ENALAPRIL
Εναλαπρίλη
Τα φάρμακα της ομάδας αυτής αναστέλλουν την μετατροπή της αγγειοτασίνης Ι σε αγγειοτασίνη ΙΙ. Οι κυριότερες ενδείξεις τους είναι: Υπέρταση. Χορηγούνται σε ήπια ή μέτρια υπέρταση, ιδιαίτερα αν αντενδείκνυνται ή δεν γίνονται ανεκτοί ή αποτύχουν οι β-αποκλειστές ή τα διουρητικά, αν …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ANALEPT
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από το στόμα
- Χορήγηση: μία φορά ημερησίως
- Δόση έναρξης: 5 mg
- Τιτλοποίηση: Σε ασθενείς με συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια ή ασυμπτωματική δυσλειτουργία της αριστεράς κοιλίας, η δόση θα πρέπει σταδιακά να αυξηθεί στη συνήθη δόση συντήρησης των 20 mg χορηγούμενα είτε εφάπαξ. είτε σε δύο διαιρεμένες δόσεις ανάλογα με την ανεκτικότητα του ασθενούς. Αυτή η τιτλοποίηση συνιστάται να διεξάγεται μέσα σε περίοδο 2 -4 εβδομάδων.
-
Υπέρταση
-
Ήπιας βαθμού υπέρτασηΔόση5mg ως 10 mg
-
Ασθενείς με πολύ έντονα ενεργοποιημένο σύστημα ρενίνης αγγειοτασίνης-αλδοστερόνηςΔόση5mg ή χαμηλότερηΗ έναρξη της θεραπείας θα πρέπει να γίνεται κάτω από ιατρική παρακολούθηση.
-
Ασθενείς που λαμβάνουν μεγάλες δόσεις διουρητικώνΔόση5 mg ή μικρότερηΑν είναι δυνατόν, η θεραπεία με τα διουρητικά θα πρέπει να διακοπεί για 2 -3 μέρες πριν την έναρξη της θεραπείας με ENALAPRIL MALEATE.
-
Καρδιακή ανεπάρκεια / Ασυμπτωματική δυσλειτουργία της αριστεράς κοιλίαςΔόση2.5 mgΗ αρχική δόση θα πρέπει να χορηγείται κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση για να προσδιοριστεί η αρχική επίδραση στην αρτηριακή πίεση. Η δόση θα πρέπει σταδιακά να αυξηθεί στη συνήθη δόση συντήρησης των 20 mg χορηγούμενα είτε εφάπαξ. είτε σε δύο διαιρεμένες δόσεις ανάλογα με την ανεκτικότητα του ασθενούς. Αυτή η τιτλοποίηση συνιστάται να διεξάγεται μέσα σε περίοδο 2 -4 εβδομάδων.
-
Ασθενείς με υψηλό κίνδυνο για εμφάνιση συμπτωματικής υπότασηςΘα πρέπει να διορθώσουν τις καταστάσεις (μειωμένη πρόσληψη άλατος με ή χωρίς υπονατριαιμία, υποογκαιμία, λήψη ισχυρής διουρητικής αγωγής), αν είναι δυνατόν, πριν την έναρξη της αγωγής με αναστολείς ΜΕΑ. Η πίεση του αίματος, η νεφρική λειτουργία και τα επίπεδα καλίου στον ορό θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της αγωγής.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (30<CrCL < 80 ml/min)Δόση5-10 mg
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (10 < CrCL< 30 ml /min)Δόση2.5 mg
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (CrCL< 10 ml /min)Δόση2.5 mg κατά τις ημέρες της αιμοκάθαρσης
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (> 50 kg)Δόση5 mgΜέγ. δόση40 mg
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (20 ως < 50 kg)Δόση2.5 mgΜέγ. δόση20 mg
block
SPC-ANALEPT
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην εναλαπρίλη, σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα ή οποιοδήποτε άλλο αναστολέα ΜΕΑ.
-
Ιστορικό αγγειοοιδήματος σχετιζόμενο με προηγούμενη θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ
-
Ιδιοπαθές ή κληρονομικό αγγειοοίδημα
-
Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο κύησηςΠληθυσμόςέγκυοι
warning
SPC-ANALEPT
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Συμπτωματική υπόταση
-
Αορτική στένωση ή στένωση της Μιτροειδούς Βαλβίδος/ Υπερτροφική καρδιομυοπάθεια
-
Βλάβη νεφρικής λειτουργίαςΠροσοχήΠροσαρμογή αρχικής δόσης της εναλαπρίλης σύμφωνα με την κάθαρση κρεατινίνης και την ανταπόκριση του ασθενούς. Τακτική παρακολούθηση καλίου και κρεατινίνης.
-
Ασθενείς με αιμοκάθαρσηΠροσοχήΠροσοχή στη χρήση διαφορετικού τύπου μεμβράνης αιμοκάθαρσης ή διαφορετικής κατηγορίας αντιυπερτασικού παράγοντα.
-
Μεταμόσχευση νεφρούΠροσοχήΔεν υπάρχει εμπειρία.
-
Υπερευαισθησία /ΑγγειοοίδημαΠροσοχήΆμεση διακοπή του ENALAPRIL.MALEATE και έλεγχος για πλήρη αποκατάσταση συμπτωμάτων. Σε περιπτώσεις οιδήματος λάρυγγα, χορήγηση αδρεναλίνης και/ή διατήρηση ανοικτών αεροφόρων οδών. Στενή ιατρική παρακολούθηση.
-
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά τη διάρκεια απευαισθητοποίησηςΠροσοχήΠροσωρινή διακοπή των αναστολέων ΜΕΑ. Επανεμφάνιση με επαναχορήγηση.
-
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά τη διάρκεια L, DL αφαίρεσηςΠροσοχήΠροσωρινή διακοπή της θεραπείας α-ΜΕΑ πριν από κάθε διαδικασία αφαίρεσης.
-
Ηπατική ανεπάρκειαΠροσοχήΔιακοπή του αναστολέα ΜΕΑ και κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση.
-
Ουδετεροπενία/Ακοκκιοκυταραιμία/Θρομβοπενία/ΑναιμίαΠροσοχήΙδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με αγγειακή νόσο του κολλαγόνου, ανοσοκατασταλτική θεραπεία, θεραπεία με αλλοπουρινόλη ή προκαΐναμίδη, ή συνδυασμό αυτών, ιδιαίτερα με προϋπάρχουσα νεφρική δυσλειτουργία. Περιοδικός έλεγχος λευκών αιμοσφαιρίων. Οι ασθενείς πρέπει να αναφέρουν σημεία λοίμωξης.
-
ΦυλήΥψηλότερη συχνότητα αγγειοοιδήματος σε μαύρους ασθενείς. Πιθανώς λιγότερο αποτελεσματική μείωση αρτηριακής πίεσης σε μαύρους ασθενείς.
-
ΒήχαςΜη παραγωγικός, επίμονος βήχας που εξαφανίζεται μετά τη διακοπή. Να λαμβάνεται υπόψη στη διαφορική διάγνωση.
-
Χειρουργική επέμβαση/ΑναισθησίαΠροσοχήΔιακοπή της αγωγής μία ημέρα πριν την εγχείρηση. Διόρθωση υπότασης με αύξηση όγκου υγρών.
-
ΥπερκαλιαιμίαΠροσοχήΤακτικός έλεγχος καλίου ορού σε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο (νεφρική ανεπάρκεια, διαβήτης, ταυτόχρονη χορήγηση καλιοσυντηρητικών διουρητικών, συμπληρωμάτων καλίου, υποκατάστατων άλατος με κάλιο, ή άλλα φάρμακα που αυξάνουν το κάλιο).
-
Διαβητικοί ασθενείςΠροσοχήΣυχνός γλυκαιμικός έλεγχος κατά τον πρώτο μήνα θεραπείας.
-
ΛίθιοΠροσοχήΓενικά μη συνιστώμενος συνδυασμός.
