BETAXOLOL(Βηταξολόλη)
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.
Κατά την πηγή: 14-22 ώρες
- DrugBank: 14-22 ώρες
Δέσμευση πρωτεϊνών
Το ποσοστό του φαρμάκου που κυκλοφορεί δεσμευμένο σε πρωτεΐνες του πλάσματος. Δρα μόνο το ελεύθερο κλάσμα, γι' αυτό η υψηλή δέσμευση αυξάνει τον κίνδυνο αλληλεπιδράσεων εκτόπισης.
Βιοδιαθεσιμότητα
Το ποσοστό της χορηγούμενης δόσης που φτάνει αναλλοίωτο στη συστηματική κυκλοφορία.
Απέκκριση
Η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου. Δείχνει πού χρειάζεται προσαρμογή δόσης — σε νεφρική ή σε ηπατική ανεπάρκεια.
Καθαρίζει (~5×t½)
Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.
Σκευάσματα και τιμές
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Μείωση ενδοφθάλμιας πίεσης
σε: Ασθενείς με χρόνιο γλαύκωμα ανοιχτής γωνίας και οφθαλμική υπέρταση
Μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο του ή σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα που μειώνουν την ενδοφθάλμια πίεση.
Πορτοκαλί = ο κωδικός προέρχεται από τον πληθυσμό της ένδειξης, όχι από το κείμενό της.
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος BETOPTIC
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Οφθαλμική
- Χορήγηση: δύο φορές την ημέρα
- Δόση έναρξης: μία έως δύο σταγόνες
-
Ενήλικες (συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένων ατόμων), παιδιά και έφηβοιΔόσημία έως δύο σταγόνες σε κάθε πάσχοντα οφθαλμό, δύο φορές την ημέραΗ σταθεροποίηση της ενδοφθάλμιας πίεσης σε χαμηλότερα επίπεδα μπορεί να γίνει μετά από μερικές εβδομάδες. Συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση. Αν η ενδοφθάλμια πίεση δεν ελέγχεται επαρκώς, επιτρέπεται η ταυτόχρονη χορήγηση με πιλοκαρπίνη και άλλα μυωτικά, επινεφρίνη, αναστολέα καρβονικής ανυδράσης, οφθαλμικές προσταγλανδίνες και οφθαλμικούς α-αγωνιστές. Η απόφραξη της ρινοδακρυϊκής οδού ή το κλείσιμο των βλεφάρων για 2 λεπτά μειώνει τη συστηματική απορρόφηση.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Φλεβοκομβική βραδυκαρδία
-
Σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου
-
Φλεβοκομβοκολπικός αποκλεισμός
-
Κολποκοιλιακός αποκλεισμός δεύτερου ή τρίτου βαθμού που δεν ελέγχεται με βηματοδότη
-
Έκδηλη καρδιακή ανεπάρκεια
-
Καρδιογενής καταπληξία
-
Αντιδραστική νόσος των αεραγωγών, συμπεριλαμβανομένου του σοβαρού βρογχικού άσθματος ή ιστορικού σοβαρού βρογχικού άσθματος
-
Σοβαρή χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Συστηματική απορρόφησηΝα ληφθούν μέτρα για τη μείωση της συστηματικής απορρόφησης (βλ. Δοσολογία).
-
Καρδιακές διαταραχέςΠληθυσμόςΑσθενείς με καρδιαγγειακές παθήσεις (π.χ. στεφανιαία νόσος, στηθάγχη Prinzmetal και καρδιακή ανεπάρκεια) και υπότασηΠρέπει να αποτιμηθεί σοβαρά η θεραπεία με β-αποκλειστές και να μελετηθεί η περίπτωση θεραπείας με άλλες δραστικές ουσίες.
-
Καρδιακές διαταραχέςΠληθυσμόςΑσθενείς με καρδιακό αποκλεισμό πρώτου βαθμούΟι β-αποκλειστές πρέπει να χορηγούνται μόνο με προσοχή.
-
Αγγειακές διαταραχέςΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή/ές περιφερική/ές κυκλοφορική/ές δυσλειτουργία/διαταραχές (π.χ. σοβαρές μορφές της νόσου Raynaud ή του συνδρόμου Raynaud)Πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή.
-
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματοςΠληθυσμόςΑσθενείς με ήπιο/μέτριο βρογχικό άσθμα, ιστορικό ήπιου/μέτριου βρογχικού άσθματος ή ήπια/μέτρια χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ)Πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή.
-
Υπογλυκαιμία/διαβήτηςΠληθυσμόςΑσθενείς που υπάρχει το ενδεχόμενο αυθόρμητης υπογλυκαιμίας ή ασθενείς με ασταθή διαβήτηΟι β-αποκλειστές πρέπει να χορηγούνται με προσοχή, καθώς ενδέχεται να συγκαλύψουν τα σημεία και τα συμπτώματα οξείας υπογλυκαιμίας.
-
ΥπερθυρεοειδισμόςΠληθυσμόςΑσθενείςΟι β-αποκλειστές ενδέχεται να συγκαλύψουν τα σημεία του υπερθυρεοειδισμού.
-
ΥπερθυρεοειδισμόςΠληθυσμόςΑσθενείς με υπόνοια ανάπτυξης θυρεοτοξίκωσηςΠρέπει να αντιμετωπίζονται προσεκτικά προς αποφυγή απότοπης διακοπής των β-αδρενεργικών αποκλειστών, η οποία μπορεί να προκαλέσει επίταση των συμπτωμάτων από το θυρεοειδή.
-
Μυϊκή αδυναμίαΈχει αναφερθεί η πιθανότητα εμφάνισης μυϊκής αδυναμίας, η οποία συνδέεται με συμπτώματα μυασθένειας (π.χ. διπλωπία, πτώση και γενικευμένη αδυναμία).
-
Αναφυλακτικές αντιδράσειςΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό ατοπίας ή σοβαρής αναφυλακτικής αντίδρασης σε διάφορα αλλεργιογόναΕνδέχεται να αντιδρούν εντονότερα σε επαναλαμβανόμενες δοκιμασίες πρόκλησης με αυτού του τύπου τα αλλεργιογόνα και να μην αντιδρούν στη συνήθη δόση αδρεναλίνης.
-
Χειρουργική επέμβασηΘα πρέπει να δοθεί προσοχή στη σταδιακή διακοπή των β-αδρενεργικών αποκλειστών πριν από γενική αναισθησία.
-
Χειρουργική αναισθησίαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν βηταξολόληΟ αναισθησιολόγος πρέπει να ενημερώνεται καθώς τα οφθαλμικά σκευάσματα β-αποκλειστών ενδέχεται να αναστείλουν τη συστηματική δράση των β-αγωνιστών.
-
Αποκόλληση του χοριοειδούςΈχει αναφερθεί με τη χορήγηση κατασταλτικής θεραπείας του υδατοειδούς υγρού μετά από διηθητικές χειρουργικές επεμβάσεις.
-
Παθήσεις του κερατοειδούςΠληθυσμόςΑσθενείς με παθήσεις του κερατοειδούςΠρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή, καθώς οι οφθαλμικοί β-αποκλειστές ενδέχεται να προκαλέσουν ξηροφθαλμία.
-
Άλλοι β-αποκλειστέςΠληθυσμόςΑσθενείς που ήδη λαμβάνουν ένα συστηματικό β-αποκλειστήΗ απόκριση αυτών των ασθενών πρέπει να παρακολουθείται στενά. Η χρήση δύο τοπικών β-αδρενεργικών αποκλειστών δε συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Φακοί επαφήςΑποφύγετε την επαφή με μαλακούς φακούς επαφής. Οι ασθενείς πρέπει να βγάζουν τους φακούς επαφής πριν την εφαρμογή και να περιμένουν τουλάχιστον 15 λεπτά πριν τους ξαναφορέσουν.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΜυωτικάπροσοχήΑπαιτείται συνδυασμός με μυωτικό σε γλαύκωμα κλειστής γωνίας για μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης.ΣύστασηΠρέπει να συνδυάζεται.
-
Αποκλειστές διαύλων ασβεστίου (από του στόματος), β-αδρενεργικοί αποκλειστές, αντιαρρυθμικά (συμπεριλαμβανομένης της αμιοδαρόνης), γλυκοσίδες δακτυλίτιδας, παρασυμπαθομιμητικά, γουανεθιδίνηπροσοχήΠρόσθετες επιδράσεις που οδηγούν σε υπόταση και/ή σαφή βραδυκαρδία.ΣύστασηΥπάρχει ενδεχόμενο για πρόσθετες επιδράσεις.
-
Αδρεναλίνη (για αντιμετώπιση αναφυλαξίας)προσοχήΜείωση της απόκρισης στην αδρεναλίνη.ΣύστασηΠρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό ατοπίας ή αναφυλαξίας.
-
Αδρεναλίνη (επινεφρίνη) και οφθαλμικοί β-αποκλειστέςπροσοχήΜυδρίαση.
-
Φάρμακα που ελαττώνουν τις κατεχολαμίνες (π.χ. ρεζερπίνη)παρακολούθησηΠρόσθετες επιδράσεις, πρόκληση υπότασης και/ή βραδυκαρδίας.ΣύστασηΣυνιστάται στενή παρακολούθηση του ασθενούς.
-
Αδρενεργικά ψυχοτρόπα φάρμακαπροσοχήΠιθανότητα αλληλεπίδρασης.ΣύστασηΠρέπει να δίδεται προσοχή.
-
Άλλα τοπικά οφθαλμικά φαρμακευτικά προϊόνταπροσοχήΔιαφορετικός χρόνος χορήγησης.ΣύστασηΝα χορηγούνται με διαφορά τουλάχιστον 5 λεπτών. Οι οφθαλμικές αλοιφές πρέπει να χορηγούνται τελευταίες.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Βραδυκαρδία
- Ταχυκαρδία
- Αρρυθμία
- Καρδιακός αποκλεισμός
- Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
- Αίσθημα παλμών
- Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
- Καρδιακή ανακοπή
- Καρδιακή ανεπάρκεια
- Θωρακικό άλγος
- Οίδημα
- Εξασθένιση
- Κόπωση
- Κεφαλαλγία
- Συγκοπή
- Ζάλη
- Λήθαργος
- Ίλιγγος
- Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
- Εγκεφαλική ισχαιμία
- Επιδείνωση μυασθένειας gravis
- Παραισθησία
- Δυσγευσία
- Δυσφορία οφθαλμού
- Θαμπή όραση
- Αυξημένη δακρύρροια
- Αίσθηση ξένου σώματος στους οφθαλμούς
- Στικτή κερατίτιδα
- Κερατίτιδα
- Επιπεφυκίτιδα
- Βλεφαρίτιδα
- Μειωμένη οπτική οξύτητα
- Φωτοφοβία
- Πόνος οφθαλμού
- Ξηροφθαλμία
- Ασθενωπία
- Βλεφαρόσπασμος
- Μη φυσιολογικό αίσθημα στον οφθαλμό
- Κνησμός οφθαλμού
- Έκκριμα οφθαλμού
- Εφελκίδα χείλους βλεφάρου
- Φλεγμονή του οφθαλμού
- Ερεθισμός οφθαλμού
- Διαταραχή επιπεφυκότα
- Οίδημα επιπεφυκότα
- Υπεραιμία οφθαλμού
- Καταρράκτης
- Ερύθημα βλεφάρου
- Μειωμένη ευαισθησία κερατοειδούς
- Ανισοκορία
- Οφθαλμικός ερεθισμός
- Αίσθηση καύσου οφθαλμού
- Αίσθηση δήγματος οφθαλμού
- Δακρύρροια
- Ερυθρότητα οφθαλμού
- Αποκόλληση χοριοειδούς μετά από διηθητική χειρουργική επέμβαση
- Διάβρωση κερατοειδούς
- Διπλωπία
- Ερύθημα
- Δερματίτιδα
- Εξάνθημα
- Αλωπεκία
- Εξανθήματα
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Ψωριασικού τύπου εξάνθημα
- Επιδείνωση ψωρίασης
- Αλλεργικές αντιδράσεις
- Υπερευαισθησία
- Πτώση
- Άσθμα
- Δύσπνοια
- Ρινίτιδα
- Πυκνές βρογχικές εκκρίσεις
- Αναπνευστική ανεπάρκεια
- Βρογχόσπασμος
- Βήχας
- Ρινόρροια
- βρογχόσπασμος (κυρίως σε ασθενείς με προϋπάρχουσα βρογχοσπαστική νόσο)
- Ναυτία
- Γλωσσίτιδα
- Δυσπεψία
- Διάρροια
- Ξηροστομία
- Κοιλιακό άλγος
- Έμετος
- Υπόταση
- Φαινόμενο Raynaud
- Κρύα χέρια και πόδια
- συστηματικές αλλεργικές αντιδράσεις συμπεριλαμβανομένου του αγγειοοιδήματος, της κνίδωσης, του εντοπισμένου και γενικευμένου εξανθήματος, του κνησμού, της αναφυλακτικής αντίδρασης
- Άγχος
- Αϋπνία
- Κατάθλιψη
- Εφιάλτες
- Απώλεια μνήμης
- Μειωμένη γενετήσια ορμή
- Σεξουαλική δυσλειτουργία
- Υπογλυκαιμία
- Μυαλγία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΔυσφορία οφθαλμούΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΑίσθηση ξένου σώματος στους οφθαλμούςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΑυξημένη δακρύρροιαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΆσθμαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΆσθμα και αναπνευστική ανεπάρκειαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Όχι συχνέςΈκκριμα οφθαλμούΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΑσθενωπίαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΒλεφαρίτιδαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΒλεφαρόσπασμοςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή επιπεφυκόταΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΕρεθισμός οφθαλμούΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΕρύθημα (οφθαλμού)Οφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΕφελκίδα χείλους βλεφάρουΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚερατίτιδαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΚνησμός στον οφθαλμόΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΜειωμένη οπτική οξύτηταΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογικό αίσθημα στον οφθαλμόΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΞηροφθαλμίαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΟίδημα επιπεφυκόταΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΠυκνές βρογχικές εκκρίσειςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Όχι συχνέςΠόνος οφθαλμούΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΣτικτή κερατίτιδαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΥπεραιμία οφθαλμούΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΦλεγμονή οφθαλμούΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΦωτοφοβίαΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΔερματίτιδαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΔυσγευσίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΕξάνθημα (δέρματος)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΚαταρράκτηςΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΜειωμένη γενετήσια ορμήΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΡινόρροιαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΣυγκοπήΝευρικό
-
ΣπάνιεςΥπότασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΑγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιοΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑλλεργικές αντιδράσεις (οφθαλμού)Οφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑνισοκορίαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΑποκόλληση του χοριοειδούς μετά από διηθητική χειρουργική επέμβασηΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΑπώλεια μνήμηςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΑυξήσεις στα σημεία και τα συμπτώματα της μυασθένειας gravisΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΓλωσσίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔιάβρωση κερατοειδούςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔιπλωπίαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΕγκεφαλική ισχαιμίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕξανθήματα (δέρματος)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΕξασθένισηΓενικές
-
Μη γνωστέςΕπιδείνωση ψωρίασηςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΕρύθημα του βλεφάρουΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΕφιάλτεςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΖάληΝευρικό
-
Μη γνωστέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Μη γνωστέςΚαρδιακή ανακοπήΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΚαρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΚαρδιακό οίδημαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΚαρδιακός αποκλεισμόςΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΚολποκοιλιακός αποκλεισμόςΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΚρύα χέρια και πόδιαΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΚόπωσηΓενικές
-
Μη γνωστέςΛήθαργοςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΜειωμένη ευαισθησία κερατοειδούςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΟίδημα (οφθαλμού)Οφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠτώση (βλεφάρου)Οφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΣεξουαλική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΣημεία και συμπτώματα οφθαλμικού ερεθισμού (π.χ. αίσθηση καύσου, αίσθηση δήγματος, κνησμός, δακρύρροια, ερυθρότητα)Οφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΣυμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΣυστηματικές αλλεργικές αντιδράσεις (αγγειοοίδημα, κνίδωση, εντοπισμένο και γενικευμένο εξάνθημα, κνησμός, αναφυλακτική αντίδραση)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΦαινόμενο RaynaudΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΨωριασικού τύπου εξάνθημαΔέρμα
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν στοιχεία σχετικά με τις επιδράσεις του Βηταξολόλη S 0,25% w/v οφθαλμικές σταγόνες, εναιώρημα στην ανθρώπινη γονιμότητα.
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΔεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για τη χρήση της βηταξολόλης σε έγκυες γυναίκες. Επιδημιολογικές μελέτες δεν κατέδειξαν επιδράσεις δυσπλασίας, δείχνουν όμως έναν κίνδυνο καθυστέρησης της ενδομήτριας ανάπτυξης όταν χορηγούνται β-αποκλειστές από το στόμα. Επιπλέον, έχουν παρατηρηθεί σημεία και συμπτώματα β-αποκλεισμού (π.χ. βραδυκαρδία, υπόταση, αναπνευστική δυσχέρεια και υπογλυκαιμία) στο νεογνό όταν χορηγούνται β-αποκλειστές μέχρι τον τοκετό. Ωστόσο, εάν το Βηταξολόλη S 0,25% w/v οφθαλμικές σταγόνες, εναιώρημα χορηγείται μέχρι τον τοκετό, το νεογνό θα πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά κατά τη διάρκεια των πρώτων ημερών της ζωής του. Για τη μείωση της συστηματικής απορρόφησης (βλ. Δοσολογία).
-
ΓαλουχίαΜε προσοχήΟι β-αποκλειστές εκκρίνονται στο μητρικό γάλα, και ενδεχομένως θα μπορούσαν να προκαλέσουν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες στο βρέφος της θηλάζουσας μητέρας. Ωστόσο, με θεραπευτικές δόσεις βηταξολόλης σε οφθαλμικές σταγόνες δεν είναι πιθανό να υπάρχουν επαρκείς ποσότητες στο μητρικό γάλα ώστε να προκληθούν κλινικά συμπτώματα β-αποκλεισμού στο βρέφος. Για τη μείωση της συστηματικής απορρόφησης (βλ. Δοσολογία).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- βραδυκαρδία
- υπόταση
- καρδιακή ανεπάρκεια
- βρογχόσπασμο
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Οφθαλμολογικά, Φάρμακα κατά του γλαυκώματος και μυωτικά, Κωδικός ATC: S01ED02.
Μηχανισμός δράσης
Το Βηταξολόλη S περιέχει 2,5 mg βηταξολόλης ανά mL εναιωρήματος. Η βηταξολόλη είναι ένας β-αδρενεργικός (καρδιοεκλεκτικός) αποκλειστής που δεν εμφανίζει δράση σταθεροποίησης της μεμβράνης (τοπική αναισθησία) και δεν έχει ενδογενή συμπαθομιμητική δράση.
Οι β-αδρενεργικοί αποκλειστές όταν χορηγούνται από το στόμα ελαττώνουν τον κατά λεπτό όγκο αίματος τόσο σε υγιή άτομα όσο και σε καρδιοπαθείς ασθενείς. Σε ασθενείς με σοβαρή βλάβη της λειτουργίας του μυοκαρδίου οι β-αδρενεργικοί αποκλειστές μπορεί να αναστείλουν το συμπαθητικό ερεθισμό που είναι απαραίτητος για τη διατήρηση της φυσιολογικής καρδιακής λειτουργίας.
Οι οφθαλμικές σταγόνες εναιώρημα Βηταξολόλη S 2,5% όταν ενσταλάζονται στο μάτι μειώνουν την ενδοφθάλμια πίεση ανεξάρτητα από την ύπαρξη γλαυκώματος. Ο μηχανισμός δράσης της βηταξολόλης φαίνεται να είναι η μείωση της παραγωγής υδατοειδούς υγρού όπως προκύπτει από τονογραφικές μελέτες και από τη φθοριοφωτομετρία του υδατοειδούς.
Η αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση αποτελεί κύριο παράγοντα κινδύνου ως προς την απώλεια οπτικού πεδίου των γλαυκωματικών ασθενών. Όσο υψηλότερα είναι τα επίπεδα της ενδοφθάλμιας πίεσης τόσο περισσότερες είναι οι πιθανότητες βλάβης του οπτικού νεύρου και απώλειας του οπτικού πεδίου.
Η βηταξολόλη μειώνει τόσο την αυξημένη όσο και τη φυσιολογική ενδοφθάλμια πίεση. Οι οφθαλμικές σταγόνες εναιώρημα Βηταξολόλη S 0,25% w/v προκαλούν μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης ισοδύναμη με αυτή που επιτυγχάνεται με τις οφθαλμικές σταγόνες, διάλυμα Βηταξολόλη S 0,5% w/v.
Η βηταξολόλη υδροχλωρική δεν έχει επίδραση επί της πνευμονικής λειτουργίας όπως αυτή μετρήθηκε με το FEV1, τη Βίαιη Ζωτική Χωρητικότητα, FVC και το λόγο τους FEV1/FVC. Επίσης δεν παρατηρήθηκαν ευρήματα καρδιαγγειακού β-αδρενεργικού αποκλεισμού κατά τη διάρκεια ασκήσεως.
Η περιφερική αγγειοδιασταλτική δράση της βηταξολόλης έχει δειχθεί σε μία in vivo μελέτη σε σκυλιά ενώ η αγγειοδιασταλτική και η ανασταλτική των διαύλων ασβεστίου δράση της βηταξολόλης έχουν δειχθεί σε αρκετές in vitro μελέτες όπου χρησιμοποιήθηκαν τόσο μη οφθαλμικά όσο και οφθαλμικά αγγεία από πρότυπα αρουραίου, ινδικού χοιριδίου, κουνελιού, σκύλου, χοίρου και βοοειδών. Η δράση της βηταξολόλης ως νευροπροστατευτικού παράγοντα έχει δειχθεί τόσο in vivo όσο και in vitro σε αμφιβληστροειδή κουνελιών, σε καλλιέργειες οπτικού φλοιού αρουραίων και καλλιέργειες αμφιβληστροειδή νεοσσών.
Κατά τη θεραπεία με βηταξολόλη δεν έχει παρατηρηθεί αρνητική επίδραση στην αιματική ροή του οπτικού νεύρου. Μάλλον η βηταξολόλη διατηρεί ή βελτιώνει την οφθαλμική αιματική ροή/αιμάτωση.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Η πολική φύση της βηταξολόλης μπορεί να προκαλέσει εμφανή οφθαλμική δυσανεξία κατά την ενστάλαξη. Στις οφθαλμικές σταγόνες, εναιώρημα Βηταξολόλη S 0,25% w/v τα μόρια της βηταξολόλης είναι ιονικά συνδεδεμένα με τη ρητίνη που χρησιμοποιείται ως έκδοχο.
Κατά την ενστάλαξη τα συνδεδεμένα μόρια της βηταξολόλης αντικαθίστανται σταδιακά από ιόντα νατρίου (Na+) της δακρυϊκής μεμβράνης. Η διαδικασία αυτής της αντικατάστασης που διαρκεί αρκετά λεπτά, αυξάνει την οφθαλμική ανοχή των οφθαλμικών σταγόνων, εναιωρήματος Βηταξολόλη S 0,25% w/v.
Η έναρξη δράσης της βηταξολόλης παρατηρείται γενικά μέσα στα 30 πρώτα λεπτά από την ενστάλαξη. Η μέγιστη δράση συνήθως παρατηρείται 2 ώρες μετά την τοπική χορήγηση. Μία απλή δόση προκαλεί μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης επί 12 ώρες.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Οφθαλμολογικά, Φάρμακα κατά του γλαυκώματος και μυωτικά, Κωδικός ATC: S01ED02. ### Μηχανισμός δράσης Το Βηταξολόλη S περιέχει 2,5 mg βηταξολόλης ανά mL εναιωρήματος. Η βηταξολόλη είναι ένας **β-αδρενεργικός (καρδιοεκλεκτικός)…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Απόκριση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | Ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα συστηματικό β-αποκλειστή |
| Κλινική παρακολούθηση ανεπιθύμητων ενεργειών | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | Καρδιαγγειακές παθήσεις |
ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κλινική παρακολούθηση καρδιαγγειακών παθήσεων | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | — | Καρδιαγγειακές παθήσεις |
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Καρδιοεκλεκτικός ανταγωνιστής β(1)-αδρενεργικών υποδοχέων χωρίς δραστηριότητα μερικής αγωνιστή. [PubChem]
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ένδειξη
Για τη διαχείριση της υπέρτασης.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η βεταξολόλη είναι ένας ανταγωνιστής β(1)-αδρενεργικών υποδοχέων, ανταγωνιστικός και εκλεκτικός (καρδιοεκλεκτικός). Χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της υπέρτασης, των αρρυθμιών, της στεφανιαίας νόσου, του γλαυκώματος, και επίσης για τη μείωση μη θανατηφόρων καρδιακών συμβαμάτων σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια.
Η ενεργοποίηση των β(1)-υποδοχέων (που βρίσκονται κυρίως στην καρδιά) από την επινεφρίνη αυξάνει τον καρδιακό ρυθμό και την αρτηριακή πίεση, με αποτέλεσμα η καρδιά να καταναλώνει περισσότερο οξυγόνο. Φάρμακα όπως η βεταξολόλη, που μπλοκάρουν αυτούς τους υποδοχείς, έχουν επομένως την αντίστροφη επίδραση: μειώνουν τον καρδιακό ρυθμό και την αρτηριακή πίεση και έτσι χρησιμοποιούνται σε καταστάσεις όπου η ίδια η καρδιά στερείται οξυγόνου. Συνταγογραφούνται τακτικά σε ασθενείς με ισχαιμική καρδιοπάθεια.
Επιπλέον, οι β(1)-εκλεκτικοί αναστολείς αποτρέπουν την απελευθέρωση ρενίνης, μιας ορμόνης που παράγεται από τους νεφρούς και οδηγεί σε σύσπαση των αιμοφόρων αγγείων.
Η βεταξολόλη είναι λιπόφιλη και δεν παρουσιάζει ενδογενή συμπαθομιμητική δραστηριότητα (ISA) ή δραστηριότητα σταθεροποίησης μεμβράνης.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Η βεταξολόλη αναστέλλει εκλεκτικά τη διέγερση των β(1)-αδρενεργικών υποδοχέων από τις κατεχολαμίνες στην καρδιά και στον αγγειακό λείο μυ. Αυτό οδηγεί σε μείωση του καρδιακού ρυθμού, της καρδιακής παροχής, της συστολικής και διαστολικής αρτηριακής πίεσης, και πιθανώς σε ανακλαστική ορθοστατική υπόταση.
Η βεταξολόλη μπορεί επίσης να αναστείλει ανταγωνιστικά τις β(2)-αδρενεργικές αποκρίσεις στους βρογχικούς και αγγειακούς λείους μύες, προκαλώντας βρογχόσπασμο.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
Η απορρόφηση από του στόματος δόση είναι πλήρης. Υπάρχει ένα μικρό και σταθερό φαινόμενο πρώτης διόδου, που οδηγεί σε απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα 89% ± 5%, η οποία δεν επηρεάζεται από τη σύγχρονη λήψη τροφής ή αλκοόλ.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
14-22 ώρες
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
50%
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός Απέκκρισης
(Δεν αναφέρεται στο κείμενο).
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
Όγκος Κατανομής
(Δεν αναφέρεται στο κείμενο).
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Κάθαρση
(Δεν αναφέρεται στο κείμενο).
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα
Οι από του στόματος LD50 είναι 350 έως 400 mg βεταξολόλης/kg σε ποντίκια και 860 έως 980 mg/kg σε αρουραίους.
Τα προβλεπόμενα συμπτώματα υπερδοσολογίας περιλαμβάνουν βραδυκαρδία, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, υπόταση, βρογχόσπασμο και υπογλυκαιμία.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η βεταξολόλη είναι ένας ανταγωνιστής αδρενεργικών υποδοχέων, ανταγωνιστικός και β(1)-εκλεκτικός (καρδιοεκλεκτικός).
Η βεταξολόλη χρησιμοποιείται για τη θεραπεία:
- Υπέρτασης
- Αρρυθμιών
- Στεφανιαίας νόσου
- Γλαυκώματος
- Για τη μείωση μη θανατηφόρων καρδιακών συμβαμάτων σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια.
Η ενεργοποίηση των β(1)-υποδοχέων (που βρίσκονται κυρίως στην καρδιά) από την επινεφρίνη αυξάνει τον καρδιακό ρυθμό και την αρτηριακή πίεση, και η καρδιά καταναλώνει περισσότερο οξυγόνο. Φάρμακα όπως η βεταξολόλη που αποκλείουν αυτούς τους υποδοχείς, έχουν την αντίθετη επίδραση: μειώνουν τον καρδιακό ρυθμό και την αρτηριακή πίεση, και γι’ αυτό χρησιμοποιούνται σε καταστάσεις όπου η καρδιά είναι υποξική. Συνταγογραφούνται τακτικά σε ασθενείς με ισχαιμική καρδιακή νόσο.
Επιπλέον, οι β(1)-εκλεκτικοί αποκλειστές εμποδίζουν την απελευθέρωση ρενίνης, μιας ορμόνης που παράγεται από τους νεφρούς και οδηγεί σε αγγειοσυστολή.
Η βεταξολόλη είναι λιπόφιλη και δεν παρουσιάζει ενδογενή συμπαθομιμητική δράση (ISA) ή δράση σταθεροποίησης μεμβράνης.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η βεταξολόλη αποκλείει εκλεκτικά την κατεχολαμινική διέγερση των β(1)-αδρενεργικών υποδοχέων στην καρδιά και στα αγγειακά λείο μυϊκά τοιχώματα. Αυτό οδηγεί σε μείωση του καρδιακού ρυθμού, της καρδιακής παροχής, της συστολικής και διαστολικής αρτηριακής πίεσης, και πιθανώς σε ανακλαστική ορθοστατική υπόταση.
Η βεταξολόλη μπορεί επίσης να αποκλείσει ανταγωνιστικά τις β(2)-αδρενεργικές αποκρίσεις στους βρογχικούς και αγγειακούς λείους μυς, προκαλώντας βρογχόσπασμο.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η απορρόφηση από από του στόματος δόση είναι πλήρης.
Υπάρχει ένα μικρό και σταθερό φαινόμενο πρώτης διόδου (first-pass effect) που οδηγεί σε απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα 89% ± 5%, η οποία δεν επηρεάζεται από τη συγχορηγούμενη λήψη τροφής ή αλκοόλ.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
50%
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Κυρίως ηπατικός. Περίπου το 15% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται ως αμετάβλητο φάρμακο, με το υπόλοιπο να αποτελείται από μεταβολίτες των οποίων η συμβολή στην κλινική δράση είναι αμελητέα.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
14-22 ώρες
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ, ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ), οι Β-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, οι Α-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, οι ΑΝΑΚΑΜΠΤΕΙΝ (ENZYME INHIBITORS) ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ, οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ, οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ και οι ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΟΛΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Φάρμακα που αναστέλλουν τις δράσεις του συμπαθητικού νευρικού συστήματος με οποιονδήποτε μηχανισμό. Τα περισσότερα από αυτά είναι οι ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ και φάρμακα που μειώνουν τα επίπεδα νορεπινεφρίνης ή την απελευθέρωση νευροδιαβιβαστών από τις μεταγαγγλιακές συμπαθητικές απολήξεις (βλ. ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ). Περιλαμβάνονται εδώ φάρμακα που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα για τη μείωση της συμπαθητικής δραστηριότητας (π.χ., κεντρικά δρώντες α-2 αδρενεργικοί αγωνιστές, βλ. ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ Α-ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ).
Φάρμακα που δεσμεύονται και αποκλείουν την ενεργοποίηση των Β(1)-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
O0ZR1R6RZ2
BETAXOLOL
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Β-Αδρενεργικοί Ανταγωνιστές
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Β-Αδρενεργικός Αποκλειστής
Η βεταξολόλη είναι Β-Αδρενεργικός Αποκλειστής. Ο μηχανισμός δράσης της βεταξολόλης είναι ως Β-Αδρενεργικός Ανταγωνιστής.
BETAXOLOL
Β-Αδρενεργικοί Ανταγωνιστές [MoA]; Β-Αδρενεργικός Αποκλειστής [EPC]
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ, ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ), οι Β-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, οι Α-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, οι ΑΝΑΚΑΜΠΤΕΙΝ (ENZYME INHIBITORS) ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ, οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ, οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ και οι ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΟΛΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Φάρμακα που αναστέλλουν τις δράσεις του συμπαθητικού νευρικού συστήματος με οποιονδήποτε μηχανισμό. Τα περισσότερα από αυτά είναι οι ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ και φάρμακα που μειώνουν τα επίπεδα νορεπινεφρίνης ή την απελευθέρωση νευροδιαβιβαστών από τις μεταγαγγλιακές συμπαθητικές απολήξεις (βλ. ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ). Περιλαμβάνονται εδώ φάρμακα που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα για τη μείωση της συμπαθητικής δραστηριότητας (π.χ., κεντρικά δρώντες α-2 αδρενεργικοί αγωνιστές, βλ. ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ Α-ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ).
Φάρμακα που δεσμεύονται και αποκλείουν την ενεργοποίηση των Β(1)-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ.