ENALAPRIL(Εναλαπρίλη)
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.
Κατά την πηγή: 11 ώρες (ενήλικες) / 14 ώρες (παιδιά και έφηβοι σε ισορροπία)
- DrugBank: >2 ωρών, μικρή <2 ωρών για μη τροποποιημένο enalapril σε υγιείς, 3.4–5.8 ώρες σε δόσεις 5 mg και 10 mg, αντίστοιχα; τελική ημιζωή enalaprilat 35–38 ώρες; αποτελεσματική ημιζωή μετά από πολλαπλές δόσεις 11–14 ώρες
- PubChem: 35-38 ώρες (τελικός χρόνος ημίσειας ζωής για εναλαπριλάτη)
Δέσμευση πρωτεϊνών
Το ποσοστό του φαρμάκου που κυκλοφορεί δεσμευμένο σε πρωτεΐνες του πλάσματος. Δρα μόνο το ελεύθερο κλάσμα, γι' αυτό η υψηλή δέσμευση αυξάνει τον κίνδυνο αλληλεπιδράσεων εκτόπισης.
Βιοδιαθεσιμότητα
Το ποσοστό της χορηγούμενης δόσης που φτάνει αναλλοίωτο στη συστηματική κυκλοφορία.
Απέκκριση
Η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου. Δείχνει πού χρειάζεται προσαρμογή δόσης — σε νεφρική ή σε ηπατική ανεπάρκεια.
Καθαρίζει (~5×t½)
Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.
Σκευάσματα και τιμές
Ενδείξεις κατά έγγραφο
Ατομικές ενδείξεις όπως δηλώνονται στα πιστοποιημένα κείμενα των SPC, με τεκμηρίωση
- Φόρτωση…
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Θεραπεία της Υπέρτασης
- I10 Ιδιοπαθής υπέρταση
-
Θεραπεία της συμπτωματικής καρδιακής ανεπάρκειας
- I50 Καρδιακή ανεπάρκεια
-
Πρόληψη της συμπτωματικής καρδιακής ανεπάρκειας
σε: ασθενείς με ασυμπτωματική δυσλειτουργία της αριστεράς κοιλίας
(κλάσμα εξώθησης <35%)
- I50 Καρδιακή ανεπάρκεια
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος ANALEPT
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: μία φορά ημερησίως ή σε δύο διαιρεμένες δόσεις
- Δόση έναρξης: 5 mg έως 20 mg
- Τιτλοποίηση: Η δόση σε καρδιακή ανεπάρκεια θα πρέπει σταδιακά να αυξηθεί στη συνήθη δόση συντήρησης των 20 mg χορηγούμενα είτε εφάπαξ, είτε σε δύο διαιρεμένες δόσεις ανάλογα με την ανεκτικότητα του ασθενούς. Αυτή η τιτλοποίηση συνιστάται να διεξάγεται μέσα σε περίοδο 2 -4 εβδομάδων.
-
Ενήλικες με υπέρτασηΔόση20 mgΜέγ. δόση40 mgΣυνήθης δόση συντήρησης. Λαμβάνεται μία φορά ημερησίως.
-
Ενήλικες με ήπια υπέρτασηΔόση5 mg έως 10 mgΣυνιστώμενη αρχική δοσολογία.
-
Ενήλικες με πολύ έντονα ενεργοποιημένο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνηςΔόση5 mg ή χαμηλότερηΗ έναρξη της θεραπείας θα πρέπει να γίνεται κάτω από ιατρική παρακολούθηση.
-
Ενήλικες με προηγούμενη θεραπεία με μεγάλες δόσεις διουρητικώνΔόση5 mg ή μικρότερηΑν είναι δυνατόν, η θεραπεία με τα διουρητικά θα πρέπει να διακοπεί για 2 - 3 μέρες πριν την έναρξη της θεραπείας με ENALAPRIL Εναλαπρίλη.
-
Ενήλικες με συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια ή ασυμπτωματική δυσλειτουργία της αριστεράς κοιλίαςΔόση2,5 mgΜέγ. δόση40 mgΑρχική δόση. Η δόση θα πρέπει να χορηγούνται κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση. Η μέγιστη δόση είναι 40 mg ημερησίως, χορηγούμενη σε δύο διηρημένες δόσεις.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (20 ως < 50 kg) που μπορούν να μασήσουν δισκίαΔόση2,5 mgΜέγ. δόση20 mgΑρχική δόση. Χορηγείται μία φορά την ημέρα.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (> 50 kg) που μπορούν να μασήσουν δισκίαΔόση5 mgΜέγ. δόση40 mgΑρχική δόση. Χορηγείται μία φορά την ημέρα.
-
ΠαιδιάΔεν συνιστάται η χρήση.
-
Βρέφη και παιδιατρικοί ασθενείς με ρυθμό σπειραματικής διήθησης < 30ml/min/1,73 m²Δεν συνιστάται.
-
Ηλικιωμένοι και ασθενείς με ηπατική ανεπάρκειαΗ δόση θα πρέπει να καθορίζεται ανάλογα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην εναλαπρίλη, σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα ή οποιοδήποτε άλλο αναστολέα ΜΕΑ.
-
Ιστορικό αγγειοοιδήματος σχετιζόμενο με προηγούμενη θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ
-
Ιδιοπαθές ή κληρονομικό αγγειοοίδημα
-
Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο κύησηςΠληθυσμόςέγκυες γυναίκες
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Συμπτωματική υπότασηπροσοχήΠληθυσμόςυπερτασικοί ασθενείς με μειωμένο όγκο υγρών (π.χ. διουρητική αγωγή, διαιτητικός περιορισμός άλατος, αιμοδιύλιση, διάρροια, έμετος) ή σοβαρή υπέρταση εξαρτώμενη από τη ρενίνηΗ αγωγή θα πρέπει να αρχίζει κάτω από πολύ στενή ιατρική παρακολούθηση και η δόση του ENALAPRIL Εναλαπρίλη και/ή του διουρητικού να αναπροσαρμόζεται. Να διορθωθούν οι καταστάσεις (π.χ. μειωμένος όγκος υγρών) πριν την έναρξη της αγωγής.
-
Συμπτωματική υπότασηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια με ή χωρίς σχετιζόμενη νεφρική ανεπάρκεια (ιδιαίτερα με μεγάλου βαθμού καρδιακή ανεπάρκεια, υψηλές δόσεις διουρητικών της αγκύλης, υπονατριαιμία ή λειτουργική νεφρική ανεπάρκεια)Η αγωγή θα πρέπει να αρχίζει κάτω από πολύ στενή ιατρική παρακολούθηση και η δόση του ENALAPRIL Εναλαπρίλη και/ή του διουρητικού να αναπροσαρμόζεται. Να διορθωθούν οι καταστάσεις (π.χ. μειωμένος όγκος υγρών) πριν την έναρξη της αγωγής.
-
Συμπτωματική υπότασηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με ισχαιμία του μυοκαρδίου ή αγγειακή εγκεφαλική νόσοΠαρόμοιες προφυλάξεις με ασθενείς με μειωμένο όγκο υγρών/καρδιακή ανεπάρκεια.
-
Συμπτωματική υπότασηπροσοχήΠληθυσμόςόλοι οι ασθενείςΕάν αναπτυχθεί υπόταση, ο ασθενής πρέπει να τοποθετηθεί σε ύπτια θέση και εάν είναι αναγκαίο, να λάβει ενδοφλέβια χορήγηση φυσιολογικού ορού. Εάν η υπόταση γίνει συμπτωματική, μπορεί να απαιτηθεί ελάττωση και/ή διακοπή του ENALAPRIL Εναλαπρίλη.
-
Αορτική στένωση ή στένωση της Μιτροειδούς Βαλβίδος/Υπερτροφική καρδιομυοπάθειαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με στένωση της μιτροειδούς βαλβίδας και απόφραξη της ροής εξώθησης της αριστερής κοιλίας (όπως αορτική στένωση ή υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια)Να χρησιμοποιούνται με προσοχή.
-
Βλάβη νεφρικής λειτουργίαςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με νεφρική βλάβη (κάθαρση κρεατινίνης < 80 ml/min)Η αρχική δόση της εναλαπρίλης θα πρέπει να προσαρμόζεται, σύμφωνα με την κάθαρση της κρεατινίνης του ασθενούς.
-
Βλάβη νεφρικής λειτουργίαςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας ή με στένωση αρτηρίας μονήρους νεφρούΗ αγωγή θα πρέπει να αρχίζει κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση με χαμηλές δόσεις και προσεκτική τιτλοποίηση δόσεων. Να διακόπτονται τα διουρητικά και να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων της αγωγής.
-
Βλάβη νεφρικής λειτουργίαςπροσοχήΠληθυσμόςυπερτασικοί ασθενείς με μη εμφανή προϋπάρχουσα νεφρική νόσο (ειδικά αν λαμβάνουν εναλαπρίλη ταυτόχρονα με διουρητικό)Απαιτείται η μείωση της δοσολογίας της εναλαπρίλης και/ή διακοπή του διουρητικού.
-
Ασθενείς με αιμοκάθαρσηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που υποβλήθηκαν σε αιμοκάθαρση με μεμβράνες υψηλής ροής και λάμβαναν ταυτόχρονα ENALAPRIL ΕναλαπρίληΝα χρησιμοποιείται διαφορετικός τύπος μεμβράνης αιμοκάθαρσης ή διαφορετική κατηγορία αντιυπερτασικού παράγοντα.
