DONEPEZIL
Δονεπεζίλη
Στην κατηγορία αυτή υπάγονται η Δονεπεζίλη, η Tακρίνη και η Ριβαστιγμίνη οι οποίες είναι ειδικές και αναστρέψιμες αναστολείς της ακετυλοχολινεστεράσης. H αναστολή αυτή ενδέχεται να αναστείλει τον ρυθμό προόδου της έκπτωσης των νοητικών λειτουργιών στη νόσο Alzheimer.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-RIVASTINOL
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Χορηγείται από το στόμα
- Χορήγηση: Με το πρωινό και το βραδινό γεύμα
- Δόση έναρξης: 1,5 mg δύο φορές ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Αρχική δόση 1,5 mg δύο φορές ημερησίως. Μετά από τουλάχιστον 2 εβδομάδες, αύξηση σε 3 mg δύο φορές ημερησίως. Αφού διατηρηθεί σε αυτό το δοσολογικό επίπεδο επί τουλάχιστον 2 εβδομάδες, μπορεί να εξετάζεται το ενδεχόμενο διαδοχικής αύξησης σε 4,5 mg και ακολούθως σε 6 mg δύο φορές ημερησίως.
-
ΕνήλικεςΔόση1,5 mg δύο φορές ημερησίωςΗ έναρξη και η επίβλεψη της θεραπείας θα πρέπει να γίνεται από ιατρό με εμπειρία στη διάγνωση και θεραπευτική αντιμετώπιση της άνοιας Alzheimer ή της άνοιας που σχετίζεται με την νόσο του Parkinson. Η διάγνωση θα πρέπει να τίθεται σύμφωνα με τις ισχύουσες κατευθυντήριες οδηγίες. Η χορήγηση θεραπείας με rivastigmine θα πρέπει να αρχίζει μόνο εφόσον υπάρχει κάποιο άτομο που θα φροντίζει τον ασθενή και θα εποπτεύει τακτικά τη λήψη του φαρμακευτικού προϊόντος από αυτόν.
-
Ασθενείς με άνοια AlzheimerΔόση3-6 mg δύο φορές ημερησίωςΗ αποτελεσματική δόση είναι 3 έως 6 mg, δύο φορές ημερησίως. Για την επίτευξη του μέγιστου θεραπευτικού οφέλους, οι ασθενείς θα πρέπει να διατηρούνται στη μέγιστη καλά ανεκτή δόση.
-
Ασθενείς με άνοια που σχετίζεται με νόσο του ParkinsonΔόση3-6 mg δύο φορές ημερησίωςΗ αποτελεσματική δόση είναι 3 έως 6 mg, δύο φορές ημερησίως. Για την επίτευξη του μέγιστου θεραπευτικού οφέλους, οι ασθενείς θα πρέπει να διατηρούνται στη μέγιστη καλά ανεκτή δόση.
-
Ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ανεπάρκειαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας. Ωστόσο, λόγω αυξημένης έκθεσης θα πρέπει να τηρούνται επακριβώς οι συστάσεις για τον προσδιορισμό της δόσης ανάλογα με την ατομική ανεκτικότητα.
-
Ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκειαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας. Ωστόσο, λόγω αυξημένης έκθεσης θα πρέπει να τηρούνται επακριβώς οι συστάσεις για τον προσδιορισμό της δόσης ανάλογα με την ατομική ανεκτικότητα.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκειαΔεν έχουν μελετηθεί.
block
SPC-RIVASTINOL
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην δραστική ουσία, άλλα καρβαμικά παράγωγα ή σε κάποιο από τα έκδοχα που χρησιμοποιούνται στη σύνθεση του προϊόντος.
warning
SPC-RIVASTINOL
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Γενική παρατήρησηΗ συχνότητα και σοβαρότητα των ανεπιθύμητων αντιδράσεων αυξάνει γενικά με τις μεγαλύτερες δόσεις.
-
Επανέναρξη θεραπείας μετά από διακοπήΗ επανέναρξη θα πρέπει να γίνεται με 1,5 mg δύο φορές ημερησίως ώστε να μειωθεί η πιθανότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών (π.χ. περιστατικό εμέτου).
-
Προσδιορισμός δοσολογίαςΑμέσως μετά την αύξηση της δόσης έχουν παρατηρηθεί ανεπιθύμητες αντιδράσεις (π.χ. υπέρταση και παραισθήσεις σε ασθενείς με άνοια Alzheimer και επιδείνωση των εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων, ιδιαίτερα τον τρόμο, σε ασθενείς με άνοια που σχετίζεται με νόσο του Parkinson). Πιθανά με την μείωση της δοσολογίας αυτές να υποχωρούν. Σε άλλες περιπτώσεις, η rivastigmine έχει διακοπεί (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Γαστρεντερικές διαταραχέςΠληθυσμόςΓυναίκεςΑυτές οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις εμφανίζονται πιο συχνά σε γυναίκες. Οι ασθενείς που εμφανίζουν αυτά τα σημεία ή συμπτώματα αφυδάτωσης από παρατεταμένο έμετο ή διάρροια μπορούν να αντιμετωπίζονται με ενδοφλέβια χορήγηση υγρών και μείωση της δόσης ή διακοπή της χορήγησης εάν διαγνωστεί και αντιμετωπιστεί έγκαιρα. Η αφυδάτωση μπορεί να συσχετιστεί με σοβαρές συνέπειες. Γαστρεντερικές διαταραχές, όπως ναυτία, διάρροια και έμετος είναι δοσοεξαρτώμενες και μπορεί να εμφανισθούν ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας ή/και κατά την αύξηση της δοσολογίας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Απώλεια βάρουςΠληθυσμόςΑσθενείς με νόσο AlzheimerΟι αναστολείς της ακετυλοχολινεστεράσης, συμπεριλαμβανομένης της rivastigmine, έχουν συσχετισθεί με απώλεια βάρους σε αυτούς τους ασθενείς. Κατά την διάρκεια της αγωγής, το βάρος του ασθενούς πρέπει να παρακολουθείται.
-
Ρήξη οισοφάγουΣτην περίπτωση έντονου εμέτου σχετιζόμενου με τη θεραπεία με rivastigmine, πρέπει να γίνεται κατάλληλη προσαρμογή της δοσολογίας όπως συνιστάται στην παράγραφο 4.2. Μερικές περιπτώσεις έντονου εμέτου συνδυάστηκαν με ρήξη του οισοφάγου (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Αυτές οι εκδηλώσεις φαίνεται να παρουσιάζονται ιδιαίτερα μετά από αυξήσεις της δοσολογίας ή υψηλές δόσεις της rivastigmine.
-
Σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου ή διαταραχές της καρδιακής αγωγιμότηταςΠληθυσμόςΑσθενείς με σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου ή διαταραχές της καρδιακής αγωγιμότητας (φλεβοκομβο-κολπικός αποκλεισμός, κολποκοιλιακός αποκλεισμός.)Απαιτείται προσοχή κατά τη χορήγηση της rivastigmine (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Αυξημένες εκκρίσεις γαστρικού οξέοςΠληθυσμόςΑσθενείς με ενεργά γαστρικά έλκη ή έλκη του δωδεκαδάκτυλου ή ασθενείς που εμφανίζουν προδιάθεση σε τέτοια νοσήματαΗ rivastigmine ενδέχεται να προκαλέσει αυξημένες εκκρίσεις γαστρικού οξέος. Απαιτείται προσοχή κατά τη θεραπευτική αντιμετώπιση.
-
Ιστορικό άσθματος ή αποφρακτικής πνευμονικής νόσουΟι αναστολείς χολινεστεράσης θα πρέπει να συνταγογραφούνται με προσοχή.
-
Προδιάθεση σε απόφραξη ουροφόρων οδών ή επιληπτικές κρίσειςΟι χολινομιμητικές ενώσεις ενδέχεται να επαγάγουν ή να επιδεινώνουν φαινόμενα όπως την απόφραξη ουροφόρων οδών και τις επιληπτικές κρίσεις. Συνιστάται προσοχή κατά την θεραπευτική αντιμετώπιση ασθενών με προδιάθεση γι’ αυτού του είδους τα νοσήματα.
-
Χρήση σε συγκεκριμένες ομάδες ασθενώνΠληθυσμόςΑσθενείς με βαριά άνοια Alzheimer ή με άνοια που σχετίζεται με νόσο του Parkinson, άλλους τύπους άνοιας ή άλλους τύπους εξασθένησης της μνήμης (π.χ. σχετιζόμενη με την ηλικία εξασθένηση των γνωστικών λειτουργιών)Η χρήση σε αυτούς τους ασθενείς δεν συνιστάται καθώς δεν έχει διερευνηθεί.
-
Εξωπυραμιδικά συμπτώματαΠληθυσμόςΑσθενείς με άνοια που σχετίζεται με νόσο του ParkinsonΌπως και οι άλλες χολινομιμητικές ενώσεις, η rivastigmine μπορεί να επιδεινώσει ή να επαγάγει τα εξωπυραμιδικά συμπτώματα. Έχει παρατηρηθεί επιδείνωση (συμπεριλαμβανομένης βραδυκινησίας, δυσκινησίας, ανωμαλίας στο βάδισμα) και μια αυξημένη συχνότητα ή σοβαρότητα του τρόμου. Αυτά τα περιστατικά οδήγησαν σε διακοπή της rivastigmine σε μερικές περιπτώσεις (π.χ. διακοπές της rivastigmine λόγω του τρόμου 1,7% έναντι 0% με εικονικό φάρμακο). Συνιστάται κλινικός έλεγχος για αυτές τις ανεπιθύμητες αντιδράσεις.
-
Ειδικός πληθυσμός - Νεφρική ή ηπατική ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς με κλινικά σημαντική νεφρική ή ηπατική ανεπάρκειαΕνδέχεται να αντιμετωπίσουν περισσότερες ανεπιθύμητες αντιδράσεις (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές). Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια. Ωστόσο, η rivastigmine μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε αυτό τον πληθυσμό ασθενών και απαιτείται στενή παρακολούθηση.
-
Ειδικός πληθυσμός - Χαμηλό σωματικό βάροςΠληθυσμόςΑσθενείς με σωματικό βάρος κάτω των 50 kgΕνδέχεται να παρουσιάσουν περισσότερες ανεπιθύμητες αντιδράσεις και έχουν περισσότερες πιθανότητες διακοπής της θεραπείας λόγω ανεπιθύμητων αντιδράσεων.
swap_horiz
SPC-RIVASTINOL
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Μυοχαλαρωτικά τύπου σουκινυλοχολίνηςΕνίσχυση δράσης κατά τη διάρκεια της αναισθησίαςΣύστασηΣυνιστάται προσοχή στην επιλογή των αναισθητικών παραγόντων. Πιθανή προσαρμογή της δοσολογίας ή προσωρινή διακοπή της θεραπείας, μπορεί να εξετασθούν εάν χρειάζεται.
-
Άλλες χολινομιμητικές ουσίεςΑντένδειξηΔεν πρέπει να συγχορηγείται
-
Αντιχολινεργικά φαρμακευτικά προϊόνταΕνδέχεται να επηρεάσει τη δράση
-
Δεν παρατηρήθηκαν φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις ή δυσμενείς επιδράσεις στη καρδιακή αγωγιμότητα
-
Δεν παρατηρήθηκαν φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις. Η αύξηση του χρόνου προθρομβίνης δεν επηρεάζεται.
-
Δεν παρατηρήθηκαν φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις
-
Δεν παρατηρήθηκαν φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις
sick
SPC-RIVASTINOL
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοιμώξεις του ουροποιητικού
- Ανορεξία
- Αφυδάτωση
- Ανησυχία
- Σύγχυση
- Άγχος
- Αϋπνία
- Κατάθλιψη
- Παραισθήσεις
- Επιθετικότητα
- Ανησυχία
- Ζάλη
- Πονοκέφαλος
- Υπνηλία
- Τρόμος
- Συγκοπή
- Επιληπτική κρίση
- Εξωπυραμιδικά συμπτώματα (συμπεριλαμβανομένης της επιδείνωσης της νόσου του Parkinson)
- Επιδείνωση της νόσου του Parkinson
- Βραδυκινησία
- Δυσκινησία
- Δυστονία
- Τρόμος
- Δυσκινησία
- Δυστονία
- Επιδείνωση της νόσου του Parkinson
- Βραδυκινησία
- Δυσκινησία
- Δυστονία
- Παρκινσονισμός
- Υποκινησία
- Διαταραχές κίνησης
- Δραδυκινησία
- Δυστονία
- Μη φυσιολογικός βηματισμός
- Μυϊκή δυσκαμψία
- Διαταραχή ισορροπίας
- Κινητική δυσλειτουργία
- Στηθάγχη
- Καρδιακή αρρυθμία (π.χ. βραδυκαρδία, κολποκοιλιακός αποκλεισμός, κολπική μαρμαρυγή και ταχυκαρδία)
- Σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου
- Βραδυκαρδία
- Κολπική μαρμαρυγή
- Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
- Σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου
- Υπέρταση
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Κοιλιακός πόνος και δυσπεψία
- Γαστρικό και δωδεκαδακτυλικό έλκος
- Γαστρεντερική αιμορραγία
- Παγκρεατίτιδα
- Μερικές περιπτώσεις έντονου εμέτου συνδυάστηκαν με ρήξη του οισοφάγου
- Υπερέκκριση σιέλου
- Αυξημένες τιμές στις ηπατικές δοκιμασίες
- Ηπατίτιδα
- Υπερίδρωση
- Εξανθήματα
- Κνησμός
- Κόπωση και αδυναμία
- Κακουχία
- Πτώση
- Κόπωση και εξασθένιση
- Βάδισμα μη φυσιολογικό
- Πτώση
- Ρίγη
- Μη φυσιολογικός βηματισμός
- Απώλεια βάρους
- Παραλήρημα
- Πυρεξία
- Μυϊκή ακαμψία
- Μυοσκελετική δυσκαμψία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ σπάνιεςΛοιμώξεις του ουροποιητικούΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Πολύ συχνέςΑνορεξίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Μη γνωστέςΑφυδάτωσηΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΑνησυχίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΣύγχυσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΠαραισθήσειςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΖάληΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΠονοκέφαλοςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΤρόμοςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΣυγκοπήΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΕπιληπτική κρίσηΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΕξωπυραμιδικά συμπτώματα (συμπεριλαμβανομένης της επιδείνωσης της νόσου του Parkinson)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΣτηθάγχηΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΚαρδιακή αρρυθμία (π.χ. βραδυκαρδία, κολποκοιλιακός αποκλεισμός, κολπική μαρμαρυγή και ταχυκαρδία)Καρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβουΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΥπέρτασηΑγγειακές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΚοιλιακός πόνος και δυσπεψίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΓαστρικό και δωδεκαδακτυλικό έλκοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΓαστρεντερική αιμορραγίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΜερικές περιπτώσεις έντονου εμέτου συνδυάστηκαν με ρήξη του οισοφάγουΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑυξημένες τιμές στις ηπατικές δοκιμασίεςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΗπατίτιδαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΥπερίδρωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΕξανθήματαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΚνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΚόπωση και αδυναμίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΚακουχίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΠτώσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΑπώλεια βάρουςΈρευνες
-
ΣυχνέςΠαραλήρημαΔεν αναφέρεται
-
ΣυχνέςΠυρεξίαΔεν αναφέρεται
-
ΣυχνέςΑνορεξίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΑφυδάτωσηΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑνησυχίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΤρόμοςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΖάληΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΠονοκέφαλοςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΕπιδείνωση της νόσου του ParkinsonΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΒραδυκινησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔυσκινησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΔυστονίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΒραδυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΚολπική μαρμαρυγήΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΚολποκοιλιακός αποκλεισμόςΚαρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβουΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΚοιλιακός πόνος και δυσπεψίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΥπερέκκριση σιέλουΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΗπατίτιδαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΥπερίδρωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΜυϊκή ακαμψίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΚόπωση και εξασθένισηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΒάδισμα μη φυσιολογικόΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
10,2%ΤρόμοςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
5,8%ΠτώσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
3,3%Νόσος του Parkinson (επιδείνωση)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
1,4%Υπερέκκριση σιέλουΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
1,4%ΔυσκινησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
2,2%ΠαρκινσονισμόςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
0,3%ΥποκινησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
0,3%Διαταραχές κίνησηςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
2,5%ΔραδυκινησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
0,8%ΔυστονίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
1,4%Μη φυσιολογικός βηματισμόςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
0,3%Μυϊκή δυσκαμψίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
0,8%Διαταραχή ισορροπίαςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
0,8%Μυοσκελετική δυσκαμψίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
0,3%ΡίγηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
0,3%Κινητική δυσλειτουργίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
pregnant_woman
SPC-RIVASTINOL
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΗ ριβαστιγκμίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΣτα ζώα η ριβαστιγκμίνη απεκκρίνεται στο γάλα. Δεν είναι γνωστό κατά πόσο η ριβαστιγκμίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Για αυτό τον λόγο, οι γυναίκες που λαμβάνουν ριβαστιγκμίνη, δεν θα πρέπει να θηλάζουν.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-RIVASTINOL
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-RIVASTINOL
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Η rivastigmine απορροφάται ταχέως και πλήρως. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 1 ώρας περίπου. Ως αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης της rivastigmine με το ένζυμο-στόχο, η αύξηση της βιοδιαθεσιμότητας είναι αυξημένη…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-RIVASTINOL
expand_more
Δοσολογία
Η έναρξη και η επίβλεψη της θεραπείας θα πρέπει να γίνεται από ιατρό με εμπειρία στη διάγνωση και θεραπευτική αντιμετώπιση της άνοιας Alzheimer ή της άνοιας που σχετίζεται με την νόσο του Parkinson. Η διάγνωση θα πρέπει να τίθεται σύμφωνα με τις ισχύουσες κατευθυντήριες οδηγίες. Η χορήγηση θεραπείας με rivastigmine θα πρέπει να αρχίζει μόνο εφόσον υπάρχει κάποιο άτομο που θα φροντίζει τον ασθενή και θα εποπτεύει τακτικά τη λήψη του φαρμακευτικού προϊόντος από αυτόν. Η rivastigmine θα πρέπει να χορηγείται δύο φορές ημερησίως, με το πρωινό και το βραδινό γεύμα. Οι κάψουλες θα πρέπει να καταπίνονται ολόκληρες.
Εναρκτήρια δόση
1,5 mg δύο φορές ημερησίως.
Προσδιορισμός δόσης
Η εναρκτήρια δόση είναι 1,5 mg δύο φορές ημερησίως. Αν η δόση αυτή γίνει καλά ανεκτή ύστερα από τουλάχιστον δύο εβδομάδες θεραπείας, η δοσολογία μπορεί να αυξηθεί σε 3 mg δύο φορές ημερησίως. Αφού διατηρηθεί σε αυτό το δοσολογικό επίπεδο επί τουλάχιστον 2 εβδομάδες, μπορεί να εξετάζεται το ενδεχόμενο διαδοχικής αύξησης σε 4,5 mg και ακολούθως σε 6 mg δύο φορές ημερησίως, εφόσον είναι καλή η ανοχή στην παρούσα δόση. Εάν παρατηρηθούν ανεπιθύμητες αντιδράσεις (π.χ. ναυτία, έμετος, κοιλιακό άλγος ή απώλεια όρεξης), μείωση βάρους ή επιδείνωση των εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων (π.χ. τρόμος) σε ασθενείς με άνοια που σχετίζεται με νόσο του Parkinson κατά τη διάρκεια της θεραπείας, αυτές ενδέχεται να υποχωρήσουν όταν παραλειφθεί μία ή περισσότερες δόσεις. Εάν εμμένουν, τότε η ημερήσια δόση πρέπει προσωρινά να μειωθεί στο αμέσως προηγούμενο δοσολογικό επίπεδο που έγινε καλά ανεκτό ή να διακοπεί η θεραπεία.
Δόση συντήρησης
Η αποτελεσματική δόση είναι 3 έως 6 mg, δύο φορές ημερησίως. Για την επίτευξη του μέγιστου θεραπευτικού οφέλους, οι ασθενείς θα πρέπει να διατηρούνται στη μέγιστη καλά ανεκτή δόση. Η συνιστώμενη μέγιστη ημερήσια δόση είναι 6 mg δύο φορές ημερησίως. Η θεραπεία συντήρησης μπορεί να συνεχισθεί για όσο διάστημα υπάρχει θεραπευτικό όφελος για τον ασθενή. Για το λόγο αυτό, το κλινικό όφελος της rivastigmine θα πρέπει να εκτιμάται εκ νέου ανά τακτά χρονικά διαστήματα ειδικά στους ασθενείς που λαμβάνουν δόσεις μικρότερες από 3 mg, δύο φορές ημερησίως. Εάν μετά από 3 μήνες θεραπείας με τη δόση συντήρησης η μείωση της συχνότητας των συμπτωμάτων άνοιας δεν έχει μεταβληθεί ικανοποιητικά, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί. Θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπ’ όψιν το ενδεχόμενο της διακοπής της θεραπείας, εφόσον δεν φαίνονται πλέον ενδείξεις θεραπευτικής δράσης. Η ατομική ανταπόκριση στη rivastigmine δεν μπορεί να προβλεφθεί. Ωστόσο, αυξημένο θεραπευτικό αποτέλεσμα είχε φανεί σε ασθενείς με νόσο του Parkinson με μέτρια άνοια. Ομοίως μεγαλύτερο όφελος έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς με νόσο του Parkinson με οπτικές παραισθήσεις (βλ. Δοσολογία). Δεν έχει μελετηθεί το αποτέλεσμα της δράσης σε ελεγχόμενες έναντι placebo μελέτες διάρκειας πάνω από 6 μήνες.
Επανέναρξη της θεραπείας
Εάν η θεραπευτική αγωγή διακοπεί για αρκετές μέρες η επανέναρξη θα πρέπει να γίνεται με 1,5 mg δύο φορές ημερησίως. Ο προσδιορισμός της δόσης θα πρέπει να γίνεται όπως περιγράφεται πιο πάνω.
Νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια. Ωστόσο, λόγω αυξημένης έκθεσης θα πρέπει σε αυτόν τον πληθυσμό να τηρούνται επακριβώς οι συστάσεις για τον προσδιορισμό της δόσης ανάλογα με την ατομική ανεκτικότητα, καθώς οι ασθενείς με κλινικά σημαντική νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια ενδέχεται να αντιμετωπίσουν περισσότερες ανεπιθύμητες αντιδράσεις (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές). Ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια δεν έχουν μελετηθεί (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Παιδιά
Η rivastigmine δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά.
block
Αντενδείξεις
SPC-RIVASTINOL
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-RIVASTINOL
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-RIVASTINOL
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-RIVASTINOL
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι οι γαστρεντερικές συμπεριλαμβανομένης της ναυτίας (38%) και του έμετου (23%), ιδιαίτερα κατά την διάρκεια της τιτλοδότησης. Στις κλινικές μελέτες φάνηκε ότι οι γυναίκες ασθενείς είναι περισσότερο ευαίσθητες από τους άρρενες ασθενείς στις ανεπιθύμητες ενέργειες από το γαστρεντερικό και στην απώλεια βάρους.
Πίνακας 1: Ανεπιθύμητες ενέργειες σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία για τη νόσο του Alzheimer με rivastigmine.
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
- Πολύ σπάνιες: Λοιμώξεις του ουροποιητικού
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
- Πολύ συχνές: Ανορεξία
- Μη γνωστές: Αφυδάτωση
Ψυχιατρικές διαταραχές
- Συχνές: Ανησυχία, Σύγχυση, Άγχος
- Όχι συχνές: Αϋπνία, Κατάθλιψη
- Πολύ σπάνιες: Παραισθήσεις
- Μη γνωστές: Επιθετικότητα, ανησυχία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Πολύ συχνές: Ζάλη
- Συχνές: Πονοκέφαλος, Υπνηλία, Τρόμος
- Όχι συχνές: Συγκοπή
- Σπάνιες: Επιληπτική κρίση
- Πολύ σπάνιες: Εξωπυραμιδικά συμπτώματα (συμπεριλαμβανομένης της επιδείνωσης της νόσου του Parkinson)
Καρδιακές διαταραχές
- Σπάνιες: Στηθάγχη
- Πολύ σπάνιες: Καρδιακή αρρυθμία (π.χ. βραδυκαρδία, κολποκοιλιακός αποκλεισμός, κολπική μαρμαρυγή και ταχυκαρδία)
- Μη γνωστές: Σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου
Αγγειακές διαταραχές
- Πολύ σπάνιες: Υπέρταση
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
- Πολύ συχνές: Ναυτία, Έμετος, Διάρροια
- Συχνές: Κοιλιακός πόνος και δυσπεψία
- Σπάνιες: Γαστρικό και δωδεκαδακτυλικό έλκος
- Πολύ σπάνιες: Γαστρεντερική αιμορραγία, Παγκρεατίτιδα
- Μη γνωστές: Μερικές περιπτώσεις έντονου εμέτου συνδυάστηκαν με ρήξη του οισοφάγου (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
- Όχι συχνές: Αυξημένες τιμές στις ηπατικές δοκιμασίες
- Μη γνωστές: Ηπατίτιδα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Συχνές: Υπερίδρωση
- Σπάνιες: Εξανθήματα
- Μη γνωστές: Κνησμός
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
- Συχνές: Κόπωση και αδυναμία, Κακουχία
- Όχι συχνές: Πτώση
Έρευνες
- Συχνές: Απώλεια βάρους
Οι ακόλουθες επιπρόσθετες αντιδράσεις έχουν παρατηρηθεί με την rivastigmine διαδερμικά έμπλαστρα: παραλήρημα, πυρεξία (συχνές).
Πίνακας 2: Ανεπιθύμητες αντιδράσεις σε ασθενείς με άνοια που σχετίζεται με νόσο του Parkinson οι οποίοι έκαναν θεραπεία με rivastigmine.
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
- Συχνές: Ανορεξία, Αφυδάτωση
Ψυχιατρικές διαταραχές
- Συχνές: Αϋπνία, Άγχος, Ανησυχία
- Μη γνωστές: Επιθετικότητα
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Πολύ συχνές: Τρόμος
- Συχνές: Ζάλη, Υπνηλία, Πονοκέφαλος, Επιδείνωση της νόσου του Parkinson, Βραδυκινησία, Δυσκινησία
- Όχι συχνές: Δυστονία
Καρδιακές διαταραχές
- Συχνές: Βραδυκαρδία
- Όχι συχνές: Κολπική μαρμαρυγή, Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
- Μη γνωστές: Σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
- Πολύ συχνές: Ναυτία, Έμετος
- Συχνές: Διάρροια, Κοιλιακός πόνος και δυσπεψία, Υπερέκκριση σιέλου
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
- Μη γνωστές: Ηπατίτιδα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Συχνές: Υπερίδρωση
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
- Συχνές: Μυϊκή ακαμψία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
- Συχνές: Κόπωση και εξασθένιση, Βάδισμα μη φυσιολογικό
Πίνακας 3: Προκαθορισμένα ανεπιθύμητα συμβάματα που μπορεί να αντανακλούν επιδείνωση των παρκινσονικών συμπτωμάτων σε ασθενείς με άνοια που σχετίζεται με τη νόσο του Parkinson.
| Συμβαμα | Rivastigmine n (%) | Εικονικό φάρμακο n (%) |
|---|---|---|
| Σύνολο ασθενών που μελετήθηκαν | 362 (100) | 179 (100) |
| Σύνολο ασθενών με προκαθορισμένες Α.Ε. | 99 (27,3) | 28 (15,6) |
| Τρόμος | 37 (10,2) | 7 (3,9) |
| Πτώση | 21 (5,8) | 11 (6,1) |
| Νόσος του Parkinson (επιδείνωση) | 12(3,3) | 2 (1,1) |
| Υπερέκκριση σιέλου | 5 (1,4) | 1 (0,6) |
| Δυσκινησία | 5 (1,4) | 1 (0,6) |
| Παρκινσονισμός | 8 (2,2) | 3 (1,7) |
| Υποκινησία | 1 (0,3) | 0 |
| Διαταραχές κίνησης | 1 (0,3) | 0 |
| Δραδυκινησία | 9 (2,5) | 3 (1,7) |
| Δυστονία | 3 (0,8) | 1 (0,6) |
| Μη φυσιολογικός βηματισμός | 5 (1,4) | 2 (1,1) |
| Μυϊκή δυσκαμψία | 1 (0,3) | 0 |
| Διαταραχή ισορροπίας | 3 (0,8) | 1 (0,6) |
| Μυοσκελετική δυσκαμψία | 3 (0,8) | 0 |
| Ρίγη | 1 (0,3) | 0 |
| Κινητική δυσλειτουργία | 1 (0,3) | 0 |
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-RIVASTINOL
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Δεν διατίθενται κλινικά δεδομένα σχετικά με έκθεση κατά την εγκυμοσύνη στην ριβαστιγκμίνη. Σε επίμυες και κονίκλους δεν παρατηρήθηκαν επιδράσεις στη γονιμότητα ή την ανάπτυξη των εμβρύων, παρά μόνον σε δόσεις σχετιζόμενες με μητρική τοξικότητα. Σε μελέτες περιγεννητικής /μεταγεννητικής ανάπτυξης που έγιναν σε επίμυες, παρατηρήθηκε αυξημένη διάρκεια κυοφορίας. Η ριβαστιγκμίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο.
Στα ζώα η ριβαστιγκμίνη απεκκρίνεται στο γάλα. Δεν είναι γνωστό κατά πόσο η ριβαστιγκμίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Για αυτό τον λόγο, οι γυναίκες που λαμβάνουν ριβαστιγκμίνη, δεν θα πρέπει να θηλάζουν.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-RIVASTINOL
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αναστολέας χολινεστεράσης, κωδικός ATC: Ν06DΑ03.
Μηχανισμός δράσης
Η rivastigmine είναι ένας αναστολέας της ακετυλο- και βουτυρυλχολινεστεράσης καρβαμικού τύπου, που πιστεύεται ότι διευκολύνει τη χολινεργική νευροδιαβίβαση επιβραδύνοντας την αποικοδόμηση της ακετυλοχολίνης που απελευθερώνεται από όσους χολινεργικούς νευρώνες διατηρούν τη λειτουργικότητά τους. Έτσι, η rivastigmine ενδέχεται να έχει βελτιωτική δράση σε γνωσιακά ελλείμματα χολινεργικής μεσολάβησης στην άνοια σχετιζόμενη με τη νόσο Alzheimer και τη νόσο του Parkinson. Η rivastigmine αλληλεπιδρά με τα ένζυμα-στόχους της σχηματίζοντας σύμπλοκο ομοιοπολικού δεσμού, με αποτέλεσμα την προσωρινή αδρανοποίηση των ενζύμων.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Σε νεαρούς υγιείς ανθρώπους, μία από του στόματος δόση 3 mg μειώνει τη δράση της ακετυλοχολινεστεράσης (AChE) στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό κατά περίπου 40% εντός των πρώτων 1,5 ωρών μετά τη χορήγηση. Η δραστικότητα του ενζύμου επανέρχεται στα αρχικά της επίπεδα περίπου 9 ώρες μετά την επίτευξη του μέγιστου ανασταλτικού αποτελέσματος. Σε ασθενείς με Νόσο Alzheimer, η αναστολή της AChE στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό από την rivastigmine ήταν δοσοεξαρτώμενη έως τα 6 mg χορηγούμενη δύο φορές ημερησίως, που είναι και η μέγιστη δόση που έχει δοκιμασθεί. Η αναστολή της δράσης της βουτυρυλχολινεστεράσης στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό 14 ασθενών με Νόσο Alzheimer με αγωγή με rivastigmine ήταν όμοια με αυτή της AChE.
Κλινικές Μελέτες στην άνοια της νόσου Alzheimer
Η αποτελεσματικότητα της rivastigmine έχει καταδειχθεί με την χρήση τριών ανεξάρτητων, για συγκεκριμένους τομείς εργαλείων αξιολόγησης που αξιολογήθηκαν σε ανά περιοδικά διαστήματα στη διάρκεια των εξαμηνιαίων θεραπευτικών περιόδων. Στα εργαλεία αυτά συμπεριλαμβάνονται: η ADAS-Cog (μια δοκιμασία με βάση την απόδοση, που αποτελεί μέτρο της γνωστικής λειτουργίας), η CIBIC-Pluss (μια πλήρης ολική αξιολόγηση του ασθενούς από τον ιατρό, όπου λαμβάνονται υπ’ όψιν στοιχεία που δίνονται από το άτομο που φροντίζει τον ασθενή) και η PDS (μια αξιολόγηση από το άτομο που φροντίζει τον ασθενή των δραστηριοτήτων της καθημερινής ζωής στις οποίες συμπεριλαμβάνονται η προσωπική υγιεινή, η λήψη τροφής, το ντύσιμο, οι δουλειές του νοικοκυριού όπως τα ψώνια, η διατήρηση της ικανότητας προσανατολισμού στο περιβάλλον, καθώς και η συμμετοχή σε δραστηριότητες που σχετίζονται με την ικανότητα χειρισμού χρημάτων κ.λ.π.). Οι ασθενείς που μελετήθηκαν είχαν βαθμολογία MMSE (Εξέταση Ελάχιστης-Νοητικής Κατάστασης) 10-24.
Τα συγκεντρωτικά αποτελέσματα που αναφέρονται στους ασθενείς οι οποίοι επέδειξαν κλινικώς σημαντική ανταπόκριση, όπως αυτά προέκυψαν από τις 2 μελέτες με ευπροσάρμοστη δοσολογία από τις 3 βασικές πολυκεντρικές μελέτες διάρκειας 26 εβδομάδων σε ασθενείς για την ήπια έως μετρίως σοβαρή άνοια επί νόσου Alzheimer παρουσιάζονται στον παρακάτω Πίνακα 4. Κλινικά σημαντική βελτίωση σε αυτές τις μελέτες ορίστηκε a apriori ως η βελτίωση σε τουλάχιστον 4 σημεία στην ADAS-Cog, βελτίωση στην CIBIC-Plus ή τουλάχιστον 10% βελτίωση στη PDS. Επιπρόσθετα, ένας μετέπειτα ορισμός της ανταπόκρισης παρουσιάζεται στον ίδιο πίνακα. Ο δεύτερος ορισμός της ανταπόκρισης προϋποθέτει βελτίωση σε 4 σημεία ή περισσότερα στην ADAS-Cog, καμιά επιδείνωση στην CIBIC-Plus και καμιά επιδείνωση στη PDS. Η μέση πραγματική ημερήσια δόση για αυτούς που ανταποκρίνονται στην ομάδα των 6-12 mg, σύμφωνα με αυτόν τον ορισμό, ήταν 9,3 mg. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι οι κλίμακες που χρησιμοποιήθηκαν σε αυτήν την ένδειξη ποικίλλουν και άμεσες συγκρίσεις των αποτελεσμάτων για διαφορετικούς θεραπευτικούς παράγοντες δεν έχουν ισχύ.
Πίνακας 4: Ασθενείς με κλινικά σημαντική ανταπόκριση (%)
| Μέτρο ανταπόκρισης | Πρόθεση για θεραπεία Rivastigmine 6-12 mg N=473 | Πρόθεση για θεραπεία Placebo N=472 | Διεξαγωγή τελευταίας παρατήρησης Rivastigmine 6-12 mg N=379 | Διεξαγωγή τελευταίας παρατήρησης Placebo N=444 |
|---|---|---|---|---|
| ADAS-Cog: βελτίωση σε τουλάχιστον 4 σημεία | 21*** 12 | 25*** 12 | ||
| CIBIC-Plus: βελτίωση | 29*** 18 | 32*** 19 | ||
| PDS: βελτίωση τουλάχιστον κατά 10% | 26*** 17 | 30*** 18 | ||
| Βελτίωση τουλάχιστον σε 4 σημεία στη ADAS-Cog χωρίς επιδείνωση στη CIBIC-Plus και στη PDS | 10* 6 | 12** 6 |
*p<0,05, **p<0,01, ***p<0,001
Κλινικές μελέτες στην άνοια που σχετίζεται με τη νόσο του Parkinson
Η αποτελεσματικότητα της rivastigmine στην άνοια που σχετίζεται με τη νόσο του Parkinson έχει αποδειχτεί σε μια 24-εβδομάδων πολυκεντρική, διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο αρχική μελέτη και στην ανοιχτή 24-εβδομάδων φάση επέκτασης της. Οι ασθενείς που συμμετείχαν σε αυτή τη μελέτη είχαν βαθμολογία MMSE (Εξέταση Ελάχιστης-Νοητικής Κατάστασης) 10-24. Η αποτελεσματικότητα έχει αποδειχτεί με την χρήση δύο ανεξάρτητων κλιμάκων οι οποίες αξιολογούνταν σε τακτά χρονικά διαστήματα κατά την διάρκεια της 6-μηνης περιόδου θεραπείας όπως φαίνεται στον Πίνακα 5 παρακάτω: το ADAS-Cog, η μέτρηση της γνωστικής λειτουργίας και η συνολική μέτρηση ADCS-CGIC (Alzheimer’s Disease Cooperative Study-Clinician’s Global Impression of Change).
Πίνακας 5: Άνοια που σχετίζεται με τη νόσο του Parkinson
| Μέτρηση | Πληθυσμός | Rivastigmine | Εικονικό φάρμακο | p-value έναντι εικονικού φαρμάκου |
|---|---|---|---|---|
| ADAS-Cog | ITT + RDO | Μέση αλλαγή στις 24 εβδομάδες ± SD: 2,1 ± 8,2 | Μέση αλλαγή στις 24 εβδομάδες ± SD: -0,7 ± 7,5 | 2,88 (<0,001) |
| ITT + LOCF | Μέση αλλαγή στις 24 εβδομάδες ± SD: 2,5 ± 8,4 | Μέση αλλαγή στις 24 εβδομάδες ± SD: -0,8 ± 7,5 | 3,54 (<0,001) | |
| ADCS-CGIC | ITT + RDO | Διαφορά προσαρμοσμένης Θεραπείας: 3,8 ± 1,4 | Διαφορά προσαρμοσμένης θεραπείας: 4,3 ± 1,5 | 0,007 |
| ITT + LOCF | Διαφορά προσαρμοσμένης θεραπείας: 3,7 ± 1,4 | Διαφορά προσαρμοσμένης θεραπείας: 4,3 ± 1,5 | <0,001 |
ΑΝCOVA με τη θεραπεία και τη χώρα ως παράγοντες και την αρχική τιμή ADAS-Cog ως συμμεταβλητότητα. Μια θετική αλλαγή υποδεικνύει βελτίωση.
Παρόλο που η θεραπευτική δράση αποδείχθηκε σε όλο τον πληθυσμό της μελέτης, τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι το μεγαλύτερο θεραπευτικό αποτέλεσμα σε σχέση με το εικονικό φάρμακο φάνηκε στην υποκατηγορία ασθενών με μέτρια άνοια που σχετίζεται με νόσο του Parkinson. Ομοίως το μεγαλύτερο θεραπευτικό αποτέλεσμα παρατηρήθηκε σε αυτούς τους ασθενείς με οπτικές παραισθήσεις (βλ. Πίνακα 6).
Πίνακας 6: Άνοια που σχετίζεται με νόσο του Parkinson
| Μέτρηση | Υποομάδα | Rivastigmine | Εικονικό φάρμακο | p-value έναντι εικονικού φαρμάκου |
|---|---|---|---|---|
| ADAS-Cog | Ασθενείς με οπτικές παραισθήσεις (ITT + RDO) | Μέση αλλαγή στις 24 εβδομάδες ± SD: 1,0 ± 9,2 | Μέση αλλαγή στις 24 εβδομάδες ± SD: -2,1 ± 8,3 | 4,27 (0,002) |
| ADAS-Cog | Ασθενείς χωρίς οπτικές παραισθήσεις (ITT + RDO) | Μέση αλλαγή στις 24 εβδομάδες ± SD: 2,6 ± 7,6 | Μέση αλλαγή στις 24 εβδομάδες ± SD: 0,1 ± 6,9 | 2,09 (0,015) |
| ADAS-Cog | Ασθενείς με μέτρια άνοια (MMSE 10-17) (ITT + RDO) | Μέση αλλαγή στις 24 εβδομάδες ± SD: 2,6 ± 9,4 | Μέση αλλαγή στις 24 εβδομάδες ± SD: -1,8 ± 7,2 | 4,73 (0,002) |
| ADAS-Cog | Ασθενείς με ήπια άνοια (MMSE 18-24) (ITT + RDO) | Μέση αλλαγή στις 24 εβδομάδες ± SD: 1,9 ± 7,7 | Μέση αλλαγή στις 24 εβδομάδες ± SD: -0,2 ± 7,5 | 2,14 (0,010) |
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-RIVASTINOL
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Η rivastigmine απορροφάται ταχέως και πλήρως. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 1 ώρας περίπου. Ως αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης της rivastigmine με το ένζυμο-στόχο, η αύξηση της βιοδιαθεσιμότητας είναι αυξημένη κατά περίπου 1,5 φορά σε σύγκριση με εκείνη που αναμένεται με βάση την αύξηση της δόσης. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα ύστερα από μία δόση των 3 mg είναι περίπου 36% ±13%. Η χορήγηση rivastigmine μαζί με το φαγητό καθυστερεί την απορρόφηση (t max ) κατά 90 λεπτά, ενώ μειώνει την Cmax και αυξάνει την AUC κατά περίπου 30%.
Κατανομή
Η πρωτεϊνική δέσμευση της rivastigmine είναι σε ποσοστό περίπου 40%. Διαπερνά εύκολα τον αιματεγκεφαλικό φραγμό και έχει φαινομενικό όγκο κατανομής μεταξύ 1,8 και 2,7 l/kg.
Μεταβολισμός
Η rivastigmine μεταβολίζεται ταχέως και εκτενώς (χρόνος ημισείας ζωής στο πλάσμα περίπου 1 ώρα), κυρίως μέσω υδρόλυσης με μεσολάβηση χολινεστεράσης, προς το αποκαρβαμυλιωμένο μεταβολίτη. In vitro, ο μεταβολίτης αυτός αναστέλλει την ακετυλοχολινεστεράση σε περιορισμένο βαθμό (<10%). Σύμφωνα με ενδείξεις από μελέτες που έγιναν τόσο σε πειραματόζωα όσο και in vitro, τα μείζονα ισοένζυμα του κυτοχρώματος P450 ελάχιστα ενέχονται στο μεταβολισμό της rivastigmine. Η ολική κάθαρση της rivastigmine από το πλάσμα ήταν περίπου 130 l/h μετά την ενδοφλέβια χορήγηση δόσης 0,2 mg, ενώ μειώθηκε σε 70 l/h μετά την ενδοφλέβια χορήγηση δόσης 2,7 mg.
Απέκκριση
Στα ούρα δεν ανευρίσκεται αμετάβλητη rivastigmine. Η νεφρική απέκκριση των μεταβολιτών είναι η βασική οδός απομάκρυνσής τους. Ύστερα από τη χορήγηση rivastigmine ραδιοεπισημασμένης με 14C, η απέκκριση από τους νεφρούς ήταν ταχεία και ουσιαστικά πλήρης (>90%) εντός 24 ωρών. Ποσοστό χαμηλότερο από το 1% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται στα κόπρανα. Δεν παρατηρείται συσσώρευση της rivastigmine ή του αποκαρβαμυλιωμένου μεταβολίτη της σε ασθενείς με Νόσο Alzheimer.
Ηλικιωμένα άτομα
Μολονότι η βιοδιαθεσιμότητα της rivastigmine είναι μεγαλύτερη σε ηλικιωμένους παρά σε νεαρούς υγιείς εθελοντές, μελέτες σε ασθενείς με νόσο Alzheimer ηλικίας μεταξύ 50 και 92 ετών δεν έδειξαν μεταβολή της βιοδιαθεσιμότητας με την ηλικία.
Άτομα με βεβαρημένη ηπατική λειτουργία
Η Cmax της rivastigmine ήταν περίπου 60% υψηλότερη και η AUC της rivastigmine ήταν υπερδιπλάσια σε άτομα με ήπια έως μέτρια επιβάρυνση της ηπατικής λειτουργίας από ότι σε υγιή άτομα.
Άτομα με βεβαρημένη νεφρική λειτουργία
Η Cmax και η AUC της rivastigmine ήταν υπερδιπλάσιες σε άτομα με μέτρια επιβάρυνση της νεφρικής λειτουργίας συγκρινόμενη με υγιή άτομα. Πάντως δεν παρατηρήθηκαν αλλαγές στη Cmax και στη AUC της rivastigmine σε άτομα με σοβαρή επιβάρυνση της νεφρικής λειτουργίας.
ΕΟΦ · 4.13
Φάρμακα κατά της άνοιας
expand_more
Φάρμακα κατά της άνοιας
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Κοινά Αποδεκτή Υπόθεση: Η συχνά αποδεκτή νευρωνική υπόθεση προτείνει ότι μέρος της γνωστικής και συμπεριφορικής έκπτωσης που σχετίζεται με το Alzheimer οφείλεται σε μειωμένη χολινεργική μετάδοση στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Η δονεπεζίλη αναστέλλει επιλεκτικά και αναστρέψιμα το ένζυμο ακετυλοχολινεστεράση, το οποίο κανονικά διασπά την ακετυλοχολίνη. Οι κύριες φαρμακολογικές δράσεις αυτού του φαρμάκου πιστεύεται ότι προκύπτουν ως αποτέλεσμα αυτής της αναστολής του ενζύμου, ενισχύοντας τη χολινεργική μετάδοση, η οποία ανακουφίζει τα συμπτώματα της άνοιας Alzheimer. Επιπλέον, πιθανοί άλλοι μηχανισμοί δράσης της δονεπεζίλης περιλαμβάνουν την αντίσταση στην γλουταμινική-προκαλούμενη διεγερτική μετάδοση μέσω της ρύθμισης των υποδοχέων NMDA και τη ρύθμιση των πρωτεϊνών αμυλοειδούς, οι οποίες έχουν δείξει σημαντικές επιδράσεις στην παθολογική διαδικασία του Alzheimer. Άλλοι πιθανοί στόχοι για τη δονεπεζίλη μπορεί επίσης να περιλαμβάνουν την αναστολή διαφόρων φλεγμονωδών οδών σηματοδότησης, ασκώντας νευροπροστατευτικές επιδράσεις.
Η δονεπεζίλη υδροχλωρική, ένα παράγωγο πιπεριδίνης, είναι ένας κεντρικά ενεργός, αναστρέψιμος αναστολέας της ακετυλοχολινεστεράσης. Το φάρμακο είναι δομικά άσχετο με άλλους αντιχολινεστερασικούς παράγοντες (π.χ., τακρίνη, φυσoστιγμίνη).
Ο ακριβής μηχανισμός(οί) δράσης της δονεπεζίλης σε ασθενείς με άνοια τύπου Alzheimer (νόσο Alzheimer) δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί. Το φάρμακο είναι ένας αντιχολινεστερασικός παράγοντας που δεσμεύεται αναστρέψιμα και αδρανοποιεί τις χολινεστεράσες (π.χ., ακετυλοχολινεστεράση), αναστέλλοντας έτσι την υδρόλυση της ακετυλοχολίνης. Ως αποτέλεσμα, η συγκέντρωση της ακετυλοχολίνης αυξάνεται στις χολινεργικές συνάψεις. Δεδομένα in vitro και δεδομένα σε ζώα υποδεικνύουν ότι η αντιχολινεστερασική δράση της δονεπεζίλης είναι σχετικά ειδική για την ακετυλοχολινεστεράση στον εγκέφαλο σε σύγκριση με την αναστολή της βουτυρυλοχολινεστεράσης σε περιφερικούς ιστούς.
Μια ανεπάρκεια ακετυλοχολίνης που προκαλείται από την επιλεκτική απώλεια χολινεργικών νευρώνων στον εγκεφαλικό φλοιό, τον βασικό πυρήνα και τον ιππόκαμπο αναγνωρίζεται ως ένα από τα πρώιμα παθοφυσιολογικά χαρακτηριστικά της νόσου Alzheimer που σχετίζεται με την απώλεια μνήμης και τα γνωστικά ελλείμματα. Επειδή η επακόλουθη φλοιώδης ανεπάρκεια αυτού του νευροδιαβιβαστή πιστεύεται ότι εξηγεί ορισμένες από τις κλινικές εκδηλώσεις της ήπιας έως μέτριας άνοιας, η ενίσχυση της χολινεργικής λειτουργίας με έναν αντιχολινεστερασικό παράγοντα, όπως η τακρίνη ή η δονεπεζίλη, είναι μία από τις φαρμακολογικές προσεγγίσεις θεραπείας. Επειδή η εκτεταμένη εκφύλιση πολλαπλών κεντρικών νευρωνικών συστημάτων συμβαίνει τελικά σε ασθενείς με νόσο Alzheimer, τα δυνητικά ευεργετικά αποτελέσματα των αντιχολινεστερασικών παραγόντων θεωρητικά θα μειώνονταν καθώς η παθολογική διαδικασία προχωρά και λιγότεροι χολινεργικοί νευρώνες παραμένουν λειτουργικοί.
Τρέχουσες θεωρίες για την παθογένεση των γνωστικών σημείων και συμπτωμάτων της νόσου Alzheimer αποδίδουν ορισμένα από αυτά σε ανεπάρκεια χολινεργικής νευροδιαβίβασης. Η δονεπεζίλη υδροχλωρική υποτίθεται ότι ασκεί τη θεραπευτική της επίδραση ενισχύοντας τη χολινεργική λειτουργία. Αυτό επιτυγχάνεται αυξάνοντας τη συγκέντρωση της ακετυλοχολίνης μέσω αναστρέψιμης αναστολής της υδρόλυσής της από την ακετυλοχολινεστεράση. Δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι η δονεπεζίλη αλλάζει την πορεία της υποκείμενης εκφυλιστικής διαδικασίας.
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τον Μηχανισμό Δράσης (Πλήρης) της Δονεπεζίλης (Σύνολο 6), παρακαλούμε επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση: Η δονεπεζίλη απορροφάται αργά μέσω της γαστρεντερικής οδού μετά από από του στόματος χορήγηση. Ο Tmax είναι 3 έως 4 ώρες με βιοδιαθεσιμότητα 100% και οι σταθερές συγκεντρώσεις επιτυγχάνονται εντός 15 έως 21 ημερών από τη χορήγηση. Ο Tmax σε μία φαρμακοκινητική μελέτη προσδιόρισε Tmax 4,1 ± 1,5 ώρες. Η Cmax των δισκίων δονεπεζίλης 5 mg εκτιμάται σε 8,34 ng/mL, σύμφωνα με τον καναδικό οδηγό. Η AUC των δισκίων δονεπεζίλης 5 mg έχει προσδιοριστεί σε 221,90-225,36 ng.hr/mL.
Κατανομή: Ο όγκος κατανομής της δονεπεζίλης είναι 11,8 ± 1,7 L/kg για δόση 5 mg και 11,6 ± 1,91 L/kg για δόση 10 mg. Κατανέμεται κυρίως στους εξωαγγειακούς χώρους. Η δονεπεζίλη διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και οι συγκεντρώσεις στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό στις παραπάνω δόσεις έχουν μετρηθεί στο 15,7%. Ο όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση σύμφωνα με την ετικέτα του FDA για τη δονεπεζίλη κυμαίνεται από 12 - 16 L/kg.
Κάθαρση: Σύμφωνα με την ετικέτα του FDA, η μέση φαινομενική κάθαρση πλάσματος αυτού του φαρμάκου είναι 0,13 – 0,19 L/hr/kg. Μία δόση 5 mg δονεπεζίλης σε υγιείς ασθενείς έδειξε κάθαρση πλάσματος 0,110±0,02 L/h/kg. Σε 10 ασθενείς με διαγνωσμένη αλκοολική κίρρωση, παρατηρήθηκε μέση μείωση της κάθαρσης κατά 20% σε σύγκριση με την κάθαρση σε 10 υγιείς μάρτυρες. Σε 4 ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια σε σύγκριση με 4 υγιείς μάρτυρες, δεν σημειώθηκε σημαντική αλλαγή στην κάθαρση.
Η δονεπεζίλη απορροφάται καλά με σχετική από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα 100% και φτάνει στις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε 3 έως 4 ώρες. Η φαρμακοκινητική είναι γραμμική σε εύρος δόσης 1 έως 10 mg που χορηγείται μία φορά ημερησίως. Ούτε η τροφή ούτε η ώρα χορήγησης (πρωινή έναντι βραδινής δόσης) επηρεάζουν τον ρυθμό ή την έκταση της απορρόφησης των δισκίων δονεπεζίλης υδροχλωρικής.
… Η μέση φαινομενική κάθαρση πλάσματος (Cl/F) είναι 0,13 L/hr/kg. Μετά από πολλαπλή χορήγηση δόσεων, η δονεπεζίλη συσσωρεύεται στο πλάσμα κατά 4 έως 7 φορές και επιτυγχάνεται σταθερή κατάσταση εντός 15 ημερών. Ο όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση είναι 12 L/kg.
Σε μελέτη 10 ασθενών με σταθερή αλκοολική κίρρωση, η κάθαρση της δονεπεζίλης υδροχλωρικής μειώθηκε κατά 20% σε σχέση με 10 υγιείς μάρτυρες αντίστοιχης ηλικίας και φύλου.
Σε μελέτη 11 ασθενών με μέτρια έως σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (ClCr < 18 mL/min/1.73 τ.μ.) η κάθαρση της δονεπεζίλης υδροχλωρικής δεν διέφερε από 11 υγιείς μάρτυρες αντίστοιχης ηλικίας και φύλου.
Απέκκριση: Σε μελέτη ραδιοσημασμένης χορήγησης δονεπεζίλης σε υγιείς ενήλικες, το 57% της μετρηθείσας ραδιενέργειας αναγνωρίστηκε στα ούρα και το 5% στα κόπρανα.
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την Απορρόφηση, Κατανομή και Απέκκριση (Πλήρης) της Δονεπεζίλης (Σύνολο 12), παρακαλούμε επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Η δονεπεζίλη μεταβολίζεται κατά πρώτης διόδου στο ήπαρ, κυρίως από CYP3A4, εκτός από CYP2D6. Μετά από αυτό, συμβαίνουν O-δεαλκυλίωση, υδροξυλίωση, N-οξείδωση, υδρόλυση και O-γλυκουρονιδίωση, παράγοντας διάφορους μεταβολίτες με παρόμοιες ημιζωές με το αμετάβλητο μητρικό φάρμακο. Μία μελέτη της φαρμακοκινητικής της ραδιοσημασμένης δονεπεζίλης έδειξε ότι περίπου το 53% της ραδιενέργειας στο πλάσμα εμφανίστηκε ως δονεπεζίλη σε αμετάβλητη μορφή, και το 11% αναγνωρίστηκε ως ο μεταβολίτης 6-O-δεσμεθυλ δονεπεζίλη, ο οποίος ασκεί παρόμοια αναστολή της ακετυλοχολινεστεράσης. Αυτό το φάρμακο μεταβολίζεται εκτενώς σε τέσσερις κύριους μεταβολίτες, δύο από τους οποίους θεωρούνται φαρμακολογικά ενεργοί, καθώς και σε πολλαπλούς ανενεργούς και απροσδιόριστους μεταβολίτες.
Η δονεπεζίλη απεκκρίνεται στα ούρα αμετάβλητη και μεταβολίζεται εκτενώς σε τέσσερις κύριους μεταβολίτες, δύο από τους οποίους είναι γνωστό ότι είναι ενεργοί, και σε ορισμένους δευτερεύοντες μεταβολίτες, από τους οποίους δεν έχουν ταυτοποιηθεί όλοι. Η δονεπεζίλη μεταβολίζεται από ισοένζυμα CYP 450 2D6 και 3A4 και υφίσταται γλυκουρονιδίωση. Μετά τη χορήγηση 14C-σημασμένης δονεπεζίλης, η ραδιενέργεια στο πλάσμα, εκφραζόμενη ως ποσοστό της χορηγηθείσας δόσης, ήταν κυρίως αμετάβλητη δονεπεζίλη (53%) και 6-O-δεσμεθυλ δονεπεζίλη (11%), η οποία έχει αναφερθεί ότι αναστέλλει την AChE στον ίδιο βαθμό με τη δονεπεζίλη in vitro και βρέθηκε σε συγκεντρώσεις στο πλάσμα περίπου ίσες με το 20% της δονεπεζίλης.
Ο στόχος αυτής της μελέτης ήταν να διερευνηθεί ο μεταβολισμός και η απέκκριση της δονεπεζίλης HCl σε ανθρώπους, μετά τη χορήγηση μίας εφάπαξ από του στόματος δόσης 5 mg (υγρή μορφή) που περιείχε ένα μείγμα μη σημασμένης και 14C-σημασμένης δονεπεζίλης. … Η αμετάβλητη δονεπεζίλη αντιπροσώπευε το μεγαλύτερο συστατικό της ανακτηθείσας δόσης σε κάθε μήτρα. Αναγνωρίστηκαν τρεις μεταβολικές οδοί: (i) O-δεαλκυλίωση και υδροξυλίωση σε μεταβολίτες M1 και M2, με επακόλουθη γλυκουρονιδίωση σε μεταβολίτες M11 και M12· (ii) υδρόλυση σε μεταβολίτη M4· και (iii) N-οξείδωση σε μεταβολίτη M6. Στο πλάσμα, η μητρική ουσία αντιστοιχούσε περίπου στο 25% της δόσης που ανακτήθηκε κατά τη διάρκεια κάθε περιόδου δειγματοληψίας, καθώς και της αθροιστικής ανακτηθείσας δόσης. Το ανακτηθέν υπόλειμμα έδειξε υψηλότερα επίπεδα των υδροξυλιωμένων μεταβολιτών M1 και M2 από τους γλυκουρονιδικούς τους συζεύκτες M11 και M12, αντίστοιχα. Στα ούρα, η μητρική ουσία αντιστοιχούσε κατά μέσο όρο στο 17% της δόσης που ανακτήθηκε από κάθε συλλογικό δείγμα, καθώς και της συνολικής ανακτηθείσας δόσης. Ο κύριος μεταβολίτης ήταν το προϊόν υδρόλυσης M4, ακολουθούμενο από τους γλυκουρονιδικούς συζεύκτες M11 και M12. Στα κόπρανα, η μητρική ουσία επίσης επικρατούσε, αν και αντιστοιχούσε μόνο στο 1% της ανακτηθείσας δόσης. Ένα μεγάλο ποσοστό της ραδιενέργειας στα κόπρανα αποτελούνταν από μη ταυτοποιημένους πολύ πολικούς μεταβολίτες, οι οποίοι διατηρήθηκαν στην αρχή της χρωματογραφίας λεπτής στιβάδας. Από τους εκχυλισμένους μεταβολίτες, τα προϊόντα υδροξυλίωσης M1 και M2 ήταν τα πιο άφθονα, ακολουθούμενα από το προϊόν υδρόλυσης M4 και το προϊόν N-οξείδωσης M6. Η δονεπεζίλη μεταβολίζεται ηπατικά και η κυρίαρχη οδός απέκκρισης τόσο του μητρικού φαρμάκου όσο και των μεταβολιτών του είναι η νεφρική, καθώς το 79% της ανακτηθείσας δόσης βρέθηκε στα ούρα με το υπόλοιπο 21% στα κόπρανα. Επιπλέον, η μητρική ουσία, η δονεπεζίλη, είναι το κυρίαρχο προϊόν απέκκρισης στα ούρα. Οι κύριοι μεταβολίτες της δονεπεζίλης περιλαμβάνουν τους M1 και M2 (μέσω O-δεαλκυλίωσης και υδροξυλίωσης), M11 και M12 (μέσω γλυκουρονιδίωσης των M1 και M2, αντίστοιχα), M4 (μέσω υδρόλυσης) και M6 (μέσω N-οξείδωσης).
Η δονεπεζίλη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν 5,6-διμεθοξυ-2-(πιπεριδιν-4-υλμεθυλ)-2,3-διϋδροϊνδεν-1-όνη, 5-O-Δεσμεθυλ Δονεπεζίλη και 6-O-Δεσμεθυλ Δονεπεζίλη.
Η δονεπεζίλη μεταβολίζεται από ισοένζυμα CYP 450 2D6 και 3A4 στο ήπαρ και επίσης υφίσταται γλυκουρονιδίωση. Ο κύριος μεταβολίτης, 6-O-δεσμεθυλ δονεπεζίλη, έχει αναφερθεί ότι αναστέλλει την AChE στον ίδιο βαθμό με τη δονεπεζίλη in vitro.
Οδός Απέκκρισης: Η δονεπεζίλη απεκκρίνεται στα ούρα αμετάβλητη και μεταβολίζεται εκτενώς σε τέσσερις κύριους μεταβολίτες, δύο εκ των οποίων είναι γνωστοί ως ενεργοί, καθώς και σε αριθμό δευτερευόντων μεταβολιτών, από τους οποίους δεν έχουν ταυτοποιηθεί όλοι.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Η μέση χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της δονεπεζίλης είναι περίπου 70 ώρες, σύμφωνα με τα αποτελέσματα διαφόρων μελετών και την ετικέτα του FDA για τη δονεπεζίλη. Μία φαρμακοκινητική μελέτη προσδιόρισε τον μέσο τελικό χρόνο ημίσειας ζωής σε 81,5±22,0 ώρες.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της δονεπεζίλης είναι περίπου 70 ώρες.
Μία 79χρονη γυναίκα με νόσο Alzheimer εισήχθη λόγω οξέων χολινεργικών συμπτωμάτων που προκλήθηκαν από υπερδοσολογία (45 mg) δονεπεζίλης (DPZ)… Η συγκέντρωση DPZ στο πλάσμα ήταν 54,6 ng/mL κατά την εισαγωγή και μειώθηκε σταδιακά στα φυσιολογικά όρια σε περίπου 90 ώρες. Ο υπολογιζόμενος χρόνος ημίσειας ζωής της DPZ ήταν περίπου 55 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση MeSH:
- Φάρμακα που αναστέλλουν τις χολινεστεράσες: Ο νευροδιαβιβαστής ΑΚΕΤΥΛΟΧΟΛΙΝΗ υδρολύεται ταχέως και, ως εκ τούτου, αδρανοποιείται από τις χολινεστεράσες. Όταν οι χολινεστεράσες αναστέλλονται, η δράση της ενδογενώς απελευθερούμενης ακετυλοχολίνης στις χολινεργικές συνάψεις ενισχύεται. Οι αναστολείς της χολινεστεράσης χρησιμοποιούνται ευρέως κλινικά για την ενίσχυση των χολινεργικών ερεθισμάτων προς τον γαστρεντερικό σωλήνα και την ουροδόχο κύστη, το μάτι και τους σκελετικούς μύες· χρησιμοποιούνται επίσης για τις επιδράσεις τους στην καρδιά και στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη διευκόλυνση της μάθησης ή της μνήμης, ιδιαίτερα για την πρόληψη των γνωστικών ελλειμμάτων που σχετίζονται με τις άνοιες. Αυτά τα φάρμακα δρουν μέσω ποικίλων μηχανισμών.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
8SSC91326P
DONEPEZIL
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Ομάδα [EPC] - Αναστολέας Χολινεστεράσης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Χολινεστεράσης
Η δονεπεζίλη είναι Αναστολέας Χολινεστεράσης. Ο μηχανισμός δράσης της δονεπεζίλης είναι ως Αναστολέας Χολινεστεράσης.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Φαρμακολογική Ταξινόμηση MeSH:
- Φάρμακα που αναστέλλουν τις χολινεστεράσες: Ο νευροδιαβιβαστής ΑΚΕΤΥΛΟΧΟΛΙΝΗ υδρολύεται ταχέως και, ως εκ τούτου, αδρανοποιείται από τις χολινεστεράσες. Όταν οι χολινεστεράσες αναστέλλονται, η δράση της ενδογενώς απελευθερούμενης ακετυλοχολίνης στις χολινεργικές συνάψεις ενισχύεται. Οι αναστολείς της χολινεστεράσης χρησιμοποιούνται ευρέως κλινικά για την ενίσχυση των χολινεργικών ερεθισμάτων προς τον γαστρεντερικό σωλήνα και την ουροδόχο κύστη, το μάτι και τους σκελετικούς μύες· χρησιμοποιούνται επίσης για τις επιδράσεις τους στην καρδιά και στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη διευκόλυνση της μάθησης ή της μνήμης, ιδιαίτερα για την πρόληψη των γνωστικών ελλειμμάτων που σχετίζονται με τις άνοιες. Αυτά τα φάρμακα δρουν μέσω ποικίλων μηχανισμών.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 1 N06DA02Ήπιο-Αρχικό Στάδιο (MMSE > 20)
- MMSE > 20
- Ένας από τους αναστολείς χολινεστερασών — όχι συγχορήγηση
Δοσολογία: Έναρξη 5 mg × 1 — μέγ. 10 mg/24ωρο · Συνεχής -
ΒΗΜΑ 2 N06DA02Μέσο Στάδιο (MMSE 10–20)
- MMSE 10–20
- Συγχορήγηση αναστολέα χολινεστερασών + μεμαντίνης
Δοσολογία: 10 mg/24ωρο · Συνεχής