Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ J01DC01 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

CEFOXITIN

Κεφοξιτίνη

Bλ. Kεφαμανδόλη. Γονοκοκκικές λοιμώξεις από στελέχη ανθεκτικά στις πενικιλλίνες.

Chemical structure of CEFOXITIN

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Bλ. Kεφαμανδόλη. Γονοκοκκικές λοιμώξεις από στελέχη ανθεκτικά στις πενικιλλίνες.
medication
SPC-MEFOXIL

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Ενδοφλεβίως ή ενδομυϊκώς
Χορήγηση:
Κάθε 8 ώρες (συνήθως)
Δόση έναρξης:
1g έως 2g (δόση εφόδου σε ενήλικες με νεφρική ανεπάρκεια ή αιμοδιάλυση)
Τιτλοποίηση:
Η δοσολογία και η οδός χορήγησης πρέπει να προσδιορίζονται από τη βαρύτητα της λοίμωξης, την ευαισθησία των παθογόνων μικροοργανισμών και την κατάσταση του ασθενούς. Σε ενήλικες με νεφρική ανεπάρκεια, η δόση συντήρησης προσαρμόζεται ανάλογα με την κάθαρση κρεατινίνης. Σε παιδιά με νεφρική ανεπάρκεια, η συχνότητα των δόσεων ελαττώνεται.
  • Ενήλικες
    Δόση1g ή 2g
    Κάθε 8 ώρες (μερικές φορές κάθε 6 ώρες)
  • Ενήλικες
    Δόση1g
    Χωρίς επιπλοκές λοίμωξης, Κάθε 8 ώρες (μερικές φορές κάθε 6 ώρες). Ολική ημερήσια δοσολογία 3g (4g).
  • Ενήλικες
    Δόση2g
    Μέτρια ή σοβαρή λοίμωξη, Κάθε 8 ώρες (μερικές φορές κάθε 6 ώρες). Ολική ημερήσια δοσολογία 6g (8g).
  • Ενήλικες
    Δόση3g (2g)
    Λοιμώξεις που γενικά χρειάζονται υψηλές δόσεις αντιβιοτικών, Κάθε 6 ώρες (Κάθε 4 ώρες). Ολική ημερήσια δοσολογία 12g.
  • Ενήλικες με νεφρική ανεπάρκεια
    Δόση1g έως 2g
    Αρχική δόση εφόδου. Μετά τη δόση εφόδου μπορούν να χορηγηθούν οι συνιστώμενες δόσεις για θεραπεία συντήρησης.
  • Ασθενείς σε αιμοδιάλυση
    Δόση1-2g
    Δόση εφόδου μετά από κάθε αιμοδιάλυση. Η δόση συντήρησης πρέπει να δίνεται σύμφωνα με τον πίνακα δόσης συντήρησης.
  • Ενήλικες με ελαττωμένη νεφρική λειτουργία (Ελαφρά ανεπάρκεια, 50-30 ml/min)
    Δόση1-2g
    Κάθε 8-12 ώρες
  • Ενήλικες με ελαττωμένη νεφρική λειτουργία (Μέτρια ανεπάρκεια, 29-10 ml/min)
    Δόση1-2g
    Κάθε 12-24 ώρες
  • Ενήλικες με ελαττωμένη νεφρική λειτουργία (Βαριά ανεπάρκεια, 9-5 ml/min)
    Δόση0,5-1g
    Κάθε 12-24 ώρες
  • Ενήλικες με ελαττωμένη νεφρική λειτουργία (Ολική ανεπάρκεια, <5 ml/min)
    Δόση0,5-1g
    Κάθε 24-48 ώρες
  • Μη επιπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος
    Δόση1g
    Ενδομυϊκώς δύο φορές την ημέρα
  • Μη επιπλεγμένη γονόρροια
    Δόση2g
    Εφάπαξ θεραπευτική δόση ενδομυϊκώς χορηγούμενο με 1g προβενεσίδη από το στόμα (ταυτόχρονα ή μέχρι μία ώρα πριν).
  • Παιδιά ηλικίας 3 μηνών και άνω
    Δόση80-160mg/kg/24ωρο
    Διηρημένα σε 4 έως 6 ίσες δόσεις. Ανώτερη δόση σε σοβαρές λοιμώξεις, πάντως όχι πάνω από 12g ημερησίως.
  • Παιδιά με νεφρική ανεπάρκεια
    Η συχνότητα των χορηγούμενων δόσεων πρέπει να ελαττώνεται όπως γίνεται και για τους ενήλικες.
  • Προφύλαξη - Γενική χειρουργική - Ενήλικες
    Δόση2g
    Ενδομυϊκώς ή ενδοφλεβίως μισή έως μια ώρα πριν την αρχική τομή και στη συνέχεια 2g κάθε 6 ώρες. Η προφυλακτική θεραπεία δεν ξεπερνά τις 24 ώρες.
  • Προφύλαξη - Γενική χειρουργική - Παιδιά (ηλικίας 3 μηνών και άνω)
    Δόση30-40mg/kg
    Ενδοφλεβίως, στα ίδια διαστήματα όπως καθορίζεται παραπάνω για τους ενήλικες.
  • Προφύλαξη - Μαιευτική-Γυναικολογία - Ασθενείς που υποβάλλονται σε καισαρική τομή
    Δόση2g
    Ενδοφλεβίως μόλις απολινωθεί ο ομφάλιος λώρος.
  • Προφύλαξη - Γυναικολογικές χειρουργικές επεμβάσεις
    Δόση2g
    Εφάπαξ δόση ενδοφλεβίως ή ενδομυϊκώς μισή ώρα έως μια ώρα πριν τη χειρουργική επέμβαση.
  • Προφύλαξη - Παρατεταμένες ή σηπτικές επεμβάσεις
    Δόση2g
    Κάθε 6 ώρες. Συνήθως, η προφυλακτική θεραπεία δεν παρατείνεται πέρα από 24 ώρες.
block
SPC-MEFOXIL

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη cefoxitin.
  • Υπερευαισθησία στις κεφαλοσπορίνες.
warning
SPC-MEFOXIL

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Διασταυρούμενη αλλεργία
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
    Πριν αρχίσει η θεραπεία με το MEFOXIL πρέπει να αναζητείται προσεκτικά από το ιστορικό του ασθενούς αν στο παρελθόν είχαν παρατηρηθεί αντιδράσεις υπερευαισθησίας με β-λακταμικά αντιβιοτικά. Σε ασθενείς αλλεργικούς στην πενικιλλίνη, το MEFOXIL πρέπει να χορηγείται με μεγάλη προσοχή. Η χορήγηση αντιβιοτικών σε ασθενείς που έχουν δείξει κάποια αλλεργία ιδίως στα φάρμακα, πρέπει να γίνεται με προσοχή. Εάν παρατηρηθούν αλλεργικά φαινόμενα με το MEFOXIL θα πρέπει να διακόπτεται η χορήγησή του.
  • Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα
    Γι’ αυτό, τα αντιβιοτικά πρέπει να συνταγογραφούνται με προσοχή σε άτομα με ιστορικό εντερικής νόσου, ιδιαίτερα κολίτιδας. Είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη η ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα στη διαφορική διάγνωση, σε ασθενείς που εμφανίζουν διάρροια, με τη λήψη του αντιβιοτικού. Ενώ οι μελέτες δείχνουν ότι η τοξίνη που παράγεται από το Clostridium difficile είναι η κύρια αιτία για κολίτιδα που οφείλεται στη χρήση αντιβιοτικών, άλλες αιτίες θα πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη.
  • Νεφρική ανεπάρκεια
    Η ολική ημερήσια δοσολογία του MEFOXIL πρέπει να ελαττώνεται σε ασθενείς που εμφανίζουν παροδική ή επίμονη ελάττωση των ούρων οφειλόμενη σε νεφρική ανεπάρκεια (βλέπε λήμμα 4.2 Δοσολογία και Τρόπος Χορήγησης) επειδή με τις συνήθεις δόσεις του αντιβιοτικού μπορεί να εμφανισθούν υψηλές και παρατεταμένες συγκεντρώσεις στον ορό.
  • Ιστορικό εντερικών παθήσεων
    Tα αντιβιοτικά, κυρίως οι κεφαλοσπορίνες πρέπει να χορηγούνται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό εντερικών παθήσεων, κυρίως κολίτιδας.
  • Ανάπτυξη ανθεκτικών μικροοργανισμών
    Όπως και με άλλα αντιβιοτικά η μακροχρόνια χορήγηση cefoxitin μπορεί να οδηγήσει σε ανάπτυξη ανθεκτικών μικροοργανισμών. Απαιτείται συχνή αξιολόγηση της κατάστασης του ασθενούς. Εάν προκληθεί επιμόλυνση κατά τη διάρκεια της θεραπείας πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα.
  • Αλλαγή εμφάνισης διαλύματος
  • Παιδιά
    Σε παιδιά ηλικίας 3 μηνών και άνω η χορήγηση υψηλότερων δόσεων MEFOXIL έχει συσχετισθεί με αυξημένη πιθανότητα πρόκλησης ηωσινοφιλίας και αύξησης SGOT. Παρόλο που δεν έχει αποδειχθεί για παιδιά μεγαλύτερα των 3 μηνών, στα οποία ενδείκνυται η χρήση του MEFOXIL, τα μικρότερα παιδιά αυτής της ηλικιακής ομάδας, μπορεί επίσης να διατρέχουν κίνδυνο οφειλόμενο στη χρήση βενζυλικής αλκοόλης, ως συντηρητικό στο ενέσιμο βακτηριοστατικό νερό και στο ενέσιμο βακτηριοστατικό διάλυμα χλωριούχου νατρίου. Γι’ αυτό, κάθε διαλύτης που χρησιμοποιείται για τη χορήγηση του MEFOXIL, για τη θεραπεία των παιδιατρικών ασθενών αυτής της ηλικιακής ομάδας, δεν πρέπει να περιέχει συντηρητικά όπως βενζυλική αλκοόλη.
  • Παρέμβαση στις εργαστηριακές εξετάσεις
    Ψευδώς θετική αντίδραση γλυκόζης στα ούρα είναι δυνατόν να παρατηρηθεί όταν χρησιμοποιούνται αναγωγικές ουσίες, αλλά όχι με τη χρήση των ειδικών μεθόδων της γλυκοζο-οξειδάσης. Χρησιμοποιώντας την τεχνική του Jaffe μπορεί να εμφανισθούν υψηλές και παρατεταμένες συγκεντρώσεις στον ορό αν οι συγκεντρώσεις της cefoxitin στον ορό ξεπερνούν τα 100mcg/ml. Δείγματα ορού από ασθενείς σε θεραπεία με MEFOXIL δεν πρέπει να εξετάζονται για κρεατινίνη αν έχουν ληφθεί μέσα σε δύο ώρες από τη χορήγηση του φαρμάκου. Υψηλές συγκεντρώσεις cefoxitin στα ούρα μπορεί να παρεμβαίνουν στις μετρήσεις των 17-υδροξυ-κορτικοστεροειδών στα ούρα με την αντίδραση Porter-Silber και να επιφέρουν μετρίου βαθμού ψευδή αύξηση στα επίπεδα.
swap_horiz
SPC-MEFOXIL

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Προβενεσίδη
    Παρακολούθηση
    Αύξηση των επιπέδων του φαρμάκου στο αίμα και παράταση του χρόνου ημιζωής.
  • Τετρακυκλίνες
    Προσοχή
    Αύξηση των επιπέδων του φαρμάκου στο αίμα και παράταση του χρόνου ημιζωής. Δεν ενδείκνυται σύγχρονη χορήγηση, εάν υπάρχει απόλυτος ένδειξη χορήγησης πρέπει να δίδονται σε διαφορετικές ώρες και από διαφορετική οδό.
  • Χλωραμφενικόλη
    Προσοχή
    Αύξηση των επιπέδων του φαρμάκου στο αίμα και παράταση του χρόνου ημιζωής. Δεν ενδείκνυται σύγχρονη χορήγηση, εάν υπάρχει απόλυτος ένδειξη χορήγησης πρέπει να δίδονται σε διαφορετικές ώρες και από διαφορετική οδό.
  • Αμινογλυκοσίδες
    Προσοχή
    Σπανίως νεφροτοξικότητα επί αυξημένης δόσης κεφαλοσπορίνης. Η χορήγηση πρέπει να γίνεται σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα. Δεν πρέπει να αναμειγνύονται στην ίδια σύριγγα ή φιάλη ενδοφλέβιας έγχυσης.
sick
SPC-MEFOXIL

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Τοπικές αντιδράσεις
  • Θρομβοφλεβίτιδα
  • Πόνος μετά την ενδομυϊκή χορήγηση
  • Σκλήρυνση μετά την ενδομυϊκή χορήγηση
  • Ευαισθησία μετά την ενδομυϊκή χορήγηση
Αλλεργικές αντιδράσεις
  • Εξάνθημα (συμπεριλαμβανομένης της αποφολιδωτικής δερματίτιδας και τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης)
  • Κνίδωση
  • Κνησμός
  • Πυρετός
  • Αναφυλαξία
  • Διάμεση νεφρίτιδα
  • Αγγειοοίδημα
Καρδιαγγειακές
  • Υπόταση
Γαστρεντερικές
  • Διάρροια
  • Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα
  • Ναυτία
  • Έμετος
Αιματολογικές
  • Ηωσινοφιλία
  • Λευκοπενία (συμπεριλαμβανομένης της κοκκιοκυτταροπενίας)
  • Ουδετεροπενία
  • Αναιμία (συμπεριλαμβανομένης της αιμολυτικής αναιμίας)
  • Θρομβοκυτοπενία
  • Καταστολή του μυελού των οστών
  • Θετική αντίδραση Coombs
Μυοσκελετικές
  • Επιδείνωση της βαρείας μυασθένειας
Ηπατική λειτουργία
  • Παροδική αύξηση των τιμών των τρανσαμινασών (SGOT, SGPT)
  • Παροδική αύξηση της LDH στον ορό
  • Παροδική αύξηση της αλκαλικής φωσφατάσης του ορού
  • Ίκτερος
Νεφρική λειτουργία
  • Αυξημένες τιμές της κρεατινίνης του ορού
  • Αυξημένα επίπεδα της ουρίας
  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Θρομβοφλεβίτιδα
    Τοπικές αντιδράσεις
  • Πόνος μετά την ενδομυϊκή χορήγηση
    Τοπικές αντιδράσεις
  • Σκλήρυνση μετά την ενδομυϊκή χορήγηση
    Τοπικές αντιδράσεις
  • Ευαισθησία μετά την ενδομυϊκή χορήγηση
    Τοπικές αντιδράσεις
  • Εξάνθημα (συμπεριλαμβανομένης της αποφολιδωτικής δερματίτιδας και τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης)
    Αλλεργικές αντιδράσεις
  • Κνίδωση
    Αλλεργικές αντιδράσεις
  • Κνησμός
    Αλλεργικές αντιδράσεις
  • Πυρετός
    Αλλεργικές αντιδράσεις
  • Αναφυλαξία
    Αλλεργικές αντιδράσεις
  • Διάμεση νεφρίτιδα
    Αλλεργικές αντιδράσεις
  • Αγγειοοίδημα
    Αλλεργικές αντιδράσεις
  • Υπόταση
    Καρδιαγγειακές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικές
  • Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα
    Γαστρεντερικές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικές
  • Ηωσινοφιλία
    Αιματολογικές
  • Λευκοπενία (συμπεριλαμβανομένης της κοκκιοκυτταροπενίας)
    Αιματολογικές
  • Ουδετεροπενία
    Αιματολογικές
  • Αναιμία (συμπεριλαμβανομένης της αιμολυτικής αναιμίας)
    Αιματολογικές
  • Θρομβοκυτοπενία
    Αιματολογικές
  • Καταστολή του μυελού των οστών
    Αιματολογικές
  • Θετική αντίδραση Coombs
    Αιματολογικές
  • Επιδείνωση της βαρείας μυασθένειας
    Μυοσκελετικές
  • Παροδική αύξηση των τιμών των τρανσαμινασών (SGOT, SGPT)
    Ηπατική λειτουργία
  • Παροδική αύξηση της LDH στον ορό
    Ηπατική λειτουργία
  • Παροδική αύξηση της αλκαλικής φωσφατάσης του ορού
    Ηπατική λειτουργία
  • Ίκτερος
    Ηπατική λειτουργία
  • Αυξημένες τιμές της κρεατινίνης του ορού
    Νεφρική λειτουργία
  • Αυξημένα επίπεδα της ουρίας
    Νεφρική λειτουργία
  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
    Νεφρική λειτουργία
pregnant_woman
SPC-MEFOXIL

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Κύηση
    Με προσοχή
    Δεν υπάρχουν ελεγχόμενες μελέτες με το MEFOXIL σε έγκυες γυναίκες. Η χρήση του φαρμάκου σε γυναίκες που υπάρχει πιθανότητα να είναι έγκυες, απαιτεί να σταθμίζονται τα αναμενόμενα οφέλη από τη χρήση του φαρμάκου έναντι των πιθανών κινδύνων.
  • Γαλουχία
    Με προσοχή
    Το MEFOXIL απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Εάν ενδείκνυται η χρήση του πρέπει να δίδεται με μεγάλη προφύλαξη. Υπάρχει κίνδυνος αλλαγής της φυσιολογικής χλωρίδας των βλεννογόνων του βρέφους με συνακόλουθη εμφάνιση μυκητιάσεων και διάρροιας.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Η βακτηριοκτόνος δράση του cefoxitin οφείλεται στην αναστολή της σύνθεσης του κυτταρικού τοιχώματος.
monitor_heart
SPC-MEFOXIL

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Κωδικός ATC: J01 DA 05 Η cefoxitin ανήκει στην ομάδα των κεφαλοσπορινών δεύτερης γενεάς αλλά παρουσιάζει μεγαλύτερη δραστικότητα κατά των αναεροβίων βακτηρίων περιλαμβανομένου του Bacteroides fragilis. Η cefoxitin είναι ένα β-λακταμικό αντιβιοτικό…
biotech
SPC-MEFOXIL

Φαρμακοκινητική

expand_more
Ενδομυϊκή χορήγηση 1g cefoxitin σε 0,5% διάλυμα υδροχλωρικής λιδοκαΐνης επέφερε μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα 30mcg/ml σε 20 λεπτά. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 1g cefoxitin οι συγκεντρώσεις στον ορό ήταν 110mcg/ml μετά από 5 min και μειώθηκαν σε λιγότερο…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Ελάχιστος (περίπου το 85% της κεφοξιτίνης απεκκρίνεται αμετάβλητο από τους νεφρούς εντός 6 ωρών).
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Νεφρά

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-MEFOXIL
expand_more

Το MEFOXIL μπορεί να χορηγηθεί βραδέως ενδοφλεβίως ή βαθέως ενδομυϊκώς, (βλέπε οδηγίες για την ανασύσταση για κάθε οδό χορήγησης παρακάτω). Η δοσολογία και η οδός χορήγησης πρέπει να προσδιορίζονται από τη βαρύτητα της λοίμωξης, την ευαισθησία των παθογόνων μικροοργανισμών και την κατάσταση του ασθενούς. Η θεραπεία μπορεί να αρχίσει ενώ αναμένονται τα αποτελέσματα των δοκιμασιών ευαισθησίας.

Θεραπευτική δοσολογία

Ενήλικες Η συνήθης δοσολογία των ενηλίκων είναι 1g ή 2g κάθε 8 ώρες (βλέπε πίνακα)

Βαρύτητα λοίμωξης Δόση / Συχνότητα Ολική ημερήσια δοσολογία
Χωρίς επιπλοκές 1g Kάθε 8 ώρες (μερικές φορές κάθε 6 ώρες) 3g (4g)
Μέτρια ή σοβαρή 2g Kάθε 8 ώρες (μερικές φορές κάθε 6 ώρες) 6g (8g)
Λοιμώξεις που γενικά χρειάζονται υψηλές δόσεις αντιβιοτικών 3g (2g) Κάθε 6 ώρες (Κάθε 4 ώρες) 12g

Σε ενήλικες με νεφρική ανεπάρκεια μπορεί να δοθεί αρχική δόση εφόδου 1g έως 2g. Mετά τη δόση εφόδου μπορούν να χορηγηθούν οι συνιστώμενες στον πίνακα δόσεις για θεραπεία συντήρησης.

Η δόση εφόδου 1-2g σε ασθενείς που βρίσκονται σε αιμοδιάλυση πρέπει να δίνεται μετά από κάθε αιμοδιάλυση, η δε δόση συντήρησης πρέπει να δίνεται σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα.

Δόση συντήρησης σε ενήλικες με ελαττωμένη νεφρική λειτουργία

Νεφρική λειτουργία Κάθαρση κρεατινίνης (ml/min) Δόση Συχνότητα
Ελαφρά ανεπάρκεια 50-30 1-2g Κάθε 8-12 ώρες
Μέτρια ανεπάρκεια 29-10 1-2g Κάθε 12-24 ώρες
Βαριά ανεπάρκεια 9-5 0,5-1g Κάθε 12-24 ώρες
Ολική ανεπάρκεια <5 0,5-1g Κάθε 24-48 ώρες

Μη επιπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος

Σε μη επιπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος που οφείλονται σε ευαίσθητους μικροοργανισμούς, χορήγηση 1g ενδομυϊκώς δύο φορές την ημέρα έδειξε ότι είναι αποτελεσματική.

Μη επιπλεγμένη γονόρροια

Η συνιστώμενη δοσολογία για μια εφάπαξ θεραπευτική δόση στη μη επιπλεγμένη γονόρροια περιλαμβανομένης και αυτής που προκαλείται από στελέχη που παράγουν πενικιλλινάση, είναι 2g MEFOXIL ενδομυϊκώς χορηγούμενο με 1g προβενεσίδη από το στόμα (ταυτόχρονα ή μέχρι μία ώρα πριν).

Παιδιατρικό δοσολογικό σχήμα (μόνο ενδοφλέβια χορήγηση)

Παιδιά ηλικίας 3 μηνών και άνω: 80-160mg/kg/24ωρο διηρημένα σε 4 έως 6 ίσες δόσεις. Η ανώτερη δόση να χορηγείται σε σοβαρές λοιμώξεις, πάντως δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 12g ημερησίως. Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να τεκμηριώσουν τη χορήγηση του φαρμάκου σε παιδιά κάτω των 3 μηνών. Το MEFOXIL δεν συνιστάται για τη θεραπεία της μηνιγγίτιδας. Επί υποψίας μηνιγγίτιδας θα πρέπει να χορηγηθεί ένα κατάλληλο αντιβιοτικό. Σε παιδιά με νεφρική ανεπάρκεια, η συχνότητα των χορηγούμενων δόσεων πρέπει να ελαττώνεται όπως γίνεται και για τους ενήλικες.

Δοσολογία για προφύλαξη

Οι παρακάτω δόσεις συνιστώνται για προφυλακτική χρήση στη χειρουργική:

Γενική χειρουργική

  • Ενήλικες 2g χορηγούμενα ενδομυϊκώς ή ενδοφλεβίως μισή έως μια ώρα πριν την αρχική τομή και στη συνέχεια 2g κάθε 6 ώρες. Η προφυλακτική θεραπεία δεν ξεπερνά τις 24 ώρες.
  • Παιδιά (ηλικίας 3 μηνών και άνω) Δόσεις 30-40mg/kg χορηγούμενες ενδοφλεβίως, μπορούν να δοθούν στα ίδια διαστήματα όπως καθορίζεται παραπάνω. Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία έτσι ώστε να συστήνεται η χορήγηση της ενδομυϊκής μορφής σε παιδιά ηλικίας κάτω των 3 μηνών.

Μαιευτική-Γυναικολογία Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε καισαρική τομή θα πρέπει να χορηγείται μια δόση 2g ενδοφλεβίως μόλις απολινωθεί ο ομφάλιος λώρος. Για προφυλακτική χορήγηση σε γυναικολογικές χειρουργικές επεμβάσεις μια εφάπαξ δόση 2g χορηγούμενη ενδοφλεβίως ή ενδομυϊκώς μισή ώρα έως μια ώρα πριν από τη χειρουργική επέμβαση, έχει αποδειχθεί αποτελεσματική. Για παρατεταμένες ή σηπτικές επεμβάσεις μπορεί να δοθούν επιπλέον δόσεις 2g κάθε 6 ώρες. Συνήθως, η προφυλακτική θεραπεία δεν παρατείνεται πέρα από 24 ώρες.

ΤΡΟΠΟΣ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ -ΑΝΑΣΥΣΤΑΣΗ ΔΙΑΛΥΜΑΤΩΝ

  • Α) Ενδοφλέβια χορήγηση Το MEFOXIL ανασυστήνεται με αποστειρωμένο ενέσιμο νερό: 1g διαλύεται σε 2ml νερού. Παρόλο που το MEFOXIL είναι πολύ διαλυτό, για την ενδοφλέβια χρήση συνιστάται η προσθήκη 10ml αποστειρωμένου ενέσιμου νερού στo φιαλίδιo του 1g ή στο φιαλίδιο των 2g. Για να γίνει η διάλυση ανακινήστε το φιαλίδιο και ύστερα αναρροφήστε όλο το περιεχόμενο του φιαλιδίου με μια σύριγγα. Σε άμεση ενδοφλέβια ένεση το MEFOXIL μπορεί να ενεθεί αργά μέσα στη φλέβα σε χρονικό διάστημα 3 έως 5 λεπτών ή μπορεί να δοθεί μέσω του σωλήνα έγχυσης όταν ο ασθενής λαμβάνει παρεντερικά διαλύματα. Διαλείπουσα ενδοφλέβια έγχυση του MEFOXIL μπορεί να γίνεται όταν πρέπει να δοθούν μεγάλες ποσότητες υγρών. Όμως κατά τη διάρκεια της έγχυσης του διαλύματος που περιέχει το MEFOXIL, μπορεί να είναι σκόπιμο να διακόπτεται πρόσκαιρα η χορήγηση οποιουδήποτε άλλου εγχεόμενου διαλύματος στο ίδιο σημείο ενέσεως (χρησιμοποιώντας ένα κατάλληλο σύστημα για ενδοφλέβια έγχυση). Το διάλυμα του MEFOXIL μπορεί επίσης να δοθεί με συνεχή ενδοφλέβια έγχυση (βλέπε λήμμα 6.2 «Συμβατότητα και σταθερότητα»).

  • Β) Ενδομυϊκή χορήγηση μόνο Το ΜΕFOXIL 1g ανασυστήνεται με 2ml αποστειρωμένου ενέσιμου ύδατος ή με διάλυμα 0,5% ή 1% υδροχλωρικής λιδοκαΐνης (χωρίς επινεφρίνη). Στο δοσολογικό σχήμα 0,5g μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο μισός όγκος του διαλύτη που προτείνεται για την ανασύσταση 1g cefoxitin. Η ένεση του MEFOXIL γίνεται βαθιά σε μία μεγάλη μυϊκή μάζα. Να αποφεύγετε την ένεση σε αιμοφόρα αγγεία. Σημείωση: Μερικοί ασθενείς μπορεί να παρουσιάζουν υπερευαισθησία στη λιδοκαΐνη.

block

Αντενδείξεις

SPC-MEFOXIL
expand_more
Το MEFOXIL αντενδείκνυται σε άτομα που εμφανίζουν υπερευαισθησία στη cefoxitin. Το MEFOXIL δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς που έχουν δείξει υπερευαισθησία στις κεφαλοσπορίνες.
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-MEFOXIL
expand_more
Υπάρχουν κλινικές ενδείξεις διασταυρούμενης αλλεργίας μεταξύ των κεφαμυκινών και των άλλων β-λακταμικών αντιβιοτικών, των πενικιλλινών και των κεφαλοσπορινών. Γενικά Σοβαρές αντιδράσεις (συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας) έχουν ανακοινωθεί με τα περισσότερα β-λακταμικά αντιβιοτικά. Πριν αρχίσει η θεραπεία με το MEFOXIL πρέπει να αναζητείται προσεκτικά από το ιστορικό του ασθενούς αν στο παρελθόν είχαν παρατηρηθεί αντιδράσεις υπερευαισθησίας με β-λακταμικά αντιβιοτικά. Σε ασθενείς αλλεργικούς στην πενικιλλίνη, το MEFOXIL πρέπει να χορηγείται με μεγάλη προσοχή. Η χορήγηση αντιβιοτικών σε ασθενείς που έχουν δείξει κάποια αλλεργία ιδίως στα φάρμακα, πρέπει να γίνεται με προσοχή. Εάν παρατηρηθούν αλλεργικά φαινόμενα με το MEFOXIL θα πρέπει να διακόπτεται η χορήγησή του. Ανάπτυξη ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας έχει παρατηρηθεί με τη χορήγηση σχεδόν όλων των αντιβιοτικών. Η κολίτιδα μπορεί να κυμαίνεται σε βαρύτητα από ήπια έως απειλητική για τη ζωή. Γι’ αυτό, τα αντιβιοτικά πρέπει να συνταγογραφούνται με προσοχή σε άτομα με ιστορικό εντερικής νόσου, ιδιαίτερα κολίτιδας. Είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη η ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα στη διαφορική διάγνωση, σε ασθενείς που εμφανίζουν διάρροια, με τη λήψη του αντιβιοτικού. Ενώ οι μελέτες δείχνουν ότι η τοξίνη που παράγεται από το Clostridium difficile είναι η κύρια αιτία για κολίτιδα που οφείλεται στη χρήση αντιβιοτικών, άλλες αιτίες θα πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη. Η ολική ημερήσια δοσολογία του MEFOXIL πρέπει να ελαττώνεται σε ασθενείς που εμφανίζουν παροδική ή επίμονη ελάττωση των ούρων οφειλόμενη σε νεφρική ανεπάρκεια (βλέπε λήμμα 4.2 ΔΟΣΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΣ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ) επειδή με τις συνήθεις δόσεις του αντιβιοτικού μπορεί να εμφανισθούν υψηλές και παρατεταμένες συγκεντρώσεις στον ορό. Tα αντιβιοτικά, κυρίως οι κεφαλοσπορίνες πρέπει να χορηγούνται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό εντερικών παθήσεων, κυρίως κολίτιδας. Όπως και με άλλα αντιβιοτικά η μακροχρόνια χορήγηση cefoxitin μπορεί να οδηγήσει σε ανάπτυξη ανθεκτικών μικροοργανισμών. Απαιτείται συχνή αξιολόγηση της κατάστασης του ασθενούς. Εάν προκληθεί επιμόλυνση κατά τη διάρκεια της θεραπείας πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα. Το διάλυμα δεν πρέπει να χρησιμοποιείται αν δεν είναι διαυγές. Προειδοποιήσεις για παιδιά Σε παιδιά ηλικίας 3 μηνών και άνω η χορήγηση υψηλότερων δόσεων MEFOXIL έχει συσχετισθεί με αυξημένη πιθανότητα πρόκλησης ηωσινοφιλίας και αύξησης SGOT. Παρόλο που δεν έχει αποδειχθεί για παιδιά μεγαλύτερα των 3 μηνών, στα οποία ενδείκνυται η χρήση του MEFOXIL, τα μικρότερα παιδιά αυτής της ηλικιακής ομάδας, μπορεί επίσης να διατρέχουν κίνδυνο οφειλόμενο στη χρήση βενζυλικής αλκοόλης, ως συντηρητικό στο ενέσιμο βακτηριοστατικό νερό και στο ενέσιμο βακτηριοστατικό διάλυμα χλωριούχου νατρίου. Γι’ αυτό, κάθε διαλύτης που χρησιμοποιείται για τη χορήγηση του MEFOXIL, για τη θεραπεία των παιδιατρικών ασθενών αυτής της ηλικιακής ομάδας, δεν πρέπει να περιέχει συντηρητικά όπως βενζυλική αλκοόλη. Παρέμβαση στις εργαστηριακές εξετάσεις Ψευδώς θετική αντίδραση γλυκόζης στα ούρα είναι δυνατόν να παρατηρηθεί όταν χρησιμοποιούνται αναγωγικές ουσίες, αλλά όχι με τη χρήση των ειδικών μεθόδων της γλυκοζο-οξειδάσης. Χρησιμοποιώντας την τεχνική του Jaffe μπορεί να εμφανισθούν υψηλές και παρατεταμένες συγκεντρώσεις στον ορό αν οι συγκεντρώσεις της cefoxitin στον ορό ξεπερνούν τα 100mcg/ml. Δείγματα ορού από ασθενείς σε θεραπεία με MEFOXIL δεν πρέπει να εξετάζονται για κρεατινίνη αν έχουν ληφθεί μέσα σε δύο ώρες από τη χορήγηση του φαρμάκου. Υψηλές συγκεντρώσεις cefoxitin στα ούρα μπορεί να παρεμβαίνουν στις μετρήσεις των 17-υδροξυ-κορτικοστεροειδών στα ούρα με την αντίδραση Porter-Silber και να επιφέρουν μετρίου βαθμού ψευδή αύξηση στα επίπεδα.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-MEFOXIL
expand_more

Προβενεσίδη, τετρακυκλίνες ή χλωραμφενικόλη προκαλούν αύξηση των επιπέδων του φαρμάκου στο αίμα και παράταση του χρόνου ημιζωής. Δεν ενδείκνυται σύγχρονη χορήγηση τετρακυκλινών ή χλωραμφενικόλης, εάν υπάρχει απόλυτος ένδειξη χορήγησης πρέπει να δίδονται σε διαφορετικές ώρες και από διαφορετική οδό.

Νεφροτοξικότητα μπορεί σπανίως να εμφανισθεί επί αυξημένης δόσης κεφαλοσπορίνης και αμινογλυκοσίδης. Η χορήγηση αμινογλυκοσιδών και κεφαλοσπορινών πρέπει να γίνεται σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα. Δεν πρέπει να αναμειγνύονται στην ίδια σύριγγα ή φιάλη ενδοφλέβιας έγχυσης.

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-MEFOXIL
expand_more

Το MEFOXIL είναι γενικά καλά ανεκτό. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες σπάνια απαιτούν διακοπή της θεραπείας και συνήθως είναι ήπιες και παροδικές. Οι πιο κοινές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι τοπικές αντιδράσεις μετά από ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή ένεση.

Τοπικές αντιδράσεις

Θρομβοφλεβίτιδα έχει εμφανιστεί με την ενδοφλέβια χορήγηση. Έχουν ανακοινωθεί πόνος, σκλήρυνση και ευαισθησία μετά την ενδομυϊκή χορήγηση.

Αλλεργικές αντιδράσεις

Εξάνθημα (συμπεριλαμβανομένης της αποφολιδωτικής δερματίτιδας και τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης), κνίδωση, κνησμός, πυρετός και άλλες αλλεργικές αντιδράσεις (συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας, διάμεσης νεφρίτιδας και αγγειοοιδήματος) έχουν παρατηρηθεί.

Καρδιαγγειακές

Υπόταση

Γαστρεντερικές

Διάρροια, περιλαμβανομένης της ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας μπορεί να εμφανισθεί κατά τη διάρκεια ή μετά την αντιμικροβιακή θεραπεία. Σπάνια έχουν αναφερθεί ναυτία και έμετος.

Αιματολογικές

Ηωσινοφιλία, λευκοπενία, συμπεριλαμβανομένης της κοκκιοκυτταροπενίας, ουδετεροπενία, αναιμία (συμπεριλαμβανομένης της αιμολυτικής αναιμίας), θρομβοκυτοπενία και καταστολή του μυελού των οστών έχουν ανακοινωθεί. Μερικά άτομα, ιδίως εκείνα με αζωθαιμία μπορεί να αναπτύξουν θετική αντίδραση Coombs κατά τη διάρκεια της θεραπείας με MEFOXIL.

Μυοσκελετικές

Επιδείνωση της βαρείας μυασθένειας (απλή περίπτωση).

Ηπατική λειτουργία

Παροδική αύξηση των τιμών των τρανσαμινασών (SGOT, SGPT), της LDH στον ορό, της αλκαλικής φωσφατάσης του ορού και ίκτερος έχουν ανακοινωθεί.

Νεφρική λειτουργία

Έχουν παρατηρηθεί αυξημένες τιμές της κρεατινίνης του ορού και/ή των επιπέδων της ουρίας. Όπως και με τις άλλες κεφαλοσπορίνες έχουν περιγραφεί περιπτώσεις οξείας νεφρικής ανεπάρκειας. Είναι δύσκολο να εκτιμηθεί η επίδραση του MEFOXIL στις δοκιμασίες ελέγχου της νεφρικής λειτουργίας, επειδή συχνά συνυπάρχουν παράγοντες που προδιαθέτουν σε εξωνεφρική αζωθαιμία ή σε διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-MEFOXIL
expand_more

Χρήση κατά την κύηση Δεν υπάρχουν ελεγχόμενες μελέτες με το MEFOXIL σε έγκυες γυναίκες. Η χρήση του φαρμάκου σε γυναίκες που υπάρχει πιθανότητα να είναι έγκυες, απαιτεί να σταθμίζονται τα αναμενόμενα οφέλη από τη χρήση του φαρμάκου έναντι των πιθανών κινδύνων.

Χρήση κατά τη διάρκεια της γαλουχίας Το MEFOXIL απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Εάν ενδείκνυται η χρήση του πρέπει να δίδεται με μεγάλη προφύλαξη. Υπάρχει κίνδυνος αλλαγής της φυσιολογικής χλωρίδας των βλεννογόνων του βρέφους με συνακόλουθη εμφάνιση μυκητιάσεων και διάρροιας.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-MEFOXIL
expand_more

Κωδικός ATC: J01 DA 05 Η cefoxitin ανήκει στην ομάδα των κεφαλοσπορινών δεύτερης γενεάς αλλά παρουσιάζει μεγαλύτερη δραστικότητα κατά των αναεροβίων βακτηρίων περιλαμβανομένου του Bacteroides fragilis. Η cefoxitin είναι ένα β-λακταμικό αντιβιοτικό προερχόμενο από τη χημική τροποποίηση της cephamycin C (μίας φυσικά εμφανιζόμενης αντιμικροβιακής ουσίας που παράγεται από το Streptomyces lactamdurans, ένα νηματοειδές βακτηρίδιο). Είναι ένα ευρέος φάσματος μικροβιοκτόνο ημισυνθετικό αντιβιοτικό για παρεντερική χορήγηση. Οι κεφαμυκίνες, σαν ομάδα β-λακταμικών αντιβιοτικών χαρακτηρίζονται από ένα 7- αλφα-μεθοξυ-β-λακταμικό δακτύλιο. Η ομάδα «μεθοξυ» προσδίδει στο αντιβιοτικό την ιδιότητα να ανθίσταται στη διάσπαση από τις μικροβιακές β-λακταμάσες (πενικιλλινάσες και κεφαλοσπορινάσες). Πλευρικές αλυσίδες που έχουν προσκολληθεί με χημική τροποποίηση του βασικού πυρήνα της κεφαμυκίνης καθορίζουν ορισμένες από τις ειδικές αντιμικροβιακές ενέργειες και άλλες ιδιότητες.

Μικροβιολογία

Η cefoxitin είναι αποτελεσματική in vitro κατά ενός ευρέος φάσματος Gram θετικών και Gram αρνητικών μικροοργανισμών. Η μεθοξυ-ομάδα στη θέση 7α δίνει στη cefoxitin μεγάλο βαθμό σταθερότητας παρουσία β-λακταμασών, τόσο πενικιλλινασών όσο και κεφαλοσπορινασών από Gram αρνητικά μικρόβια.

Η cefoxitin είναι συνήθως αποτελεσματική κατά των εξής οργανισμών in vitro.

Αερόβια βακτήρια

  • Gram-θετικοί κόκκοι συμπεριλαμβανομένων: Σταφυλόκοκκοι (περιλαμβάνονται κοαγκουλάση-θετικοί, κοαγκουλάση-αρνητικοί και στελέχη που παράγουν πενικιλλινάση), ομάδα Α βήτα-αιμολυτικοί στρεπτόκοκκοι (Streptococcus pyogenes), oμάδα Β βήτα-αιμολυτικοί στρεπτόκοκκοι (Streptococcus agalactiae), Streptococcus pneumoniae (Diplococcus pneumoniae), άλλοι στρεπτόκοκκοι (εκτός των στρεπτόκοκκων της ομάδας D, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι εντερόκοκκοι, τα περισσότερα στελέχη των οποίων είναι ανθεκτικά π.χ. Streptococcus faecalis).
  • Gram-αρνητικοί κόκκοι συμπεριλαμβανομένων: Neisseria gonorrhoeae (περιλαμβανομένων των στελεχών που παράγουν πενικιλλινάση), Neisseria meningitidis.
  • Gram-αρνητικά βακτηρίδια (μη υποχρεωτικώς αναερόβια) συμπεριλαμβανομένων: Escherichia coli, Klebsiella pneumoniae, είδη Klebsiella, Proteus mirabilis, Proteus (ινδόλη-θετικός: Proteus vulgaris, Proteus rettgeri, Proteus morganii), Haemophilus influenzae, Serratia marcescens, είδη Providencia, είδη Salmonella και είδη Shigella.

Αναερόβια βακτήρια

  • Gram-θετικοί κόκκοι συμπεριλαμβανομένων: Είδη πεπτόκoκκου, είδη πεπτοστρεπτόκοκκου, Μικροαερόφιλου στρεπτόκοκκου.
  • Gram-θετικά βακτηρίδια συμπεριλαμβανομένων: Clostridium perfringens, είδη Clostridium, είδη Eubacterium, Propionibacterium acnes.
  • Gram-αρνητικοί κόκκοι συμπεριλαμβανομένων: Είδη Veillonella.
  • Gram-αρνητικά βακτηρίδια συμπεριλαμβανομένων: Βacteroides fragilis, Bacteroides melaninogenicus, είδη Bacteroides (συμπεριλαμβανομένων και των ευαίσθητων και των ανθεκτικών στην πενικιλλίνη στελεχών), είδη Fusobacterium.

Η cefoxitin είναι δραστική έναντι μερικών στελεχών των παρακάτω βακτηρίων: Acinetobacter calcoaceticus var.anitratum (Harelles vaginicola), Acinetobacter calcoaceticus var.Ιwofi (Mima polymorpha), Alcallegenes faecalis, είδη Citrobacter, είδη Flavobacterium, είδη Enterobacter. Η cefoxitin δεν είναι δραστική έναντι των ειδών Pseudomonas, των περισσοτέρων στελεχών Εnterococci, πολλών στελεχών Enterobacter cloacae, των ανθεκτικών στη μεθικιλλίνη Staphylococci και Listeria monocytogenes.

Test Ευαισθησίας

  • α) Αερόβια Συνιστάται η χρήση της τεχνικής των δίσκων ευαισθησίας Κirby-Bauer ή WHO χρησιμοποιώντας δίσκους 30mcg και διαμέτρου 6mm. Μέγεθος ζώνης διαμέτρου 18mm ή περισσότερο δείχνει ευαισθησία. Μέγεθος ζώνης διαμέτρου 15 έως 17mm δείχνει μέτρια ευαισθησία. Μέγεθος ζώνης διαμέτρου 14mm ή λιγότερο δείχνει αντίσταση.
  • β) Αναερόβια Για τον προσδιορισμό ευαισθησίας των υποχρεωτικώς αναεροβίων, θα πρέπει να προτιμούνται σαν πιο κατάλληλες οι μέθοδοι αραιώσεως σε δοκιμαστικό σωλήνα ή agar. Οι μικροοργανισμοί μπορεί να θεωρηθούν ευαίσθητοι στη cefoxitin όταν η ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση είναι 16mcg/ml ή λιγότερο. Οι μικροοργανισμοί μπορεί να θεωρηθούν ανθεκτικοί στη cefoxitin, όταν η ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση, MIC, είναι μεγαλύτερη από 32mcg/ml.
biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-MEFOXIL
expand_more

Ενδομυϊκή χορήγηση 1g cefoxitin σε 0,5% διάλυμα υδροχλωρικής λιδοκαΐνης επέφερε μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα 30mcg/ml σε 20 λεπτά. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 1g cefoxitin οι συγκεντρώσεις στον ορό ήταν 110mcg/ml μετά από 5 min και μειώθηκαν σε λιγότερο από 1mcg/ml σε 4 ώρες. Ο χρόνος ημιζωής μετά από ενδοφλέβια χορήγηση είναι 41-59 λεπτά. Η προβενεσίδη ελαττώνει την αποβολή και προκαλεί υψηλότερα επίπεδα στον ορό ενώ αυξάνει τη διάρκεια της συγκέντρωσης του φαρμάκου που μετράται στον ορό. Η cefoxitin περνά στο πλευρικό υγρό και στο υγρό των αρθρώσεων και ανιχνεύεται σε αντιβακτηριακές συγκεντρώσεις στη χολή.

Απέκκριση

To 85% περίπου της ενδομυϊκής δόσης αποβάλλεται από τα νεφρά μέσα στις πρώτες έξι ώρες. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα υψηλά επίπεδα στα ούρα (π.χ. > 3.000mcg/ml μεταξύ μιας έως δύο ωρών μετά από μια δόση 1g).

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

41 έως 59 λεπτά
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά
DrugBank
science

Scientific Profile

CID
441199
Μοριακός τύπος
C16H17N3O7S2
Μοριακό βάρος
427.5
IUPAC
(6R,7S)-3-(carbamoyloxymethyl)-7-methoxy-8-oxo-7-[(2-thiophen-2-ylacetyl)amino]-5-thia-1-azabicyclo[4.2.0]oct-2-ene-2-carboxylic acid
InChIKey
WZOZEZRFJCJXNZ-ZBFHGGJFSA-N
Κατάταξη MeSH

MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση

Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.