INDOMETACIN(Ινδομεθακίνη)
Curated · Επιμελημένο Δεν προέρχεται από το SPC (ΠΧΠ). πηγή (curated): COX-2 selectivity: FitzGerald & Patrono, NEJM 2001· Warner et al., PNAS 1999 (whole-blood COX-1/COX-2 ratios). CV/GI risk: Coxib & traditional NSAID Trialists' (CNT) Collaboration meta-analysis, Lancet 2013· EMA/PRAC reviews diclofenac 2013 & high-dose ibuprofen 2015. Naproxen: χαμηλότερος CV κίνδυνος.
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.
Κατά την πηγή: 5-10 ώρες (ινδομεθακίνη), η μορφή Retard παρατείνει την ημιπερίοδο για επιπλέον 7-9 ώρες
- PubChem: 4.5 ώρες
Δέσμευση πρωτεϊνών
Το ποσοστό του φαρμάκου που κυκλοφορεί δεσμευμένο σε πρωτεΐνες του πλάσματος. Δρα μόνο το ελεύθερο κλάσμα, γι' αυτό η υψηλή δέσμευση αυξάνει τον κίνδυνο αλληλεπιδράσεων εκτόπισης.
Απέκκριση
Η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου. Δείχνει πού χρειάζεται προσαρμογή δόσης — σε νεφρική ή σε ηπατική ανεπάρκεια.
Καθαρίζει (~5×t½)
Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.
Σκευάσματα και τιμές
Ενδείξεις κατά έγγραφο
Ατομικές ενδείξεις όπως δηλώνονται στα πιστοποιημένα κείμενα των SPC, με τεκμηρίωση
- Φόρτωση…
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Χρόνιες ρευματοπάθειες φλεγμονώδους αιτιολογίας
ρευματοειδής αρθρίτιδα, αγκυλωτική σπονδυλοαρθρίτιδα, ορο-αρνητικές σπονδυλαρθρίτιδες
- M06 Άλλη ρευματοειδής αρθρίτιδα
-
Οξεία ουρική αρθρίτιδα και παροξύνσεις χρόνιας
για βραχύ χρονικό διάστημα
- M10 Ουρική αρθρίτιδα
-
Οστεοαρθρίτιδα σπονδυλικής στήλης και περιφερικών αρθρώσεων
γονάτων ισχίου, άκρων χειρών, ώμου
-
Έντονες και παρατεταμένες οδονταλγίες
- K08 Άλλες διαταραχές των δοντιών και των υποστηρικτικών δομών τους
-
Άλλα επώδυνα μυοσκελετικά σύνδρομα
περιαρθρίτιδα, επώδυνος ώμος, τενοντίτιδες, τενοντοθυλακίτιδες, τραυματικές κακώσεις
- M79 Άλλες διαταραχές των μαλακών μορίων, που δεν ταξινομούνται αλλού
-
Ψευδουρική αρθρίτιδα
Ορισμένες περιπτώσεις. Χορήγηση μετά από επισταμένη συνεκτίμηση του κινδύνου από ελεγχόμενες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, του αναμενόμενου θεραπευτικού αποτελέσματος και των ιδιαιτέρων συνθηκών
- M11 Άλλες κρυσταλλοπαθητικές αρθροπάθειες
-
Συμπτωματική αντιμεgóπιση πυρετού
σε: σε ασθενείς με νόσο του Hodgkin, πολλαπλούν μυέλωμα, χρόνια λεμφογενή ή μυελογενή λευχαιμία, άλλες κακοήθεις νεοπλασίες
Χορήγηση μετά από επισταμένη συνεκτίμηση του κινδύνου από ελεγχόμενες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, του αναμενόμενου θεραπευτικού αποτελέσματος και των ιδιαιτέρων συνθηκών
-
Συμπτωματική αντιμετώπιση οστικών αλγών ή υπερασβεστιαιμίας
σε: που οφείλεται σε όγκους παράγοντες προσταγλανδίνες
Χορήγηση μετά από επισταμένη συνεκτίμηση του κινδύνου από ελεγχόμενες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, του αναμενόμενου θεραπευτικού αποτελέσματος και των ιδιαιτέρων συνθηκών
-
Πρωτοπαθής δυσμηνόρροια
Χορήγηση μετά από επισταμένη συνεκτίμηση του κινδύνου από ελεγχόμενες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, του αναμενόμενου θεραπευτικού αποτελέσματος και των ιδιαιτέρων συνθηκών
- N94 Σύνδρομα πόνου που σχετίζονται με τα γυναικεία γεννητικά όργανα και τον εμμηνορροϊκό κύκλο
-
Περικαρδίτιδες ή πλευρίτιδες
Χορήγηση μετά από επισταμένη συνεκτίμηση του κινδύνου από ελεγχόμενες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, του αναμενόμενου θεραπευτικού αποτελέσματος και των ιδιαιτέρων συνθηκών
-
Καρδιακή ανεπάρκεια από παραμονή ανοικτού βοταλείου πόρου
σε: Παιδιά
Χορήγηση μετά από επισταμένη συνεκτίμηση του κινδύνου από ελεγχόμενες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, του αναμενόμενου θεραπευτικού αποτελέσματος και των ιδιαιτέρων συνθηκών
- Q25 Συγγενείς δυσπλασίες των μεγάλων αρτηριών
Πορτοκαλί = ο κωδικός προέρχεται από τον πληθυσμό της ένδειξης, όχι από το κείμενό της.
Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος FORTATHRIN
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από το στόμα
- Χορήγηση: Μετά τα κύρια γεύματα (κατά προτίμηση το βράδυ για συγκεκριμένες ενδείξεις)
- Δόση έναρξης: Μία κάψουλα Ινδομεθακίνη Retard κάθε βράδυ
- Τιτλοποίηση: Για κρίσεις ουρικής αρθρίτιδας, η δόση μειώνεται σε μία κάψουλα κάθε βράδυ και ακολούθως διακόπτεται.
-
Ρευματοειδή αρθρίτιδα, αγκυλωτική σπονδυλαρθρίτιδα, οροαρνητικές σπονδυλαρθρίτιδες, βαριές ή μέτριας βαρύτητας οστεοαρθρίτιδεςΔόσηΜία κάψουλα Ινδομεθακίνη Retard κάθε βράδυΜέγ. δόσηΜία κάψουλα Ινδομεθακίνη Retard των 75mg ανά 12/ωροΝα λαμβάνεται κατά προτίμηση το βράδυ για νυκτερινό άλγος και πρωινή δυσκαμψία
-
Επώδυνος ώμος, τενοντίτιδες, τενοντοθυλακίτιδεςΔόση1-2 κάψουλες το 24/ωροΣυνήθως διάρκεια θεραπείας 7-14 ημέρες
-
Κρίσεις ουρικής αρθρίτιδαςΔόση2 κάψουλες Ινδομεθακίνη Retard των 75mg την ημέραΜέχρι να υποχωρήσει το άλγος. Στη συνέχεια η δόση μειώνεται σε μία κάψουλα κάθε βράδυ και ακολούθως διακόπτεται.
-
Χρόνια αρθρίτιδα με τόφουςΔόσηΜία κάψουλα την ημέραΣυνήθως επαρκής
-
Άλλες ενδείξειςΗ δόση καθορίζεται ανάλογα με την περίπτωση
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Ιστορικό γαστρεντερικής αιμορραγίας ή διάτρησης, σχετιζόμενη με προηγούμενη θεραπεία με άλλα αντιφλεγμονώδη μη-στεροειδή φάρμακαΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Ενεργό ή ιστορικό επαναλαμβανόμενου πεπτικού έλκους / αιμορραγίας, γαστρίτιδα ή άλλες οργανικές παθήσεις του γαστρεντερικούΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Ηλικία κάτω των 14 ετώνΠληθυσμόςΠαιδιά
-
Ρινικοί πολύποδες συνοδευόμενοι από αγγειονευρωτικό οίδημα ή ιστορικό βρογχοσπασμού από ασπιρίνη ή άλλα αντιφλεγμονώδη μη-στεροειδή φάρμακαΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Βαριά νεφρική ανεπάρκεια
-
Βαριά ηπατική ανεπάρκεια
-
Εγκυμοσύνη
-
Γαλουχία
-
Σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΔοσολογίαπροσοχήΟι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να ελαχιστοποιηθούν χρησιμοποιώντας τη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση για το ελάχιστο χρονικό διάστημα αναγκαίο για τον έλεγχο των συμπτωμάτων.
-
Γενική χρήση ινδομεθακίνηςπροσοχήΠληθυσμόςάτομα με διαταραχές πηκτικότητας, επιληψία, νόσο του Parkinson, ψυχιατρικά προβλήματα, καρδιακή ανεπάρκεια, στεφανιαία νόσο, ηλικιωμένα άτομαΗ ινδομεθακίνη πρέπει να χορηγείται με ιδιαίτερη προσοχή (λόγω αυξημένης συχνότητας ανεπιθύμητων ενεργειών σε ηλικιωμένους).
-
Υποψία λοιμώξεωνπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΤο Ινδομεθακίνη μπορεί να καλύψει τα συμπτώματα υποκείμενης λοίμωξης, θα πρέπει να χορηγείται με ιδιαίτερη προσοχή σε υποψία ύπαρξης λοιμώξεων.
-
Συγχορήγηση με άλλα ΜΣΑΦαντένδειξηΗ συνχορήγηση του Ινδομεθακίνη μαζί με άλλα αντιφλεγμονώδη μη-στεροειδή φάρμακα, συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων κυκλο-οξυγενάσης-2, πρέπει να αποφεύγεται.
-
Γαστρεντερικές ανεπιθύμητες ενέργειεςπροσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένοιΈχουν αυξημένη συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών από αντιφλεγμονώδη μη-στεροειδή φάρμακα, ιδιαίτερα γαστρεντερικές αιμορραγίες και διατρήσεις που μπορεί να είναι μοιραίες.
-
Γαστρεντερική αιμορραγία, έλκος και διάτρησηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με ιστορικό έλκους (ιδιαίτερα με περιπλοκή αιμορραγίας ή διάτρησης), ηλικιωμένοιΟ κίνδυνος είναι υψηλότερος σε αυξανόμενες δόσεις ΜΣΑΦ. Αυτοί οι ασθενείς πρέπει να αρχίσουν θεραπεία με την χαμηλότερη δυνατή δόση.
-
Συνδυασμός θεραπείας με προστατευτικούς παράγοντες (π.χ. misoprostol ή αναστολείς αντλιών πρωτονίων)προσοχήΠληθυσμόςασθενείς με ιστορικό έλκους (ιδιαίτερα με περιπλοκή αιμορραγίας ή διάτρησης), ηλικιωμένοι, ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα χαμηλή δόση ασπιρίνης ή άλλα φάρμακα που πιθανόν να αυξήσουν τον γαστρεντερικό κίνδυνοΠρέπει να αναθεωρηθεί.
-
Αναφορά ασυνήθιστων κοιλιακών συμπτωμάτωνπαρακολούθησηΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής τοξικότητας, ιδιαίτερα οι ηλικιωμένοιΠρέπει να αναφέρουν οποιαδήποτε ασυνήθιστα κοιλιακά συμπτώματα (ιδιαίτερα γαστρεντερική αιμορραγία), ειδικότερα στα αρχικά στάδια της θεραπείας.
-
Ταυτόχρονη φαρμακευτική αγωγή που αυξάνει τον γαστρεντερικό κίνδυνοπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν από του στόματος κορτικοστεροειδή, αντιπηκτικά (βαρφαρίνη), εκλεκτούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης ή αντιθρομβωτικούς παράγοντες (ασπιρίνη)Προσοχή πρέπει να συνίσταται.
-
Διακοπή θεραπείας σε γαστρεντερική αιμορραγία ή έλκοςαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ΙνδομεθακίνηΌταν εμφανίζεται γαστρεντερική αιμορραγία ή έλκος, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί.
-
Ιστορικό γαστρεντερικών παθήσεων (ελκώδης κολίτιδα, νόσος Crohn’s)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΤα αντιφλεγμονώδη μη-στεροειδή φάρμακα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή, αφού αυτές οι παθήσεις μπορούν να αυξηθούν.
-
Υπέρταση και/ή καρδιακή ανεπάρκειαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό υπέρτασης και/ή καρδιακής ανεπάρκειαςΠροσοχή χρειάζεται λόγω κατακράτησης υγρών και οίδημα.
-
Καρδιαγγειακές και αγγειοεγκεφαλικές επιδράσειςπαρακολούθησηΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό υπέρτασης ή/και ελαφράς ή μέτριας συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειαςΑναγκαία η κατάλληλη παρακολούθηση και παροχή συμβουλών λόγω αναφερθέντων περιστατικών κατακράτησης υγρών και οιδήματος που σχετίζονται με τη θεραπεία με ΜΣΑΦ.
-
Αρτηριακά θρομβωτικά επεισόδιαπροσοχήΗ χρήση ορισμένων ΜΣΑΦ (ειδικά σε ψηλές δόσεις και μακροχρόνια θεραπεία) δυνατό να συσχετίζεται με μικρή αύξηση του κινδύνου (π.χ. έμφραγμα μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο).
-
Θεραπεία με ινδομεθακίνη σε ασθενείς με καρδιαγγειακή νόσοπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με μη ελεγχόμενη υπέρταση, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, αποδεδειγμένη ισχαιμική καρδιοπάθεια, περιφερική αρτηριακή νόσο ή/και αγγειοεγκεφαλική νόσοΠρέπει να τυγχάνουν θεραπείας με ινδομεθακίνη μόνο μετά από προσεκτική εξέταση.
-
Έναρξη μακροχρόνιας θεραπείας σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσοπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, κάπνισμα)Παρόμοια εξέταση πρέπει να διενεργείται πριν την έναρξη μακροχρόνιας θεραπείας.
-
Σοβαρές δερματικές αντιδράσειςαντένδειξηΈχουν αναφερθεί πολύ σπανίως σοβαρές (ορισμένες και θανατηφόρες) περιπτώσεις (exfoliative dermatitis, Σύνδρομο Stevens Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση). Η θεραπεία με το Ινδομεθακίνη πρέπει να διακοπεί με την πρώτη εμφάνιση δερματικών εξανθημάτων, αλλοιώσεις βλεννωδών μεμβρανών, ή οποιουδήποτε άλλου σημαδιού υπερευαισθησίας.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΣαλικυλικάπροσοχήΑναστολή αντιφλεγμονώδους δράσης Ινδομεθακίνη, αύξηση κινδύνου εξελκώσεων ΓΕ. Ακετυλοσαλικυλικό οξύ μειώνει απορρόφηση Ινδομεθακίνη, αυξάνει ημιπερίοδο ζωής και τοξικές επιδράσεις.
-
ΠροβενεκίδηπαρακολούθησηΕνίσχυση δράσης Ινδομεθακίνη (αναστολή νεφρικής απέκκρισης), αύξηση επιπέδων στο αίμα και ημιπερίοδου ζωής Ινδομεθακίνη. Δεν επηρεάζεται το ουρικοπεκκριτικό αποτέλεσμα της προβενεκίδης.
-
Διουρητικά θειαζιδικά ή της αγκύλης (φουροσεμίδη, βουμετανίδη)προσοχήΜείωση δράσης των διουρητικών.
-
ΤριαμτερένηπροσοχήΣημαντική μείωση νεφρικής λειτουργίας με νεφροτοξικό αποτέλεσμα.
-
ΚορτικοειδήπροσοχήΕνίσχυση δράσης κορτικοειδών (εκτόπιση από πρωτεΐνες πλάσματος), αύξηση κορτικοειδών στο αίμα. Αυξημένος κίνδυνος ελκών ή αιμορραγιών στο ΓΕ σωλήνα.
-
Κουμαρινικά αντιπηκτικά (βαρφαρίνη)προσοχήΑύξηση χρόνου προθρομβίνης (ενίσχυση δράσης).ΣύστασηΜπορεί να απαιτηθεί αναπροσαρμογή και μείωση της δοσολογίας τους.
-
Αντί-θρομβωτικοί παράγοντες και εκλεκτοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας.
-
Προπρανολόλη, άλλοι β-αδρενεργικοί αναστολείςπροσοχήΜείωση αντιυπερτασικού αποτελέσματος.
-
Αντιυπερτασικά φάρμακα (καπτοπρίλη)προσοχήΜείωση δράσης των αντιυπερτασικών.
-
προσοχήΑύξηση δράσης και επιπέδων Ινδομεθακίνη κατά 30-35% στο αίμα (λόγω μειωμένης κάθαρσης).ΣύστασηΕπιβάλλεται μείωση της δόσης ινδομεθακίνης.
-
Φαινυλοβουταζόνη και πυραζολονικάπροσοχήΕνίσχυση δράσης Ινδομεθακίνη (λόγω θέσεων δέσμευσης με πρωτεΐνες πλάσματος). Αυξημένος κίνδυνος τοξικών επιδράσεων, ιδιαίτερα από το γαστρεντερικό.
-
Ανθρακικό λίθιοπροσοχήΕνίσχυση δράσης λιθίου και κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
προσοχήΑύξηση επιπέδων διγοξίνης στο αίμα με κίνδυνο εμφάνισης τοξικού δακτυλιτισμού.
-
Θυρεοειδικά φάρμακαπροσοχήΕνίσχυση καρδιοτοξικότητάς τους.
-
προσοχήΠρόκληση σοβαρής υπερτασικής κρίσης.
-
ΑντιόξιναπροσοχήΚαθυστέρηση απορρόφησης Ινδομεθακίνη και μείωση επιπέδων στο αίμα μέχρι 50%.
-
Εμβόλιο ιλαράςπροσοχήΕνίσχυση σοβαρότητας αντιδράσεων εμβολίου μέχρι και εμφάνισης αιμορραγιών.
-
παρακολούθησηΑλληλεπιδράσεις (χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Θρομβωτικά αρτηριακά επεισόδια
- Έμφραγμα μυοκαρδίου
- Καρδιακή ανεπάρκεια
- Ταχυκαρδία
- Αίσθημα παλμών
- Εγκεφαλικό επεισόδιο
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Υπνηλία
- Παραισθησίες
- Συγκοπικά επεισόδια
- Περιφερική νευροπάθεια
- Σπασμοί
- Κώμα
- Οίδημα
- Θωρακικό άλγος
- Κόπωση
- Εφίδρωση
- Υπέρταση
- Πτώση αρτηριακής πίεσης
- Αγγειίτιδα
- Εξάψεις
- Οίδημα από κατακράτηση υγρών
- Αιματουρία
- Αύξηση ουρίας
- Ναυτία
- Εμετός
- Επιγαστραλγία
- Δυσπεπτικά ενοχλήματα
- Τυμπανισμός
- Κοιλιακός πόνος
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Εξελκώσεις οισοφάγου
- Εξελκώσεις στομάχου
- Εξελκώσεις λεπτού εντέρου
- Πεπτικό έλκος
- Διάτρηση
- Πρωκτίτιδα
- Ελκώδης στοματίτιδα
- Διάτρηση παχέος εντέρου
- Επιδείνωση ελκώδους κολίτιδας
- Γαστρίτιδα
- Καύσος
- Πορφύρα
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Εξανθήματα
- Οζώδες ερύθημα
- Αλωπεκία
- Εμφάνιση φουσκαλίδων
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Αιμορραγία (ΓΕ)
- Τμηματική εντερίτιδα και πάθηση Crohn’s
- Malaena
- Haematemesis
- Ανορεξία
- Υπεργλυκαιμία
- Σακχαρουρία
- Ηπατίτιδα με ίκτερο
- Κατάθλιψη
- Άγχος
- Αϋπνία
- Μυϊκή αδυναμία
- Ψυχικές διαταραχές (διανοητική θόλωση ή σύγχυση ή διαταραχή της προσωπικότητας)
- Επιδείνωση επιληψίας ή νόσου του Parkinson
- Σιδηροπενική αναιμία από χρόνια λανθάνουσα αιμορραγία
- Αιμολυτική αναιμία
- Απλαστική αναιμία
- Μυελική καταστολή
- Λευκοπενία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Θρομβοπενία
- Εναποθέσεις στον κερατοειδή
- Θάμβος οράσεως
- Βλάβες στον αμφιβληστροειδή (συμπεριλαμβανομένης και της ωχράς κηλίδας)
- Εμβοές
- Διαταραχές ακοής
- Βαρηκοΐα
- Αναστρέψιμη συνήθως οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Κολπική αιμορραγία
- Αγγειονευρωτικό οίδημα
- Δύσπνοια
- Σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας
- Επιστάξεις
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεπτικά ενοχλήματαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕμετόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕπιγαστραλγίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚαύσοςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚοιλιακός πόνοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΤυμπανισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςHaematemesisΠεπτικό
-
Όχι συχνέςMalaenaΠεπτικό
-
Όχι συχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑιμορραγία (ΓΕ)Πεπτικό
-
Όχι συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιάτρησηΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιάτρηση παχέος εντέρουΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕλκώδης στοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕξελκώσεις λεπτού εντέρουΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕξελκώσεις οισοφάγουΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕξελκώσεις στομάχουΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕπιδείνωση ελκώδους κολίτιδαςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕπιδείνωση επιληψίας ή νόσου του ParkinsonΚ.Ν.Σ.
-
Όχι συχνέςΗπατίτιδα με ίκτεροΉπαρ
-
Όχι συχνέςΚώμαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίεςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠεπτικό έλκοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠρωκτίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΣιδηροπενική αναιμία από χρόνια λανθάνουσα αιμορραγίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΣπασμοίΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣυγκοπικά επεισόδιαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΤμηματική εντερίτιδα και πάθηση Crohn’sΠεπτικό
-
Όχι συχνέςΨυχικές διαταραχές (διανοητική θόλωση ή σύγχυση ή διαταραχή της προσωπικότητας)Κ.Ν.Σ.
-
ΣπάνιεςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΑπλαστική αναιμίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΘρομβοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΛευκοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΜυελική καταστολήΑίμα
-
ΣπάνιεςΠορφύραΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΈμφραγμα μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΑγγειίτιδαΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΑγγειονευρωτικό οίδημαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑιματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑναστρέψιμη συνήθως οξεία νεφρική ανεπάρκειαΟυροποιογεννητικό
-
Μη γνωστέςΑύξηση ουρίαςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΒαρηκοΐαΑυτί
-
Μη γνωστέςΒλάβες στον αμφιβληστροειδή (συμπεριλαμβανομένης και της ωχράς κηλίδας)Οφθαλμοί και ώτα
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές ακοήςΑυτί
-
Μη γνωστέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΕγκεφαλικό επεισόδιοΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕμβοέςΑυτί
-
Μη γνωστέςΕμφάνιση φουσκαλίδωνΔέρμα
-
Μη γνωστέςΕναποθέσεις στον κερατοειδήΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΕξάψειςΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΕξανθήματαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΕπιστάξειςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΕφίδρωσηΓενικές
-
Μη γνωστέςΘάμβος οράσεωςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΘρομβωτικά αρτηριακά επεισόδιαΚαρδιαγγειακό
-
Μη γνωστέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Μη γνωστέςΚαρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚνησμόςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚολπική αιμορραγίαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΟίδημαΓενικές
-
Μη γνωστέςΟίδημα από κατακράτηση υγρώνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΟζώδες ερύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΠτώση αρτηριακής πίεσηςΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΣακχαρουρίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειαςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιδιότι η ασφάλεια κατά την εγκυμοσύνη δεν έχει τεκμηριωθεί.
-
ΓαλουχίαΔεν συνιστάταιΗ ινδομεθακίνη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- ναυτία
- έμετοι
- κεφαλαλγία
- ζάλη
- σύγχυση
- ανικανότητα προσανατολισμού
- ληθαργία
- παραισθησίες
- αιμωδία
- σπασμοί
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αναφορά ασυνήθιστων κοιλιακών συμπτωμάτων (ιδιαίτερα γαστρεντερική αιμορραγία) | more_horizΆλλο / λοιπά | στα αρχικά στάδια της θεραπείας | Ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής τοξικότητας, ιδιαίτερα οι ηλικιωμένοι |
| Κατάλληλη παρακολούθηση και παροχή συμβουλών | more_horizΆλλο / λοιπά | — | ιστορικό υπέρτασης ή/και ελαφράς ή μέτριας συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας |
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η ινδομεθακίνη είναι ένα ΜΣΑΦ με αναλγητικές και αντιπυρετικές ιδιότητες, το οποίο ασκεί τις φαρμακολογικές του επιδράσεις αναστέλλοντας τη σύνθεση παραγόντων που εμπλέκονται στον πόνο, τον πυρετό και τη φλεγμονή. Η θεραπευτική της δράση δεν περιλαμβάνει διέγερση των επινεφριδίων. Η ινδομεθακίνη δρα κυρίως καταστέλλοντας τη φλεγμονή στην ρευματοειδή αρθρίτιδα, παρέχοντας ανακούφιση από τον πόνο, καθώς και μειώνοντας τον πυρετό, το πρήξιμο και την ευαισθησία.
Η αποτελεσματικότητά της έχει αποδειχθεί με μείωση της έκτασης του οιδήματος των αρθρώσεων, του μέσου αριθμού αρθρώσεων που παρουσιάζουν συμπτώματα φλεγμονής και της σοβαρότητας της πρωινής δυσκαμψίας. Αυξημένη κινητικότητα επιδείχθηκε με μείωση του συνολικού χρόνου βάδισης και βελτιωμένη λειτουργική ικανότητα που φάνηκε ως αύξηση της δύναμης λαβής.
Σε κλινικές δοκιμές, η ινδομεθακίνη αποδείχθηκε αποτελεσματική στην ανακούφιση του πόνου, στη μείωση του πυρετού, του οιδήματος, της ερυθρότητας και της ευαισθησίας της οξείας ουρικής αρθρίτιδας.
Λόγω των φαρμακολογικών της δράσεων, η χρήση της ινδομεθακίνης συνδέεται με τον κίνδυνο σοβαρών καρδιαγγειακών θρομβωτικών συμβαμάτων, συμπεριλαμβανομένου του εμφράγματος του μυοκαρδίου και του εγκεφαλικού επεισοδίου, καθώς και γαστρεντερικών επιπλοκών όπως αιμορραγία, έλκος και διάτρηση του στομάχου ή των εντέρων.
Σε μια μελέτη σε υγιή άτομα, η οξεία χορήγηση ινδομεθακίνης από του στόματος και ενδοφλεβίως οδήγησε σε παροδικά μειωμένη βασική και διεγερμένη από CO2 εγκεφαλική αιμάτωση. Αυτή η επίδραση εξαφανίστηκε σε μια μελέτη μετά από μία εβδομάδα θεραπείας από του στόματος. Η κλινική σημασία αυτής της επίδρασης δεν έχει καθοριστεί.
Σε σύγκριση με άλλα ΜΣΑΦ, προτείνεται ότι η ινδομεθακίνη είναι ένας ισχυρότερος αγγειοσυσπαστικός παράγοντας που είναι πιο σταθερός στη μείωση της εγκεφαλικής αιμάτωσης και στην αναστολή της CO2 δραστηριότητας.
Υπήρξαν μελέτες που δείχνουν ότι η ινδομεθακίνη αναστέλλει άμεσα τη νευρωνική δραστηριότητα σε κάποιο βαθμό στο τρίδυμο-αυχενικό σύμπλεγμα μετά από διέγερση του ανώτερου σιελογόνου πυρήνα ή της σκληράς μήνιγγας.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η ινδομεθακίνη είναι ένας μη ειδικός και αναστρέψιμος αναστολέας του ενζύμου κυκλοοξυγενάση (COX) ή προσταγλανδίνη G/H συνθάση. Υπάρχουν δύο αναγνωρισμένες ισομορφές της COX: η COX-1 είναι παρούσα σε όλους τους ιστούς του σώματος και εμπλέκεται στη σύνθεση των προσταγλανδινών και της θρομβοξάνης Α2, ενώ η COX-2 εκφράζεται ως απόκριση σε τραυματισμό ή φλεγμονή.
Το ένζυμο COX-1, το οποίο εκφράζεται συνταγματικά, εμπλέκεται στην προστασία του γαστρικού βλεννογόνου, στη λειτουργία των αιμοπεταλίων και των νεφρών, καταλύοντας τη μετατροπή του αραχιδονικού οξέος σε προσταγλανδίνη (PG) G2 και την PGG2 σε PGH2. Η COX-2 εκφράζεται συνταγματικά και είναι ιδιαίτερα επαγώγιμη από φλεγμονώδη ερεθίσματα. Βρίσκεται στο κεντρικό νευρικό σύστημα, στα νεφρά, στη μήτρα και σε άλλα όργανα.
Η COX-2 καταλύει επίσης τη μετατροπή του αραχιδονικού οξέος σε PGG2 και την PGG2 σε PGH2. Στην οδό που μεσολαβείται από την COX-2, η PGH2 μετατρέπεται περαιτέρω σε PGE2 και PGI2 (γνωστή και ως προσταγλανδίνη Ι2). Η PGE2 εμπλέκεται στη διαμεσολάβηση της φλεγμονής, του πόνου και του πυρετού. Η μείωση των επιπέδων της PGE2 οδηγεί σε μειωμένες φλεγμονώδεις αντιδράσεις.
Η ινδομεθακίνη είναι γνωστό ότι αναστέλλει και τις δύο ισομορφές της COX, ωστόσο, με μεγαλύτερη εκλεκτικότητα για την COX-1, η οποία εξηγεί τις αυξημένες γαστρικές ανεπιθύμητες ενέργειές της σε σχέση με άλλα ΜΣΑΦ. Συνδέεται με την ενεργό θέση του ενζύμου και εμποδίζει την αλληλεπίδραση μεταξύ του ενζύμου και του υποστρώματός του, του αραχιδονικού οξέος.
Σε αντίθεση με άλλα ΜΣΑΦ, η ινδομεθακίνη αναστέλλει επίσης τη φωσφολιπάση Α2, το ένζυμο που είναι υπεύθυνο για την απελευθέρωση του αραχιδονικού οξέος από τους φωσφολιπίδια. Οι αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις της ινδομεθακίνης, καθώς και οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις που σχετίζονται με το φάρμακο, προκύπτουν ως αποτέλεσμα της μειωμένης σύνθεσης προσταγλανδινών.
Οι αντιπυρετικές της επιδράσεις μπορεί να οφείλονται στη δράση στον υποθάλαμο, οδηγώντας σε αυξημένη περιφερική αιμάτωση, αγγειοδιαστολή και επακόλουθη διάχυση θερμότητας.
Ο ακριβής μηχανισμός δράσης της ινδομεθακίνης στην πρόκληση σύγκλεισης ενός ανοιχτού αρτηριακού πόρου δεν είναι πλήρως κατανοητός. Ωστόσο, πιστεύεται ότι οφείλεται στην αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών. Κατά τη γέννηση, ο αρτηριακός πόρος κλείνει φυσιολογικά καθώς η τάση του οξυγόνου αυξάνεται σημαντικά μετά τη γέννηση. Ο ανοιχτός αρτηριακός πόρος σε πρόωρα βρέφη συνδέεται με συγγενείς καρδιοπάθειες, όπου η PGE1 μεσολαβεί μια αντίθετη επίδραση από αυτήν του οξυγόνου. Η PGE1 διαστέλλει τον αρτηριακό πόρο μέσω χαλάρωσης των λείων μυών και εμποδίζει το κλείσιμο του αρτηριακού πόρου. Αναστέλλοντας τη σύνθεση των προσταγλανδινών, η ινδομεθακίνη προάγει το κλείσιμο του αρτηριακού πόρου.
Η ινδομεθακίνη έχει περιγραφεί ότι διαθέτει αντικαρκινικές και αντιιικές ιδιότητες μέσω της ενεργοποίησης της πρωτεϊνικής κινάσης R (PKR) και της κατάντη φωσφορυλίωσης της eIF2α, αναστέλλοντας τη σύνθεση πρωτεϊνών.
Οι αντιφλεγμονώδεις, αναλγητικές και αντιπυρετικές επιδράσεις της ινδομεθακίνης και άλλων μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων (ΜΣΑΦ), συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων της κυκλοοξυγενάσης-2 (COX-2) (π.χ., celecoxib), φαίνεται να προκύπτουν από την αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών. Ενώ ο ακριβής μηχανισμός των αντιφλεγμονωδών και αναλγητικών επιδράσεων των ΜΣΑΦ συνεχίζει να διερευνάται, αυτές οι επιδράσεις φαίνεται να μεσολαβούνται κυρίως μέσω της αναστολής της ισοενζύμης COX-2 σε θέσεις φλεγμονής με επακόλουθη μείωση της σύνθεσης ορισμένων προσταγλανδινών από τους πρόδρομους τους, το αραχιδονικό οξύ. Αυτή η επίδραση μπορεί να σχετίζεται με την αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών που πιστεύεται ότι παίζουν ρόλο στη διαμόρφωση του ρυθμού και της έκτασης της διήθησης λευκοκυττάρων κατά τη φλεγμονή.
Η ινδομεθακίνη αναστέλλει επίσης την απελευθέρωση λυσοσωμικών ενζύμων από πολυμορφοπύρηνα λευκοκύτταρα. Αν και ο μηχανισμός δεν έχει καθοριστεί, αυτή η επίδραση φαίνεται να εξαρτάται από τη φύση του ερεθίσματος και μπορεί να μην σχετίζεται με την αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών.
Έχει επίσης διατυπωθεί η υπόθεση ότι η ινδομεθακίνη, ως αναστολέας της φωσφοδιεστεράσης, μπορεί να αυξήσει τις ενδοκυτταρικές συγκεντρώσεις της κυκλικής αδενοσινομονοφωσφορικής (cAMP), η οποία μπορεί να παίζει ρόλο στη φλεγμονώδη απόκριση.
Σε υπερθεραπευτικές συγκεντρώσεις, η ινδομεθακίνη μειώνει τη σύνθεση των βλεννοπολυσακχαριτών μέσω αποσύζευξης της οξειδωτικής φωσφορυλίωσης. Αναστέλλοντας την κυκλοοξυγενάση, η ινδομεθακίνη και ορισμένα άλλα ΜΣΑΦ μπορεί επίσης να παρεμβαίνουν στο σχηματισμό αυτοαντισωμάτων που σχετίζονται με τις προσταγλανδίνες και εμπλέκονται στη φλεγμονώδη διαδικασία.
Αυτό το άρθρο ανασκοπεί τον παθοφυσιολογικό μηχανισμό της γαστρικής βλάβης που προκαλείται από τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), εστιάζοντας στη σχέση μεταξύ της αναστολής της κυκλοοξυγενάσης (COX) και διαφόρων λειτουργικών γεγονότων. Τα ΜΣΑΦ, όπως η ινδομεθακίνη, σε δόση που αναστέλλει την παραγωγή προσταγλανδινών (PG), αυξάνουν την γαστρική κινητικότητα, οδηγώντας σε αύξηση της διαπερατότητας του βλεννογόνου, διήθηση ουδετερόφιλων και παραγωγή οξυριζών, και τελικά προκαλώντας γαστρικές βλάβες. Αυτές οι βλάβες προλαμβάνονται με προετοιμασία με PGE2 και αντιεκκριτικά φάρμακα, καθώς και μέσω ενός μηχανισμού ευαίσθητου στην ατροπίνη, που δεν σχετίζεται με την αντιεκκριτική δράση.
Αν και ούτε η ροσουβαστατίνη (εκλεκτικός αναστολέας COX-2) ούτε η SC-560 (εκλεκτικός αναστολέας COX-1) από μόνη της προκαλεί γαστρική βλάβη, ο συνδυασμός αυτών των φαρμάκων προκαλεί γαστρικές βλάβες. Η SC-560, αλλά όχι η ροσουβαστατίνη, μειώνει την παραγωγή προσταγλανδίνης Ε2 (PGE2) και προκαλεί γαστρική υπέρκινηση και αύξηση της διαπερατότητας του βλεννογόνου. Το mRNA της COX-2 εκφράζεται στο στομάχι μετά τη χορήγηση ινδομεθακίνης και SC-560, αλλά όχι ροσουβαστατίνης. Η υπερρύθμιση της έκφρασης της COX-2 που προκαλείται από την ινδομεθακίνη αναστέλλεται από την ατροπίνη σε δόση που αναστέλλει τη γαστρική υπέρκινηση.
Επιπλέον, οι εκλεκτικοί αναστολείς της COX-2 έχουν επιζήμιες επιδράσεις στο στομάχι όταν η COX-2 υπερεκφράζεται υπό διάφορες συνθήκες, συμπεριλαμβανομένης της επινεφριδεκτομής, της αρθρίτιδας και της λοίμωξης από Helicobacter pylori.
Συνοπτικά, η γαστρική υπέρκινηση παίζει πρωταρχικό ρόλο στην παθογένεση της γαστρικής βλάβης που προκαλείται από ΜΣΑΦ, και η απόκριση, αιτιολογικά σχετιζόμενη με την έλλειψη PG λόγω της αναστολής της COX-1, συμβαίνει πριν από άλλα παθοφυσιολογικά γεγονότα όπως η αυξημένη διαπερατότητα του βλεννογόνου. Οι ελκογόνες ιδιότητες των ΜΣΑΦ απαιτούν την αναστολή τόσο της COX-1 όσο και της COX-2, η αναστολή της COX-1 υπερρυθμίζει την έκφραση της COX-2 σε συσχέτιση με τη γαστρική υπέρκινηση, και οι PG που παράγονται από την COX-2 αντισταθμίζουν την επιζήμια επίδραση της αναστολής της COX-1.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η ινδομεθακίνη εμφανίζει γραμμικό φαρμακοκινητικό προφίλ, όπου οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα και η περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) είναι ανάλογες της δόσης, ενώ ο χρόνος ημίσειας ζωής (T1/2) και η νεφρική κάθαρση του πλάσματος είναι εξαρτώμενα από τη δόση.
Η ινδομεθακίνη απορροφάται εύκολα και ταχέως από το γαστρεντερικό σωλήνα. Η βιοδιαθεσιμότητα είναι σχεδόν 100% μετά από χορήγηση από το στόμα και περίπου το 90% της δόσης απορροφάται εντός 4 ωρών. Η βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 80-90% μετά από υποθετική χορήγηση.
Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα μετά από μία εφάπαξ δόση από το στόμα επιτεύχθηκαν μεταξύ 0,9 ± 0,4 και 1,5 ± 0,8 ώρες σε νηστεύοντες. Παρά τη μεγάλη διατομεακή μεταβλητότητα, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα είναι ανάλογες της δόσης και κυμαίνονταν κατά μέσο όρο 1,54 ± 0,76 μg/mL, 2,65 ± 1,03 μg/mL και 4,92 ± 1,88 μg/mL μετά από εφάπαξ δόσεις 25 mg, 50 mg και 75 mg σε νηστεύοντες, αντίστοιχα.
Με ένα τυπικό θεραπευτικό σχήμα 25 ή 50 mg τρεις φορές την ημέρα, οι σταθερές συγκεντρώσεις ινδομεθακίνης στο πλάσμα είναι κατά μέσο όρο 1,4 φορές υψηλότερες από αυτές μετά την πρώτη δόση.
Η ινδομεθακίνη απεκκρίνεται μέσω νεφρικής απέκκρισης, μεταβολισμού και χολικής απέκκρισης. Υπόκειται επίσης σε εντεροηπατική κυκλοφορία μέσω της απέκκρισης των γλυκουρονιδικών μεταβολιτών της στη χολή, ακολουθούμενη από επαναρρόφηση της ινδομεθακίνης μετά από υδρόλυση. Η έκταση της συμμετοχής στην εντεροηπατική κυκλοφορία κυμαίνεται από 27 έως 115%.
Περίπου το 60% μιας δόσης από το στόμα ανακτάται στα ούρα ως φάρμακο και μεταβολίτες (26% ως ινδομεθακίνη και το γλυκουρονίδιο της), και 33% στα κόπρανα (1,5% ως ινδομεθακίνη).
Ο όγκος κατανομής κυμάνθηκε από 0,34 έως 1,57 L/kg μετά από χορήγηση από το στόμα, ενδοφλεβίως ή υποθετικά, εφάπαξ και πολλαπλών δόσεων ινδομεθακίνης σε υγιή άτομα. Η ινδομεθακίνη κατανέμεται στο αρθρικό υγρό και δεσμεύεται εκτενώς στους ιστούς. Έχει ανιχνευθεί σε ανθρώπινο μητρικό γάλα και πλακούντα. Αν και η ινδομεθακίνη έχει αποδειχθεί ότι διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό (BBB), η εκτεταμένη δέσμευσή της στις πρωτεΐνες του πλάσματος επιτρέπει μόνο στο μικρό κλάσμα της ελεύθερης ή μη δεσμευμένης ινδομεθακίνης να διαχέεται μέσω του BBB.
Σε μια κλινική φαρμακοκινητική μελέτη, η κάθαρση πλάσματος της ινδομεθακίνης αναφέρθηκε ότι κυμαινόταν από 1 έως 2,5 mL/kg/min μετά από χορήγηση από το στόμα.
Ο ανοιχτός αρτηριακός πόρος (PDA) είναι συχνή επιπλοκή σε πρόωρα βρέφη. Η ενδοφλέβια ινδομεθακίνη είναι η τυπική μέθοδος ιατρικής θεραπείας και έχει αποδειχθεί αποτελεσματική στο κλείσιμο του πόρου. Στο πλαίσιο μας, η ινδομεθακίνη από του στόματος χρησιμοποιείται τακτικά για την ιατρική θεραπεία του υποτιθέμενου ή κλινικά διαγνωσμένου PDA. Η μη διαθεσιμότητα της παρεντερικής μορφής και η έλλειψη πληροφοριών σχετικά με τη φαρμακοκινητική διάθεση της ινδομεθακίνης σε πρόωρα βρέφη στον βορειοϊνδικό πληθυσμό μας οδήγησαν στη διεξαγωγή αυτής της φαρμακοκινητικής μελέτης με ινδομεθακίνη από του στόματος. Είκοσι πρόωρα βρέφη με ηλικία κύησης 30,3 ± 0,3 εβδομάδες και βάρος γέννησης, 1209,8 ± 39,5 g, που νοσηλεύτηκαν στη νεογνική μονάδα του Νοσοκομείου Nehru, Postgraduate Institute of Medical Education and Research (PGIMER), Chandigarh, συμμετείχαν στη μελέτη. Χορηγήθηκε ινδομεθακίνη σε μία εφάπαξ δόση από το στόμα 0,2 mg/kg και συλλέχθηκαν δείγματα αίματος μέσω κεντρικού αγγειακού καθετήρα στις 0, 1, 2, 4, 8 και 12 ώρες μετά τη χορήγηση της ινδομεθακίνης. Οι συγκεντρώσεις ινδομεθακίνης στο πλάσμα αναλύθηκαν με φασματοφθορομετρική τεχνική. Παρατηρήθηκε μεγάλη διατομεακή μεταβλητότητα στις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax; 137,9 ± 14,0 ng/mL), τον χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής (t1/2 el; 21,4 ± 1,7 ώρες) και την περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκεντρώσεων-χρόνου (AUC0-άπειρο; 4172 ± 303 ng.hr/mL) σε αυτά τα βρέφη. Μεταβλητές όπως το βάρος γέννησης και το φύλο δεν είχαν σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της ινδομεθακίνης. Ωστόσο, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής στο πλάσμα (t1/2 el) της ινδομεθακίνης ήταν σημαντικά (P < 0,01) μεγαλύτερος σε μεγαλύτερα βρέφη (ηλικία κύησης > 30 εβδομάδες) σε σύγκριση με τα μικρότερα (ηλικία κύησης ≤ 30 εβδομάδες). Υπήρχε αρνητική συσχέτιση μεταξύ της ηλικίας κύησης και του χρόνου ημίσειας ζωής αποβολής (r = -0,77).
Συμπερασματικά, η φαρμακοκινητική της ινδομεθακίνης έδειξε μεγάλη μεταβλητότητα σε πρόωρα βρέφη. Υπό το φως αυτών των ευρημάτων, μπορεί να υποτεθεί ότι τα βρέφη μικρότερης ηλικίας κύησης διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο συσσωρευτικής τοξικότητας εάν χορηγηθεί περισσότερες από μία δόσεις ινδομεθακίνης. Με την αύξηση της ηλικίας, ο μεταβολισμός καθώς και η απέκκριση του φαρμάκου είναι ταχύτερες, γεγονός που μπορεί να απαιτεί τροποποίηση της δόσης της ινδομεθακίνης για την επίτευξη θεραπευτικής απόκρισης. Αυτά τα προκαταρκτικά αποτελέσματα μπορεί να είναι χρήσιμα στον σχεδιασμό μελλοντικών φαρμακοκινητικών μελετών της ινδομεθακίνης από του στόματος σε πρόωρα νεογνά με μεγαλύτερο δείγμα.
Περίπου το 33% ή περισσότερο μιας δόσης 25 mg ινδομεθακίνης από του στόματος απεκκρίνεται στα κόπρανα κυρίως ως απομεθυλιωμένοι μεταβολίτες στις μη συζευγμένες μορφές τους. Το 1,5% της απέκκρισης του φαρμάκου στα κόπρανα συμβαίνει ως ινδομεθακίνη. Η ινδομεθακίνη και οι συζεύξεις της υφίστανται εντεροηπατική κυκλοφορία.
Σε μια μελέτη σε υγιείς ενήλικες που νήστευαν, οι μέγιστες συγκεντρώσεις ινδομεθακίνης στο πλάσμα επετεύχθησαν σε 0,5-2 ώρες και ήταν περίπου 0,8-2,5 ug/mL μετά από εφάπαξ δόση 25 mg από το στόμα, και 2,5-4 ug/mL μετά από δόση 50 mg από το στόμα. Όταν η ινδομεθακίνη χορηγήθηκε από το στόμα σε υγιή άτομα που νήστευαν σε δόσεις 25 mg τρεις φορές ημερησίως, οι μέσες συγκεντρώσεις του φαρμάκου σε κατάσταση ισορροπίας κυμαίνονταν από 0,39-0,63 ug/mL.
