ADEFOVIR DIPIVOXIL
Αδεφοβίρη διπιβοξίλη
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Νουκλεοσιδικοί και νουκλεοτιδικοί αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης, κωδικός ATC: J05AF08.
Εμπορικά Ονόματα
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Μία φορά την ημέρα, με ή χωρίς φαγητό
- Δόση έναρξης: 10 mg (ένα δισκίο) μία φορά την ημέρα
-
ΕνήλικεςΔόση10 mg (ένα δισκίο)Μέγ. δόση10 mgΜία φορά την ημέρα, από του στόματος με ή χωρίς φαγητό. Η βέλτιστη διάρκεια θεραπείας δεν είναι γνωστή. Σε ασθενείς με μη αντιρροπούμενη ηπατική νόσο, πάντοτε σε συνδυασμό με δεύτερο παράγοντα. Παρακολούθηση κάθε έξι μήνες για βιοχημικούς, ιολογικούς και ορολογικούς δείκτες. Δεν συνιστάται η διακοπή της θεραπείας σε ασθενείς με μη αντιρροπούμενη ηπατική νόσο ή κίρρωση.
-
ΗλικιωμένοιΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για συνιστώμενη δοσολογία σε ασθενείς άνω των 65 ετών.
-
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκειαΔεν είναι αναγκαία η δοσολογική προσαρμογή.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΤο Αδεφοβίρη διπιβοξίλη δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών λόγω περιορισμένων δεδομένων ασφάλειας και αποτελεσματικότητας.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Γενικά: Μετάδοση ιού της ηπατίτιδας ΒΠληθυσμόςΑσθενείςΠρέπει να είναι ενήμεροι ότι η θεραπεία με adefovir dipivoxil δεν έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τον κίνδυνο μετάδοσης του ιού της ηπατίτιδας Β σε άλλους και ως εκ τούτου πρέπει να εξακολουθούν να λαμβάνονται οι ενδεδειγμένες προφυλάξεις.
-
Νεφρική λειτουργία: Νεφρική ανεπάρκειαπροσοχήΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΗ θεραπεία με adefovir dipivoxil μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα νεφρική ανεπάρκεια. Η μακροχρόνια θεραπεία μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο. Ο κίνδυνος είναι μικρός σε ασθενείς με επαρκή νεφρική λειτουργία, αλλά σημαντικός σε ασθενείς που κινδυνεύουν να έχουν ή έχουν υποκείμενη νεφρική δυσλειτουργία, καθώς και σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα που μπορεί να επηρεάζουν τη νεφρική λειτουργία.
-
Νεφρική λειτουργία: Προσαρμογή δόσηςΠληθυσμόςΑσθενείς που αναπτύσσουν νεφρική ανεπάρκεια και έχουν προχωρημένη ηπατική νόσο ή κίρρωσηΠρέπει να εξετάζονται η αναπροσαρμογή του δοσολογικού μεσοδιαστήματος του adefovir ή η μετάταξη σε εναλλακτική αγωγή για την ηπατίτιδα Β. Η παύση της θεραπείας δεν συνιστάται.
-
Νεφρική λειτουργία: Κάθαρση κρεατινίνης 30-49 ml/minπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με κάθαρση κρεατινίνης μεταξύ 30 και 49 ml/minΤο δοσολογικό μεσοδιάστημα του adefovir dipivoxil πρέπει να προσαρμόζεται (βλ. Δοσολογία).
-
Νεφρική λειτουργία: Κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/min ή σε αιμοκάθαρσηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με κάθαρση κρεατινίνης κάτω από 30 ml/min ή σε αιμοκάθαρσηΤο adefovir dipivoxil δεν συνιστάται. Η χορήγηση πρέπει να εξετάζεται μόνο εάν τα πιθανά οφέλη υπερσκελίζουν τους ενδεχόμενους κινδύνους. Εάν η θεραπεία θεωρείται ουσιώδης, τα δοσολογικά μεσοδιαστήματα πρέπει να τροποποιούνται (βλ. Δοσολογία).
-
Αλληλεπιδράσεις με νεφροτοξικά φάρμακααντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς οι οποίοι λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα που μπορεί να επηρεάσουν τη νεφρική λειτουργίαΤο adefovir dipivoxil δεν πρέπει να συγχορηγείται με tenofovir disoproxil fumarate (Viread). Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που μπορεί να επηρεάσουν τη νεφρική λειτουργία ή απεκκρίνονται μέσω των νεφρών (π.χ. κυκλοσπορίνη και tacrolimus, ενδοφλέβια χορηγούμενοι αμινογλυκοσίδες, αμφοτερικίνη Β, φοσκαρνέτη, πενταμιδίνη, βανκομυκίνη ή φαρμακευτικά προϊόντα που απεκκρίνονται μέσω του ίδιου νεφρικού μεταφορέα, του ανθρωπίνου Μεταφορέα Οργανικών Ανιόνων 1 (hOAT1), όπως είναι το cidofovir). Η συγχορήγηση μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των συγκεντρώσεων ορού είτε του adefovir είτε ενός συγχορηγούμενου φαρμακευτικού προϊόντος.
-
Ηπατική λειτουργία: ΠαροξύνσειςΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια ηπατίτιδα ΒΑυτόματες παροξύνσεις της χρόνιας ηπατίτιδας Β είναι σχετικά συνηθισμένες. Μετά την έναρξη αντιϊικής θεραπείας, η ALT ορού αυξάνει σε μερικούς ασθενείς, ενώ τα επίπεδα HBV DNA ορού υποχωρούν. Σε ασθενείς με αντιρροπούμενη ηπατική νόσο, αυτές οι αυξήσεις της ALT ορού δεν συνοδεύονται συνήθως από αύξηση των συγκεντρώσεων της χολερυθρίνης ορού ή από εμφάνιση έλλειψης ηπατικής αντιρρόπισης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Ηπατική λειτουργία: Προχωρημένη ηπατική νόσος ή κίρρωσηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με προχωρημένη ηπατική νόσο ή κίρρωση (συμπεριλαμβανομένων αυτών με μη αντιρροπούμενη ηπατική νόσο)Μπορεί να διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο έλλειψης ηπατικής αντιρρόπισης, κατόπιν των ηπατικών παροξυσμών οι οποίοι μπορεί να είναι θανατηφόροι. Δεν συνιστάται η παύση της θεραπείας.
-
Διακοπή θεραπείαςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΑν είναι αναγκαία η παύση της θεραπείας, οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά για αρκετούς μήνες μετά την παύση της θεραπείας, καθώς παροξυσμοί της ηπατίτιδας έχουν εμφανισθεί μετά τη διακοπή του adefovir dipivoxil 10 mg. Αυτοί οι παροξυσμοί έχουν παρατηρηθεί σε απουσία HBeAg ορομετατροπής και παρουσιάσθηκαν ως αυξήσεις της ALT και του HBV DNA ορού. Οι αυξήσεις της ALT ορού που παρατηρήθηκαν σε ασθενείς με αντιρροπούμενη ηπατική λειτουργία που είχαν υποβληθεί σε θεραπεία με adefovir dipivoxil 10 mg, δεν συνοδεύτηκαν από κλινικές και εργαστηριακές μεταβολές που συσχετίζονται με μη αντιρροπούμενη ηπατική νόσο. Οι περισσότεροι παροξυσμοί της ηπατίτιδας, μετά την αγωγή παρατηρήθηκαν εντός 12 εβδοδομάδων μετά τη διακοπή του adefovir dipivoxil 10 mg.
-
Γαλακτική οξέωση και σοβαρή ηπατομεγαλία με στεάτωσηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν νουκλεοσιδικά ανάλογαΈχει αναφερθεί εμφάνιση γαλακτικής οξέωσης (σε απουσία υποξαιμίας) μερικές φορές θανατηφόρα, που συνήθως συσχετίζεται με σοβαρή ηπατομεγαλία και ηπατική στεάτωση. Καθώς το adefovir συσχετίζεται δομικά με τα νουκλεοσιδικά ανάλογα, ο κίνδυνος αυτός δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Η θεραπεία με νουκλεοσιδικά ανάλογα πρέπει να διακόπτεται σε απότοπη αύξηση των επιπέδων της αμινοτρανσφεράσης, προοδευτικά εξελισσόμενης ηπατομεγαλίας ή εάν εμφανίζεται μεταβολική / γαλακτική οξέωση άγνωστης αιτιολογίας. Ήπια πεπτικά συμπτώματα, όπως ναυτία, έμετος και κοιλιακός πόνος μπορεί να είναι ενδεικτικά για ανάπτυξη γαλακτικής οξέωσης. Σοβαρά περιστατικά, μερικές φορές με θανατηφόρα κατάληξη, συσχετίσθηκαν με παγκρεατίτιδα, ηπατική ανεπάρκεια / ηπατική στεάτωση, νεφρική ανεπάρκεια και υψηλότερα επίπεδα γαλακτικών ορού.
-
Γαλακτική οξέωση: Παράγοντες κινδύνουπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς (ειδικά παχύσαρκες γυναίκες) με ηπατομεγαλία, ηπατίτιδα ή άλλους γνωστούς παράγοντες κινδύνου για ηπατική νόσοΠρέπει να επιδεικνύεται προσοχή όταν συνταγογραφούνται νουκλεοσιδικά ανάλογα.
-
Συνυπάρχουσα λοίμωξη με ηπατίτιδα C ή DΠληθυσμόςΑσθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη ηπατίτιδας C ή ηπατίτιδας DΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με την αποτελεσματικότητα του adefovir dipivoxil.
-
Συνυπάρχουσα λοίμωξη με HIVπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β και συνυπάρχουσα HIV λοίμωξηΠεριορισμένα δεδομένα σχετικά με την ασφάλεια και αποτελεσματικότητα. Υπάρχει δυνητικά κίνδυνος επιλογής HIV στελεχών με αντοχή στο adefovir με πιθανή διασταυρούμενη αντοχή σε άλλα αντιϊικά φαρμακευτικά προϊόντα. Η θεραπεία της ηπατίτιδας Β με adefovir dipivoxil πρέπει να χορηγείται, εάν είναι εφικτό, μόνο στους ασθενείς στους οποίους το HIV RNA είναι υπό έλεγχο. Η θεραπεία με adefovir dipivoxil 10 mg δεν έχει αποδειχθεί δραστική έναντι του HIV πολλαπλασιασμού και έως εκ τούτου, δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για τον έλεγχο της HIV λοίμωξης.
-
ΗλικιωμένοιπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ηλικία > 65 ετώνΗ κλινική εμπειρία είναι περιορισμένη. Πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή, λαμβάνοντας υπ' όψιν την μεγαλύτερη συχνότητα μειωμένης νεφρικής ή καρδιακής λειτουργίας, την μεγαλύτερη πιθανότητα να συνυπάρχουν άλλα νοσήματα ή την ταυτόχρονη χορήγηση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων.
-
ΑντοχήπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς υπό αγωγή με adefovir dipivoxilΗ αντοχή στο adefovir dipivoxil (βλ. Φαρμακοδυναμικές) μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την υποτροπή του ιικού φορτίου με αποτέλεσμα την έξαρση της ηπατίτιδας Β και την εγκατάσταση φθίνουσας νεφρικής λειτουργίας, που οδηγεί σε μη αντιρρόπηση του ήπατος και πιθανό μοιραίο αποτέλεσμα. Αν εμφανισθεί ιολογική υποτροπή πρέπει να διεξάγεται δοκιμασία αντοχής. Στην περίπτωση εμφάνισης αντοχής η αγωγή πρέπει να τροποποιείται.
-
Έκδοχα: Μονοϋδρική λακτόζηαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
παρακολούθησηΔεν σημειώνεται φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση, αλλά μπορεί να επηρεάσει τη νεφρική λειτουργία.ΣύστασηΣχολαστική παρακολούθηση
-
παρακολούθησηΦαρμακοκινητική αλληλεπίδραση δεν θεωρείται πιθανή, αλλά μπορεί να επηρεάσει τη νεφρική λειτουργία.ΣύστασηΣχολαστική παρακολούθηση
-
Δεν μετέβαλε το φαρμακοκινητικό προφίλ τόσο του ενός όσο και του άλλου φαρμακευτικού προϊόντος.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που απεκκρίνονται με σωληναριακή απέκκριση ή μεταβάλλουν τη σωληνωριακή λειτουργίαπροσοχήΜπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις στον ορό είτε του adefovir είτε του συγχορηγούμενου φαρμακευτικού προϊόντος.ΣύστασηΠαρακολούθηση (implied)
-
Πεγκυλιωμένη ιντερφερόνηπροσοχήΔεν μπορούν να εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα. Φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση δεν είναι πιθανή.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Κεφαλαλγία
- Διάρροια
- Έμετος
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσπεψία
- Ναυτία
- Μετεωρισμός
- Παγκρεατίτιδα
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Οστεομαλακία
- Μυοπάθεια
- Αύξηση κρεατινίνης
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Κεντρική νεφρική σωληναριοπάθεια
- μη φυσιολογική νεφρική λειτουργία
- Υποφωσφαταιμία
- Καταβολή
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑύξηση κρεατινίνηςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ συχνέςΚαταβολήΓενικές
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογική νεφρική λειτουργίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΥποφωσφαταιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΚεντρική νεφρική σωληναριοπάθειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΜυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΟστεομαλακίαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΗ χρήση του adefovir dipivoxil πρέπει να συνοδεύεται από τη χρήση αποτελεσματικής αντισύλληψης. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, καθώς και σε γυναίκες της αναπαραγωγικής ηλικίας χωρίς τη χρήση αντισύλληψης. Συνιστάται να χρησιμοποιείται μόνο εάν το δυνητικό όφελος δικαιολογεί το δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο. Μελέτες σε ζώα (ενδοφλέβια χορήγηση) κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα, ενώ μελέτες από το στόμα δεν έδειξαν τερατογένεση ή εμβρυοτοξικότητα. Δεν υπάρχουν δεδομένα για μετάδοση HBV από μητέρα σε βρέφος, οπότε πρέπει να ακολουθούνται οι συνήθεις διαδικασίες ανοσοποίησης.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΟ κίνδυνος στα νεογέννητα/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Συνιστάται οι μητέρες που υποβάλλονται σε θεραπεία με adefovir dipivoxil να μην θηλάζουν τα βρέφη τους.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σε ανθρώπους. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν επικίνδυνες επιπτώσεις στην ανδρική και τη γυναικεία γονιμότητα.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Νουκλεοσιδικοί και νουκλεοτιδικοί αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης, κωδικός ATC: J05AF08.
Μηχανισμός δράσης και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις:
Το adefovir dipivoxil είναι ένα από του στόματος προφάρμακο του adefovir, ενός ακυκλικού νουκλεοτιδικού φωσφονικού αναλόγου της μονοφωσφορικής αδενοσίνης, το οποίο μεταφέρεται ενεργά εντός των κυττάρων των θηλαστικών, όπου μετατρέπεται από τα ένζυμα του ξενιστή σε διφωσφορικό adefovir. Το διφωσφορικό adefovir αναστέλλει τις πολυμεράσες των ιών με ανταγωνισμό για άμεση δέσμευση με το φυσικό υπόστρωμα (τριφωσφορική δεοξυαδενοσίνη) και μετά την ενσωμάτωση στο DNA του ιού, προκαλεί τερματισμό της DNA αλυσίδας. Το διφωσφορικό adefovir αναστέλλει εκλεκτικά τις HBV DNA πολυμεράσες σε συγκεντρώσεις 12, 700, 10 φορές χαμηλότερες από αυτές που χρειάζονται για να αναστείλουν τις ανθρώπινες DNA πολυμεράσες α β και γ, αντίστοιχα. Το διφωσφορικό adefovir έχει ενδοκυττάριο χρόνο ημίσειας ζωής 12 και 36 ώρες σε ενεργοποιημένα και εν ηρεμία λεμφοκύτταρα.
Το adefovir είναι δραστικό in vitro έναντι των ηπατοτρόπων DNA ιών, συμπεριλαμβανομένων όλων των συνήθων μορφών HBV αντοχής στη λαμιβουδίνη (rtL180M, rtM204I, rtM204V, rtL180M/rtM204V), των συσχετιζόμενων με φαμσικλοβίρη μεταλλάξεων (Vrt173L, rtP177L, rtL180M, rtT184S ή rtV207I) και των μεταλλάξεων της ηπατίτιδας Β που διαφεύγουν της ανοσοσφαιρίνης (rtΤ128Ν και rtW153) καθώς και σε in vivo μοντέλα πειραματοζώων ιικού πολλαπλασιασμού.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια:
Το όφελος του adefovir dipivoxil παρουσιάζεται με βάση ιστολογικές, βιοχημικές και ορολογικές ανταποκρίσεις σε ενήλικες με:
- HBeAg θετική και HBeAg αρνητική χρόνια ηπατίτιδα Β με αντιρροπούμενη ηπατική νόσο.
- HBV αντοχή στη λαμιβουδίνη, με είτε αντιρροπούμενη είτε μη αντιρροπούμενη ηπατική νόσο, περιλαμβανομένων ασθενών πριν και μετά τη μεταμόσχευση ήπατος ή με συνυπάρχουσα HIV λοίμωξη. Στην πλειοψηφία των μελετών αυτών το adefovir dipivoxil 10 mg προσετέθη στην υπάρχουσα αγωγή με λαμιβουδίνη, σε ασθενείς μη ανταποκρινόμενους στη θεραπεία με λαμιβουδίνη.
Σε αυτές τις κλινικές μελέτες οι ασθενείς είχαν ενεργό ιική αντιγραφή (HBV DNA ≥ 100.000 αντίγραφα/ml) και αυξημένα επίπεδα της ALT (≥ 1,2 το Ανώτερο Φυσιολογικό Όριο (ΑΦΟ)).
Εμπειρία σε ασθενείς με αντιρροπούμενη ηπατική νόσο: Σε δύο ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες (σύνολο n=522) σε HBeAg θετικούς ή σε HBeAg αρνητικούς ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β και με αντιρροπούμενη ηπατική νόσο, σημαντικά περισσότεροι ασθενείς (p < 0,001) στην ομάδα του adefovir dipivoxil 10 mg (53% και 64% αντίστοιχα) εμφάνισαν ιστολογική βελτίωση από την έναρξη κατά την 48η εβδομάδα συγκριτικά με τις ομάδες εικονικού φαρμάκου (25% και 33%). Ως βελτίωση καθορίσθηκε η ελάττωση κατά δύο βαθμούς ή περισσότερο από την αρχική τιμή στην κλίμακα Knodell φλεγμονής - νέκρωσης χωρίς ταυτόχρονη επιβάρυνση της βαθμολογίας στην κλίμακα ίνωσης Knodell. Ιστολογική βελτίωση διαπιστώθηκε ασχέτως των αρχικών δημογραφικών στοιχείων και των χαρακτηριστικών της ηπατίτιδας Β, συμπεριλαμβανομένης προηγούμενης αγωγής με α-ιντερφερόνη. Υψηλά επίπεδα της ALT κατά την έναρξη (≥ 2 x ΑΦΟ) και βαθμολογίες του Δείκτη Ιστολογικής Δραστικότητας Knodell (≥ 10) και χαμηλό HBV DNA (≤ 7,6 log10 αντίγραφα/ml) συσχετίσθηκαν με μεγαλύτερη ιστολογική βελτίωση. Τυφλές, εν σειρά αξιολογήσεις της φλεγμονώδους-νεκρωτικής δραστηριότητας και της ίνωσης κατά την ένταξη στη μελέτη και την 48η εβδομάδα κατέδειξαν ότι ασθενείς υπό αγωγή με adefovir dipivoxil 10 mg εμφάνισαν βελτίωση όσον αφορά την βαθμολογία νέκρωσης-φλεγμονής και ίνωσης συγκριτικά με τους ασθενείς στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Η αξιολόγηση της μεταβολής στην ίνωση μετά θεραπεία 48 εβδομάδων, με τη χρήση της κλίμακας Knodell, επιβεβαιώνει ότι ασθενείς υπό αγωγή με adefovir dipivoxil 10 mg, εμφανίζουν μεγαλύτερη ύφεση και μικρότερη εξέλιξη της ίνωσης από τους ασθενείς υπό αγωγή με εικονικό φάρμακο.
Στις δύο ανωτέρω αναφερόμενες μελέτες, η αγωγή με adefovir dipivoxil 10 mg συσχετίσθηκε με σημαντικές μειώσεις του HBV DNA ορού (3,52 και 3,91 log10 αντίγραφα/ml αντίστοιχα, έναντι 0,55 και 1,35 log10 αντίγραφα/ml), αυξημένο ποσοστό ασθενών με ομαλοποίηση της ALT (48 και 72% έναντι 16 και 29%) ή αυξημένο ποσοστό ασθενών με HBV DNA ορού κάτω των ορίων ποσοτικοποίησης (< 400 αντίγραφα/ml παρακολούθηση με προσδιορισμός PCR Roche Amplicor) (21 και 51% έναντι 0%) όταν συγκρίνεται με εικονικό φάρμακο. Στη μελέτη με HBeAg θετικούς ασθενείς, η HBeAg ορομετατροπή (12%) και η αρνητικοποίηση του HBeAg (24%) διαπιστώθηκε σημαντικά συχνότερα σε ασθενείς που ελάμβαναν adefovir dipivoxil 10 mg, από ότι σε ασθενείς που ελάμβαναν εικονικό φάρμακο (6% και 11% αντίστοιχα), μετά 48 εβδομάδες θεραπείας.
Στη μελέτη με HBeAg θετικούς ασθενείς η αγωγή πέραν των 48 εβδομάδων είχε ως αποτέλεσμα περαιτέρω μείωση των επιπέδων HBV DNA ορού και αύξηση του ποσοστού των ασθενών με ομαλοποίηση της ALT, της απώλειας του HBeAg και ορομετατροπή.
Στην μελέτη με HBeAg αρνητικούς ασθενείς σε αγωγή με adefovir dipivoxil (0-48 εβδομάδες) οι ασθενείς επανατυχαιοποιήθηκαν με τυφλό τρόπο, ώστε να εξακολουθήσουν την αγωγή με adefovir dipivoxil ή να λάβουν εικονικό φάρμακο για 48 επιπλέον εβδομάδες. Την 96η εβδομάδα οι ασθενείς οι οποίοι εξακολουθούσαν να λαμβάνουν adefovir dipivoxil 10 mg είχαν διατηρήσει την καταστολή του HBV ορού με διατήρηση της μείωσης η οποία παρατηρήθηκε την 48η εβδομάδα. Σε περισσότερο από τα δύο τρίτα των ασθενών η καταστολή του HBV DNA ορού συσχετίσθηκε με την ομαλοποίηση των επιπέδων της ALT. Στους περισσότερους ασθενείς οι οποίοι διέκοψαν τη θεραπεία με adefovir dipivoxil τα επίπεδα των HBV DNA και της ALT επανήλθαν στις αρχικές τιμές.
Η αγωγή με adefovir dipivoxil είχε ως αποτέλεσμα τη βελτίωση της ηπατικής ίνωσης από την ένταξη στη μελέτη έως την 96η εβδομάδα θεραπείας κατά την ανάλυσή της με τη χρήση της κλίμακας Ishak (διάμεση μεταβολή: Δ=-1). Δεν παρατηρήθηκαν διαφορές στη διάμεση κλίμακα ίνωσης μεταξύ των ομάδων με τη χρήση της κλίμακας ίνωσης Knodell.
