Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 1000 / VIAL | 85.98 € | |
| 500 / VIAL | 58.95 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις όπως αναγράφονται στην ΠΧΠ (§4.1)
-
Σοβαρή πνευμονία
σε: Ενήλικες και παιδιά μεγαλύτερα των 3 μηνών
συμπεριλαμβανομένης της νοσοκομειακής και της σχετιζόμενης με αναπνευστήρα πνευμονίας
- J18 Πνευμονία, μη καθορισμένη
-
Βρογχο-πνευμονικές λοιμώξεις
σε: Ενήλικες και παιδιά μεγαλύτερα των 3 μηνών
στην κυστική ίνωση
- J98 Άλλες διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος
-
Επιπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος
σε: Ενήλικες και παιδιά μεγαλύτερα των 3 μηνών
- N39 Άλλες διαταραχές του ουροποιητικού συστήματος
-
Επιπλεγμένες ενδοκοιλιακές λοιμώξεις
σε: Ενήλικες και παιδιά μεγαλύτερα των 3 μηνών
- K65 Περιτονίτιδα
-
Λοιμώξεις κατά τη διάρκεια και μετά τον τοκετό
σε: Ενήλικες και παιδιά μεγαλύτερα των 3 μηνών
- O86 Άλλες μεταγεννητικές λοιμώξεις
-
Επιπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων
σε: Ενήλικες και παιδιά μεγαλύτερα των 3 μηνών
- L08 Άλλες τοπικές λοιμώξεις του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Οξεία βακτηριακή μηνιγγίτιδα
σε: Ενήλικες και παιδιά μεγαλύτερα των 3 μηνών
- G00 Βακτηριακή μηνιγγίτιδα, που δεν ταξινομείται αλλού
-
Βακτηριαιμία
σε: Ασθενείς
η οποία εμφανίζεται σε συνδυασμό με, ή υπάρχει η υποψία ότι συνδέεται με, οποιαδήποτε από τις παραπάνω λοιμώξεις
- A49 Βακτηριακή λοίμωξη μη καθορισμένης θέσης
-
Εμπύρετη ουδετεροπενία
σε: Εμπύρετοι ασθενείς με ουδετεροπενία
όταν υπάρχει υποψία ότι οφείλεται σε βακτηριακή λοίμωξη
- D70 Ακοκκιοκυτταραιμία
MEROVIA — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια έγχυση, Ενδοφλέβια εφάπαξ ένεση
- Χορήγηση: κάθε 8 ώρες, κάθε 12 ώρες, κάθε 24 ώρες
- Δόση έναρξης: 500 mg
-
Ενήλικες και έφηβοιΔόση500 mg ή 1g κάθε 8 ώρες (για τις περισσότερες λοιμώξεις)Μέγ. δόση2g τρεις φορές την ημέραΗ δόση και η διάρκεια θεραπείας εξαρτώνται από τη λοίμωξη, τη σοβαρότητα και την κλινική απόκριση. Για λοιμώξεις από λιγότερο ευαίσθητα είδη βακτηρίων ή πολύ σοβαρές λοιμώξεις, ενδείκνυται έως 2g τρεις φορές την ημέρα.
-
Παιδιά ηλικίας κάτω των 3 μηνώνΔόση20 mg/kg κάθε 8 ώρεςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν καθοριστεί. Τα περιορισμένα φαρμακοκινητικά στοιχεία υποδεικνύουν αυτό το δοσολογικό σχήμα.
-
Παιδιά ηλικίας από 3 μηνών έως 11 χρονών και σωματικό βάρος έως 50 kgΔόση10 ή 20 mg/kg κάθε 8 ώρες (ανάλογα με τη λοίμωξη)Μέγ. δόση40 mg/kg κάθε 8 ώρεςΟι δόσεις 10 ή 20 mg/kg είναι για πνευμονία, επιπλεγμένες λοιμώξεις ουροποιητικού, ενδοκοιλιακές, δέρματος και μαλακών μορίων, και εμπύρετους ουδετεροπενικούς ασθενείς. Οι δόσεις 40 mg/kg είναι για βρογχοπνευμονικές λοιμώξεις στην κυστική ίνωση και οξεία βακτηριακή μηνιγγίτιδα.
-
Παιδιά με σωματικό βάρος άνω των 50 kgΔόσηΧορηγείται η δοσολογία ενηλίκων
-
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκειαΔόσηΧωρίς προσαρμογή δόσης
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΔόσηΧωρίς προσαρμογή δόσηςΕάν έχουν κανονική νεφρική λειτουργία ή κάθαρση κρεατινίνης > 50 ml/min.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε άλλο αντιβακτηριακό παράγοντα της καρμπαπενέμης
-
Σοβαρή υπερευαισθησία (π.χ αναφυλακτική αντίδραση, σοβαρές δερματικές αντιδράσεις) σε κάθε άλλο τύπο αντιβακτηριακό παράγοντα της β-λακτάμης (π.χ πενικιλλίνες ή κεφαλοσπορίνες)
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Επιλογή θεραπείας με meropenemΗ επιλογή της meropenem θα πρέπει να λαμβάνει υπ' όψιν την καταλληλότητα ενός καρμπαπενεμικού αντιβακτηριακού παράγοντα, βασιζόμενη σε παράγοντες όπως η σοβαρότητα της λοίμωξης, η συχνότητα ανθεκτικότητας σε άλλους παράγοντες και τον κίνδυνο επιλογής ανθεκτικών βακτηρίων.
-
Ανθεκτικότητα βακτηρίωνΠληθυσμόςEnterobacteriaceae, Pseudomonas aeruginosa και Acinetobacter spp.Οι συνταγογραφούντες συμβουλεύονται να λαμβάνουν υπόψη τον τοπικό επιπολασμό της ανθεκτικότητας αυτών των βακτηρίων στις πενέμες.
-
Αντιδράσεις υπερευαισθησίαςΣοβαρήΠληθυσμόςΑσθενείς που έχουν ιστορικό υπερευαισθησίας στις καρμπαπενέμες, πενικιλλίνες ή άλλα β-λακταμικά αντιβιοτικάΣοβαρές και ενίοτε θανατηφόρες αντιδράσεις υπερευαισθησίας έχουν αναφερθεί. Πριν ξεκινήσει η θεραπεία, πρέπει να πραγματοποιηθεί προσεκτική διερεύνηση τυχόν προηγούμενων αντιδράσεων υπερευαισθησίας στα αντιβιοτικά β-λακτάμης. Εάν συμβεί μια σοβαρή αλλεργική αντίδραση, το φαρμακευτικό προϊόν θα πρέπει να διακοπεί και να ληφθούν κατάλληλα μέτρα.
-
Κολίτιδα που οφείλεται σε αντιβιοτικά / Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδαΣοβαρήΠληθυσμόςΑσθενείς που εμφανίζουν διάρροια κατά τη διάρκεια ή μετά την χορήγηση της meropenemΈχουν αναφερθεί με τη meropenem. Είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη αυτή η διάγνωση. Διακοπή της θεραπείας με meropenem και χορήγηση ειδικής θεραπείας για το *Clostridium difficile* θα πρέπει να λαμβάνεται υπ' όψιν. Φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν την περισταλτικότητα δεν πρέπει να χορηγούνται.
-
ΣπασμοίΣπασμοί έχουν αναφερθεί σπάνια κατά τη διάρκεια θεραπείας με καρμπαπενέμες, συμπεριλαμβανομένης της meropenem.
-
Παρακολούθηση ηπατικής λειτουργίαςΗ ηπατική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με meropenem λόγω του κινδύνου ηπατικής τοξικότητας (ηπατική δυσλειτουργία με χολόσταση και κυτταρόλυση).