-
Μεταμόσχευση νεφρούπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με πρόσφατη μεταμόσχευση νεφρούΔεν υπάρχει εμπειρία χορήγησης ENALAPRIL Εναλαπρίλη.
-
Υπερευαισθησία / ΑγγειοοίδημασοβαρόΠληθυσμόςασθενείς που βρίσκονται σε αγωγή με αναστολείς του ΜΕΑΝα διακόπτεται αμέσως η θεραπεία και να γίνεται απαραίτητος έλεγχος. Εάν υπάρχει συμμετοχή της γλώσσας, γλωττίδας ή λάρυγγα, απαιτείται χορήγηση επείγουσας θεραπείας (π.χ. αδρεναλίνη) και στενή ιατρική παρακολούθηση.
-
Υπερευαισθησία / ΑγγειοοίδημαπροσοχήΠληθυσμόςμαύροι ασθενείςΥψηλότερη συχνότητα εμφάνισης αγγειοοιδήματος.
-
Υπερευαισθησία / ΑγγειοοίδημαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με ιστορικό αγγειοοιδήματος μη σχετιζόμενο με θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑΑυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματος.
-
Εντερικό αγγειοοίδημαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς υπό αγωγή με αναστολείς ΜΕΑ που προσέρχονται με κοιλιακό άλγοςΝα περιλαμβάνεται στην διαφορική διάγνωση. Τα συμπτώματα εξαφανίστηκαν μετά τη διακοπή του αναστολέα του ΜΕΑ.
-
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά τη διάρκεια απευαισθητοποίησηςσοβαρόΠληθυσμόςασθενείς που λάμβαναν αναστολείς του ΜΕΑ κατά τη διάρκεια αγωγής απευαισθητοποίησης (π.χ. τοξίνη υμενοπτέρων)Να διακόπτονται προσωρινά οι αναστολείς ΜΕΑ κατά τη διάρκεια της αγωγής απευαισθητοποίησης.
-
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά τη διάρκεια αφαίρεσης λιποπρωτεΐνης χαμηλής πυκνότητας (LDL)σοβαρόΠληθυσμόςασθενείς που ελάμβαναν αναστολείς ΜΕΑ κατά τη διάρκεια αφαίρεσης της LDL με θειϊκή δεξτράνηΝα διακόπτεται προσωρινά η θεραπεία α-ΜΕΑ πριν από κάθε διαδικασία αφαίρεσης.
-
Ηπατική ανεπάρκειασοβαρόΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ που ανέπτυξαν ίκτερο ή σημαντικές αυξήσεις των ηπατικών ενζύμωνΝα διακόψουν τον αναστολέα ΜΕΑ και να έχουν την κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση.
-
Ουδετεροπενία/Ακοκκιοκυταραιμία/Θρομβοπενία/ΑναιμίαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με αγγειακή νόσο του κολλαγόνου, ανοσοκατασταλτική θεραπεία, θεραπεία με αλλοπουρινόλη ή προκαΐναμίδη ή συνδυασμό αυτών, ιδιαίτερα με προϋπάρχουσα βλάβη της νεφρικής λειτουργίαςΝα χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή. Οι ασθενείς να καθοδηγούνται να αναφέρουν οποιοδήποτε σημείο λοίμωξης.
-
ΦυλήπροσοχήΠληθυσμόςμαύροι ασθενείςΟι αναστολείς του ΜΕΑ μπορεί να είναι λιγότερο αποτελεσματικοί στη μείωση της αρτηριακής πίεσης.
-
ΒήχαςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που χρησιμοποιούν αναστολείς ΜΕΑΟ βήχας είναι μη παραγωγικός, επίμονος και εξαφανίζεται μετά τη διακοπή της αγωγής. Να λαμβάνεται υπόψη στη διαφορική διάγνωση.
-
Χειρουργική επέμβαση/ΑναισθησίαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που υποβάλλονται σε μεγάλη χειρουργική επέμβαση ή κατά τη διάρκεια αναισθησίας με παράγοντες που προκαλούν υπότασηΗ αγωγή θα πρέπει να διακόπτεται μία ημέρα πριν την εγχείρηση.
-
ΥπερκαλιαιμίαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, αρρύθμιστο σακχαρώδη διαβήτη, ή που λαμβάνουν καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου, υποκατάστατα αλάτων με κάλιο, ή άλλα φάρμακα που αυξάνουν το κάλιοΑν θεωρηθεί απαραίτητη η ταυτόχρονη χορήγηση, συνιστάται τακτικός έλεγχος του καλίου του ορού.
-
Διαβητικοί ασθενείςπροσοχήΠληθυσμόςδιαβητικοί ασθενείς που λαμβάνουν από το στόμα χορηγούμενα αντιδιαβητικά σκευάσματα ή ινσουλίνηΝα γίνεται συχνά γλυκαιμικός έλεγχος κατά τη διάρκεια του πρώτου μηνός της θεραπείας με αναστολέα ΜΕΑ.
-
ΛίθιοπροσοχήΠληθυσμόςόλοι οι ασθενείςΟ συνδυασμός λιθίου και εναλαπρίλης γενικά δε συνιστάται.
-
Καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιοπροσοχήΠληθυσμόςόλοι οι ασθενείςΟ συνδυασμός αναστολέα ΜΕΑ με καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο γενικώς δεν συνιστάται.
-
ΚύησηαντένδειξηΠληθυσμόςέγκυες γυναίκες ή γυναίκες που σχεδιάζουν εγκυμοσύνηΔεν θα πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της κύησης. Σε περίπτωση σχεδιασμού εγκυμοσύνης, να αλλάξουν αντιυπερτασική θεραπεία. Εάν διαπιστωθεί εγκυμοσύνη, η θεραπεία με α-ΜΕΑ θα πρέπει να διακοπεί άμεσα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Διουρητικά φάρμακαπροσοχήΥπερβολική πτώση στην αρτηριακή πίεση (υπόταση)ΣύστασηΜείωση πιθανότητας υποτασικών φαινομένων με διακοπή του διουρητικού, αύξηση του όγκου του αίματος ή της λήψης άλατος πριν την έναρξη της θεραπείας με χαμηλές και προοδευτικά αυξανόμενες δόσεις του αναστολέα ΜΕΑ.
-
Καλιοσυντηρητικά διουρητικά (σπιρονολακτόνη, τριαμτερένη, αμιλορΐδη)αντένδειξηΣημαντική αύξηση του καλίου του ορού (υπερκαλιαιμία)ΣύστασηΟ συνδυασμός δεν συνιστάται. Εάν κρίνεται απαραίτητος, χρήση με προσοχή και συχνή παρακολούθηση του καλίου του ορού.
-
Συμπληρώματα καλίουαντένδειξηΣημαντική αύξηση του καλίου του ορού (υπερκαλιαιμία)ΣύστασηΟ συνδυασμός δεν συνιστάται. Εάν κρίνεται απαραίτητος, χρήση με προσοχή και συχνή παρακολούθηση του καλίου του ορού.
-
Υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιοαντένδειξηΣημαντική αύξηση του καλίου του ορού (υπερκαλιαιμία)ΣύστασηΟ συνδυασμός δεν συνιστάται. Εάν κρίνεται απαραίτητος, χρήση με προσοχή και συχνή παρακολούθηση του καλίου του ορού.
-
αντένδειξηΑναστρέψιμες αυξήσεις των συγκεντρώσεων του λιθίου στον ορό και τοξικότητα. Η ταυτόχρονη χρήση θειαζιδικών διουρητικών μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο.ΣύστασηΗ συγχορήγηση δεν συνιστάται. Εάν κρίνεται απαραίτητος, προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων του λιθίου στον ορό.
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), συμπεριλαμβανομένης της ασπιρίνης σε δόση >3g/ημέραπροσοχήΜείωση της αντιυπερτασικής δράσης των αναστολέων ΜΕΑ. Αθροιστική επίδραση στην αύξηση του καλίου του ορού. Μείωση της νεφρικής λειτουργίας, σπανίως οξεία νεφρική ανεπάρκεια.
-
Αντιυπερτασικοί παράγοντεςπροσοχήΑύξηση της υποτασικής επίδρασης των αναστολέων ΜΕΑ.
-
Αγγειοδιασταλτικά (π.χ. νιτρογλυκερίνη και άλλα νιτρώδη)προσοχήΜείωση περαιτέρω της αρτηριακής πίεσης.
-
Αντιδιαβητικοί παράγοντες (ινσουλίνες, υπογλυκαιμικοί παράγοντες από του στόματος)προσοχήΑύξηση της υπογλυκαιμικής δράσης με κίνδυνο υπογλυκαιμίας.
-
Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικάπροσοχήΠεραιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης.
-
ΑντιψυχωσικάπροσοχήΠεραιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης.
-
Αναισθητικά φαρμακευτικά προϊόνταπροσοχήΠεραιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης.
-
Συμπαθομιμητικά φάρμακαπροσοχήΕλάττωση των αντιυπερτασικών επιδράσεων των αναστολέων του ΜΕΑ.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος για λευκοπενία.
-
Κυτταροστατικοί παράγοντεςπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος για λευκοπενία.
-
Ανοσοκατασταλτικοί παράγοντεςπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος για λευκοπενία.
-
Συστηματικά κορτικοστεροειδήπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος για λευκοπενία.
-
ΠροκαϊναμίδηπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος για λευκοπενία.
-
ΑντιόξιναπροσοχήΜειωμένη βιοδιαθεσιμότητα των αναστολέων του ΜΕΑ.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αναιμία (συμπεριλαμβανομένης απλαστικής και της αιμολυτικής)
- Ουδετεροπενία
- Μείωση αιμοσφαιρίνης
- Μείωση αιματοκρίτη
- Θρομβοκυτοπενία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Καταστολή μυελού των οστών
- Πανκυτοπενία
- Λεμφαδενοπάθεια
- Ηωσινοφιλία
- Λευκοκυττάρωση
- Αυτοάνοση νόσος
- Ορογονίτιδα
- Υπογλυκαιμία
- Ανορεξία
- Υπερκαλιαιμία
- Υπονατριαιμία
- Κεφαλαλγία
- Υπνηλία
- Παραισθησία
- Ίλιγγος
- Ζάλη
- Συγκοπή
- Διαταραχή γεύσης
- Κατάθλιψη
- Σύγχυση
- Αϋπνία
- Νευρικότητα
- Διαταραχές ονείρων
- Διαταραχές ύπνου
- Θάμβος όρασης
- Υπόταση (συμπεριλαμβανομένης της ορθοστατικής υπότασης)
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιο (πιθανόν δευτερογενώς ως προς την εκσεσημασμένη υπόταση σε ασθενείς υψηλού κινδύνου)
- Θωρακικό άλγος
- Εξασθένηση
- Κόπωση
- Κακουχία
- Πυρετός
- Διαταραχές καρδιακού ρυθμού
- Ασταθής στηθάγχη
- Ταχυκαρδία
- Αίσθημα παλμών
- Ορθοστατική υπόταση
- Φαινόμενο Raynaud's
- Έξαψη
- Αγγειίτιδα
- Βήχας
- Δύσπνοια
- Ρινόρροια
- Βράγχος φωνής
- Πνευμονικά διηθύματα
- Ρινίτιδα
- Κυνάγχη
- Ναυτία
- Διάρροια
- Κοιλιακό άλγος
- Ειλεός
- Παγκρεατίτιδα
- Εμετός
- Δυσπεψία
- Δυσκοιλιότητα
- Γαστρικοί ερεθισμοί
- Ξηροστομία
- Πεπτικό έλκος
- Γλωσσίτιδα
- Εντερικό αγγειοοίδημα
- Βρογχόσπασμος / Άσθμα
- Αλλεργική κυψελίτις / Ηωσινοφιλική πνευμονία
- Στοματίτιδα / Αφθώδη έλκη
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Ηπατική δυσλειτουργία
- Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
- Ηπατίτιδα - είτε ηπατοκυτταρική ή χολοστατική
- Ηπατίτιδα (συμπεριλαμβανομένης της νέκρωσης)
- Χολόσταση (συμπεριλαμβανομένου του ίκτερου)
- Εξάνθημα
- Εφίδρωση
- Κνίδωση
- Κνησμός
- Αλωπεκία
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Πέμφιγα
- Ερυθρόδερμα
- Φωτοευαισθησία
- Δερματολογικές εκδηλώσεις
- Υπερευαισθησία / Αγγειονευρωτικό οίδημα: αγγειονευρωτικό οίδημα του προσώπου, των άκρων, των χειλιών, της γλώσσας, γλωττίδος και/ή του λάρυγγα
- Πρωτεϊνουρία
- Ολιγουρία
- Ανικανότητα
- Γυναικομαστία
- Μυϊκές κράμπες
- Εμβοές
- Μυαλγία / Μυοσίτιδα
- Αρθραλγία / Αρθρίτιδα
- Αύξηση κρεατινίνης ορού
- Αύξηση ουρίας αίματος
- Αύξηση χολερυθρίνης ορού
- Θετικό ANA
- Αυξημένη ΤΚΕ
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΕξασθένησηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΖάληΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΘάμβος όρασηςΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιο (πιθανόν δευτερογενώς ως προς την εκσεσημασμένη υπόταση σε ασθενείς υψηλού κινδύνου)Καρδιακές και αγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑσταθής στηθάγχηΚαρδιά
-
ΣυχνέςΑύξηση κρεατινίνης ορούΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχές καρδιακού ρυθμούΚαρδιά
-
ΣυχνέςΔιαταραχή γεύσηςΝευρικό
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΥπερευαισθησία / αγγειονευρωτικό οίδημα: αγγειονευρωτικό οίδημα του προσώπου, των άκρων, των χειλιών, της γλώσσας, γλωττίδος και/ή του λάρυγγαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΥπερκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπόταση (συμπεριλαμβανομένης της ορθοστατικής υπότασης)Καρδιακές και αγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΆσθμαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑναιμία (συμπεριλαμβανομένης απλαστικής και της αιμολυτικής)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑνικανότηταΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑύξηση ουρίας αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΒράγχος φωνήςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΓαστρικοί ερεθισμοίΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕιλεόςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΑυτί
-
Όχι συχνέςΕμετόςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕφίδρωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΗπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΗπατική δυσλειτουργίαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΚακουχίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚυνάγχηΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκές κράμπεςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠεπτικό έλκοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠρωτεϊνουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΠυρετόςΓενικές
-
Όχι συχνέςΡινόρροιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΑλλεργική κυψελίτις / ηωσινοφιλική πνευμονίαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣπάνιεςΑποφολιδωτική δερματίτιδαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΑυτοάνοση νόσοςΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑύξηση χολερυθρίνης ορούΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΓλωσσίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΔιαταραχές ονείρωνΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΔιαταραχές ύπνουΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΕρυθρόδερμαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδα (είτε ηπατοκυτταρική ή χολοστατική)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδα (συμπεριλαμβανομένης της νέκρωσης)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΘρομβοκυτοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΚαταστολή μυελού των οστώνΑίμα
-
ΣπάνιεςΛεμφαδενοπάθειαΑίμα
-
ΣπάνιεςΜείωση αιματοκρίτηΑίμα
-
ΣπάνιεςΜείωση αιμοσφαιρίνηςΑίμα
-
ΣπάνιεςΟλιγουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΠέμφιγαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΠανκυτοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΠνευμονικά διηθύματαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΣτοματίτιδα / αφθώδη έλκηΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
ΣπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΦαινόμενο Raynaud'sΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΧολόσταση (συμπεριλαμβανομένου του ίκτερου)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιεςΕντερικό αγγειοοίδημαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΑγγειίτιδαΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΑρθραλγία / ΑρθρίτιδαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΑυξημένη ΤΚΕΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΔερματολογικές εκδηλώσειςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΘετικό ANAΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΛευκοκυττάρωσηΑίμα
-
Μη γνωστέςΜυαλγία / ΜυοσίτιδαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΟρογονίτιδαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΦωτοευαισθησίαΔέρμα
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΔεν συνιστάταικατά την διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης
-
ΚύησηΑντενδείκνυταικατά την διάρκεια του δευτέρου και τρίτου τριμήνου της κύησης. Εάν διαπιστωθεί εγκυμοσύνη κατά τη χρήση του φαρμάκου, η θεραπεία με α-ΜΕΑ θα πρέπει να διακοπεί άμεσα και να ξεκινήσει κάποια εναλλακτική θεραπεία. Συνιστάται έλεγχος με υπερηχογράφημα της νεφρικής λειτουργίας και του κρανίου εάν η έκθεση έχει συμβεί από το δεύτερο τρίμηνο. Βρέφη θα πρέπει να παρακολουθηθούν για υπόταση.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιγια τα πρόωρα νεογνό και για τις πρώτες εβδομάδες μετά τον τοκετό
-
ΓαλουχίαΜε προσοχήΣτην περίπτωση ενός μεγαλύτερου βρέφους, μπορεί να ληφθεί υπόψη με βάση την αναγκαιότητα της θεραπείας για τη μητέρα και τον κίνδυνο για το βρέφος.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- εκσεσημασμένη υπόταση
- λήθαργος
- σόκ του κυκλοφορικού
- διαταραχές ηλεκτρολυτών
- νεφρική ανεπάρκεια
- υπεραερισμός
- ταχυκαρδία
- αίσθημα παλμών
- βραδυκαρδία
- ζάλη
- ανησυχία
- άγχος
- βήχας
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Μηχανισμός δράσης
Το ENALAPRIL Εναλαπρίλη (enalapril Εναλαπρίλη) είναι το μηλεϊνικό άλας της εναλαπρίλης, ένα παράγωγο δύο αμινοξέων της L-αλανίνης και της L-προλίνης. Το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης (ACE) είναι μία πεπτιδυλική διπεπτάση που καταλύει τη μετατροπή της αγγειοτενσίνης Ι στην αγγειοσυσπαστική ουσία αγγειοτενσίνη ΙΙ. Μετά την απορρόφηση, η εναλαπρίλη υδρολύεται σε άλας της εναλαπρίλης που αναστέλλει το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης. Η αναστολή του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης έχει σαν αποτέλεσμα τη μείωση της αγγειοτενσίνης ΙΙ στο πλάσμα, που οδηγεί σε αύξηση της δραστικότητας της ρενίνης στο πλάσμα λόγω διακοπής του φαινομένου της αρνητικής παλίνδρομης τροφοδότησης στην έκκριση της ρενίνης και μειωμένη έκκριση αλδοστερόνης.
Το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης είναι ταυτόσημο με την κινινάση ΙΙ. Έτσι το ENAIAPRIL Εναλαπρίλη μπορεί επίσης να αναστείλει την αποδόμηση της βραδυκινίνης, ένα ισχυρό αγγειοδιασταλτικό πεπτίδιο. Εν τούτοις, ο ρόλος που παίζει στη θεραπευτική δράση του ENALAPRIL Εναλαπρίλη χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση.