Στους ασθενείς οι οποίοι συμπλήρωσαν τις πρώτες 96 εβδομάδες της μελέτης με HBeAg αρνητικούς ασθενείς και έλαβαν αγωγή με adefovir dipivoxil 10 mg από την 49η έως την 96η εβδομάδα, δόθηκε η ευκαιρία να λάβουν ανοικτή θεραπεία με adefovir dipivoxil από την 97η εβδομάδα της μελέτης έως τη 240η εβδομάδα. Τα επίπεδα των HBV DNA παρέμειναν μη ανιχνεύσιμα και τα επίπεδα της ALT ομαλοποιήθηκαν στα δυο τρίτα περίπου των ασθενών οι οποίοι ακολούθησαν αγωγή με adefovir dipivoxil για έως 240 εβδομάδες. Παρατηρήθηκε κλινικά και στατιστικά σημαντική βελτίωση της ίνωσης στις μεταβολές της κλίμακας Ishak από την έναρξη της αγωγής με adefovir dipivoxil έως το τέλος της μελέτης (240η εβδομάδα) (μέσες μεταβολές: Δ=-1). Περί το τέλος της μελέτης, 7 από 12 ασθενείς (58%) με γεφυροποιό ίνωση ή κίρρωση κατά την ένταξη στη μελέτη, είχαν βελτιωμένη κλίμακα ίνωσης Ishak της τάξης των ≥ 2 βαθμών. Σε πέντε ασθενείς επετεύχθη και διατηρήθηκε η ορομετατροπή του HBsAg (HBsAg- αρνητικό / HBsAb-θετικό).
Εμπειρία σε ασθενείς πριν και μετά την μεταμόσχευση ήπατος με HBV αντοχή στη λαμιβουδίνη: Σε μία κλινική μελέτη σε 394 ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β με HBV αντοχή στη λαμιβουδίνη (πριν από τη μεταμόσχευση ήπατος (n=186) και μετά τη μεταμόσχευση ήπατος (n=208), η θεραπεία με adefovir dipivoxil 10 mg είχε ως αποτέλεσμα μία διάμεση ελάττωση του HBV DNA ορού κατά 4,1 και 4,2 log10 αντίγραφα/ml αντίστοιχα την 48η εβδομάδα. Στις ομάδες ασθενών πριν την μεταμόσχευση ήπατος και μετά την μεταμόσχευση ήπατος, σε 77 από 109 (71%) ασθενείς και σε 64 από 159 (40%) ασθενείς αντίστοιχα, επετεύχθησαν μη ανιχνεύσιμα επίπεδα HBV DNA την 48η εβδομάδα (< 1.000 αντίγραφα/ml παρακολούθηση με προσδιορισμό PCR Roche Amplicor). Η θεραπεία με adefovir dipivoxil 10 mg εμφάνισε παρόμοια αποτελεσματικότητα ανεξαρτήτως του τύπου αντοχής στη λαμιβουδίνη των HBV DNA μεταλλάξεων της πολυμεράσης κατά την ένταξη στην μελέτη. Βελτιώσεις ή σταθεροποίηση παρατηρήθηκαν στην βαθμολογία Child-Pugh-Turcotte. Ομαλοποίηση της ALT, της λευκωματίνης, της χολερυθρίνης και του χρόνου προθρομβίνης παρατηρήθηκαν στο 51-85% των ασθενών την 48η εβδομάδα.
Στην ομάδα ασθενών πριν την μεταμόσχευση ήπατος, σε 25 από 33 (76%) ασθενείς επετεύχθησαν μη ανιχνεύσιμα επίπεδα HBV DNA και στο 84% των ασθενών ομαλοποίηση της ALT την 96η εβδομάδα. Στην ομάδα ασθενών μετά την μεταμόσχευση ήπατος, σε 61 από 94 (65%) και σε 35 από 65 (78%) ασθενείς επετεύχθησαν μη ανιχνεύσιμα επίπεδα HBV DNA κατά την 96η και 144η εβδομάδα αντίστοιχα και στο 70% και 58% των ασθενών ομαλοποίηση της ALT κατά τις επισκέψεις αυτές της μελέτης. Η κλινική σημασία αυτών των ευρημάτων, καθώς συσχετίζονται με την ιστολογική βελτίωση, δεν είναι γνωστή.
Εμπειρία σε ασθενείς με αντιρροπούμενη ηπατική νόσο και HBV αντοχή στη λαμιβουδίνη: Σε μία διπλή τυφλή συγκριτική μελέτη σε ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β με HBV και αντοχή στην λαμιβουδίνη (n=58), μετά από 48 εβδομάδες αγωγής με λαμιβουδίνη μετά την ένταξη στην μελέτη δεν διαπιστώθηκε ελάττωση του HBV DNA. Σαράντα οκτώ εβδομάδες θεραπείας με adefovir dipivoxil 10 mg μόνο ή σε συνδυασμό με λαμιβουδίνη, είχαν ως αποτέλεσμα μία παρόμοια, σημαντική ελάττωση των διαμέσων επιπέδων HBV DNA ορού από την ένταξη στην μελέτη (4,04 log10 αντίγραφα/ml και 3,59 log10 αντίγραφα/ml αντίστοιχα). Η κλινική σημασία αυτών των μεταβολών του HBV DNA, που παρατηρήθηκαν, δεν έχει καθορισθεί.
Εμπειρία σε ασθενείς με μη αντιρροπούμενη ηπατική νόσο και HBV αντοχή στη λαμιβουδίνη: Σε 40 HBeAg θετικούς ή HBeAg αρνητικούς ασθενείς με HBV αντοχή στη λαμιβουδίνη και μη αντιρροπούμενη ηπατική νόσο που ελάμβαναν θεραπεία με 100 mg λαμιβουδίνης, η επιπρόσθετη χορήγηση adefovir dipivoxil 10 mg για 52 εβδομάδες είχε ως αποτέλεσμα μία διάμεση ελάττωση του HBV DNA κατά 4,6 log10 αντίγραφα/ml. Παρατηρήθηκε επίσης, βελτίωση της ηπατικής λειτουργίας μετά ένα χρόνο θεραπείας.
Εμπειρία σε ασθενείς με συνυπάρχουσα HIV λοίμωξη και HBV αντοχή στη λαμιβουδίνη: Σε μία μελέτη ερευνητού ανοικτής επισήμανσης, σε 35 ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β από HBV με αντοχή στη λαμιβουδίνη και συνυπάρχουσα HIV λοίμωξη, η συνεχής θεραπεία με adefovir dipivoxil 10 mg είχε ως αποτέλεσμα προοδευτική ελάττωση των επιπέδων HBV DNA και της ALT ορού καθ’ όλη την θεραπεία διαρκείας 144 εβδομάδων.
Σε μια δεύτερη μελέτη ανοικτής επισήμανσης, ενός σκέλους, 10 mg adefovir dipivoxil και πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη alpha-2a προστέθηκαν σε συνεχιζόμενη θεραπεία με λαμιβουδίνη σε 18 ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη HIV/HBV και HBV αντοχή στη λαμιβουδίνη. Όλοι οι ασθενείς ήταν HBeAg θετικοί με μέση τιμή κυττάρων CD4 441 κύτταρα/mm3 (κανένας ασθενής δεν είχε τιμή κυττάρων CD4 < 200 κύτταρα/mm3). Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, τα επίπεδα HBV DNA ήταν σημαντικά χαμηλότερα σε σύγκριση με αυτά κατά την έναρξη της θεραπείας μέχρι 48 εβδομάδες θεραπείας, ενώ τα επίπεδα της ALT μειώθηκαν προοδευτικά από τη 12η εβδομάδα. Εν τούτοις, η ανταπόκριση κατά τη διάρκεια της θεραπείας ως προς τα επίπεδα HBV DNA δεν διατηρήθηκε εκτός θεραπείας, καθόσον όλοι οι ασθενείς παρουσίασαν επανεμφάνιση HBV DNA μετά από τη διακοπή του adefovir dipivoxil και της πεγκυλιωμένης ιντερφερόνης alpha-2a. Κανένας ασθενής δεν έγινε HBsAg αρνητικός ή HBeAg αρνητικός κατά τη διάρκεια της μελέτης. Λόγω του μικρού μεγέθους του δείγματος και του σχεδιασμού της μελέτης, ειδικότερα της απουσίας σκελών θεραπείας κατά τη μονοθεραπεία με πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη alpha-2a και κατά τη μονοθεραπεία με adefovir dipivoxil, δεν είναι δυνατό να εξαχθούν επίσημα συμπεράσματα για το βέλτιστο θεραπευτικό χειρισμό των ασθενών με συνυπάρχουσα HIV λοίμωξη και HBV αντοχή στη λαμιβουδίνη.
Κλινική αντοχή σε ασθενείς οι οποίοι έλαβαν adefovir dipivoxil ως μονοθεραπεία και σε συνδυασμό με λαμιβουδίνη: Σε αρκετές κλινικές μελέτες (HBeAg θετικοί, HBeAg αρνητικοί, πριν και μετά από μεταμόσχευση ήπατος με HBV αντοχή στη λαμιβουδίνη καθώς και με HBV αντοχή στη λαμιβουδίνη και συνυπάρχουσα HIV λοίμωξη ασθενείς), γονοτυπικές αναλύσεις έλαβαν χώρα σε HBV ιούς σε 379 από συνολικά 629 ασθενείς υπό αγωγή με adefovir για 48 εβδομάδες. Δεν διαπιστώθηκαν μεταλλάξεις της HBV DNA πολυμεράσης συσχετιζόμενες με αντοχή στο adefovir, όταν οι ασθενείς ελέγχθηκαν γονοτυπικά κατά την ένταξη και κατά την 48η εβδομάδα. Μετά από την 96η, την 144η, την 192η και τη 240η εβδομάδα αγωγής με adefovir dipivoxil, η αντοχή επιτηρήθηκε σε 293, 221,116 και 64 ασθενείς αντίστοιχα. Δύο νέες διατηρημένες μεταλλάξεις θέσης εντοπίστηκαν στην περιοχή D του γονιδίου της HBV πολυμεράσης (rtN236T και rtΑ181V), οι οποίες προκάλεσαν κλινική αντοχή στο adefovir dipivoxil. Οι αθροιστικές πιθανότητες ανάπτυξης αυτών των συσχετιζόμενων με το adefovir dipivoxil μεταλλάξεων αθροιστικά σε όλους τους ασθενείς οι οποίοι έλαβαν αγωγή με adefovir dipivoxil ήταν 0% την 48η εβδομάδα και περίπου 2%, 7%, 14% και 25% μετά από την 96η, την 144η, την 192η και τη 240η εβδομάδα, αντίστοιχα.
Κλινική αντοχή σε μελέτες μονοθεραπείας σε ασθενείς χωρίς εμπειρία θεραπείας με νουκλεοσίδια: Σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν adefovir dipivoxil ως μονοθεραπεία (μελέτη με HBeAg αρνητικούς ασθενείς), η αθροιστική πιθανότητα ανάπτυξης μεταλλάξεων συσχετιζόμενων με αντοχή στο adefovir ήταν 0%, 3%, 11%, 18% και 29% κατά την 48η, την 96η, την 144η, την 192η και τη 240η εβδομάδα αντίστοιχα. Επιπλέον, η μακροπρόθεσμη (4 έως 5 έτη) ανάπτυξη αντοχής στο adefovir dipivoxil ήταν σημαντικά χαμηλότερη σε ασθενείς με επίπεδα HBV DNA ορού κάτω του ορίου ποσοτικοποίησης (< 1.000 αντίγραφα/ml) την 48η εβδομάδα σε σύγκριση με ασθενείς με επίπεδα HBV DNA ορού άνω των 1.000 αντιγράφων/ml την 48η εβδομάδα. Σε HBeAg θετικούς ασθενείς, η εμφάνιση μεταλλάξεων συσχετιζόμενων με αντοχή στο adefovir ήταν 3% (2/65), και 17% (11/65) και 20% (13/65) κατόπιν μιας μέσης διάρκειας έκθεσης 135, 189 και 235 εβδομάδων αντίστοιχα.
Κλινική αντοχή σε μελέτες στις οποίες το adefovir dipivoxil προστέθηκε σε συνεχιζόμενη αγωγή με λαμιβουδίνη σε ασθενείς με αντοχή στη λαμιβουδίνη: Σε μελέτη ανοικτής θεραπείας σε ασθενείς πριν και μετά τη μεταμόσχευση ήπατος με κλινική ένδειξη HBV αντοχής στη λαμιβουδίνη, δεν παρατηρήθηκαν μεταλλάξεις στο adefovir την 48η εβδομάδα. Μετά από έκθεση έως 3 έτη, κανένας ασθενής ο οποίος ελάμβανε και adefovir dipivoxil και λαμιβουδίνη δεν ανέπτυξε αντοχή στο adefovir dipivoxil. Εν τούτοις, 4 ασθενείς οι οποίοι διέκοψαν την αγωγή με λαμιβουδίνη, ανέπτυξαν τη μετάλλαξη rtN236T ενώ ελάμβαναν adefovir dipivoxil ως μονοθεραπεία και σε όλους παρατηρήθηκε αρνητική έκβαση στα επίπεδα HBV ορού.
Τα επί του παρόντος διαθέσιμα δεδομένα τόσο in vitro όσο και επί ασθενών, υποδεικνύουν ότι ο ιός HBV εκφράζοντας τη συσχετιζόμενη με αντίσταση στο adefovir μετάλλαξη rtN236T είναι ευαίσθητος στη λαμιβουδίνη. Προκαταρκτικά κλινικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι η συσχετιζόμενη με το adefovir μετάλλαξη rtA181V μπορεί να προκαλέσει μειωμένη ευαισθησία στη λαμιβουδίνη και η συσχετιζόμενη με τη λαμιβουδίνη μετάλλαξη rtA181T μπορεί να προκαλέσει μειωμένη ευαισθησία στο adefovir dipivoxil.
Παιδιατρικός πληθυσμός:
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια ημερήσιας δόσης adefovir dipivoxil από 0,25 mg/kg έως 10 mg σε παιδιά (ηλικίας από 2 έως < 18 ετών) εξετάστηκαν σε διπλά-τυφλή, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη σε 173 παιδιατρικούς ασθενείς (115 σε adefovir dipivoxil, 58 σε εικονικό φάρμακο) HBeAg θετικούς με χρόνια ηπατίτιδα Β, επίπεδα της ALT ορού ≥ 1,5 x το Ανώτερο Φυσιολογικό Όριο (ΑΦΟ) και αντιρροπούμενη ηπατική νόσο. Την 48η εβδομάδα, σε παιδιά ηλικίας 2 έως 11 ετών, καμία στατιστικά σημαντική διαφορά δεν παρατηρήθηκε στα ποσοστά των ασθενών που εκπλήρωσαν το πρωτογενές καταληκτικό σημείο των επιπέδων HBV DNA ορού < 1.000 αντίγραφα/ml και φυσιολογικά επίπεδα της ALT μεταξύ του σκέλους σε εικονικό φάρμακο και του σκέλους σε adefovir dipivoxil. Στον πληθυσμό των εφήβων (n=83) (ηλικίας 12 έως < 18 ετών), σημαντικά περισσότεροι ασθενείς σε θεραπεία με adefovir dipivoxil εκπλήρωσαν το πρωτογενές καταληκτικό σημείο και έδειξαν σημαντικές μειώσεις των HBV DNA ορού (23%) σε σύγκριση με τους ασθενείς που έλαβαν αγωγή με εικονικό φάρμακο (0%). Εν τούτοις, τα ποσοστά των ασθενών στους οποίους επετεύχθη HBeAg ορομετατροπή την 48η εβδομάδα, ήταν παρόμοια (11%) μεταξύ του σκέλους σε εικονικό φάρμακο και του σκέλους σε adefovir dipivoxil 10 mg στους έφηβους ασθενείς.
Συνολικά, το προφίλ ασφάλειας του adefovir dipivoxil στα παιδιά ήταν συμβατό με το γνωστό προφίλ σε ενήλικες ασθενείς. Εν τούτοις, έναυσμα για υψηλότερο ποσοστό μειωμένης όρεξης και / ή πρόσληψης τροφής παρατηρήθηκε στο σκέλος σε adefovir dipivoxil σε σύγκριση με το σκέλος σε εικονικό φάρμακο. Την 48η και 96η εβδομάδα, οι μέσες μεταβολές από την έναρξη της θεραπείας στο βάρος και το ΔΜΣ, που υπολογίζονται με το Z score τείνουν να μειωθούν σε ασθενείς που έλαβαν αγωγή με adefovir dipivoxil. Την 48η εβδομάδα, δόθηκε η ευκαιρία σε όλους τους ασθενείς που έλαβαν αγωγή με εικονικό φάρμακο οι οποίοι δεν παρουσίασαν HBeAg ή HBsAg ορομετατροπή, συν σε όλους τους ασθενείς που έλαβαν αγωγή με adefovir dipivoxil να λάβουν adefovir dipivoxil ανοικτής θεραπείας από την 49η εβδομάδα της μελέτης έως την 240η εβδομάδα. Ένα υψηλό ποσοστό (30%) ηπατικών εξάρσεων αναφέρθηκε μετά τη διακοπή από το adefovir dipivoxil κατά τη διάρκεια της φάσης ανοικτής θεραπείας 3 ετών της μελέτης. Επιπλέον, για τους λίγους ασθενείς που παρέμειναν στο φαρμακευτικό προϊόν την 240η εβδομάδα (n=12) το ΔΜΣ που υπολογίζεται με το Z score ήταν χαμηλότερο από το τυπικό για την ηλικία και το φύλο τους. Πολύ λίγοι ασθενείς ανέπτυξαν μεταλλάξεις στο adefovir έως και 5 έτη. Ωστόσο, ο αριθμός των ασθενών που παρέμειναν στα φαρμακευτικά προϊόντα πάνω από την 96η εβδομάδα ήταν περιορισμένος. Λόγω των περιορισμών τους, τα κλινικά δεδομένα που είναι διαθέσιμα δεν επιτρέπουν την εξαγωγή οριστικών συμπερασμάτων για την αναλογία οφέλους/κίνδυνο από την αγωγή με adefovir στα παιδιά με χρόνια ηπατίτιδα Β (βλ. Δοσολογία).
Το adefovir dipivoxil είναι ένας διπιβαλοϋλ-οξυμεθυλ- εστέρας προφάρμακο της δραστικής ουσίας adefovir, ένα ακυκλικό νουκλεοτιδικό ανάλογο το οποίο μεταφέρεται ενεργά εντός των κυττάρων, όπου μετατρέπεται από τα ένζυμα του ξενιστή σε διφωσφορικό adefovir.
Απορρόφηση:
Η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα του adefovir από τα 10 mg adefovir dipivoxil είναι 59%. Μετά την από του στόματος χορήγηση μίας δόσης adefovir dipivoxil 10 mg σε ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β, η διάμεση (εύρος) μέγιστη συγκέντρωση ορού (Cmax) επετεύχθη μετά από 1,75 ώρες (0,58-4,0 ώρες). Η διάμεση τιμή Cmax και AUC0-∞ ήταν 16,70 (9,66-30,56) ng/ml και 204,40 (109,75-356,05) ng·h/ml, αντίστοιχα. Η συστηματική έκθεση στο adefovir δεν επηρεάστηκε όταν 10 mg adefovir dipivoxil χορηγήθηκαν με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά. Το tmax επιβρανδύθηκε κατά δύο ώρες.
Κατανομή:
Προκλινικές μελέτες καταδεικνύουν ότι μετά από την από του στόματος χορήγηση του adefovir dipivoxil, το adefovir κατανέμεται στους περισσότερους ιστούς, με τις υψηλότερες συγκεντρώσεις να εμφανίζονται στους νεφρούς, το ήπαρ και το έντερο. Η, in vitro, πρωτεϊνική δέσμευση του adefovir με πρωτεΐνες του πλάσματος ή του ορού στον άνθρωπο είναι ≤ 4%, στο εύρος συγκέντρωσης του adefovir από 0,1 έως 25 μg/ml. Ο όγκος κατανομής, σε σταθερή κατάσταση μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 1,0 έως 3,0 mg/kg /ημέρα είναι 392±75 και 352±9 ml/kg, αντίστοιχα.
Βιομετασχηματισμός:
Μετά την από του στόματος χορήγηση, το adefovir dipivoxil, μετατρέπεται γρήγορα σε adefovir. Σε συγκεντρώσεις σημαντικά υψηλότερες (> 4.000 πλάσιες) από τις παρατηρούμενες in vivo, το adefovir δεν ανέστειλε καμία από τις παρακάτω ανθρώπινες CYP450 ισομορφές, CYP1A2, CYP2D6, CYP2C9, CYP2C19, CYP3A4. Βασιζόμενοι στα αποτελέσματα αυτών των in vitro πειραμάτων και τη γνωστή οδό απέκκρισης του adefovir, είναι μικρή η πιθανότητα αλληλεπιδράσεων με τη μεσολάβηση του CYP450, του adefovir με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.
Αποβολή:
Το adefovir απεκκρίνεται μέσω των νεφρών με ένα συνδυασμό σπειραματικής διήθησης και ενεργού σωληνωριακής απέκκρισης. Η διάμεση (ελάχιστη-μέγιστη) νεφρική κάθαρση του adefovir σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (Clcr > 80 ml/min) είναι 211 ml/min (172-316 ml/min), περίπου διπλάσια από την υπολογιζόμενη κάθαρση κρεατινίνης (μέθοδος Cockroft-Gault). Μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση adefovir dipivoxil 10 mg, το 45% της δόσης ανακτάται ως adefovir στα ούρα εντός 24 ωρών. Οι συγκεντρώσεις πλάσματος του adefovir μειώθηκαν κατά δευτέρου βαθμού εκθετικό τρόπο, με μία διάμεση τελική ημιζωή απέκκρισης 7,22 ώρες (4,72-10,70 ώρες).
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα:
Η φαρμακοκινητική του adefovir είναι ανάλογη της δόσης όταν χορηγείται ως adefovir dipivoxil εντός του δοσολογικού εύρους από 10 έως 60 mg. Επαναλαμβανόμενη χορήγηση του adefovir dipivoxil 10 mg ημερησίως, δεν επηρέασε την φαρμακοκινητική του adefovir.
Φύλο, ηλικία και εθνικότητα:
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες του adefovir, ήταν παρόμοιες σε άνδρες και γυναίκες ασθενείς. Δεν διεξήχθησαν φαρμακοκινητικές μελέτες σε ηλικιωμένους. Οι φαρμακοκινητικές μελέτες διεξήχθησαν κυρίως σε καυκάσιους ασθενείς. Τα διαθέσιμα δεδομένα δεν φαίνεται να υποδηλώνουν διαφορές στην φαρμακοκινητική, ανάλογα με τη φυλή.
Νεφρική ανεπάρκεια:
Ο μέσος όρος (± SD) των φαρμακοκινητικών παραμέτρων του adefovir μετά από χορήγηση μιας μόνον δόσης adefovir dipivoxil 10 mg σε ασθενείς με διαφορετικού βαθμού νεφρική ανεπάρκεια, περιγράφονται στον κατωτέρω πίνακα:
| Ομάδα Νεφρικής Λειτουργίας | Κάθαρση Κρεατινίνης κατά την ένταξη (ml/min) | Cmax (ng/ml) | AUC0-∞ (ng·h/ml) | CL/F (ml/min) | CLνεφρική (ml/min) |
|---|---|---|---|---|---|
| Φυσιολογική Λειτουργία | > 80 (n=7) | 17,8±3,2 | 201±40,8 | 469±99,0 | 231±48,9 |
| Ήπια Ανεπάρκεια | 50-80 (n=8) | 22,4±4,0 | 266±55,7 | 356±85,6 | 148±39,3 |
| Μέτρια Ανεπάρκεια | 30-49 (n=7) | 28,5±8,6 | 455±176 | 237±118 | 83,9±27,5 |
| Σοβαρή Ανεπάρκεια | 10-29 (n=10) | 51,6±10,3 | 1240±629 | 91,7±51,3 | 37,0±18,4 |
Μία τετράωρη συνεδρία αιμοκάθαρσης απομακρύνει περίπου 35% της δόσεως του adefovir. Το αποτέλεσμα της περιτοναϊκής κάθαρσης στην απομάκρυνση του adefovir δεν έχει αξιολογηθεί. Συνιστάται το δοσολογικό μεσοδιάστημα του adefovir dipivoxil 10 mg να τροποποιείται σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης μεταξύ 30 και 49 ml/min. Το adefovir dipivoxil δεν συνιστάται σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min ή σε ασθενείς σε αιμοκάθαρση (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ηπατική ανεπάρκεια:
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες ήταν παρόμοιες για ασθενείς με μέτρια και σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια σε σύγκριση με υγιείς εθελοντές (βλ. Δοσολογία).
Παιδιατρικός πληθυσμός:
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες του adefovir dipivoxil μελετήθηκαν σε μελέτη αποτελεσματικότητας και ασφάλειας με ημερήσια δόση 0,25 mg/kg adefovir dipivoxil 10 mg σε παιδιά (ηλικίας από 2 έως < 18 ετών).Η ανάλυση της φαρμακοκινητικής κατέδειξε ότι ήταν συγκρίσιμη η έκθεση στο adefovir μεταξύ 3 ηλικιακών ομάδων. Στις ομάδες των 2 έως 6 ετών (0,3 mg/kg), 7 έως 11 ετών (0,25 mg/kg) και 12 έως 17 ετών (10 mg) και σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, επετεύχθη η έκθεση στο adefovir dipivoxil στο εύρος-στόχο (για αποτελέσματα αποτελεσματικότητας βλ. Φαρμακοδυναμικές.), που βασίστηκε στις συγκεντρώσεις του adefovir στο πλάσμα ενηλίκων ασθενών με χρόνια ηπατίτιδα Β και αποδεδειγμένο προφίλ ασφάλειας και αποτελεσματικότητας.
- Το αδεφορβιρ-διπιβοξίλ είναι προφάρμακο του αδεφορβιρ. Ο αδεφορβιρ είναι άκυκλος νουκλεοτιδικός ανάλογος της αδενοσίνης μονοφωσφορικής (AMP) ο οποίος φωσφορυλιώνεται σε ενεργό μεταβολίτη, το αδεφορβιρ diphosphate, από κυτταρικές κινάσες. Το αδεφορβιρ…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
- Κάθαρση κρεατινίνης · Πριν την έναρξη, κάθε τέσσερις εβδομάδες κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους και κατόπιν κάθε τρεις μήνες
- Φωσφόρος ορού · Πριν την έναρξη, κάθε τέσσερις εβδοχάδες κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους και κατόπιν κάθε τρεις μήνες
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Νεφρική λειτουργία | water_dropΝεφρική λειτουργία | Συχνότερα | Κίνδυνος νεφρικής ανεπάρκειας |
| Στενά παρακολούθηση, με συχνότητα κατάλληλη για την ιατρική κατάσταση | Κάθαρση κρεατινίνης 30-49 ml/min | ||
| Στενά παρακολούθηση, με συχνότητα κατάλληλη για την ιατρική κατάσταση | Συγχορήγηση φαρμάκων που επηρεάζουν τη νεφρική λειτουργία | ||
| Αλανινική αμινοτρανσφεράση (ALT) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | — | Διαφοροποίηση αυξήσεων τρανσαμινανσών |
| HBV DNA ορού | coronavirusΛοιμώξεις & ιολογικός έλεγχος | Κάθε 3 μήνες | Αγωγή με adefovir dipivoxil |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ανεπιθύμητες ενέργειες | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Στενά παρακολούθηση | Κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min ή σε αιμοκάθαρση |
| Αποτελεσματικότητα θεραπείας | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Στενά παρακολούθηση | Κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min ή σε αιμοκάθαρση |
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Για αρκετούς μήνες μετά την παύση της θεραπείας | Μετά τη διακοπή adefovir dipivoxil |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
- Αδεφορβιρ-διπιβοξίλ, προηγουμένως ονομαζόμενο bis-POM PMEA, με εμπορικά ονόματα Preveon και Hepsera, αποτελεί από του στόματος χορηγούμενο νουκλεοτιδικό ανάλογο αντίστροφης μεταγραφάσης (ntRTI) που χρησιμοποιείται στην θεραπεία της ηπατίτιδας B. Είναι μια αποτυχημένη θεραπεία για τον ιό HIV. [Wikipedia]
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
- Για τη θεραπεία της χρόνιας ηπατίτιδας B σε ενήλικες με αποδεδειγμένα στοιχεία ενεργού αναπαραγωγής ιού και είτε αποδεικτικά στοιχεία επίμονων αυξήσεων των ορού ALT ή AST είτε ιστολογικά ενεργού νόσου.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
- Αδεφορβιρ-διπιβοξίλ είναι διεστερικό προφάρμακο του αδεφορβιρ. Ο αδεφορβιρ είναι άκυκλος νουκλεοτιδικός ανάλογος της αδενοσίνης μονοφωσφορικής (AMP) με δράση έναντι του ανθρώπινου ιού ηπατίτιδας Β (HBV). Η συγκέντρωση του αδεφορβιρ που αναστολεί το 50% της σύνθεσης DNA ιού (IC50) in vitro κυμαινόταν από 0,2 έως 2,5 μM σε ανθρώπινα ηπατοτρωπικά κύτταρα μεταφερόμενα από HBV. Ο συνδυασμός αδεφορβιρ με λαμιβουδίνη εμφάνισε προσθετική αντι-HBV δραστηριότητα.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
- Το αδεφορβιρ-διπιβοξίλ είναι προφάρμακο του αδεφορβιρ. Ο αδεφορβιρ είναι άκυκλος νουκλεοτιδικός ανάλογος της αδενοσίνης μονοφωσφορικής (AMP) ο οποίος φωσφορυλιώνεται σε ενεργό μεταβολίτη, το αδεφορβιρ diphosphate, από κυτταρικές κινάσες. Το αδεφορβιρ diphosphate αναστέλλει την HBV DNA πολυμεράση (ανατροπή μεταγραφές) ανταγωνιζόμενος το φυσικό υπόστρωμα deoxyadenosine triphosphate και προκαλώντας τερματισμό αλυσίδας DNA μετά την ενσωμάτωση στο ιϊκό DNA. Η σταθερά αναστολής (Ki) για το HBV DNA πολυμεράση ήταν 0,1 μΜ. Το αδεφορβιρ diphosphate αποτελεί αδύναμο αναστολέα των ανθρώπινων DNA πολυμερασών α και γ με Ki 1,18 μΜ και 0,97 μΜ, αντίστοιχα.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
- Περίπου βιοδιαθεσιμότητα από το στόμα είναι 59%.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
- Τελική ημιζωϊκή περίοδος απέκκρισης: 7,48 ± 1,65 ώρες
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
- Πρωτεϊνική δέσμευση ≤4% σε εύρος συγκεντρώσεων αδεφορβιρ 0,1–25 μg/mL
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
- Αδεφορβίρ αποβάλλεται νεφρικά με συνδυασμό γλοιμαριακής διήθησης και ενεργούς σωληνωτής έκκρισης.
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
- Όγκος κατανομής: • 392 ± 75 mL/kg [ενδοφλέβια χορήγηση 1,0 mg/kg/ημέρα] • 352 ± 9 mL/kg [ενδοφλέβια χορήγηση 3,0 mg/kg/ημέρα]
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
- Απομάκρυνση: • 469 ± 99.0 mL/min [Ασθενείς με μη διαταραγμένη νεφρική λειτουργία λαμβάνοντας μια δόση 10 mg] • 356 ± 85.6 mL/min [Ασθενείς με ήπια νεφρική βλάβη λαμβάνοντας μια δόση 10 mg] • 237 ± 118 mL/min [Ασθενείς με μέτρια νεφρική βλάβη λαμβάνοντας μια δόση 10 mg] • 91.7 ± 51.3 mL/min [Ασθενείς με σοβαρή νεφρική βλάβη λαμβάνοντας μια δόση 10 mg]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
- Νεφροσωληναριακή νεφροπάθεια, που χαρακτηρίζεται από ιστολογικές αλλοιώσεις και/ή αυξήσεις στα BUN και κρεατινίνη ορού, ήταν η κύρια τοξικολογική τοξικότητα που περιορίζει τη δοσολογία σε ζώα κατά τη χορήγηση του αδεφορβίρ-διπιβοξίλ. Νεφροτοξικότητα παρατηρήθηκε σε ζώα με συστηματικές εκθέσεις περίπου 3–10 φορές υψηλότερες από ό,τι στους ανθρώπους κατά τη συνιστώμενη δόση 10 mg/ημέρα.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Το Adefovir dipivoxil είναι ένα διεστέρας προφάρμακο της αδεφοβίρης. Η αδεφοβίρη είναι ένα ακυκλικό ανάλογο νουκλεοτιδίου με δράση κατά του ιού της ηπατίτιδας Β (HBV) στον άνθρωπο. Η συγκέντρωση της αδεφοβίρης που ανέστειλε το 50% της σύνθεσης του ιικού DNA (IC50) in vitro κυμαινόταν από 0,2 έως 2,5 μM σε κυτταρικές σειρές ηπατώματος ανθρώπου που μεταλλάχθηκαν με HBV. Ο συνδυασμός αδεφοβίρης με λαμιβουδίνη έδειξε προσθετική αντι-HBV δράση.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Το Adefovir dipivoxil είναι ένα προφάρμακο της αδεφοβίρης. Η αδεφοβίρη είναι ένα ακυκλικό ανάλογο νουκλεοτιδίου της αδενοσινο μονοφωσφορικής που φωσφορυλιώνεται στην ενεργό μεταβολίτη αδεφοβίρη διφωσφορική από κυτταρικές κινάσες. Η αδεφοβίρη διφωσφορική αναστέλλει την πολυμεράση DNA του HBV (αντίστροφη μεταγραφάση) ανταγωνιζόμενη με το φυσικό υπόστρωμα δεοξυαδενοσινο τριφωσφορικό και προκαλώντας τερματισμό της αλυσίδας DNA μετά την ενσωμάτωσή της στο ιικό DNA. Η σταθερά αναστολής (Ki) της αδεφοβίρης διφωσφορικής για την πολυμεράση DNA του HBV ήταν 0,1 μM. Η αδεφοβίρη διφωσφορική είναι ασθενής αναστολέας των ανθρώπινων πολυμερασών DNA α και γ με τιμές Ki 1,18 μM και 0,97 μM, αντίστοιχα.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η κατά προσέγγιση από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της αδεφοβίρης από το HEPSERA είναι 59%. Όταν χορηγείται μία εφάπαξ από του στόματος δόση 10 mg σε ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β, η μέγιστη πλασματική συγκέντρωση (Cmax) της αδεφοβίρης ήταν 18,4 ± 6,26 ng/mL. Αυτό συνέβη μεταξύ 0,58 - 4 ωρών μετά τη δόση (Tmax). Η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου πλάσματος (AUC0–∞) της αδεφοβίρης ήταν 220 ± 70,0 ng∙h/mL. Το φαγητό δεν επηρεάζει την έκθεση στην αδεφοβίρη.
Η αδεφοβίρη απεκκρίνεται νεφρικά με συνδυασμό σπειραματικής διήθησης και ενεργής σωληνικής έκκρισης.
- 392 ± 75 mL/kg [Vd σε κατάσταση ισορροπίας, ενδοφλέβια χορήγηση 1,0 mg/kg/ημέρα]
- 352 ± 9 mL/kg [Vd σε κατάσταση ισορροπίας, ενδοφλέβια χορήγηση 3,0 mg/kg/ημέρα]
- 469 ± 99,0 mL/min [Ασθενείς με άθικτη νεφρική λειτουργία που λαμβάνουν εφάπαξ δόση 10 mg]
- 356 ± 85,6 mL/min [Ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία που λαμβάνουν εφάπαξ δόση 10 mg]
- 237 ± 118 mL/min [Ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία που λαμβάνουν εφάπαξ δόση 10 mg]
- 91,7 ± 51,3 mL/min [Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία που λαμβάνουν εφάπαξ δόση 10 mg]
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Συνέργεια με Πρωτεΐνες Πλάσματος
≤4% στην περιοχή συγκεντρώσεων της αδεφοβίρης από 0,1 έως 25 μg/mL
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Μετά από από του στόματος χορήγηση, το adefovir dipivoxil μετατρέπεται ταχέως σε αδεφοβίρη. Το 45% της δόσης ανακτάται ως αδεφοβίρη στα ούρα εντός 24 ωρών σε κατάσταση ισορροπίας μετά από από του στόματος δόσεις 10 mg. Η αδεφοβίρη δεν αποτελεί υπόστρωμα των ενζύμων του κυτοχρώματος P450.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Οι πλασματικές συγκεντρώσεις της αδεφοβίρης μειώθηκαν διεκθετικά με τελικό χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής 7,48 ± 1,65 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται στην πρόληψη ή θεραπεία ΙΙΚΩΝ ΝΟΣΩΝ. Μερικοί από τους τρόπους δράσης τους περιλαμβάνουν την αναστολή της αναπαραγωγής του ιού αναστέλλοντας την πολυμεράση DNA του ιού. τη δέσμευση σε ειδικούς υποδοχείς στην επιφάνεια των κυττάρων και την αναστολή της διείσδυσης ή απογύμνωσης του ιού· την αναστολή της σύνθεσης ιικών πρωτεϊνών· ή τον αποκλεισμό των τελικών σταδίων της συναρμολόγησης του ιού.
Αναστολείς της αντίστροφης μεταγραφάσης (ΠΟΛΥΜΕΡΑΣΗ DNA RNA-ΚΑΤΕΥΘΥΝΟΜΕΝΗ), ένα ένζυμο που συνθέτει DNA σε ένα RNA πρότυπο.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση FDA
ADEFOVIR DIPIVOXIL
Αναστολέας Αντίστροφης Μεταγραφάσης Νουκλεοσιδικού Αναλόγου του Ιού της Ηπατίτιδας Β [EPC]; Αναστολείς Αντίστροφης Μεταγραφάσης Νουκλεοσιδίων [MoA]; Νουκλεοσιδικό Ανάλογο [EXT]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται στην πρόληψη ή θεραπεία ΙΙΚΩΝ ΝΟΣΩΝ. Μερικοί από τους τρόπους δράσης τους περιλαμβάνουν την αναστολή της αναπαραγωγής του ιού αναστέλλοντας την πολυμεράση DNA του ιού. τη δέσμευση σε ειδικούς υποδοχείς στην επιφάνεια των κυττάρων και την αναστολή της διείσδυσης ή απογύμνωσης του ιού· την αναστολή της σύνθεσης ιικών πρωτεϊνών· ή τον αποκλεισμό των τελικών σταδίων της συναρμολόγησης του ιού.
Αναστολείς της αντίστροφης μεταγραφάσης (ΠΟΛΥΜΕΡΑΣΗ DNA RNA-ΚΑΤΕΥΘΥΝΟΜΕΝΗ), ένα ένζυμο που συνθέτει DNA σε ένα RNA πρότυπο.