-
Χορήγηση σε ασθενείς με ηπατική νόσοΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσες ηπατικές διαταραχέςΘα πρέπει να παρακολουθείται η ηπατική λειτουργία κατά τη διάρκεια της θεραπείας με την meropenem. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Ορομετατροπή άμεσης δοκιμασίας αντισφαιρίνης (Coombs test)Μπορεί να αναπτυχθεί μια θετική άμεση ή έμμεση εξέταση κατά Coombs κατά τη διάρκεια της θεραπείας με meropenem.
-
Ταυτόχρονη χρήση με βαλπροϊκό οξύ / βαλπροϊκό νάτριο / βαλπρομίδηΠροσοχήΗ ταυτόχρονη χρήση της meropenem με βαλπροϊκό οξύ / βαλπροϊκό νάτριο δεν συνιστάται.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΠληθυσμόςΠαιδιά άνω των 3 μηνώνΤο Meropenem Μεροπενέμη έχει εγκριθεί για παιδιά άνω των 3 μηνών. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητης ενέργειας του φαρμάκου σε παιδιά με βάση τα περιορισμένα διαθέσιμα δεδομένα. Όλες οι αναφορές που ελήφθησαν ήταν σύμφωνες με τα συμβάματα που παρατηρήθηκαν στον ενήλικο πληθυσμό.
-
ΝάτριοΠληθυσμόςΑσθενείς που βρίσκονται σε δίαιτα χαμηλού νατρίου (για δόση 500mg)Το Meropenem Μεροπενέμη 500mg περιέχει περίπου 2,0 mEq νατρίου ανά δόση 500 mg το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.
-
ΝάτριοΠληθυσμόςΑσθενείς που βρίσκονται σε δίαιτα χαμηλού νατρίου (για δόση 1g)Το Meropenem Μεροπενέμη 1g περιέχει περίπου 4,0 mEq νατρίου ανά δόση 1 g το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΠροβενεσίδηπροσοχήΑναστέλλει τη νεφρική απέκκριση της meropenem, αυξάνοντας τον χρόνο ημίσειας ζωής και τη συγκέντρωσή της στο πλάσμα.ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή εάν η προβενεσίδη συγχορηγείται με την meropenem.
-
αντένδειξηΜείωση των επιπέδων του βαλπροϊκού οξέος στο αίμα κατά 60-100% μέσα σε 2 μέρες.ΣύστασηΘα πρέπει να αποφεύγεται η συγχορήγηση λόγω της ταχείας έναρξης και του εύρους της μείωσης.
-
Από του στόματος χορηγούμενα αντιπηκτικά (π.χ. βαρφαρίνη)παρακολούθησηΕπαύξηση της αντιπηκτικής δράσης (αύξηση του INR).ΣύστασηΣυνιστάται συχνή παρακολούθηση του INR κατά τη διάρκεια και λίγο μετά τη συγχορήγηση.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- στοματική και κολπική καντιδίαση
- Θρομβοκυτταραιμία
- Ηωσινοφιλία
- Θρομβοπενία
- Λευκοπενία
- Ουδετεροπενία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Αιμολυτική αναιμία
- Αγγειοοίδημα
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο DRESS
- Αναφυλαξία
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησία
- Σπασμοί
- Διάρροια
- Έμετος
- Ναυτία
- Κοιλιακός πόνος
- κολίτιδα οφειλόμενη σε αντιβιοτικά
- Αύξηση τρανσαμινασών
- Αύξηση χολερυθρίνης αίματος
- αύξηση της αλκαλικής φωσφατάσης στο αίμα
- αύξηση της γαλακτικής διϋδρογενάσης στο αίμα
- Αύξηση κρεατινίνης αίματος
- Αύξηση της ουρίας του αίματος
- Φλεγμονή
- Πόνος
- Θρομβοφλεβίτιδα
- πόνος στο σημείο ένεσης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑύξηση τρανσαμινασώνΉπαρ
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΘρομβοκυτταραιμίαΑίμα
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚοιλιακός πόνοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠόνοςΓενικές
-
ΣυχνέςΦλεγμονήΆλλο
-
Συχνέςαύξηση της αλκαλικής φωσφατάσης στο αίμαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Συχνέςαύξηση της γαλακτικής διϋδρογενάσης στο αίμαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΑύξηση κρεατινίνης αίματοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΑύξηση της ουρίας του αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑύξηση χολερυθρίνης αίματοςΉπαρ
-
Όχι συχνέςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΘρομβοφλεβίτιδαΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Όχι συχνέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςκολίτιδα οφειλόμενη σε αντιβιοτικάΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςπόνος στο σημείο ένεσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςστοματική και κολπική καντιδίασηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣπάνιεςΣπασμοίΝευρικό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο DRESSΔέρμα
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΔεν υπάρχουν είτε υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία από την χρήση της meropenem σε εγκύους. Μελέτες σε πειραματόζωα δεν έχουν δείξει άμεσες ή έμμεσες δυσμενείς επιδράσεις όσον αφορά την τοξικότητα του αναπαραγωγικού (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ώς μέτρο προφύλαξης, είναι προτιμότερο να αποφεύγεται η χρήση της meropenem κατά την διάρκεια της κύησης.
