ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ
C07CB03
SPC
ΕΟΦ
DrugBank
PubChem
Σκευάσματα
ATENOLOL + OTHER DIURETICS
Θεραπευτικός παράγοντας σε κλινική χρήση. Δείτε το κλινικό και φαρμακολογικό προφίλ για περισσότερες λεπτομέρειες.
Εμπορικά Ονόματα
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
Όταν ενδείκνυται κλινικά, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, η άμεση αλλαγή από τη
μονοθεραπεία στο σταθερό συνδυασμό σε ασθενείς των οποίων η αρτηριακή πίεση
δεν ελέγχεται επαρκώς.
Δοσολογία
Ενήλικες:
Η συνήθης δόση συντήρησης του Tenoretic είναι (50+12,5) mg μία φορά την ημέρα.
Εάν δεν επιτευχθεί επαρκής απόκριση η δόση μπορεί να αυξηθεί σε ένα δισκίο
Tenoretic (100+25) mg μία φορά την ημέρα.
Όταν είναι αναγκαίο άλλα αντιυπερτασικά φάρμακα, όπως ένα
αγγειοδιασταλτικό, μπορούν να προστεθούν.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι:
Οι δοσολογικές απαιτήσεις είναι συχνά χαμηλότερες σ’ αυτή την ηλικιακή ομάδα.
Παιδιά και έφηβοι (<18 ετών):
Δεν υπάρχει εμπειρία με τη χορήγηση Tenoretic σε παιδιά και εφήβους επομένως δεν
πρέπει να χορηγείται σ’ αυτή την ηλικιακή ομάδα.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία:
Λόγω των ιδιοτήτων του δραστικού συστατικού χλωροθαλιδόνη, το Τenoretic έχει
μειωμένη αποτελεσματικότητα όταν υπάρχει νεφρική ανεπάρκεια. Ως εκ τούτου,
αυτός ο συνδυασμός σταθερής δόσης, δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με
σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλέπε παράγραφο 4.3).
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία:
Δεν χρειάζεται ρύθμιση δόσης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
Λόγω του β-αποκλειστή:
Αν και αντενδείκνυται σε ασθενείς με μη ελεγχόμενη καρδιακή ανεπάρκεια
(βλέπε παράγραφο 4.3), μπορεί να χρησιμοποιείται σε ασθενείς των οποίων η
καρδιακή ανεπάρκεια είναι ελεγχόμενη. Προσοχή πρέπει να δίνεται σε
ασθενείς με ελαττωμένη καρδιακή εφεδρεία.
Μπορεί να αυξήσει τον αριθμό και την διάρκεια των στηθαγχικών κρίσεων
σε ασθενείς με στηθάγχη Prinzmetal, εξαιτίας μη αντιρροπούμενης
αγγειοσυστολής των στεφανιαίων αρτηριών μέσω α-υποδοχέων. Ωστόσο
καθώς η ατενολόλη είναι β1-εκλεκτικός αναστολέας των β-αδρενεργικών
υποδοχέων, το Tenoretic μπορεί να χρησιμοποιηθεί αλλά με μέγιστη προσοχή.
Αν και αντενδείκνυται σε σοβαρές διαταραχές περιφερικής αρτηριακής
κυκλοφορίας (βλέπε παράγραφο 4.3) το Tenoretic μπορεί επίσης να επιδεινώσει
λιγότερο σοβαρές διαταραχές περιφερικής αρτηριακής κυκλοφορίας.
Λόγω της αρνητικής του επίδρασης στο χρόνο αγωγής, το Tenoretic πρέπει να
χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με πρώτου βαθμού καρδιακό αποκλεισμό.
Μπορεί να καλύψει τα προειδοποιητικά σημάδια της υπογλυκαιμίας όπως
ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών και εφίδρωση.
Μπορεί να καλύψει τα καρδιολογικά σημεία της θυρεοειδοτοξίκωσης.
Θα μειώσει την καρδιακή συχνότητα, ως αποτέλεσμα της φαρμακολογικής
δράσης της. Σε σπάνιες περιπτώσεις, όταν ένας ασθενής σε θεραπεία
εκδηλώσει συμπτώματα που μπορούν να αποδοθούν στη χαμηλή καρδιακή
συχνότητα, η δόση μπορεί να μειωθεί.
Δεν πρέπει να διακόπτεται απότομα σε ασθενείς με ισχαιμική καρδιακή νόσο.