Σε πρόωρα νεογνά, η απορρόφηση της ινδομεθακίνης από το στόμα φαίνεται να είναι φτωχή και ατελής. Η βιοδιαθεσιμότητα αναφέρεται ότι είναι μόνο περίπου 20%. Έχει προταθεί ότι η φτωχή απορρόφηση από το στόμα του φαρμάκου σε πρόωρα νεογνά μπορεί να οφείλεται σε ανώμαλη διάχυση εξαρτώμενη από το pH και γαστρική κινητικότητα, καθώς και σε χαμηλότερη έκκριση γαστρικού οξέος. Στα νεογνά, ο χρόνος κένωσης του στομάχου και η κινητικότητα είναι αυξημένα και η περισταλτικότητα είναι ακανόνιστη και απρόβλεπτη.
Επιπλέον, η έλλειψη διαλυτότητας της μορφής κάψουλας της ινδομεθακίνης σε υδατώδη μέσα μπορεί να παρουσιάσει προβλήματα στην παροχή του φαρμάκου και την απορρόφησή του από εκχυλιστικά παρασκευάσματα.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρες) για την ΙΝΔΟΜΕΘΑΣΙΝΗ (20 συνολικά), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
Η ινδομεθακίνη είναι ένα ασθενές οργανικό οξύ που δεσμεύεται κατά 90-99% σε πρωτεΐνες του πλάσματος στο αναμενόμενο εύρος των θεραπευτικών συγκεντρώσεων στο πλάσμα. Όπως και άλλα ΜΣΑΦ, η ινδομεθακίνη δεσμεύεται στην αλβουμίνη του πλάσματος, αλλά δεν δεσμεύεται στα ερυθρά αιμοσφαίρια.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η ινδομεθακίνη υφίσταται ηπατικό μεταβολισμό που περιλαμβάνει γλυκουρονιδίωση, O-δεσμεθυλίωση και N-απεακυλίωση. Οι μεταβολίτες O-δεσμεθυλο-ινδομεθακίνη, N-δεσχλωροβενζοϋλ-ινδομεθακίνη και O-δεσμεθυλο-N-δεσχλωροβενζοϋλ-ινδομεθακίνη και τα γλυκουρονίδιά τους είναι κυρίως ανενεργά και δεν έχουν φαρμακολογική δράση. Μη συζευγμένοι μεταβολίτες ανιχνεύονται επίσης στο πλάσμα. Η υψηλή της βιοδιαθεσιμότητα υποδηλώνει ότι η ινδομεθακίνη είναι απίθανο να υπόκειται σε μεταβολισμό πρώτης διόδου.
Η ινδομεθακίνη μεταβολίζεται στο ήπαρ στο συζευγμένο γλυκουρονίδιο της και σε δεσμεθυλικούς, δεσβενζοϋλικούς και δεσμεθυλο-δεσβενζοϋλικούς μεταβολίτες και στα γλυκουρονίδιά τους. Αυτοί οι μεταβολίτες δεν φαίνεται να έχουν αντιφλεγμονώδη δράση. Ένα μέρος του φαρμάκου υφίσταται επίσης N-απεακυλίωση από ένα μη μικροσωμικό σύστημα.
Η ινδομεθακίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν (2S,3S,4S,5R)-6-[2-[1-(4-χλωροβενζοϋλ)-5-μεθοξυ-2-μεθυλινδολ-3-υλ]ακετυλ]οξυ-3,4,5-τριυδροξυοξάνη-2-καρβοξυλικό οξύ και O-Δεσμεθυλοινδομεθακίνη.
Ηπατικός. Οδός Απέκκρισης: Η ινδομεθακίνη απεκκρίνεται μέσω νεφρικής απέκκρισης, μεταβολισμού και χολικής απέκκρισης.
Χρόνος Ημίσειας Ζωής: 4,5 ώρες
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Η διάθεση της ινδομεθακίνης από το πλάσμα αναφέρεται ότι είναι διφασική, με χρόνο ημίσειας ζωής 1 ώρα κατά την αρχική φάση και 2,6–11,2 ώρες κατά τη δεύτερη φάση. Είναι δυνατές διατομεακές και ενδοτομεακές μεταβολές λόγω της εκτεταμένης και σποραδικής φύσης της εντεροηπατικής ανακύκλωσης και της χολικής εκκένωσης του φαρμάκου. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της ινδομεθακίνης από το στόμα εκτιμάται σε περίπου 4,5 ώρες.
Η διάθεση της ενδοφλέβιας ινδομεθακίνης σε πρόωρα νεογνά έδειξε μεταβολή μεταξύ των πρόωρων βρεφών. Σε νεογνά ηλικίας άνω των 7 ημερών, ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της ενδοφλέβιας ινδομεθακίνης στο πλάσμα ήταν περίπου 20 ώρες, κυμαινόμενος από 15 ώρες σε βρέφη βάρους άνω των 1000 g και 21 ώρες σε βρέφη βάρους κάτω των 1000 g.
Οι συγκεντρώσεις ινδομεθακίνης στο πλάσμα μελετήθηκαν σε 5 υγιείς εθελοντές μετά από εφάπαξ και πολλαπλές δόσεις (25 mg ενδοφλεβίως [iv], 25, 50 και 100 mg από του στόματος, 100 mg υποθετικά, και 25 mg τρεις φορές ημερησίως [tid]). Σε 8 άλλους φυσιολογικούς μάρτυρες και σε 5 ασθενείς χορηγήθηκε εφάπαξ δόση 50 mg ινδομεθακίνης από του στόματος και η συγκέντρωση της ινδομεθακίνης παρακολουθήθηκε από 8 έως 32 ώρες μετά τη χορήγηση… Ο χρόνος ημίσειας ζωής της β-φάσης κυμάνθηκε μεταξύ 2,6 και 11,2 ωρών.
Σε πρόωρα νεογνά, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της ινδομεθακίνης από τον ορό ή το πλάσμα είναι αντιστρόφως ανάλογος της ηλικίας μετά τη γέννηση. Σε περιορισμένο αριθμό νεογνών, ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της ινδομεθακίνης στο πλάσμα αναφέρθηκε ότι είναι περίπου 20-28 ώρες σε αυτούς που έλαβαν το φάρμακο κατά την πρώτη εβδομάδα της ζωής, σε σύγκριση με περίπου 12-19 ώρες σε αυτούς που έλαβαν το φάρμακο μετά την πρώτη εβδομάδα. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής στα νεογνά μπορεί επίσης να είναι αντιστρόφως ανάλογος του σωματικού βάρους. Σε μια μελέτη, ο χρόνος ημίσειας ζωής της ινδομεθακίνης στο πλάσμα έδειξε σημαντική διατομεακή μεταβλητότητα, αλλά κυμάνθηκε κατά μέσο όρο 21 ώρες σε νεογνά βάρους κάτω του 1 kg και 15 ώρες σε αυτά βάρους άνω του 1 kg. Η συνολική κάθαρση σώματος της ινδομεθακίνης αυξάνεται με την αύξηση της ηλικίας μετά τη γέννηση. Προτάθηκε ότι η εκτεταμένη εντεροηπατική κυκλοφορία μπορεί να συμβαίνει συχνά σε πρόωρα νεογνά και να συμβάλλει στον σχετικά μεγάλο χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής.
Σε μελέτες σε υγιείς ενήλικες ή ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα, η εξαφάνιση της ινδομεθακίνης από το πλάσμα φαίνεται να είναι διφασική με χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 1 ώρα κατά την αρχική φάση και 2,6-11,2 ώρες κατά τη δεύτερη φάση. Οι μεταβολές στον τελικό χρόνο ημίσειας ζωής στο πλάσμα μπορεί να οφείλονται σε ατομικές διαφορές στην εντεροηπατική κυκλοφορία του φαρμάκου. Φαίνεται να μην υπάρχει διαφορά μεταξύ του χρόνου ημίσειας ζωής στο πλάσμα σε υγιείς ενήλικες και σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα.
Σε μια μελέτη σε υγιείς ενήλικες και ασθενείς με αρθρίτιδα, ο χρόνος ημίσειας ζωής εξαφάνισης της ινδομεθακίνης από το αρθρικό υγρό ήταν 9 ώρες.
… Είκοσι πρόωρα βρέφη με ηλικία κύησης 30,3 ± 0,3 εβδομάδες και βάρος γέννησης, 1209,8 ± 39,5 g, που νοσηλεύτηκαν στη νεογνική μονάδα του Νοσοκομείου Nehru, Postgraduate Institute of Medical Education and Research (PGIMER), Chandigarh, συμμετείχαν στη μελέτη. Χορηγήθηκε ινδομεθακίνη σε μία εφάπαξ δόση από το στόμα 0,2 mg/kg και συλλέχθηκαν δείγματα αίματος μέσω κεντρικού αγγειακού καθετήρα στις 0, 1, 2, 4, 8 και 12 ώρες μετά τη χορήγηση της ινδομεθακίνης. Οι συγκεντρώσεις ινδομεθακίνης στο πλάσμα αναλύθηκαν με φασματοφθορομετρική τεχνική. Παρατηρήθηκε μεγάλη διατομεακή μεταβλητότητα στις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax; 137,9 ± 14,0 ng/mL), τον χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής (t1/2 el; 21,4 ± 1,7 ώρες) και την περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκεντρώσεων-χρόνου (AUC0-άπειρο; 4172 ± 303 ng.hr/mL) σε αυτά τα βρέφη. Μεταβλητές όπως το βάρος γέννησης και το φύλο δεν είχαν σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της ινδομεθακίνης. Ωστόσο, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής στο πλάσμα (t1/2 el) της ινδομεθακίνης ήταν σημαντικά (P < 0,01) μεγαλύτερος σε μεγαλύτερα βρέφη (ηλικία κύησης > 30 εβδομάδες) σε σύγκριση με τα μικρότερα (ηλικία κύησης ≤ 30 εβδομάδες). Υπήρχε αρνητική συσχέτιση μεταξύ της ηλικίας κύησης και του χρόνου ημίσειας ζωής αποβολής (r = -0,77). …
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατηγοριοποίηση MeSH
- Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα: Μη στεροειδή. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση προσταγλανδινών μέσω αναστολής της κυκλοοξυγενάσης, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικούς ενδοϋπεροξειδικούς εστέρες, πρόδρομους των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές τους δράσεις. Άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις τους.
- Παράγοντες που επηρεάζουν την καρδιακή σύσπαση: Επηρεάζουν τον ρυθμό ή την ένταση της καρδιακής σύσπασης, τη διάμετρο των αιμοφόρων αγγείων ή τον όγκο του αίματος.
- Ουρικοζουρικά Φάρμακα: Αυξάνουν την απέκκριση ουρικού οξέος από τα νεφρά (ΟΥΡΙΚΟΖΟΥΡΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ), μειώνουν την παραγωγή ουρικού οξέος (ΑΝΤΙΟΥΡΙΚΑ) ή ανακουφίζουν από τον πόνο και τη φλεγμονή των οξέων κρίσεων ουρικής αρθρίτιδας.
- Φάρμακα Τοκολυτικά: Προλαμβάνουν τον πρόωρο τοκετό και τη γέννηση πρόωρων βρεφών, καταστέλλοντας τις συσπάσεις της μήτρας (ΤΟΚΟΛΥΣΗ). Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την καθυστέρηση της πρόωρης δραστηριότητας της μήτρας περιλαμβάνουν θειικό μαγνήσιο, β-μιμητικά, ανταγωνιστές ωκυτοκίνης, αναστολείς διαύλων ασβεστίου και αγωνιστές β-αδρενεργών υποδοχέων. Η χρήση ενδοφλέβιας αλκοόλης ως τοκολυτικό έχει πλέον καταργηθεί.
- Αναστολείς Κυκλοοξυγενάσης: Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με την κυκλοοξυγενάση (ΠΡΟΣΤΑΓΛΑΝΔΙΝΗ-ΕΝΔΟΠΕΡΟΞΕΙΔΗ ΣΥΝΘΑΣΗ) και έτσι εμποδίζουν τον συνδυασμό του υποστρώματος-ενζύμου τους με το αραχιδονικό οξύ και τον σχηματισμό εικοσανοειδών, προσταγλανδινών και θρομβοξανών.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατηγοριοποίηση FDA
XXE1CET956
ΙΝΔΟΜΕΘΑΣΙΝΗ
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυκλοοξυγενάσης
Χημική Δομή [CS] - Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Μη Στεροειδές Αντιφλεγμονώδες Φάρμακο
Η ινδομεθακίνη είναι ένα Μη Στεροειδές Αντιφλεγμονώδες Φάρμακο. Ο μηχανισμός δράσης της ινδομεθακίνης είναι ως Αναστολέας Κυκλοοξυγενάσης.
ΙΝΔΟΜΕΘΑΣΙΝΗ
Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα [CS]; Μη Στεροειδές Αντιφλεγμονώδες Φάρμακο [EPC]; Αναστολείς Κυκλοοξυγενάσης [MoA]
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Κατηγοριοποίηση MeSH
- Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα: Μη στεροειδή. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση προσταγλανδινών μέσω αναστολής της κυκλοοξυγενάσης, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικούς ενδοϋπεροξειδικούς εστέρες, πρόδρομους των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές τους δράσεις. Άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις τους.
- Παράγοντες που επηρεάζουν την καρδιακή σύσπαση: Επηρεάζουν τον ρυθμό ή την ένταση της καρδιακής σύσπασης, τη διάμετρο των αιμοφόρων αγγείων ή τον όγκο του αίματος.
- Ουρικοζουρικά Φάρμακα: Αυξάνουν την απέκκριση ουρικού οξέος από τα νεφρά (ΟΥΡΙΚΟΖΟΥΡΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ), μειώνουν την παραγωγή ουρικού οξέος (ΑΝΤΙΟΥΡΙΚΑ) ή ανακουφίζουν από τον πόνο και τη φλεγμονή των οξέων κρίσεων ουρικής αρθρίτιδας.
- Φάρμακα Τοκολυτικά: Προλαμβάνουν τον πρόωρο τοκετό και τη γέννηση πρόωρων βρεφών, καταστέλλοντας τις συσπάσεις της μήτρας (ΤΟΚΟΛΥΣΗ). Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την καθυστέρηση της πρόωρης δραστηριότητας της μήτρας περιλαμβάνουν θειικό μαγνήσιο, β-μιμητικά, ανταγωνιστές ωκυτοκίνης, αναστολείς διαύλων ασβεστίου και αγωνιστές β-αδρενεργών υποδοχέων. Η χρήση ενδοφλέβιας αλκοόλης ως τοκολυτικό έχει πλέον καταργηθεί.
- Αναστολείς Κυκλοοξυγενάσης: Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με την κυκλοοξυγενάση (ΠΡΟΣΤΑΓΛΑΝΔΙΝΗ-ΕΝΔΟΠΕΡΟΞΕΙΔΗ ΣΥΝΘΑΣΗ) και έτσι εμποδίζουν τον συνδυασμό του υποστρώματος-ενζύμου τους με το αραχιδονικό οξύ και τον σχηματισμό εικοσανοειδών, προσταγλανδινών και θρομβοξανών.