-
ΓαλουχίαΈχουν αναφερθεί μικρές ποσότητες meropenem να αποβάλλονται στο ανθρώπινο γάλα. Η meropenem δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε γυναίκες που θηλάζουν, εκτός εάν το δυνητικό όφελος για τη μητέρα δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιβακτηριακά για συστηματική χρήση, καρβαπενέμες κωδικός ATC: J01DH02
Μηχανισμός δράσης
H meropenem ασκεί την βακτηριοκτόνο δράση της αναστέλλοντας την σύνθεση του βακτηριακού κυτταρικού τοιχώματος των Gram- θετικών και Gram- αρνητικών βακτηρίων μέσω της σύνδεσής της με τις πρωτεΐνες που συνδέονται με την πενικιλίνη (PBPs).
Φαρμακοκινητική/ Φαρμακοδυναμική (PK / PD) σχέση Παρόμοια με τους άλλους β-λακταμικούς αντιβακτηριακούς παράγοντες, ο χρόνος που οι συγκεντρώσεις της meropenem υπερβαίνουν τις ελάχιστες συγκεντρώσεις αναστολής MIC (Τ>ΜΙC) έδειξε ότι συσχετίζεται με την αποτελεσματικότητα. Σε προκλινικά μοντέλα η meropenem έδειξε δράση όταν οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα υπερέβει το MIC του μολυσματικού μικροοργανισμού περίπου για 40% του χρονικού μεσοδιαστήματος. Αυτός ο στόχος δεν έχει κλινικά εδραιωθεί.
Μηχανισμός αντοχής Η βακτηριακή αντίσταση στην meropenem ίσως οφείλεται:
- μειωμένη διαπερατότητα της εξωτερικής μεμβράνης των Gram αρνητικών βακτηρίων (λόγω της μειωμένης παραγωγής πορίνων)
- μειωμένη με τις στοχευμένες πρωτεΐνες που συνδέονται με την πενικιλλίνη PBPs
- αυξημένη έκφραση των συστατικών εκροής της αντλίας
- παραγωγή των β-λακταμασών οι οποίες είναι δυνατόν να υδρολύσουν τις καρμπαπενέμες.
Τοπικές εστίες λοιμώξεων οφειλομένων σε βακτήρια που είναι ανθεκτικά στην καρβαπενέμη έχουν αναφερθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν παρατηρείται στοχευμένη διασταυρούμενη αντίδραση μεταξύ της meropenem και των παραγόντων της κινολόνης, των αμινογλυκοσιδών, των μακρολίδων και των τετρακλινών. Παρόλα αυτά τα βακτήρια μπορεί να αναπτύξουν αντοχή σε περισσότερες από μία κατηγορίες αντιβακτηριακών παραγόντων όταν ο εμπλεκόμενος μηχανισμός περιλαμβάνει αδιαπερατότητα και/ή μια αντλία εκροής.
