Clinio Logo
Clinio
Εμπορική Ονομασία ΣΕ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ

NIMEDINE

imipenem and cilastatin

νημεδηνε

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ
Σκεύασμα Περιεκτικότητα Λιανική
NIMEDINE (500+500)MG/VIAL Διακοπή
500+500 / VIAL 8.85 €
500+500 / VIAL 58.23 €
500+500 / VIAL 5.83 €

NIMEDINE — Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα

medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία Η συνιστώμενη δοσολογία για το IMICIL αναπαριστά την ποσότητα της ιμιπενέμης/ σιλαστατίνης που πρόκειται να χορηγηθεί. Η ημερήσια δόση του IMICIL θα πρέπει να βασίζεται στον τύπο της λοίμωξης και να χορηγείται σε εξίσου διαιρεμένες δόσεις λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό της ευαισθησίας του (των) παθογόνου (ων) και τη νεφρική λειτουργία του ασθενούς (βλέπε επίσης παράγραφο 4.4 και 5.1). Ενήλικες και έφηβοι Για ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης ≥ 90 ml/min),), τα συνιστώμενα δοσολογικά σχήματα είναι: 500 mg/500 mg κάθε 6 ώρες, ή 1.000 mg/1.000 mg κάθε 8 ώρες ή κάθε 6 ώρες. Επί υποψίας ή αποδεδειγμένων λοιμώξεων προκαλούμενων από λιγότερο ευαίσθητα είδη βακτηρίων (όπως Pseudomonas aeruginosa) και πολύ σοβαρών λοιμώξεων (π.χ. σε ουδετεροπενικούς ασθενείς με πυρετό) συνιστάται να χορηγείται θεραπεία με 1.000 mg/1.000 mg χορηγούμενα κάθε 6 ώρες. Μείωση της δόσης είναι απαραίτητη όταν η κάθαρση κρεατινίνης είναι <90 ml/min (βλέπε Πίνακα 1) Η μέγιστη συνολική ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει 4.000 mg/4.000 mg ημερησίως. Νεφρική δυσλειτουργία Για τον καθορισμό της μειωμένης δόσης για ενήλικες με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία: 1 Θα πρέπει να επιλέγεται η συνολική ημερήσια δόση (π.χ. 2.000/2.000, 3.000/3.000 ή 4.000/4.000 mg) που θα μπορούσε συνήθως να χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. 2 Από τον πίνακα 1 επιλέχθηκε το κατάλληλο μειωμένο δοσολογικό σχήμα σύμφωνα με την κάθαρση κρεατινίνης του ασθενούς. Για τους χρόνους έγχυσης βλέπε Τρόπος χορήγησης. Η κάθαρση κρεατινίνης (ml/min) είναι: ≥90 (φυσιολογική) Εάν η ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΔΟΣΗ είναι: 2.000 mg/ημερησίως Εάν η ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΔΟΣΗ είναι: 3.000 mg//ημερησίως Εάν η ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΔΟΣΗ είναι: 4.000 mg//ημερησίως 500 q6h 1.000 q8h 1.000 q6h Μειωμένη δοσολογία (mg) για ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία: <90 - ≥60 400 q6h 500 q6h 750 q8h <60 - ≥30 300 q6h 500 q8h 500 q6h 3 <30 - ≥15 200 q6h 500 q12h 500 q12h Ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 15 ml/min Αυτοί οι ασθενείς δεν θα πρέπει να λαμβάνουν IMICIL εκτός αν υποβληθούν σε αιμοκάθαρση εντός 48 ωρών. Ασθενείς σε αιμοκάθαρση Όταν χορηγείται θεραπεία σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 15 ml/min οι οποίοι υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση χρησιμοποιείστε τη συνιστώμενη δόση για ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης 15 έως 29 ml/min (βλέπε πίνακα 1). Τόσο η ιμιπενέμη όσο και η σιλαστατίνη απομακρύνονται από την κυκλοφορία κατά τη διάρκεια της αιμοκάθαρσης. Ο ασθενής θα πρέπει να λαμβάνει το IMICIL μετά την αιμοκάθαρση και σε μεσοδιαστήματα 12 ωρών με το χρόνο να μετράει από το πέρας της συγκεκριμένης συνεδρίας αιμοκάθαρσης. Οι ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση, ιδιαίτερα αυτοί με υποκείμενη νόσο του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ), θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά. Για ασθενείς υπό αιμοκάθαρση το IMICIL συνιστάται μόνο όταν το όφελος υπερκαλύπτει το δυνητικό κίνδυνο των επιληπτικών κρίσεων (βλέπε παράγραφο 4.4). Τα μέχρι στιγμής δεδομένα είναι ανεπαρκή ώστε να συνιστάται η χρήση του IMICIL σε ασθενείς που υποβάλλονται σε περιτοναϊκή κάθαρση. Ηπατική δυσλειτουργία Δεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς με επηρεασμένη ηπατική λειτουργία (βλέπε παράγραφο 5.2). Ηλικιωμένος πληθυσμός Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για ηλικιωμένους ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (βλέπε παράγραφο 5.2). Παιδιατρικός πληθυσμός ηλικίας ≥1 έτους Για παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας ≥1 έτους, η συνιστώμενη δόση είναι 15/15 ή 25/25 mg/kg/δόση χορηγούμενη κάθε 6 ώρες. Σε λοιμώξεις όπου υπάρχει υποψία ή είναι αποδεδειγμένα προκαλούμενες από λιγότερο ευαίσθητα είδη βακτηρίων (όπως Pseudomonas aeruginosa) και σε πολύ σοβαρές λοιμώξεις (π.χ. σε ουδετεροπενικούς ασθενείς με πυρετό) συνιστάται να χορηγείται θεραπεία με 25 /25 mg/kg χορηγούμενα κάθε 6 ώρες. Παιδιατρικός πληθυσμός ηλικίας <1 έτους Τα κλινικά δεδομένα είναι ανεπαρκή ώστε να γίνει σύσταση για χορήγηση σε παιδιά ηλικίας κάτω του 1 έτους. Παιδιατρικός πληθυσμός με νεφρική δυσλειτουργία Τα κλινικά δεδομένα είναι ανεπαρκή ώστε να δοθεί οδηγία για χορήγηση σε παιδιατρικούς ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (κρεατινίνη ορού >2mg /dl). Βλέπε παράγραφο 4.4. Τρόπος χορήγησης Το IMICIL θα πρέπει να ανασυσταθεί και να διαλυθεί περαιτέρω (βλέπε παραγράφους 6.2, 6.3 και 6.6) πριν από την χορήγηση. Κάθε δόση ≤500 mg/500 mg θα πρέπει να χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση σε διάστημα 20 έως 30 λεπτών. Κάθε δόση >500 mg/500 mg θα πρέπει να εγχέεται σε διάστημα 40 έως 60 λεπτών. Σε ασθενείς που εμφανίζουν ναυτία κατά τη διάρκεια της έγχυσης, θα 4 πρέπει να επιβραδύνεται ο ρυθμός της έγχυσης.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more

Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στη παράγραφο 6.1 Υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε άλλο αντιβακτηριακό παράγοντα καρβαπενέμης Σοβαρής μορφής υπερευαισθησία (π.χ. αναφυλακτική αντίδραση, σοβαρής μορφής δερματική αντίδραση) σε οποιοδήποτε άλλο τύπο βήτα-λακταμικού αντιβακτηριακού παράγοντα (π.χ. πενικιλίνες ή κεφαλοσπορίνες).

warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more

Γενικά Για την επιλογή της ιμιπενέμης/σιλαστατίνης για τη θεραπεία ενός συγκεκριμένου ασθενούς θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η καταλληλότητα της χρήσης ενός αντιβακτηριακού παράγοντα τύπου καρβαπενέμης με βάση παράγοντες όπως η βαρύτητα της λοίμωξης, ο επιπολασμός της αντίστασης σε άλλους κατάλληλους αντιβακτηριακούς παράγοντες και ο κίνδυνος επιλογής για ανθεκτικά στις καρβαπενέμες βακτήρια. Υπερευαισθησία Έχουν αναφερθεί σοβαρές και περιστασιακά θανατηφόρες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλακτικές) σε ασθενείς που ελάμβαναν θεραπεία με βήτα-λακτάμες. Οι αντιδράσεις αυτές είναι πιο πιθανό να συμβούν σε ασθενείς με ιστορικό ευαισθησίας σε πολλαπλά αλλεργιογόνα. Πριν την έναρξη της θεραπείας με IMICIL, θα πρέπει να διερευνάται προσεκτικά το θέμα της ύπαρξης προηγούμενων αντιδράσεων υπερευαισθησίας σε καρβαπενέμες, πενικιλίνες, κεφαλοσπορίνες, άλλες βήτα-λακτάμες και άλλα αλλεργιογόνα (βλέπε παράγραφο 4.3). Εάν συμβεί μία αλλεργική αντίδραση στο IMICIL, διακόψτε τη θεραπεία αμέσως. Οι σοβαρές αναφυλακτικές αντιδράσεις απαιτούν άμεση επείγουσα θεραπεία. Ηπατικά Η ηπατική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ιμιπενέμη/σιλαστατίνη λόγω του κινδύνου ηπατικής τοξικότητας (όπως αύξηση των τρανσαμινασών, ηπατική ανεπάρκεια και κεραυνοβόλος ηπατίτιδα). Χρήση σε ασθενείς με ηπατική νόσο: σε ασθενείς με προϋπάρχουσες ηπατικές διαταραχές θα πρέπει να παρακολουθείται η ηπατική λειτουργία κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ιμιπενέμη/σιλαστατίνη. Δεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης (βλέπε παράγραφο 4.2). Αιματολογικά Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ιμιπενέμη/σιλαστατίνη μπορεί να διαπιστωθεί θετική άμεση ή έμμεση δοκιμασία Coombs. Αντιβακτηριακό φάσμα Το αντιβακτηριακό φάσμα της ιμιπενέμης/σιλαστατίνης θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ιδιαίτερα επί απειλητικών για τη ζωή καταστάσεων πριν την εφαρμογή οποιασδήποτε εμπειρικής θεραπείας. Επιπρόσθετα, λόγω της περιορισμένης ευαισθησίας συγκεκριμένων παθογόνων που σχετίζονται με π.χ. βακτηριακές λοιμώξεις δέρματος και μαλακών ιστών στην ιμιπενέμη/σιλαστατίνη, θα πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή. Η χρήση της ιμιπενέμης/σιλαστατίνης δεν είναι κατάλληλη για τη θεραπεία αυτών των τύπων λοιμώξεων εκτός εάν έχει ήδη ταυτοποιηθεί το παθογόνο και είναι γνωστή η ευαισθησία του ή υπάρχει πολύ υψηλή υποψία ότι το πιο πιθανό παθογόνο(α) θα είναι κατάλληλο(α) για θεραπεία. Η συγχορήγηση ενός κατάλληλου αντι-MRSA παράγοντα μπορεί να ενδείκνυται όταν υπάρχει η υποψία λοιμώξεων με MRSA ή έχει αποδειχθεί η εμπλοκή τους στις εγκεκριμένες ενδείξεις. Η συγχορήγηση μιας αμινογλυκοσίδης μπορεί να ενδείκνυται όταν υπάρχει η υποψία λοιμώξεων με Pseudomonas aeruginosa ή έχει αποδειχθεί η εμπλοκή της στις εγκεκριμένες ενδείξεις (βλέπε 5 παράγραφο 4.1). Αλληλεπίδραση με βαλπροϊκό οξύ Η συγχορήγηση ιμιπενέμης/σιλαστατίνης και βαλπροϊκού οξέος/βαλπροϊκού νατρίου δεν συνιστάται (βλέπε παράγραφο 4.5). Clostridium difficile Έχει αναφερθεί κολίτιδα σχετιζόμενη με τα αντιβιοτικά και ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα με την ιμιπενέμη/σιλαστατίνη όπως και με σχεδόν όλους τους άλλους αντιβακτηριακούς παράγοντες και η βαρύτητά της μπορεί να ποικίλει από ήπια έως απειλητική για τη ζωή. Είναι σημαντικό να λαμβάνεται υπόψη το ενδεχόμενο αυτής της διάγνωσης σε ασθενείς που εμφανίζουν διάρροια κατά τη διάρκειά της ή μετά τη χρήση ιμιπενέμης/σιλαστατίνης (βλέπε παράγραφο 4.8). Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας με ιμιπενέμη/σιλαστατίνη και της χορήγησης ειδικής θεραπείας για το Clostridium difficile. Δεν θα πρέπει να χορηγούνται φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν την περισταλτικότητα. Μηνιγγίτιδα Το IMICIL δεν συνιστάται για τη θεραπεία της μηνιγγίτιδας. Νεφρική δυσλειτουργία Η ιμιπενέμη-σιλαστατίνη συσσωρεύεται σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία. Ανεπιθύμητες ενέργειες από το ΚΝΣ μπορεί να εμφανισθούν εάν η δόση δεν έχει αναπροσαρμοσθεί ανάλογα με τη νεφρική λειτουργία, βλέπε παράγραφο 4.2 και 4.4 ‘Κεντρικό νευρικό σύστημα’ σ’ αυτή την παράγραφο. Κεντρικό νευρικό σύστημα Έχουν αναφερθεί ανεπιθύμητες ενέργειες από το ΚΝΣ όπως μυοκλονική δραστηριότητα, συγχυτικές καταστάσεις ή επιληπτικές κρίσεις, ιδιαίτερα όταν έχει γίνει υπέρβαση των συνιστώμενων δόσεων με βάση τη νεφρική λειτουργία και το σωματικό βάρος. Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί πιο συχνά σε ασθενείς με διαταραχές του ΚΝΣ (π.χ. εγκεφαλικές βλάβες ή ιστορικό επιληπτικών κρίσεων) και/ή επηρεασμένη νεφρική λειτουργία στους οποίους θα μπορούσε να συμβεί συσσώρευση των χορηγούμενων ουσιών. Για το λόγο αυτό, ιδιαίτερα στους συγκεκριμένους ασθενείς, είναι επιτακτική η συμμόρφωση με τα συνιστώμενα δοσολογικά σχήματα (βλέπε παράγραφο 4.2). Η αντιεπιληπτική αγωγή θα πρέπει να συνεχίζεται σε ασθενείς με γνωστή επιληπτική διαταραχή. Θα πρέπει να υπάρχει ιδιαίτερη εγρήγορση όσον αφορά νευρολογικά συμπτώματα ή επιληπτικές κρίσεις σε παιδιά με γνωστούς παράγοντες κινδύνου για επιληπτικές κρίσεις ή που λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία με φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν τον ουδό εκδήλωσης επιληπτικών κρίσεων. Εάν εμφανισθεί εστιακός τρόμος, μυοκλονία ή επιληπτικές κρίσεις, οι ασθενείς θα πρέπει να εκτιμώνται νευρολογικά και να τίθενται σε αντιεπιληπτική αγωγή αν δεν λαμβάνουν ήδη. Εάν τα συμπτώματα από το ΚΝΣ επιμένουν, θα πρέπει να μειώνεται η δόση του IMICIL διακόπτεται. ή να Ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης <15 ml/min δεν θα πρέπει να λαμβάνουν IMICIL εκτός αν τεθούν σε αιμοκάθαρση εντός 48 ωρών. Για ασθενείς υπό αιμοκάθαρση, το IMICIL συνιστάται μόνο όταν το όφελος υπερκαλύπτει το δυνητικό κίνδυνο των επιληπτικών κρίσεων (βλέπε παράγραφο 4.2). Παιδιατρικός πληθυσμός Τα κλινικά δεδομένα είναι ανεπαρκή ώστε να συσταθεί χορήγηση του IMICIL σε παιδιά ηλικίας κάτω του 1 έτους ή παιδιατρικούς ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία (κρεατινίνη ορού

