DIPYRIDAMOLE
Διπυριδαμόλη
Τα φάρμακα της κατηγορίας αυτής αναστέλλουν τη συνάθροιση (συγκόλληση) των αιμοπεταλίων και, έτσι, το σχηματισμό του λευκού θρόμβου, που αποτελεί την πρώτη φάση στη διαδικασία της πήξης, ιδίως στο αρτηριακό σκέλος της κυκλοφορίας όπου τα αντιπηκτικά έχουν πολύ μικρή επίδραση. …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-PERSANTIN
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Δόση έναρξης: 300 mg/ημέρα
-
ΕνήλικεςΔόση300-450 mg/ημέρα σε διηρημένες δόσειςΜέγ. δόση600mgΑν δεν υπάρξει διαφορετική οδηγία από τον ιατρό
-
ΠαιδιάΤο Persantin δεν συνιστάται για παιδιά.
block
SPC-PERSANTIN
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Σπάνιες κληρονομικές καταστάσεις που μπορεί να μην είναι συμβατές με κάποιο από τα έκδοχα του προϊόντος.
warning
SPC-PERSANTIN
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Χορήγηση σε ασθενείς με βαριά στεφανιαία νόσοΠληθυσμόςασθενείς με βαριά στεφανιαία νόσο, περιλαμβανομένης της ασταθούς στηθάγχης και/ή του πρόσφατου εμφράγματος του μυοκαρδίου, της απόφραξης του χώρου εξόδου της αριστερής κοιλίας ή της αιμοδυναμικής αστάθειας (π.χ. μη-αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια)χορηγείται με προσοχή
-
Δοκιμασία φαρμακολογικά προκαλούμενης κόπωσηςΠληθυσμόςασθενείς υπό θεραπεία με από του στόματος χορηγούμενη διπυριδαμόληθα πρέπει να διακόπτουν τα από του στόματος φάρμακα που περιέχουν διπυριδαμόλη για 24 ώρες πριν από τη δοκιμασία κόπωσης.
-
Τροποποίηση αγωγής σε ασθενείς με βαριά μυασθένειαΠληθυσμόςασθενείς με βαριά μυασθένειαίσως απαιτηθεί τροποποίηση της αγωγής ύστερα από αλλαγές στη δοσολογία της διπυριδαμόλης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Χορήγηση σε ασθενείς με διαταραχές της πηκτικότηταςΠληθυσμόςασθενείς με διαταραχές της πηκτικότηταςχορηγείται με προσοχή
-
Συσχέτιση διπυριδαμόλης και χολολίθωνΠληθυσμόςΗλικιωμένοι με ενδείξεις ανιούσας χολαγγειΐτιδας που ελάμβαναν από του στόματος διπυριδαμόλη επί σειρά ετώνΔεν υπάρχει κάποια απόδειξη ότι η διπυριδαμόλη ήταν ο αιτιολογικός παράγων για τη δημιουργία χολολίθων.
-
Περιεκτικότητα σε σουκρόζηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνιες κληρονομικές καταστάσεις δυσανεξίας στη φρουκτόζηδε θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
-
Περιεκτικότητα σε sunset yellow (E110)ΠληθυσμόςΑσθενείς που είναι ευαίσθητοι στο sunset yellowμπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.
swap_horiz
SPC-PERSANTIN
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΑυξάνει τα επίπεδα πλάσματος και τις καρδιαγγειακές επιδράσεις.ΣύστασηΕξέταση ρύθμισης της δοσολογίας της αδενοσίνης.
-
αντιπηκτικά και αντιαιμοπεταλιακάπαρακολούθησηΕπηρεάζουν την πήξη.ΣύστασηΠαρακολούθηση του προφίλ ασφαλείας.
-
παρακολούθησηΑθροιστικές επιδράσεις στην συμπεριφορά των αιμοπεταλίων.ΣύστασηΔεν αυξάνει τη συχνότητα των αιμορραγικών επεισοδίων.
-
παρακολούθησηΔεν παρατηρήθηκε αυξημένη συχνότητα ή βαρύτητα των αιμορραγιών.