Ενώ ο μηχανισμός μέσω του οποίου το ENALAPRIL Εναλαπρίλη μειώνει την αρτηριακή πίεση θεωρείται ότι οφείλεται κυρίως στην καταστολή του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης, το ENALAPRIL Εναλαπρίλη είναι αποτελεσματικό ακόμη και σε υπερτασικούς ασθενείς με χαμηλή ρενίνη.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Χορήγηση του ENALAPRIL Εναλαπρίλη σε ασθενείς με υπέρταση, έχει σαν αποτέλεσμα τη μείωση της αρτηριακής πίεσης τόσο σε ύπτια όσο και σε όρθια θέση, χωρίς σημαντική αύξηση του καρδιακού ρυθμού. Η συμπτωματική ορθοστατική υπόταση δεν είναι συχνή. Σε μερικούς ασθενείς η επίτευξη της μείωσης της αρτηριακής πίεσης στα ιδανικά επίπεδα μπορεί να απαιτήσει μερικές εβδομάδες θεραπείας. Απότομη διακοπή του ENALAPRIL Εναλαπρίλη δεν έχει συσχετιστεί με ταχεία αύξηση της αρτηριακής πίεσης.
Αποτελεσματική αναστολή της δράσης του α-ΜΕΑ επιτυγχάνεται 2 έως 4 ώρες μετά τη λήψη από το στόμα μιας μόνο δόσης εναλαπρίλης. Η έναρξη της αντιυπερτασικής δράσης συνήθως παρατηρείται σε μία ώρα με το μέγιστο της μείωσης της αρτηριακής πίεσης σε 4 έως 6 ώρες μετά τη χορήγηση. Η διάρκεια δράσης είναι δοσοεξαρτώμενη. Ωστόσο, στις συνιστώμενες δόσεις η αντιυπερτασική και η αιμοδυναμική δράση έχει αποδειχθεί ότι διατηρείται τουλάχιστον 24 ώρες.
Σε αιμοδυναμικές μελέτες σε ασθενείς με ιδιοπαθή υπέρταση, η μείωση της αρτηριακής πίεσης συνοδεύτηκε με μείωση των περιφερειακών αγγειακών αντιστάσεων με ελαφρά αύξηση της καρδιακής παροχής και μικρή ή καμία μεταβολή του καρδιακού ρυθμού. Μετά τη χορήγηση του ENALAPRIL Εναλαπρίλη υπήρχε αύξηση στη νεφρική ροή αίματος. Ο ρυθμός σπειραματικής διήθησης ήταν αμετάβλητος. Δεν υπάρχει ένδειξη ότι κατακρατείται νάτριο ή νερό. Όμως σε ασθενείς με χαμηλό ρυθμό σπειραματικής διήθησης προ της θεραπείας, συνήθως παρατηρήθηκε αύξηση του ρυθμού.
Σε μικρής διάρκειας κλινικές μελέτες σε διαβητικούς και μη διαβητικούς ασθενείς με νεφρική βλάβη, έχουν παρατηρηθεί μειώσεις στην λευκοματινουρία και ουρική απέκκριση της IgG και της ολικής ουρικής πρωτεΐνης, κατόπιν χορήγησης εναλαπρίλης. Όταν χορηγηθεί ταυτόχρονα με διουρητικά κατηγορίας των θειαζιδών, οι ιδιότητες του ENALAPRIL Εναλαπρίλη να μειώνει την αρτηριακή πίεση είναι τουλάχιστον αθροιστικές. Το ENALAPRIL Εναλαπρίλη μπορεί να μειώσει ή να προλάβει την εμφάνιση της υποκαλαιμίας που προκαλείται από θειαζίδες.
Σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια που λαμβάνουν θεραπεία με δακτυλίτιδα και διουρητικά, η θεραπεία με ENALAPRIL Εναλαπρίλη από του στόματος ή ενέσιμο έχει συσχετιστεί με μειώσεις στην περιφερειακή αντίσταση και στην αρτηριακή πίεση. Η καρδιακή παροχή αυξήθηκε ενώ ο καρδιακός ρυθμός (συνήθως αυξημένος σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια) μειώθηκε. Η πίεση πλήρωσης της αριστεράς κοιλίας/τριχοειδική πίεση, μειώθηκε. Η αντοχή στην άσκηση και η σοβαρότητα της καρδιακής ανεπάρκειας βελτιώθηκε όπως έχει μετρηθεί σύμφωνα με τα κριτήρια της εταιρείας New York Association. Αυτές οι επιδράσεις διατηρούνται κατά τη διάρκεια χρόνιας θεραπείας.
Σε ασθενείς με ήπιου έως μέτριου βαθμού καρδιακή ανεπάρκεια η εναλαπρίλη επιβράδυνε την προοδευτική καρδιακή διάταση / μεγέθυνση και ανεπάρκεια, όπως αποδεικνύεται από τους μειωμένους τελοδιαστολικούς και τελοσυστολικούς όγκους της αριστεράς κοιλίας και από τη βελτίωση του κλάσματος εξώθησης.
Σε μία πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με placebo μελέτη (SOLDV Prevention trial) εξετάσθηκε ένας πληθυσμός με ασυμπτωματική δυσλειτουργία της αριστεράς κοιλίας (LVEF <35%), 4.228 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν είτε placebo (η=2117) ή εναλαπρίλη (η=2111). Στην ομάδα placebo, 818 ασθενείς είχαν καρδιακή ανεπάρκεια ή κατέληξαν (38,6%) όπως συγκρίθηκαν με 630 ασθενείς στην ομάδα εναλαπρίλης (29,8%) (μείωση κινδύνου = 29%, 95% CI 21 -36%, ρ<0.001. 518 ασθενείς στην ομάδα placebo (24,5%) και 434 στην ομάδα της εναλαπρίλης (20,6%) πέθαναν ή εισήχθησαν στο νοσοκομείο για νέα ή επιδεινωθείσα καρδιακή ανεπάρκεια (μείωση κινδύνου 20%, 95% CI, 9 -30%, ρ<0,001).
Σε μία πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με placebo μελέτη (SOLVD Treatment trial) εξετάσθηκε ένα πληθυσμός με συμπτωματική συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια λόγω της συστολικής δυσλειτουργίας (κλάσμα απώθησης < 35%), 2569 ασθενείς που έλαβαν συμβατική θεραπεία για καρδιακή ανεπάρκεια ορίστηκαν τυχαία να λάβουν είτε placebo (η=1.284) ή εναλαπρίλη (η=1.285). Υπήρξαν 510 θάνατοι στην ομάδα placebo (39,7%) όπως συγκρίθηκε με 452 ασθενείς στην ομάδα της εναλαπρίλης (35,2%) (μείωση του κινδύνου 16%, 95% CI, 5-26%. ρ=0.0036). Υπήρξαν 461 καρδιαγγειακοί θάνατοι στην ομάδα placebo όπως συγκρίθηκε με 399 στην ομάδα εναλαπρίλης (μείωση του κινδύνου 18%, 95% CI, 6-28%. ρ<0,002). κυρίως λόγω μιας μείωσης των θανάτων, λόγω της εξελισσόμενης καρδιακής ανεπάρκειας (251 στην ομάδα placebo έναντι 209 στην ομάδα της εναλαπρίλης, μείωση του κινδύνου 22%, 95% CI, 6-35%). Μερικοί ασθενείς κατέληξαν ή εισήχθησαν στο νοσοκομείο για επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας (736 στην ομάδα placebo και 613 στην ομάδα εναλαπρίλης, μείωση κινδύνου 26%, 95% CI, 18-34%, ρ<0,0001). Συνολικά στη μελέτη SOLVD, σε ασθενείς με δυσλειτουργία της αριστεράς κοιλίας, το ENALAPRIL Εναλαπρίλη μείωσε τον κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου κατά 23% (95% CI, 11-34% ρ<0,0001) και μείωσε τον κίνδυνο της εισαγωγής στο νοσοκομείο για ασταθή στηθάγχη κατά 20% (95% CI, 9-29%, ρ<0,001).
Υπήρξε περιορισμένη εμπειρία κατά τη χρήση σε υπερτασικούς παιδιατρικούς ασθενείς >6 ετών. Σε μία κλινική μελέτη που περιελάμβανε 110 υπερτασικούς παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6 έως 16 ετών με βάρος σώματος >20 kg και με ρυθμό σπειραματικής διήθησης >30 ml/min/1,73 m², ασθενείς που ζύγιζαν <50 kg έλαβαν είτε 0,625 2,5 ή 20 mg εναλαπρίλη ημερησίως και ασθενείς που ζύγιζαν > 50 kg έλαβαν είτε 1.25,5 ή 40 mg εναλαπρίλης ημερησίως. Η χορήγηση εναλαπρίλης μία φορά την ημέρα μείωσε την αρτηριακή πίεση σε καθιστή θέση κατά ένα δοσοεξαρτημένο τρόπο. Η δοσοεξαρτώμενη αντιυπερτασική αποτελεσματικότητα της εναλαπρίλης ήταν σύμφωνη μεταξύ όλων των υποομάδων (ηλικία, βαθμός χρώματος, γένος, φυλή). Ωστόσο οι μικρότερες δόσεις που μελετήθηκαν 0,625 mg και 1,25 mg, που αντιστοιχούν σε μέσο όρο 0,02 mg/kg μία φορά την ημέρα, δεν έδειξαν ότι προσφέρεται σταθερή αντιυπερτασική αποτελεσματικότητα. Η μέγιστη δόση που μελετήθηκε ήταν 0,58 mg/kg (ως 40 mg) μια φορά ημερησίως. Το προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών για τους παιδιατρικούς ασθενείς δεν ήταν διαφορετικό από αυτό που παρουσίασαν οι ενήλικες ασθενείς.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Η εναλαπρίλη χορηγούμενη από το στόμα, απορροφάται γρήγορα και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό, εμφανίζονται μέσα σε μία ώρα. Με βάση την ανάκτηση στα ούρα, το μέγεθος της απορρόφησης του δισκίου της εναλαπρίλης, είναι περίπου 60%. Η απορρόφηση του ENALAPRIL Εναλαπρίλη χορηγούμενο από το στόμα δεν επηρεάζεται από την παρουσία τροφής στο γαστρεντερικό σωλήνα. Μετά την απορρόφηση, η εναλαπρίλη χορηγούμενη από το στόμα υδρολύεται γρήγορα και εκτεταμένα σε άλας της εναλαπρίλης, το οποίο είναι ένας ισχυρός αναστολέας του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της εναλαπρίλης στον ορό, εμφανίζονται περίπου 4 ώρες μετά τη χορήγηση της εναλαπρίλης από το στόμα. Ο αποτελεσματικός χρόνος ημίσειας ζωής των συγκεντρώσεων του άλατος της εναλαπρίλης μετά από χορήγηση από το στόμα πολλαπλών δόσεων εναλαπρίλης, είναι 11 ώρες. Σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, σταθερές συγκεντρώσεις του άλατος εναλαπρίλης στον ορό επιτεύχθηκαν μετά από 4 ημέρες θεραπείας. Καθ’ όλο το εύρος των συγκεντρώσεων που είναι θεραπευτικές, η δέσμευση του άλατος της εναλαπρίλης στις ανθρώπινες πρωτεΐνες πλάσματος δεν υπερβαίνει το 60%. Εκτός της μετατροπής σε άλας της εναλαπρίλης, δεν υπήρχε ένδειξη για σημαντικό μεταβολισμό της εναλαπρίλης. Η απέκκριση του άλατος της εναλαπρίλης είναι κυρίως νεφρική. Τα κύρια συστατικά στα ούρα είναι άλας της εναλαπρίλης, σε ποσοστό περίπου 40% της δόσης και αυτούσια εναλαπρίλη (περίπου 20%).
Νεφρική βλάβη
Η έκθεση στην εναλαπρίλη και στο άλας αυτής αυξήθηκε σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης 40 -60 ml/min) η σταθερή συγκέντρωση του άλατος στην καμπύλη AUC ήταν περίπου διπλάσια από ότι σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία μετά από χορήγηση 5 mg μία φορά ημερησίως. Σε σοβαρή νεφρική βλάβη (κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/min) η συγκέντρωση στην καμπύλη AUC αυξήθηκε περίπου κατά 8 φορές. Ο αποτελεσματικός χρόνος ημιζωής του άλατος εναλαπρίλης κατόπιν χορήγησης πολλαπλών δόσεων του μηλεϊνικού άλατος εναλαπρίλης, παρατάθηκε σ’ αυτό το στάδιο της νεφρικής ανεπάρκειας και καθυστέρησε ο χρόνος εξισορρόπησης (βλ. Δοσολογία). Το άλας της εναλαπρίλης μπορεί να απομακρυνθεί από τη γενική κυκλοφορία με αιμοδιύλυση. Η κάθαρση της διύλυσης είναι 62 ml/min.
Παιδιά και έφηβοι
Μια μελέτη φαρμακοκινητικής πολλαπλών δόσεων διεξήχθη σε 40 υπερτασικούς αρσενικούς και θηλυκούς παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 2 μηνών ως < 16 ετών κατόπιν ημερήσιας χορήγησης από το στόμα την 0,07 ως 0,14mg/kg μηλεϊνικής εναλαπρίλης. Δεν υπήρξαν μεγάλες διαφορές στην φαρμακοκινητική της εναλαπρίλης σε παιδιά σε σύγκριση με στοιχεία ιστορικού ενηλίκων. Τα στοιχεία έδειξαν αύξηση της συγκέντρωσης στην καμπύλη AUC (που προσαρμόστηκαν στη φυσιολογική δόση ανά βάρος σώματος) με αυξανόμενη ηλικία. Ωστόσο, μία αύξηση στην καμπύλη AUC δεν παρατηρήθηκε όταν τα στοιχεία προσαρμόσθηκαν ανά σωματική επιφάνεια. Στο στάδιο της ισορροπίας, ο μέσος αποτελεσματικός χρόνος ημίσειας ζωής για την συσσώρευση του άλατος εναλαπρίλης ήταν 14 ώρες.
Γαλουχία
Μετά από μια εφάπαξ από του στόματος δόση 20 mg σε πέντε γυναίκες μετά τον τοκετό, το μέσο μέγιστο επίπεδο του enalapril στο γάλα ήταν 1.7μg/L (0.54 έως 5.9 pg/L) σε 4 έως 6 ώρες μετά από τη δόση. Το μέσο μέγιστο επίπεδο enalaprilat ήταν 1.7μg/L (1.2 σε 2,3μg/L) οι μέγιστες τιμές εμφανίστηκαν σε διάφορα χρονικά σημεία κατά τη διάρκεια της εικοσιτετράωρης περιόδου. Χρησιμοποιώντας τα δεδομένα αυτά, η κατ’ εκτίμηση μέγιστη λήψη ενός αποκλειστικά θηλάζοντος βρέφους θα ήταν περίπου 0.16% της μητρικής ρυθμισμένης κατά βάρος δόσης. Μια γυναίκα που ελάμβανε enalapril 10 mg από του στόματος καθημερινά για 11 μήνες είχε μέγιστα επίπεδα enalapril στο γάλα 2 μg/L 4 ώρες μετά από μια δόση και μέγιστα επίπεδα enalaprilat 0.75 μg/L περίπου 9 ώρες μετά από τη δόση. Το συνολικό ποσό του enalapril και enalaprilat στο γάλα κατά τη διάρκεια των 24 ωρών ήταν 1.44μg/L και 0.63 μg/L αντίστοιχα. Τα επίπεδα Enalaprilat ήταν μη ανιχνεύσιμα (<0.2μg/L) 4 ώρες μετά από μια εφάπαξ δόση 5 mg enalapril σε μια μητέρα και 10mg enalapril σε δύο μητέρες. Τα επίπεδα του enalapril δεν καθορίστηκαν.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Μηχανισμός δράσης Το ENALAPRIL Εναλαπρίλη (enalapril Εναλαπρίλη) είναι το μηλεϊνικό άλας της εναλαπρίλης, ένα παράγωγο δύο αμινοξέων της L-αλανίνης και της L-προλίνης. Το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης (ACE) είναι μία πεπτιδυλική διπεπτάση που…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Νεφρική λειτουργία | water_dropΝεφρική λειτουργία | κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων της αγωγής | ασθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας ή στένωση αρτηρίας μονήρους νεφρού, κατά τη διακοπή διουρητικών |
| Λευκά αιμοσφαίρια (WBC) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | περιοδικά | ασθενείς με αγγειακή νόσο του κολλαγόνου, ανοσοκατασταλτική θεραπεία, θεραπεία με αλλοπουρινόλη ή προκαΐναμίδη, ιδιαίτερα με βλάβη της νεφρικής λειτουργίας |
| Κάλιο ορού (K⁺) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | τακτικά | ταυτόχρονη χορήγηση καλιοσυντηρητικών διουρητικών, συμπληρωμάτων καλίου ή υποκατάστατων αλάτων που περιέχουν κάλιο, ή άλλων φαρμάκων που αυξάνουν το κάλιο |
| Γλυκαιμικός έλεγχος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | συχνά | διαβητικοί ασθενείς που λαμβάνουν αντιδιαβητικά σκευάσματα ή ινσουλίνη, κατά τον πρώτο μήνα της θεραπείας |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| κάλιο και κρεατινίνη | more_horizΆλλο / λοιπά | τακτικά | ασθενείς με νεφρική βλάβη |
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
Τύπος/Κλάση φαρμάκου: Προφάρμακο που ανήκει στην κατηγορία των αναστολέων μετατροπής αγγειοτενσίνης (ACE).
Μηχανισμός μεταβολισμού: Μεταβολίζεται γρήγορα στο ήπαρ σε enalaprilat μετά από from από του στόματος χορήγηση.
Φαρμακολογική δραστηριότητα: Το enalapril έχει ελάχιστη φαρμακολογική δράση· το enalaprilat αποτελεί ισχυρό, ανταγωνιστικό αναστολέα της ACE, της ενζύμου που μετατρέπει την αγγειοτενσίνη Ι (ATI) σε αγγειοτενσίνη II (ATII).
Ρόλος του ATII/RAAS: Το ATII ρυθμίζει την αρτηριακή πίεση και αποτελεί βασικό στοιχείο του συστήματος Ρενίνης-Αγγειοτενσίνης-Αλδοστερόνης (RAAS).
Ενδείξεις: Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία ιδιοπαθούς ή νεφροαγγειακής υπέρτασης και συμπτωματικής καρδιακής ανεπάρκειας.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις/Χρήση:
- Ιδιοπαθής υπέρταση ή υπέρταση από αγγειοπάθεια στα νεφρά.
- Συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια με συμφόρηση.
- Μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνη ή σε συνδυασμό με διουρητικά θειαζίτης.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία (περιληπτικά):
- Το enalapril μεταβολίζεται γρήγορα σε enalaprilat από ηπατικές εστεράσες μετά από από του στόματος χορήγηση· το enalapril έχει περιορισμένη φαρμακολογική δράση.
- Το enalaprilat μειώνει την αρτηριακή πίεση ανταγωνιζόμενος το RAAS.
- Το RAAS αποτελεί ομοιοστατικό μηχανισμό που ρυθμίζει αιμορραγία του αίματος, ισορροπία ύδατος και ηλεκτρολυτών.
- Σε φυσιολογικές συνθήκες και κατά τη διέγερση του συμπαθητικού συστήματος ή όταν η νεφρική αρτηριακή πίεση/ροή μειώνεται, απελευθερώνεται ρενίνη από τα κοκκώδη κύτταρα του γειτζιγα, μετατρέποντας αγγειογεντίνης σε ATI και τελικά ATII με τη βοήθεια ACE.
- Το ATII αυξάνει την αρτηριακή πίεση μέσω πολλαπλών μηχανισμών, όπως έκκριση αλδοστερόνης, αγγειοπιεστίνη (ADH) και αγγειοσυσταλτική δράση.
- Οι αναστολείς ACE δεσμεύονται και αναστέλλουν τη δραστηριότητα και των δύο τομέων της ACE· η συγγένεια για τον C-domain είναι μεγαλύτερη, με αποτέλεσμα ισχυρότερη αναστολή της λειτουργίας της ACE.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός δράσης:
- Αναστολείς ACE δεσμεύονται στα ενεργά σημεία ACE (τόσο στον N- όσο και στον C-domain) και αναστέλλουν την μετατροπή ATI σε ATII.
- Η μείωση των επιπέδων ATII μειώνει την αρτηριακή πίεση μέσω ποικίλων μηχανισμών (σύνθεση αλδοστερόνης, αγγειοπιεστίνης, αγγειοσυστολή).
- Το enalaprilat ανταγωνίζεται το ATI για πρόσδεση στην ACE και εμποδίζει την περαιτέρω μεταβολή ATI σε ATII.
- Η μείωση ATII αναστέλλει την προαναφερόμενη υπέρταση και μπορεί να αυξήσει τη φαινόμενη ροή αίματος μέσω μείωσης της αγγειοσυστολής.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση:
- Απορρόφηση από το στόμα 55-75%, δεν επηρεάζεται από φαγητό.
- Enalaprilat (χορηγούμενο ενδοφλέβια κλινικά) απορροφάται ελάχιστα (3-12%), λόγω της υψηλής πολικότητας.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Ημιζωή:
- Το μη μεταβολισμένο enalapril έχει ημιζωή < 2 ωρών σε υγιείς άτομα, μπορεί να αυξηθεί σε άτομα με καρδιακή ανεπάρκεια (3.4–5.8 ώρες για μεμονωμένες δόσεις 5 mg και 10 mg αντίστοιχα).
- Η μέση τελική ημιζωή του enalaprilat είναι 35–38 ώρες.
- Η αποτελεσματική ημιζωή μετά από πολλαπλές δόσεις είναι 11–14 ώρες.
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα / Υπερβολική δόση:
- Υπερδοσολογία μπορεί να προκαλέσει σημαντική υπόταση και κατάπτωση.
- Οι πιο συνηθισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν υπόταση, κεφαλαλγία, ζάλη και κόπωση.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η εναλαπρίλη είναι αντιυπερτασικό φάρμακο με νατριουρητικές και ουρικοουρικές ιδιότητες. Η εναλαπρίλη μειώνει την αρτηριακή πίεση σε όλες τις κατηγορίες ιδιοπαθούς και νεφραγγειακής υπέρτασης, και την περιφερική αγγειακή αντίσταση χωρίς να αυξάνει τον καρδιακό ρυθμό. Άτομα με υπέρταση χαμηλής ρενίνης ανταποκρίνονταν ακόμα στην εναλαπρίλη. Η διάρκεια της αντιυπερτασικής δράσης στην συστολική και διαστολική αρτηριακή πίεση διαρκεί τουλάχιστον 24 ώρες μετά τη χορήγηση εφάπαξ από του στόματος δόσης, και η επαναλαμβανόμενη ημερήσια χορήγηση εναλαπρίλης προσφέρει επιπλέον μείωση της αρτηριακής πίεσης και η σταθερή αντιυπερτασική απόκριση μπορεί να διαρκέσει αρκετές εβδομάδες. Σε ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια και ανεπαρκή κλινική ανταπόκριση σε συμβατικές αντιυπερτασικές θεραπείες, η θεραπεία με εναλαπρίλη οδήγησε σε βελτιώσεις της καρδιακής απόδοσης, όπως παρατηρήθηκε από τη μείωση τόσο της προφόρτισης όσο και της μεταφόρτισης, και βελτίωσε μακροπρόθεσμα την κλινική κατάσταση. Επιπλέον, η εναλαπρίλη αύξησε την καρδιακή παροχή και τον όγκο παλμού, μειώνοντας την πίεση στον πνευμονικό τριχοειδή αγγειακό ενδοθηλιακό φραγμό σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια που δεν ανταποκρινόταν στη συμβατική θεραπεία με διγοξίνη και διουρητικά. Σε κλινικές μελέτες, η εναλαπρίλη μείωσε τη μάζα της αριστερής κοιλίας και δεν επηρέασε την καρδιακή λειτουργία ή τη μυοκαρδιακή αιμάτωση κατά την άσκηση. Η εναλαπρίλη δεν σχετίζεται σημαντικά με τον κίνδυνο βραδυκαρδίας, σε αντίθεση με τα περισσότερα διουρητικά και β-αναστολείς, και δεν προκαλεί υπέρταση από «αποστερητικό σύνδρομο» μετά τη διακοπή της θεραπείας. Η εναλαπρίλη δεν αναφέρεται ότι προκαλεί υποκαλιαιμία, υπεργλυκαιμία, υπερουρικαιμία ή υπερχοληστερολαιμία. Στα νεφρά, η εναλαπρίλη αύξησε την νεφρική αιματική ροή και μείωσε την νεφρική αγγειακή αντίσταση. Επίσης, αύξησε το ρυθμό σπειραματικής διήθησης σε ασθενείς με ρυθμό σπειραματικής διήθησης μικρότερο από 80 mL/min. Όταν χρησιμοποιήθηκε σε συνδυασμό, η εναλαπρίλη μείωσε την έκταση της φαρμακογενετικής υποκαλιαιμίας που προκαλείται από την υδροχλωροθειαζίδη και οι αντιυπερτασικές επιδράσεις και των δύο φαρμάκων ενισχύθηκαν.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (ΣΡΑΑ) είναι ένα μονοπάτι σηματοδότησης που λειτουργεί σε συνεργασία με το συμπαθητικό σύστημα για τη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης και της ομοιόστασης των υγρών και ηλεκτρολυτών. Η ενεργοποίηση αυτού του συστήματος μετά από διέγερση από διάφορους παράγοντες, όπως η χαμηλή αρτηριακή πίεση και οι νευρικές ώσεις, οδηγεί σε αυξημένη απελευθέρωση νορεπινεφρίνης (NE) από τα συμπαθητικά νευρικά άκρα και επηρεάζει την αγγειακή ανάπτυξη, την αγγειοσύσπαση και την κατακράτηση αλάτων στα νεφρά. Η ρενίνη απελευθερώνεται από… Η ρενίνη δρα στην πρόδρομη πρωτεΐνη αγγειοτενσινογόνο, μια πλασματική σφαιρίνη που συντίθεται από το ήπαρ, για να παραγάγει την αποκοπείσα πεπτιδική ορμόνη αγγειοτενσίνη Ι. Η αγγειοτενσίνη Ι μπορεί στη συνέχεια να αποκοπεί περαιτέρω από τον ACE για να παραγάγει αγγειοτενσίνη ΙΙ, μια αγγειοσυσπαστική πεπτιδική ορμόνη. Το ένζυμο μετατροπής της αγγειοτενσίνης (ACE), που υπάρχει σε διάφορες ισομορφές, είναι ένα πεπτιδυλ-διπεπτιδικό ένζυμο που εκφράζεται σε διάφορους ιστούς, συμπεριλαμβανομένων των αγγειακών ιστών, όπως η καρδιά, ο εγκέφαλος και οι νεφροί. Ο ACE παίζει επίσης ρόλο στην αδρανοποίηση της βραδυκινίνης, ενός ισχυρού αγγειοδιασταλτικού πεπτιδίου. Η αγγειοτενσίνη ΙΙ διαμεσολαβεί διάφορες δράσεις στο σώμα δρώντας στους G-πρωτεϊνο-συνδεόμενους υποδοχείς της, AT1 και AT2. Προκαλεί άμεση αγγειοσύσπαση προ-αγγειακών αρτηριδίων και μετά-αγγειακών φλεβιδίων, αναστέλλει την επαναπρόσληψη NE, αυξάνοντας έτσι τα διαθέσιμα επίπεδα, διεγείρει την απελευθέρωση κατεχολαμινών από τον μυελό των επινεφριδίων, μειώνει την νεφρική απέκκριση ιόντων νατρίου και νερού προωθώντας την επανααπορρόφηση στα εγγύς σωληνάρια, διεγείρει τη σύνθεση και απελευθέρωση αλδοστερόνης από τον φλοιό των επινεφριδίων, και διεγείρει την υπερτροφία τόσο των κυττάρων των λείων αγγειακών μυώνων όσο και των καρδιακών μυοκυττάρων. Η εναλαπρίλη είναι ένα φαρμακολογικά ανενεργό προφάρμακο που απαιτεί ηπατική βιομετατροπή για να σχηματίσει την [εναλαπριλάτη], τον ενεργό μεταβολίτη της που δρα στο ΣΡΑΑ για να αναστείλει τον ACE. Η βιομετατροπή είναι κρίσιμη για τις θεραπευτικές δράσεις του φαρμάκου, καθώς η εναλαπρίλη από μόνη της είναι μόνο ασθενής αναστολέας του ACE. Η αναστολή του ACE οδηγεί σε μειωμένη παραγωγή και επίπεδα αγγειοτενσίνης ΙΙ στο πλάσμα, αυξημένη δραστηριότητα ρενίνης στο πλάσμα λόγω της απώλειας της αρνητικής ανάδρασης από την αγγειοτενσίνη ΙΙ, και μειωμένη έκκριση αλδοστερόνης. Ωστόσο, τα επίπεδα αλδοστερόνης στο πλάσμα συνήθως επιστρέφουν στο φυσιολογικό κατά τη μακροχρόνια χορήγηση εναλαπρίλης. Η μειωμένη παραγωγή αγγειοτενσίνης ΙΙ οδηγεί στη συνέχεια στη διαστολή των περιφερικών αγγείων και στη μείωση της αγγειακής αντίστασης, η οποία με τη σειρά της μειώνει την αρτηριακή πίεση. Ενώ η αναστολή του ACE που οδηγεί στην καταστολή του ΣΡΑΑ θεωρείται ο κύριος μηχανισμός δράσης της εναλαπρίλης, έχει αποδειχθεί ότι το φάρμακο ασκεί αντιυπερτασικές δράσεις σε άτομα με υπέρταση χαμηλής ρενίνης. Προτείνεται ότι η εναλαπρίλη μπορεί να διαμεσολαβεί τις φαρμακολογικές της δράσεις μέσω άλλων τρόπων δράσης που δεν είναι πλήρως κατανοητοί. Δεδομένου ότι ο ACE είναι δομικά παρόμοιος με την κινινάση Ι, μια καρβοξιπεπτιδάση που αποικοδομεί τη βραδυκινίνη, παραμένει να διευκρινιστεί εάν τα αυξημένα επίπεδα βραδυκινίνης παίζουν ρόλο στις θεραπευτικές επιδράσεις της εναλαπρίλης.
Η εναλαπρίλη μαλεϊκή είναι προφάρμακο της εναλαπριλάτης και έχει μικρή φαρμακολογική δραστηριότητα μέχρι να υδρολυθεί in vivo σε εναλαπριλάτη. …Η εναλαπρίλη αποτρέπει τη μετατροπή της αγγειοτενσίνης Ι σε αγγειοτενσίνη ΙΙ (ένα ισχυρό αγγειοσυσπαστικό) μέσω της αναστολής του ενζύμου μετατροπής της αγγειοτενσίνης (ACE). Το φάρμακο ανταγωνίζεται το φυσιολογικό υπόστρωμα (αγγειοτενσίνη Ι) για την ενεργό θέση του ACE· η συγγένεια της εναλαπριλάτης για τον ACE είναι περίπου 200.000 φορές μεγαλύτερη από αυτήν της αγγειοτενσίνης Ι. In vitro σε μοριακή βάση, η συγγένεια της εναλαπριλάτης για τον ACE είναι 300-1000 ή 2-17 φορές μεγαλύτερη από αυτήν της εναλαπρίλης ή της καπτοπρίλης, αντίστοιχα. Ωστόσο, in vitro σε μοριακή βάση, η ανασταλτική δράση του ACE της εναλαπρίλης αποδείχθηκε παρόμοια με αυτήν της εναλαπριλάτης στο πλάσμα και τους νεφρούς αρουραίων, επειδή αυτοί οι ιστοί υδρολύουν εκτενώς την εναλαπρίλη για να σχηματίσουν εναλαπριλάτη. Το φάρμακο προφανώς δεν αναστέλλει τον ACE του εγκεφάλου σε ζώα.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Μετά τη χορήγηση από του στόματος, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) της εναλαπρίλης επιτυγχάνονται εντός 1 ώρας μετά τη δόση, ενώ η Cmax της εναλαπριλάτης εμφανίζεται τρεις έως τέσσερις ώρες μετά τη δόση. Η σταθερή κατάσταση επιτυγχάνεται με την τέταρτη ημερήσια δόση και δεν υπάρχει συσσώρευση με επαναλαμβανόμενες δόσεις. Ωστόσο, μπορεί να συμβεί συσσώρευση εναλαπριλάτης σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 30 mL/min. Η λήψη τροφής αναφέρεται ότι έχει ελάχιστη επίδραση στην απορρόφηση του φαρμάκου. Μετά τη χορήγηση από του στόματος, περίπου το 60% της εναλαπρίλης απορροφήθηκε. Η βιοδιαθεσιμότητα της εναλαπρίλης ήταν κατά μέσο όρο περίπου 40% όταν χρησιμοποιήθηκε ενδοφλέβια εναλαπριλάτη ως πρότυπο αναφοράς.
Η εναλαπρίλη αποβάλλεται κυρίως μέσω νεφρικής απέκκρισης, όπου περίπου το 94% της συνολικής δόσης αποβάλλεται μέσω των ούρων ή των κοπράνων είτε ως εναλαπριλάτη είτε ως αμετάβλητη μητρική ένωση. Περίπου το 61% και το 33% της συνολικής δόσης μπορεί να ανακτηθεί στα ούρα και στα κόπρανα, αντίστοιχα. Στα ούρα, περίπου το 40% της ανακτηθείσας δόσης είναι με τη μορφή εναλαπριλάτης.
Ο όγκος κατανομής της εναλαπρίλης δεν έχει καθοριστεί. Η εναλαπριλάτη διεισδύει στους περισσότερους ιστούς, ιδίως στους νεφρούς και τους αγγειακούς ιστούς, αν και η διείσδυση στον αιματοεγκεφαλικό φραγμό δεν έχει αποδειχθεί μετά από χορήγηση σε θεραπευτικές δόσεις. Σε μελέτες σε σκύλους, η εναλαπρίλη και η εναλαπριλάτη διέρχονται ελάχιστα από τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Ελάχιστη διείσδυση συμβαίνει στο μητρικό γάλα, αλλά συμβαίνει σημαντική εμβρυική μεταφορά. Το φάρμακο διαπερνά τον πλακουντιακό φραγμό σε αρουραίους και χάμστερ.
Μετά τη χορήγηση από του στόματος σε υγιείς άνδρες εθελοντές, η νεφρική κάθαρση ήταν περίπου 158 ± 47 mL/min. Αναφέρεται ότι η εναλαπρίλη και η εναλαπριλάτη είναι μη ανιχνεύσιμες στο πλάσμα 4 ώρες μετά τη δόση.
Αναλύθηκαν φαρμακοκινητικές και φαρμακοδυναμικές παράμετροι ενδοφλέβιας εναλαπρίλης σε δόση 0,50 mg/kg, εικονικού φαρμάκου από του στόματος και εναλαπρίλης από του στόματος σε τρεις διαφορετικές δόσεις (0,50, 1,00 και 2,00 mg/kg) σε 7 υγιείς ίππους. Οι συγκεντρώσεις εναλαπρίλης και εναλαπριλάτης στον ορό προσδιορίστηκαν για φαρμακοκινητική ανάλυση. Μετρήθηκαν η δραστηριότητα του ενζύμου μετατροπής της αγγειοτενσίνης (ACE), η ουρική ουρία στον ορό (SUN), η κρεατινίνη και οι ηλεκτρολύτες, και παρακολουθήθηκε η αρτηριακή πίεση για φαρμακοδυναμική ανάλυση. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της εναλαπρίλης και της εναλαπριλάτης ήταν 0,67 και 2,76 ώρες, αντίστοιχα, μετά από ενδοφλέβια χορήγηση εναλαπρίλης. Οι συγκεντρώσεις εναλαπρίλης μετά από χορήγηση από του στόματος ήταν κάτω από το όριο ποσοτικοποίησης (10 ng/mL) σε όλους τους ίππους και οι συγκεντρώσεις εναλαπριλάτης ήταν κάτω από το όριο ποσοτικοποίησης σε 4 από τους 7 ίππους. Οι μέγιστες μέσες αναστολές του ACE από την αρχική τιμή ήταν 88,38, 3,24, 21,69, 26,11 και 30,19% για ενδοφλέβια εναλαπρίλη σε δόση 0,50 mg/kg, εικονικό φάρμακο και εναλαπρίλη από του στόματος σε δόσεις 0,50, 1,00 και 2,00 mg/kg, αντίστοιχα. Η αρτηριακή πίεση, η SUN, η κρεατινίνη και οι ηλεκτρολύτες παρέμειναν αμετάβλητοι κατά τη διάρκεια των πειραμάτων.
Η εναλαπρίλη μαλεϊκή, σε αντίθεση με την εναλαπριλάτη, απορροφάται καλά μετά από χορήγηση από του στόματος. Παρόλο που η εναλαπριλάτη είναι ένας πιο ισχυρός αναστολέας του ενζύμου μετατροπής της αγγειοτενσίνης από την εναλαπρίλη, απορροφάται ελάχιστα από τον γαστρεντερικό σωλήνα λόγω της υψηλής πολικότητάς της, με μόνο περίπου 3-12% μιας από του στόματος χορηγούμενης δόσης να απορροφάται. Περίπου το 55-75% μιας από του στόματος δόσης εναλαπρίλης μαλεϊκής απορροφάται ταχέως από τον γαστρεντερικό σωλήνα σε υγιή άτομα και υπερτασικούς ασθενείς. Το φαγητό δεν φαίνεται να επηρεάζει ουσιαστικά τον ρυθμό ή την έκταση της απορρόφησης της εναλαπρίλης μαλεϊκής. Μετά τη χορήγηση από του στόματος, η εναλαπρίλη μαλεϊκή φαίνεται να υφίσταται μεταβολισμό πρώτης διόδου κυρίως στο ήπαρ, υδρολυόμενη σε εναλαπριλάτη.
Η υποτασική δράση μιας εφάπαξ από του στόματος δόσης εναλαπρίλης μαλεϊκής είναι συνήθως εμφανής εντός 1 ώρας και μέγιστη σε 4-8 ώρες. Η υποτασική δράση των συνήθων δόσεων του φαρμάκου γενικά διαρκεί 12-24 ώρες, αλλά μπορεί να μειωθεί προς το τέλος του διαστήματος μεταξύ των δόσεων σε ορισμένους ασθενείς. Η μείωση της αρτηριακής πίεσης μπορεί να είναι σταδιακή, και μπορεί να απαιτηθούν αρκετές εβδομάδες θεραπείας πριν επιτευχθεί η πλήρης δράση.
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση εναλαπριλάτης, η υποτασική δράση είναι συνήθως εμφανής εντός 5-15 λεπτών με μέγιστη δράση που εμφανίζεται εντός 1-4 ωρών· η διάρκεια της υποτασικής δράσης φαίνεται να εξαρτάται από τη δόση, αλλά με τις συνιστώμενες δόσεις, η διάρκεια δράσης στους περισσότερους ασθενείς είναι περίπου 6 ώρες. Η αναστολή του ενζύμου μετατροπής της αγγειοτενσίνης στο πλάσμα και η μείωση της αρτηριακής πίεσης φαίνεται να συσχετίζονται με συγκέντρωση εναλαπριλάτης στο πλάσμα 10 ng/mL, συγκέντρωση στην οποία επιτυγχάνεται μέγιστος αποκλεισμός του ενζύμου μετατροπής της αγγειοτενσίνης στο πλάσμα. Μετά τη διακοπή της εναλαπρίλης ή της εναλαπριλάτης, η αρτηριακή πίεση επανέρχεται σταδιακά στα προ-θεραπευτικά επίπεδα· υπέρταση από «αποστερητικό σύνδρομο» μετά από απότομη διακοπή του φαρμάκου δεν έχει αναφερθεί μέχρι σήμερα. /Εναλαπριλάτη/
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την Εναλαπρίλη (11 σύνολο), παρακαλούμε επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Αναφέρεται ότι λιγότερο από 50% της εναλαπριλάτης συνδέεται με πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος, βάσει περιορισμένων δεδομένων από μελέτες σύνδεσης της εναλαπριλάτης στο ανθρώπινο πλάσμα τόσο με εξισορρόπηση διάλυσης (equilibrium dialysis) όσο και με υπερδιήθηση (ultrafiltration).
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Περίπου το 60% της απορροφηθείσας δόσης υδρολύεται εκτενώς σε εναλαπριλάτη μέσω απο-εστεροποίησης που διαμεσολαβείται από ηπατικές εστεράσες. Στους ανθρώπους, δεν παρατηρείται μεταβολισμός πέρα από τη βιοενεργοποίηση σε εναλαπριλάτη.
Περίπου το 60% μιας απορροφηθείσας δόσης εναλαπρίλης υδρολύεται εκτενώς σε εναλαπριλάτη, κυρίως στο ήπαρ μέσω εστερασών. Περίπου το 20% φαίνεται να υδρολύεται κατά την πρώτη δίοδο από το ήπαρ· αυτή η υδρόλυση δεν φαίνεται να συμβαίνει στο πλάσμα σε ανθρώπους. Η εναλαπριλάτη είναι ένας πιο ισχυρός αναστολέας του ενζύμου μετατροπής της αγγειοτενσίνης από την εναλαπρίλη. Δεν υπάρχουν ενδείξεις άλλων μεταβολιτών της εναλαπρίλης σε ανθρώπους, αρουραίους ή σκύλους. Ωστόσο, ένας δεσπροπυλ μεταβολίτης της εναλαπριλάτης αναγνωρίστηκε στα ούρα σε πιθήκους ρήσους, αντιπροσωπεύοντας το 13% μιας από του στόματος δόσης εναλαπρίλης μαλεϊκής. Η υδρόλυση της εναλαπρίλης σε εναλαπριλάτη μπορεί να καθυστερήσει ή/και να διαταραχθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια, αλλά οι φαρμακοδυναμικές επιδράσεις του φαρμάκου δεν φαίνεται να επηρεάζονται σημαντικά.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο μέσος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της εναλαπριλάτης είναι 35-38 ώρες. Ο αποτελεσματικός χρόνος ημίσειας ζωής μετά από πολλαπλές δόσεις είναι 11-14 ώρες. Ο παρατεταμένος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής οφείλεται στη σύνδεση της εναλαπριλάτης με τον ACE.
Μετά από χορήγηση από του στόματος, ο χρόνος ημίσειας ζωής της αμετάβλητης εναλαπρίλης φαίνεται να είναι <2 ώρες σε υγιή άτομα και σε ασθενείς με φυσιολογική ηπατική και νεφρική λειτουργία, αλλά μπορεί να αυξηθεί σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια. Μετά από χορήγηση από του στόματος μιας εφάπαξ δόσης 5 ή 10 mg εναλαπρίλης μαλεϊκής σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, ο χρόνος ημίσειας ζωής της εναλαπρίλης ήταν 3,4 ή 5,8 ώρες, αντίστοιχα.
Η απέκκριση της εναλαπριλάτης μπορεί επίσης να παραταθεί σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια ή διαταραγμένη ηπατική λειτουργία σε σύγκριση με υγιή άτομα και υπερτασικούς ασθενείς, παρατηρήσεις συγκεντρώσεων εναλαπριλάτης στον ορό για μεγάλες χρονικές περιόδους μετά από χορήγηση από του στόματος ή ενδοφλέβια χορήγηση υποδηλώνουν ότι η εναλαπριλάτη έχει μέσο τελικό χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 35-38 ώρες (εύρος: 30-87 ώρες). …Ο αποτελεσματικός χρόνος ημίσειας ζωής για τη συσσώρευση εναλαπριλάτης (που προσδιορίζεται από την απέκκριση στα ούρα) έχει αναφερθεί ότι είναι κατά μέσο όρο περίπου 11 ώρες σε υγιή άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Μια κατηγορία φαρμάκων των οποίων οι κύριες ενδείξεις είναι η θεραπεία της υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας. Ασκούν την αιμοδυναμική τους επίδραση κυρίως αναστέλλοντας το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης. Επίσης, ρυθμίζουν τη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και αυξάνουν τη σύνθεση προσταγλανδινών. Προκαλούν κυρίως αγγειοδιαστολή και ήπια νατριούρηση χωρίς να επηρεάζουν τον καρδιακό ρυθμό και τη συσταλτικότητα.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ)· Β-ΑΝΑΤΟΛΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΘΗΤΙΚΟΥ ΝΕΥΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ· Α-ΑΝΑΤΟΛΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΘΗΤΙΚΟΥ ΝΕΥΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΜΕΤΑΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ· ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ· ΑΠΟΜΟΝΩΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ· και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΟΛΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
69PN84IO1A
ENALAPRIL
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Μετατροπής Αγγειοτενσίνης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Μετατροπής Αγγειοτενσίνης
Φυσιολογικές Επιδράσεις [PE] - Μειωμένη Αρτηριακή Πίεση
Η εναλαπρίλη είναι Αναστολέας Μετατροπής Αγγειοτενσίνης. Ο μηχανισμός δράσης της εναλαπρίλης είναι ως Αναστολέας Μετατροπής Αγγειοτενσίνης. Η φυσιολογική επίδραση της εναλαπρίλης είναι μέσω της Μειωμένης Αρτηριακής Πίεσης.
ENALAPRIL
Αναστολείς Μετατροπής Αγγειοτενσίνης [MoA]· Μειωμένη Αρτηριακή Πίεση [PE]· Αναστολέας Μετατροπής Αγγειοτενσίνης [EPC]
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (α-ΜΕΑ (Αναστολείς μετατρεπτικού ενζύμου)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (ΑΜΕΑ — Αναστολείς μετατρεπτικού ενζύμου (1η γραμμή)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.
Απόσυρση / Deprescribing
Αναστολείς ΜΕΑ
απαιτείται αργή απόσυρση
⚠ Συνδέονται συνήθως με ανεπιθύμητες ενέργειες εάν διακοπούν απότομα.
open_in_new Δείτε στον οδηγό IMPACT arrow_forward
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Μια κατηγορία φαρμάκων των οποίων οι κύριες ενδείξεις είναι η θεραπεία της υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας. Ασκούν την αιμοδυναμική τους επίδραση κυρίως αναστέλλοντας το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης. Επίσης, ρυθμίζουν τη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και αυξάνουν τη σύνθεση προσταγλανδινών. Προκαλούν κυρίως αγγειοδιαστολή και ήπια νατριούρηση χωρίς να επηρεάζουν τον καρδιακό ρυθμό και τη συσταλτικότητα.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ)· Β-ΑΝΑΤΟΛΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΘΗΤΙΚΟΥ ΝΕΥΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ· Α-ΑΝΑΤΟΛΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΘΗΤΙΚΟΥ ΝΕΥΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΜΕΤΑΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ· ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ· ΑΠΟΜΟΝΩΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ· και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΟΛΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.