Μπορεί να προκαλέσει μια πιο σοβαρή αντίδραση σε διάφορα αλλεργιογόνα,
όταν χορηγείται σε ασθενείς με ιστορικό αναφυλακτικής αντίδρασης σε
τέτοια αλλεργιογόνα. Αυτοί οι ασθενείς μπορεί να μην ανταποκρίνονται στις
συνήθεις δόσεις αδρεναλίνης που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση
αυτών των αλλεργικών αντιδράσεων.
Ασθενείς με βρογχόσπασμο γενικά δεν πρέπει να παίρνουν β-αναστολείς
λόγω της αύξησης της αντίστασης στους αεραγωγούς. Η ατενολόλη είναι β1-
εκλεκτικός αναστολέας, παρόλα αυτά η εκλεκτικότητα της δεν είναι
απόλυτη. Ως εκ τούτου θα πρέπει να χορηγείται η χαμηλότερη δυνατή δόση
του Tenoretic και πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή. Εάν συμβεί αυξημένη
αντίσταση των αεραγωγών, το Tenoretic πρέπει να διακοπεί και να χορηγηθεί
εάν είναι απαραίτητο βρογχοδιασταλτική θεραπεία (π.χ. σαλβουταμόλη).
Οι συστηματικές επιδράσεις των από του στόματος β-αποκλειστών μπορούν
να ενισχυθούν όταν χρησιμοποιηθούν ταυτόχρονα με οφθαλμικούς βήτα-
αναστολείς.
Σε ασθενείς με φαιοχρωμοκύτωμα το Tenoretic πρέπει να χορηγείται μόνο μετά
τον αποκλεισμό των α-υποδοχέων. Η αρτηριακή πίεση πρέπει να
παρακολουθείται στενά.
Θα πρέπει να δίνεται προσοχή όταν χορηγούνται αναισθητικά με το Tenoretic.
Ο αναισθησιολόγος πρέπει να είναι ενημερωμένος και το αναισθητικό που θα
επιλεγεί να έχει όσο το δυνατόν μικρότερη αρνητική ινότροπο δράση. Η
χρήση των β-αναστολέων με αναισθητικά φάρμακα μπορεί να οδηγήσει σε
εξασθένηση της αντανακλαστικής ταχυκαρδίας και να αυξήσει τον κίνδυνο
υπότασης. Αναισθητικοί παράγοντες που προκαλούν καταστολή του
μυοκαρδίου καλύτερα να αποφεύγονται.
:Λόγω της χλωροθαλιδόνης
Περιοδικοί προσδιορισμοί των ηλεκτρολυτών του ορού πρέπει να γίνονται σε
κατάλληλα διαστήματα για να ανιχνευτούν πιθανές διαταραχές της
ισορροπίας των ηλεκτρολυτών ειδικά για υποκαλιαιμία και υπονατριαιμία.
Υποκαλιαιμία και υπονατριαιμία μπορεί να εμφανισθούν. Συνιστάται η
μέτρηση των ηλεκτρολυτών, ειδικά στους ηλικιωμένους ασθενείς, σ’ αυτούς
που λαμβάνουν παρασκευάσματα με δακτυλίτιδα, σ’ αυτούς που ακολουθούν
μία μη φυσιολογική δίαιτα (χαμηλή σε κάλιο) ή σ’ εκείνους που υποφέρουν
από γαστρεντερικές διαταραχές. Η υποκαλιαιμία προδιαθέτει για αρρυθμίες
σε ασθενείς που λαμβάνουν δακτυλίτιδα.
Επειδή η χλωροθαλιδόνη μπορεί να μειώσει την ανοχή στη γλυκόζη οι
διαβητικοί ασθενείς πρέπει να είναι ενημερωμένοι για την πιθανότητα
αυξημένων επιπέδων σακχάρου. Συνιστάται στενή παρακολούθηση του
σακχάρου στην αρχική φάση της θεραπείας και σε παρατεταμένη θεραπεία
πρέπει να γίνονται σε τακτά διαστήματα test για γλυκόζη στα ούρα.
Σε ασθενείς με έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας ή εξελισσόμενη ηπατική
νόσο, μικρές μεταβολές του ισοζυγίου υγρών και ηλεκτρολυτών μπορεί να
προκαλέσουν ηπατικό κώμα.
Υπερουριχαιμία μπορεί να εμφανισθεί. Μόνο μια μικρή αύξηση ουρικού οξέος
στον ορό συνήθως συμβαίνει, αλλά σε περιπτώσεις παρατεταμένης αύξησης,
η ταυτόχρονη χρήση ουρικοζουρικών παραγόντων θα αντιστρέψει την
υπερουριχαιμία.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
Λόγω της ατενολόλης:
Συνδυασμένη χρήση β-αναστολέων και ανταγωνιστών διαύλων ασβεστίου με
αρνητική ινότροπο δράση, π.χ. βεραπαμίλη, διλτιαζέμη μπορεί να οδηγήσει σε
υπερβολική εκδήλωση αυτής της δράσης ιδιαίτερα σε ασθενείς με επηρεασμένη
λειτουργικότητα της αριστεράς κοιλίας και/ή φλεβοκομβοκολπικές ή
κολποκοιλιακές διαταραχές αγωγιμότητας. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή
υπόταση, βραδυκαρδία και καρδιακή ανεπάρκεια. Καμία από τις δύο κατηγορίες
φαρμάκων β-αναστολείς και ανταγωνιστές διαύλων ασβεστίου δεν επιτρέπεται να
χορηγηθεί ενδοφλέβια πριν περάσουν 48 ώρες αφότου χορηγήθηκε για τελευταία
φορά το άλλο.
Τα αντιαρρυθμικά φάρμακα τάξης Ι (π.χ. δισοπυραμίδη) και η αμιοδαρόνη μπορεί
να έχουν ενισχυτική επίδραση στο χρόνο αγωγιμότητας των κόλπων και αρνητική
ινότροπο δράση.
Οι γλυκοσίδες της δακτυλίτιδας σε συνδυασμό με β-αναστολείς, μπορεί να
αυξήσουν το χρόνο της κολποκοιλιακής αγωγής.
Οι β-αναστολείς μπορεί να επιδεινώσουν την υπέρταση που οφείλεται στη διακοπή
της κλονιδίνης. Σε σύγχρονη χορήγηση των δύο φαρμάκων, ο β-αναστολέας πρέπει
να διακοπεί αρκετές ημέρες πριν τη διακοπή της κλονιδίνης. Εάν πρόκειται να
αντικατασταθεί η θεραπεία με κλονιδίνη από β-αναστολέα, τότε η έναρξη της
θεραπείας με τον β-αναστολέα πρέπει να καθυστερήσει για μερικές ημέρες μετά τη
διακοπή της χορήγησης κλονιδίνης.
Ταυτόχρονη χρήση συμπαθομιμητικών παραγόντων π.χ. αδρεναλίνη, μπορεί να
εξουδετερώσει την δράση των β-αναστολέων.
Ταυτόχρονη χρήση φαρμάκων που αναστέλλουν την προσταγλανδική συνθετάση
(π.χ. ιβουπροφαίνη, ινδομεθακίνη) μπορεί να ελαττώσει την υποτασική δράση των
β-αναστολέων.
Λόγω της χλωροθαλιδόνης:
Η χλωροθαλιδόνη μπορεί να μειώσει την κάθαρση του λιθίου από τους νεφρούς
οδηγώντας σε αυξημένη συγκέντρωση στο πλάσμα. Μπορεί να είναι αναγκαία η
προσαρμογή της δόσης του λιθίου.
Λόγω του συνδυασμού:
Συνδυασμένη θεραπεία με διυδροπυριδίνες π.χ. νιφεδιπίνη, μπορεί να αυξήσει τον
κίνδυνο υπότασης και καρδιακή ανεπάρκεια μπορεί να εμφανισθεί σε ασθενείς με
λανθάνουσα καρδιακή ανεπάρκεια.
Η ταυτόχρονη χρήση βακλοφαίνης μπορεί να αυξήσει την αντιυπερτασική δράση
καθιστώντας αναγκαίες τις προσαρμογές της δόσης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
Στις κλινικές μελέτες οι πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες συνήθως αποδίδονται
στη φαρμακολογική δράση των συστατικών του.
Οι παρακάτω ανεπιθύμητες ενέργειες, που αναφέρονται ανά κατηγορία οργανικού
συστήματος, έχουν αναφερθεί με τις ακόλουθες συχνότητες:
Πολύ συχνές (≥ 10%), συχνές ( 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές ( 1/1.000 έως
< 1/100), σπάνιες ( 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη
γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα):
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
Σπάνιες: Πορφύρα, Θρομβοκυτοπενία, Λευκοπενία (σχετίζεται με τη
χλωροθαλιδόνη)
Ψυχιατρικές διαταραχές
Όχι συχνές: Διαταραχές του ύπνου ιδίου τύπου με αυτές που παρουσιάζονται με
τους άλλους β-αποκλειστές
Σπάνιες: Αλλαγές στη διάθεση, εφιάλτες, σύγχυση, ψυχώσεις και ψευδαισθήσεις
Διαταραχές νευρικού συστήματος
Σπάνιες: Ζάλη, Πονοκέφαλος, Παραισθήσεις
Οφθαλμικές διαταραχές
Σπάνιες: Ξηροφθαλμία, διαταραχές της όρασης
Καρδιακές διαταραχές
Συχνές: Βραδυκαρδία
Σπάνιες: Επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας, κολποκοιλιακός αποκλεισμός
Αγγειακές διαταραχές
Συχνές: Ψυχρότητα άκρων
Σπάνιες: Ορθοστατική υπόταση που μπορεί να συσχετισθεί με συγκοπή,
διαλείπουσα χωλότητα μπορεί να αυξηθεί εάν ήδη υπάρχει, σε προδιαθεσικούς
ασθενείς φαινόμενο Raynaud.
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος,του θώρακα και του μεσοθωράκιου
Σπάνιες: Βρογχόσπασμος μπορεί να εμφανισθεί σε ασθενείς με βρογχικό άσθμα ή
ιστορικό ασθματικών συμπτωμάτων
Διαταραχές του γαστρεντερικού
Συχνές: Γαστρεντερικές ενοχλήσεις (συμπεριλαμβανομένης της ναυτίας που
οφείλεται στη χλωροθαλιδόνη)
Σπάνιες: Ξηροστομία
Μη γνωστές: Δυσκοιλιότητα
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
Σπάνιες: Ηπατική τοξικότητα περιλαμβανομένης της ενδοηπατικής χολόστασης,
παγκρεατίτιδα (που οφείλεται στη χλωροθαλιδόνη)
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Σπάνιες: Αλωπεκία, δερματικά εξανθήματα τύπου ψωρίασης, επιδείνωση της
ψωρίασης, δερματικά εξανθήματα
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
Μη γνωστές: Σύνδρομο προσομοιάζον με λύκο
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
Σπάνιες: Ανικανότητα
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Συχνές: Κόπωση
Παρακλινικές εξετάσεις
Συχνές (οφειλόμενες στη χλωροθαλιδόνη): Υπερουριχαιμία, Υπονατριαιμία,
Υποκαλιαιμία, διαταραχές στην ανοχή της γλυκόζης.
Όχι συχνές: Αυξήσεις στα επίπεδα των τρανσαμινασών.
Πολύ σπάνιες: έχει παρατηρηθεί αύξηση σε ΑΝΑ (αντιπυρηνικά αντισώματα), η
κλινική της σημασία όμως δεν είναι σαφής.
Η διακοπή χορήγησης τoυ Tenoretic πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν εάν σύμφωνα με την
γνώμη του ιατρού, η ποιότητα ζωής του ασθενούς έχει επηρεαστεί σε μεγάλο
βαθμό από τις παραπάνω ανεπιθύμητες ενέργειες.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση
άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη
συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού
προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε
πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος
αναφοράς: Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός,
Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος:
http:// www. eof. gr.
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Κύηση
Το Tenoretic δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Θηλασμός
Το Tenoretic δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: β-αποκλειστές, εκλεκτικοί σε συνδυασμό με
λοιπά διουρητικά, κωδικός ATC: C07CB03.
To TENORETIC συνδυάζει την αντιυπερτασική δράση δύο συστατικών: του
υδρόφιλου β
-καρδιοεκλεκτικού αναστολέα ατενολόλη και του θειαζιδικού
διουρητικού χλωροθαλιδόνη.
H ατενολόλη και η χλωροθαλιδόνη έχουν χρησιμοποιηθεί ξεχωριστά ή ταυτόχρονα
για την θεραπεία της υπέρτασης. Tα αντιυπερτασικά αποτελέσματα των ουσιών
αυτών είναι αθροιστικά και οι μελέτες έδειξαν ότι δεν υπάρχει αλληλεπίδραση
στη βιοδιαθεσιμότητα όταν οι ουσίες αυτές δίνονται μαζί σαν συνδυασμός σε ένα
δισκίο. Έτσι ο συνδυασμός αυτός αποδείχθηκε ένας ευκολόχρηστος τρόπος για
την ταυτόχρονη χορήγηση των δύο φαρμάκων. Σε ασθενείς με πιο βαριά υπέρταση
το TENORETIC μπορεί να χορηγηθεί με άλλα αντιυπερτασικά φάρμακα, όπως
αγγειοδιασταλτικά.
Ατενολόλη: H ατενολόλη είναι ένας β
-εκλεκτικός (καρδιοεκλεκτικός)
αναστολέας των β-αδρενεργικών υποδοχέων χωρίς σταθεροποιητική δράση της
μεμβράνης ή ενδογενή συμπαθομιμητική δράση. H καρδιοεκλεκτικότητα του
φαρμάκου δεν είναι απόλυτη και σε μεγαλύτερες δόσεις η ατενολόλη
ανταγωνίζεται τους β
-αδρενεργικούς υποδοχείς που κυρίως εντοπίζονται στους
βρόγχους και τα αγγεία. O μηχανισμός της αντιυπερτασικής δράσης της
ατενολόλης δεν είναι επιβεβαιωμένος.
Oπως και οι άλλοι β-αναστολείς η ατενολόλη έχει αρνητική ινότροπο δράση και
επομένως αντενδείκνυται στην μη ελεγχόμενη καρδιακή ανεπάρκεια. Θεωρείται
απίθανο κάποιες επιπρόσθετες δευτερεύουσες ιδιότητες που διαθέτει η S(-)atenolol,
σε σύγκριση με το ρακεμικό μίγμα, να οδηγήσουν σε διαφορετικό θεραπευτικό
αποτέλεσμα.
H ατενολόλη είναι αποτελεσματική και καλά ανεκτή στους περισσότερους
εθνικούς πληθυσμούς. Ωστόσο, οι μαύροι ασθενείς ανταποκρίνονται καλύτερα
στον συνδυασμό ατενολόλη και χλωροθαλιδόνη από ότι στην ατενολόλη μόνη της.
Χλωροθαλιδόνη: Eίναι ένα μονοσουλφοναμυλικό διουρητικό το οποίο διαφέρει
χημικά από τα θειαζιδικά διουρητικά στο ότι ένας διπλός δακτύλιος είναι
ενσωματωμένος στο μόριό του. Xορηγείται από το στόμα και έχει παρατεταμένη
δράση και χαμηλή τοξικότητα. H διουρητική δράση του φαρμάκου εμφανίζεται
μέσα σε 2 ώρες από την λήψη του. Προκαλεί διούρηση με μεγάλη αύξηση της
απέκκρισης νατρίου και χλωρίου. H απέκκριση νατρίου συνοδεύεται από μερική
απώλεια καλίου. Στη μέγιστη θεραπευτική δόση η χλωροθαλιδόνη είναι περίπου
ισοδύναμη στη διουρητική της δράση με τις αντίστοιχες μέγιστες θεραπευτικές
δόσεις των βενζοθειαζιδικών διουρητικών. Tο σημείο δράσης φαίνεται να είναι το
φλοιώδες τμήμα του ανιόντος σκέλους της αγκύλης του Henle στους νεφρώνες. O
μηχανισμός με τον οποίο η χλωροθαλιδόνη ελαττώνει την αρτηριακή πίεση δεν
είναι απόλυτα γνωστός, αλλά μπορεί να συσχετίζεται με την απέκκριση και την
ανακατανομή του νατρίου στο σώμα.
Φαρμακοκινητική
H σύγχρονη χορήγηση χλωροθαλιδόνης και ατενολόλη έχει μικρή επίδραση στην
φαρμακοκινητική εκάστης. Περίπου το 50% μιας δόσης ατενολόλης από το στόμα
και το 60% μιας δόσης χλωροθαλιδόνης από το στόμα απορροφάται από το
γαστρεντερικό σωλήνα. H ατενολόλη συνδέεται σε μικρό μόνο βαθμό με τις
πρωτεΐνες του πλάσματος. H χλωροθαλιδόνη συνδέεται με τις πρωτεΐνες του
πλάσματος κατά 75%. H μέγιστη συγκέντρωση για την ατενολόλη επιτυγχάνεται
μετά από 3 ώρες και για τη χλωροθαλιδόνη μετά από 12 ώρες. H ατενολόλη
μεταβολίζεται κατά πολύ μικρό ποσοστό. Tόσο η ατενολόλη όσο και η
χλωροθαλιδόνη απεκκρίνονται κυρίως από τους νεφρούς.
Ένας φαρμακολογικά δραστικός μεταβολίτης της ατενολόλης ανευρίσκεται στα
ούρα των ανθρώπων αλλά αντιπροσωπεύει μόνο το 2% της δόσης. Aυτός ο
μεταβολίτης δεν ανιχνεύθηκε στο πλάσμα. Για τη χλωροθαλιδόνη δεν υπάρχουν
αντίστοιχες πληροφορίες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της ατενολόλης είναι 5-7 ώρες
και της χλωροθαλιδόνης περίπου 50 ώρες.
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...
query_stats
Κρίσιμα Στοιχεία
Οδός χορήγησης
oral
Μορφή
tablet
Σκευάσματα σε κυκλοφορία
1
science