-
αντιόξιναπροσοχήΜπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα του Persantin.
-
από του στόματος αντιπηκτικάπροσοχήΜπορεί να ενισχύσει τις επιδράσεις.
-
φάρμακα που ελαττώνουν την αρτηριακή πίεσηπροσοχήΜπορεί να ενισχύσει την υποτασική δράση.
-
αναστολείς της χολινεστεράσηςπροσοχήΜπορεί να ανταγωνιστεί την αντιχολινεστερασική δράση και να προκαλέσει έξαρση των συμπτωμάτων της βαριάς μυασθένειας.
sick
SPC-PERSANTIN
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Θρομβοπενία
- Υπερευαισθησία
- Αγγειοοίδημα
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Στηθάγχη
- Ταχυκαρδία
- Υπόταση
- Έξαψη
- Βρογχόσπασμος
- Διάρροια
- Ναυτία
- Έμετος
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Μυαλγία
- Αιμορραγία μετά από επέμβαση
- Αιμορραγία κατά την επέμβαση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Μη γνωστέςΘρομβοπενίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
Μη γνωστέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό σύστημα
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΑνοσοποιητικό σύστημα
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό σύστημα
-
Πολύ συχνέςΖάληΝευρικό σύστημα
-
ΣυχνέςΣτηθάγχηΚαρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΤαχυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΥπότασηΑγγειακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΈξαψηΑγγειακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό σύστημα, θώρακας και μεσοθωράκιο
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Μη γνωστέςΚνίδωσηΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό σύστημα και συνδετικός ιστός
-
Μη γνωστέςΑιμορραγία μετά από επέμβασηΚακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
-
Μη γνωστέςΑιμορραγία κατά την επέμβασηΚακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
pregnant_woman
SPC-PERSANTIN
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΤα φάρμακα δε θα πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ιδιαίτερα κατά το πρώτο τρίμηνο εκτός και αν το αναμενόμενο όφελος υπερβαίνει τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.
-
ΓαλουχίαΜε προσοχήΗ διπυριδαμόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε επίπεδα που προσεγγίζουν το 6% της συγκέντρωσης του πλάσματος. Η διπυριδαμόλη θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού μόνο εφόσον ο ιατρός το κρίνει απαραίτητο.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σχετικά με την επίδραση στην ανθρώπινη γονιμότητα. Μη κλινικές μελέτες με τη διπυριδαμόλη δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες βλαβερές επιδράσεις στον δείκτη γονιμότητας (αναφερθείτε στην παράγραφο 5.3 Προκλινικά στοιχεία για την ασφάλεια).
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-PERSANTIN
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-PERSANTIN
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-PERSANTIN
expand_more
Δοσολογία
Χορήγηση από του στόματος
Συνιστάται δοσολογικό εύρος 300-450 mg/ημέρα σε διηρημένες δόσεις. Η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 600mg.
Χρήση σε παιδιά Το Persantin δεν συνιστάται για παιδιά.
block
Αντενδείξεις
SPC-PERSANTIN
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-PERSANTIN
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-PERSANTIN
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Η διπυριδαμόλη αυξάνει τα επίπεδα πλάσματος και τις καρδιαγγειακές επιδράσεις της αδενοσίνης, γι’ αυτό θα πρέπει να εξετάζεται ρύθμιση της δοσολογίας της αδενοσίνης.
Όταν η διπυριδαμόλη χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με ουσίες που επηρεάζουν την πήξη όπως αντιπηκτικά και αντιαιμοπεταλιακά, το προφίλ ασφαλείας για αυτά τα φάρμακα πρέπει να παρακολουθείται.
Υπάρχουν ενδείξεις ότι οι επιδράσεις του ακετυλοσαλικυλικού οξέος και της διπυριδαμόλης στην συμπεριφορά των αιμοπεταλίων είναι αθροιστικές. Η προσθήκη διπυριδαμόλης στο ακετυλοσαλικυλικό οξύ δεν αυξάνει τη συχνότητα των αιμορραγικών επεισοδίων. Όταν η διπυριδαμόλη συγχορηγήθηκε με βαρφαρίνη, δεν παρατηρήθηκε αυξημένη συχνότητα ή βαρύτητα των αιμορραγιών από ότι όταν η βαρφαρίνη χορηγήθηκε ως μονοθεραπεία.
Η χορήγηση αντιόξινων μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα του Persantin. Είναι πιθανό ότι το Persantin μπορεί να ενισχύσει τις επιδράσεις των από του στόματος αντιπηκτικών.
Η διπυριδαμόλη μπορεί να ενισχύσει την υποτασική δράση των φαρμάκων, που ελαττώνουν την αρτηριακή πίεση και μπορεί να ανταγωνιστεί την αντιχολινεστερασική δράση των αναστολέων της χολινεστεράσης και ως εκ τούτου μπορεί να προκαλέσει έξαρση των συμπτωμάτων της βαριάς μυασθένειας.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-PERSANTIN
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες στα συνήθη θεραπευτικά δοσολογικά σχήματα είναι συνήθως ήπιες και παροδικές.
Συχνότητες Πολύ συχνές ≥ 1/10 Συχνές ≥ 1/100 έως < 1/10 Όχι συχνές ≥ 1/1.000 έως < 1/100 Σπάνιες ≥ 1/10.000 έως < 1/1.000 Πολύ σπάνιες < 1/10.000
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
- Θρομβοπενία (Μη γνωστές)
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
- Υπερευαισθησία (Μη γνωστές)
- Αγγειοοίδημα (Μη γνωστές)
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Κεφαλαλγία (Πολύ συχνές)
- Ζάλη (Πολύ συχνές)
Καρδιακές διαταραχές
- Στηθάγχη (Συχνές)
- Ταχυκαρδία (Μη γνωστές)
Αγγειακές διαταραχές
- Υπόταση (Μη γνωστές)
- Έξαψη (Μη γνωστές)
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
- Βρογχόσπασμος (Μη γνωστές)
Διαταραχές του γαστρεντερικού
- Διάρροια (Πολύ συχνές)
- Ναυτία (Πολύ συχνές)
- Έμετος (Συχνές)
Διαταραχές του δέρματος και του υποδορίου ιστού
- Εξάνθημα (Συχνές)
- Κνίδωση (Μη γνωστές)
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
- Μυαλγία (Συχνές)
Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
- Αιμορραγία μετά από επέμβαση (Μη γνωστές)
- Αιμορραγία κατά την επέμβαση (Μη γνωστές)
Η διπυριδαμόλη έχει δειχθεί ότι ενσωματώνεται σε χολολίθους (βλ. Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς: Ελλάδα Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http:// www. eof. gr Κύπρος Φαρμακευτικές Υπηρεσίες Υπουργείο Υγείας CY-1475 Λευκωσία Φαξ: + 357 22608649 Ιστότοπος: www. moh. gov. cy / phs
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-PERSANTIN
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Εγκυμοσύνη
Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την ασφάλεια του φαρμάκου κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Τα φάρμακα δε θα πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ιδιαίτερα κατά το πρώτο τρίμηνο εκτός και αν το αναμενόμενο όφελος υπερβαίνει τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.
Θηλασμός
Η διπυριδαμόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε επίπεδα που προσεγγίζουν το 6% της συγκέντρωσης του πλάσματος. Η διπυριδαμόλη θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού μόνο εφόσον ο ιατρός το κρίνει απαραίτητο.
Γονιμότητα
Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σχετικά με την επίδραση στην ανθρώπινη γονιμότητα. Μη κλινικές μελέτες με τη διπυριδαμόλη δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες βλαβερές επιδράσεις στον δείκτη γονιμότητας (αναφερθείτε στην παράγραφο 5.3 Προκλινικά στοιχεία για την ασφάλεια).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-PERSANTIN
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιθρομβωτικοί παράγοντες, αναστολείς της συγκόλλησης των αιμοπεταλίων, εξαιρούμενης της ηπαρίνης, κωδικός ATC: B01AC07
Η διπυριδαμόλη αναστέλλει την πρόσληψη αδενοσίνης από τα ερυθροκύτταρα, αιμοπετάλια και ενδοθηλιακά κύτταρα in vitro και in vivo, η αναστολή φθάνει το 80% κατά μέγιστο και εμφανίζεται δοσοεξαρτώμενη σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις (0.5 - 2 μg/ml).
Συνεπώς, υπάρχει αυξημένη συγκέντρωση αδενοσίνης τοπικά, η οποία επιδρά στον υποδοχέα Α των αιμοπεταλίων, και διεγείρει την αδενυλική κυκλάση των αιμοπεταλίων, αυξάνοντας με αυτό τον τρόπο τα επίπεδα του cAMP των αιμοπεταλίων. Έτσι, η αιμοπεταλιακή συσσώρευση ως απάντηση σε διάφορα ερεθίσματα όπως ο PAF, το κολλαγόνο και το ADP αναστέλλεται. Η μειωμένη συσσώρευση αιμοπεταλίων μειώνει την κατανάλωση αιμοπεταλίων προς τα φυσιολογικά επίπεδα.
Επιπροσθέτως, η αδενοσίνη έχει αγγειοδιασταλτική δράση και αυτός είναι ένας από τους μηχανισμούς με τους οποίους η διπυριδαμόλη προκαλεί αγγειοδιαστολή.
Η διπυριδαμόλη αναστέλλει τη φωσφοδιεστεράση (PDE) σε διάφορους ιστούς. Ενώ η αναστολή της φωσφοδιεστεράσης του cAMP (cAMP - PDE) είναι ασθενής, θεραπευτικά επίπεδα αναστέλλουν τη φωσφοδιεστεράση το cGMP (cGMP-PDE) με αποτέλεσμα να συντελούν στην αύξηση του cGMP που παράγεται από τον EDRF (χαλαρωτικός παράγων του ενδοθηλίου, αναγνωρίστηκε ως μονοξείδιο του αζώτου).
Η διπυριδαμόλη επίσης διεγείρει τη βιοσύνθεση και απελευθέρωση προστακυκλίνης από το ενδοθήλιο.
Η διπυριδαμόλη μειώνει τη θρομβογονικότητα του υποενδοθηλίου μέσω αύξησης της συγκέντρωσης του προστατευτικού μεσολαβητή 13-HOED (13 υδροξυοκταδεκαδιενοϊκό οξύ).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-PERSANTIN
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Μετά τη χορήγηση από του στόματος δισκίων διπυριδαμόλης, τα επίπεδα στο πλάσμα αυξάνονται μετά από μία χρονική καθυστέρηση περίπου 10 - 15 λεπτών, που οφείλεται στη διάλυση του δισκίου και στην κένωση του στομάχου. Κατόπιν, η διπυριδαμόλη απορροφάται ταχέως και η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα επιτυγχάνεται μετά από 1 ώρα. Η γεωμετρική μέση (εύρος) των μέγιστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα, στη σταθεροποιημένη κατάσταση, μετά από χορήγηση 75 mg t.d.s., ήταν 1,86 μg/ml (1,23 - 3,27μg/ml) και η ελάχιστη συγκέντρωση ήταν 0,13 μg/ml (0,06 - 0,26 μg/ml). Η αντίστοιχη μέγιστη συγκέντρωση, μετά από χορήγηση 75 mg q.i.d. ή 1,54 μg/ml (0,975 - 2,17 μg/ml) και η ελάχιστη συγκέντρωση ήταν 0,269 μg/ml (0,168 - 0,547 μg/ml). Μετά από χορήγηση 100 mg q.i.d. η αντίστοιχη μέγιστη συγκέντρωση ήταν 2,36 μg/ml (1,13 - 3,81 μg/ml) και η ελάχιστη συγκέντρωση ήταν 0,432 μg/ml (0,186 - 1,38 μg/ml). Η γραμμικότητα της δόσης της διπυριδαμόλης μετά από χορήγηση εφάπαξ δόσης βρέθηκε σε εύρος από 25 έως 150 mg. Τα φαρμακοκινητικά συμπεράσματα καθώς και τα πειραματικά αποτελέσματα σε συνθήκες σταθεροποιημένης κατάστασης υποδεικνύουν ότι ενδείκνυται t.i.d. ή q.i.d. δοσολογικά σχήματα. Η θεραπεία με δισκία διπυριδαμόλης στην σταθεροποιημένη κατάσταση παρέχει βιοδιαθεσιμότητα περίπου 60% και σχετική βιοδιαθεσιμότητα περίπου 95% σε σχέση με τη χορήγηση διαλύματος από το στόμα. Αυτό αφενός οφείλεται στη μεταβολισμό πρώτης διόδου από το ήπαρ, ο οποίος απομακρύνει το 1/3 της δόσης και αφετέρου στην ελλιπή απορρόφηση.
Κατανομή Λόγω της υψηλής λιποφιλίας της, logP=3.92 (n-octanol / 0,1N NaOH), η διπυριδαμόλη κατανέμεται σε πολλά όργανα. Μη κλινικές μελέτες δείχνουν ότι η διπυριδαμόλη κατανέμεται κατά προτίμηση στο ήπαρ και κατόπιν στους πνεύμονες, νεφρούς, σπλήνα και καρδιά. Το φάρμακο δε διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό σε σημαντικό βαθμό και παρουσιάζει πολύ χαμηλή μεταφορά μέσω του πλακούντα. Μη κλινικά δεδομένα έχουν επίσης δείξει ότι η διπυριδαμόλη μπορεί να εκκριθεί στο μητρικό γάλα. Η πρωτεϊνική δέσμευση της διπυριδαμόλης είναι περίπου 97 - 99%, δεσμεύεται κυρίως στην άλφα 1-γλυκοπρωτεΐνη και την αλβουμίνη.
Βιομετασχηματισμός Ο μεταβολισμός της διπυριδαμόλης γίνεται από το ήπαρ. Η διπυριδαμόλη μεταβολίζεται δια συζεύξεως με το γλυκουρονικό οξύ για να σχηματίσει κυρίως ένα μονογλυκουρονίδιο και μόνο μικρές ποσότητες γλυκουρονιδίου. Στο πλάσμα, μετά από χορήγηση από το στόμα, περίπου το 80% της μητρικής ουσίας ανιχνεύεται αναλλοίωτο, ενώ το 20% είναι μονογλυκουρονίδιο.
Αποβολή Οι κύριοι χρόνοι ημιζωής έχουν υπολογισθεί από 2,2 έως 3 ώρες μετά τη χορήγηση Persantin. Παρατηρείται παρατεταμένος χρόνος ημιζωής για την αποβολή, ο οποίος ανέρχεται περίπου στις 15 ώρες. Αυτή η τελική φάση της αποβολής είναι σχετικά μικρής σημασίας υπό την έννοια ότι αντιπροσωπεύει ένα μικρό ποσοστό της ολικής βιοδιαθεσιμότητας (AUC), όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η σταθεροποιημένη κατάσταση επιτυγχάνεται μέσα σε 2 ημέρες με αμφότερα τα δοσολογικά σχήματα (t.d.s., q.d.s.) μετά τη χορήγηση επαναλαμβανόμενων δόσεων. Δεν υπάρχει σημαντική συσσώρευση του φαρμάκου με επαναλαμβανόμενες δόσεις. Η απέκκριση στα ούρα της μητρικής ουσίας είναι αμελητέα (<0,5%). Η απέκκριση από τα ούρα του γλυκουρονικού μεταβολίτη είναι μικρή (5%). Οι μεταβολίτες απεκκρίνονται κυρίως (περίπου 95%) μέσω της χολής στα κόπρανα, πιθανών λόγω εντεροηπατικής επανακυκλοφορίας. Η ολική κάθαρση είναι περίπου 250ml/min και ο μέσος χρόνος παραμονής είναι περίπου 8 ώρες (ως αποτέλεσμα ενός εγγενούς μέσου χρόνου παραμονής περίπου 6,4 ωρών και του μέσου χρόνου απορρόφησης 1,4 ωρών).
Φαρμακοκινητική σε ηλικιωμένα άτομα Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα (όπως καθορίζονται από την AUC) στα ηλικιωμένα άτομα (>65 ετών) είναι περίπου 50% υψηλότερες για θεραπεία με δισκία από ότι σε νέα (<55 ετών) άτομα. Η διαφορά προκαλείται κυρίως από μειωμένη κάθαρση, η απορρόφηση φαίνεται να είναι παρόμοια. Παρόμοια αύξηση στις συγκεντρώσεις του πλάσματος παρατηρήθηκε και σε ηλικιωμένους ασθενείς στη μελέτη ESPS2.
Φαρμακοκινητική σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια δεν εμφανίζουν αλλαγή στις συγκεντρώσεις διπυριδαμόλης στο πλάσμα, αλλά μία αύξηση των γλυκουρονιδίων (φαρμακοδυναμικά ανενεργός). Συνιστάται η χορήγηση διπυριδαμόλης χωρίς περιορισμό στη δόση, εφόσον δεν υπάρχουν κλινικές ενδείξεις ηπατικής ανεπάρκειας.
Φαρμακοκινητική σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια Εφόσον η απέκκριση από τα νεφρά είναι πολύ μικρή (5%), δεν αναμένεται αλλαγή των φαρμακοκινητικών παραμέτρων της διπυριδαμόλης σε περιπτώσεις νεφρικής ανεπάρκειας. Στη μελέτη ESPS2, δεν παρατηρήθηκαν αλλαγές στη φαρμακοκινητική της διπυριδαμόλης ή του γλυκουρονιδικού μεταβολίτη της σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης από περίπου 15ml/min μέχρι >100ml/min, αν τα δεδομένα διορθωθούν βάση των διαφορών στην ηλικία.
ΕΟΦ · 2.9
Αντιαιμοπεταλιακά
expand_more
Αντιαιμοπεταλιακά
Τα φάρμακα της κατηγορίας αυτής αναστέλλουν τη συνάθροιση (συγκόλληση) των αιμοπεταλίων και, έτσι, το σχηματισμό του λευκού θρόμβου, που αποτελεί την πρώτη φάση στη διαδικασία της πήξης, ιδίως στο αρτηριακό σκέλος της κυκλοφορίας όπου τα αντιπηκτικά έχουν πολύ μικρή επίδραση.
Υπάρχουν ενθαρρυντικά αποτελέσματα από τη χρησιμοποίηση 100-300 mg ασπιρίνης ημερησίως για τη δευτεροπαθή πρόληψη των θρομβωτικών αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων και διαφόρων καρδιακών συμβαμάτων. Επίσης, έχει δειχθεί ελάττωση της θνητότητας στο έμφραγμα του μυοκαρδίου τον πρώτο μήνα όταν δοθεί αμέσως με την είσοδο του ασθενούς στη στεφανιαία μονάδα.
Η διπυριδαμόλη αναστέλλει επίσης τη συσσώρευση των αιμοπεταλίων και συνιστάται κυρίως στην προφύλαξη από θρομβοεμβολικά επεισόδια σε προσθετικές βαλβίδες καρδιάς σε συνδυασμό με αντιπηκτικά.
Ισχυρή αντισυσσωρευτική δράση έχει και η τικλοπιδίνη, έχει όμως κίνδυνο σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών (λευκοπενία, διάρροια, εξάνθημα).
Όμοια δράση εμφανίζει και η νεώτερη ουσία κλοπιδρογέλη.
Σήμερα, ο συνηθέστερα χρησιμοποιούμενος συνδυασμός αντιαιμοπεταλιακών είναι το ακετυλοσαλικυλικό οξύ με ή χωρίς διπυριδαμόλη.
Οι αναστολείς της γλυκοπρωτεΐνης IΙb/IIIa αναστέλλουν τη συγκόλληση των αιμοπεταλίων αποκλείοντας στα αιμοπετάλια τους υποδοχείς του ινωδογόνου. Η αμπσιξιμάμπη είναι μονοκλωνικό αντίσωμα το οποίο αναστέλλει τη συσσώρευση αιμοπεταλίων και τη δημιουργία θρόμβου. Η χρήση της ενδείκνυται ως επικουρικού σκευάσματος στην αγωγή με ηπαρίνη και ασπιρίνη κατά τη διάρκεια διαδερμικής αγγειοπλαστικής σε ασθενείς υψηλού κινδύνου. Η επαναχορήγηση αμπσιξιμάμπης δεν συνιστάται.
H τιροφιβάνη και η επτιφιβατίδη έχουν εισαχθεί πρόσφατα στη θεραπευτική. Πρόκειται για αναστολείς (μη πεπτιδικούς ή πεπτιδικούς αντίστοιχα) του υποδοχέα GP IIb/IIIa των αιμοπεταλίων των οποίων εμποδίζουν τη συσσώρευση. Χρησιμοποιούνται μαζί με ηπαρίνη και ακετυλοσαλικυλικό οξύ (εκτός εάν αντενδείκνυνται) για την πρόληψη του πρώιμου εμφράγματος του μυοκαρδίου σε ασταθή στηθάγχη ή σε έμφραγμα του μυοκαρδίου χωρίς Q. Δεν έχει μελετηθεί η χορήγησή τους με ηπαρίνες ΧΜΒ.
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή:
- Dipyridamole, ένας αναστολέας φωσφοδιεστεράσης που εμποδίζει τη λήψη και τον μεταβολισμό της αδενοσίνης από ερυθροκύτταρα και αγγειακά ενδοθηλιακά κύτταρα.
- Επιπλέον, η διπιριδαμόλη ενισχύει την αντιαιμοπεταλιακή δράση της προστακυκλίνης.
- (Από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, σελ. 752).
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ένδειξη:
- Χρήση ως συμπληρωματικό σε κουμαρινικά αντιπηκτικά στην πρόληψη μετεγχειρητικών θρομβοεμβολικών επιπλοκών της αντικατάστασης καρδιακής βαλβίδας.
- Επίσης χρησιμοποιείται στην πρόληψη της στηθάγχης.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία (Pharmacology):
- Η διπιριδαμόλη, μη νιτρικό αγγειοδιασταλτικό της στεφανιαίας αγωγής που εμποδίζει επίσης τη συγκόλληση αιμοπεταλίων, συνδυάζεται με άλλα αντιπηκτικά φάρμακα, όπως η κουμαρίνη, για την πρόληψη θρόμβωσης σε ασθενείς με βαλβιδοπάθειες ή αγγειοπάθειες. Η διπιριδαμόλη χρησιμοποιείται επίσης στην απεικόνιση αιμάτωσης μυοκαρδίου, ως αντιαιμοπεταλιακός παράγοντας, και σε συνδυασμό με ασπιρίνη για την πρόληψη εγκεφαλικού επεισοδίου.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός δράσης:
- Πιθανώς αναστέλλει τόσο την αδενοσίνης αφυδαμινάση όσο και τη φωσφοδιεστεράση, αποτρέποντας τη διάσπαση του cAMP, το οποίο αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα της λειτουργίας των αιμοπεταλίων.
- Αυτή η αύξηση του cAMP εμποδίζει την απελευθέρωση αραχιδονικού οξέος από μεμβρανικά φωσφολιπίδια και μειώνει τη δραστικότητα θρομβοξάνης Α2.
- Η διπιριδαμόλη διεγείρει άμεσα την απελευθέρωση προστακυκυκλίνης, η οποία διεγείρει την αδενυλική κυκλάση, αυξάνοντας τη συγκέντρωση cAMP εντός των αιμοπεταλίων και επιπλέον εμποδίζει τη συγκόλληση των αιμοπεταλίων.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα / Υπερδοσολογία:
- Υπόταση, εάν εμφανιστεί, πιθανόν βραχείας διάρκειας, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί αγγειοτονικός παράγοντας εάν χρειαστεί.
- Η από του στόματος LD50 σε αρουραίους είναι μεγαλύτερη από 6.000 mg/kg, ενώ στους σκύλους είναι περίπου 400 mg/kg.
- LD50 = 8.4 g/kg (δια της από του στόματος οδού σε αρουραίους).
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η διπυριδαμόλη, ένας μη-νιτρικός αγγειοδιαστολέας των στεφανιαίων που αναστέλλει επίσης τη συσσώρευση των αιμοπεταλίων, συνδυάζεται με άλλα αντιπηκτικά φάρμακα, όπως η βαρφαρίνη, για την πρόληψη θρόμβωσης σε ασθενείς με βαλβιδικές ή αγγειακές διαταραχές. Η διπυριδαμόλη χρησιμοποιείται επίσης στην απεικόνιση μυοκαρδιακής αιμάτωσης, ως αντιαιμοπεταλιακός παράγοντας και σε συνδυασμό με την ασπιρίνη για την πρόληψη εγκεφαλικού επεισοδίου.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η διπυριδαμόλη πιθανότατα αναστέλλει τόσο την αδενοσινο-δεαμινάση όσο και τη φωσφοδιεστεράση, εμποδίζοντας την αποδόμηση του cAMP, ενός αναστολέα της λειτουργίας των αιμοπεταλίων. Αυτή η αύξηση του cAMP εμποδίζει την απελευθέρωση αραχιδονικού οξέος από τους μεμβρανικούς φωσφολιπιδικούς εστέρες και μειώνει τη δραστηριότητα της θρομβοξάνης Α2. Η διπυριδαμόλη διεγείρει επίσης άμεσα την απελευθέρωση προστακυκλίνης, η οποία προκαλεί δραστηριότητα της αδενυλικής κυκλάσης, αυξάνοντας έτσι τη συγκέντρωση cAMP εντός των αιμοπεταλίων και αναστέλλοντας περαιτέρω τη συσσώρευση των αιμοπεταλίων.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
- 70%
- Η διπυριδαμόλη μεταβολίζεται στο ήπαρ στον γλυκουρονικό συζυγή και απεκκρίνεται με τη χολή.
- 1 έως 2.5 L/kg
- 2.3-3.5 mL/min/kg
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
- 99%
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
- Ηπατικός
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
- 40 λεπτά
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Ενώσεις που αναστέλλουν ή ανταγωνίζονται τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις των φωσφοδιεστερασών.
- Φάρμακα ή παράγοντες που ανταγωνίζονται ή βλάπτουν οποιονδήποτε μηχανισμό που οδηγεί σε συσσώρευση αιμοπεταλίων, είτε κατά τις φάσεις ενεργοποίησης και αλλαγής σχήματος είτε μετά την αντίδραση απελευθέρωσης πυκνών κοκκίων και τη διέγερση του συστήματος προσταγlandi-θρομβοξάνης.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση αγγειοδιαστολής.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- 64ALC7F90C
- DIPYRIDAMOLE
- Φυσιολογικές Επιπτώσεις [PE] - Μειωμένη Συσσωμάτωση Αιμοπεταλίων
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Συσσωμάτωσης Αιμοπεταλίων
- Η διπυριδαμόλη είναι Αναστολέας Συσσωμάτωσης Αιμοπεταλίων. Η φυσιολογική επίπτωση της διπυριδαμόλης είναι μέσω της Μειωμένης Συσσωμάτωσης Αιμοπεταλίων.
- DIPYRIDAMOLE
- Μειωμένη Συσσωμάτωση Αιμοπεταλίων [PE]; Αναστολέας Συσσωμάτωσης Αιμοπεταλίων [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Ενώσεις που αναστέλλουν ή ανταγωνίζονται τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις των φωσφοδιεστερασών.
- Φάρμακα ή παράγοντες που ανταγωνίζονται ή βλάπτουν οποιονδήποτε μηχανισμό που οδηγεί σε συσσώρευση αιμοπεταλίων, είτε κατά τις φάσεις ενεργοποίησης και αλλαγής σχήματος είτε μετά την αντίδραση απελευθέρωσης πυκνών κοκκίων και τη διέγερση του συστήματος προσταγlandi-θρομβοξάνης.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση αγγειοδιαστολής.