Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 1 / VIAL | 6.79 € |
RADACEF — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια ή ενδομυϊκά
- Χορήγηση: Κάθε 12 ώρες
- Δόση έναρξης: 0,5 g
-
ΕνήλικεςΔόση0,5 - 2,0 gΔύο φορές ημερησίως ανάλογα με τη βαρύτητα της λοίμωξης. Κάθε 12 ώρες.
-
Παιδιά (1 έως 17 ετών)Δόση20-40 mg/kgΗμερησίως σε δύο μοιρασμένες δόσεις κάθε 12 ώρες.
-
Παιδιά (<1 έτους)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχει μελετηθεί. Ο γιατρός θα πρέπει να σταθμίζει τα αναμενόμενα οφέλη έναντι των πιθανών κινδύνων.
-
Διεγχειρητική προφύλαξηΔόση2 gΕνδοφλεβίως με την εισαγωγή στην αναισθησία. Σε εγχειρήσεις υψηλού κινδύνου, η προφυλακτική χορήγηση μπορεί να συνεχισθεί 1 ημέρα μετά το τέλος της εγχείρησης (σύνολο δόσεων μέχρι 3 συνολικά).
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Γνωστή υπερευαισθησία στην κεφορανίδη
-
Γνωστή υπερευαισθησία στα αντιβιοτικά της ομάδας των κεφαλοσπορινών
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Υπερευαισθησία / Αλλεργικές αντιδράσειςπροσοχήΛήψη λεπτομερούς ιστορικού (για υπερευαισθησία σε κεφαλοσπορίνες, πενικιλλίνες ή άλλα φάρμακα) πριν τη θεραπεία. Χορήγηση με προσοχή σε ασθενείς αλλεργικούς στην πενικιλλίνη. Διακοπή θεραπείας αν εμφανισθεί αλλεργική αντίδραση. Σε βαριές αντιδράσεις: χορήγηση αδρεναλίνης, κορτικοειδών και άλλων μέτρων επείγουσας ανάγκης.
-
Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδαΠληθυσμόςΑσθενείς που παρουσιάζουν διάρροια κατά τη χορήγηση κεφαλοσπορινώνΝα λαμβάνεται υπόψη η διάγνωση. Για ήπιες περιπτώσεις: διακοπή αγωγής. Για μέτριες ή σοβαρές: χορήγηση υγρών, ηλεκτρολυτών, συμπληρώματος πρωτεϊνών. Αν δεν αποκαθίσταται ή είναι βαριά: χορήγηση μετρονιδαζόλης από το στόμα, και επί μη ανταπόκρισης βανκομυκίνης. Έλεγχος για άλλες αιτίες.
-
Νεφρική λειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΒαριά ασθενείς που παίρνουν τη μέγιστη δόση, ασθενείς με παροδική ή μόνιμη νεφρική ανεπάρκειαΣυνιστάται εξέταση της νεφρικής κατάστασης. Η συνολική ημερήσια δόση πρέπει να ελαττωθεί σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.
-
Ιστορικό γαστρεντερικής νόσουπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής νόμου, ιδιαίτερα κολίτιδαςΤο Κεφορανίδη θα πρέπει να δίνεται με προσοχή.
-
Ανάπτυξη ανθεκτικών οργανισμών / ΕπιμόλυνσηΗ παρατεταμένη χρησιμοποίηση μπορεί να προκαλέσει ανάπτυξη ανθεκτικών οργανισμών. Απαιτείται επαναλαμβανόμενη αξιολόγηση της κατάστασης του ασθενή. Αν κατά τη διάρκεια της θεραπείας παρουσιασθεί επιμόλυνση, πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ισχυρά διουρητικάπροσοχήΠρόκληση ανεπιθύμητων ενεργειών στη νεφρική λειτουργία
-
ΑμινογλυκοσίδεςπροσοχήΝεφροτοξικότητα
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Ηωσινοφιλία
- Θρομβοπενία
- Θετική άμεση αντίδραση Coombs
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Συμπτώματα ψευδομεμβρανώδους εντεροκολίτιδας
- Αύξηση SGPT
- Αύξηση SGOT
- Αύξηση αλκαλικής φωσφατάσης
- Αύξηση κρεατινίνης ορού
- Αύξηση BUN αίματος
- Αύξηση CPK
- Άλγος
- Τοπική διόγκωση
- Θρομβοφλεβίτιδα
- Υπόταση
- Λήθαργος
- Κεφαλαλγία
- Σύγχυση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑύξηση CPKΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΑύξηση SGOTΉπαρ
-
Πολύ συχνέςΑύξηση SGPTΉπαρ
-
Πολύ συχνέςΑύξηση κρεατινίνης ορούΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΑύξηση BUN αίματοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΑύξηση αλκαλικής φωσφατάσηςΉπαρ
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΘετική άμεση αντίδραση CoombsΑίμα
-
Όχι συχνέςΆλγος στο σημείο της ένεσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΘρομβοφλεβίτιδα (στο σημείο της ένεσης)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΛήθαργοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΤοπική διόγκωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΣυμπτώματα ψευδομεμβρανώδους εντεροκολίτιδαςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΤο Κεφορανίδη θα πρέπει να δίνεται κατά την εγκυμοσύνη μόνο όταν είναι απόλυτα αναγκαίο.Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλώς ελεγχόμενες μελέτες της κεφορανίδης σε εγκύους γυναίκες. Επειδή οι μελέτες αναπαραγωγής στα ζώα δεν είναι πάντοτε ενδεικτικές για την ανθρώπινη αντίδραση.
-
ΓαλουχίαΤο Κεφορανίδη να χορηγείται με προσοχή στις μητέρες στην περίοδο της γαλουχίας.Δεν είναι γνωστό αν η κεφορανίδη απεκκρίνεται στο γάλα.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Η κεφορανίδη είναι ημισυνθετική ευρέος φάσματος κεφαλοσπορίνη για παρεντερική χορήγηση. Κυκλοφορεί ως ελεύθερο νατρίου άλας του 7-[0-(αμινομεθυλο) φαινυλακεταμιδο]-3-[[[1-(καρβοξυμεθυλο)-lΗ-τετραζολο-5-υλο] θειο] μεθυλο] -3-κεφεμ-4-καρβοξυλικού οξέος και λυσίνη. Όταν διαλύεται σχηματίζεται το άλας της λυσίνης. Το χρώμα των διαλυμάτων κυμαίνεται από ελαφρό κίτρινο μέχρι σκούρο κίτρινο και εξαρτάται από την πυκνότητα και τον χρησιμοποιούμενο διαλύτη. Το ρΗ διαλυμάτων κυμαίνεται μεταξύ 5,5 και 8,5. Το χρώμα των διαλυμάτων κυμαίνεται από διαυγές έως ελαφρά κίτρινο.
ΜΙΚΡΟΒΙΟΛΟΓΙΑ
Η μικροβιοκτόνος δράση του Κεφορανίδη προκαλείται από την αναστολή της συνθέσεως του κυτταρικού τοιχώματος. Η κεφορανίδη έχει υψηλό βαθμό σταθερότητας στην παρουσία β-λακταμασών. Η κεφορανίδη είναι συνήθως δραστική in vitro εναντίον των παρακάτω μικροβίων.
Αερόβια μικρόβια
- Gram -αρνητικά: Κολοβακτηρίδιο, κλεμπσιέλλες, πρωτέας mirabilis, είδη Providencia, (Providencia rettgeri τέως Proteus rettgeri), Κιτροβακτηρίδια, Αιμόφιλος influenzae, Αιμόφιλος parainf1uenzae, Εντεροβακτηρίδια, Σαλμονέλα του τύφου, Neisseria γονοκοκκική.
- Gram -θετικά: Σταφυλόκοκκοι (μόνον οι ευαίσθητοι στη μεθικιλλίνη), Στρεπτόκοκκος πνευμονίας (τέως Διπλόκοκκος πνευμονίας) (μόνο τα ευαίσθητα στην πενικιλλίνη στελέχη), Στρεπτόκοκκοι Α και Β ομάδας, Πρασινίζων στρεπτόκοκκος. Τα περισσότερα στελέχη εντεροκόκκων π.χ. στρεπτόκοκκος κοπράνων είναι ανθεκτικά.
Αναερόβια μικρόβια
Είδη βακτηριοειδών όπως Fusοbacterium, είδη κλωστηριδίου. Τα περισσότερα στελέχη Clostridium difficile είναι ανθεκτικά. Είδη πεπτοκόκκων και πεπτοστρεπτοκόκκων. Ενώ τα περισσότερα στελέχη του εύθραυστου βακτηριοειδούς είναι ανθεκτικά, η κεφορανίδη είναι δραστική in vitro σε μερικά είδη βακτηριοειδών.
Σημείωση
Οι ψευδομονάδες, το Acinetobacter Spp. (πρώην Mima και Herellea) και τα περισσότερα στελέχη Σερράτιας είναι ανθεκτικά στην κεφορανίδη.
Δοκιμασίες δίσκων ευαισθησίας
Οι ποσοτικές μέθοδοι στις οποίες μετρούνται οι διάμετροι των ζωνών αναστολής παρέχουν τους ακριβέστερους υπολογισμούς της ευαισθησίας στο αντιβιοτικό. Μία τέτοια μέθοδος με δίσκους συνιστάται να χρησιμοποιείται για τη δοκιμασία ευαισθησίας στην κεφορανίδη. Η ευαισθησία των μικροβίων στην κεφορανίδη μπορεί να προσδιορισθεί ακριβέστερα με τη χρήση της δοκιμασίας ευαισθησίας με προτυποποιημένο απλό δίσκο που χρησιμοποιεί δίσκους κεφαμανδόλης 30 μg. Η ερμηνεία γίνεται με τα ακόλουθα κριτήρια:
- Ευαίσθητα μικρόβια: προκαλούν ζώνες αναστολής διαμέτρου 18 mm και μεγαλύτερες.
- Μικρόβια με ενδιάμεση ευαισθησία: προκαλούν διάμετρο ζώνης αναστολής 15-17 mm, αναμένεται να είναι ευαίσθητα αν χρησιμοποιηθούν υψηλές δόσεις ή αν η λοίμωξη περιορίζεται στους ιστούς και τα υγρά (π.χ. ούρα) όπου επιτυγχάνονται υψηλά επίπεδα αντιβιοτικού.
- Ανθεκτικά μικρόβια: παράγουν ζώνες αναστολής διαμέτρου 14 mm και μικρότερες.
Για τα gram-θετικά στελέχη, η δοκιμασία μπορεί να γίνει είτε με τον κλασικό δίσκο κεφαλοσπορινών (30 μg κεφαλοθίνης) είτε με το δίσκο της κεφαμανδόλης (30 μg κεφαμανδόλη), οπότε ζώνη αναστολής διαμέτρου 18 mm είναι ενδεικτική ευαισθησίας του μικροβίου στην κεφορανίδη.
Τα gram-αρνητικά μικρόβια πρέπει να δοκιμασθούν με δίσκους κεφαμανδόλης (χρησιμοποιώντας τα προηγούμενα κριτήρια) εφ’ όσον η κεφορανίδη έδειξε σε in vitro δοκιμασίες ότι είναι δραστική εναντίον ορισμένων στελεχών Enterobacteriaceae ανθεκτικών στις δοκιμασίες με δίσκους ευαισθησίας κεφαλοσπορινών. Τα gram-αρνητικά μικρόβια με ζώνη αναστολής διαμέτρου μικρότερη από 18 mm γύρω από τον δίσκο της κεφαλοθίνης δεν εμφανίζουν απαραίτητα ενδιάμεση ευαισθησία ή αντοχή στην κεφορανίδη.
Με άλλα τεστ ευαισθησίας π.χ. ICS άγαρ ή άλλο ισοδύναμο:
- Ένα στέλεχος μπορεί να θεωρηθεί ευαίσθητο στην κεφορανίδη εάν η τιμή της MIC (ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση) δεν υπερβαίνει τα 16 μg/ml.
- Τα μικρόβια θεωρούνται ανθεκτικά εάν οι τιμές υπερβαίνουν τα 32 μg/ml.
- Τα μικρόβια που έχουν MIC 32 μg/ml ή χαμηλότερη, αλλά υψηλότερη από 16 μg/ml είναι πιθανόν να ανταποκριθούν στο φάρμακο αν χορηγηθούν υψηλές δόσεις ή αν λοίμωξη περιορίζεται στους ιστούς ή τα υγρά του σώματος (π.χ. ούρα) όπου επιτυγχάνονται υψηλά επίπεδα του αντιβιοτικού.
Μέσες τιμές μεγίστων επιπέδων στο πλάσμα 40 και 76 μg/ml, παρατηρούνται την 1η ώρα μετά από ενδομυϊκή χορήγηση δόσεων 0,5 και 1,0 g αντίστοιχα, Κεφορανίδη σε υγιή άτομα. Οι πυκνότητες αυτές έπεσαν στα 3,9 και 6,7 μg/ml σε 12 ώρες. Μετά από 30 λεπτών ενδοφλέβια έγχυση δόσεων 1,0 και 2,0 g Κεφορανίδη οι μέσες τιμές μεγίστων επιπέδων στο πλάσμα ήταν 125 και 240 μg/ml αντίστοιχα και έπεσαν στα 5,9 και 9,0 μg/ml σε 12 ώρες.
Ο τελικός χρόνος ημιζωής στο πλάσμα ανέρχεται σε 2,9 ώρες μετά από ενδοφλέβια και ενδομυϊκή χορήγηση. Ο βαθμός δέσμευσης από τις πρωτεΐνες του πλάσματος ανέρχεται σε 80% στις πυκνότητες πλάσματος που επιτεύχθηκαν μετά από χορήγηση δόσεων 0,5 -2,0 g. Δεν προέκυψαν στοιχεία αθροίσεως του αντιβιοτικού και η φαρμακοκινητική στο πλάσμα δεν μεταβλήθηκε ύστερα από χορήγηση δύο φορές ημερησίως δόσεων 0,5 -2,0 g επί 9,5 μέρες.
Το Κεφορανίδη δεν μεταβολίζεται πριν από την αποβολή του και απεκκρίνεται κυρίως από τους νεφρούς. Μέσες τιμές μέγιστης πυκνότητας στα ούρα ύψους 1250 και 2900 μg/ml σημειώθηκαν μέσα σε δύο ώρες μετά από τη χορήγηση με στάθμες ορού 110 και 265 μg/ml στις 9-12 ώρες μετά από την ενδομυϊκή χορήγηση δόσεων 0,5 και 1,0 g αντίστοιχα. Δόσεις 1,0 και 2,0 g του Κεφορανίδη χορηγούμενες ενδοφλεβίως παρέχουν αντίστοιχα μέσες πυκνότητες ούρων 2550 και 5130 μg/ml μέσα σε 2 ώρες μετά από τη χορήγηση με στάθμες ορού 190 και 440 μg/ml στις 9-12 ώρες. Η κινητική της απέκκρισης και η νεφρική κάθαρση δεν μεταβλήθηκαν μετά από τη χορήγηση δύο φορές ημερησίως των δόσεων αυτών επί 9,5 ημέρες.
Στα ούρα ανευρίσκονται τα 78-95% της ενδοφλέβιας ή ενδομυϊκής χορήγησης 0,5-2,0 g σε 12 ώρες. Χορήγηση Προβενεσίδης δεν επιδρά στην περιεκτικότητα του Κεφορανίδη στον ορό. Με το Κεφορανίδη δημιουργούνται θεραπευτικές στάθμες στη χοληδόχο κύστη, το μυοκάρδιο, τα οστά, τους γραμμωτούς μυς και στους ιστούς του κόλπου. Θεραπευτικές στάθμες επιτυγχάνονται επίσης στο περικάρδιο, στο αρθριτικό υγρό και στη χολή.