεραμίδη, πιογλιταζόνη, ρεπαγλινίδη, ενζαλουταμίδη)αντένδειξηη λεβοσιμεντάνη δύναται να αυξήσει την έκθεση σε αυτά τα φάρμακαΣύστασηθα πρέπει να αποφεύγεται όπου είναι δυνατόν
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Υποκαλιαιμία
- Αϋπνία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Κοιλιακή ταχυκαρδία
- Κολπική μαρμαρυγή
- Ταχυκαρδία
- Κοιλιακές έκτακτες συστολές
- Καρδιακή ανεπάρκεια
- Ισχαιμία μυοκαρδίου
- Έκτακτες συστολές
- Υπόταση
- Ναυτία
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Έμετος
- Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακή ταχυκαρδίαΚαρδιά
-
Πολύ συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΈκτακτες συστολέςΚαρδιά
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΙσχαιμία μυοκαρδίουΚαρδιά
-
ΣυχνέςΚαρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΚοιλιακές έκτακτες συστολέςΚαρδιά
-
ΣυχνέςΚολπική μαρμαρυγήΚαρδιά
-
ΣυχνέςΜειωμένη αιμοσφαιρίνηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΚοιλιακή Μαρμαρυγή
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
Κύησηη λεβοσιμεντάνη πρέπει να χρησιμοποιείται σε έγκυες γυναίκες μόνο εάν τα οφέλη για τη μητέρα αντισταθμίζουν τους ενδεχόμενους κινδύνους για το έμβρυοΔεν υπάρχει εμπειρία από τη χρήση της λεβοσιμεντάνης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έδειξαν τοξικές επιδράσεις στην αναπαραγωγή (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΓαλουχίαΟι γυναίκες που λαμβάνουν λεβοσιμεντάνη δεν πρέπει να θηλάζουνΠληροφορίες από τη χρήση μετά την κυκλοφορία του προϊόντος σε γυναίκες που θηλάζουν, υποδεικνύουν ότι οι δραστικοί μεταβολίτες της λεβοσιμεντάνης, OR-1896 και OR-1855, απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα και ανιχνεύθηκαν στο γάλα για τουλάχιστον 14 ημέρες μετά την έναρξη της 24ωρης έγχυσης λεβοσιμεντάνης. Πρέπει να αποφεύγονται δυνητικές καρδιαγγειακές ανεπιθύμητες ενέργειες στο βρέφος.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- υπόταση
- ταχυκαρδία
- παράταση του διαστήματος QTc
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Άλλοι καρδιακοί διεγέρτες (ευαισθητοποιητές ασβεστίου), κωδικός ATC: C01CX08
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η λεβοσιμεντάνη ενισχύει την ευαισθησία των συσταλτικών πρωτεϊνών στο ασβέστιο δεσμεύοντας την καρδιακή τροπονίνη C κατά εξαρτώμενο από το ασβέστιο τρόπο. Η λεβοσιμεντάνη αυξάνει την συσταλτική ισχύ, αλλά δεν επηρεάζει την κοιλιακή χάλαση. Επιπρόσθετα, η λεβοσιμεντάνη ανοίγει διαύλους καλίου ευαίσθητους στο ATP στις λείες μυϊκές ίνες των αγγείων, επάγοντας έτσι την αγγειοδιαστολή των συστηματικών και στεφανιαίων αρτηριακών αντιστάσεων, καθώς και των συστηματικών φλεβικών δεξαμενών. Η λεβοσιμεντάνη είναι εκλεκτικός αναστολέας της φωσφοδιεστεράσης ΙΙΙ in vitro. Σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις, η συνάφεια αυτού του μηχανισμού είναι ασαφής. Σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, οι θετικές ινότροπες και αγγειοδιασταλτικές δράσεις της λεβοσιμεντάνης επιφέρουν αυξημένη συσταλτική ισχύ, και μείωση τόσο του προφορτίου όσο και του μεταφορτίου, χωρίς να επιδρούν αρνητικά στη διαστολική λειτουργία. Η λεβοσιμεντάνη ενεργοποιεί το απενεργοποιημένο μυοκάρδιο σε ασθενείς μετά από διαδερμική διαυλική αγγειοπλαστική στεφανιαίων (PTCA) ή θρομβόλυση.
Αιμοδυναμικές μελέτες σε υγιείς εθελοντές και σε ασθενείς με σταθερή και ασταθή καρδιακή ανεπάρκεια έδειξαν μία δοσοεξαρτώμενη επίδραση της λεβοσιμεντάνης όταν χορηγείται ενδοφλεβίως ως δόση φόρτισης (3 μικρογραμμάρια/kg έως 24 μικρογραμμάρια/kg) και ως συνεχής έγχυση (0,05 έως 0,2 μικρογραμμάρια/kg ανά λεπτό). Συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο, η λεβοσιμεντάνη αύξησε την καρδιακή παροχή, τον όγκο παλμού, το κλάσμα εξώθησης, και την καρδιακή συχνότητα και ελάττωσε τη συστολική αρτηριακή πίεση, τη διαστολική αρτηριακή πίεση, την πίεση ενσφήνωσης πνευμονικών τριχοειδών, την πίεση του δεξιού κόλπου, και την περιφερική αγγειακή αντίσταση.
Η έγχυση του Λεβοσιμενδάνη αυξάνει τη στεφανιαία ροή αίματος σε ασθενείς που ανανήπτουν από στεφανιαία χειρουργική επέμβαση και βελτιώνει την αιμάτωση του μυοκαρδίου σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια. Τα οφέλη αυτά επιτυγχάνονται χωρίς σημαντική αύξηση της κατανάλωσης οξυγόνου από το μυοκάρδιο. Η θεραπεία με έγχυση του Λεβοσιμενδάνη ελαττώνει σημαντικά τα κυκλοφορούντα επίπεδα ενδοθηλίνης-1 σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια. Στους συνιστώμενους ρυθμούς έγχυσης, δεν αυξάνει τα επίπεδα κατεχολαμινών στο πλάσμα.
Κλινικές Δοκιμές στην οξεία καρδιακή ανεπάρκεια
Πρόγραμμα REVIVE REVIVE I Σε μία διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο πιλοτική μελέτη σε 100 ασθενείς με ΑDHF που έλαβαν μια 24ωρη έγχυση του Λεβοσιμενδάνη, παρατηρήθηκε ευνοϊκή απόκριση στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Λεβοσιμενδάνη όπως αυτή μετρήθηκε βάσει του σύνθετου κλινικού καταληκτικού σημείου συγκριτικά με τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο και συνήθη θεραπεία.
REVIVE IΙ Μία διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κύρια μελέτη σε 600 ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε για 10 λεπτά μία δόση φόρτισης 6-12 μικρογραμμαρίων/kg ακολουθούμενη από σταδιακή τιτλοποίηση της λεβοσιμεντάνης καθορισμένη βάσει πρωτοκόλλου σε 0,05-0,2 μικρογραμμάρια/kg/λεπτό για έως και 24 ώρες, παρείχε όφελος στην κλινική κατάσταση των ασθενών με ΑDHF που παρέμεναν δυσπνοϊκοι μετά από ενδοφλέβια διουρητική θεραπεία.
To κλινικό πρόγραμμα REVIVE σχεδιάστηκε για να συγκρίνει την αποτελεσματικότητα της λεβοσιμεντάνης συν της συνήθους θεραπείας και του εικονικού φαρμάκου συν της συνήθους θεραπείας στη θεραπεία της ΑDHF.
Τα κριτήρια εισαγωγής περιλάμβαναν ενδονοσοκομειακούς ασθενείς με ΑDHF, κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας μικρότερο ή ίσο του 35% εντός των προηγούμενων 12 μηνών, και δύσπνοια σε φάση ηρεμίας. Με εξαίρεση την ενδοφλέβια μιλρινόνη, όλες οι θεραπείες κατά την έναρξη της μελέτης ήταν επιτρεπτές. Τα κριτήρια αποκλεισμού περιλάμβαναν σοβαρή απόφραξη των χώρων εξόδου των κοιλιών, καρδιογενή καταπληξία, συστολική αρτηριακή πίεση ≤ 90 mmHg ή καρδιακή συχνότητα ≥ 120 παλμούς ανά λεπτό (που παρέμεναν για τουλάχιστον πέντε λεπτά), ή απαίτηση για μηχανικό αερισμό.
Τα αποτελέσματα του πρωτεύοντος καταληκτικού σημείου έδειξαν ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών κατηγοριοποιήθηκαν ως βελτιωμένοι με ένα μικρό ποσοστό ασθενών να κατηγοριοποιούνται ως επιδεινούμενοι (τιμή-p 0,015) όπως μετρήθηκαν βάσει ενός σύνθετου κλινικού καταληκτικού σημείου που αντικατοπτρίζει τα συνεχή οφέλη στην κλινική κατάσταση σε τρία χρονικά σημεία: έξι ώρες, 24 ώρες και πέντε ημέρες. Το νατριουρητικό πεπτίδιο τύπου-Β (ΒΝΡ) ήταν σημαντικά μειωμένο έναντι του εικονικού φαρμάκου και της συνήθους θεραπείας στις 24 ώρες και μέχρι τις πέντε ημέρες (τιμή-p=0,001).
Η ομάδα Λεβοσιμενδάνη είχε ένα ελαφρώς αυξημένο, εν τούτοις μη στατιστικά σημαντικό, ποσοστό θανάτων συγκριτικά με την ομάδα ελέγχου στις 90 ημέρες (15% έναντι 12%). Οι μεταγενέστερες (post-hoc) αναλύσεις προσδιόρισαν τη συστολική αρτηριακή πίεση < 100 mmHg ή τη διαστολική αρτηριακή πίεση < 60 mmHg κατά την έναρξη της θεραπείας ως παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο θνησιμότητας.
SURVIVE Μία διπλά-τυφλή, με διπλό-εικονικό φάρμακο, παράλληλων ομάδων, πολυκεντρική μελέτη που συνέκρινε τη λεβοσιμεντάνη έναντι της δοβουταμίνης, αξιολόγησε τη θνησιμότητα στις 180 ημέρες σε 1.327 ασθενείς με ΑDHF που έχρηζαν επιπλέον θεραπείας μετά από μη επαρκή απόκριση σε ενδοφλέβια διουρητικά ή αγγειοδιασταλτικά. Ο πληθυσμός των ασθενών ήταν γενικά παρόμοιος με αυτόν της μελέτης REVIVE IΙ. Ωστόσο, συμπεριλήφθηκαν ασθενείς χωρίς προηγούμενο ιστορικό καρδιακής ανεπάρκειας (π.χ., οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου), καθώς ήταν ασθενείς που έχρηζαν μηχανικού αερισμού. Περίπου το 90% των ασθενών εντάχθηκε στη δοκιμή λόγω δύσπνοιας σε φάση ηρεμίας.
Τα αποτελέσματα της SURVIVE δεν έδειξαν στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των λεβοσιμεντάνης και δοβουταμίνης στη θνησιμότητα κάθε αιτιολογίας στις 180 ημέρες {HR = 0,91 (95% CI [0,74, 1,13] τιμή-p 0,401)}. Ωστόσο, υπήρξε αριθμητικό πλεονέκτημα στη θνησιμότητα την Ημέρα 5 (4% για τη λεβοσιμεντάνη έναντι 6% για τη δοβουταμίνη) για τη λεβοσιμεντάνη. Το πλεονέκτημα αυτό διατηρήθηκε κατά την περίοδο των 31 ημερών (12% για τη λεβοσιμεντάνη έναντι 14% για τη δοβουταμίνη) και ήταν περισσότερο έκδηλο στα άτομα εκείνα που έλαβαν θεραπεία με βαποκλειστές κατά την έναρξη της μελέτης. Σε αμφότερες τις ομάδες θεραπείας, οι ασθενείς με χαμηλή αρτηριακή πίεση κατά την έναρξη της μελέτης εμφάνισαν υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας από εκείνους με υψηλότερη αρτηριακή πίεση κατά την έναρξη της μελέτης.
LIDO Έχει δειχθεί ότι η λεβοσιμεντάνη οδηγεί σε δοσοεξαρτώμενες αυξήσεις της καρδιακής παροχής και του όγκου παλμού, καθώς και δοσοεξαρτώμενη ελάττωση της πίεσης ενσφήνωσης των πνευμονικών τριχοειδών, της μέσης αρτηριακής πίεσης και της ολικής περιφερικής αντίστασης.
Σε μία διπλά-τυφλή πολυκεντρική δοκιμή, 203 ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια με χαμηλή παροχή (κλάσμα εξώθησης ≤0,35, καρδιακός δείκτης <2,5 l/min/m², πίεση ενσφήνωσης πνευμονικών τριχοειδών (PCWP)>15 mmHg) και που χρειάζονταν ινότροπη υποστήριξη, έλαβαν λεβοσιμεντάνη (δόση φόρτισης 24 μικρογραμμάρια/kg επί 10 λεπτά ακολουθούμενη από συνεχή έγχυση 0,1-0,2 μικρογραμμάρια/kg/min) ή δοβουταμίνη (5-10 μικρογραμμάρια/kg/min) για 24 ώρες. H καρδιακή ανεπάρκεια ήταν ισχαιμικής αιτιολογίας στο 47% των ασθενών. Το 45% των ασθενών είχε ιδιοπαθή διατατική μυοκαρδιοπάθεια. Το 76% των ασθενών είχε δύσπνοια σε φάση ηρεμίας. Τα κυριότερα κριτήρια αποκλεισμού περιλάμβαναν συστολική αρτηριακή πίεση κάτω των 90 mmHg και καρδιακή συχνότητα άνω των 120 παλμών ανά λεπτό. Tο πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η αύξηση της καρδιακής παροχής κατά > 30% και η ταυτόχρονη μείωση της PCWP κατά > 25% στις 24 ώρες. Αυτό επιτεύχθηκε στο 28% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με λεβοσιμεντάνη συγκριτικά με το 15% μετά από θεραπεία με δοβουταμίνη (p=0,025). Το εξήντα οκτώ τοις εκατό των συμπτωματικών ασθενών παρουσίασε βελτίωση στη βαθμολογία δύσπνοιας μετά από θεραπεία με λεβοσιμεντάνη, συγκριτικά με το 59% μετά από θεραπεία με δοβουταμίνη. Η βελτίωση στη βαθμολογία κόπωσης ήταν 63% και 47% μετά από θεραπεία με λεβοσιμεντάνη και δοβουταμίνη, αντίστοιχα. Η θνησιμότητα κάθε αιτιολογίας στις 31 ημέρες ήταν 7,8% για τους ασθενείς υπό θεραπεία με λεβοσιμεντάνη και 17% για τους ασθενείς υπό θεραπεία με δοβουταμίνη.
RUSSLAN Σε μία επιπλέον διπλά-τυφλή πολυκεντρική δοκιμή που διεξήχθη κυρίως για την αξιολόγηση της ασφάλειας, 504 ασθενείς με μη αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια μετά από οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου που βάσει αξιολόγησης έχρηζαν ινότροπης υποστήριξης, υποβλήθηκαν σε θεραπεία με λεβοσιμεντάνη ή εικονικό φάρμακο για 6 ώρες. Δεν υπήρξαν σημαντικές διαφορές στη συχνότητα εμφάνισης της υπότασης και της ισχαιμίας μεταξύ των ομάδων θεραπείας.
Σε μία αναδρομική ανάλυση των δοκιμών LIDO και RUSSLAN, δεν παρατηρήθηκε ανεπιθύμητη επίδραση στην επιβίωση μέχρι 6 μήνες.
Κλινικές Δοκιμές σε καρδιοχειρουργική επέμβαση
Δύο από τις μεγαλύτερες μελέτες ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο παρουσιάζονται παρακάτω.
LEVO-CTS Σε μία διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη σε 882 ασθενείς που υποβλήθηκαν σε καρδιοχειρουργική επέμβαση, η λεβοσιμεντάνη (0,2 μg/kg/min για 60 λεπτά, ακολουθούμενα από 0,1 μg/kg/min για 23 ώρες) ξεκίνησε κατά την εισαγωγή της αναισθησίας σε ασθενείς με προεγχειρητικό κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας μικρότερο ή ίσο του 35%. Η μελέτη απέτυχε να εκπληρώσει τα σύνθετα πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο τεσσάρων στοιχείων (θάνατος έως την ημέρα 30, θεραπεία νεφρικής υποκατάστασης έως την ημέρα 30, περιεγχειρητικό έμφραγμα του μυοκαρδίου έως την ημέρα 5, ή χρήση συσκευής μηχανικής καρδιακής υποβοήθησης έως την ημέρα 5) εμφανίστηκε στο 24,5% στην ομάδα της λεβοσιμεντάνης και στο 24,5% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (προσαρμοσμένος λόγος πιθανοτήτων, 1,00, 99% CI, 0,66 έως 1,54). Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο δύο στοιχείων (θάνατος έως την ημέρα 30 ή χρήση συσκευής μηχανικής καρδιακής υποβοήθησης έως την ημέρα 5) εμφανίστηκε στο 13,1% στην ομάδα της λεβοσιμεντάνης και στο 11,4% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (προσαρμοσμένος λόγος πιθανοτήτων, 1,18, 96% CI, 0,76 έως 1,82). Στις 90 ημέρες, είχε συμβεί θάνατος στο 4,7% των ασθενών στην ομάδα της λεβοσιμεντάνης και στο 7,1% εκείνων στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (μη προσαρμοσμένος λόγος κινδύνου, 0,64, 95% CI, 0,37 έως 1,13). Παρατηρήθηκε υπόταση στο 36% στην ομάδα της λεβοσιμεντάνης και στο 33% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Παρατηρήθηκε κολπική μαρμαρυγή στο 38% στην ομάδα της λεβοσιμεντάνης και στο 33% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.
LICORN Μία πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, διπλά-τυφλή κλινική δοκιμή που ξεκίνησε από ερευνητή περιλάμβανε 336 ενήλικους ασθενείς με LVEF ≤40% για τους οποίους ήταν προγραμματισμένο να υποβληθούν σε παρακαμπτήριο μόσχευμα στεφανιαίας αρτηρίας (με ή χωρίς χειρουργική επέμβαση βαλβίδας). Η έγχυση λεβοσιμεντάνης 0,1 μg/kg/min, χωρίς δόση φόρτισης, χορηγήθηκε για 24 ώρες μετά την εισαγωγή της αναισθησίας. Η πρωτεύουσα έκβαση ήταν ένα σύνθετο έγχυσης κατεχολαμινών που διατηρείται πέραν των 48 ωρών, ανάγκης για συσκευές κυκλοφορικής μηχανικής υποβοήθησης κατά τη μετεγχειρητική περίοδο, ή ανάγκης για θεραπεία νεφρικής υποκατάστασης. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο εμφανίστηκε στο 52% των ασθενών υπό λεβοσιμεντάνη και στο 61% των ασθενών υπό εικονικό φάρμακο (διαφορά απόλυτου κινδύνου, −7%, 95% CI, −17% έως 3%). Η εκτιμηθείσα μείωση του κινδύνου κατά 10% σχετίστηκε κυρίως με την ανάγκη έγχυσης κατεχολαμινών στις 48 ώρες. Η θνησιμότητα στις 180 ημέρες ήταν 8% στην ομάδα της λεβοσιμεντάνης και 10% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Παρατηρήθηκε υπόταση στο 57% στην ομάδα της λεβοσιμεντάνης και στο 48% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Παρατηρήθηκε κολπική μαρμαρυγή στο 50% στην ομάδα της λεβοσιμεντάνης και στο 40% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.
Γενικά
Η φαρμακοκινητική της λεβοσιμεντάνης είναι γραμμική εντός του εύρους των θεραπευτικών δόσεων 0,05-0,2 μικρογραμμάρια/kg/min.
Κατανομή
Ο όγκος κατανομής της λεβοσιμεντάνης (Vss) είναι κατά προσέγγιση 0,2 l/kg. Η λεβοσιμεντάνη συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος κατά 97-98%, κυρίως με τη λευκωματίνη. Για τους OR-1855 και OR-1896, οι μέσες τιμές πρωτεϊνικής σύνδεσης στους ασθενείς ήταν 39% και 42%, αντίστοιχα.
Βιομετασχηματισμός
Η λεβοσιμεντάνη μεταβολίζεται πλήρως και αμελητέες ποσότητες του αμετάβλητου μητρικού φαρμάκου απεκκρίνονται στα ούρα και τα κόπρανα. Η λεβοσιμεντάνη μεταβολίζεται κυρίως μέσω σύνδεσης με συζεύγματα κυκλικής ή Ν-ακετυλιωμένης κυστεϊνυλγλυκίνης και κυστεΐνης. Το 5% περίπου της δόσης μεταβολίζεται στο έντερο μέσω αναγωγής σε αμινοφαινυλπυριδαζινόνη (OR-1855), η οποία μετά από επαναπορρόφηση μεταβολίζεται από την Ν-ακετυλτρανσφεράση στο δραστικό μεταβολίτη OR-1896. Το επίπεδο ακετυλίωσης είναι καθορισμένο γενετικά. Στους ταχέως ακετυλιούντες, οι συγκεντρώσεις του μεταβολίτη OR-1896 είναι ελαφρώς υψηλότερες από ό,τι στους βραδέως ακετυλιούντες. Ωστόσο, στις συνιστώμενες δόσεις, αυτό δεν έχει επίπτωση στην κλινική αιμοδυναμική επίδραση.
Οι μόνοι σημαντικοί μεταβολίτες που ανιχνεύονται στη συστηματική κυκλοφορία μετά από χορήγηση λεβοσιμεντάνης είναι οι OR-1855 και OR-1896. In vivo, oι μεταβολίτες αυτοί φτάνουν σε επίπεδο ισορροπίας ως αποτέλεσμα των μεταβολικών οδών ακετυλίωσης και αποακετυλίωσης, που καθοδηγούνται από την Ν-ακετυλοτρανφεράση-2, ένα πολυμορφικό ένζυμο. Στους βραδέως ακετυλιούντες, υπερισχύει ο μεταβολίτης OR-1855, ενώ στους ταχέως ακετυλιούντες, υπερισχύει ο μεταβολίτης OR-1896. Το άθροισμα των εκθέσεων για τους δύο μεταβολίτες είναι παρόμοιο σε βραδέως και ταχέως ακετυλιούντες, και δεν υπάρχει διαφορά στις αιμοδυναμικές επιδράσεις μεταξύ των δύο ομάδων. Οι παρατεταμένες αιμοδυναμικές επιδράσεις (που διαρκούν μέχρι 7-9 ημέρες μετά τη διακοπή μίας 24ωρης έγχυσης του Λεβοσιμενδάνη) αποδίδονται στους μεταβολίτες αυτούς.
Μελέτες in vitro έχουν δείξει ότι η λεβοσιμεντάνη, ο OR-1855 και ο OR-1896 δεν αναστέλλουν τα CYP1A2, CYP2A6, CYP2B6, CYP2C19, CYP2D6, CYP2E1, ή CYP3A4 στις συγκεντρώσεις που επιτυγχάνονται με τη συνιστώμενη δοσολογία. Επιπλέον, η λεβοσιμεντάνη δεν αναστέλλει το CYP1A1 και ούτε οι OR-1855 και OR-1896 αναστέλλουν το CYP2C8 ή το CYP2C9. Έχει δειχθεί ότι η λεβοσιμεντάνη είναι αναστολέας του CYP2C8 in vitro (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Τα αποτελέσματα μελετών φαρμακευτικής αλληλεπίδρασης σε ανθρώπους με βαρφαρίνη, φελοδιπίνη, και ιτρακοναζόλη επιβεβαίωσαν ότι η λεβοσιμεντάνη δεν αναστέλλει το CYP3A4 ή το CYP2C9, και ο μεταβολισμός της λεβοσιμεντάνης δεν επηρεάζεται από αναστολείς του CYP3A.
Αποβολή
Η κάθαρση είναι περίπου 3,0 ml/min/kg και ο χρόνος ημιζωής περίπου 1 ώρα. Το 54% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα και το 44% στα κόπρανα. Περισσότερο από το 95% της δόσης απεκκρίνεται εντός μίας εβδομάδας. Αμελητέες ποσότητες (<0,05% της δόσης) απεκκρίνονται στα ούρα ως αμετάβλητη λεβοσιμεντάνη. Οι κυκλοφορούντες μεταβολίτες OR-1855 και OR-1896 σχηματίζονται και αποβάλλονται βραδέως. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα επιτυγχάνεται περίπου 2 ημέρες μετά τον τερματισμό της έγχυσης της λεβοσιμεντάνης. Οι χρόνοι ημιζωής των μεταβολιτών είναι περίπου 75-80 ώρες. Οι δραστικοί μεταβολίτες της λεβοσιμεντάνης, OR-1855 και OR-1896, υφίστανται σύζευξη ή νεφρική διήθηση, και απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα.
Ειδικοί πληθυσμοί
Παιδιά: Η λεβοσιμεντάνη δεν πρέπει να χορηγείται σε παιδιά (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Περιορισμένα δεδομένα υποδεικνύουν ότι η φαρμακοκινητική της λεβοσιμεντάνης μετά από εφάπαξ δόση σε παιδιά (ηλικίας 3 μηνών έως 6 ετών) είναι παρόμοια με εκείνη των ενηλίκων. Η φαρμακοκινητική του δραστικού μεταβολίτη δεν έχει διερευνηθεί σε παιδιά.
Νεφρική δυσλειτουργία: Η φαρμακοκινητική της λεβοσιμεντάνης μελετήθηκε σε άτομα με διαφορετικούς βαθμούς νεφρικής δυσλειτουργίας που δεν είχαν καρδιακή ανεπάρκεια. Η έκθεση στη λεβοσιμεντάνη ήταν παρόμοια σε άτομα με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία και σε άτομα που υποβάλλονταν σε αιμοκάθαρση, ενώ η έκθεση στη λεβοσιμεντάνη ενδέχεται να είναι ελαφρώς χαμηλότερη σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.
Συγκριτικά με υγιή άτομα, το μη δεσμευμένο κλάσμα της λεβοσιμεντάνης εμφανίστηκε να είναι ελαφρώς αυξημένο, και οι AUCs των μεταβολιτών (OR-1855 και OR-1896) ήταν έως και 170% υψηλότερες σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία και σε ασθενείς που υποβάλλονταν σε αιμοκάθαρση. Οι επιδράσεις της ήπιας και μέτριας νεφρικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική των OR-1855 και OR-1896 αναμένονται να είναι λιγότερες από εκείνες της σοβαρής νεφρικής δυσλειτουργίας.
Η λεβοσιμεντάνη δεν αιμοκαθαίρεται. Ενώ οι μεταβολίτες OR-1855 και OR-1896 αιμοκαθαίρονται, ο βαθμός διύλισης είναι χαμηλός (περίπου 8-23 ml/min) και το καθαρό αποτέλεσμα μίας 4ωρης συνεδρίας αιμοκάθαρσης στη συνολική έκθεση στους μεταβολίτες αυτούς είναι μικρό.
Ηπατική δυσλειτουργία: Δεν βρέθηκαν διαφορές στη φαρμακοκινητική ή στην πρωτεϊνική σύνδεση της λεβοσιμεντάνης σε άτομα με ήπια ή μέτρια κίρρωση έναντι των υγιών ατόμων. Η φαρμακοκινητική της λεβοσιμεντάνης, του OR-1855 και του OR-1896 είναι παρόμοια μεταξύ υγιών ατόμων και ατόμων με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Κατηγορίας Β κατά Child-Pugh), με την εξαίρεση ότι οι χρόνοι ημιζωής αποβολής του OR-1855 και του OR-1896 είναι ελαφρώς παρατεταμένοι σε άτομα με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία.
Η ανάλυση πληθυσμού δεν έδειξε καμία επίδραση της ηλικίας, της εθνικής καταγωγής ή του φύλου στη φαρμακοκινητική της λεβοσιμεντάνης. Ωστόσο, η ίδια ανάλυση αποκάλυψε ότι ο όγκος κατανομής και η ολική κάθαρση εξαρτώνται από το σωματικό βάρος.