Όρια Τα κλινικά όρια MIC κατά την Ευρωπαική Επιτροπή για τον Έλεγχο της Αντιβακτηριακής Ευαισθησίας (EUCAST) παρουσιάζονται παρακάτω.
ΕUCAST κλινικά όρια MIC για την meropenem (2013-02-11, v 3.1)
| Οργανισμός | Ευαισθησία (S) (mg/l) | Αντοχή(R) (mg/ml) |
|---|---|---|
| Enterobacteriaceae | ≤ 2 | > 8 |
| Pseudomonas | ≤ 2 | > 8 |
| Acinetobacter | ≤ 2 | > 8 |
| Streptococcus groups A, B, C και G | σημείωση 6 | Σημείωση 6 |
| Streptococcus pneumoniae1 | ≤ 2 | > 2 |
| Viridans group streptococci | ≤ 2 | > 2 |
| Enterococcus spp. | – | – |
| Staphylococcus spp. | σημείωση 3 | σημείωση 3 |
| Haemophilus influenzae και Moraxella catarrhalis | ≤ 2 | > 2 |
| Neisseria meningitidis 2,4 | ≤ 0.25 | > 0.25 |
| Gram-θετικά αναερόβια εκτός από το Clostridium difficile | ≤ 2 | > 8 |
| Gram-αρνητικά αναερόβια | ≤ 2 | > 8 |
| Listeria monocytogenes | ≤ 0.25 | > 0.25 |
| Κανένα είδος συσχετιζόμενο με τα οριακά σημεία | ≤ 2 | > 8 |
Τα όρια ευαισθησίας της meropenem για τον Streptococcus pneumoniae και τον Haemophilus influenzae στην μηνιγγίτιδα είναι 0,25mg/l (Ευαίσθητο) και 1 mg/l (Ανθεκτικό). Απομονωμένα στελέχη με τιμές MIC πάνω από το όρια ευαισθησίας είναι πολύ σπάνια ή δεν έχουν αναφερθεί ακόμα. Η ταυτοποίηση και η δοκιμασία της αντιμικροβιακής ευαισθησίας σε τέτοια απομονωμένα στελέχη πρέπει να επαναλαμβάνονται και εάν το αποτέλεσμα επιβεβαιώνεται το απομονωμένο στέλεχος να στέλνεται σε ένα εργαστήριο αναφοράς. Μέχρι να υπάρξει αυτή η απόδειξη σχετικά με την κλινική ανταπόκριση για επιβεβαιωμένα απομονωμένα στελέχη με τιμές MIC πάνω από την ισχύουσα, τα τρέχοντα όρια ευαισθησίας θα πρέπει να αναφερθούν σαν σημεία ανθεκτικότητας. Η ευαισθησία των σταφυλοκόκκων στις καρβαπενέμες έχει συναχθεί από την ευαισθησία στην κεφοτιξίνη. Τα όρια ευαισθησίας αφορούν μόνο τη μηνιγγίτιδα. Τα μη σχετιζόμενα με είδη όρια έχουν καθορισθεί χρησιμοποιώντας τα PK/PD δεδομένα και είναι ανεξάρτητα από τις κατανομές του MIC για συγκεκριμένα είδη. Είναι για χρήση μόνο για οργανισμούς που δεν έχουν συγκεκριμένα όρια ευαισθησίας. Όρια ευαισθησίας που δεν συνδέονται με στελέχη βασίζονται στις ακόλουθες δοσολογίες: τα όρια ευαισθησίας κατά EUCAST ισχύουν για την μεροπενέμη 1000 mg x 3 ημερησίως χορηγούμενα ενδοφλεβίως σε διάστημα 30 λεπτών ως η χαμηλότερη δόση. 2 g x 3 ημερησίως έχει ληφθεί υπόψη για σοβαρές λοιμώξεις και στον προσδιορισμό των του ορίου ευαισθησίας I/R. Η ευαισθησία των ομάδων Α, Β, Γ και Δ στρεπτοκόκκων στις β-λακτάμες έχει συναχθεί από την ευαισθησία της πενικιλλίνης.
- – = Τεστ ευαισθησίας δεν συνιστάται όταν τα στελέχη είναι φτωχός στόχος για θεραπεία με το φάρμακο. Απομονωμένα στελέχη αναφέρονται ως Ανθεκτικά, χωρίς προηγούμενη δοκιμή.
Η συχνότητα επίκτητης αντοχής μπορεί να ποικίλλει γεωγραφικά και χρονικά για επιλεγμένα είδη και οι τοπικές πληροφορίες για την αντοχή είναι επιθυμητές, ιδιαίτερα για την θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Όπου είναι απαραίτητη, συμβουλή εμπειρογνώμονα θα πρέπει να ζητηθεί όπου η τοπική επίπτωση της αντοχής είναι τέτοια ώστε η χρήση του παράγοντα τουλάχιστον σε κάποιους τύπους λοιμώξεων είναι υπό αμφισβήτηση.
Ο ακόλουθος πίνακας παθογόνων μικροβίων που είναι καταχωρημένος προέρχεται από την κλινική εμπειρία και τις θεραπευτικές οδηγίες.
Τα συνήθως ευαίσθητα είδη
- Gram- θετικά αερόβια
- Enterococcus faecalis$
- Staphylococcus aureus (ευαίσθητο στην μεθικιλλίνη)£
- Staphylococcus species (ευαίσθητο στην μεθικιλλίνη) συμπεριλαμβάνοντας Staphylococcus epidermidis
- Streptococcus agalactiae (Group B)
- Streptococcus milleri group (S. anginosus, S. constellatus, and S. intermedius)
- Streptococcus pneumoniae
- Streptococcus pyogenes (Group A)
- Gram- αρνητικά αερόβια
- Citrobacter freudii
- Citrobacter koseri
- Enterobacter aerogenes
- Enterobacter cloacae
- Escherichia coli
- Haemophilus influenzae
- Klebsiella oxytoca
- Klebsiella pneumoniae
- Morganella morganii
- Neisseria meningitidis
- Proteus mirabilis
- Proteus vulgaris
- Serratia marcescens
- Gram- θετικά αναερόβια
- Clostridium perfringens
- Peptoniphilus asaccharolyticus
- Peptostreptococcus species (συμπεριλαμβάνοντας P. micros, P anaerobius, P. magnus)
- Gram- αρνητικά αναερόβια
- Bacteroides caccae
- Bacteroides fragilis group
- Prevotella bivia
- Prevotella disiens
Είδος για το οποίο η επίκτητη ανθεκτικότητα ενδέχεται να είναι πρόβλημα
- Gram- θετικά αερόβια
- Enterococcus faecium$†
- Gram- αρνητικά αερόβια
- Acinetobacter species
- Burkholderia cepacia
- Pseudomonas aeruginosa
Οργανισμοί με εγγενή αντοχή
- Gram- αρνητικά αερόβια
- Stenotrophomonas maltophilia
- Legionella species
- Άλλοι μικροοργανισμοί
- Chlamydophila pneumoniae
- Chlamydophila psittaci
- Coxiella burnetii
- Mycoplasma pneumoniae
$ Στέλεχη που δείχνουν φυσική ενδιάμεση ευαισθησία. £ Όλοι οι σταφυλόκοκκοι που είναι ανθεκτικοί στην μεθικιλλίνη είναι ανθεκτικοί στην meropenem. † Βαθμός ανθεκτικότητας ≥50% σε μια ή περισσότερες χώρες της EΕ.
