Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ C01EB03 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

INDOMETACIN

Ινδομεθακίνη

Το Ινδομεθακίνη είναι μη στεροειδές αντιφλεγμονώδες φάρμακο, παράγωγο του ινδολίου, που έχει επίσης αναλγητικές και αντιπυρετικές ιδιότητες.

💊
Κλινική Κατηγορία · ΜΣΑΦ — COX-εκλεκτικότητα & Κίνδυνος (CV vs ΓΕ)
ΜΣΑΦ — Μη εκλεκτικό (ισχυρό COX-1)
Καρδιαγγ.: 🟠 Μέτριος Γαστρεντ.: 🔴 Υψηλός

Curated · Επιμελημένο Δεν προέρχεται από το SPC (ΠΧΠ). πηγή (curated): COX-2 selectivity: FitzGerald & Patrono, NEJM 2001· Warner et al., PNAS 1999 (whole-blood COX-1/COX-2 ratios). CV/GI risk: Coxib & traditional NSAID Trialists' (CNT) Collaboration meta-analysis, Lancet 2013· EMA/PRAC reviews diclofenac 2013 & high-dose ibuprofen 2015. Naproxen: χαμηλότερος CV κίνδυνος.

Εμπορικά Ονόματα

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPCαναθ. 09/2008
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
Από το στόμα
Χορήγηση:
Μετά τα κύρια γεύματα
Δόση έναρξης:
Μία κάψουλα Ινδομεθακίνη Retard κάθε βράδυ
  • Ενήλικες με ρευματοειδή αρθρίτιδα, αγκυλωτική σπονδυλαρθρίτιδα, ορο-αρνητικές σπονδυλαρθρίτιδες, και βαριές ή μέτριας βαρύτητας οστεοαρθρίτιδες
    ΔόσηΜία κάψουλα Ινδομεθακίνη Retard
    Μέγ. δόσηΜία κάψουλα Ινδομεθακίνη Retard 75mg ανά 12/ωρο
    Ελάχιστη δόση κάθε βράδυ. Εάν χορηγείται μία κάψουλα την ημέρα, να λαμβάνεται κατά προτίμηση το βράδυ λόγω αποτελεσματικότητας στο νυκτερινό άλγος και την πρωινή δυσκαμψία.
  • Ενήλικες με επώδυνο ώμο, τενοντίτιδες, τενοντοθυλακίτιδες
    Δόση1-2 κάψουλες το 24/ωρο
    Συνήθης διάρκεια θεραπείας 7-14 ημέρες.
  • Ενήλικες με κρίσεις ουρικής αρθρίτιδας
    Δόση2 κάψουλες Ινδομεθακίνη Retard 75mg την ημέρα
    Μέχρι να υποχωρήσει το άλγος. Στη συνέχεια η δόση μειώνεται σε μία κάψουλα κάθε βράδυ και ακολούθως διακόπτεται με την υποχώρηση των τοπικών φλεγμονωδών φαινομένων και την διόγκωσης.
  • Ενήλικες με χρόνια αρθρίτιδα με τόφους
    ΔόσηΜία κάψουλα την ημέρα
    Συνήθως επαρκής.
  • Υπόλοιπες ενδείξεις
    Η δόση καθορίζεται ανάλογα με την περίπτωση.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Ιστορικό γαστρεντερικής αιμορραγίας ή διάτρησης, σχετιζόμενη με προηγούμενη θεραπεία με άλλα αντιφλεγμονώδη μη-στεροειδή φάρμακα
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
  • Ενεργό ή ιστορικό επαναλαμβανόμενου πεπτικού έλκους / αιμορραγίας, γαστρίτιδα ή άλλες οργανικές παθήσεις του γαστρεντερικού
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
  • Ηλικία
    ΠληθυσμόςΠαιδιά κάτω των 14 ετών
  • Ρινικοί πολύποδες συνοδευόμενοι από αγγειονευρωτικό οίδημα ή ιστορικό βρογχοσπασμού από ασπιρίνη ή άλλα αντιφλεγμονώδη μη-στεροειδή φάρμακα
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
  • Βαριά νεφρική ανεπάρκεια
  • Βαριά ηπατική ανεπάρκεια
  • Εγκυμοσύνη
    ΠληθυσμόςΓυναίκες
  • Γαλουχία
    ΠληθυσμόςΓυναίκες
  • Σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Δοσολογία
    Χρησιμοποιήστε τη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση για το ελάχιστο χρονικό διάστημα
  • Χορήγηση
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΆτομα με διαταραχές πηκτικότητας, επιληψία, νόσο του Parkinson, ψυχιατρικά προβλήματα, καρδιακή ανεπάρκεια, στεφανιαία νόσο, ηλικιωμένοι
    Χορήγηση με ιδιαίτερη προσοχή
  • Λοιμώξεις
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με υποψία λοιμώξεων
    Χορήγηση με ιδιαίτερη προσοχή, καθώς μπορεί να καλύψει συμπτώματα υποκείμενης λοίμωξης
  • Γαστρεντερικές επιδράσεις / Συγχορήγηση
    αντένδειξη
    Αποφεύγεται η συνχορήγηση με άλλα αντιφλεγμονώδη μη-στεροειδή φάρμακα (συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων κυκλο-οξυγενάσης-2)
  • Ανεπιθύμητες ενέργειες (ιδιαίτερα γαστρεντερικές)
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΗλικιωμένοι
    Προσοχή λόγω αυξημένης συχνότητας ανεπιθύμητων ενεργειών (ιδιαίτερα γαστρεντερικών αιμορραγιών και διατρήσεων)
  • Γαστρεντερική αιμορραγία, έλκος, διάτρηση
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό έλκους (ιδιαίτερα με περιπλοκή αιμορραγίας ή διάτρησης), ηλικιωμένοι, ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα χαμηλή δόση ασπιρίνης ή άλλα φάρμακα που αυξάνουν τον γαστρεντερικό κίνδυνο
    Έναρξη θεραπείας με τη χαμηλότερη δυνατή δόση, αναθεώρηση συνδυασμού θεραπείας με προστατευτικούς παράγοντες (misoprostol ή αναστολείς αντλιών πρωτονίων)
  • Γαστρεντερική τοξικότητα
    παρακολούθηση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής τοξικότητας (ιδιαίτερα ηλικιωμένοι)
    Αναφορά οποιωνδήποτε ασυνήθιστων κοιλιακών συμπτωμάτων (ιδιαίτερα γαστρεντερικής αιμορραγίας), ειδικότερα στα αρχικά στάδια της θεραπείας
  • Κίνδυνος έλκους ή αιμορραγίας (λόγω συγχορήγησης)
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν από του στόματος κορτικοστεροειδή, αντιπηκτικά (π.χ. βαρφαρίνη), εκλεκτούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης, ή αντιθρομβωτικούς παράγοντες (π.χ. ασπιρίνη)
    Προσοχή
  • Γαστρεντερική αιμορραγία ή έλκος (εμφάνιση)
    αντένδειξη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν Ινδομεθακίνη
    Διακοπή της θεραπείας
  • Γαστρεντερικές παθήσεις (ελκώδης κολίτιδα, Crohn’s)
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό ελκώδους κολίτιδας ή νόσου Crohn
    Χορήγηση με προσοχή, καθώς οι παθήσεις μπορούν να αυξηθούν
  • Κατακράτηση υγρών και οίδημα
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό υπέρτασης και / ή καρδιακής ανεπάρκειας
    Προσοχή
  • Καρδιαγγειακές και αγγειοεγκεφαλικές επιδράσεις / Κατακράτηση υγρών και οίδημα
    παρακολούθηση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό υπέρτασης ή / και ελαφράς ή μέτριας συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας
    Κατάλληλη παρακολούθηση και παροχή συμβουλών
  • Αρτηριακά θρομβωτικά επεισόδια
    προσοχή
    Προσοχή
  • Καρδιαγγειακός κίνδυνος
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με μη ελεγχόμενη υπέρταση, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, αποδεδειγμένη ισχαιμική καρδιοπάθεια, περιφερική αρτηριακή νόσο ή / και αγγειοεγκεφαλική νόσο. Ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, κάπνισμα)
    Θεραπεία μόνο μετά από προσεκτική εξέταση. Προσεκτική εξέταση πριν την έναρξη μακροχρόνιας θεραπείας
  • Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις (exfoliative dermatitis, Stevens Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση)
    αντένδειξη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που εμφανίζουν δερματικά εξανθήματα, αλλοιώσεις βλεννωδών μεμβρανών, ή οποιοδήποτε άλλο σημάδι υπερευαισθησίας
    Διακοπή της θεραπείας
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Σαλικυλικά
