INDOMETACIN
Ινδομεθακίνη
Στην ομάδα αυτή περιλαμβάνονται, η ινδομεθακίνη, η δικλοφενάκη, η σουλινδάκη, η τολμετίνη και η ασεμετασίνη. Πρόκειται για ισχυρά αντιφλεγμονώδη φάρμακα με σχετικά περιορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες (στις συνήθεις θεραπευτικές δόσεις). Oι συνηθέστερα αναφερόμενες αφορούν το …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-FORTATHRIN
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Στόμα
- Χορήγηση: Μετά τα κύρια γεύματα
- Δόση έναρξης: μία κάψουλα Fortathrin Retard κάθε βράδυ
- Τιτλοποίηση: Σε κρίσεις ουρικής αρθρίτιδας: 2 κάψουλες Fortathrin Retard των 75mg την ημέρα μέχρι να υποχωρήσει το άλγος. Στη συνέχεια η δόση μειώνεται σε μία κάψουλα κάθε βράδυ και ακολούθως διακόπτεται με την υποχώρηση των τοπικών φλεγμονωδών φαινομένων και την διόγκωσης.
-
Ρευματοειδής αρθρίτιδα, αγκυλωτική σπονδυλαρθρίτιδα, ορo-αρνητικές σπονδυλαρθρίτιδες, και βαριές ή μέτριας βαρύτητας οστεοαρθρίτιδεςΔόσημία κάψουλα Fortathrin Retard κάθε βράδυΜέγ. δόσημία κάψουλα Fortathrin Retard των 75mg ανά 12/ωροΌταν χορηγείται μία κάψουλα την ημέρα, να λαμβάνεται κατά προτίμηση το βράδυ.
-
Επώδυνος ώμος, τενοντίτιδες, τενοντοθυλακίτιδες κλπ.Δόση1-2 κάψουλες το 24/ωροΣυνήθως διάρκεια θεραπείας 7-14 ημέρες.
-
Κρίσεις ουρικής αρθρίτιδαςΔόση2 κάψουλες Fortathrin Retard των 75mg την ημέρα μέχρι να υποχωρήσει το άλγος. Στη συνέχεια μία κάψουλα κάθε βράδυ.Συνήθως το άλγος υποχωρεί σε 2-4 ώρες, τα τοπικά φλεγμονώδη φαινόμενα σε 24-36 ώρες και η διόγκωση σε 3-5 ημέρες.
-
Χρόνια αρθρίτιδα με τόφουςΔόσημία κάψουλα την ημέρα
-
Υπόλοιπες ενδείξειςΗ δόση καθορίζεται ανάλογα με την περίπτωση.
block
SPC-FORTATHRIN
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Ιστορικό γαστρεντερικής αιμορραγίας ή διάτρησης, σχετιζόμενη με προηγούμενη θεραπεία με άλλα αντιφλεγμονώδη μη-στεροειδή φάρμακα.
-
Ενεργό ή με ιστορικό επαναλαμβανόμενου πεπτικού έλκους / αιμορραγίας, γαστρίτιδα ή άλλες οργανικές παθήσεις του γαστρεντερικού.
-
Παιδιά κάτω των 14 ετών.
-
Ασθενείς με ρινικούς πολύποδες συνοδευόμενους από αγγειονευρωτικό οίδημα ή με ιστορικό βρογχοσπασμού από ασπιρίνη ή άλλα αντιφλεγμονώδη μη-στεροειδή φάρμακα.
-
Βαριά νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια.
-
Εγκυμοσύνη και γαλουχία.
-
Σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια.
warning
SPC-FORTATHRIN
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Γενικές προειδοποιήσειςΟι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να ελαχιστοποιηθούν χρησιμοποιώντας τη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση για το ελάχιστο χρονικό διάστημα αναγκαίο για τον έλεγχο των συμπτωμάτων (βλ. Δοσολογία και γαστρεντερικοί και καρδιαγγειακοί κίνδυνοι, πιο κάτω).
-
Χορήγηση ινδομεθακίνηςπροσοχήΝα χορηγείται με ιδιαίτερη προσοχή σε άτομα με διαταραχές πηκτικότητας, επιληψία, νόσο του Parkinson, ψυχιατρικά προβλήματα, καρδιακή ανεπάρκεια, ή στεφανιαία νόσο καθώς και σε ηλικιωμένα άτομα (αυξημένη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών).
-
Κάλυψη συμπτωμάτων λοίμωξηςπροσοχήΕπειδή το Fortathrin μπορεί να καλύψει τα συμπτώματα υποκείμενης λοίμωξης, θα πρέπει να χορηγείται με ιδιαίτερη προσοχή σε υποψία ύπαρξης λοιμώξεων.
-
Συνχορήγηση άλλων ΜΣΑΦΗ συνχορήγηση του Fortathrin μαζί με άλλα αντιφλεγμονώδη μη-στεροειδή φάρμακα, συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων κυκλο-οξυγενάσης-2, πρέπει να αποφεύγεται.
-
ΗλικιωμένοιΈχουν αυξημένη συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών, ιδιαίτερα γαστρεντερικές αιμορραγίες και διατρήσεις που μπορεί να είναι μοιραίες (βλέπε Δοσολογία).
-
Γαστρεντερική αιμορραγία, έλκος και διάτρησηΈχουν αναφερθεί περιστατικά που μπορούν να είναι μοιραία, σε οποιαδήποτε στιγμή κατά την διάρκεια της θεραπείας με όλα τα αντιφλεγμονώδη μη-στεροειδή φάρμακα, με ή χωρίς προειδοποιητικά συμπτώματα ή με προηγούμενο ιστορικό σοβαρών γαστρεντερικών παθήσεων. Ο κίνδυνος είναι υψηλότερος σε αυξανόμενες δόσεις, σε ασθενείς με ιστορικό έλκους (ιδιαίτερα με περιπλοκή αιμορραγίας ή διάτρησης, βλ. Αντενδείξεις) και σε ηλικιωμένους. Αυτοί οι ασθενείς πρέπει να αρχίσουν θεραπεία με την χαμηλότερη δυνατή δόση. Η συνδυασμένη θεραπεία με προστατευτικούς παράγοντες (π.χ. misoprostol ή αναστολείς αντλιών πρωτονίου) πρέπει να αναθεωρηθεί, όπως και για ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα χαμηλή δόση ασπιρίνης ή άλλα φάρμακα που αυξάνουν τον γαστρεντερικό κίνδυνο (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής τοξικότητας (ιδιαίτερα ηλικιωμένοι)Πρέπει να αναφέρουν οποιαδήποτε ασυνήθιστα κοιλιακά συμπτώματα (ιδιαίτερα γαστρεντερική αιμορραγία), ειδικότερα στα αρχικά στάδια της θεραπείας.
-
Συγχορήγηση φαρμάκων που αυξάνουν τον κίνδυνο έλκους ή αιμορραγίαςΠροσοχή συνίσταται σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη αγωγή όπως από του στόματος κορτικοστεροειδή, αντιπηκτικά (βαρφαρίνη), εκλεκτούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης ή αντιθρομβωτικούς παράγοντες (ασπιρίνη) (βλέπε Λήμμα 4.5).
-
Γαστρεντερική αιμορραγία ή έλκοςΌταν εμφανίζεται, η θεραπεία με το Fortathrin πρέπει να διακοπεί.
-
Ιστορικό γαστρεντερικών παθήσεων (ελκώδης κολίτιδα, πάθηση Crohn’s)Τα ΜΣΑΦ πρέπει να χορηγούνται με προσοχή, αφού αυτές οι παθήσεις μπορούν να αυξηθούν (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Ιστορικό υπέρτασης και / ή καρδιακής ανεπάρκειαςΧρειάζεται προσοχή λόγω κατακράτησης υγρών και οιδήματος.
-
Καρδιαγγειακές και αγγειοεγκεφαλικές επιδράσειςΑπαιτείται κατάλληλη παρακολούθηση και παροχή συμβουλών σε ασθενείς με ιστορικό υπέρτασης ή / και ελαφράς ή μέτριας συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας λόγω κατακράτησης υγρών και οιδήματος που σχετίζονται με τη θεραπεία με ΜΣΑΦ. Στοιχεία από κλινικές δοκιμές και επιδημιολογικές έρευνες καταδεικνύουν ότι η χρήση ορισμένων ΜΣΑΦ (ειδικά σε ψηλές δόσεις και μακροχρόνια θεραπεία) δυνατό να συσχετίζεται με μικρή αύξηση του κινδύνου αρτηριακών θρομβωτικών επεισοδίων (π.χ. έμφραγμα μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο). Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να αποκλείσουν αυτόν τον κίνδυνο για την ινδομεθακίνη. Ασθενείς με μη ελεγχόμενη υπέρταση, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, αποδεδειγμένη ισχαιμική καρδιοπάθεια, περιφερική αρτηριακή νόσο ή / και αγγειοεγκεφαλική νόσο πρέπει να τυγχάνουν θεραπείας μόνο μετά από προσεκτική εξέταση. Παρόμοια εξέταση πρέπει να διενεργείται πριν την έναρξη μακροχρόνιας θεραπείας σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, κάπνισμα).
-
Δερματικές αντιδράσειςπολύ σπάνιεςΈχουν αναφερθεί πολύ σπανίως σοβαρές, ορισμένες και θανατηφόρες, περιπτώσεις δερματικών αντιδράσεων, συμπεριλαμβανομένου exfoliative dermatitis, Σύνδρομο Stevens Johnson, και τοξική επιδερμική νεκρόλυση (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς που εμφανίζουν αυτές τις αντιδράσεις στα αρχικά στάδια της θεραπείας βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο (συνήθως εντός του πρώτου μήνα). Η θεραπεία πρέπει να διακοπεί με την πρώτη εμφάνιση δερματικών εξανθημάτων, αλλοιώσεις βλεννωδών μεμβρανών, ή οποιουδήποτε άλλου σημαδιού υπερευαισθησίας.
swap_horiz
SPC-FORTATHRIN
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΣαλικυλικάΑναστέλλεται η αντιφλεγμονώδης δράση και αυξάνεται ο κίνδυνος γαστρεντερικών εξελκώσεων. Το ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ασπιρίνη) μειώνει την απορρόφηση του Fortathrin, αυξάνει την ημιπερίοδο ζωής του στο πλάσμα και ενισχύει τις τοξικές τους επιδράσεις.
-
ΠροβενεκίδηΕνισχύεται η δράση του Fortathrin από αναστολή της απέκκρισης από τους νεφρούς, αυξάνονται τα επίπεδα στο αίμα και η ημιπερίοδος ζωής του. Το ουρικοπεκκριτικό αποτέλεσμα της προβενεκίδης δεν επηρεάζεται.
-
Διουρητικά θειαζιδικά ή της αγκύλης (φουροσεμίδη, βουμετανίδη)Μπορεί να μειωθεί η δράση τους.
-
ΤριαμτερένηΜπορεί να μειωθεί σημαντικά η νεφρική λειτουργία με νεφροτοξικό αποτέλεσμα.
-
ΚορτικοειδήΕνισχύεται η δράση τους από εκτόπιση από τις πρωτεΐνες του πλάσματος, αυξάνονται τα κορτικοειδή στο αίμα. Αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικών ελκών ή αιμορραγιών.
-
Κουμαρινικά αντιπηκτικά (π.χ. βαρφαρίνη)Αυξημένος χρόνος προθρομβίνης λόγω ενίσχυσης της δράσης τους. Μπορεί να απαιτηθεί αναπροσαρμογή και μείωση της δοσολογίας τους.
-
Αντι-θρομβωτικοί παράγοντες και εκλεκτοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs)Αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας.
-
Προπρανολόλη, ενδεχομένως άλλες β-αδρενεργικές αναστολείςΜειώνεται το αντιυπερτασικό τους αποτέλεσμα.
-
Αντιυπερτασικά φάρμακα (συμπεριλαμβανομένης της καπτοπρίλης)Μπορεί να μειωθεί η δράση τους.
-
Από μειωμένη κάθαρση αυξάνεται η δράση και τα επίπεδα του Fortathrin στο αίμα κατά 30-35%. Επιβάλλεται μείωση της δόσης ινδομεθακίνης.
-
Φαινυλοβουταζόνη και πυραζολονικάΕνισχύεται η δράση του Fortathrin εξ αίτιας των θέσεων δέσμευσης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Αυξημένος κίνδυνος τοξικών επιδράσεων, ιδιαίτερα από το γαστρεντερικό.
-
Ανθρακικό λίθιοΕνισχύεται η δράση του και υπάρχει κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
Αυξάνονται τα επίπεδα της στο αίμα με κίνδυνο εμφάνισης τοξικού δακτυλιτισμού.
-
Θυρεοειδικά φάρμακαΜπορεί να ενισχυθεί η καρδιοτοξικότητά τους.
-
Μπορεί να προκληθεί σοβαρή υπερτασική κρίση.
-
ΑντιόξιναΜπορεί να καθυστερήσει η απορρόφηση του Fortathrin και να μειωθούν τα επίπεδά του στο αίμα μέχρι 50%.
-
Εμβόλιο ιλαράςΜπορεί να ενισχυθεί η σοβαρότητα των αντιδράσεων του εμβολίου μέχρι και της εμφάνισης αιμορραγιών.
-
Αλληλεπιδράσεις.
sick
SPC-FORTATHRIN
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ναυτία
- εμετοί
- επιγαστραλγία
- δυσπεπτικά ενοχλήματα
- τυμπανισμός
- κοιλιακός πόνος
- καύσος
- δυσκοιλιότητα
- διάρροια
- πολλαπλές εξελκώσεις του γαστρεντερικού (οισοφάγου, στομάχου, λεπτού εντέρου)
- πρόκληση πεπτικού έλκους, διατρήσεων ή και αιμορραγίας (ενίοτε θανατηφόρου) ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους
- σιδηροπενική αναιμία από χρόνια λανθάνουσα αιμορραγία
- ανορεξία
- πρωκτίτιδα
- ελκώδης στοματίτιδα
- διάτρηση προϋπαρχουσών βλαβών του παχέος εντέρου
- επιδείνωση ελκώδους κολίτιδα τμηματική εντερίτιδα και πάθηση Crohn’s
- malaena
- haematemesis
- ηπατίτιδα με ίκτερο (κάποτε θανατηφόρα)
- γαστρίτιδα
- κεφαλαλγία (εντονότερη το πρωί, επιμονή επιβάλλει διακοπή)
- ζάλη
- υπνηλία
- κατάθλιψη
- εύκολη κόπωση
- άγχος
- αϋπνίες
- μυϊκή αδυναμία
- ψυχικές διαταραχές (διανοητική θόλωση, σύγχυση, διαταραχή προσωπικότητας)
- παραισθήσεις
- συγκοπικά επεισόδια
- περιφερική νευροπάθεια
- σπασμοί
- κώμα
- επιδείνωση επιληψίας ή νόσου του Parkinson
- αιμολυτική ή απλαστική αναιμία
- πορφύρα
- μυελική καταστολή
- λευκοπενία
- ακοκκιοκυτταραιμία
- θρομβοπενία
- εναποθέσεις στον κερατοειδή
- βλάβες στον αμφιβληστροειδή συμπεριλαμβανομένης και της ωχράς κηλίδας
- θάμβος οράσεως
- εμβοές
- διαταραχές ακοής
- βαρηκοΐα
- υπέρταση
- ταχυκαρδία
- καρδιακή ανεπάρκεια
- αίσθημα παλμών
- θωρακικά άλγη
- οίδημα από κατακράτηση υγρών
- αιματουρία
- οξεία νεφρική ανεπάρκεια (αναστρέψιμη συνήθως)
- αύξηση της ουρίας
- αιμορραγίες από τον κόλπο
- κνησμός
- κνίδωση
- εξανθήματα
- οζώδες ερύθημα
- αγγειο-νευρωτικό οίδημα
- αγγειίτιδα
- αλωπεκία
- δύσπνοια
- σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας
- πτώση της αρτηριακής πίεσης (κατάσταση που μοιάζει με shock)
- φουσκαλίδες (Σύνδρομο Stevens Johnson, Τοξική Επιδερμική Νεκρόλυση)
- εξάψεις
- εφιδρώσεις
- υπεργλυκαιμία
- σακχαρουρία
- επιστάξεις
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
3-9%ΝαυτίαΠεπτικό
-
3-9%ΕμετοίΠεπτικό
-
3-9%ΕπιγαστραλγίαΠεπτικό
-
3-9%Δυσπεπτικά ενοχλήματαΠεπτικό
-
3-9%ΤυμπανισμόςΠεπτικό
-
3-9%Κοιλιακός πόνοςΠεπτικό
-
3-9%ΚαύσοςΠεπτικό
-
3-9%ΔυσκοιλιότηταΠεπτικό
-
3-9%ΔιάρροιαΠεπτικό
-
<1%Πολλαπλές εξελκώσεις του γαστρεντερικού (οισοφάγου, στομάχου, λεπτού εντέρου)Πεπτικό
-
<1%Πεπτικό έλκος, διάτρηση ή αιμορραγία (ενίοτε θανατηφόρος)Πεπτικό
-
<1%Σιδηροπενική αναιμία από χρόνια λανθάνουσα αιμορραγίαΠεπτικό
-
<1%ΑνορεξίαΠεπτικό
-
<1%ΠρωκτίτιδαΠεπτικό
-
<1%Ελκώδης στοματίτιδαΠεπτικό
-
<1%Διάτρηση προϋπαρχουσών βλαβών του παχέος εντέρουΠεπτικό
-
<1%Επιδείνωση ελκώδους κολίτιδας, τμηματικής εντερίτιδας και πάθησης Crohn’sΠεπτικό
-
<1%MalaenaΠεπτικό
-
<1%HaematemesisΠεπτικό
-
<1%Ηπατίτιδα με ίκτερο (κάποτε θανατηφόρα)Πεπτικό
-
Μικρότερη συχνότηταΓαστρίτιδαΠεπτικό
-
20-25%ΚεφαλαλγίαΚ.Ν.Σ.
-
>1%ΖάληΚ.Ν.Σ.
-
>1%ΥπνηλίαΚ.Ν.Σ.
-
>1%ΚατάθλιψηΚ.Ν.Σ.
-
>1%Εύκολη κόπωσηΚ.Ν.Σ.
-
<1%ΆγχοςΚ.Ν.Σ.
-
<1%ΑϋπνίεςΚ.Ν.Σ.
-
<1%Μυϊκή αδυναμίαΚ.Ν.Σ.
-
<1%Ψυχικές διαταραχές (διανοητική θόλωση, σύγχυση, διαταραχή προσωπικότητας)Κ.Ν.Σ.
-
<1%ΠαραισθήσειςΚ.Ν.Σ.
-
<1%Συγκοπικά επεισόδιαΚ.Ν.Σ.
-
<1%Περιφερική νευροπάθειαΚ.Ν.Σ.
-
<1%ΣπασμοίΚ.Ν.Σ.
-
<1%ΚώμαΚ.Ν.Σ.
-
<1%Επιδείνωση επιληψίας ή νόσου του ParkinsonΚ.Ν.Σ.
-
ΣπάνιαΑιμολυτική ή απλαστική αναιμίαΑίμα
-
ΣπάνιαΠορφύραΑίμα
-
ΣπάνιαΜυελική καταστολήΑίμα
-
ΣπάνιαΛευκοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιαΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
ΣπάνιαΘρομβοπενίαΑίμα
-
Εναποθέσεις στον κερατοειδήΟφθαλμοί και ώτα
-
Βλάβες στον αμφιβληστροειδή συμπεριλαμβανομένης και της ωχράς κηλίδαςΟφθαλμοί και ώτα
-
Θάμβος οράσεωςΟφθαλμοί και ώτα
-
ΕμβοέςΟφθαλμοί και ώτα
-
Διαταραχές ακοήςΟφθαλμοί και ώτα
-
ΒαρηκοΐαΟφθαλμοί και ώτα
-
ΥπέρτασηΚαρδιαγγειακό
-
ΤαχυκαρδίαΚαρδιαγγειακό
-
Καρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιαγγειακό
-
Αίσθημα παλμώνΚαρδιαγγειακό
-
Θωρακικά άλγηΚαρδιαγγειακό
-
Οίδημα από κατακράτηση υγρώνΚαρδιαγγειακό
-
ΑιματουρίαΟυροποιογεννητικό
-
Οξεία νεφρική ανεπάρκεια (αναστρέψιμη συνήθως)Ουροποιογεννητικό
-
Αύξηση της ουρίαςΟυροποιογεννητικό
-
Αιμορραγίες από τον κόλποΟυροποιογεννητικό
-
ΚνησμόςΔέρμα και υπερευαισθησία
-
ΚνίδωσηΔέρμα και υπερευαισθησία
-
ΕξανθήματαΔέρμα και υπερευαισθησία
-
Οζώδες ερύθημαΔέρμα και υπερευαισθησία
-
Αγγειο-νευρωτικό οίδημαΔέρμα και υπερευαισθησία
-
ΑγγειίτιδαΔέρμα και υπερευαισθησία
-
ΑλωπεκίαΔέρμα και υπερευαισθησία
-
ΔύσπνοιαΔέρμα και υπερευαισθησία
-
Σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειαςΔέρμα και υπερευαισθησία
-
Πτώση της αρτηριακής πίεσης (κατάσταση που μοιάζει με shock)Δέρμα και υπερευαισθησία
-
Πολύ σπάνιαΦουσκαλίδες (Σύνδρομο Stevens Johnson, Τοξική Επιδερμική Νεκρόλυση)Δέρμα και υπερευαισθησία
-
ΕξάψειςΆλλες
-
ΕφιδρώσειςΆλλες
-
ΥπεργλυκαιμίαΆλλες
-
ΣακχαρουρίαΆλλες
-
ΕπιστάξειςΆλλες
pregnant_woman
SPC-FORTATHRIN
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιδιότι η ασφάλεια κατά την εγκυμοσύνη δεν έχει τεκμηριωθεί.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΗ ινδομεθακίνη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα και γι’ αυτό δεν συνιστάται η χορήγηση κατά τη περίοδο της γαλουχίας.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-FORTATHRIN
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-FORTATHRIN
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-FORTATHRIN
expand_more
Δοσολογία
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να ελαχιστοποιηθούν χρησιμοποιώντας τη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση για το ελάχιστο χρονικό διάστημα αναγκαίο για τον έλεγχο των συμπτωμάτων (βλ. Λήμμα 4.4).
Ρευματοειδής αρθρίτιδα, αγκυλωτική σπονδυλαρθρίτιδα, ορo-αρνητικές σπονδυλαρθρίτιδες, και βαριές ή μέτριας βαρύτητας οστεοαρθρίτιδες
- Ελάχιστη δόση: μία κάψουλα Fortathrin Retard κάθε βράδυ.
- Μέγιστη δόση: μία κάψουλα Fortathrin Retard των 75mg ανά 12/ωρο.
- Σημείωση: Επειδή το Fortathrin είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικό στο νυκτερινό άλγος και την πρωινή δυσκαμψία, όταν χορηγείται μία κάψουλα την ημέρα, να λαμβάνεται κατά προτίμηση το βράδυ.
Επώδυνος ώμος, τενοντίτιδες, τενοντοθυλακίτιδες κλπ.
- Δόση: 1-2 κάψουλες το 24/ωρο.
- Διάρκεια θεραπείας: Συνήθως 7-14 ημέρες.
Κρίσεις ουρικής αρθρίτιδας
- Αρχική δόση: 2 κάψουλες Fortathrin Retard των 75mg την ημέρα μέχρι να υποχωρήσει το άλγος.
- Συντήρηση: μία κάψουλα κάθε βράδυ, και ακολούθως διακοπή με την υποχώρηση των τοπικών φλεγμονωδών φαινομένων και την διόγκωσης.
- Αναμενόμενη υποχώρηση: Άλγος σε 2-4 ώρες, τοπικά φλεγμονώδη φαινόμενα σε 24-36 ώρες, διόγκωση σε 3-5 ημέρες.
Χρόνια αρθρίτιδα με τόφους
- Δόση: Μία κάψουλα την ημέρα είναι συνήθως επαρκής.
Υπόλοιπες ενδείξεις
- Η δόση καθορίζεται ανάλογα με την περίπτωση.
Γενικές Οδηγίες
- Χορηγείται μετά τα κύρια γεύματα.
block
Αντενδείξεις
SPC-FORTATHRIN
expand_more
Αντενδείξεις
ΑΝΤΕΝΔΕΙΞΕΙΣ
- Σε ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής αιμορραγίας ή διάτρησης, σχετιζόμενη με προηγούμενη θεραπεία με άλλα αντιφλεγμονώδη μη-στεροειδή φάρμακα.
- Σε ασθενείς με ενεργό ή με ιστορικό επαναλαμβανόμενου πεπτικού έλκους / αιμορραγίας, γαστρίτιδα ή άλλες οργανικές παθήσεις του γαστρεντερικού.
- Σε παιδιά κάτω των 14 ετών.
- Σε ασθενείς με ρινικούς πολύποδες συνοδευόμενους από αγγειονευρωτικό οίδημα ή με ιστορικό βρογχοσπασμού από ασπιρίνη ή άλλα αντιφλεγμονώδη μη-στεροειδή φάρμακα.
- Σε βαριά νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια.
- Στην εγκυμοσύνη και γαλουχία.
- Σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-FORTATHRIN
expand_more
Προειδοποιήσεις
ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να ελαχιστοποιηθούν χρησιμοποιώντας τη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση για το ελάχιστο χρονικό διάστημα αναγκαίο για τον έλεγχο των συμπτωμάτων (βλ. Λήμμα 4.2 και γαστρεντερικοί και καρδιαγγειακοί κίνδυνοι, πιο κάτω).
Η ινδομεθακίνη πρέπει να χορηγείται με ιδιαίτερη προσοχή σε άτομα με διαταραχές πηκτικότητας, επιληψία, νόσο του Parkinson, ψυχιατρικά προβλήματα, καρδιακή ανεπάρκεια, ή στεφανιαία νόσο καθώς και σε ηλικιωμένα άτομα (αυξημένη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών). Επειδή το Fortathrin μπορεί να καλύψει τα συμπτώματα υποκείμενης λοίμωξης, θα πρέπει να χορηγείται με ιδιαίτερη προσοχή σε υποψία ύπαρξης λοιμώξεων.
Γαστρεντερικό:
Η συνχορήγηση του Fortathrin μαζί με άλλα αντιφλεγμονώδη μη-στεροειδή φάρμακα, συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων κυκλο-οξυγενάσης-2, πρέπει να αποφεύγεται.
Ηλικιωμένοι: οι ηλικιωμένοι έχουν αυξημένη συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών από αντιφλεγμονώδη μη-στεροειδή φάρμακα, ιδιαίτερα γαστρεντερικές αιμορραγίες και διατρήσεις που μπορεί να είναι μοιραίες (βλέπε Λήμμα 4.2)
Γαστρεντερική αιμορραγία, έλκος και διάτρηση: περιστατικά με γαστρεντερική αιμορραγία, έλκος ή διάτρηση, που μπορούν να είναι μοιραία, έχουν αναφερθεί σε οποιαδήποτε στιγμή κατά την διάρκεια της θεραπείας με όλα τα αντιφλεγμονώδη μη- στεροειδή φάρμακα, με ή χωρίς προειδοποιητικά συμπτώματα ή με προηγούμενο ιστορικό σοβαρών γαστρεντερικών παθήσεων.
Ο κίνδυνος εμφάνισης γαστρεντερικής αιμορραγίας, έλκους, ή διάτρησης είναι υψηλότερος σε αυξανόμενες δόσεις με αντιφλεγμονώδη μη-στεροειδή φάρμακα, σε ασθενείς με ιστορικό έλκους, ιδιαίτερα με περιπλοκή αιμορραγίας ή διάτρησης (βλέπε Λήμμα 4.3) και σε ηλικιωμένους. Αυτοί οι ασθενείς πρέπει να αρχίσουν θεραπεία με την χαμηλότερη δυνατή δόση. Συνδυασμός θεραπείας με προστατευτικούς παράγοντες (π.χ. misoprostol ή αναστολείς αντλιών πρωτονίου) για αυτούς τους ασθενείς πρέπει να αναθεωρηθεί, καθώς επίσης και για ασθενείς για τους οποίους απαιτείται ταυτόχρονα χαμηλή δόση ασπιρίνης, ή άλλα φάρμακα που πιθανόν να αυξήσουν το γαστρεντερικό κίνδυνο (βλέπε Λήμμα 4.5).
Ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής τοξικότητας, ιδιαίτερα οι ηλικιωμένοι, πρέπει να αναφέρουν οποιαδήποτε ασυνήθιστα κοιλιακά συμπτώματα (ιδιαίτερα γαστρεντερική αιμορραγία), ειδικότερα στα αρχικά στάδια της θεραπείας.
Προσοχή πρέπει να συνίσταται στους ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη φαρμακευτική αγωγή η οποία μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο έλκους ή αιμορραγίας, όπως από του στόματος κορτικοστεροειδή, αντιπηκτικά όπως βαρφαρίνη, εκλεκτούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης ή αντιθρομβωτικούς παράγοντες όπως η ασπιρίνη (βλέπε Λήμμα 4.5).
Όταν εμφανίζεται γαστρεντερική αιμορραγία ή έλκος σε ασθενείς που λαμβάνουν το Fortathrin, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί.
Τα αντιφλεγμονώδη μη-στεροειδή φάρμακα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικών παθήσεων (ελκώδης κολίτιδα, πάθηση Crohn’s), αφού αυτές οι παθήσεις μπορούν να αυξηθούν (βλέπε Λήμμα 4.8).
Προσοχή χρειάζεται σε ασθενείς με ιστορικό υπέρτασης και / ή καρδιακής ανεπάρκειας λόγω κατακράτησης υγρών και οίδημα.
Καρδιαγγειακές και αγγειοεγκεφαλικές επιδράσεις:
Είναι αναγκαία η κατάλληλη παρακολούθηση και παροχή συμβουλών σε ασθενείς με ιστορικό υπέρτασης ή / και ελαφράς ή μέτριας συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας λόγω του ότι έχουν αναφερθεί περιστατικά κατακράτησης υγρών και οιδήματος που σχετίζονται με τη θεραπεία με ΜΣΑΦ.
Στοιχεία από κλινικές δοκιμές και επιδημιολογικές έρευνες καταδεικνύουν ότι η χρήση ορισμένων ΜΣΑΦ (ειδικά σε ψηλές δόσεις και μακροχρόνια θεραπεία) δυνατό να συσχετίζεται με μικρή αύξηση του κινδύνου αρτηριακών θρομβωτικών επεισοδίων (για παράδειγμα έμφραγμα μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο). Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να αποκλείσουν αυτόν τον κίνδυνο για την ινδομεθακίνη.
Ασθενείς με μη ελεγχόμενη υπέρταση, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, αποδεδειγμένη ισχαιμική καρδιοπάθεια, περιφερική αρτηριακή νόσο ή / και αγγειοεγκεφαλική νόσο πρέπει να τυγχάνουν θεραπείας με ινδομεθακίνη μόνο μετά από προσεκτική εξέταση. Παρόμοια εξέταση πρέπει να διενεργείται πριν την έναρξη μακροχρόνιας θεραπείας σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, κάπνισμα).
Δέρμα:
Έχουν αναφερθεί πολύ σπανίως με την χορήγηση αντιφλεγμονωδών μη-στεροειδών φαρμάκων, σοβαρές περιπτώσεις δερματικών αντιδράσεων, ορισμένες και θανατηφόρες, συμπεριλαμβανομένου exfoliative dermatitis, Σύνδρομο Stevens Johnson, και τοξική επιδερμική νεκρόλυση (βλέπε Λήμμα 4.8). Οι ασθενείς που εμφανίζουν αυτές τις αντιδράσεις στα αρχικά στάδια της θεραπείας βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο: στη πλειονότητα των περιπτώσεων, η εμφάνιση των παρενεργειών παρατηρούνται εντός του πρώτου μήνα της θεραπείας. Η θεραπεία με το Fortathrin πρέπει να διακοπεί με την πρώτη εμφάνιση δερματικών εξανθημάτων, αλλοιώσεις βλεννωδών μεμβρανών, ή οποιουδήποτε άλλου σημαδιού υπερευαισθησίας.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-FORTATHRIN
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αναφέρεται ικανός αριθμός αλληλεπιδράσεων με άλλα φάρμακα, στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την χορήγησή του. Έτσι σε σύγχρονη χορήγηση Fortathrin και:
- Σαλικυλικών: Αναστέλλεται η αντιφλεγμονώδης δράση του και αυξάνεται ο κίνδυνος εξελκώσεων από το γαστρεντερικό. Το ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ασπιρίνη) ενώ μειώνει την απορρόφηση του Fortathrin αυξάνει παράλληλα την ημιπερίοδο ζωής του στο πλάσμα και ενισχύει τις τοξικές τους επιδράσεις.
- Προβενεκίδης: Ενισχύεται η δράση του Fortathrin από αναστολή της απέκκρισής του από τους νεφρούς και αυξάνονται τα επίπεδα του στο αίμα και η ημιπερίοδος ζωής του. Το ουρικοπεκκριτικό αποτέλεσμα της προβενεκίδης δεν επηρεάζεται.
- Διουρητικών θειαζιδικών ή της αγκύλης (φουροσεμίδης, βουμετανίδης): Μπορεί να μειωθεί η δράση τους.
- Τριαμτερένη: Μπορεί να μειωθεί σημαντικά η νεφρική λειτουργία με νεφροτοξικό αποτέλεσμα.
- Κορτικοειδών: Μπορεί να ενισχυθεί η δράση τους από εκτόπιση των θέσεων τους από τις πρωτεΐνες του πλάσματος και έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των κορτικοειδών στο αίμα. Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος ανάπτυξης ελκών ή αιμορραγιών στο γαστρεντερικό σωλήνα.
- Κουμαρινικών αντιπηκτικών (όπως βαρφαρίνη): Μπορεί να αυξηθεί ο χρόνος προθρομβίνης από ενίσχυση της δράσης τους με τον ίδιο μηχανισμό όπως και στα κορτικοειδή (βλέπε Λήμμα 4.4). Μπορεί να απαιτηθεί αναπροσαρμογή και μείωση της δοσολογίας τους.
- Αντί-θρομβωτικοί παράγοντες και εκλεκτοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs): Αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας (βλέπε Λήμμα 4.4).
- Προπρανολόλης και ενδεχομένως άλλων β-αδρενεργικών αναστολέων: Μειώνεται το αντιυπερτασικό τους αποτέλεσμα.
- Αντιυπερτασικών φαρμάκων: Μπορεί να μειωθεί η δράση τους. Στα αντιυπερτασικά περιλαμβάνεται και η καπτοπρίλη.
- Διφλουνιζάλης: Από μειωμένη κάθαρση αυξάνεται η δράση και τα επίπεδα 30-35% στο αίμα του Fortathrin. Στις περιπτώσεις αυτές επιβάλλεται μείωση της δόσης ινδομεθακίνης.
- Φαινυλοβουταζόνης και πυραζολονικών: Ενισχύεται η δράση του Fortathrin εξ αίτιας των θέσεων δέσμευσης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος τοξικών επιδράσεων, ιδιαίτερα από το γαστρεντερικό.
- Ανθρακικού λιθίου: Ενισχύεται η δράση του και υπάρχει κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών.
- Διγοξίνης: Αυξάνονται τα επίπεδα της στο αίμα με κίνδυνο εμφάνισης τοξικού δακτυλιτισμού.
- Θυρεοειδικών φαρμάκων: Μπορεί να ενισχυθεί η καρδιοτοξικότητά τους.
- Φαινυλοπροπανολαμίνης: Μπορεί να προκληθεί σοβαρή υπερτασική κρίση.
- Αντιόξινων: Μπορεί να καθυστερήσει η απορρόφηση του Fortathrin και να μειωθούν τα επίπεδά του στο αίμα μέχρι 50%.
- Εμβολίου ιλαράς: Μπορεί να ενισχυθεί η σοβαρότητα των αντιδράσεων του εμβολίου μέχρι και της εμφάνισης αιμορραγιών.
- Άλλες αλληλεπιδράσεις: methyl dopa, αλκαλοειδή της Rauwolfia, βουτυροφαινόνες και μεθοτρεξάτη.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-FORTATHRIN
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Δεδομένα από κλινικές δοκιμές και επιδημιολογικές έρευνες καταδεικνύουν ότι η χρήση ορισμένων ΜΣΑΦ (ειδικά σε ψηλές δόσεις και μακροχρόνια θεραπεία) μπορεί να συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για εμφάνιση θρομβωτικών αρτηριακών επεισοδίων [για παράδειγμα έμφραγμα μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο (βλ. Λήμμα 4.4)]. Οίδημα, υπέρταση και καρδιακή ανεπάρκεια έχουν αναφερθεί σε σχέση με τη θεραπεία με ΜΣΑΦ.
Ποσοστό μέχρι και 50% των λαμβανόντων ινδομεθακίνη στις συνήθεις θεραπευτικές δόσεις μπορεί να εμφανίζουν ανεπιθύμητες ενέργειες και μέχρι το 20% περίπου αναγκάζονται σε διακοπή της θεραπείας. Οι συχνότερα αναφερόμενες είναι από το ΚΝΣ και το πεπτικό. Από το πεπτικό μπορούν να μειωθούν με τη χορήγηση του φαρμάκου μετά τα γεύματα.
Από το πεπτικό
Συχνές (3-9%): Ναυτία, εμετοί, επιγαστραλγία, δυσπεπτικά ενοχλήματα, τυμπανισμός, κοιλιακός πόνος, καύσος, δυσκοιλιότητα, διάρροια.
Μικρότερη του 1%: Πολλαπλές εξελκώσεις του γαστρεντερικού (οισοφάγου, στομάχου, λεπτού εντέρου), πρόκληση πεπτικού έλκους, διατρήσεων ή και αιμορραγίας (ενίοτε θανατηφόρου) ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους, σιδηροπενική αναιμία από χρόνια λανθάνουσα αιμορραγία, ανορεξία, πρωκτίτιδα, ελκώδης στοματίτιδα, διάτρηση προϋπαρχουσών βλαβών του παχέος εντέρου, επιδείνωση ελκώδης κολίτιδα τμηματική εντερίτιδα και πάθηση Crohn’s, malaena, haematemesis.
Άλλες: Γαστρίτιδα, ηπατίτιδα με ίκτερο (κάποτε θανατηφόρα).
Από το Κ.Ν.Σ.
Συχνές (20-25%): Κεφαλαλγία (εντονότερη το πρωί, επιμονή επιβάλλει διακοπή).
Μεγαλύτερη του 1%: Ζάλη, υπνηλία, κατάθλιψη, εύκολη κόπωση.
Μικρότερη του 1%: Άγχος, αϋπνίες, μυϊκή αδυναμία, ψυχικές διαταραχές (διανοητική θόλωση, σύγχυση, διαταραχή προσωπικότητας), παραισθησίες, συγκοπικά επεισόδια, περιφερική νευροπάθεια, σπασμοί, κώμα, επιδείνωση επιληψίας ή νόσου του Parkinson.
Από το αίμα
Σπάνια: Αιμολυτική ή απλαστική αναιμία, πορφύρα, μυελική καταστολή, λευκοπενία, ακοκκιοκυτταραιμία, θρομβοπενία.
Από τους οφθαλμούς και τα ώτα
Εναποθέσεις στον κερατοειδή, βλάβες στον αμφιβληστροειδή συμπεριλαμβανομένης και της ωχράς κηλίδας, θάμβος οράσεως, εμβοές, διαταραχές ακοής, βαρηκοΐα.
Από το καρδιαγγειακό
Υπέρταση, ταχυκαρδία, καρδιακή ανεπάρκεια, αίσθημα παλμών, θωρακικά άλγη, οίδημα από κατακράτηση υγρών.
Από το ουροποιογεννητικό
Αιματουρία, αναστρέψιμη συνήθως οξεία νεφρική ανεπάρκεια, αύξηση της ουρίας, αιμορραγίες από τον κόλπο.