Μάλις και μελιοείδωση: Η χρήση της meroepnem σε ανθρώπους βασίζεται σε δεδομένα ευαισθησίας σε in vitro B. mallei and B. pseudomallei και σε περιορισμένα στοιχεία από ανθρώπους. Οι θεράποντες ιατροί πρέπει να ανατρέχουν στα εθνικά και/ή διεθνή έγγραφα κοινής αποδοχής της μάλις και μελιοείδωσης.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φαρμακοκινητικές
Σε υγιή άτομα ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα είναι περίπου 1 ώρα, ο μέσος όγκος κατανομής είναι περίπου 0,25 l/kg (11-27)l και η μέση κάθαρση είναι 287ml/min στα 250mg και μειώνεται στα 205 ml/min στα 2 g. Δόσεις των 500, 1000 και 2000mg που εγχύθηκαν σε διάστημα πάνω από 30 λεπτά δίνουν μέση τιμή μέγιστης συγκέντρωσης Cmax περίπου 23, 49 και 115μg/ml αντίστοιχα, και οι αντίστοιχες τιμές AUC τιμές ήταν 39,3, 62,3 και 153 μg.h/ml. Μετά από έγχυση άνω των 5 λεπτών οι τιμές Cmax είναι 52 και 112 μg/ml σε δόσεις 500 και 1000mg αντίστοιχα. Όταν χορηγούνται πολλαπλές δόσεις κάθε 8 ώρες σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, δεν παρατηρείται συσσώρευση της meropenem. Σε μελέτη 12 ασθενών χορηγήθηκε meropenem 1000mg κάθε 8 ώρες μετεγχειρητικά για ενδοκοιλιακή λοίμωξη. Η μελέτη έδειξε συγκρίσιμο Cmax και ημίσεια ζωή με φυσιολογικά άτομα αλλά μεγαλύτερο όγκο κατανομής 27 l.
Κατανομή
H μέση σύνδεση της meropenem με την πρωτεΐνη του πλάσματος ήταν περίπου 2% και ήταν ανεξάρτητη από τη συγκέντρωση. Μετά τη ταχεία χορήγηση (5 λεπτά ή λιγότερο) η φαρμακοκινητική είναι δι-εκθετική αλλά αυτό είναι λιγότερο εμφανές μετά από 30 λεπτά έγχυσης. H meropenem έχει δείξει να διεισδύει καλά σε πολλά σωματικά υγρά και ιστούς: συμπεριλαμβανομένων των πνευμόνων, των βρογχικών εκκρίσεων, της χολής, του εγκεφαλονωτιαίου υγρού, των γυναικολογικών ιστών, του δέρματος, της περιτονίας, των μυών και του περιτοναϊκού υγρού.
Βιομετατροπή
Η meropenem μεταβολίζεται με υδρόλυση του δακτυλίου της β-λακτάμης σε έναν μικροβιολογικά ανενεργό μεταβολίτη. In vitro η meropenem έδειξε μειωμένη ευαισθησία στην υδρόλυση από ανθρώπινη dehydropeptidase (DHP-I) σε σύγκριση με την imipenem και δεν είναι απαραίτητη η συγχορήγηση αναστολέα DHP-I.
Αποβολή
Η Meropenem κυρίως αποβάλλεται αναλλοίωτη πρωταρχικά από τα νεφρά, περίπου 70% (50-75%) της δόσης αποβάλλεται αναλλοίωτη μέσα σε 12 ώρες. Ένα επιπλέον 28% ανακτάται ως μικροβιολογικά ανενεργός μεταβολίτης. Η αποβολή από τα κόπρανα αντιπροσωπεύει μόνο περίπου το 2% της δόσης. Η μέτρηση της νεφρικής κάθαρσης και η επίδραση της προβενεσίδης δείχνουν ότι η meropenem υφίσταται διήθηση και σωληναριακή έκκριση.
Νεφρική ανεπάρκεια
Η νεφρική δυσλειτουργία έχει ως αποτέλεσμα υψηλότερο AUC στο πλάσμα και μεγαλύτερη διάρκεια ζωής για την meropenem. Η τιμή AUC αυξάνεται κατά 2,4 φορές σε ασθενείς με μέτρια δυσλειτουργία (CrCl 33-74ml/min), 5 φορές σε σοβαρή δυσλειτουργία (CrCl 4-23ml/min) και 10 φορές σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση (CrCl <2ml/min) όταν συγκρίνονται με υγιή άτομα (CrCl>80ml/min). Το AUC του μικροβιολογικά ανενεργού μεταβολίτη με ανοικτό δακτύλιο είναι σημαντικά αυξημένο σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Συνιστάται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία). Η meropenem αποβάλλεται με την αιμοδιύλιση με κάθαρση κατά την διάρκεια της αιμοδιύλισης περίπου 4 φορές μεγαλύτερη από ότι σε ασθενείς με ανουρία.
Ηπατική ανεπάρκεια
Μια μελέτη σε ασθενείς με αλκοολική κίρρωση δεν έδειξε καμία επίδραση της ηπατικής νόσου στην φαρμακοκινητική της meropenem μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις.
Ενήλικες ασθενείς
Φαρμακοκινητικές μελέτες που διεξήχθησαν σε ασθενείς δεν έδειξαν σημαντικές φαρμακοκινητικές διαφορές σε σχέση με υγιή άτομα με ισοδύναμη νεφρική λειτουργία. Ένα πληθυσμιακό μοντέλο που αναπτύχθηκε από στοιχεία 70 ασθενών με ενδο-κοιλιακή λοίμωξη ή πνευμονία, έδειξε μια εξάρτηση του κεντρικού όγκου από το βάρος και της κάθαρσης από την κάθαρση κρεατινίνης και την ηλικία.
Παιδιά
Η φαρμακοκινητική στα βρέφη και στα παιδιά με λοίμωξη σε δόσεις των 10, 20 και 40 mg/kg έδειξε τιμές Cmax περίπου ίδιες με τους ενήλικες στις δόσεις 500, 1000 και 2000mg αντίστοιχα. Η σύγκριση έδειξε σταθερή φαρμακοκινητική μεταξύ των δόσεων και τον χρόνο ημίσειας ζωής παρόμοια με αυτή που παρατηρήθηκε στους ενήλικες αλλά και στα μικρότερα άτομα (<6μηνών t1/2 1,6 ώρες). Η μέση τιμή κάθαρσης της meropenem ήταν 5,8 ml/min/kg (6-12 ετών), 6,2 ml/min/kg (2-5 ετών), 5,3 ml/min/kg (6-23 μηνών) και 4,3 ml/min/kg (2-5 μηνών). Περίπου 60% της δόσης αποβάλλεται στα ούρα σε 12 ώρες σαν meropenem με ένα επιπλέον 12% ως μεταβολίτη. Οι συγκεντρώσεις της meropenem στο ΕΝΥ των παιδιών με μηνιγγίτιδα είναι περίπου 20% των ταυτόχρονων επιπέδων στο πλάσμα παρόλο που υπάρχει σημαντική ατομική μεταβλητότητα. Η φαρμακοκινητική της meropenem σε νεογνά που χρειάζονται αντιμικροβιακή θεραπεία έδειξαν μεγαλύτερη κάθαρση στα νεογνά με μεγαλύτερη χρονολογική ηλικία ή διάρκεια κύησης με συνολική ημίσεια ζωή 2,9 ώρες. Η εξομοιωτής Monte Carlo βασιζόμενος στο πληθυσμιακό μοντέλο PK έδειξε ότι με το δοσολογικό σχήμα 20 mg/kg κάθε 8 ώρες πέτυχε 60%Τ>ΜΙC για την P.aeruginosa σε 95% των πρόωρων και 91% των νεογνών με ολοκληρωμένο χρόνο κύησης.
Ηλικιωμένοι
Φαρμακοκινητικές μελέτες σε υγιή ηλικιωμένα άτομα (65-80 ετών) έδειξαν μια μείωση στη κάθαρση του πλάσματος η οποία συσχετίστηκε με την μείωση της κάθαρσης της κρεατινίνης λόγω της ηλικίας και μια μικρότερη μείωση της εξωνεφρικής κάθαρσης. Δεν απαιτείται προσαρμογή δόσης σε ηλικιωμένους ασθενείς, εκτός από τις περιπτώσεις με μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία).