CEFORANIDE
Κεφορανίδη
Λοιμώξεις από μικροοργανισμούς ανθεκτικούς στην αμπικιλλίνη ή τις κεφαλοσπορίνες της α΄ γενεάς. Xημειοπροφύλαξη σε χειρουργικές επεμβάσεις.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-RADACEF
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή
- Δόση έναρξης: 0,5 g
- Τιτλοποίηση: Ανάλογα με τη βαρύτητα της λοίμωξης. Για ασθενείς με έκπτωση νεφρικής λειτουργίας, η δόση και η συχνότητα χορήγησης προσαρμόζονται με βάση την κάθαρση κρεατινίνης (Cl cr ): - Cl cr ≥ 60 ml/min/1,73m²: ανά 12ωρο - Cl cr 20-59 ml/min/1,73m²: ανά 24ωρο - Cl cr 5-19 ml/min/1,73m²: ανά 48ωρο - Cl cr < 5 ml/min/1,73m²: ανά 48-72 ώρες (με παρακολούθηση πλάσματος)
-
ΕνήλικεςΔόση0,5 - 2,0 g δύο φορές ημερησίωςχορηγείται κάθε 12 ώρες είτε ενδομυϊκώς είτε ενδοφλεβίως
-
Παιδιά (1 έως 17 ετών)Δόση20-40 mg/kg ημερησίως σε δύο μοιρασμένες δόσειςχορήγηση κάθε 12 ώρες
-
Βρέφη (< 1 έτους)ασφάλεια και αποτελεσματικότητα δεν έχει μελετηθεί, ο γιατρός να σταθμίζει τα αναμενόμενα οφέλη έναντι των πιθανών κινδύνων
-
Διεγχειρητική/Μετεγχειρητική Χρήση (Πρόληψη Λοίμωξης)Δόση2 g ενδοφλεβίως με την εισαγωγή στην αναισθησίαΣε εγχειρήσεις υψηλού κινδύνου, μπορεί να συνεχιστεί 1 ημέρα μετά το τέλος της εγχείρησης (σύνολο δόσεων μέχρι 3).
-
Ασθενείς με Έκπτωση Νεφρικής ΛειτουργίαςΤο δοσολογικό σχήμα εξαρτάται από τον βαθμό της νεφρικής βλάβης, τη σοβαρότητα της λοίμωξης, την ευαισθησία του παθογόνου και την κλινική εικόνα. Χρήση τύπου υπολογισμού Cl cr με βάση την ηλικία, το βάρος και την κρεατινίνη ορού.
block
SPC-RADACEF
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην κεφορανίδη και στα αντιβιοτικά της ομάδας των κεφαλοσπορινώνΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστή υπερευαισθησία
warning
SPC-RADACEF
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Αντιδράσεις υπερευαισθησίαςΠροσοχήΠληθυσμόςασθενείς αλλεργικοί στην πενικιλλίνηΤο φάρμακο αυτό πρέπει να δίνεται με προσοχή.
-
Αλλεργική αντίδρασηη θεραπεία διακόπτεται.
-
Βαριές οξείες αντιδράσεις υπερευαισθησίαςχορηγηθεί αδρεναλίνη σε συνδυασμό με κορτικοειδή και άλλα μέτρα επείγουσας ανάγκης.
-
Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδαΣε ασθενείς που παρουσιάζεται διάρροια συνδυαζόμενη με τη χορήγηση κεφαλοσπορινών, είναι σημαντικό να λαμβάνεται υπόψη η διάγνωσή της.
-
Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα (Ήπιες περιπτώσεις)επανέρχονται στο φυσιολογικό μετά την διακοπή της αγωγής.
-
Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα (Μέτριες ή σοβαρές περιπτώσεις)χορηγηθούν υγρά, ηλεκτρολύτες και συμπλήρωμα πρωτεϊνών.
-
Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα (Μη ανταπόκριση ή βαριά μορφή)χορηγείται από το στόμα μετρονιδαζόλη και επί μη ανταπόκρισης βανκομυκίνη. Θα πρέπει επίσης να ελέγχονται και άλλες αιτίες που προκαλούν κολίτιδα.
-
Λειτουργία των νεφρώνΠληθυσμόςιδιαίτερα στους βαριά ασθενείς που παίρνουν τη μέγιστη δόσησυνιστάται η εξέταση της νεφρικής κατάστασης.
-
Νεφρική ανεπάρκειαΠληθυσμόςσε ασθενείς με παροδική ή μόνιμη νεφρική ανεπάρκειαΗ συνολική ημερήσια δόση του Radacef θα πρέπει να ελαττωθεί γιατί σ' αυτά τα άτομα μπορεί να εμφανισθεί υψηλή και παρατεταμένη συγκέντρωση του αντιβιοτικού στον ορό του αίματος, μετά από κανονική δοσολογία.
-
Γαστρεντερική νόσος, ιδιαίτερα κολίτιδαςΤο Radacef θα πρέπει να δίνεται με προσοχή.
-
Ανθεκτικοί οργανισμοίη παρατεταμένη χρησιμοποίηση του Radacef μπορεί να προκαλεί μεγάλη ανάπτυξη ανθεκτικών οργανισμών. Επαναλαμβανόμενη αξιολόγηση της κατάστασης του ασθενή είναι απαραίτητη. Αν κατά την διάρκεια της θεραπείας παρουσιασθεί επιμόλυνση θα πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα.
swap_horiz
SPC-RADACEF
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ισχυρά διουρητικάΠροσοχήΠιθανότητα πρόκλησης ανεπιθύμητων ενεργειών στη νεφρική λειτουργία
-
ΑμινογλυκοσίδεςΠροσοχήΝεφροτοξικότητα
sick
SPC-RADACEF
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Ηωσινοφιλία
- Παροδική θρομβοπενία
- Θετική άμεση αντίδραση Coombs
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Συμπτώματα ψευδομεμβρανώδους εντεροκολίτιδας
- Παροδικές αυξήσεις της SGPT
- Παροδικές αυξήσεις της SGOT
- Παροδικές αυξήσεις της αλκαλικής φωσφατάσης
- Παροδικές αυξήσεις της κρεατινίνης του ορού
- Παροδικές αυξήσεις της BUN του αίματος
- Αύξηση του CPK (με ενδομυϊκή χορήγηση)
- Άλγος (θέση ένεσης)
- Θρομβοφλεβίτιδα (θέση έγχυσης)
- Τοπική διόγκωση
- Λήθαργος
- Πονοκέφαλος
- Υπόταση
- Σύγχυση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
1 στους 45 ασθενείςΕξάνθημαΑνοσοποιητικό σύστημα
-
1 στους 200 ασθενείςΚνησμόςΑνοσοποιητικό σύστημα
-
1 στους 12 ασθενείςΗωσινοφιλίαΑνοσοποιητικό σύστημα
-
περίπου 1 στους 5 ασθενείςΠαροδική θρομβοπενίαΑιμοποιητικό σύστημα
-
1 στους 40 ασθενείςΘετική άμεση αντίδραση CoombsΑιμοποιητικό σύστημα
-
1 στους 270 ασθενείςΝαυτίαΓαστρεντερικό σύστημα
-
1 στους 2000 ασθενείςΈμετοςΓαστρεντερικό σύστημα
-
1 στους 140 ασθενείςΔιάρροιαΓαστρεντερικό σύστημα
-
Ψευδομεμβρανώδης εντεροκολίτιδαΓαστρεντερικό σύστημα
-
1 στους 16 ασθενείςΑύξηση SGPTΗπατικό σύστημα / Εργαστηριακά ευρήματα
-
1 στους 9 ασθενείςΑύξηση SGOTΗπατικό σύστημα / Εργαστηριακά ευρήματα
-
1 στους 27 ασθενείςΑύξηση αλκαλικής φωσφατάσηςΗπατικό σύστημα / Εργαστηριακά ευρήματα
-
1 στους 9 ασθενείςΑύξηση κρεατινίνης ορούΝεφρικό σύστημα / Εργαστηριακά ευρήματα
-
1 στους 50 ασθενείςΑύξηση BUN αίματοςΝεφρικό σύστημα / Εργαστηριακά ευρήματα
-
1 στους 3 ασθενείςΑύξηση CPKΜυϊκό σύστημα / Εργαστηριακά ευρήματα (με ενδομυϊκή χορήγηση)
-
1 στους 155 ασθενείςΆλγος (θέση ένεσης)Τοπικές αντιδράσεις
-
1 στους 140 ασθενείςΘρομβοφλεβίτιδα (θέση έγχυσης)Τοπικές αντιδράσεις
-
μικρότερο από 1%Τοπική διόγκωσηΤοπικές αντιδράσεις
-
μικρότερο από 1%Λήθαργος
-
μικρότερο από 1%Πονοκέφαλος
-
μικρότερο από 1%Υπόταση
-
μικρότερο από 1%Σύγχυση
pregnant_woman
SPC-RADACEF
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΔεν υπάρχουν επαρκείς και καλώς ελεγχόμενες μελέτες της κεφορανίδης σε εγκύους γυναίκες. Έτσι επειδή οι μελέτες αναπαραγωγής στα ζώα δεν είναι πάντοτε ενδεικτικές για την ανθρώπινη αντίδραση, το Radacef θα πρέπει να δίνεται κατά την εγκυμοσύνη μόνο όταν είναι απόλυτα αναγκαίο.
-
ΚύησηΆγνωστοΔεν υπάρχουν στοιχεία για τη χορήγηση του Radacef σε εγκύους κατά τη διάρκεια ή πριν από τον τοκετό.
-
ΓαλουχίαΜε προσοχήΔεν είναι γνωστό αν η κεφορανίδη απεκκρίνεται στο γάλα. Γι' αυτό θα πρέπει το Radacef να χορηγείται με προσοχή στις μητέρες στην περίοδο της γαλουχίας.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-RADACEF
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-RADACEF
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-RADACEF
expand_more
Δοσολογία
Τρόπος χορήγησης
Το Radacef μπορεί να χορηγείται ενδοφλέβια ή ενδομυϊκά. Ελεγχόμενες κλινικές μελέτες έχουν γίνει σε υγιείς εθελοντές και σε ασθενείς, που έδειξαν ότι η κεφορανίδη ήταν πολύ καλά ανεκτή ενδομυϊκά. Σε υγιείς εθελοντές και σε ασθενείς που έλαβαν ενδοφλέβια χορήγηση, παρατηρήθηκε χαμηλή συχνότητα αγγειακού ερεθισμού που οφειλόταν στην κεφορανίδη.
Ενδομυϊκή χορήγηση Μέσα διάλυσης water for injection, χλωριονατριούχος ορός 0,9%. Το περιεχόμενο του φιαλιδίου του 1 g διαλύεται σε 3 ml water for injection. Η διάλυση πρέπει να γίνεται με συνεχή ανακίνηση μέχρι πλήρους διαλύσεως (περίπου 1 λεπτό). Η διαδικασία αυτή δεν πρέπει να διακοπεί ενδιάμεσα, διότι μπορεί να παρουσιασθεί θολερότητα, η οποία δεν θα εξαφανισθεί με περαιτέρω ανακίνηση. Οι ενέσεις πρέπει να γίνονται βαθιά ενδομυϊκά. Κάθε 1,0 ml περιέχει 250mg κεφορανίδης.
Ενδοφλέβια χορήγηση / έγχυση Η ενδοφλέβια οδός είναι προτιμότερη σε ασθενείς με σηψαιμία ή άλλες βαριές ή απειλητικές για τη ζωή λοιμώξεις. Αυτοί οι ασθενείς μπορεί να βρίσκονται σε κίνδυνο, λόγω της ελαττωμένης αντίστασης από εξαντλητικές καταστάσεις όπως η κακή διατροφή, τραυματισμός, εγχειρήσεις, διαβήτης, καρδιακή ανεπάρκεια, ή κακοήθης νόσος, ιδιαίτερα εάν υπάρχει ή είναι δυνατόν να εμφανισθεί περιφερικό αγγειακό shock. Το περιεχόμενο του φιαλιδίου του 1 g διαλύεται σε 3ml αποστειρωμένου νερού για ενέσεις (βλέπετε οδηγίες διαλύσεως στην παράγραφο ενδομυϊκή χορήγηση). Στην συνέχεια το διάλυμα αραιώνεται περαιτέρω με 10 ml ή περισσότερο με έναν από τους ειδικούς διαλύτες. Το διάλυμα χορηγείται αργά με άμεση ενδοφλέβια χορήγηση σε διάστημα 3-5 λεπτών ή με ενδοφλέβια έγχυση σε διάστημα 30 λεπτών.
Δοσολογία
Ενήλικες: Τα συνήθη όρια της δόσεως του Radacef είναι 0,5 -2,0 g δύο φορές ημερησίως ανάλογα με τη βαρύτητα της λοίμωξης. Το φάρμακο χορηγείται κάθε 12 ώρες είτε ενδομυϊκώς είτε ενδοφλεβίως. Η οδός χορήγησης πρέπει να υπαγορεύεται από την κατάσταση του ασθενούς και την αναμενόμενη ευχέρεια της χορήγησης. Παιδιά: Η χορήγηση 20-40mg/kg ημερησίως σε δύο μοιρασμένες δόσεις κάθε 12 ώρες αποδείχθηκε αποτελεσματική για τις περισσότερες λοιμώξεις από μικρόβια ευαίσθητα στην κεφορανίδη. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Radacef δεν έχει μελετηθεί σε παιδιά ηλικίας κάτω του ενός έτους. Γι’ αυτό αν πρόκειται να χορηγηθεί σε βρέφη θα πρέπει ο γιατρός να σταθμίζει τα αναμενόμενα οφέλη έναντι των πιθανών κινδύνων. Το Radacef έχει επιτυχώς χρησιμοποιηθεί σε παιδιά από 1 έως 17 ετών.
Διεγχειρητική και μετεγχειρητική χρήση: Για την πρόληψη διεγχειρητικής λοίμωξης σε σηπτικές ή ενδεχομένως σηπτικές επεμβάσεις, συνιστώνται οι ακόλουθες δόσεις: α. Δύο (2) g κεφορανίδης ενδοφλεβίως χορηγούνται με την εισαγωγή στην αναισθησία. β. Σε εγχειρήσεις όπου η εμφάνιση λοίμωξης θα ήταν ιδιαίτερα καταστροφική π.χ. εγχείρηση ανοικτής καρδιάς, προσθετική αρθροπλαστική, η προφυλακτική χορήγηση του Radacef μπορεί να συνεχισθεί 1 ημέρα μετά το τέλος της εγχείρησης (σύνολο δόσεων μέχρι 3 συνολικά).
Έκπτωση νεφρικής λειτουργίας: Το δοσολογικό σχήμα εξαρτάται από το βαθμό της νεφρικής βλάβης, τη σοβαρότητα της λοίμωξης, την ευαισθησία του παθογόνου οργανισμού και την κλινική εικόνα του ασθενή. Εάν η κάθαρση της κρεατινίνης (Cl cr ) είναι 60 ml/min/1,73m 2 και άνω, διατηρείται η κανονική χορήγηση ανά 12ωρο. Εάν η Cl cr είναι 20-59 ml/min/1,73m 2 , συνιστάται η χορήγηση ανά 24ωρο. Όταν η Cl cr είναι 5-19 ml/min/1,73m 2 η κεφορανίδη μπορεί να χορηγείται ανά 48ωρο. Εάν η Cl cr είναι μικρότερη από 5 ml/min/1,73m 2 συνιστάται η χορήγηση ανά 48-72 ώρες με παράλληλη παρακολούθηση των συγκεντρώσεών της στο πλάσμα. Εάν είναι γνωστή μόνο η συγκέντρωση κρεατινίνης στον ορό, η κάθαρση της κρεατινίνης μπορεί να υπολογισθεί από τον ακόλουθο τύπο αν η νεφρική λειτουργία και τα επίπεδα της κρεατινίνης στον ορό είναι σε σταθερή κατάσταση: (140 - Ηλικία) Χ Βάρος (kg) Άνδρες: Cl cr = —————————————————————————————— 72 X Κρεατινίνη ορού (mg/100ml) Γυναίκες: 0,85 της ανωτέρω τιμής
Σημείωση: Όπως συμβαίνει με την θεραπεία με αντιβιοτικά γενικά, η χορήγηση του Radacef πρέπει να συνεχίζεται για 48-72 ώρες τουλάχιστον αφότου ο ασθενής γίνει ασυμπτωματικός ή αφότου επιτευχθεί η εκρίζωση του μικροβίου. Δέκα (1 Ο) ημέρες αγωγής συνιστώνται σε λοιμώξεις από β-αιμολυτικό στρεπτόκοκκο ομάδας A, ώστε να προφυλαχθεί ο ασθενής από τον κίνδυνο ρευματικού πυρετού ή σπειραματονεφρίτιδος.
block
Αντενδείξεις
SPC-RADACEF
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-RADACEF
expand_more
Προειδοποιήσεις
ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ
Πριν αρχίσει η θεραπεία με Radacef πρέπει να ληφθεί λεπτομερές ιστορικό για να εξακριβωθεί μήπως ο ασθενής εμφάνισε στο παρελθόν αντιδράσεις υπερευαισθησίας στις κεφαλοσπορίνες, τις πενικιλλίνες ή άλλα φάρμακα. Το φάρμακο αυτό πρέπει να δίνεται με προσοχή σε ασθενείς αλλεργικούς στην πενικιλλίνη.
Αν εμφανισθεί μία αλλεργική αντίδραση στο Radacef η θεραπεία διακόπτεται.
Σε βαριές οξείες αντιδράσεις υπερευαισθησίας πρέπει να χορηγηθεί αδρεναλίνη σε συνδυασμό με κορτικοειδή και άλλα μέτρα επείγουσας ανάγκης.
Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα έχει αναφερθεί μετά τη χρήση κεφαλοσπορινών και άλλων ευρέος φάσματος αντιβιοτικών γι’ αυτό είναι σημαντικό να λαμβάνεται υπόψη η διάγνωσή της σε ασθενείς που παρουσιάζεται διάρροια συνδυαζόμενη με τη χορήγηση κεφαλοσπορινών.
Η θεραπεία με ευρέος φάσματος αντιβιοτικά αλλάζει τη φυσιολογική χλωρίδα του εντέρου και είναι δυνατόν να αναπτυχθούν υπέρμετρα τα κλωστρίδια. Μελέτες που έγιναν έδειξαν ότι μία τοξίνη που παράγεται από το Clostridium difficile είναι η αρχική αιτία της κολίτιδας που συνδέεται με τη χρήση των αντιβιοτικών. Η χολεστυραμίνη και η υδροχλωρική κολεστιπόλη φαίνεται ότι δεσμεύουν την τοξίνη αυτή in vitro.
Οι ήπιες περιπτώσεις κολίτιδας επανέρχονται στο φυσιολογικό μετά την διακοπή της αγωγής.
Στις μέτριες ή στις σοβαρές περιπτώσεις θα πρέπει να χορηγηθούν υγρά, ηλεκτρολύτες και συμπλήρωμα πρωτεϊνών.
Όταν η κολίτιδα δεν αποκαθίσταται με την διακοπή της αγωγής ή όταν είναι βαριάς μορφής, χορηγείται από το στόμα μετρονιδαζόλη και επί μη ανταπόκρισης βανκομυκίνη που είναι αποτελεσματική στη θεραπεία της ψευδομεμβρανώδους εντεροκολίτιδας που προκαλείται από Clostridium difficile. Θα πρέπει επίσης να ελέγχονται και άλλες αιτίες που προκαλούν κολίτιδα.
ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ
Αν και το Radacef σπάνια προκαλεί αλλαγές στη λειτουργία των νεφρών, συνιστάται η εξέταση της νεφρικής κατάστασης ιδιαίτερα στους βαριά ασθενείς που παίρνουν τη μέγιστη δόση.
Η συνολική ημερήσια δόση του Radacef θα πρέπει να ελαττωθεί σε ασθενείς με παροδική ή μόνιμη νεφρική ανεπάρκεια γιατί σ’ αυτά τα άτομα μπορεί να εμφανισθεί υψηλή και παρατεταμένη συγκέντρωση του αντιβιοτικού στον ορό του αίματος, μετά από κανονική δοσολογία.
Το Radacef θα πρέπει να δίνεται με προσοχή σε ασθενείς που έχουν ιστορικό γαστρεντερικής νόσου, ιδιαίτερα κολίτιδας.
Όπως και με τα άλλα αντιβιοτικά, η παρατεταμένη χρησιμοποίηση του Radacef μπορεί να προκαλεί μεγάλη ανάπτυξη ανθεκτικών οργανισμών. Επαναλαμβανόμενη αξιολόγηση της κατάστασης του ασθενή είναι απαραίτητη. Αν κατά την διάρκεια της θεραπείας παρουσιασθεί επιμόλυνση θα πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-RADACEF
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-RADACEF
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Αλλεργικές αντιδράσεις
Εξάνθημα (1 στους 45 ασθενείς), κνησμός (1 στους 200 ασθενείς) και ηωσινοφιλία (1 στους 12 ασθενείς) αναφέρθηκαν. Οι αντιδράσεις αυτές έχουν την τάση να εμφανίζονται σε ασθενείς με αναμνηστικό υπερευαισθησίας, ιδιαίτερα στην πενικιλλίνη.
Αιμοποιητικό σύστημα
Όπως παρατηρήθηκε κατά την θεραπεία με κεφαλοσπορίνες, έτσι και η θεραπεία με Radacef μπορεί να συνδυασθεί με παροδική θρομβοπενία (περίπου 1 στους 5 ασθενείς). Μερικοί ασθενείς (1 στους 40 ασθενείς) ανέπτυξαν θετική άμεση αντίδραση Coombs κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Radacef χωρίς κλινικά ή εργαστηριακά σημεία αιμόλυσης.
Γαστρεντερικό σύστημα
Έχουν αναφερθεί: Ναυτία (1 στους 270 ασθενείς), έμετος (1 στους 2000 ασθενείς) και διάρροια (1 στους 140 ασθενείς). Συμπτώματα ψευδομεμβρανώδους εντεροκολίτιδας μπορεί να εμφανισθούν κατά την διάρκεια ή μετά το τέλος της θεραπείας με κεφαλοσπορίνες.
Εργαστηριακά ευρήματα
Παροδικές αυξήσεις της SGPT (1 στους 16 ασθενείς), SGOT (1 στους 9 ασθενείς) και της αλκαλικής φωσφατάσης (1 στους 27 ασθενείς) αναφέρθηκαν. Όπως και με άλλες κεφαλοσπορίνες, παρατηρήθηκαν παροδικές αυξήσεις της κρεατινίνης του ορού και της BUN του αίματος (1 στους 9 και 1 στους 50 ασθενείς αντίστοιχα). Όπως μπορεί να παρατηρηθεί με την ενδομυϊκή χορήγηση, η χορήγηση του Radacef δι’ αυτής της οδού συνδέεται με μία αύξηση του CPK (1 στους 3 ασθενείς).
Τοπικές αντιδράσεις
Τοπικές αντιδράσεις παρατηρήθηκαν σε λιγότερο από 1% των ασθενών και περιελάμβαναν άλγος (1 στους 155 ασθενείς) και θρομβοφλεβίτιδα (1 στους 140 ασθενείς). Άλλες αντιδράσεις που έχουν αναφερθεί σε ποσοστό μικρότερο από 1% είναι τοπική διόγκωση, λήθαργος, πονοκέφαλος, υπόταση, σύγχυση.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-RADACEF
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Χορήγηση κατά την εγκυμοσύνη Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλώς ελεγχόμενες μελέτες της κεφορανίδης σε εγκύους γυναίκες. Έτσι επειδή οι μελέτες αναπαραγωγής στα ζώα δεν είναι πάντοτε ενδεικτικές για την ανθρώπινη αντίδραση, το Radacef θα πρέπει να δίνεται κατά την εγκυμοσύνη μόνο όταν είναι απόλυτα αναγκαίο.
Τοκετός Δεν υπάρχουν στοιχεία για τη χορήγηση του Radacef σε εγκύους κατά τη διάρκεια ή πριν από τον τοκετό.
Χορήγηση κατά τη γαλουχία Δεν είναι γνωστό αν η κεφορανίδη απεκκρίνεται στο γάλα. Γι’ αυτό θα πρέπει το Radacef να χορηγείται με προσοχή στις μητέρες στην περίοδο της γαλουχίας.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-RADACEF
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Η κεφορανίδη είναι ημισυνθετική ευρέος φάσματος κεφαλοσπορίνη για παρεντερική χορήγηση. Κυκλοφορεί ως ελεύθερο νατρίου άλας του 7-[0-(αμινομεθυλο) φαινυλακεταμιδο]-3-[[[1-(καρβοξυμεθυλο)-lΗ-τετραζολο-5-υλο] θειο] μεθυλο] -3-κεφεμ-4-καρβοξυλικού οξέος και λυσίνη. Όταν διαλύεται σχηματίζεται το άλας της λυσίνης. Το χρώμα των διαλυμάτων κυμαίνεται από ελαφρό κίτρινο έως σκούρο κίτρινο και εξαρτάται από την πυκνότητα και τον χρησιμοποιούμενο διαλύτη. Το ρΗ διαλυμάτων κυμαίνεται μεταξύ 5,5 και 8,5. Το χρώμα των διαλυμάτων κυμαίνεται από διαυγές έως ελαφρά κίτρινο.
ΜΙΚΡΟΒΙΟΛΟΓΙΑ
Η μικροβιοκτόνος δράση του Radacef προκαλείται από την αναστολή της συνθέσεως του κυτταρικού τοιχώματος. Η κεφορανίδη έχει υψηλό βαθμό σταθερότητας στην παρουσία β-λακταμασών. Η κεφορανίδη είναι συνήθως δραστική ίn vitro εναντίον των παρακάτω μικροβίων. Αερόβια μικρόβια Gram -αρνητικά Κολοβακτηρίδιο, κλεμπσιέλλες, πρωτέας mirabilis, είδη Providencia, (Providencia rettgeri τέως Proteus rettgeri), Κιτροβακτηρίδια, Αιμόφιλος influenzae, Αιμόφιλος parainf1uenzae, Εντεροβακτηρίδια, Σαλμονέλα του τύφου, Neisseria γονοκοκκική. Gram -θετικά Σταφυλόκοκκοι, (μόνον οι ευαίσθητοι στη μεθικιλλίνη). Στρεπτόκοκκος πνευμονίας (τέως Διπλόκοκκος πνευμονίας) (μόνο τα ευαίσθητα στην πενικιλλίνη στελέχη) Στρεπτόκοκκοι Α και Β ομάδας Πρασινίζων στρεπτόκοκκος Τα περισσότερα στελέχη εντεροκόκκων π.χ. στρεπτόκοκκος κοπράνων είναι ανθεκτικά. Αναερόβια μικρόβια Είδη βακτηριοειδών όπως Fusοbacterium, είδη κλωστηριδίου. Τα περισσότερα στελέχη Clostridium difficile είναι ανθεκτικά. Είδη πεπτοκόκκων και πεπτοστρεπτοκόκκων. Ενώ τα περισσότερα στελέχη του εύθραυστου βακτηριοειδούς είναι ανθεκτικά, η κεφορανίδη είναι δραστική in vitro σε μερικά είδη βακτηριοειδών.
Σημείωση: Οι ψευδομονάδες, το Acinetobacter Spp. (πρώην Mima και Herellea) και τα περισσότερα στελέχη Σερράτιας είναι ανθεκτικά στην κεφορανίδη.
Δοκιμασίες δίσκων ευαισθησίας
Οι ποσοτικές μέθοδοι στις οποίες μετρούνται οι διάμετροι των ζωνών αναστολής παρέχουν τους ακριβέστερους υπολογισμούς της ευαισθησίας στο αντιβιοτικό. Μία τέτοια μέθοδος με δίσκους συνιστάται να χρησιμοποιείται για τη δοκιμασία ευαισθησίας στην κεφορανίδη. Η ευαισθησία των μικροβίων στην κεφορανίδη μπορεί να προσδιορισθεί ακριβέστερα με τη χρήση της δοκιμασίας ευαισθησίας με προτυποποιημένο απλό δίσκο που χρησιμοποιεί δίσκους κεφαμανδόλης 30 μg. Η ερμηνεία γίνεται με τα ακόλουθα κριτήρια:
- Τα ευαίσθητα μικρόβια προκαλούν ζώνες αναστολής διαμέτρου 18 mm και μεγαλύτερες, ενδεικτικό σημείο ότι το υπό δοκιμασία μικρόβιο είναι πιθανό να ανταποκριθεί στη θεραπεία.
- Μικρόβια που προκαλούν διάμετρο ζώνης αναστολής 15-17 mm, αναμένεται να είναι ευαίσθητα αν χρησιμοποιηθούν υψηλές δόσεις ή αν η λοίμωξη περιορίζεται στους ιστούς και τα υγρά (π.χ. ούρα) όπου επιτυγχάνονται υψηλά επίπεδα αντιβιοτικού.
- Τα ανθεκτικά μικρόβια παράγουν ζώνες αναστολής διαμέτρου 14 mm και μικρότερες, ενδεικτικό ότι πρέπει να επιλεγεί άλλο θεραπευτικό μέσο.
Για τα gram-θετικά στελέχη, η δοκιμασία μπορεί να γίνει είτε με τον κλασικό δίσκο κεφαλοσπορινών (30 μg κεφαλοθίνης) είτε με το δίσκο της κεφαμανδόλης (30 μg κεφαμανδόλη), οπότε ζώνη αναστολής διαμέτρου 18 mm είναι ενδεικτική ευαισθησίας του μικροβίου στην κεφορανίδη. Τα gram-αρνητικά μικρόβια πρέπει να δοκιμασθούν με δίσκους κεφαμανδόλης (χρησιμοποιώντας τα προηγούμενα κριτήρια) εφ’ όσον η κεφορανίδη έδειξε σε in vitro δοκιμασίες ότι είναι δραστική εναντίον ορισμένων στελεχών Enterobacteriaceae ανθεκτικών στις δοκιμασίες με δίσκους ευαισθησίας κεφαλοσπορινών. Τα gram-αρνητικά μικρόβια με ζώνη αναστολής διαμέτρου μικρότερη από 18 mm γύρω από τον δίσκο της κεφαλοθίνης δεν εμφανίζουν απαραίτητα ενδιάμεση ευαισθησία ή αντοχή στην κεφορανίδη.
Με άλλα τεστ ευαισθησίας Π.χ. ICS άγαρ ή άλλο ισοδύναμο, ένα στέλεχος μπορεί να θεωρηθεί ευαίσθητο στην κεφορανίδη εάν η τιμή της MIC (ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση) δεν υπερβαίνει τα 16 μg/ml. Τα μικρόβια θεωρούνται ανθεκτικά εάν οι τιμές υπερβαίνουν τα 32 μg/ml. Τα μικρόβια που έχουν MIC 32 μg/ml ή χαμηλότερη, αλλά υψηλότερη από 16 μg/ml είναι πιθανόν να ανταποκριθούν στο φάρμακο αν χορηγηθούν υψηλές δόσεις ή αν λοίμωξη περιορίζεται στους ιστούς ή τα υγρά του σώματος (π.χ. ούρα) όπου επιτυγχάνονται υψηλά επίπεδα του αντιβιοτικού.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-RADACEF
expand_more
Φαρμακοκινητική
ΕΟΦ · 5.1.2.2
Kεφαλοσπορίνες β' γενεάς
expand_more
Kεφαλοσπορίνες β' γενεάς
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η κεφορανίδη είναι μια ημισυνθετική κεφαλοσπορίνη δεύτερης γενιάς. Οι κεφαλοσπορίνες είναι βακτηριοκτόνα φάρμακα με δράση τόσο σε Gram-θετικά όσο και σε Gram-αρνητικά βακτήρια. Αναστέλλουν τη σύνθεση του βακτηριακού κυτταρικού τοιχώματος με παρόμοιο τρόπο όπως οι πενικιλίνες.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η βακτηριοκτόνος δράση της κεφορανίδης προκύπτει από την αναστολή της σύνθεσης του κυτταρικού τοιχώματος μέσω συγγένειας για τις πρωτεΐνες που δεσμεύουν την πενικιλίνη (PBPs).
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Ταχεία απορρόφηση μετά από ενδομυϊκή ένεση.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
80.6%
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η κύρια οδός απέκκρισης του φαρμάκου ήταν η νεφρική απέκκριση, με το 85% της δόσης να απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα εντός 12 ωρών, και δεν παρατηρήθηκαν μεταβολίτες με αντιβιοτική δράση στα ούρα.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
2.6 έως 2.98 ώρες
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.