Από το δέρμα και υπερευαισθησία
Κνησμός, κνίδωση, εξανθήματα, οζώδες ερύθημα, αγγειο-νευρωτικό οίδημα, αγγειίτιδα, αλωπεκία, δύσπνοια, σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας, πτώση της αρτηριακής πίεσης (κατάσταση που μοιάζει με shock).
Πολύ σπάνια: Εμφάνιση φουσκαλίδων, συμπεριλαμβανομένου του Συνδρόμου Stevens Johnson και Τοξική Επιδερμική Νεκρόλυση.
Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες
Εξάψεις, εφιδρώσεις, υπεργλυκαιμία, σακχαρουρία, επιστάξεις.
Σημείωση: Επειδή το Fortathrin λόγω της ειδικής του μορφής αποδεσμεύει βραδέως την Ινδομεθακίνη, οι παραπάνω ανεπιθύμητες ενέργειες είναι ηπιότερες.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-FORTATHRIN
expand_more
Κύηση / γαλουχία
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-FORTATHRIN
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-FORTATHRIN
expand_more
Φαρμακοκινητική
ΕΟΦ · 10.2.2
Παράγωγα του οξεικού οξέος
expand_more
Παράγωγα του οξεικού οξέος
Στην ομάδα αυτή περιλαμβάνονται, η ινδομεθακίνη, η δικλοφενάκη, η σουλινδάκη, η τολμετίνη και η ασεμετασίνη. Πρόκειται για ισχυρά αντιφλεγμονώδη φάρμακα με σχετικά περιορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες (στις συνήθεις θεραπευτικές δόσεις). Oι συνηθέστερα αναφερόμενες αφορούν το πεπτικό, KNΣ και δέρμα και σπανιότερα το αιμοποιητικό. Tα φάρμακα της ομάδας αυτής χρησιμοποιούνται ευρέως στη θεραπεία πολλών ρευματικών παθήσεων με ικανοποιητικά αποτελέσματα. H αποτελεσματικότητα της ινδομεθακίνης στην οξεία ουρική αρθρίτιδα είναι συγκρίσιμη με εκείνη της κολχικίνης, της φαινυλβουταζόνης και της ναπροξένης, έχει όμως μεγαλύτερη συχνότητα ανεπιθυμήτων ενεργειών (κεφαλαλγία, ίλιγγος, κλπ.). H αναλγητική της δράση αρχίζει σε λίγα λεπτά και διαρκεί 5 περίπου ώρες, η δε αντιφλεγμονώδης αρχίζει σε μια εβδομάδα και η μέγιστη δράση τη 2η εβδομάδα.
H ασεμετασίνη ομοιάζει χημικώς και ως προς τη δράση και τις ανεπιθύμητες ενέργειες με την ινδομεθακίνη, θεωρείται όμως ότι ερεθίζει ολιγότερο τον πεπτικό σωλήνα.
H ετοδολάκη έχει δράση ανάλογη με τα παράγωγα του προπιονικού οξέος και θεωρείται επίσης ότι ερεθίζει λιγότερο τον πεπτικό σωλήνα.
H δικλοφενάκη και η ασεκλοφενάκη έχουν δράση όμοια της ναπροξένης και τις ίδιες ανεπιθύμητες ενέργειες.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η ινδομεθακίνη είναι ένα ΜΣΑΦ με αναλγητικές και αντιπυρετικές ιδιότητες, το οποίο ασκεί τις φαρμακολογικές του επιδράσεις αναστέλλοντας τη σύνθεση παραγόντων που εμπλέκονται στον πόνο, τον πυρετό και τη φλεγμονή. Η θεραπευτική της δράση δεν περιλαμβάνει διέγερση των επινεφριδίων. Η ινδομεθακίνη δρα κυρίως καταστέλλοντας τη φλεγμονή στην ρευματοειδή αρθρίτιδα, παρέχοντας ανακούφιση από τον πόνο, καθώς και μειώνοντας τον πυρετό, το πρήξιμο και την ευαισθησία.
Η αποτελεσματικότητά της έχει αποδειχθεί με μείωση της έκτασης του οιδήματος των αρθρώσεων, του μέσου αριθμού αρθρώσεων που παρουσιάζουν συμπτώματα φλεγμονής και της σοβαρότητας της πρωινής δυσκαμψίας. Αυξημένη κινητικότητα επιδείχθηκε με μείωση του συνολικού χρόνου βάδισης και βελτιωμένη λειτουργική ικανότητα που φάνηκε ως αύξηση της δύναμης λαβής.
Σε κλινικές δοκιμές, η ινδομεθακίνη αποδείχθηκε αποτελεσματική στην ανακούφιση του πόνου, στη μείωση του πυρετού, του οιδήματος, της ερυθρότητας και της ευαισθησίας της οξείας ουρικής αρθρίτιδας.
Λόγω των φαρμακολογικών της δράσεων, η χρήση της ινδομεθακίνης συνδέεται με τον κίνδυνο σοβαρών καρδιαγγειακών θρομβωτικών συμβαμάτων, συμπεριλαμβανομένου του εμφράγματος του μυοκαρδίου και του εγκεφαλικού επεισοδίου, καθώς και γαστρεντερικών επιπλοκών όπως αιμορραγία, έλκος και διάτρηση του στομάχου ή των εντέρων.
Σε μια μελέτη σε υγιή άτομα, η οξεία χορήγηση ινδομεθακίνης από του στόματος και ενδοφλεβίως οδήγησε σε παροδικά μειωμένη βασική και διεγερμένη από CO2 εγκεφαλική αιμάτωση. Αυτή η επίδραση εξαφανίστηκε σε μια μελέτη μετά από μία εβδομάδα θεραπείας από του στόματος. Η κλινική σημασία αυτής της επίδρασης δεν έχει καθοριστεί.
Σε σύγκριση με άλλα ΜΣΑΦ, προτείνεται ότι η ινδομεθακίνη είναι ένας ισχυρότερος αγγειοσυσπαστικός παράγοντας που είναι πιο σταθερός στη μείωση της εγκεφαλικής αιμάτωσης και στην αναστολή της CO2 δραστηριότητας.
Υπήρξαν μελέτες που δείχνουν ότι η ινδομεθακίνη αναστέλλει άμεσα τη νευρωνική δραστηριότητα σε κάποιο βαθμό στο τρίδυμο-αυχενικό σύμπλεγμα μετά από διέγερση του ανώτερου σιελογόνου πυρήνα ή της σκληράς μήνιγγας.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η ινδομεθακίνη είναι ένας μη ειδικός και αναστρέψιμος αναστολέας του ενζύμου κυκλοοξυγενάση (COX) ή προσταγλανδίνη G/H συνθάση. Υπάρχουν δύο αναγνωρισμένες ισομορφές της COX: η COX-1 είναι παρούσα σε όλους τους ιστούς του σώματος και εμπλέκεται στη σύνθεση των προσταγλανδινών και της θρομβοξάνης Α2, ενώ η COX-2 εκφράζεται ως απόκριση σε τραυματισμό ή φλεγμονή.
Το ένζυμο COX-1, το οποίο εκφράζεται συνταγματικά, εμπλέκεται στην προστασία του γαστρικού βλεννογόνου, στη λειτουργία των αιμοπεταλίων και των νεφρών, καταλύοντας τη μετατροπή του αραχιδονικού οξέος σε προσταγλανδίνη (PG) G2 και την PGG2 σε PGH2. Η COX-2 εκφράζεται συνταγματικά και είναι ιδιαίτερα επαγώγιμη από φλεγμονώδη ερεθίσματα. Βρίσκεται στο κεντρικό νευρικό σύστημα, στα νεφρά, στη μήτρα και σε άλλα όργανα.
Η COX-2 καταλύει επίσης τη μετατροπή του αραχιδονικού οξέος σε PGG2 και την PGG2 σε PGH2. Στην οδό που μεσολαβείται από την COX-2, η PGH2 μετατρέπεται περαιτέρω σε PGE2 και PGI2 (γνωστή και ως προσταγλανδίνη Ι2). Η PGE2 εμπλέκεται στη διαμεσολάβηση της φλεγμονής, του πόνου και του πυρετού. Η μείωση των επιπέδων της PGE2 οδηγεί σε μειωμένες φλεγμονώδεις αντιδράσεις.
Η ινδομεθακίνη είναι γνωστό ότι αναστέλλει και τις δύο ισομορφές της COX, ωστόσο, με μεγαλύτερη εκλεκτικότητα για την COX-1, η οποία εξηγεί τις αυξημένες γαστρικές ανεπιθύμητες ενέργειές της σε σχέση με άλλα ΜΣΑΦ. Συνδέεται με την ενεργό θέση του ενζύμου και εμποδίζει την αλληλεπίδραση μεταξύ του ενζύμου και του υποστρώματός του, του αραχιδονικού οξέος.
Σε αντίθεση με άλλα ΜΣΑΦ, η ινδομεθακίνη αναστέλλει επίσης τη φωσφολιπάση Α2, το ένζυμο που είναι υπεύθυνο για την απελευθέρωση του αραχιδονικού οξέος από τους φωσφολιπίδια. Οι αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις της ινδομεθακίνης, καθώς και οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις που σχετίζονται με το φάρμακο, προκύπτουν ως αποτέλεσμα της μειωμένης σύνθεσης προσταγλανδινών.
Οι αντιπυρετικές της επιδράσεις μπορεί να οφείλονται στη δράση στον υποθάλαμο, οδηγώντας σε αυξημένη περιφερική αιμάτωση, αγγειοδιαστολή και επακόλουθη διάχυση θερμότητας.
Ο ακριβής μηχανισμός δράσης της ινδομεθακίνης στην πρόκληση σύγκλεισης ενός ανοιχτού αρτηριακού πόρου δεν είναι πλήρως κατανοητός. Ωστόσο, πιστεύεται ότι οφείλεται στην αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών. Κατά τη γέννηση, ο αρτηριακός πόρος κλείνει φυσιολογικά καθώς η τάση του οξυγόνου αυξάνεται σημαντικά μετά τη γέννηση. Ο ανοιχτός αρτηριακός πόρος σε πρόωρα βρέφη συνδέεται με συγγενείς καρδιοπάθειες, όπου η PGE1 μεσολαβεί μια αντίθετη επίδραση από αυτήν του οξυγόνου. Η PGE1 διαστέλλει τον αρτηριακό πόρο μέσω χαλάρωσης των λείων μυών και εμποδίζει το κλείσιμο του αρτηριακού πόρου. Αναστέλλοντας τη σύνθεση των προσταγλανδινών, η ινδομεθακίνη προάγει το κλείσιμο του αρτηριακού πόρου.
Η ινδομεθακίνη έχει περιγραφεί ότι διαθέτει αντικαρκινικές και αντιιικές ιδιότητες μέσω της ενεργοποίησης της πρωτεϊνικής κινάσης R (PKR) και της κατάντη φωσφορυλίωσης της eIF2α, αναστέλλοντας τη σύνθεση πρωτεϊνών.
Οι αντιφλεγμονώδεις, αναλγητικές και αντιπυρετικές επιδράσεις της ινδομεθακίνης και άλλων μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων (ΜΣΑΦ), συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων της κυκλοοξυγενάσης-2 (COX-2) (π.χ., celecoxib), φαίνεται να προκύπτουν από την αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών. Ενώ ο ακριβής μηχανισμός των αντιφλεγμονωδών και αναλγητικών επιδράσεων των ΜΣΑΦ συνεχίζει να διερευνάται, αυτές οι επιδράσεις φαίνεται να μεσολαβούνται κυρίως μέσω της αναστολής της ισοενζύμης COX-2 σε θέσεις φλεγμονής με επακόλουθη μείωση της σύνθεσης ορισμένων προσταγλανδινών από τους πρόδρομους τους, το αραχιδονικό οξύ. Αυτή η επίδραση μπορεί να σχετίζεται με την αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών που πιστεύεται ότι παίζουν ρόλο στη διαμόρφωση του ρυθμού και της έκτασης της διήθησης λευκοκυττάρων κατά τη φλεγμονή.
Η ινδομεθακίνη αναστέλλει επίσης την απελευθέρωση λυσοσωμικών ενζύμων από πολυμορφοπύρηνα λευκοκύτταρα. Αν και ο μηχανισμός δεν έχει καθοριστεί, αυτή η επίδραση φαίνεται να εξαρτάται από τη φύση του ερεθίσματος και μπορεί να μην σχετίζεται με την αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών.
Έχει επίσης διατυπωθεί η υπόθεση ότι η ινδομεθακίνη, ως αναστολέας της φωσφοδιεστεράσης, μπορεί να αυξήσει τις ενδοκυτταρικές συγκεντρώσεις της κυκλικής αδενοσινομονοφωσφορικής (cAMP), η οποία μπορεί να παίζει ρόλο στη φλεγμονώδη απόκριση.
Σε υπερθεραπευτικές συγκεντρώσεις, η ινδομεθακίνη μειώνει τη σύνθεση των βλεννοπολυσακχαριτών μέσω αποσύζευξης της οξειδωτικής φωσφορυλίωσης. Αναστέλλοντας την κυκλοοξυγενάση, η ινδομεθακίνη και ορισμένα άλλα ΜΣΑΦ μπορεί επίσης να παρεμβαίνουν στο σχηματισμό αυτοαντισωμάτων που σχετίζονται με τις προσταγλανδίνες και εμπλέκονται στη φλεγμονώδη διαδικασία.
Αυτό το άρθρο ανασκοπεί τον παθοφυσιολογικό μηχανισμό της γαστρικής βλάβης που προκαλείται από τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), εστιάζοντας στη σχέση μεταξύ της αναστολής της κυκλοοξυγενάσης (COX) και διαφόρων λειτουργικών γεγονότων. Τα ΜΣΑΦ, όπως η ινδομεθακίνη, σε δόση που αναστέλλει την παραγωγή προσταγλανδινών (PG), αυξάνουν την γαστρική κινητικότητα, οδηγώντας σε αύξηση της διαπερατότητας του βλεννογόνου, διήθηση ουδετερόφιλων και παραγωγή οξυριζών, και τελικά προκαλώντας γαστρικές βλάβες. Αυτές οι βλάβες προλαμβάνονται με προετοιμασία με PGE2 και αντιεκκριτικά φάρμακα, καθώς και μέσω ενός μηχανισμού ευαίσθητου στην ατροπίνη, που δεν σχετίζεται με την αντιεκκριτική δράση.
Αν και ούτε η ροσουβαστατίνη (εκλεκτικός αναστολέας COX-2) ούτε η SC-560 (εκλεκτικός αναστολέας COX-1) από μόνη της προκαλεί γαστρική βλάβη, ο συνδυασμός αυτών των φαρμάκων προκαλεί γαστρικές βλάβες. Η SC-560, αλλά όχι η ροσουβαστατίνη, μειώνει την παραγωγή προσταγλανδίνης Ε2 (PGE2) και προκαλεί γαστρική υπέρκινηση και αύξηση της διαπερατότητας του βλεννογόνου. Το mRNA της COX-2 εκφράζεται στο στομάχι μετά τη χορήγηση ινδομεθακίνης και SC-560, αλλά όχι ροσουβαστατίνης. Η υπερρύθμιση της έκφρασης της COX-2 που προκαλείται από την ινδομεθακίνη αναστέλλεται από την ατροπίνη σε δόση που αναστέλλει τη γαστρική υπέρκινηση.
Επιπλέον, οι εκλεκτικοί αναστολείς της COX-2 έχουν επιζήμιες επιδράσεις στο στομάχι όταν η COX-2 υπερεκφράζεται υπό διάφορες συνθήκες, συμπεριλαμβανομένης της επινεφριδεκτομής, της αρθρίτιδας και της λοίμωξης από Helicobacter pylori.
Συνοπτικά, η γαστρική υπέρκινηση παίζει πρωταρχικό ρόλο στην παθογένεση της γαστρικής βλάβης που προκαλείται από ΜΣΑΦ, και η απόκριση, αιτιολογικά σχετιζόμενη με την έλλειψη PG λόγω της αναστολής της COX-1, συμβαίνει πριν από άλλα παθοφυσιολογικά γεγονότα όπως η αυξημένη διαπερατότητα του βλεννογόνου. Οι ελκογόνες ιδιότητες των ΜΣΑΦ απαιτούν την αναστολή τόσο της COX-1 όσο και της COX-2, η αναστολή της COX-1 υπερρυθμίζει την έκφραση της COX-2 σε συσχέτιση με τη γαστρική υπέρκινηση, και οι PG που παράγονται από την COX-2 αντισταθμίζουν την επιζήμια επίδραση της αναστολής της COX-1.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η ινδομεθακίνη εμφανίζει γραμμικό φαρμακοκινητικό προφίλ, όπου οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα και η περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) είναι ανάλογες της δόσης, ενώ ο χρόνος ημίσειας ζωής (T1/2) και η νεφρική κάθαρση του πλάσματος είναι εξαρτώμενα από τη δόση.
Η ινδομεθακίνη απορροφάται εύκολα και ταχέως από το γαστρεντερικό σωλήνα. Η βιοδιαθεσιμότητα είναι σχεδόν 100% μετά από χορήγηση από το στόμα και περίπου το 90% της δόσης απορροφάται εντός 4 ωρών. Η βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 80-90% μετά από υποθετική χορήγηση.
Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα μετά από μία εφάπαξ δόση από το στόμα επιτεύχθηκαν μεταξύ 0,9 ± 0,4 και 1,5 ± 0,8 ώρες σε νηστεύοντες. Παρά τη μεγάλη διατομεακή μεταβλητότητα, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα είναι ανάλογες της δόσης και κυμαίνονταν κατά μέσο όρο 1,54 ± 0,76 μg/mL, 2,65 ± 1,03 μg/mL και 4,92 ± 1,88 μg/mL μετά από εφάπαξ δόσεις 25 mg, 50 mg και 75 mg σε νηστεύοντες, αντίστοιχα.
Με ένα τυπικό θεραπευτικό σχήμα 25 ή 50 mg τρεις φορές την ημέρα, οι σταθερές συγκεντρώσεις ινδομεθακίνης στο πλάσμα είναι κατά μέσο όρο 1,4 φορές υψηλότερες από αυτές μετά την πρώτη δόση.
Η ινδομεθακίνη απεκκρίνεται μέσω νεφρικής απέκκρισης, μεταβολισμού και χολικής απέκκρισης. Υπόκειται επίσης σε εντεροηπατική κυκλοφορία μέσω της απέκκρισης των γλυκουρονιδικών μεταβολιτών της στη χολή, ακολουθούμενη από επαναρρόφηση της ινδομεθακίνης μετά από υδρόλυση. Η έκταση της συμμετοχής στην εντεροηπατική κυκλοφορία κυμαίνεται από 27 έως 115%.
Περίπου το 60% μιας δόσης από το στόμα ανακτάται στα ούρα ως φάρμακο και μεταβολίτες (26% ως ινδομεθακίνη και το γλυκουρονίδιο της), και 33% στα κόπρανα (1,5% ως ινδομεθακίνη).
Ο όγκος κατανομής κυμάνθηκε από 0,34 έως 1,57 L/kg μετά από χορήγηση από το στόμα, ενδοφλεβίως ή υποθετικά, εφάπαξ και πολλαπλών δόσεων ινδομεθακίνης σε υγιή άτομα. Η ινδομεθακίνη κατανέμεται στο αρθρικό υγρό και δεσμεύεται εκτενώς στους ιστούς. Έχει ανιχνευθεί σε ανθρώπινο μητρικό γάλα και πλακούντα. Αν και η ινδομεθακίνη έχει αποδειχθεί ότι διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό (BBB), η εκτεταμένη δέσμευσή της στις πρωτεΐνες του πλάσματος επιτρέπει μόνο στο μικρό κλάσμα της ελεύθερης ή μη δεσμευμένης ινδομεθακίνης να διαχέεται μέσω του BBB.
Σε μια κλινική φαρμακοκινητική μελέτη, η κάθαρση πλάσματος της ινδομεθακίνης αναφέρθηκε ότι κυμαινόταν από 1 έως 2,5 mL/kg/min μετά από χορήγηση από το στόμα.
Ο ανοιχτός αρτηριακός πόρος (PDA) είναι συχνή επιπλοκή σε πρόωρα βρέφη. Η ενδοφλέβια ινδομεθακίνη είναι η τυπική μέθοδος ιατρικής θεραπείας και έχει αποδειχθεί αποτελεσματική στο κλείσιμο του πόρου. Στο πλαίσιο μας, η ινδομεθακίνη από του στόματος χρησιμοποιείται τακτικά για την ιατρική θεραπεία του υποτιθέμενου ή κλινικά διαγνωσμένου PDA. Η μη διαθεσιμότητα της παρεντερικής μορφής και η έλλειψη πληροφοριών σχετικά με τη φαρμακοκινητική διάθεση της ινδομεθακίνης σε πρόωρα βρέφη στον βορειοϊνδικό πληθυσμό μας οδήγησαν στη διεξαγωγή αυτής της φαρμακοκινητικής μελέτης με ινδομεθακίνη από του στόματος. Είκοσι πρόωρα βρέφη με ηλικία κύησης 30,3 ± 0,3 εβδομάδες και βάρος γέννησης, 1209,8 ± 39,5 g, που νοσηλεύτηκαν στη νεογνική μονάδα του Νοσοκομείου Nehru, Postgraduate Institute of Medical Education and Research (PGIMER), Chandigarh, συμμετείχαν στη μελέτη. Χορηγήθηκε ινδομεθακίνη σε μία εφάπαξ δόση από το στόμα 0,2 mg/kg και συλλέχθηκαν δείγματα αίματος μέσω κεντρικού αγγειακού καθετήρα στις 0, 1, 2, 4, 8 και 12 ώρες μετά τη χορήγηση της ινδομεθακίνης. Οι συγκεντρώσεις ινδομεθακίνης στο πλάσμα αναλύθηκαν με φασματοφθορομετρική τεχνική. Παρατηρήθηκε μεγάλη διατομεακή μεταβλητότητα στις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax; 137,9 ± 14,0 ng/mL), τον χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής (t1/2 el; 21,4 ± 1,7 ώρες) και την περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκεντρώσεων-χρόνου (AUC0-άπειρο; 4172 ± 303 ng.hr/mL) σε αυτά τα βρέφη. Μεταβλητές όπως το βάρος γέννησης και το φύλο δεν είχαν σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της ινδομεθακίνης. Ωστόσο, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής στο πλάσμα (t1/2 el) της ινδομεθακίνης ήταν σημαντικά (P < 0,01) μεγαλύτερος σε μεγαλύτερα βρέφη (ηλικία κύησης > 30 εβδομάδες) σε σύγκριση με τα μικρότερα (ηλικία κύησης ≤ 30 εβδομάδες). Υπήρχε αρνητική συσχέτιση μεταξύ της ηλικίας κύησης και του χρόνου ημίσειας ζωής αποβολής (r = -0,77).
Συμπερασματικά, η φαρμακοκινητική της ινδομεθακίνης έδειξε μεγάλη μεταβλητότητα σε πρόωρα βρέφη. Υπό το φως αυτών των ευρημάτων, μπορεί να υποτεθεί ότι τα βρέφη μικρότερης ηλικίας κύησης διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο συσσωρευτικής τοξικότητας εάν χορηγηθεί περισσότερες από μία δόσεις ινδομεθακίνης. Με την αύξηση της ηλικίας, ο μεταβολισμός καθώς και η απέκκριση του φαρμάκου είναι ταχύτερες, γεγονός που μπορεί να απαιτεί τροποποίηση της δόσης της ινδομεθακίνης για την επίτευξη θεραπευτικής απόκρισης. Αυτά τα προκαταρκτικά αποτελέσματα μπορεί να είναι χρήσιμα στον σχεδιασμό μελλοντικών φαρμακοκινητικών μελετών της ινδομεθακίνης από του στόματος σε πρόωρα νεογνά με μεγαλύτερο δείγμα.
Περίπου το 33% ή περισσότερο μιας δόσης 25 mg ινδομεθακίνης από του στόματος απεκκρίνεται στα κόπρανα κυρίως ως απομεθυλιωμένοι μεταβολίτες στις μη συζευγμένες μορφές τους. Το 1,5% της απέκκρισης του φαρμάκου στα κόπρανα συμβαίνει ως ινδομεθακίνη. Η ινδομεθακίνη και οι συζεύξεις της υφίστανται εντεροηπατική κυκλοφορία.
Σε μια μελέτη σε υγιείς ενήλικες που νήστευαν, οι μέγιστες συγκεντρώσεις ινδομεθακίνης στο πλάσμα επετεύχθησαν σε 0,5-2 ώρες και ήταν περίπου 0,8-2,5 ug/mL μετά από εφάπαξ δόση 25 mg από το στόμα, και 2,5-4 ug/mL μετά από δόση 50 mg από το στόμα. Όταν η ινδομεθακίνη χορηγήθηκε από το στόμα σε υγιή άτομα που νήστευαν σε δόσεις 25 mg τρεις φορές ημερησίως, οι μέσες συγκεντρώσεις του φαρμάκου σε κατάσταση ισορροπίας κυμαίνονταν από 0,39-0,63 ug/mL.
Σε πρόωρα νεογνά, η απορρόφηση της ινδομεθακίνης από το στόμα φαίνεται να είναι φτωχή και ατελής. Η βιοδιαθεσιμότητα αναφέρεται ότι είναι μόνο περίπου 20%. Έχει προταθεί ότι η φτωχή απορρόφηση από το στόμα του φαρμάκου σε πρόωρα νεογνά μπορεί να οφείλεται σε ανώμαλη διάχυση εξαρτώμενη από το pH και γαστρική κινητικότητα, καθώς και σε χαμηλότερη έκκριση γαστρικού οξέος. Στα νεογνά, ο χρόνος κένωσης του στομάχου και η κινητικότητα είναι αυξημένα και η περισταλτικότητα είναι ακανόνιστη και απρόβλεπτη.
Επιπλέον, η έλλειψη διαλυτότητας της μορφής κάψουλας της ινδομεθακίνης σε υδατώδη μέσα μπορεί να παρουσιάσει προβλήματα στην παροχή του φαρμάκου και την απορρόφησή του από εκχυλιστικά παρασκευάσματα.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρες) για την ΙΝΔΟΜΕΘΑΣΙΝΗ (20 συνολικά), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
Η ινδομεθακίνη είναι ένα ασθενές οργανικό οξύ που δεσμεύεται κατά 90-99% σε πρωτεΐνες του πλάσματος στο αναμενόμενο εύρος των θεραπευτικών συγκεντρώσεων στο πλάσμα. Όπως και άλλα ΜΣΑΦ, η ινδομεθακίνη δεσμεύεται στην αλβουμίνη του πλάσματος, αλλά δεν δεσμεύεται στα ερυθρά αιμοσφαίρια.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η ινδομεθακίνη υφίσταται ηπατικό μεταβολισμό που περιλαμβάνει γλυκουρονιδίωση, O-δεσμεθυλίωση και N-απεακυλίωση. Οι μεταβολίτες O-δεσμεθυλο-ινδομεθακίνη, N-δεσχλωροβενζοϋλ-ινδομεθακίνη και O-δεσμεθυλο-N-δεσχλωροβενζοϋλ-ινδομεθακίνη και τα γλυκουρονίδιά τους είναι κυρίως ανενεργά και δεν έχουν φαρμακολογική δράση. Μη συζευγμένοι μεταβολίτες ανιχνεύονται επίσης στο πλάσμα. Η υψηλή της βιοδιαθεσιμότητα υποδηλώνει ότι η ινδομεθακίνη είναι απίθανο να υπόκειται σε μεταβολισμό πρώτης διόδου.
Η ινδομεθακίνη μεταβολίζεται στο ήπαρ στο συζευγμένο γλυκουρονίδιο της και σε δεσμεθυλικούς, δεσβενζοϋλικούς και δεσμεθυλο-δεσβενζοϋλικούς μεταβολίτες και στα γλυκουρονίδιά τους. Αυτοί οι μεταβολίτες δεν φαίνεται να έχουν αντιφλεγμονώδη δράση. Ένα μέρος του φαρμάκου υφίσταται επίσης N-απεακυλίωση από ένα μη μικροσωμικό σύστημα.
Η ινδομεθακίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν (2S,3S,4S,5R)-6-[2-[1-(4-χλωροβενζοϋλ)-5-μεθοξυ-2-μεθυλινδολ-3-υλ]ακετυλ]οξυ-3,4,5-τριυδροξυοξάνη-2-καρβοξυλικό οξύ και O-Δεσμεθυλοινδομεθακίνη.
Ηπατικός. Οδός Απέκκρισης: Η ινδομεθακίνη απεκκρίνεται μέσω νεφρικής απέκκρισης, μεταβολισμού και χολικής απέκκρισης.
Χρόνος Ημίσειας Ζωής: 4,5 ώρες
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Η διάθεση της ινδομεθακίνης από το πλάσμα αναφέρεται ότι είναι διφασική, με χρόνο ημίσειας ζωής 1 ώρα κατά την αρχική φάση και 2,6–11,2 ώρες κατά τη δεύτερη φάση. Είναι δυνατές διατομεακές και ενδοτομεακές μεταβολές λόγω της εκτεταμένης και σποραδικής φύσης της εντεροηπατικής ανακύκλωσης και της χολικής εκκένωσης του φαρμάκου. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της ινδομεθακίνης από το στόμα εκτιμάται σε περίπου 4,5 ώρες.
Η διάθεση της ενδοφλέβιας ινδομεθακίνης σε πρόωρα νεογνά έδειξε μεταβολή μεταξύ των πρόωρων βρεφών. Σε νεογνά ηλικίας άνω των 7 ημερών, ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της ενδοφλέβιας ινδομεθακίνης στο πλάσμα ήταν περίπου 20 ώρες, κυμαινόμενος από 15 ώρες σε βρέφη βάρους άνω των 1000 g και 21 ώρες σε βρέφη βάρους κάτω των 1000 g.
Οι συγκεντρώσεις ινδομεθακίνης στο πλάσμα μελετήθηκαν σε 5 υγιείς εθελοντές μετά από εφάπαξ και πολλαπλές δόσεις (25 mg ενδοφλεβίως [iv], 25, 50 και 100 mg από του στόματος, 100 mg υποθετικά, και 25 mg τρεις φορές ημερησίως [tid]). Σε 8 άλλους φυσιολογικούς μάρτυρες και σε 5 ασθενείς χορηγήθηκε εφάπαξ δόση 50 mg ινδομεθακίνης από του στόματος και η συγκέντρωση της ινδομεθακίνης παρακολουθήθηκε από 8 έως 32 ώρες μετά τη χορήγηση… Ο χρόνος ημίσειας ζωής της β-φάσης κυμάνθηκε μεταξύ 2,6 και 11,2 ωρών.
Σε πρόωρα νεογνά, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της ινδομεθακίνης από τον ορό ή το πλάσμα είναι αντιστρόφως ανάλογος της ηλικίας μετά τη γέννηση. Σε περιορισμένο αριθμό νεογνών, ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της ινδομεθακίνης στο πλάσμα αναφέρθηκε ότι είναι περίπου 20-28 ώρες σε αυτούς που έλαβαν το φάρμακο κατά την πρώτη εβδομάδα της ζωής, σε σύγκριση με περίπου 12-19 ώρες σε αυτούς που έλαβαν το φάρμακο μετά την πρώτη εβδομάδα. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής στα νεογνά μπορεί επίσης να είναι αντιστρόφως ανάλογος του σωματικού βάρους. Σε μια μελέτη, ο χρόνος ημίσειας ζωής της ινδομεθακίνης στο πλάσμα έδειξε σημαντική διατομεακή μεταβλητότητα, αλλά κυμάνθηκε κατά μέσο όρο 21 ώρες σε νεογνά βάρους κάτω του 1 kg και 15 ώρες σε αυτά βάρους άνω του 1 kg. Η συνολική κάθαρση σώματος της ινδομεθακίνης αυξάνεται με την αύξηση της ηλικίας μετά τη γέννηση. Προτάθηκε ότι η εκτεταμένη εντεροηπατική κυκλοφορία μπορεί να συμβαίνει συχνά σε πρόωρα νεογνά και να συμβάλλει στον σχετικά μεγάλο χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής.
Σε μελέτες σε υγιείς ενήλικες ή ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα, η εξαφάνιση της ινδομεθακίνης από το πλάσμα φαίνεται να είναι διφασική με χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 1 ώρα κατά την αρχική φάση και 2,6-11,2 ώρες κατά τη δεύτερη φάση. Οι μεταβολές στον τελικό χρόνο ημίσειας ζωής στο πλάσμα μπορεί να οφείλονται σε ατομικές διαφορές στην εντεροηπατική κυκλοφορία του φαρμάκου. Φαίνεται να μην υπάρχει διαφορά μεταξύ του χρόνου ημίσειας ζωής στο πλάσμα σε υγιείς ενήλικες και σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα.
Σε μια μελέτη σε υγιείς ενήλικες και ασθενείς με αρθρίτιδα, ο χρόνος ημίσειας ζωής εξαφάνισης της ινδομεθακίνης από το αρθρικό υγρό ήταν 9 ώρες.
… Είκοσι πρόωρα βρέφη με ηλικία κύησης 30,3 ± 0,3 εβδομάδες και βάρος γέννησης, 1209,8 ± 39,5 g, που νοσηλεύτηκαν στη νεογνική μονάδα του Νοσοκομείου Nehru, Postgraduate Institute of Medical Education and Research (PGIMER), Chandigarh, συμμετείχαν στη μελέτη. Χορηγήθηκε ινδομεθακίνη σε μία εφάπαξ δόση από το στόμα 0,2 mg/kg και συλλέχθηκαν δείγματα αίματος μέσω κεντρικού αγγειακού καθετήρα στις 0, 1, 2, 4, 8 και 12 ώρες μετά τη χορήγηση της ινδομεθακίνης. Οι συγκεντρώσεις ινδομεθακίνης στο πλάσμα αναλύθηκαν με φασματοφθορομετρική τεχνική. Παρατηρήθηκε μεγάλη διατομεακή μεταβλητότητα στις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax; 137,9 ± 14,0 ng/mL), τον χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής (t1/2 el; 21,4 ± 1,7 ώρες) και την περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκεντρώσεων-χρόνου (AUC0-άπειρο; 4172 ± 303 ng.hr/mL) σε αυτά τα βρέφη. Μεταβλητές όπως το βάρος γέννησης και το φύλο δεν είχαν σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της ινδομεθακίνης. Ωστόσο, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής στο πλάσμα (t1/2 el) της ινδομεθακίνης ήταν σημαντικά (P < 0,01) μεγαλύτερος σε μεγαλύτερα βρέφη (ηλικία κύησης > 30 εβδομάδες) σε σύγκριση με τα μικρότερα (ηλικία κύησης ≤ 30 εβδομάδες). Υπήρχε αρνητική συσχέτιση μεταξύ της ηλικίας κύησης και του χρόνου ημίσειας ζωής αποβολής (r = -0,77). …
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατηγοριοποίηση MeSH
- Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα: Μη στεροειδή. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση προσταγλανδινών μέσω αναστολής της κυκλοοξυγενάσης, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικούς ενδοϋπεροξειδικούς εστέρες, πρόδρομους των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές τους δράσεις. Άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις τους.
- Παράγοντες που επηρεάζουν την καρδιακή σύσπαση: Επηρεάζουν τον ρυθμό ή την ένταση της καρδιακής σύσπασης, τη διάμετρο των αιμοφόρων αγγείων ή τον όγκο του αίματος.
- Ουρικοζουρικά Φάρμακα: Αυξάνουν την απέκκριση ουρικού οξέος από τα νεφρά (ΟΥΡΙΚΟΖΟΥΡΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ), μειώνουν την παραγωγή ουρικού οξέος (ΑΝΤΙΟΥΡΙΚΑ) ή ανακουφίζουν από τον πόνο και τη φλεγμονή των οξέων κρίσεων ουρικής αρθρίτιδας.
- Φάρμακα Τοκολυτικά: Προλαμβάνουν τον πρόωρο τοκετό και τη γέννηση πρόωρων βρεφών, καταστέλλοντας τις συσπάσεις της μήτρας (ΤΟΚΟΛΥΣΗ). Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την καθυστέρηση της πρόωρης δραστηριότητας της μήτρας περιλαμβάνουν θειικό μαγνήσιο, β-μιμητικά, ανταγωνιστές ωκυτοκίνης, αναστολείς διαύλων ασβεστίου και αγωνιστές β-αδρενεργών υποδοχέων. Η χρήση ενδοφλέβιας αλκοόλης ως τοκολυτικό έχει πλέον καταργηθεί.
- Αναστολείς Κυκλοοξυγενάσης: Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με την κυκλοοξυγενάση (ΠΡΟΣΤΑΓΛΑΝΔΙΝΗ-ΕΝΔΟΠΕΡΟΞΕΙΔΗ ΣΥΝΘΑΣΗ) και έτσι εμποδίζουν τον συνδυασμό του υποστρώματος-ενζύμου τους με το αραχιδονικό οξύ και τον σχηματισμό εικοσανοειδών, προσταγλανδινών και θρομβοξανών.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατηγοριοποίηση FDA
XXE1CET956
ΙΝΔΟΜΕΘΑΣΙΝΗ
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυκλοοξυγενάσης
Χημική Δομή [CS] - Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Μη Στεροειδές Αντιφλεγμονώδες Φάρμακο
Η ινδομεθακίνη είναι ένα Μη Στεροειδές Αντιφλεγμονώδες Φάρμακο. Ο μηχανισμός δράσης της ινδομεθακίνης είναι ως Αναστολέας Κυκλοοξυγενάσης.
ΙΝΔΟΜΕΘΑΣΙΝΗ
Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα [CS]; Μη Στεροειδές Αντιφλεγμονώδες Φάρμακο [EPC]; Αναστολείς Κυκλοοξυγενάσης [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Κατηγοριοποίηση MeSH
- Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα: Μη στεροειδή. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση προσταγλανδινών μέσω αναστολής της κυκλοοξυγενάσης, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικούς ενδοϋπεροξειδικούς εστέρες, πρόδρομους των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές τους δράσεις. Άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις τους.
- Παράγοντες που επηρεάζουν την καρδιακή σύσπαση: Επηρεάζουν τον ρυθμό ή την ένταση της καρδιακής σύσπασης, τη διάμετρο των αιμοφόρων αγγείων ή τον όγκο του αίματος.
- Ουρικοζουρικά Φάρμακα: Αυξάνουν την απέκκριση ουρικού οξέος από τα νεφρά (ΟΥΡΙΚΟΖΟΥΡΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ), μειώνουν την παραγωγή ουρικού οξέος (ΑΝΤΙΟΥΡΙΚΑ) ή ανακουφίζουν από τον πόνο και τη φλεγμονή των οξέων κρίσεων ουρικής αρθρίτιδας.
- Φάρμακα Τοκολυτικά: Προλαμβάνουν τον πρόωρο τοκετό και τη γέννηση πρόωρων βρεφών, καταστέλλοντας τις συσπάσεις της μήτρας (ΤΟΚΟΛΥΣΗ). Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την καθυστέρηση της πρόωρης δραστηριότητας της μήτρας περιλαμβάνουν θειικό μαγνήσιο, β-μιμητικά, ανταγωνιστές ωκυτοκίνης, αναστολείς διαύλων ασβεστίου και αγωνιστές β-αδρενεργών υποδοχέων. Η χρήση ενδοφλέβιας αλκοόλης ως τοκολυτικό έχει πλέον καταργηθεί.
- Αναστολείς Κυκλοοξυγενάσης: Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με την κυκλοοξυγενάση (ΠΡΟΣΤΑΓΛΑΝΔΙΝΗ-ΕΝΔΟΠΕΡΟΞΕΙΔΗ ΣΥΝΘΑΣΗ) και έτσι εμποδίζουν τον συνδυασμό του υποστρώματος-ενζύμου τους με το αραχιδονικό οξύ και τον σχηματισμό εικοσανοειδών, προσταγλανδινών και θρομβοξανών.