2 mg/dl). Βλέπε επίσης παραπάνω στην παράγραφο Κεντρικό νευρικό σύστημα. Το IMICIL 500 mg/500 mg περιέχει 37,6 mg νατρίου (1,6 mEq) κάτι που θα πρέπει να λαμβάνεται 6 υπόψη για ασθενείς που ακολουθούν δίαιτα περιορισμού του νατρίου.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Έχουν αναφερθεί γενικευμένοι σπασμοί σε ασθενείς που έλαβαν Γκανκυκλοβίρη και IMICIL. Αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα δεν θα πρέπει να χορηγούνται ταυτόχρονα, εκτός και αν το πιθανό όφελος υπερτερεί των κινδύνων. Έχουν αναφερθεί μειώσεις των επιπέδων βαλπροϊκού οξέος, που μπορεί να πέσουν κάτω από το θεραπευτικό εύρος, όταν το βαλπροϊκό συγχορηγήθηκε με καρβαπενέμες. Τα κατώτατα επίπεδα βαλπροϊκού μπορεί να οδηγήσουν σε ανεπαρκή έλεγχο της επιληπτικής κρίσης. Για το λόγο αυτό, η ταυτόχρονη χορήγηση ιμιπενέμης και βαλπροϊκού οξέος/βαλπροϊκού νατρίου δεν συνιστάται και θα πρέπει να εξεταστούν εναλλακτικές αντιβακτηριακές αντι-επιληπτικές θεραπείες (βλέπε παράγραφο 4.4). Από του στόματος χορηγούμενα αντιπηκτικά Ταυτόχρονη χορήγηση αντιβιοτικών με βαρφαρίνη μπορεί να αυξήσει τις αντιπηκτικές της επιδράσεις. Έχουν υπάρξει πολλές αναφορές αυξήσεων των αντιπηκτικών δράσεων των από του στόματος χορηγούμενων αντιπηκτικών, συμπεριλαμβανομένης της βαρφαρίνης, σε ασθενείς που λαμβάνουν συγχρόνως αντιβακτηριακούς παράγοντες. Ο κίνδυνος μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με την υποκείμενη λοίμωξη, την ηλικία και τη γενική κατάσταση του ασθενούς, έτσι ώστε να είναι δύσκολο να εκτιμηθεί η συμβολή του αντιβιοτικού στην αύξηση του INR (διεθνής ομαλοποιημένη σχέση). Συνιστάται να παρακολουθείται το INR συχνά, κατά τη διάρκεια και για λίγο μετά την συγχορήγηση αντιβιοτικών με από του στόματος αντιπηκτικούς παράγοντες. Η ταυτόχρονη χορήγηση IMICIL και προβενεκίδης είχε ως αποτέλεσμα ελάχιστες αυξήσεις στα επίπεδα ιμιπενέμης στο πλάσμα και στο χρόνο ημίσειας ζωής της ιμιπενέμης. Η ανάκτηση στα ούρα ενεργού (μη μεταβολισθείσης) ιμιπενέμης μειώθηκε σε περίπου 60% της δόσης όταν το IMICIL χορηγήθηκε με προβενεκίδη. Η ταυτόχρονη χορήγηση IMICIL και προβενεσίδης διπλασίασε τα επίπεδα στο πλάσμα και το χρόνο ημίσειας ζωής της σιλαστατίνης, αλλά δεν είχε καμία επίδραση στην ανάκτηση της σιλαστατίνης στα ούρα. Παιδιατρικός πληθυσμός Μελέτες αλληλεπίδρασης έχουν διεξαχθεί μόνο σε ενήλικες.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Σε κλινικές δοκιμές που περιλάμβαναν 1.723 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ιμιπενέμη/σιλαστατίνη ενδοφλεβίως οι πιο συχνά αναφερόμενες συστηματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις, που αναφέρθηκαν τουλάχιστον πιθανώς σχετιζόμενες με τη θεραπεία, ήταν ναυτία (2,0%), διάρροια (1,8%), έμετος (1,5%), εξάνθημα (0,9%), πυρετός (0,5%), υπόταση (0,4%), επιληπτικές κρίσεις (0,4%) (βλέπε παράγραφο 4.4), ζάλη (0,3%), κνησμός (0,3%), κνίδωση (0,2%), υπνηλία (0,2%). Παρομοίως, οι πιο συχνά αναφερόμενες τοπικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις ήταν φλεβίτιδα/θρομβοφλεβίτιδα (3,1%), πόνος στο σημείο της ένεσης (0,7%), ερύθημα στο σημείο της ένεσης (0,4%) και σκλήρυνση φλέβας (0,2%). Οι αυξήσεις των τρανσαμινασών του ορού και της αλκαλικής φωσφατάσης είναι επίσης συχνά αναφερόμενες. Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί σε κλινικές μελέτες ή κατά τη διάρκεια της εμπειρίας μετά την κυκλοφορία. Όλες οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται σύμφωνα με κατηγορία οργανικού συστήματος και συχνότητα: Πολύ συχνές (≥ 1/10), Συχνές (≥ 1/100 έως <1/10), Όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως <1/100), Σπάνιες (≥ 1/10. 000 έως <1/1.000), Πολύ σπάνιες (<1/10.000) και μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας. Κατηγορία/ οργανικό σύστημα Λοιμώξεις και Παρασιτώσεις Διαταραχές του αίματος και λεμφικού συστήματος Διαταραχές του ανοσοποιητικού συχτήματος Συχνότητα Επεισόδιο Σπάνιες Πολύ σπάνιες Συχνές ψευδομεμβρανώδης κολίτις, καντιντίαση γαστρεντερίτις ηωσινοφιλία Όχι συχνές πανκυτταροπενία, ουδετεροπενία, λευκοπενία, θρομβοπενία, θρομβοκυττάρωση Σπάνιες Πολύ σπάνιες Σπάνιες ακοκκιοκυτταραιμία αιμολυτική αναιμία, καταστολή μυελού αναφυλακτικές αντιδράσεις 8 Κατηγορία/ οργανικό σύστημα Ψυχιατρικές διαταραχές Συχνότητα Επεισόδιο Όχι συχνές Διαταραχές του νευρικού συστήματος Όχι συχνές Μη γνωστές Σπάνιες ψυχικές διαταραχές συμπεριλαμβανομένων των παραισθήσεων και συγχυτικής κατάστασης επιληπτικές κρίσεις, μυοκλονική δραστηριότητα, ζάλη, υπνηλία εγκεφαλοπάθεια, παραισθησία, εστιακός τρόμος, διαταραχές της γεύσης επιδείνωση της μυασθένειας gravis, κεφαλαλγία διέγερση, δυσκινησία απώλεια ακοής Πολύ σπάνιες Πολύ σπάνιες Συχνές Όχι συχνές Πολύ σπάνιες Πολύ σπάνιες ίλιγγος, εμβοές κυάνωση, ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών θρομβοφλεβίτιδα υπόταση έξαψη δύσπνοια, υπεραερισμός, φαρυγγικό άλγος Συχνές διάρροια, έμετος, ναυτία. Ναυτία σχετιζόμενη με το φάρμακο και/ή έμετος φαίνεται να συμβαίνουν συχνότερα σε ουδετεροπενικούς ασθενείς από ότι σε μη ουδετεροπενικούς ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με IMICIL Σπάνιες Πολύ σπάνιες Σπάνιες χρωματισμός των δοντιών και / ή της γλώσσας αιμορραγική κολίτιδα, κοιλιακό άλγος, αίσθημα καύσου στην προκάρδια χώρα, γλωσσίτιδα, υπερτροφία των θηλών της γλώσσας, αυξημένη σιελόρροια ηπατική ανεπάρκεια, ηπατίτιδα Πολύ σπάνιες Συχνές κεραυνοβόλος ηπατίτιδα εξάνθημα Όχι συχνές Σπάνιες κνίδωση, κνησμός τοξική επιδερμική νεκρόλυση, αγγειοοίδημα, σύνδρομο Stevens-Johnson, πολύμορφο ερύθημα, αποφολιδωτική δερματίτιδα υπεριδρωσία, αλλαγές στην υφή του δέρματος πολυαρθραλγία, πόνος θωρακικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης Σπάνιες Πολύ σπάνιες Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου Καρδιακές διαταραχές Αγγειακές διαταραχές Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου Διαταραχές του γαστρεντερικού Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Πολύ σπάνιες Πολύ σπάνιες 9 Κατηγορία/ οργανικό σύστημα Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Συχνότητα Επεισόδιο Σπάνιες Διαταραχές αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Πολύ σπάνιες οξεία νεφρική ανεπάρκεια, ολιγουρία/ανουρία, πολυουρία, αποχρωματισμός των ούρων (ακίνδυνο και δεν πρέπει να συγχέεται με αιματουρία). Ο ρόλος του IMICIL σε αλλαγές της νεφρικής λειτουργίας είναι δύσκολο να εκτιμηθεί, καθώς υπάρχουν συχνά παράγοντες που προδιαθέτουν σε προνεφρική αζωθαιμία ή σε επηρεασμένη νεφρική λειτουργία. κνησμός αιδοίου Παρακλινικές εξετάσεις Όχι συχνές πυρετός, τοπικός πόνος και σκλήρυνση στο σημείο της ένεσης, ερύθημα στη θέση της ένεσης δυσφορία στο θώρακα, ασθένεια/αδυναμία αυξήσεις των τρανσαμινασών του ορού, αυξήσεις της αλκαλικής φωσφατάσης του ορού Θετική άμεση Coombs, παρατεταμένος χρόνος προθρομβίνης, μειωμένη αιμοσφαιρίνη, αυξήσεις της χολερυθρίνης του ορού, αυξήσεις της κρεατινίνης στον ορό, αυξήσεις στο άζωτο ουρίας αίματος. Πολύ σπάνια Συχνές Όχι συχνές Παιδιατρικός πληθυσμός (ηλικίας ≥ 3 μηνών) Στις μελέτες 178 παιδιατρικών ασθενών ηλικίας ≥ 3 μηνών, οι αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν σύμφωνες με εκείνες που αναφέρθηκαν για τους ενήλικες. Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Κύηση: Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες για τη χρήση ιμιπενέμης/σιλαστατίνης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε έγκυους πιθήκους έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλέπε παράγραφο 5.3). Ο δυνητικός κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Το IMICIL πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης μόνο αν το πιθανό όφελος υπερβαίνει τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο. Θηλασμός Η ιμιπενέμη και η σιλαστατίνη απεκκρίνονται στο γάλα της μητέρας σε μικρές ποσότητες. Μικρή απορρόφηση του κάθε συστατικού παρουσιάζεται μετά από του στόματος χορήγηση. Γι’ αυτό το λόγο θεωρείται απίθανο το ενδεχόμενο να εκτεθεί το θηλάζον βρέφος σε σημαντικές ποσότητες. Αν η χρήση του IMICIL κριθεί απαραίτητη, το όφελος του μητρικού θηλασμού θα πρέπει να αξιολογηθεί 7 σε σχέση με τον πιθανό κίνδυνο για το παιδί. Γονιμότητα Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τις πιθανές επιδράσεις της θεραπείας της ιμιπενέμης/σιλαστατίνης στη γονιμότητα των αρσενικών ή των θηλυκών.
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιβακτηριακά για συστηματική χρήση, καρβαπενέμες, κωδικός ATC: J01D H51 Μηχανισμός δράσης 10 Το IMICIL αποτελείται από δύο συστατικά: ιμιπενέμη και νατριούχο σιλαστατίνη σε αναλογία 1:1 κατά βάρος. Η ιμιπενέμη, που αναφέρεται επίσης ως N-formimidoyl-thienamycin, είναι ένα ημισυνθετικό παράγωγο της θειεναμυκίνης, της μητρικής ένωσης που παράγεται από το νηματοειδές βακτήριο Streptomyces cattleya. Η ιμιπενέμη ασκεί τη βακτηριοκτόνο δράση της αναστέλλοντας τη σύνθεση του βακτηριακού κυτταρικού τοιχώματος Gram-θετικών και Gram-αρνητικών βακτηρίων μέσω της σύνδεσης με πενικιλλίνο-δεσμευτικές πρωτεΐνες (PBPs). Η νατριούχος σιλαστατίνη είναι ένας ανταγωνιστικός, αναστρέψιμος και ειδικός αναστολέας της διϋδροπεπτιδάσης-I, του νεφρικού ενζύμου που μεταβολίζει και αδρανοποιεί την ιμιπενέμη. Στερείται ενδογενούς αντιβακτηριακής δράσης και δεν επηρεάζει την αντιβακτηριακή δράση της ιμιπενέμης. Φαρμακοκινητική/Φαρμακοδυναμική (PK/PD) συσχέτιση Παρόμοια με άλλους βήτα-λακταμικούς αντιμικροβιακούς παράγοντες, τη χρονική στιγμή που οι συγκεντρώσεις ιμιπενέμης υπερβαίνουν την MIC (Τ> MIC) έχει αποδειχθεί ότι σχετίζεται με την καλύτερη αποτελεσματικότητα. Μηχανισμός αντοχής Η αντοχή στην ιμιπενέμη μπορεί να οφείλεται στα εξής:

  • Μειωμένη διαπερατότητα της εξωτερικής μεμβράνης των Gram-αρνητικών βακτηρίων (λόγω της μειωμένης παραγωγής των πορινών)
  • Η ιμιπενέμη μπορεί να απομακρυνθεί ενεργά από το κύτταρο με αντλία εκροής.
  • Μειωμένη συγγένεια των PBPs με την ιμιπενέμη.
  • Η ιμιπενέμη είναι σταθερή στην υδρόλυση από τις περισσότερες βήτα-λακταμάσες, συμπεριλαμβανομένων των πενικιλλινασών και κεφαλοσπορινασών που παράγονται από gram-θετικά και gram αρνητικά βακτήρια, με εξαίρεση τις σχετικά σπάνιες β-λακταμάσες που υδρολύουν καρβαπενέμες. Είδη ανθεκτικά σε άλλες καρβαπενέμες πράγματι εκφράζουν συνήθως αντοχή και στην ιμιπενέμη. Δεν υπάρχει διασταυρούμενη αντοχή μεταξύ ιμιπενέμης και παραγόντων όπως κινολόνες, αμινογλυκοσίδες, μακρολίδια και τετρακυκλίνες. Όρια ευαισθησίας Τα EUCAST MIC όρια ευαισθησίας για την ιμιπενέμη, για το διαχωρισμό ευαίσθητων (S) από ανθεκτικά (R) παθογόνα, έχουν ως εξής (έκδοση 1,1 27.4.2010):

Enterobacteriaceae 1: S ≤2 mg/l, R >8 mg/l Pseudomonas spp. 2: S ≤4 mg/l, R >8 mg/l Acinetobacter spp.: S ≤2 mg/l, R >8 mg/l Staphylococcus spp. 3: με βάση την ευαισθησία στην κεφοξιτίνη Enterococcus spp.: S ≤4 mg/l, R >8 mg/l Streptococcus A, B, C, G: Η ευαισθησία σε β-λακτάμες του βήτα-αιμολυτικού στρεπτοκόκκου ομάδων A, B, C και G εξάγεται από την ευαισθησία στην πεινικιλλίνη. Streptococcus pneumoniae 4: S ≤2 mg/l, R >2 mg/l Other streptococci 4: S ≤2 mg/l, R >2 mg/l Haemophilus influenzae 4: S ≤2 mg/l, R >2 mg/l Moraxalla catarrhalis 4: S ≤2 mg/l, R >2 mg/l Neisseria gonorrhoeae: Υπάρχουν ανεπαρκή στοιχεία για το ότι η Neisseria gonorrhoeae αποτελεί καλό στόχο για θεραπεία με ιμιπενέμη. Gram-θετικά αναερόβια: S ≤2 mg/l, R >8 mg/l Gram-αρνητικά αναερόβια: S ≤2 mg/l, R >8 mg/l Όρια ευαισθησίας μη σχετιζόμενα με τα βακτηριακά είδη 5: S ≤2 mg/l, R >8 mg/l 11 Είδη Proteus και Morganella θεωρούνται πτωχοί στόχοι για την ιμιπενέμη. Τα όρια ευαισθησίας για την Pseudomonas σχετίζονται με αυξημένη συχνότητα θεραπείας (1g κάθε 6 ώρες). 3 Η ευασθησία των σταφυλοκόκκων στις καρβαπενέμες εξάγεται με βάση την ευαισθησία στην κεφοξιτίνη. 4 Στελέχη με MIC τιμές πάνω από τα όρια ευαισθησίας είναι πολύ σπάνια ή δεν έχουν ακόμη αναφερθεί. Ο προσδιορισμός και οι δοκιμασίες αντιμικροβιακής ευαισθησίας σχετικά με οποιοδήποτε τέτοιο στέλεχος πρέπει να επαναλαμβάνονται και αν το αποτέλεσμα επιβεβαιωθεί, θα πρέπει να αποστέλλονται σε εργαστήριο αναφοράς. Μέχρι να υπάρχουν στοιχεία για την κλινική ανταπόκριση των επιβεβαιωμένων στελεχών με MIC πάνω από το τρέχον όριο ευαισθησίας, θα πρέπει να αναφέρονται ως ανθεκτικά. 5 Τα όρια ευαισθησίας που δεν σχετίζονται με συγκεκριμένα μικροβιακά είδη έχουν προσδιορισθεί με βάση φαρμακοδυναμικά/φαρμακοκινητικά δεδομένα και είναι ανεξάρτητα από την κατανομή των MIC συγκεκριμένων ειδών. Χρησιμοποιούνται μόνο για είδη που δεν αναφέρονται στον κατάλογο με τα όρια ευαισθησίας ανά είδος ή στις υποσημειώσεις. 1 2 Ευαισθησία Ο επιπολασμός της επίκτητης αντοχής μπορεί να ποικίλλει γεωγραφικά και με το χρόνο για επιλεγμένα είδη και τοπικές πληροφορίες για την αντοχή είναι επιθυμητές, ειδικά κατά τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Όταν είναι απαραίτητο, θα πρέπει να ζητείται η συμβουλή ειδικού όταν ο τοπικός επιπολασμός της ανθεκτικότητας είναι τέτοιος ώστε η χρησιμότητα του παράγοντα τουλάχιστον σε κάποιους τύπους λοιμώξεων να είναι αμφισβητήσιμη. Κοινά ευαίσθητα είδη: Gram-θετικά αερόβια: Enterococcus faecalis Staphylococcus aureus (ευαίσθητος στην Methicillin)* Staphylococcus αρνητικός στην κοαγκουλάση (ευαίσθητος στην Methicillin) Streptococcus agalactiae Streptococcus pneumoniae Streptococcus pyogenes Streptococcus viridans group Gram-αρνητικά αερόβια: Citrobacter freundii Enterobacter aerogenes Enterobacter cloacae Escherichia coli Haemophilus influenzae Klebsiella oxytoca Klebsiella pneumoniae Moraxella catarrhalis Serratia marcescens Gram-θετικά αναερόβια: Clostridium perfringens** Peptostreptococcus spp.** Gram-αρνητικά αναερόβια: Bacteroides fragilis Bacteroides fragilis group Fusobacterium spp. 12 Porphyromonas asaccharolytica Prevotella spp. Veillonella spp. Είδη για τα οποία η επίκτητη αντοχή μπορεί να αποτελεί πρόβλημα: Gram-αρνητικά αερόβια: Acinetobacter baumannii Pseudomonas aeruginosa Εγγενώς ανθεκτικά είδη: Gram θετικά αερόβια: Enterococcus faecium Gram αρνητικά αερόβια: Μερικά στελέχη Burkholderia cepacia (προηγουμένως Pseudomonas cepacia) Legionella spp. Stenotrophomonas maltophilia (προηγουμένως Xanthomonas maltophilia, προηγουμένως Pseudomonas maltophilia) Άλλα: Chlamydia spp. Chlamydophila spp. Mycoplasma spp. Ureoplasma urealyticum * Όλοι οι ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη σταφυλόκοκκοι είναι ανθεκτικοί στην ιμιπενέμη/σιλαστατίνη. ** Χρησιμοποιείται ο EUCAST κατάλογος για τα όρια ευαισθησίας μη σχετιζόμενα με συγκεκριμένα είδη

Φαρμακοκινητική
Ιμιπενέμη Απορρόφηση Σε υγιείς εθελοντές, η ενδοφλέβια έγχυση του IMICIL σε διάστημα 20 λεπτών οδήγησε σε μέγιστα επίπεδα ιμιπενέμης στο πλάσμα κυμαινόμενο από 12 έως 20 μg/ml για τη δόση των 250 mg/250 mg, από 21 έως 58 μg/ml για τη δόση των 500 mg/500 mg, και από 41 έως 83 μg/ml για τη δόση των 1.000 mg/1.000 mg. Τα μέσα μέγιστα επίπεδα ιμιπενέμης στο πλάσμα μετά από τη χορήγηση των δόσεων 250 mg/250 mg, 500 mg/500 mg, και 1.000 mg/1.000 mg ήταν 17, 39, και 66 μg/ml, αντιστοίχως. Με αυτές τις δοσολογίες, τα επίπεδα της ιμιπενέμης στο πλάσμα μειώνονται κάτω από 1 μg/ml ή λιγότερο σε τέσσερις έως έξι ώρες. Κατανομή Η δέσμευση της ιμιπενέμης με τις ανθρώπινες πρωτεΐνες στον ορό είναι περίπου 20%. Βιομετασχηματισμός Όταν χορηγείται ως μονοθεραπεία, η ιμιπενέμη μεταβολίζεται στους νεφρούς από την dehydropeptidase -I. Εξατομικευμένες ανακτήσεις στα ούρα κυμαίνονταν από 5 έως 40%, με μέση ανάκτηση 15-20% σε αρκετές μελέτες. Η σιλαστατίνη είναι ειδικός αναστολέας του ενζύμου dehydropeptidase -I και αναστέλλει αποτελεσματικά το μεταβολισμό της ιμιπενέμης έτσι ώστε η ταυτόχρονη χορήγηση της ιμιπενέμης και σιλαστατίνης επιτρέπει να επιτευχθούν θεραπευτικά αντιβακτηριακά επίπεδα ιμιπενέμης τόσο στα 13 ούρα όσο και στο πλάσμα. Αποβολή Ο χρόνος ημίσειας-ζωής της ιμιπενέμης στο πλάσμα ήταν μία ώρα. Περίπου 70% του χορηγούμενου αντιβιοτικού έχει ανακτηθεί αμιγές στα ούρα εντός δέκα ωρών και δεν ήταν ανιχνεύσιμη καμία περαιτέρω απέκκριση στα ούρα. Οι συγκεντρώσεις ιμιπενέμης στα ούρα υπερέβησαν τα 10 μg/ml έως οκτώ ώρες μετά από μια δόση 500 mg/500 mg του IMICIL. Το υπόλοιπο της χορηγηθείσας δόσης ανακτήθηκε στα ούρα ως αντιβακτηριακά ανενεργοί μεταβολίτες και η αποβολή της ιμιπενέμης από τα κόπρανα ήταν ουσιαστικά μηδενική. Δεν παρατηρήθηκε καμία συσσώρευση της ιμιπενέμης στο πλάσμα ή στα ούρα με δοσολογικά σχήματα του IMICIL, χορηγούμενα με συχνότητα έως έξι ώρες, σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Σιλαστατίνη Απορρόφηση Τα μέγιστα επίπεδα σιλαστατίνης στο πλάσμα, μετά από ενδοφλέβια έγχυση του IMICIL επί 20 λεπτά, κυμαίνονταν από 21 έως 26 μg/ml για τη δόση των 250 mg/250 mg, από 21 έως 55 μg/ml για τη δόση των 500 mg/500 mg και από 56 έως 88 μg/ml για τη δόση των 1.000 mg/1.000 mg. Τα μέσα μέγιστα επίπεδα σιλαστατίνης στο πλάσμα μετά από τη χορήγηση των δόσεων 250 mg/250 mg, 500 mg/500 mg, και 1.000 mg/1.000 mg ήταν 22, 42, και 72 μg/ml, αντιστοίχως. Κατανομή Η δέσμευση της σιλαστατίνης με τις ανθρώπινες πρωτεΐνες στον ορό είναι περίπου 40%. Βιομετασχηματισμός και αποβολή Ο χρόνος ημίσειας-ζωής της σιλαστατίνης στο πλάσμα είναι περίπου μία ώρα. Περίπου 70-80% της δόσης της σιλαστατίνης είχε ανακτηθεί αναλλοίωτο στα ούρα ως σιλαστατίνη εντός 10 ωρών από την χορήγηση του IMICIL. Δεν παρουσιάσθηκε περαιτέρω σιλαστατίνη στα ούρα. Περίπου 10% βρέθηκε ως ο Ν-ακετυλο μεταβολίτης, ο οποίος έχει ανασταλτική δραστικότητα έναντι της dehydropeptidase σε σύγκριση με αυτή της σιλαστατίνης. Η δραστικότητα της dehydropeptidase-I στο νεφρό επανήλθε στα φυσιολογικά επίπεδα λίγο μετά την αποβολή της σιλαστατίνης από την κυκλοφορία του αίματος. Φαρμακοκινητική σε ειδικούς πληθυσμούς Νεφρική ανεπάρκεια Μετά από μία εφάπαξ ενδοφλέβια δόση 250 mg/250 mg του IMICIL, η περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) για την ιμιπενέμη αυξήθηκε 1,1-φορές, 1,9-φορές και 2,7-φορές σε άτομα με ήπια (Κάθαρση κρεατινίνης (CrCL) 50-80 ml/min/1.73 m2), μέτρια (CrCL 30-<50 ml/min/1.73 m2), και σοβαρή (CrCL <30 ml/min/1.73 m2) νεφρική δυσλειτουργία, αντιστοίχως, σε σύγκριση με άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (CrCL >80 ml/min/1.73 m2) και η AUC για τη σιλαστατίνη αυξήθηκε 1,6-φορές, 2,0-φορές, και 6,2-φορές σε άτομα με ήπια, μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, αντιστοίχως, σε σύγκριση με άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Μετά από εφάπαξ ενδοφλέβια δόση 250 mg/250 mg του IMICIL που χορηγήθηκε 24 ώρες μετά την αιμοκάθαρση, οι AUCs για την ιμιπενέμη και σιλαστατίνη ήταν 3.7-φορές και 16.4-φορές μεγαλύτερες, αντιστοίχως, όπως συγκρίθηκε με άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η ανάκτηση από τα ούρα, η νεφρική κάθαρση και κάθαρση στο πλάσμα της ιμιπενέμης και σιλαστατίνης μειώθηκαν, μειουμένης της νεφρικής λειτουργίας, μετά από ενδοφλέβια χορήγηση του IMICIL. Αναπροσαρμογή της δόσης είναι απαραίτητη για ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία (βλέπε παράγραφο 4.2). Ηπατική ανεπάρκεια Η φαρμακοκινητική της ιμιπενέμης σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια δεν έχει τεκμηριωθεί. Λόγω του περιορισμένου βαθμού του ηπατικού μεταβολισμού της ιμιπενέμης, η φαρμακοκινητική της δεν 14 αναμένεται να επηρεάζεται από την ηπατική δυσλειτουργία. Γι αυτό, δεν συνιστάται καμία αναπροσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε παράγραφο 4.2). Παιδιατρικός πληθυσμός Η μέση κάθαρση (CL) και ο όγκος κατανομής (Vdss) για την ιμιπενέμη ήταν περίπου 45% υψηλότερες σε παιδιατρικούς ασθενείς (3 μηνών έως 14 ετών) σε σύγκριση με τους ενήλικες. Η AUC της ιμιπενέμης μετά από χορήγηση 15/15 mg/kg σωματικού βάρους της ιμιπενέμης/σιλαστατίνης σε παιδιατρικούς ασθενείς ήταν περίπου 30% υψηλότερη από ότι η έκθεση σε ενήλικες που έλαβαν μία δόση 500 mg/500 mg. Στην υψηλότερη δόση, η έκθεση μετά από χορήγηση 25/25 mg/kg ιμιπενέμης/σιλαστατίνης σε παιδιά ήταν 9% υψηλότερη όπως συγκρίθηκε με την έκθεση σε ενήλικες που έλαβαν μία δόση 1.000 mg/1.000 mg. Ηλικιωμένοι Σε υγιείς ηλικιωμένους εθελοντές (ηλικίας 65 έως 75 ετών με φυσιολογική νεφρική λειτουργία για την ηλικία τους), η φαρμακοκινητική για μία εφάπαξ δόση IMICIL 500 mg/500 mg χορηγούμενη ενδοφλέβια επί 20 λεπτά ήταν σύμφωνη με αυτή που αναμένεται σε άτομα με ελαφρά νεφρική δυσλειτουργία για τους οποίους δεν θεωρείται απαραίτητη καμία αλλαγή της δοσολογίας. Οι μέσοι χρόνοι ημιζωής στο πλάσμα της ιμιπενέμης και σιλαστατίνης ήταν 91 ± 7.0 λεπτά και 69 ± 15 λεπτά, αντιστοίχως. Πολλαπλή δοσολογία δεν είχε καμία επίδραση στη φαρμακοκινητική είτε της ιμιπενέμης ή της σιλαστατίνης και δεν παρατηρήθηκε καμία συσώρευση της ιμιπενέμης/σιλαστατίνης (βλέπε παράγραφο 4.2).
info Πληροφορίες

Δραστική Ουσία

imipenem and cilastatin

ATC4 Φαρμακολογική Ομάδα

J01DH — Καρβαπενέμες

Κωδικός ATC5

J01DH51

Κάτοχος Άδειας

Anfarm
pill