    προσοχή
    Αναστέλλεται η αντιφλεγμονώδης δράση του Ινδομεθακίνη και αυξάνεται ο κίνδυνος εξελκώσεων από το γαστρεντερικό.
  • Ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ασπιρίνη)
    προσοχή
    Μειώνει την απορρόφηση του Ινδομεθακίνη, αυξάνει την ημιπερίοδο ζωής του στο πλάσμα και ενισχύει τις τοξικές του επιδράσεις.
  • Προβενεκίδη
    παρακολούθηση
    Ενισχύεται η δράση του Ινδομεθακίνη από αναστολή της απέκκρισής του από τους νεφρούς και αυξάνονται τα επίπεδα στο αίμα και η ημιπερίοδος ζωής του. Το ουρικοπεκκριτικό αποτέλεσμα της προβενεκίδης δεν επηρεάζεται.
  • Διουρητικά θειαζιδικά ή της αγκύλης (φουροσεμίδη, βουμετανίδη)
    προσοχή
    Μπορεί να μειωθεί η δράση τους.
  • Τριαμτερένη
    προσοχή
    Μπορεί να μειωθεί σημαντικά η νεφρική λειτουργία με νεφροτοξικό αποτέλεσμα.
  • Κορτικοειδή
    προσοχή
    Μπορεί να ενισχυθεί η δράση τους από εκτόπιση των θέσεων τους από τις πρωτεΐνες του πλάσματος, με αποτέλεσμα την αύξηση των κορτικοειδών στο αίμα. Αυξημένος κίνδυνος ανάπτυξης ελκών ή αιμορραγιών στο γαστρεντερικό σωλήνα.
  • Κουμαρινικά αντιπηκτικά (π.χ. βαρφαρίνη)
    προσοχή
    Μπορεί να αυξηθεί ο χρόνος προθρομβίνης από ενίσχυση της δράσης τους.
    ΣύστασηΜπορεί να απαιτηθεί αναπροσαρμογή και μείωση της δοσολογίας τους.
  • Αντιθρομβωτικοί παράγοντες και εκλεκτοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs)
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας.
  • Προπρανολόλη, άλλοι β-αδρενεργικοί αναστολείς
    προσοχή
    Μειώνεται το αντιυπερτασικό τους αποτέλεσμα.
  • Αντιυπερτασικά φάρμακα (π.χ. καπτοπρίλη)
    προσοχή
    Μπορεί να μειωθεί η δράση τους.
  • προσοχή
    Από μειωμένη κάθαρση αυξάνεται η δράση και τα επίπεδα 30-35% στο αίμα του Ινδομεθακίνη.
    ΣύστασηΕπιβάλλεται μείωση της δόσης ινδομεθακίνης.
  • Φαινυλοβουταζόνη και πυραζολονικά
    προσοχή
    Ενισχύεται η δράση του Ινδομεθακίνη. Αυξημένος κίνδυνος τοξικών επιδράσεων, ιδιαίτερα από το γαστρεντερικό.
  • Ανθρακικό λίθιο
    προσοχή
    Ενισχύεται η δράση του και υπάρχει κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών.
  • προσοχή
    Αυξάνονται τα επίπεδα της στο αίμα με κίνδυνο εμφάνισης τοξικού δακτυλιτισμού.
  • Θυρεοειδικά φάρμακα
    προσοχή
    Μπορεί να ενισχυθεί η καρδιοτοξικότητά τους.
  • Μπορεί να προκληθεί σοβαρή υπερτασική κρίση.
  • Αντιόξινα
    προσοχή
    Μπορεί να καθυστερήσει η απορρόφηση του Ινδομεθακίνη και να μειωθούν τα επίπεδά του στο αίμα μέχρι 50%.
  • Εμβόλιο ιλαράς
    προσοχή
    Μπορεί να ενισχυθεί η σοβαρότητα των αντιδράσεων του εμβολίου μέχρι και της εμφάνισης αιμορραγιών.
  • Methyl dopa
    παρακολούθηση
    Αλληλεπίδραση.
  • Αλκαλοειδή της Rauwolfia
    παρακολούθηση
    Αλληλεπίδραση.
  • Βουτυροφαινόνες
    παρακολούθηση
    Αλληλεπίδραση.
  • παρακολούθηση
    Αλληλεπίδραση.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Γαστρεντερικό
  • Ναυτία
  • Εμετός
  • Επιγαστραλγία
  • Δυσπεπτικά ενοχλήματα
  • Τυμπανισμός
  • Κοιλιακός πόνος
  • Δυσκοιλιότητα
  • Διάρροια
  • Εξελκώσεις οισοφάγου
  • Εξελκώσεις στομάχου
  • Εξελκώσεις λεπτού εντέρου
  • Πεπτικό έλκος
  • Πρωκτίτιδα
  • Ελκώδης στοματίτιδα
  • Διάτρηση παχέος εντέρου
  • Γαστρίτιδα
Δέρμα
  • Καύσος
  • Πορφύρα
  • Κνησμός
  • Κνίδωση
  • Εξανθήματα
  • Οζώδες ερύθημα
  • Αλωπεκία
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
  • Διατρήσεις ή και αιμορραγία (ενίοτε θανατηφόρου) ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους
  • Σιδηροπενική αναιμία από χρόνια λανθάνουσα αιμορραγία
  • Επιδείνωση ελκώδης κολίτιδας
  • Τμηματική εντερίτιδα και πάθηση Crohn’s
  • Malaena
  • Haematemesis
Μεταβολισμός
  • Ανορεξία
  • Υπεργλυκαιμία
  • Σακχαρουρία
Ήπαρ
  • Ηπατίτιδα με ίκτερο
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
  • Υπνηλία
  • Συγκοπικά επεισόδια
  • Περιφερική νευροπάθεια
  • Σπασμοί
  • Κώμα
Ψυχιατρικές
  • Κατάθλιψη
  • Άγχος
  • Αϋπνία
Γενικές
  • Κόπωση
  • Θωρακικό άλγος
  • Εφίδρωση
Μυοσκελετικό
  • Μυϊκή αδυναμία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Ψυχικές διαταραχές (διανοητική θόλωση ή σύγχυση ή διαταραχή της προσωπικότητας παραισθησίες)
  • Επιδείνωση επιληψίας ή νόσου του Parkinson
Αίμα
  • Αιμολυτική αναιμία
  • Απλαστική αναιμία
  • Μυελική καταστολή
  • Λευκοπενία
  • Ακοκκιοκυτταραιμία
  • Θρομβοπενία
Οφθαλμικές
  • Εναποθέσεις στον κερατοειδή
  • Θάμβος οράσεως
Διαταραχές των οφθαλμών
  • Βλάβες στον αμφιβληστροειδή συμπεριλαμβανομένης και της ωχράς κηλίδας
Αυτί
  • Εμβοές
  • Διαταραχές ακοής
  • Βαρηκοΐα
Αγγειακές
  • Υπέρταση
  • Πτώση αρτηριακής πίεσης
  • Αγγειίτιδα
  • Εξάψεις
Καρδιά
  • Ταχυκαρδία
  • Καρδιακή ανεπάρκεια
  • Αίσθημα παλμών
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Οίδημα από κατακράτηση υγρών
  • Αιματουρία
  • Αύξηση ουρίας
Διαταραχές του καρδιαγγειακού συστήματος
  • Θρομβωτικά αρτηριακά επεισόδια (έμφραγμα μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο)
Διαταραχές του ουροποιητικού συστήματος
  • Αναστρέψιμη συνήθως οξεία νεφρική ανεπάρκεια
Αναπαραγωγικό
  • Κολπική αιμορραγία
Ανοσοποιητικό
  • Αγγειονευρωτικό οίδημα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Εμφάνιση φουσκαλίδων, συμπεριλαμβανομένου του Συνδρόμου Stevens Johnson και Τοξική Επιδερμική Νεκρόλυση
Αναπνευστικό
  • Δύσπνοια
  • Σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας
  • Επιστάξεις
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δυσπεπτικά ενοχλήματα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Εμετός
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Επιγαστραλγία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Καύσος
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κοιλιακός πόνος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Τυμπανισμός
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Υπνηλία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Haematemesis
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Malaena
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Άγχος
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Ανορεξία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Γαστρίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Διάτρηση παχέος εντέρου
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Διατρήσεις ή και αιμορραγία (ενίοτε θανατηφόρου) ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Ελκώδης στοματίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Εξελκώσεις λεπτού εντέρου
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Εξελκώσεις οισοφάγου
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Εξελκώσεις στομάχου
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Επιδείνωση ελκώδης κολίτιδας
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Επιδείνωση επιληψίας ή νόσου του Parkinson
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Ηπατίτιδα με ίκτερο
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Κώμα
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Μυϊκή αδυναμία
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Πεπτικό έλκος
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Περιφερική νευροπάθεια
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Πρωκτίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Σιδηροπενική αναιμία από χρόνια λανθάνουσα αιμορραγία
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Σπασμοί
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Συγκοπικά επεισόδια
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Τμηματική εντερίτιδα και πάθηση Crohn’s
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Ψυχικές διαταραχές (διανοητική θόλωση ή σύγχυση ή διαταραχή της προσωπικότητας παραισθησίες)
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Αιμολυτική αναιμία
    Αίμα
    Σπάνιες
  • Ακοκκιοκυτταραιμία
    Αίμα
    Σπάνιες
  • Απλαστική αναιμία
    Αίμα
    Σπάνιες
  • Θρομβοπενία
    Αίμα
    Σπάνιες
  • Λευκοπενία
    Αίμα
    Σπάνιες
  • Μυελική καταστολή
    Αίμα
    Σπάνιες
  • Πορφύρα
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Εμφάνιση φουσκαλίδων, συμπεριλαμβανομένου του Συνδρόμου Stevens Johnson και Τοξική Επιδερμική Νεκρόλυση
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Πολύ σπάνιες
  • Αίσθημα παλμών
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Αγγειίτιδα
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Αγγειονευρωτικό οίδημα
    Ανοσοποιητικό
    Μη γνωστές
  • Αιματουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Μη γνωστές
  • Αλωπεκία
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Αναστρέψιμη συνήθως οξεία νεφρική ανεπάρκεια
    Διαταραχές του ουροποιητικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • Αύξηση ουρίας
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Μη γνωστές
  • Βαρηκοΐα
    Αυτί
    Μη γνωστές
  • Βλάβες στον αμφιβληστροειδή συμπεριλαμβανομένης και της ωχράς κηλίδας
    Διαταραχές των οφθαλμών
    Μη γνωστές
  • Διαταραχές ακοής
    Αυτί
    Μη γνωστές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Εμβοές
    Αυτί
    Μη γνωστές
  • Εναποθέσεις στον κερατοειδή
    Οφθαλμικές
    Μη γνωστές
  • Εξάψεις
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Εξανθήματα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Επιστάξεις
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Εφίδρωση
    Γενικές
    Μη γνωστές
  • Θάμβος οράσεως
    Οφθαλμικές
    Μη γνωστές
  • Θρομβωτικά αρτηριακά επεισόδια (έμφραγμα μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο)
    Διαταραχές του καρδιαγγειακού συστήματος
    Μη γνωστές
  • Θωρακικό άλγος
    Γενικές
    Μη γνωστές
  • Καρδιακή ανεπάρκεια
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Κολπική αιμορραγία
    Αναπαραγωγικό
    Μη γνωστές
  • Οίδημα
    Γενικές
    Μη γνωστές
  • Οίδημα από κατακράτηση υγρών
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Μη γνωστές
  • Οζώδες ερύθημα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Πτώση αρτηριακής πίεσης
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Σακχαρουρία
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Ταχυκαρδία
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Υπέρταση
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Υπεργλυκαιμία
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Αντενδείκνυται
    διότι η ασφάλεια κατά την εγκυμοσύνη δεν έχει τεκμηριωθεί.
  • Γαλουχία
    Δεν συνιστάται
    Η ινδομεθακίνη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Το Ινδομεθακίνη είναι μη στεροειδές αντιφλεγμονώδες φάρμακο, παράγωγο του ινδολίου, που έχει επίσης αναλγητικές και αντιπυρετικές ιδιότητες. Εντούτοις, λόγω των δυνητικών κινδύνων για σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες η χρήση του ως απλού αναλγητικού ή αντιπυρετικού δεν συνιστάται. Η αντιφλεγμονώδης δράση του οφείλεται στην αναστολή σύνθεσης των προσταγλανδινών και πιθανώς και σε άλλες δράσεις, όπως είναι η αναστολή της φωσφοροδιεστεράσης και της μετανάστευσης των λευκοκυττάρων.
Φαρμακοκινητική
Το Ινδομεθακίνη χορηγούμενο από το στόμα απορροφάται πλήρως και δεσμεύεται κατά 90% από τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Η μέγιστη πυκνότητα στο πλάσμα επιτυγχάνεται σε 3 ώρες και συντηρείται στα ίδια περίπου επίπεδα (μορφή Retard) επί 12-16 ώρες. Το διάστημα αυτό γίνεται μεγαλύτερο, όταν το Ινδομεθακίνη χορηγείται μετά τα γεύματα. Υψηλές συγκεντρώσεις του Ινδομεθακίνη επιτυγχάνονται στο αρθρικό υγρό, ενώ κατά πολύ χαμηλότερες διαπιστώνονται στο πλάσμα και το εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Η ημιπερίοδος ζωής της ινδομεθακίνης κυμαίνεται από 5-10 ώρες, ενώ του Ινδομεθακίνη retard η μορφή παρατείνει την ημιπερίοδο για άλλες 7-9 ώρες. Ο μεταβολισμός του Ινδομεθακίνη γίνεται κυρίως στο ήπαρ. Τόσο οι μεταβολίτες, όσο και το μη μεταβολιζόμενο μέρος αποβάλλονται από τους νεφρούς με τα ούρα κατά 60% και με τα κόπρανα κατά 33%.
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης Η ινδομεθακίνη είναι ένας μη ειδικός και αναστρέψιμος αναστολέας του ενζύμου κυκλοοξυγενάση (COX) ή προσταγλανδίνη G/H συνθάση. Υπάρχουν δύο αναγνωρισμένες ισομορφές της COX: η COX-1 είναι παρούσα σε όλους τους ιστούς του σώματος και…
Φαρμακοδυναμική
Το Ινδομεθακίνη είναι μη στεροειδές αντιφλεγμονώδες φάρμακο, παράγωγο του ινδολίου, που έχει επίσης αναλγητικές και αντιπυρετικές ιδιότητες. Εντούτοις, λόγω των δυνητικών κινδύνων για σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες η χρήση του ως απλού αναλγητικού ή…
Φαρμακοκινητική
Το Ινδομεθακίνη χορηγούμενο από το στόμα απορροφάται πλήρως και δεσμεύεται κατά 90% από τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Η μέγιστη πυκνότητα στο πλάσμα επιτυγχάνεται σε 3 ώρες και συντηρείται στα ίδια περίπου επίπεδα (μορφή Retard) επί 12-16 ώρες. Το διάστημα…
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Η ινδομεθακίνη υφίσταται ηπατικό μεταβολισμό που περιλαμβάνει γλυκουρονιδίωση, O-δεσμεθυλίωση και N-απεακυλίωση. Οι μεταβολίτες O-δεσμεθυλο-ινδομεθακίνη, N-δεσχλωροβενζοϋλ-ινδομεθακίνη και O-δεσμεθυλο-N-δεσχλωροβενζοϋλ-ινδομεθακίνη και τα…
Απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Η ινδομεθακίνη εμφανίζει γραμμικό φαρμακοκινητικό προφίλ, όπου οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα και η περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) είναι ανάλογες της δόσης, ενώ ο χρόνος ημίσειας ζωής (T1/2) και η νεφρική κάθαρση του…

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

science
PubChem

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοδυναμική

Η ινδομεθακίνη είναι ένα ΜΣΑΦ με αναλγητικές και αντιπυρετικές ιδιότητες, το οποίο ασκεί τις φαρμακολογικές του επιδράσεις αναστέλλοντας τη σύνθεση παραγόντων που εμπλέκονται στον πόνο, τον πυρετό και τη φλεγμονή. Η θεραπευτική της δράση δεν περιλαμβάνει διέγερση των επινεφριδίων. Η ινδομεθακίνη δρα κυρίως καταστέλλοντας τη φλεγμονή στην ρευματοειδή αρθρίτιδα, παρέχοντας ανακούφιση από τον πόνο, καθώς και μειώνοντας τον πυρετό, το πρήξιμο και την ευαισθησία.

Η αποτελεσματικότητά της έχει αποδειχθεί με μείωση της έκτασης του οιδήματος των αρθρώσεων, του μέσου αριθμού αρθρώσεων που παρουσιάζουν συμπτώματα φλεγμονής και της σοβαρότητας της πρωινής δυσκαμψίας. Αυξημένη κινητικότητα επιδείχθηκε με μείωση του συνολικού χρόνου βάδισης και βελτιωμένη λειτουργική ικανότητα που φάνηκε ως αύξηση της δύναμης λαβής.

Σε κλινικές δοκιμές, η ινδομεθακίνη αποδείχθηκε αποτελεσματική στην ανακούφιση του πόνου, στη μείωση του πυρετού, του οιδήματος, της ερυθρότητας και της ευαισθησίας της οξείας ουρικής αρθρίτιδας.

Λόγω των φαρμακολογικών της δράσεων, η χρήση της ινδομεθακίνης συνδέεται με τον κίνδυνο σοβαρών καρδιαγγειακών θρομβωτικών συμβαμάτων, συμπεριλαμβανομένου του εμφράγματος του μυοκαρδίου και του εγκεφαλικού επεισοδίου, καθώς και γαστρεντερικών επιπλοκών όπως αιμορραγία, έλκος και διάτρηση του στομάχου ή των εντέρων.

Σε μια μελέτη σε υγιή άτομα, η οξεία χορήγηση ινδομεθακίνης από του στόματος και ενδοφλεβίως οδήγησε σε παροδικά μειωμένη βασική και διεγερμένη από CO2 εγκεφαλική αιμάτωση. Αυτή η επίδραση εξαφανίστηκε σε μια μελέτη μετά από μία εβδομάδα θεραπείας από του στόματος. Η κλινική σημασία αυτής της επίδρασης δεν έχει καθοριστεί.

Σε σύγκριση με άλλα ΜΣΑΦ, προτείνεται ότι η ινδομεθακίνη είναι ένας ισχυρότερος αγγειοσυσπαστικός παράγοντας που είναι πιο σταθερός στη μείωση της εγκεφαλικής αιμάτωσης και στην αναστολή της CO2 δραστηριότητας.

Υπήρξαν μελέτες που δείχνουν ότι η ινδομεθακίνη αναστέλλει άμεσα τη νευρωνική δραστηριότητα σε κάποιο βαθμό στο τρίδυμο-αυχενικό σύμπλεγμα μετά από διέγερση του ανώτερου σιελογόνου πυρήνα ή της σκληράς μήνιγγας.

neurology
PubChem

Μηχανισμός δράσης

expand_more

Μηχανισμός Δράσης

Η ινδομεθακίνη είναι ένας μη ειδικός και αναστρέψιμος αναστολέας του ενζύμου κυκλοοξυγενάση (COX) ή προσταγλανδίνη G/H συνθάση. Υπάρχουν δύο αναγνωρισμένες ισομορφές της COX: η COX-1 είναι παρούσα σε όλους τους ιστούς του σώματος και εμπλέκεται στη σύνθεση των προσταγλανδινών και της θρομβοξάνης Α2, ενώ η COX-2 εκφράζεται ως απόκριση σε τραυματισμό ή φλεγμονή.

Το ένζυμο COX-1, το οποίο εκφράζεται συνταγματικά, εμπλέκεται στην προστασία του γαστρικού βλεννογόνου, στη λειτουργία των αιμοπεταλίων και των νεφρών, καταλύοντας τη μετατροπή του αραχιδονικού οξέος σε προσταγλανδίνη (PG) G2 και την PGG2 σε PGH2. Η COX-2 εκφράζεται συνταγματικά και είναι ιδιαίτερα επαγώγιμη από φλεγμονώδη ερεθίσματα. Βρίσκεται στο κεντρικό νευρικό σύστημα, στα νεφρά, στη μήτρα και σε άλλα όργανα.

Η COX-2 καταλύει επίσης τη μετατροπή του αραχιδονικού οξέος σε PGG2 και την PGG2 σε PGH2. Στην οδό που μεσολαβείται από την COX-2, η PGH2 μετατρέπεται περαιτέρω σε PGE2 και PGI2 (γνωστή και ως προσταγλανδίνη Ι2). Η PGE2 εμπλέκεται στη διαμεσολάβηση της φλεγμονής, του πόνου και του πυρετού. Η μείωση των επιπέδων της PGE2 οδηγεί σε μειωμένες φλεγμονώδεις αντιδράσεις.

Η ινδομεθακίνη είναι γνωστό ότι αναστέλλει και τις δύο ισομορφές της COX, ωστόσο, με μεγαλύτερη εκλεκτικότητα για την COX-1, η οποία εξηγεί τις αυξημένες γαστρικές ανεπιθύμητες ενέργειές της σε σχέση με άλλα ΜΣΑΦ. Συνδέεται με την ενεργό θέση του ενζύμου και εμποδίζει την αλληλεπίδραση μεταξύ του ενζύμου και του υποστρώματός του, του αραχιδονικού οξέος.

Σε αντίθεση με άλλα ΜΣΑΦ, η ινδομεθακίνη αναστέλλει επίσης τη φωσφολιπάση Α2, το ένζυμο που είναι υπεύθυνο για την απελευθέρωση του αραχιδονικού οξέος από τους φωσφολιπίδια. Οι αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις της ινδομεθακίνης, καθώς και οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις που σχετίζονται με το φάρμακο, προκύπτουν ως αποτέλεσμα της μειωμένης σύνθεσης προσταγλανδινών.

Οι αντιπυρετικές της επιδράσεις μπορεί να οφείλονται στη δράση στον υποθάλαμο, οδηγώντας σε αυξημένη περιφερική αιμάτωση, αγγειοδιαστολή και επακόλουθη διάχυση θερμότητας.

Ο ακριβής μηχανισμός δράσης της ινδομεθακίνης στην πρόκληση σύγκλεισης ενός ανοιχτού αρτηριακού πόρου δεν είναι πλήρως κατανοητός. Ωστόσο, πιστεύεται ότι οφείλεται στην αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών. Κατά τη γέννηση, ο αρτηριακός πόρος κλείνει φυσιολογικά καθώς η τάση του οξυγόνου αυξάνεται σημαντικά μετά τη γέννηση. Ο ανοιχτός αρτηριακός πόρος σε πρόωρα βρέφη συνδέεται με συγγενείς καρδιοπάθειες, όπου η PGE1 μεσολαβεί μια αντίθετη επίδραση από αυτήν του οξυγόνου. Η PGE1 διαστέλλει τον αρτηριακό πόρο μέσω χαλάρωσης των λείων μυών και εμποδίζει το κλείσιμο του αρτηριακού πόρου. Αναστέλλοντας τη σύνθεση των προσταγλανδινών, η ινδομεθακίνη προάγει το κλείσιμο του αρτηριακού πόρου.

Η ινδομεθακίνη έχει περιγραφεί ότι διαθέτει αντικαρκινικές και αντιιικές ιδιότητες μέσω της ενεργοποίησης της πρωτεϊνικής κινάσης R (PKR) και της κατάντη φωσφορυλίωσης της eIF2α, αναστέλλοντας τη σύνθεση πρωτεϊνών.

Οι αντιφλεγμονώδεις, αναλγητικές και αντιπυρετικές επιδράσεις της ινδομεθακίνης και άλλων μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων (ΜΣΑΦ), συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων της κυκλοοξυγενάσης-2 (COX-2) (π.χ., celecoxib), φαίνεται να προκύπτουν από την αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών. Ενώ ο ακριβής μηχανισμός των αντιφλεγμονωδών και αναλγητικών επιδράσεων των ΜΣΑΦ συνεχίζει να διερευνάται, αυτές οι επιδράσεις φαίνεται να μεσολαβούνται κυρίως μέσω της αναστολής της ισοενζύμης COX-2 σε θέσεις φλεγμονής με επακόλουθη μείωση της σύνθεσης ορισμένων προσταγλανδινών από τους πρόδρομους τους, το αραχιδονικό οξύ. Αυτή η επίδραση μπορεί να σχετίζεται με την αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών που πιστεύεται ότι παίζουν ρόλο στη διαμόρφωση του ρυθμού και της έκτασης της διήθησης λευκοκυττάρων κατά τη φλεγμονή.

Η ινδομεθακίνη αναστέλλει επίσης την απελευθέρωση λυσοσωμικών ενζύμων από πολυμορφοπύρηνα λευκοκύτταρα. Αν και ο μηχανισμός δεν έχει καθοριστεί, αυτή η επίδραση φαίνεται να εξαρτάται από τη φύση του ερεθίσματος και μπορεί να μην σχετίζεται με την αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών.

Έχει επίσης διατυπωθεί η υπόθεση ότι η ινδομεθακίνη, ως αναστολέας της φωσφοδιεστεράσης, μπορεί να αυξήσει τις ενδοκυτταρικές συγκεντρώσεις της κυκλικής αδενοσινομονοφωσφορικής (cAMP), η οποία μπορεί να παίζει ρόλο στη φλεγμονώδη απόκριση.

Σε υπερθεραπευτικές συγκεντρώσεις, η ινδομεθακίνη μειώνει τη σύνθεση των βλεννοπολυσακχαριτών μέσω αποσύζευξης της οξειδωτικής φωσφορυλίωσης. Αναστέλλοντας την κυκλοοξυγενάση, η ινδομεθακίνη και ορισμένα άλλα ΜΣΑΦ μπορεί επίσης να παρεμβαίνουν στο σχηματισμό αυτοαντισωμάτων που σχετίζονται με τις προσταγλανδίνες και εμπλέκονται στη φλεγμονώδη διαδικασία.

Αυτό το άρθρο ανασκοπεί τον παθοφυσιολογικό μηχανισμό της γαστρικής βλάβης που προκαλείται από τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), εστιάζοντας στη σχέση μεταξύ της αναστολής της κυκλοοξυγενάσης (COX) και διαφόρων λειτουργικών γεγονότων. Τα ΜΣΑΦ, όπως η ινδομεθακίνη, σε δόση που αναστέλλει την παραγωγή προσταγλανδινών (PG), αυξάνουν την γαστρική κινητικότητα, οδηγώντας σε αύξηση της διαπερατότητας του βλεννογόνου, διήθηση ουδετερόφιλων και παραγωγή οξυριζών, και τελικά προκαλώντας γαστρικές βλάβες. Αυτές οι βλάβες προλαμβάνονται με προετοιμασία με PGE2 και αντιεκκριτικά φάρμακα, καθώς και μέσω ενός μηχανισμού ευαίσθητου στην ατροπίνη, που δεν σχετίζεται με την αντιεκκριτική δράση.

Αν και ούτε η ροσουβαστατίνη (εκλεκτικός αναστολέας COX-2) ούτε η SC-560 (εκλεκτικός αναστολέας COX-1) από μόνη της προκαλεί γαστρική βλάβη, ο συνδυασμός αυτών των φαρμάκων προκαλεί γαστρικές βλάβες. Η SC-560, αλλά όχι η ροσουβαστατίνη, μειώνει την παραγωγή προσταγλανδίνης Ε2 (PGE2) και προκαλεί γαστρική υπέρκινηση και αύξηση της διαπερατότητας του βλεννογόνου. Το mRNA της COX-2 εκφράζεται στο στομάχι μετά τη χορήγηση ινδομεθακίνης και SC-560, αλλά όχι ροσουβαστατίνης. Η υπερρύθμιση της έκφρασης της COX-2 που προκαλείται από την ινδομεθακίνη αναστέλλεται από την ατροπίνη σε δόση που αναστέλλει τη γαστρική υπέρκινηση.

Επιπλέον, οι εκλεκτικοί αναστολείς της COX-2 έχουν επιζήμιες επιδράσεις στο στομάχι όταν η COX-2 υπερεκφράζεται υπό διάφορες συνθήκες, συμπεριλαμβανομένης της επινεφριδεκτομής, της αρθρίτιδας και της λοίμωξης από Helicobacter pylori.

Συνοπτικά, η γαστρική υπέρκινηση παίζει πρωταρχικό ρόλο στην παθογένεση της γαστρικής βλάβης που προκαλείται από ΜΣΑΦ, και η απόκριση, αιτιολογικά σχετιζόμενη με την έλλειψη PG λόγω της αναστολής της COX-1, συμβαίνει πριν από άλλα παθοφυσιολογικά γεγονότα όπως η αυξημένη διαπερατότητα του βλεννογόνου. Οι ελκογόνες ιδιότητες των ΜΣΑΦ απαιτούν την αναστολή τόσο της COX-1 όσο και της COX-2, η αναστολή της COX-1 υπερρυθμίζει την έκφραση της COX-2 σε συσχέτιση με τη γαστρική υπέρκινηση, και οι PG που παράγονται από την COX-2 αντισταθμίζουν την επιζήμια επίδραση της αναστολής της COX-1.

biotech
PubChem

Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση

expand_more

Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση

Η ινδομεθακίνη εμφανίζει γραμμικό φαρμακοκινητικό προφίλ, όπου οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα και η περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) είναι ανάλογες της δόσης, ενώ ο χρόνος ημίσειας ζωής (T1/2) και η νεφρική κάθαρση του πλάσματος είναι εξαρτώμενα από τη δόση.

Η ινδομεθακίνη απορροφάται εύκολα και ταχέως από το γαστρεντερικό σωλήνα. Η βιοδιαθεσιμότητα είναι σχεδόν 100% μετά από χορήγηση από το στόμα και περίπου το 90% της δόσης απορροφάται εντός 4 ωρών. Η βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 80-90% μετά από υποθετική χορήγηση.

Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα μετά από μία εφάπαξ δόση από το στόμα επιτεύχθηκαν μεταξύ 0,9 ± 0,4 και 1,5 ± 0,8 ώρες σε νηστεύοντες. Παρά τη μεγάλη διατομεακή μεταβλητότητα, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα είναι ανάλογες της δόσης και κυμαίνονταν κατά μέσο όρο 1,54 ± 0,76 μg/mL, 2,65 ± 1,03 μg/mL και 4,92 ± 1,88 μg/mL μετά από εφάπαξ δόσεις 25 mg, 50 mg και 75 mg σε νηστεύοντες, αντίστοιχα.

Με ένα τυπικό θεραπευτικό σχήμα 25 ή 50 mg τρεις φορές την ημέρα, οι σταθερές συγκεντρώσεις ινδομεθακίνης στο πλάσμα είναι κατά μέσο όρο 1,4 φορές υψηλότερες από αυτές μετά την πρώτη δόση.

Η ινδομεθακίνη απεκκρίνεται μέσω νεφρικής απέκκρισης, μεταβολισμού και χολικής απέκκρισης. Υπόκειται επίσης σε εντεροηπατική κυκλοφορία μέσω της απέκκρισης των γλυκουρονιδικών μεταβολιτών της στη χολή, ακολουθούμενη από επαναρρόφηση της ινδομεθακίνης μετά από υδρόλυση. Η έκταση της συμμετοχής στην εντεροηπατική κυκλοφορία κυμαίνεται από 27 έως 115%.

Περίπου το 60% μιας δόσης από το στόμα ανακτάται στα ούρα ως φάρμακο και μεταβολίτες (26% ως ινδομεθακίνη και το γλυκουρονίδιο της), και 33% στα κόπρανα (1,5% ως ινδομεθακίνη).

Ο όγκος κατανομής κυμάνθηκε από 0,34 έως 1,57 L/kg μετά από χορήγηση από το στόμα, ενδοφλεβίως ή υποθετικά, εφάπαξ και πολλαπλών δόσεων ινδομεθακίνης σε υγιή άτομα. Η ινδομεθακίνη κατανέμεται στο αρθρικό υγρό και δεσμεύεται εκτενώς στους ιστούς. Έχει ανιχνευθεί σε ανθρώπινο μητρικό γάλα και πλακούντα. Αν και η ινδομεθακίνη έχει αποδειχθεί ότι διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό (BBB), η εκτεταμένη δέσμευσή της στις πρωτεΐνες του πλάσματος επιτρέπει μόνο στο μικρό κλάσμα της ελεύθερης ή μη δεσμευμένης ινδομεθακίνης να διαχέεται μέσω του BBB.

Σε μια κλινική φαρμακοκινητική μελέτη, η κάθαρση πλάσματος της ινδομεθακίνης αναφέρθηκε ότι κυμαινόταν από 1 έως 2,5 mL/kg/min μετά από χορήγηση από το στόμα.

Ο ανοιχτός αρτηριακός πόρος (PDA) είναι συχνή επιπλοκή σε πρόωρα βρέφη. Η ενδοφλέβια ινδομεθακίνη είναι η τυπική μέθοδος ιατρικής θεραπείας και έχει αποδειχθεί αποτελεσματική στο κλείσιμο του πόρου. Στο πλαίσιο μας, η ινδομεθακίνη από του στόματος χρησιμοποιείται τακτικά για την ιατρική θεραπεία του υποτιθέμενου ή κλινικά διαγνωσμένου PDA. Η μη διαθεσιμότητα της παρεντερικής μορφής και η έλλειψη πληροφοριών σχετικά με τη φαρμακοκινητική διάθεση της ινδομεθακίνης σε πρόωρα βρέφη στον βορειοϊνδικό πληθυσμό μας οδήγησαν στη διεξαγωγή αυτής της φαρμακοκινητικής μελέτης με ινδομεθακίνη από του στόματος. Είκοσι πρόωρα βρέφη με ηλικία κύησης 30,3 ± 0,3 εβδομάδες και βάρος γέννησης, 1209,8 ± 39,5 g, που νοσηλεύτηκαν στη νεογνική μονάδα του Νοσοκομείου Nehru, Postgraduate Institute of Medical Education and Research (PGIMER), Chandigarh, συμμετείχαν στη μελέτη. Χορηγήθηκε ινδομεθακίνη σε μία εφάπαξ δόση από το στόμα 0,2 mg/kg και συλλέχθηκαν δείγματα αίματος μέσω κεντρικού αγγειακού καθετήρα στις 0, 1, 2, 4, 8 και 12 ώρες μετά τη χορήγηση της ινδομεθακίνης. Οι συγκεντρώσεις ινδομεθακίνης στο πλάσμα αναλύθηκαν με φασματοφθορομετρική τεχνική. Παρατηρήθηκε μεγάλη διατομεακή μεταβλητότητα στις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax; 137,9 ± 14,0 ng/mL), τον χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής (t1/2 el; 21,4 ± 1,7 ώρες) και την περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκεντρώσεων-χρόνου (AUC0-άπειρο; 4172 ± 303 ng.hr/mL) σε αυτά τα βρέφη. Μεταβλητές όπως το βάρος γέννησης και το φύλο δεν είχαν σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της ινδομεθακίνης. Ωστόσο, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής στο πλάσμα (t1/2 el) της ινδομεθακίνης ήταν σημαντικά (P < 0,01) μεγαλύτερος σε μεγαλύτερα βρέφη (ηλικία κύησης > 30 εβδομάδες) σε σύγκριση με τα μικρότερα (ηλικία κύησης ≤ 30 εβδομάδες). Υπήρχε αρνητική συσχέτιση μεταξύ της ηλικίας κύησης και του χρόνου ημίσειας ζωής αποβολής (r = -0,77).

Συμπερασματικά, η φαρμακοκινητική της ινδομεθακίνης έδειξε μεγάλη μεταβλητότητα σε πρόωρα βρέφη. Υπό το φως αυτών των ευρημάτων, μπορεί να υποτεθεί ότι τα βρέφη μικρότερης ηλικίας κύησης διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο συσσωρευτικής τοξικότητας εάν χορηγηθεί περισσότερες από μία δόσεις ινδομεθακίνης. Με την αύξηση της ηλικίας, ο μεταβολισμός καθώς και η απέκκριση του φαρμάκου είναι ταχύτερες, γεγονός που μπορεί να απαιτεί τροποποίηση της δόσης της ινδομεθακίνης για την επίτευξη θεραπευτικής απόκρισης. Αυτά τα προκαταρκτικά αποτελέσματα μπορεί να είναι χρήσιμα στον σχεδιασμό μελλοντικών φαρμακοκινητικών μελετών της ινδομεθακίνης από του στόματος σε πρόωρα νεογνά με μεγαλύτερο δείγμα.

Περίπου το 33% ή περισσότερο μιας δόσης 25 mg ινδομεθακίνης από του στόματος απεκκρίνεται στα κόπρανα κυρίως ως απομεθυλιωμένοι μεταβολίτες στις μη συζευγμένες μορφές τους. Το 1,5% της απέκκρισης του φαρμάκου στα κόπρανα συμβαίνει ως ινδομεθακίνη. Η ινδομεθακίνη και οι συζεύξεις της υφίστανται εντεροηπατική κυκλοφορία.

Σε μια μελέτη σε υγιείς ενήλικες που νήστευαν, οι μέγιστες συγκεντρώσεις ινδομεθακίνης στο πλάσμα επετεύχθησαν σε 0,5-2 ώρες και ήταν περίπου 0,8-2,5 ug/mL μετά από εφάπαξ δόση 25 mg από το στόμα, και 2,5-4 ug/mL μετά από δόση 50 mg από το στόμα. Όταν η ινδομεθακίνη χορηγήθηκε από το στόμα σε υγιή άτομα που νήστευαν σε δόσεις 25 mg τρεις φορές ημερησίως, οι μέσες συγκεντρώσεις του φαρμάκου σε κατάσταση ισορροπίας κυμαίνονταν από 0,39-0,63 ug/mL.

Σε πρόωρα νεογνά, η απορρόφηση της ινδομεθακίνης από το στόμα φαίνεται να είναι φτωχή και ατελής. Η βιοδιαθεσιμότητα αναφέρεται ότι είναι μόνο περίπου 20%. Έχει προταθεί ότι η φτωχή απορρόφηση από το στόμα του φαρμάκου σε πρόωρα νεογνά μπορεί να οφείλεται σε ανώμαλη διάχυση εξαρτώμενη από το pH και γαστρική κινητικότητα, καθώς και σε χαμηλότερη έκκριση γαστρικού οξέος. Στα νεογνά, ο χρόνος κένωσης του στομάχου και η κινητικότητα είναι αυξημένα και η περισταλτικότητα είναι ακανόνιστη και απρόβλεπτη.

Επιπλέον, η έλλειψη διαλυτότητας της μορφής κάψουλας της ινδομεθακίνης σε υδατώδη μέσα μπορεί να παρουσιάσει προβλήματα στην παροχή του φαρμάκου και την απορρόφησή του από εκχυλιστικά παρασκευάσματα.

Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρες) για την ΙΝΔΟΜΕΘΑΣΙΝΗ (20 συνολικά), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.

water_drop
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

expand_more

Δέσμευση Πρωτεϊνών

Η ινδομεθακίνη είναι ένα ασθενές οργανικό οξύ που δεσμεύεται κατά 90-99% σε πρωτεΐνες του πλάσματος στο αναμενόμενο εύρος των θεραπευτικών συγκεντρώσεων στο πλάσμα. Όπως και άλλα ΜΣΑΦ, η ινδομεθακίνη δεσμεύεται στην αλβουμίνη του πλάσματος, αλλά δεν δεσμεύεται στα ερυθρά αιμοσφαίρια.

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more

Μεταβολισμός

Η ινδομεθακίνη υφίσταται ηπατικό μεταβολισμό που περιλαμβάνει γλυκουρονιδίωση, O-δεσμεθυλίωση και N-απεακυλίωση. Οι μεταβολίτες O-δεσμεθυλο-ινδομεθακίνη, N-δεσχλωροβενζοϋλ-ινδομεθακίνη και O-δεσμεθυλο-N-δεσχλωροβενζοϋλ-ινδομεθακίνη και τα γλυκουρονίδιά τους είναι κυρίως ανενεργά και δεν έχουν φαρμακολογική δράση. Μη συζευγμένοι μεταβολίτες ανιχνεύονται επίσης στο πλάσμα. Η υψηλή της βιοδιαθεσιμότητα υποδηλώνει ότι η ινδομεθακίνη είναι απίθανο να υπόκειται σε μεταβολισμό πρώτης διόδου.

Η ινδομεθακίνη μεταβολίζεται στο ήπαρ στο συζευγμένο γλυκουρονίδιο της και σε δεσμεθυλικούς, δεσβενζοϋλικούς και δεσμεθυλο-δεσβενζοϋλικούς μεταβολίτες και στα γλυκουρονίδιά τους. Αυτοί οι μεταβολίτες δεν φαίνεται να έχουν αντιφλεγμονώδη δράση. Ένα μέρος του φαρμάκου υφίσταται επίσης N-απεακυλίωση από ένα μη μικροσωμικό σύστημα.

Η ινδομεθακίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν (2S,3S,4S,5R)-6-[2-[1-(4-χλωροβενζοϋλ)-5-μεθοξυ-2-μεθυλινδολ-3-υλ]ακετυλ]οξυ-3,4,5-τριυδροξυοξάνη-2-καρβοξυλικό οξύ και O-Δεσμεθυλοινδομεθακίνη.

Ηπατικός. Οδός Απέκκρισης: Η ινδομεθακίνη απεκκρίνεται μέσω νεφρικής απέκκρισης, μεταβολισμού και χολικής απέκκρισης.

Χρόνος Ημίσειας Ζωής: 4,5 ώρες

hourglass
PubChem

Ημίσεια ζωή

expand_more

Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής

Η διάθεση της ινδομεθακίνης από το πλάσμα αναφέρεται ότι είναι διφασική, με χρόνο ημίσειας ζωής 1 ώρα κατά την αρχική φάση και 2,6–11,2 ώρες κατά τη δεύτερη φάση. Είναι δυνατές διατομεακές και ενδοτομεακές μεταβολές λόγω της εκτεταμένης και σποραδικής φύσης της εντεροηπατικής ανακύκλωσης και της χολικής εκκένωσης του φαρμάκου. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της ινδομεθακίνης από το στόμα εκτιμάται σε περίπου 4,5 ώρες.

Η διάθεση της ενδοφλέβιας ινδομεθακίνης σε πρόωρα νεογνά έδειξε μεταβολή μεταξύ των πρόωρων βρεφών. Σε νεογνά ηλικίας άνω των 7 ημερών, ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της ενδοφλέβιας ινδομεθακίνης στο πλάσμα ήταν περίπου 20 ώρες, κυμαινόμενος από 15 ώρες σε βρέφη βάρους άνω των 1000 g και 21 ώρες σε βρέφη βάρους κάτω των 1000 g.

Οι συγκεντρώσεις ινδομεθακίνης στο πλάσμα μελετήθηκαν σε 5 υγιείς εθελοντές μετά από εφάπαξ και πολλαπλές δόσεις (25 mg ενδοφλεβίως [iv], 25, 50 και 100 mg από του στόματος, 100 mg υποθετικά, και 25 mg τρεις φορές ημερησίως [tid]). Σε 8 άλλους φυσιολογικούς μάρτυρες και σε 5 ασθενείς χορηγήθηκε εφάπαξ δόση 50 mg ινδομεθακίνης από του στόματος και η συγκέντρωση της ινδομεθακίνης παρακολουθήθηκε από 8 έως 32 ώρες μετά τη χορήγηση… Ο χρόνος ημίσειας ζωής της β-φάσης κυμάνθηκε μεταξύ 2,6 και 11,2 ωρών.

Σε πρόωρα νεογνά, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της ινδομεθακίνης από τον ορό ή το πλάσμα είναι αντιστρόφως ανάλογος της ηλικίας μετά τη γέννηση. Σε περιορισμένο αριθμό νεογνών, ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της ινδομεθακίνης στο πλάσμα αναφέρθηκε ότι είναι περίπου 20-28 ώρες σε αυτούς που έλαβαν το φάρμακο κατά την πρώτη εβδομάδα της ζωής, σε σύγκριση με περίπου 12-19 ώρες σε αυτούς που έλαβαν το φάρμακο μετά την πρώτη εβδομάδα. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής στα νεογνά μπορεί επίσης να είναι αντιστρόφως ανάλογος του σωματικού βάρους. Σε μια μελέτη, ο χρόνος ημίσειας ζωής της ινδομεθακίνης στο πλάσμα έδειξε σημαντική διατομεακή μεταβλητότητα, αλλά κυμάνθηκε κατά μέσο όρο 21 ώρες σε νεογνά βάρους κάτω του 1 kg και 15 ώρες σε αυτά βάρους άνω του 1 kg. Η συνολική κάθαρση σώματος της ινδομεθακίνης αυξάνεται με την αύξηση της ηλικίας μετά τη γέννηση. Προτάθηκε ότι η εκτεταμένη εντεροηπατική κυκλοφορία μπορεί να συμβαίνει συχνά σε πρόωρα νεογνά και να συμβάλλει στον σχετικά μεγάλο χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής.

Σε μελέτες σε υγιείς ενήλικες ή ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα, η εξαφάνιση της ινδομεθακίνης από το πλάσμα φαίνεται να είναι διφασική με χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 1 ώρα κατά την αρχική φάση και 2,6-11,2 ώρες κατά τη δεύτερη φάση. Οι μεταβολές στον τελικό χρόνο ημίσειας ζωής στο πλάσμα μπορεί να οφείλονται σε ατομικές διαφορές στην εντεροηπατική κυκλοφορία του φαρμάκου. Φαίνεται να μην υπάρχει διαφορά μεταξύ του χρόνου ημίσειας ζωής στο πλάσμα σε υγιείς ενήλικες και σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα.

Σε μια μελέτη σε υγιείς ενήλικες και ασθενείς με αρθρίτιδα, ο χρόνος ημίσειας ζωής εξαφάνισης της ινδομεθακίνης από το αρθρικό υγρό ήταν 9 ώρες.

… Είκοσι πρόωρα βρέφη με ηλικία κύησης 30,3 ± 0,3 εβδομάδες και βάρος γέννησης, 1209,8 ± 39,5 g, που νοσηλεύτηκαν στη νεογνική μονάδα του Νοσοκομείου Nehru, Postgraduate Institute of Medical Education and Research (PGIMER), Chandigarh, συμμετείχαν στη μελέτη. Χορηγήθηκε ινδομεθακίνη σε μία εφάπαξ δόση από το στόμα 0,2 mg/kg και συλλέχθηκαν δείγματα αίματος μέσω κεντρικού αγγειακού καθετήρα στις 0, 1, 2, 4, 8 και 12 ώρες μετά τη χορήγηση της ινδομεθακίνης. Οι συγκεντρώσεις ινδομεθακίνης στο πλάσμα αναλύθηκαν με φασματοφθορομετρική τεχνική. Παρατηρήθηκε μεγάλη διατομεακή μεταβλητότητα στις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax; 137,9 ± 14,0 ng/mL), τον χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής (t1/2 el; 21,4 ± 1,7 ώρες) και την περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκεντρώσεων-χρόνου (AUC0-άπειρο; 4172 ± 303 ng.hr/mL) σε αυτά τα βρέφη. Μεταβλητές όπως το βάρος γέννησης και το φύλο δεν είχαν σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της ινδομεθακίνης. Ωστόσο, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής στο πλάσμα (t1/2 el) της ινδομεθακίνης ήταν σημαντικά (P < 0,01) μεγαλύτερος σε μεγαλύτερα βρέφη (ηλικία κύησης > 30 εβδομάδες) σε σύγκριση με τα μικρότερα (ηλικία κύησης ≤ 30 εβδομάδες). Υπήρχε αρνητική συσχέτιση μεταξύ της ηλικίας κύησης και του χρόνου ημίσειας ζωής αποβολής (r = -0,77). …

category
PubChem

MeSH classification

expand_more

Κατηγοριοποίηση MeSH

  • Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα: Μη στεροειδή. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση προσταγλανδινών μέσω αναστολής της κυκλοοξυγενάσης, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικούς ενδοϋπεροξειδικούς εστέρες, πρόδρομους των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές τους δράσεις. Άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις τους.
  • Παράγοντες που επηρεάζουν την καρδιακή σύσπαση: Επηρεάζουν τον ρυθμό ή την ένταση της καρδιακής σύσπασης, τη διάμετρο των αιμοφόρων αγγείων ή τον όγκο του αίματος.
  • Ουρικοζουρικά Φάρμακα: Αυξάνουν την απέκκριση ουρικού οξέος από τα νεφρά (ΟΥΡΙΚΟΖΟΥΡΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ), μειώνουν την παραγωγή ουρικού οξέος (ΑΝΤΙΟΥΡΙΚΑ) ή ανακουφίζουν από τον πόνο και τη φλεγμονή των οξέων κρίσεων ουρικής αρθρίτιδας.
  • Φάρμακα Τοκολυτικά: Προλαμβάνουν τον πρόωρο τοκετό και τη γέννηση πρόωρων βρεφών, καταστέλλοντας τις συσπάσεις της μήτρας (ΤΟΚΟΛΥΣΗ). Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την καθυστέρηση της πρόωρης δραστηριότητας της μήτρας περιλαμβάνουν θειικό μαγνήσιο, β-μιμητικά, ανταγωνιστές ωκυτοκίνης, αναστολείς διαύλων ασβεστίου και αγωνιστές β-αδρενεργών υποδοχέων. Η χρήση ενδοφλέβιας αλκοόλης ως τοκολυτικό έχει πλέον καταργηθεί.
  • Αναστολείς Κυκλοοξυγενάσης: Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με την κυκλοοξυγενάση (ΠΡΟΣΤΑΓΛΑΝΔΙΝΗ-ΕΝΔΟΠΕΡΟΞΕΙΔΗ ΣΥΝΘΑΣΗ) και έτσι εμποδίζουν τον συνδυασμό του υποστρώματος-ενζύμου τους με το αραχιδονικό οξύ και τον σχηματισμό εικοσανοειδών, προσταγλανδινών και θρομβοξανών.
fact_check
PubChem

FDA classification

expand_more

Κατηγοριοποίηση FDA

XXE1CET956

ΙΝΔΟΜΕΘΑΣΙΝΗ

Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυκλοοξυγενάσης

Χημική Δομή [CS] - Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα

Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Μη Στεροειδές Αντιφλεγμονώδες Φάρμακο

Η ινδομεθακίνη είναι ένα Μη Στεροειδές Αντιφλεγμονώδες Φάρμακο. Ο μηχανισμός δράσης της ινδομεθακίνης είναι ως Αναστολέας Κυκλοοξυγενάσης.

ΙΝΔΟΜΕΘΑΣΙΝΗ

Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα [CS]; Μη Στεροειδές Αντιφλεγμονώδες Φάρμακο [EPC]; Αναστολείς Κυκλοοξυγενάσης [MoA]

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

4.5 ώρες
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

90-99%
PubChem

Απέκκριση

Νεφρά/Ήπαρ
PubChem

Καθαρίζει (~5×t½)

≈ 2 ημέρες
Εργαλείο washout arrow_forward
science
Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
3715
Μοριακός τύπος
C19H16ClNO4
Μοριακό βάρος
357.8
IUPAC
2-[1-(4-chlorobenzoyl)-5-methoxy-2-methylindol-3-yl]acetic acid
InChIKey
CGIGDMFJXJATDK-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

Κατηγοριοποίηση MeSH

  • Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα: Μη στεροειδή. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση προσταγλανδινών μέσω αναστολής της κυκλοοξυγενάσης, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικούς ενδοϋπεροξειδικούς εστέρες, πρόδρομους των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές τους δράσεις. Άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις τους.
  • Παράγοντες που επηρεάζουν την καρδιακή σύσπαση: Επηρεάζουν τον ρυθμό ή την ένταση της καρδιακής σύσπασης, τη διάμετρο των αιμοφόρων αγγείων ή τον όγκο του αίματος.
  • Ουρικοζουρικά Φάρμακα: Αυξάνουν την απέκκριση ουρικού οξέος από τα νεφρά (ΟΥΡΙΚΟΖΟΥΡΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ), μειώνουν την παραγωγή ουρικού οξέος (ΑΝΤΙΟΥΡΙΚΑ) ή ανακουφίζουν από τον πόνο και τη φλεγμονή των οξέων κρίσεων ουρικής αρθρίτιδας.
  • Φάρμακα Τοκολυτικά: Προλαμβάνουν τον πρόωρο τοκετό και τη γέννηση πρόωρων βρεφών, καταστέλλοντας τις συσπάσεις της μήτρας (ΤΟΚΟΛΥΣΗ). Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την καθυστέρηση της πρόωρης δραστηριότητας της μήτρας περιλαμβάνουν θειικό μαγνήσιο, β-μιμητικά, ανταγωνιστές ωκυτοκίνης, αναστολείς διαύλων ασβεστίου και αγωνιστές β-αδρενεργών υποδοχέων. Η χρήση ενδοφλέβιας αλκοόλης ως τοκολυτικό έχει πλέον καταργηθεί.
  • Αναστολείς Κυκλοοξυγενάσης: Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με την κυκλοοξυγενάση (ΠΡΟΣΤΑΓΛΑΝΔΙΝΗ-ΕΝΔΟΠΕΡΟΞΕΙΔΗ ΣΥΝΘΑΣΗ) και έτσι εμποδίζουν τον συνδυασμό του υποστρώματος-ενζύμου τους με το αραχιδονικό οξύ και τον σχηματισμό εικοσανοειδών, προσταγλανδινών και θρομβοξανών.