-
Καλιοσυντηρητικά δουρητικά, συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο.ΠροσοχήΓενικά μη συνιστώμενος συνδυασμός.
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΔεν πρέπει να χορηγείται. Αλλαγή αντιυπερτασικής θεραπείας σε σχεδιασμό εγκυμοσύνης. Άμεση διακοπή και εναλλακτική θεραπεία εάν διαπιστωθεί εγκυμοσύνη. (βλ. §4.3 & §4.6)
swap_horiz
SPC-ANALEPT
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Διουρητικά φάρμακαΠροσοχήΠιθανή υπερβολική πτώση στην αρτηριακή πίεση κατά την έναρξη της θεραπείας. Μείωση του όγκου του αίματος ή της λήψης άλατος πριν την έναρξη της θεραπείας με χαμηλές και προοδευτικά αυξανόμενες δόσεις μπορεί να μειώσει την πιθανότητα εμφάνισης υποτασικών φαινομένων.
-
Καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιοΣημαντική αύξηση του καλίου του ορού. Υπερκαλιαιμία.ΣύστασηΔεν συνιστάται. Εάν ενδείκνυται λόγω αποδεδειγμένης υποκαλιαιμίας, χρησιμοποιούνται με προσοχή και με συχνή παρακολούθηση του καλίου του ορού.
-
Αναστρέψιμες αυξήσεις των συγκεντρώσεων του λιθίου στον ορό και τοξικότητα. Τα θειαζιδικά διουρητικά μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο.ΣύστασηΔεν συνιστάται. Εάν ο συνδυασμός αποδειχθεί απαραίτητος, θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά τα επίπεδα του λιθίου στον ορό.
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) συμπεριλαμβανομένης της απιρίνης σε δόση >3g/ημέραΜείωση της αντιυπερτασικής δράσης. Αθροιστική επίδραση στην αύξηση του καλίου του ορού. Μείωση της νεφρικής λειτουργίας. Σπανίως οξεία νεφρική ανεπάρκεια.
-
Αντιυπερτασικοί παράγοντες και αγγειοδιασταλτικάΑύξηση της υποτασικής επίδρασης. Περαιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης με νιτρογλυκερίνη και άλλα νιτρώδη, ή άλλα αγγειοδιασταλτικά.
-
Αντιδιαβητικοί παράγοντεςΑύξηση της υπογλυκαιμικής δράσης με κίνδυνο υπογλυκαιμίας. Περισσότερο πιθανό τις πρώτες εβδομάδες και σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.
-
Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά / Αντιψυχωσικά / ΑναισθητικάΠεραιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης.
-
Συμπαθομιμητικά φάρμακαΕλάττωση των αντιυπερτασικών επιδράσεων.
-
Αλλοπουρινόλη, κυτταροστατικοί ή ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες, συστηματικά κορτικοστεροειδή ή προκαϊναμίδηΑυξημένος κίνδυνος για λευκοπενία.
-
ΑντιόξιναΜειωμένη βιοδιαθεσιμότητα.
sick
SPC-ANALEPT
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αναιμία (συμπεριλαμβανομένης απλαστικής και της αιμολυτικής)
- Ουδετεροπενία
- Μείωση αιμοσφαιρίνης
- Μείωση του αιματοκρίτη
- Θρομβοκυτοπενία
- Ακοκιοκυτταραιμία
- Καταστολή του μυελού των οστών
- Πανκυτοπενία
- Λεμφαδενοπάθεια
- Αυτοάνοσοι νόσοι
- Υπογλυκαιμία
- Κεφαλαλγία
- Κατάθλιψη
- Σύγχυση
- Υπνηλία.
- Αϋπνία
- Νευρικότητα
- Παραισθησία
- Ίλιγγος
- Διαταραχές στα όνειρα
- Διαταραχές ύπνου
- Θάμβος όρασης
- Ζάλη
- Υπόταση (συμπεριλαμβανομένης της ορθοστατικής υπότασης)
- Συγκοπή
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιο
- Θωρακικό άλγος
- Διαταραχές του καρδιακού ρυθμού
- Ασταθής στηθάγχη
- Ταχυκαρδία
- Ορθοστατική υπόταση
- Αίσθημα παλμών
- Φαινόμενο Raynaud's
- Βήχας
- Δύσπνοια
- Ρινόρροια
- Κυνάγχη
- Βράγχος φωνής
- Βρογχόσπασμος /άσθμα
- Πνευμονικά διηθύματα
- Ρινίτις
- Αλλεργική κυψελίτις / ηωσινοφιλική πνευμονία.
- Ναυτία
- Διάρροια
- Κοιλιακό άλγος
- Διαταραχές γεύσης
- Ειλεός
- Παγκρεατίτιδα
- Εμετός
- Δυσπεψία
- Δυσκοιλιότητα
- Ανορεξία
- Γαστρικοί ερεθισμοί
- Ξηροστομία
- Πεπτικό έλκος
- Στοματίτιδα / αφθώδη έλκη
- Γλωσσίτιδα
- Εντερικό αγγειοοίδημα.
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Ηπατίτιδα - είτε ηπατοκυτταρική ή χολοστατική
- Ηπατίτιδα συμπεριλαμβανομένης της νέκρωσης
- Χολόσταση (συμπεριλαμβανομένου του ίκτερου)
- Εξάνθημα
- Υπερευαισθησία / αγγειονευρωτικό οίδημα
- Αγγειονευρωτικό οίδημα του προσώπου, των άκρων, των χειλιών της γλώσσας, γλωττίδος και/ή του λάρυγγα
- Εφίδρωση
- Κνίδωση
- Κνησμός
- Αλωπεκία
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Πέμφιγξ
- Ερυθρόδερμα
- Ηπατική δυσλειτουργία
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Πρωτεϊνουρία
- Ολιγουρία
- Ανικανότητα
- Γυναικομαστία
- Εξασθένηση
- Κόπωση
- Μυϊκές κράμπες
- Έξαψη.
- Εμβοές
- Κακουχία
- Πυρετός
- Ορογονίτιδα
- Αγγειίτιδα
- Μυαλγία / μυοσίτιδα
- Αρθραλγία / αρθρίτιδα
- Θετικό ANA
- Αυξημένη ΤΚΕ
- Ηωσινοφιλία
- Λευκοκυττάρωση
- Φωτοευαισθησία
- Υπερκαλαιμία
- Αυξήσεις της κρεατινίνης του ορού
- Αυξήσεις στην ουρία του αίματος
- Υπονατριαιμία
- Αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων
- Αυξήσεις της χολερυθρίνης του ορού
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Όχι συχνέςΑναιμία (συμπεριλαμβανομένης απλαστικής και της αιμολυτικής)Αιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΟυδετεροπενίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΜείωση αιμοσφαιρίνηςΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΜείωση του αιματοκρίτηΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΘρομβοκυτοπενίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΑκοκιοκυτταραιμίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΚαταστολή του μυελού των οστώνΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΠανκυτοπενίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΛεμφαδενοπάθειαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΑυτοάνοσοι νόσοιΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
Όχι συχνέςΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός και θρέψη
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό σύστημα και ψυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΝευρικό σύστημα και ψυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΣύγχυσηΝευρικό σύστημα και ψυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΥπνηλία.Νευρικό σύστημα και ψυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΝευρικό σύστημα και ψυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΝευρικότηταΝευρικό σύστημα και ψυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό σύστημα και ψυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό σύστημα και ψυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΔιαταραχές στα όνειραΝευρικό σύστημα και ψυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΔιαταραχές ύπνουΝευρικό σύστημα και ψυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΘάμβος όρασηςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΖάληΚαρδιακές και αγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΥπόταση (συμπεριλαμβανομένης της ορθοστατικής υπότασης)Καρδιακές και αγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΣυγκοπήΚαρδιακές και αγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΈμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιοΚαρδιακές και αγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΘωρακικό άλγοςΚαρδιακές και αγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΔιαταραχές του καρδιακού ρυθμούΚαρδιακές και αγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑσταθής στηθάγχηΚαρδιακές και αγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιακές και αγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΟρθοστατική υπότασηΚαρδιακές και αγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιακές και αγγειακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΦαινόμενο Raynaud'sΚαρδιακές και αγγειακές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό σύστημα, θώρακα και μεσοθωρακίου
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό σύστημα, θώρακα και μεσοθωρακίου
-
Όχι συχνέςΡινόρροιαΑναπνευστικό σύστημα, θώρακα και μεσοθωρακίου
-
Όχι συχνέςΚυνάγχηΑναπνευστικό σύστημα, θώρακα και μεσοθωρακίου
-
Όχι συχνέςΒράγχος φωνήςΑναπνευστικό σύστημα, θώρακα και μεσοθωρακίου
-
Όχι συχνέςΒρογχόσπασμος /άσθμαΑναπνευστικό σύστημα, θώρακα και μεσοθωρακίου
-
ΣπάνιεςΠνευμονικά διηθύματαΑναπνευστικό σύστημα, θώρακα και μεσοθωρακίου
-
ΣπάνιεςΡινίτιςΑναπνευστικό σύστημα, θώρακα και μεσοθωρακίου
-
ΣπάνιεςΑλλεργική κυψελίτις / ηωσινοφιλική πνευμονία.Αναπνευστικό σύστημα, θώρακα και μεσοθωρακίου
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣυχνέςΔιαταραχές γεύσηςΓαστρεντερικό σύστημα
-
Όχι συχνέςΕιλεόςΓαστρεντερικό σύστημα
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό σύστημα
-
Όχι συχνέςΕμετόςΓαστρεντερικό σύστημα
-
Όχι συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό σύστημα
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό σύστημα
-
Όχι συχνέςΑνορεξίαΓαστρεντερικό σύστημα
-
Όχι συχνέςΓαστρικοί ερεθισμοίΓαστρεντερικό σύστημα
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό σύστημα
-
Όχι συχνέςΠεπτικό έλκοςΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΣτοματίτιδα / αφθώδη έλκηΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΓλωσσίτιδαΓαστρεντερικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΕντερικό αγγειοοίδημα.Γαστρεντερικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΗπατική ανεπάρκειαΉπατος και χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδα - είτε ηπατοκυτταρική ή χολοστατικήΉπατος και χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδα συμπεριλαμβανομένης της νέκρωσηςΉπατος και χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΧολόσταση (συμπεριλαμβανομένου του ίκτερου)Ήπατος και χοληφόρων
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΥπερευαισθησία / αγγειονευρωτικό οίδημαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΑγγειονευρωτικό οίδημα του προσώπου, των άκρων, των χειλιών της γλώσσας, γλωττίδος και/ή του λάρυγγαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΕφίδρωσηΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΑποφολιδωτική δερματίτιδαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΠέμφιγξΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΕρυθρόδερμαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΠυρετόςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΟρογονίτιδαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΑγγειίτιδαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΜυαλγία / μυοσίτιδαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΑρθραλγία / αρθρίτιδαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΘετικό ANAΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΑυξημένη ΤΚΕΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΗωσινοφιλίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΛευκοκυττάρωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΦωτοευαισθησίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΗπατική δυσλειτουργίαΝεφρών και ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΗπατική ανεπάρκειαΝεφρών και ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΠρωτεϊνουρίαΝεφρών και ουροφόρων οδών
-
ΣπάνιεςΟλιγουρίαΝεφρών και ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΑνικανότηταΑναπαραγωγικού συστήματος και μαστού
-
ΣπάνιεςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικού συστήματος και μαστού
-
Πολύ συχνέςΕξασθένησηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΜυϊκές κράμπεςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΈξαψη.Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΚακουχίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΥπερκαλαιμίαΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΑυξήσεις της κρεατινίνης του ορούΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑυξήσεις στην ουρία του αίματοςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΥπονατριαιμίαΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΑυξήσεις των ηπατικών ενζύμωνΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΑυξήσεις της χολερυθρίνης του ορούΠαρακλινικές εξετάσεις
pregnant_woman
SPC-ANALEPT
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΔεν συνιστάταιΗ χρήση των αναστολέων μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (α-ΜΕΑ) δεν συνιστάται κατά την διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης. Η χρήση των α-ΜΕΑ αντενδείκνυται κατά την διάρκεια του δευτέρου και τρίτου τριμήνου της κύησης. Δεν υπάρχουν οριστικά επιδημιολογικά στοιχεία σχετικά με τον κίνδυνο τερατογένεσης μετά από χρήση αναστολέων ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλειστεί μια μικρή αύξηση εμφάνισης κινδύνου. Ασθενείς που σχεδιάζουν εγκυμοσύνη θα πρέπει να αλλάξουν αντιυπερτασική θεραπεία με κάποια άλλη η οποία να έχει αναγνωρισμένο προφίλ ασφαλείας για την χρήση του φαρμάκου κατά την κύηση, εκτός εάν η συνέχιση της θεραπείας με α-ΜΕΑ θεωρείται απολύτως αναγκαία. Εάν διαπιστωθεί εγκυμοσύνη κατά τη χρήση του φαρμάκου, η θεραπεία με α-ΜΕΑ θα πρέπει να διακοπεί άμεσα και εάν απαιτείται, θα πρέπει να ξεκινήσει κάποια εναλλακτική θεραπεία. Η έκθεση σε θεραπεία με α-ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου είναι γνωστό ότι επιφέρει εμβρυοτοξικότητα στον άνθρωπο (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, καθυστέρηση οστεοποίησης του κρανίου) και βρεφική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία). Εάν η έκθεση σε α-ΜΕΑ έχει συμβεί από το δεύτερο τρίμηνο της κύησης, συνιστάται να γίνεται ένας έλεγχος με υπερηχογράφημα της νεφρικής λειτουργίας και του κρανίου. Βρέφη των οποίων οι μητέρες έπαιρναν α-ΜΕΑ θα πρέπει να παρακολουθηθούν προσεκτικά για υπόταση.
-
ΓαλουχίαΔε συστήνεταιΑπό περιορισμένα φαρμακοκινητικά δεδομένα καταδεικνύεται ότι εμφανίζονται πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις στο μητρικό γάλα (δείτε την παράγραφο 5.2). Αν και αυτές οι συγκεντρώσεις φαίνονται να είναι κλινικό μη σημαντικές, η χρήση του ΑΝΑLΕPT κατά το θηλασμό δε συστήνεται για τα πρόωρα νεογνό και για τις πρώτες εβδομάδες μετά τον τοκετό, λόγω του δυνητικού κινδύνου καρδιαγγειακών και νεφρικών επιδράσεων και επειδή δεν υπάρχει αρκετή κλινική εμπειρία. Στην περίπτωση ενός μεγαλύτερου βρέφους, η χρήση του ΑΝΑLΕPT κατά το θηλασμό μπορεί να ληφθεί υπόψη με βάση την αναγκαιότητα της θεραπείας για τη μητέρα και τον κίνδυνο για το βρέφος.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ANALEPT
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-ANALEPT
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ANALEPT
expand_more
Δοσολογία
Η απορρόφηση των δισκίων ENALAPRIL MALEATE δεν επηρεάζεται από την τροφή. Η δόση θα πρέπει να εξατομικεύεται ανάλογα με το προφίλ του ασθενούς (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση) και την ανταπόκριση της αρτηριακής πίεσης.
Υπέρταση
Η αρχική δόση είναι 5 έως ως το ανώτατο 20 mg. εξαρτώμενη από το βαθμό της υπέρτασης και την κατάσταση του ασθενούς. To ENALAPRIL MALEATE λαμβάνεται μία φορά ημερησίως. Σε ήπιου βαθμού υπέρταση, η συνιστώμενη αρχική δοσολογία είναι 5mg ως 10 mg. Ασθενείς με πολύ έντονα ενεργοποιημένο σύστημα ρενίνης αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (π.χ. νεφραγγειακή υπέρταση, μειωμένο όγκο υγρών και/ή άλατος, καρδιακή αντιρρόπηση, ή σοβαρή υπέρταση) μπορεί να παρουσιάσουν υπερβολική πτώση της αρτηριακής πίεσης μετά την έναρξη της χορήγησης. Συνιστάται η αρχική δόση των 5mg ή χαμηλότερη σε τέτοιους ασθενείς και η έναρξη της θεραπείας θα πρέπει να γίνεται κάτω από ιατρική παρακολούθηση.
Προηγούμενη θεραπεία με μεγάλες δόσεις διουρητικών μπορεί να οδηγήσει σε μείωση του όγκου και σε κίνδυνο για υπόταση με την έναρξη της θεραπείας με εναλαπρίλη. Σε αυτούς τους ασθενείς συνιστάται αρχική δοσολογία 5 mg ή μικρότερη. Αν είναι δυνατόν, η θεραπεία με τα διουρητικά θα πρέπει να διακοπεί για 2 -3 μέρες πριν την έναρξη της θεραπείας με ENALAPRIL MALEATE. Θα πρέπει να παρακολουθούνται η νεφρική λειτουργία και το κάλιο του ορού.
Η συνήθης δόση συντήρησης είναι 20 mg ημερησίως. Η μέγιστη δόση συντήρησης είναι 40 mg ημερησίως.
Σε υπερτασικούς ασθενείς εάν το θεραπευτικό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί σε διάστημα 3-4 βδομάδων με χορήγηση μιας συγκεκριμένης δοσολογίας, η δόση μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω.
Καρδιακή ανεπάρκεια / Ασυμπτωματική δυσλειτουργία της αριστεράς κοιλίας
Kατά την θεραπεία της συμπωματικής καρδιακής ανεπάρκειας TO ENALAPRIL MALEATE χορηγείται επιπρόσθετα με διουρητικά και όπου είναι αναγκαίο δακτυλίτιδα ή β-αναστολείς.
Η αρχική δόση του ENALAPRIL MALEATE σε ασθενείς με συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια ή ασυμπτωματική δυσλειτουργία της αριστεράς κοιλίας είναι 2.5 mg και θα πρέπει να χορηγούνται κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση για να προσδιοριστεί η αρχική επίδραση στην αρτηριακή πίεση. Κατά την απουσία ή μετά την αποτελεσματική θεραπεία συμπτωματικής υπότασης, μετά την έναρξη θεραπείας με ENALAPRIL MALEATE σε καρδιακή ανεπάρκεια, η δόση θα πρέπει σταδιακά να αυξηθεί στη συνήθη δόση συντήρησης των 20 mg χορηγούμενα είτε εφάπαξ. είτε σε δύο διαιρεμένες δόσεις ανάλογα με την ανεκτικότητα του ασθενούς. Αυτή η τιτλοποίηση συνιστάται να διεξάγεται μέσα σε περίοδο 2 -4 εβδομάδων. Η μέγιστη δόση είναι 40 mg ημερησίως, χορηγούμενη σε δύο διηρημένες δόσεις.
Συνιστώμενη τιτλοποίηση δοσολογίας του ENALAPRIL MALEATE σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια/ασυμπτωματική δυσλειτουργία της αριστεράς κοιλίας
| ΕΒΔΟΜΑΔΑ |
|---|
| Εβδομάδα 1 |
| Εβδομάδα 2 |
| Εβδομάδες 3 και 4 |
ΔΟΣΟΛΟΓΙΑ (mg/ημέρα) | Ημέρες 1 ως 3: 2,5 mg/ημέρα* σε εφάπαξ δόση | | Ημέρες 4 ως 7: 5 mg/ημέρα σε δύο διαιρεμένες δόσεις | | 10 mg/ημέρα σε εφάπαξ δόση ή σε δύο διαιρεμένες δόσεις | | 20 mg/ημέρα σε εφάπαξ δόση ή σε δύο διαιρεμένες δόσεις |
*Ιδιαίτερες προφυλάξεις θα πρέπει να ληφθούν σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια ή σε αυτούς που λαμβάνουν διουρητικά (βλ. Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις & ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση)
Η αρτηριακή πίεση και η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να ελέγχονται προσεκτικά πριν και μετά την έναρξη της θεραπείας με ENALAPRIL MALEATE (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις & ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση) επειδή έχει αναφερθεί υπόταση και (πιο σπάνια) ακόλουθη νεφρική ανεπάρκεια. Σε ασθενείς που λαμβάνουν διουρητικά, η δόση θα πρέπει να μειώνεται, κατά τα δυνατόν, πριν την έναρξη της θεραπείας με ENALAPRIL MALEATE. Η εμφάνιση υπότασης μετά την αρχική δόση του ENALAPRIL MALEATE δεν υποδηλώνει ότι η υπόταση θα επανεμφανιστεί κατά τη χρόνια θεραπεία με ENALAPRIL MALEATE και δεν αποκλείει τη συνεχή χορήγηση του φαρμάκου. Θα πρέπει επίσης να ελέγχεται το κάλιο του ορού και η νεφρική λειτουργία.
Συμπτωματική υπόταση
Ασθενείς με υψηλό κίνδυνο για εμφάνιση συμπτωματικής υπότασης, όπως για παράδειγμα ασθενείς με μειωμένη πρόσληψη άλατος με ή χωρίς υπονατριαιμία, ασθενείς με υποογκαιμία ή ασθενείς που έχουν λάβει ισχυρή διουρητική αγωγή θα πρέπει να διορθώσουν αυτές τις καταστάσεις, αν είναι δυνατόν, πριν την έναρξη της αγωγής με αναστολείς ΜΕΑ. Η πίεση του αίματος, η νεφρική λειτουργία και τα επίπεδα καλίου στον ορό θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της αγωγής με αναστολείς ΜΕΑ (βλέπε ενότητα «Ειδικές προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση»). Παρόμοιες προφυλάξεις ισχύουν επίσης για ασθενείς με ισχαιμία του μυοκαρδίου ή αγγειακή εγκεφαλική νόσο, στους οποίους η υπερβολική πτώση της πίεσης θα μπορούσε να οδηγήσει σε έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο.
Δοσολογία σε νεφρική δυσλειτουργία
Δεδομένου ότι οι αναστολείς ΜΕΑ ή οι δραστικοί μεταβολίτες τους απεκκρίνονται κυρίως μέσω των νεφρών, σε ασθενείς με ανεπαρκή νεφρική λειτουργία, η δοσολογία σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια θα πρέπει να ελαττώνεται προκειμένου να αποφευχθεί η συσσώρευση και ο κίνδυνος τοξικότητας που σχετίζεται με τη συγκέντρωση του φαρμάκου. Οι υποδείξεις για τη δοσολογία πρέπει να βασίζεται στην κάθαρση της κρεατινίνης (να γίνονται ανάλογα με το βαθμό της νεφρικής βλάβης).
Γενικά, τα διαστήματα μεταξύ των δόσεων της εναλαπρίλης θα πρέπει να παρατείνονται και/ή να μειώνεται η δοσολογία:
- 30<CrCL < 80 ml/min: 5-10 mg
- 10 < CrCL< 30 ml /min: 2.5 mg
- CrCL< 10 ml /min: 2.5 mg κατά τις ημέρες της αιμοκάθαρσης
*Βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις & ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση.
Ασθενείς σε αιμοδιύλυση.
To άλας της εναλαπρίλης απομακρύνεται κατά την αιμοκάθαρση. Τις ημέρες που οι ασθενείς δεν είναι σε αιμοκάθαρση, η δόση πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με την ανταπόκριση της αρτηριακής πίεσης.
Δοσολογία σε ηλικιωμένους και στην ηπατική ανεπάρκεια
Η δόση θα πρέπει να καθορίζεται ανάλογα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις & ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση Νεφρική ανεπάρκεια).
Χρήση σε παιδιατρικούς ασθενείς
Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία κλινικών μελετών για τη χρήση του ENALAPRIL MALEATE σε υπερτασικούς παιδιατρικούς ασθενείς (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση, Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες και Φαρμακοκινητικές ιδιότητες. Συνεπώς δεν συνιστάται η χρήση σε παιδιά.
Για τους ασθενείς που μπορούν να μασήσουν δισκία, η δόση θα πρέπει να εξατομικεύεται ως προς το προφίλ του ασθενούς και την ανταπόκριση της αρτηριακής πίεσης. Η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 2,5 mg σε ασθενείς 20 ως < 50 kg και 5 mg σε ασθενείς > 50 kg. To ENALAPRIL MALEATE χορηγείται μία φορά την ημέρα. Η δοσολογία θα πρέπει να προσαρμόζεται σύμφωνα με τις ανάγκες του ασθενούς ως τo μέγιστο των 20 mg σε ασθενείς 20 ως < 50 kg και 40 mg σε ασθενείς >50 kg (βλ. Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση).
To ENALAPRIL MALEATE δεν συνιστάται σε βρέφη και σε παιδιατρικούς ασθενείς με ρυθμό σπειραματικής διήθυσης < 30ml/min/1,73 m², επειδή δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.
block
Αντενδείξεις
SPC-ANALEPT
expand_more
Αντενδείξεις
ΑΝΤΕΝΔΕΙΞΕΙΣ
- Υπερευαισθησία στην εναλαπρίλη, σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα ή οποιοδήποτε άλλο αναστολέα ΜΕΑ.
- Ιστορικό αγγειοοιδήματος σχετιζόμενο με προηγούμενη θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ
- Ιδιοπαθές ή κληρονομικό αγγειοοίδημα
- Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο κύησης (βλ. §4.6)
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ANALEPT
expand_more
Προειδοποιήσεις
ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ
Συμπτωματική υπόταση
Συμπτωματική υπόταση εμφανίζεται σπάνια σε ανεπίπλεπτους υπερτασικούς ασθενείς. Σε υπερτασικούς ασθενείς που λαμβάνουν ENALAPRIL ΜΑLEATE συμπτωματική υπόταση είναι περισσότερο πιθανό να συμβεί εάν ο ασθενής, έχει μειωμένο όγκο υγρών, που οφείλεται για παράδειγμα στη διουρητική αγωγή ή στο διαιτητικό περιορισμό του άλατος ή στην αιμοδιύλιση, διάρροια ή έμετο ή σε ασθενείς που έχουν σοβαρή υπέρταση εξαρτώμενη από τη ρενίνη (βλέπε §4.5 και §4.8).
Σε ασθενείς με συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια με ή χωρίς σχετιζόμενη νεφρική ανεπάρκεια έχει αναφερθεί συμπτωματική υπόταση. Αυτό είναι πιο πιθανό να συμβεί σε ασθενείς με μεγάλου βαθμού καρδιακή ανεπάρκεια περισσότερο σοβαρού βαθμού, όπως συμβαίνει σε ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις διουρητικών της αγκύλης, υπονατριαιμία ή λειτουργική νεφρική ανεπάρκεια. Σε αυτούς τους ασθενείς η αγωγή θα πρέπει να αρχίζει κάτω από πολύ στενή ιατρική παρακολούθηση ακόμη και αν η δόση του ENALAPRIL MALEATE και/ή του διουρητικού αναπροσαρμόζεται. Θα πρέπει να διορθωθούν αυτές οι καταστάσεις, αν είναι δυνατόν, πριν την έναρξη της αγωγής με ENALAPRIL MALEATE. Παρόμοιες προφυλάξεις θα πρέπει να εφαρμόζονται επίσης σε ασθενείς με ισχαιμία του μυοκαρδίου ή αγγειακή εγκεφαλική νόσο στους οποίους η υπερβολική υπόταση θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο.
Εάν αναπτυχθεί υπόταση, ο ασθενής πρέπει να τοποθετηθεί σε ύπτια θέση και εάν είναι αναγκαίο, θα πρέπει να λάβει ενδοφλέβια χορήγηση φυσιολογικού ορού. Παροδική υποτασική ανταπόκριση δεν αποτελεί αντένδειξη για περαιτέρω χορήγηση, η οποία θα μπορεί να χορηγηθεί συνήθως χωρίς δυσκολία, μόλις η αρτηριακή πίεση αυξηθεί κατόπιν αύξησης του όγκου.
Σε ορισμένους ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια που έχουν φυσιολογική ή χαμηλή αρτηριακή πίεση, μπορεί να εμφανιστεί επιπλέον μείωση της συστηματικής αρτηριακής πίεσης με ENALAPRIL MALEATE. Αυτή η ενέργεια αναμένεται και συνήθως δεν απαιτείται διακοπή της θεραπείας. Εάν η υπόταση γίνεται συμπτωματική, μπορεί να απαιτηθεί ελάττωση και/ή διακοπή του ENALAPRIL MALEATE.
Αορτική στένωση ή στένωση της Μιτροειδούς Βαλβίδος/ Υπερτροφική καρδιομυοπάθεια
Όπως όλοι οι αγγειοδιαστολείς, οι αναστολείς του ΜΕΑ πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με στένωση της μιτροειδούς βαλβίδας και απόφραξη της ροής εξώθησης της αριστερής κοιλίας όπως αορτική στένωση ή υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια.
Βλάβη νεφρικής λειτουργίας
Σε περιπτώσεις νεφρικής βλάβης (κάθαρση κρεατινίνης < 80 ml/min) n αρχική δόση της εναλαπρίλης θα πρέπει να προσαρμόζεται, σύμφωνα με την κάθαρση της κρεατινίνης του ασθενούς. (βλ. §4.2) και κατόπιν σύμφωνα με την ανταπόκριση του ασθενούς στη θεραπεία. Η τακτική παρακολούθηση του καλίου και της κρεατινίνης είναι μέρος της δέουσας ιατρικής πρακτικής γι’ αυτούς τους ασθενείς.
Σε ασθενείς με συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια, η υπόταση μετά από την έναρξη της αγωγής με ENALAPRIL MALEATE μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις έχει αναφερθεί οξεία νεφρική ανεπάρκεια, η οποία είναι συνήθως αναστρέψιμη.
Σε μερικούς ασθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας ή με στένωση αρτηρίας μονήρους νεφρού οι οποίοι έχουν λάβει αγωγή με ENALAPRIL MALEATE έχουν παρατηρηθεί αυξήσεις στην ουρία του αίματος και την κρεατινίνη του ορού, οι οποίες είναι συνήθως αναστρέψιμες με τη διακοπή της αγωγής. Αυτό είναι ιδιαίτερα πιθανό σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Αν συνυπάρχει και νεφραγγειακή υπέρταση, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος σοβαρής υπότασης και νεφρικής ανεπάρκειας. Σε αυτούς τους ασθενείς η αγωγή θα πρέπει να αρχίζει κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση με χαμηλές δόσεις και προσεκτική τιτλοποίηση δόσεων.
Δεδομένου ότι η αγωγή με διουρητικά μπορεί να είναι παράγοντας συνεισφοράς στα προαναφερθέντα, πρέπει να διακόπτονται τα διουρητικά και να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων της αγωγής.
Ορισμένοι υπερτασικοί ασθενείς με μη εμφανή προϋπάρχουσα νεφρική νόσο ανέπτυξαν αυξήσεις της ουρίας του αίματος και της κρεατινίνης του ορού, συνήθως μικρής κλίμακας και παροδικές, ιδίως όταν τους χορηγήθηκε εναλαπρίλη ταυτόχρονα με ένα διουρητικό. Απαιτείται η μείωση της δοσολογίας της εναλαπρίλης και/ή διακοπή του διουρητικού. Αυτή η κατάσταση είναι πιο πιθανό να συμβεί σε ασθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική ανεπάρκεια (βλ. §4.4, Νεφραγγειακή υπέρταση).
Ασθενείς με αιμοκάθαρση
Έχουν αναφερθεί αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε αιμοκάθαρση με μεμβράνες υψηλής ροής, οι οποίοι λάμβαναν ταυτόχρονα ENALAPRIL MALEATE. Σε αυτούς τους ασθενείς θα πρέπει να δίνεται προσοχή ώστε να χρησιμοποιείται διαφορετικός τύπος μεμβράνης αιμοκάθαρσης ή διαφορετική κατηγορία αντιυπερτασικού παράγοντα.
Μεταμόσχευση νεφρού
Δεν υπάρχει εμπειρία σχετικά με τη χορήγηση του ENALAPRIL MALEATE σε ασθενείς με πρόσφατη μεταμόσχευση νεφρού.
Υπερευαισθησία /Αγγειοοίδημα
Αγγειονευρωτικό οίδημα του προσώπου, των άκρων, των χειλιών, των βλενογόννων, της γλώσσας, της γλωττίδας και/ή του λάρυγγα έχει αναφερθεί σπάνια σε ασθενείς που βρίσκονται σε αγωγή με αναστολείς του ΜΕΑ, συμπεριλαμβανομένου του ENALAPRIL. MALEATΕ. Αυτό μπορεί να συμβεί καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας.
Σε αυτές τις περιπτώσεις το ENALAPRIL.MALEATE πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να γίνεται απαραίτητος έλεγχος για να εξασφαλιστεί πλήρης αποκατάσταση των συμπτωμάτων πριν την απομάκρυνση του ασθενούς.
Στις περιπτώσεις εκείνες που το οίδημα περιοριζόταν στο πρόσωπο και στα χείλη, υπήρξε γενικώς αποκατάσταση του προβλήματος χωρίς αγωγή, παρόλο που τα αντιισταμινικά έχουν φανεί χρήσιμα στην ανακούφιση των συμπτωμάτων. Αγγειοοίδημα που συνδέεται με οίδημα στο λάρυγγα μπορεί να είναι θανατηφόρο. Όταν υπάρχει συμμετοχή της γλώσσας, της γλωττίδας, ή του λάρυγγα, μ πιθανότητα απόφραξης των αεροφόρων οδών, απαιτείται η χορήγηση της κατάλληλης επείγουσας θεραπείας. Η αντιμετώπιση μπορεί να περιλάβει τη χορήγηση αδρεναλίνης και/ή διατήρηση ανοικτών αεροφόρων οδών. Ο ασθενής πρέπει να βρίσκεται κα΄τω από στενή ιατρική παρακολούθηση μέχρις ότου να επιτευχθεί πλήρης και σταθερή υποχώρηση των συμπτωμάτων.
Έχει αναφερθεί ότι οι μαύροι ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ παρουσιάζουν μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης αγγειοοιδήματος σε σύγκριση με τους μη μαύρους. Οι ασθενείς με ιστορικό αγγειοοιδήματος μη σχετιζόμενο με θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ. μπορεί να βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο αγγειοοιδήματος, ενώ λαμβάνουν θεραπεία με α-ΜΕΑ (βλ.επίσης §4.3).
Εντερικό αγγειοοίδημα έχει σπάνια αναφερθεί σε ασθενείς που ακολουθούν αγωγή με αναστολείς ΜΕΑ. Οι ασθενείς αυτοί προσήλθαν με κοιλιακό άλγος (με ή χωρίς ναυτία ή έμετο). Σε κάποιες περιπτώσεις δεν υπήρχε προηγούμενο αγγειοοίδημα του προσώπου και τα επίπεδα C-1 εστεράσης ήταν φυσιολογικά. Το αγγειοοίδημα διαγνώστηκε με διαδικασίες που περιλάμβαναν αξονική τομογραφία κοιλιακής χώρας ή υπερηχογράφημα ή κατά τη διάρκεια χειρουργικής επέμβασης και τα συμπτώματα εξαφανίστηκαν μετά τη διακοπή του αναστολέα του ΜΕΑ. Το εντερικό αγγειοοίδημα θα πρέπει να περιλαμβάνεται στη διαφορική διάγνωση των ασθενών υπό αγωγή με αναστολείς του ΜΕΑ, οι οποίοι προσέρχονται με κοιλιακό άλγος.
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά τη διάρκεια απευαισθητοποίησης
Ασθενείς που λάμβαναν αναστολείς του ΜΕΑ κατά τη διάρκεια αγωγής απευαισθητοποίησης (π.χ. τοξίνη υμενοπτέρων) εμφάνισαν αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις. Στους ίδιους ασθενείς, αυτές οι αντιδράσεις αποφεύχθηκαν όταν οι αναστολείς ΜΕΑ διακόπηκαν προσωρινά, αλλά επανεμφανίστηκαν όταν οι αναστολείς ΜΕΑ χορηγήθηκαν ξανά εκ παραδρομής.
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά τη διάρκεια L, DL αφαίρεσης
Σπάνια ασθενείς που ελάμβαναν αναστολείς ΜΕΑ κατά τη διάρκεια αφαίρεσης της χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνης (LDL) με θειϊκή δεξτράνη εμφάνισαν αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις απειλητικές για τη ζωή. Αυτές οι αντιδράσεις αποφεύχθηκαν με την προσωρινή διακοπή της θεραπείας α-ΜΕΑ πριν από κάθε διαδικασία αφαίρεσης.
Ηπατική ανεπάρκεια
Σπάνια, οι αναστολείς ΜΕΑ έχουν συσχετισθεί με ένα σύνδρομο που αρχίζει με χολοστατικό ίκτερο και εξελίσσεται σε κεραυνοβόλο ηπατική νέκρωση και (μερικές φορές) σε θάνατο. Ο μηχανισμός αυτού του συνδρόμου δεν είναι κατανοητός. Οι ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ που ανέπτυξαν ίκτερο ή σημαντικές αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων θα πρέπει να διακόψουν τον αναστολέα ΜΕΑ και να έχουν την κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση (βλ. §4.8).
Ουδετεροπενία/Ακοκκιοκυταραιμία/Θρομβοπενία/Αναιμία
Έχουν αναφερθεί ουδετεροπενία / ακοκκιοκυταραιμία, θρομβοπενία και αναιμία σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ. Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία και χωρίς άλλους παράγοντες επιπλοκών, σπάνια εμφανίζεται ουδετεροπενία. Η εναλαπρίλη θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί με ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με αγγειακή νόσο του κολλαγόνου, ανοσοκατασταλτική θεραπεία, θεραπεία με αλλοπουρινόλη ή προκαΐναμίδη ή ένα συνδυασμό αυτών των παραγόντων, ιδιαίτερα όταν προϋπάρχει βλάβη της νεφρικής λειτουργίας. Μερικοί από αυτούς τους ασθενείς ανέπτυξαν σοβαρές λοιμώξεις οι οποίες σε μερικές περιπτώσεις, δεν ανταποκρίθηκαν στην εντατική θεραπεία με αντιβιοτικά. Εάν χορηγείται εναλαπρίλη σε τέτοιους ασθενείς, ενδείκνυται περιοδικός έλεγχος των λευκών αιμοσφαιρίων και οι ασθενείς θα πρέπει να καθοδηγούνται να αναφέρουν οποιοδήποτε σημείο λοίμωξης.
Φυλή
Οι αναστολείς του ΜΕΑ προκαλούν αγγειοοίδημα σε μαύρους ασθενείς σε υψηλότερο ποσοστό από ότι σε ασθενείς που δεν είναι μαύροι. Οι αναστολείς του ΜΕΑ, μπορεί να είναι λιγότερο αποτελεσματική στη μείωση της αρτηριακής πίεσης σε μαύρους ασθενείς σε σύγκριση με ασθενείς που δεν είναι μαύροι, πιθανώς λόγω της υψηλότερης συχνότητας εμφάνισης χαμηλών επιπέδων ρενίνης στον πληθυσμό των μαύρων υπερτασικών.
Βήχας
Έχει αναφερθεί βήχας με τη χρήση αναστολέων ΜΕΑ. Χαρακτηριστικά, ο βήχας είναι μη παραγωγικός βήχας, επίμονος και εξαφανίζεται μετά τη διακοπή της αγωγής. Ο βήχας που σχετίζεται με αναστολέα του ΜΕΑ πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στη διαφορική διάγνωση του βήχα.
Χειρουργική επέμβαση/Αναισθησία
Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε μεγάλη χειρουργική επέμβαση ή κατά τη διάρκεια αναισθησίας με παράγοντες που προκαλούν υπόταση, η εναλαπρίλη αναστέλλει την παραγωγή της αγγειοτενσίνης ΙΙ, απότοκο της αντιρροπιστικής απελευθέρωσης ρενίνης. Η αγωγή θα πρέπει να διακόπτεται μία ημέρα πριν την εγχείρηση. Εάν εμφανισθεί υπόταση και θεωρηθεί ότι οφείλεται στο μηχανισμό αυτό, μπορεί να διορθωθεί με την αύξηση του όγκου υγρών.
Υπερκαλιαιμία
Αυξήσεις στο κάλιο του ορού παρατηρήθηκαν σε μερικούς ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με αναστολέα ΜΕΑ, συμπεριλαμβανομένης της εναλαπρίλης. Ασθενείς που έχουν αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν υπερκαλιαιμία, περιλαμβάνουν ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. αρρύθμιστο σακχαρώδη διαβήτη ή εκείνους που λαμβάνουν ταυτόχρονα καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα αλάτων που περιέχουν κάλιο, ή εκείνους που λαμβάνουν άλλα φάρμακα που σχετίζονται με αύξηση του καλίου στον ορό (π.χ. ηπαρίνη). Αν θεωρηθεί απαραίτητη η ταυτόχρονη χορήγηση των παραπάνω κατηγοριών σκευασμάτων, συνιστάται τακτικός έλεγχος του καλίου του ορού.
Διαβητικοί ασθενείς
Στους διαβητικούς ασθενείς που λαμβάνουν από το στόμα χορηγούμενα αντιδιαβητικά σκευάσματα ή ινσουλίνη, θα πρέπει να γίνεται συχνά γλυκαιμικός έλεγχος κατά τη διάρκεια του πρώτου μηνός της θεραπείας με αναστολέα ΜΕΑ (βλ. §4.5, Αντιδιαβητικά).
Λίθιο
Ο συνδυασμός λιθίου και εναλαπρίλης γενικά δε συνιστάται (βλ. §4.5).
Καλιοσυντηρητικά δουρητικά, συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο.
Ο συνδυασμός αναστολέα ΜΕΑ με καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο γενικώς δεν συνιστάται (βλέπε §4.5).
Κύηση
Η εναλαπρίλη δεν θα πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της κύησης. Σε περίπτωση που η συνέχιση της θεραπείας με α-ΜΕΑ θεωρείται αναγκαία, ασθενείς που σχεδιάζουν εγκυμοσύνη θα πρέπει να αλλάξουν αντιυπερτασική θεραπεία με κάποια άλλη η οποία να έχει αναγνωρισμένο προφίλ ασφαλείας για τη χρήση του φαρμάκου κατά την κύηση. Εάν διαπιστωθεί εγκυμοσύνη κατά τη χρήση του φαρμάκου, η θεραπεία με α-ΜΕΑ θα πρέπει να διακοπεί άμεσα και αν απαιτείται, θα πρέπει να ξεκινήσει κάποια άλλη εναλλακτική θεραπεία (βλ. §4.3 & §4.6)
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ANALEPT
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Διουρητικά φάρμακα
Σε ασθενείς που λαμβάνουν διουρητικά φάρμακα και ιδιαίτερα σε όσους έχουν υποογκαιμία και/ή χαμηλές τιμές άλατος, είναι πιθανό να σημειωθεί υπερβολική πτώση στην αρτηριακή πίεση κατά την έναρξη της θεραπείας με αναστολέα του ΜΕΑ Η πιθανότητα εμφάνισης υποτασικών φαινομένων μπορεί να μειωθεί με τη διακοπή του διουρητικού, με την αύξηση του όγκου του αίματος ή της λήψης άλατος πριν την έναρξη της θεραπείας με χαμηλές και προοδευτικά αυξανόμενες δόσεις του αναστολέα ΜΕΑ.
Καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο
Παρόλο που τα επίπεδα του καλίου στov ορό συνήθως παραμένουν εντός των φυσιολογικών ορίων, μπορεί να παρουσιαστεί υπερκαλιαιμία σε μερικούς από τους ασθενείς που λαμβάνουν αναστολέα ΜΕΑ Τα καλιοσυντηρητικά διουρητικά (π.χ. σπιρονολακτόνη, τριαμτερένη ή αμιλορΐδη), τα συμπληρώματα καλίου ή τα υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο μπορεί να οδηγήσουν σε σημαντική αύξηση του καλίου του ορού. Συνεπώς ο συνδυασμός ενός αναστολέα ΜΕΑ με τα προαναφερθέντα φάρμακα δεν συνιστάται (βλέπε ενότητα 4.4). Εάν η ταυτόχρονη χορήγηση ενδείκνυται λόγω αποδεδειγμένης υποκαλιαιμίας, πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή και με συχνή παρακολούθηση του καλίου του ορού.
Λίθιο
Κατά τη διάρκεια ταυτόχρονης χορήγησης λιθίου με αναστολείς του ΜΕΑ έχουν αναφερθεί αναστρέψιμες αυξήσεις των συγκεντρώσεων του λιθίου στον ορό και τοξικότητα. Η ταυτόχρονη χρήση θειαζιδικών διουρητικών μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο της τοξικότητας του λιθίου και να επιτείνει τον ήδη αυξημένο κίνδυνο τοξικότητας του λιθίου που υφίσταται με τους αναστολείς του ΜΕΑ. Η συγχορήγηση αναστολέα ΜΕΑ με λίθιο δεν συνιστάται, αλλά εάν ο συνδυασμός αποδειχθεί απαραίτητος, θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά τα επίπεδα του λιθίου στον ορό (βλέπε ενότητα 4.4).
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) συμπεριλαμβανομένης της απιρίνης σε δόση >3g/ημέρα:
Η χορήγηση μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων μπορεί να μειώσει την αντιυπερτασική δράση των αναστολέων του ΜΕΑ. Επιπλέον, τα μη ΜΣΑΦ και οι αναστολείς του ΜΕΑ έχουν αθροιστική επίδραση στην αύξηση του καλίου του ορού και μπορεί να οδηγήσουν σε μείωση της νεφρικής λειτουργίας. Αυτές οι επιδράσεις είναι συνήθως αναστρέψιμες. Σπανίως μπορεί να εμφανιστεί οξεία νεφρική ανεπάρκεια, ιδίως σε ασθενείς με προβληματική νεφρική λειτουργία, όπως είναι τα ηλικιωμένα ή τα αφυδατωμένα άτομα.
Αντιυπερτασικοί παράγοντες και αγγειοδιασταλτικά
Η ταυτόχρονη χορήγηση αυτών των παραγόντων μπορεί να αυξήσει την υποτασική επίδραση των αναστολέων ΜΕΑ. Η ταυτόχρονη χορήγηση με νιτρογλυκερίνη και άλλα νιτρώδη, ή άλλα αγγειοδιασταλτικά, μπορεί να μειώσει περαιτέρω την αρτηριακή πίεση.
Αντιδιαβητικοί παράγοντες
Επιδημιολογικές μελέτες υποδεικνύουν ότι η ταυτόχρονη χορήγηση αναστολέων του ΜΕΑ και αντιδιαβητικών φαρμάκων (ινσουλίνες, υπογλυκαιμικοί παράγοντες από του στόματος) μπορεί να προκαλέσει αύξηση της υπογλυκαιμικής δράσης με κίνδυνο υπογλυκαιμίας. To φαινόμενο αυτό είναι περισσότερο πιθανό να συμβεί τις πρώτες εβδομάδες της συνδυασμένης θεραπείας και σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.
Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά / Αντιψυχωσικά / Αναισθητικά
Η ταυτόχρονη χορήγηση ορισμένων αναισθητικών φαρμακευτικών προϊόντων, τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών και αντιψυχωσικών με αναστολείς του ΜΕΑ μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης (βλέπε ενότητα 4.4).
Συμπαθομιμητικά φάρμακα
Τα συμπαθομιμητικά μπορεί να ελαττώσουν τις αντιυπερτασικές επιδράσεις των αναστολέων του ΜΕΑ.
Αλλοπουρινόλη, κυτταροστατικοί ή ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες, συστηματικά κορτικοστεροειδή ή προκαϊναμίδη
Η ταυτόχρονη χορήγηση με αναστολείς του ΜΕΑ μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο για λευκοπενία.
Αντιόξινα
Προκαλούν μειωμένη βιοδιαθεσιμότητα των αναστολέων του ΜΕΑ.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ANALEPT
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν με την εναλαπρίλη περιλαμβάνουν:
Πολύ συχνές (> 1/10) Συχνές (> 1/100, <1/10) Όχι συχνές (>1/1,000, < 1/100) Σπάνιες (> 1/10,000 <1/1,000) Πολύ Σπάνιες (<1/10,000, συμπεριλαμβανομένων των μεμονωμένων περιπτώσεων).
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
- Όχι συχνές: αναιμία (συμπεριλαμβανομένης απλαστικής και της αιμολυτικής).
- Σπάνιες: ουδετεροπενία, μείωση αιμοσφαιρίνης, μείωση του αιματοκρίτη, θρομβοκυτοπενία, ακοκιοκυτταραιμία, καταστολή του μυελού των οστών, πανκυτοπενία, λεμφαδενοπάθεια, αυτοάνοσοι νόσοι.
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης:
- Όχι συχνές: υπογλυκαιμία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση, Διαβητικοί ασθενείς).
Διαταραχές του νευρικού συστήματος και ψυχιατρικές διαταραχές:
- Συχνές: κεφαλαλγία, κατάθλιψη
- Όχι συχνές: σύγχυση, υπνηλία., αϋπνία νευρικότητα, παραισθησία, ίλιγγος.
- Σπάνιες: διαταραχές στα όνειρα, διαταραχές ύπνου.
Οφθαλμικές διαταραχές
- Πολύ συχνές: θάμβος όρασης
Καρδιακές και αγγειακές διαταραχές:
- Πολύ συχνές: Ζάλη
- Συχνές: υπόταση (συμπεριλαμβανομένης της ορθοστατικής υπότασης) συγκοπή, έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιο πιθανόν δευτερογενώς ως προς την εκσεσημαμένη υπόταση σε ασθενείς υψηλού κινδύνου (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση) θωρακικό άλγος, διαταραχές του καρδιακού ρυθμού, ασταθή στηθάγχη, ταχυκαρδία.
- Όχι συχνές: Ορθοστατική υπόταση, αίσθημα παλμών
- Σπάνιες: φαινόμενο Raynaud’s
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος του θώρακα και του μεσοθωρακίου:
- Πολύ συχνές: βήχας
- Συχνές: δύσπνοια
- Όχι συχνές: ρινόρροια, κυνάγχη, βράχνος φωνής, βρογχόσπασμος /άσθμα
- Σπάνιες: πνευμονικά διηθύματα, ρινίτις. αλλεργική κυψελίτις / ηωσινοφιλική πνευμονία.
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
- Πολύ συχνές: ναυτία
- Συχνές: διάρροια, κοιλιακό άλγος, διαταραχές γεύσης
- Όχι συχνές: ειλεός, παγκρεατίτιδα, εμετός, δυσπεψία, δυσκοιλιότητα, ανορεξία, γαστρικοί ερεθισμοί, ξηροστομία, πεπτικό έλκος.
- Σπάνιες: στοματίτιδα / αφθώδη έλκη, γλωσσίτιδα
- Πολύ σπάνιες: εντερικό αγγειοοίδημα.
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων:
- Σπάνιες: ηπατική ανεπάρκεια, ηπατίτιδα - είτε ηπατοκυτταρική ή χολοστατική, ηπατίτιδα συμπεριλαμβανομένης της νέκρωσης, χολόσταση (συμπεριλαμβανομένου του ίκτερου)
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Συχνές: Έχει αναφερθεί εξάνθημα, υπερευαισθησία / αγγειονευρωτικό οίδημα: αγγειονευρωτικό οίδημα του προσώπου, των άκρων, των χειλιών της γλώσσας, γλωττίδος και/ή του λάρυγγα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση)
- Όχι συχνές: εφίδρωση, κνίδωση, κνησμός, αλωπεκία
- Σπάνιες: πολύμορφο ερύθυμα, σύνδρομο Stevens-Johnson, αποφολιδωτική δερματίτιδα, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, πέμφιγξ, ερυθρόδερμα. Έχει ανακοινωθεί μια συμπτωματολογία που μπορεί να περιλαμβάνει μερικά ή όλα από τα ακόλουθα: πυρετός, ορογονίτιδα, αγγειίτιδα, μυαλγία / μυοσίτιδα, αρθραλγία / αρθρίτιδα, θετικό ANA, αυξημένη ΤΚΕ, ηωσινοφιλία και λευκοκυττάρωση. Εξάνθημα, φωτοευαισθησία ή άλλες δερματολογικές εκδηλώσεις μπορεί να εμφανισθούν.
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών:
- Όχι συχνές: ηπατική δυσλειτουργία, ηπατική ανεπάρκεια, πρωτεϊνουρία
- Σπάνιες: ολιγουρία
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού:
- Όχι συχνές: ανικανότητα
- Σπάνιες: γυναικομαστία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
- Πολύ συχνές: εξασθένηση
- Συχνές: Κόπωση
- Όχι συχνές: μυϊκές κράμπες, έξαψη. εμβοές, κακουχία, πυρετός
Παρακλινικές εξετάσεις:
- Συχνές: υπερκαλαιμία, αυξήσεις της κρεατινίνης του ορού
- Όχι συχνές: αυξήσεις στην ουρία του αίματος, υπονατριαιμία
- Σπάνιες: αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων, αυξήσεις της χολερυθρίνης του ορού
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ANALEPT
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Η χρήση των αναστολέων μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (α-ΜΕΑ) δεν συνιστάται κατά την διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η χρήση των α-ΜΕΑ αντενδείκνυται κατά την διάρκεια του δευτέρου και τρίτου τριμήνου της κύησης (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις). Δεν υπάρχουν οριστικά επιδημιολογικά στοιχεία σχετικά με τον κίνδυνο τερατογένεσης μετά από χρήση αναστολέων ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλειστεί μια μικρή αύξηση εμφάνισης κινδύνου. Ασθενείς που σχεδιάζουν εγκυμοσύνη θα πρέπει να αλλάξουν αντιυπερτασική θεραπεία με κάποια άλλη η οποία να έχει αναγνωρισμένο προφίλ ασφαλείας για την χρήση του φαρμάκου κατά την κύηση, εκτός εάν η συνέχιση της θεραπείας με α-ΜΕΑ θεωρείται απολύτως αναγκαία. Εάν διαπιστωθεί εγκυμοσύνη κατά τη χρήση του φαρμάκου, η θεραπεία με α-ΜΕΑ θα πρέπει να διακοπεί άμεσα και εάν απαιτείται, θα πρέπει να ξεκινήσει κάποια εναλλακτική θεραπεία. Η έκθεση σε θεραπεία με α-ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου είναι γνωστό ότι επιφέρει εμβρυοτοξικότητα στον άνθρωπο (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, καθυστέρηση οστεοποίησης του κρανίου) και βρεφική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία), βλ. επίσης Προκλινικά δεδομένα ασφάλειας. Εάν η έκθεση σε α-ΜΕΑ έχει συμβεί από το δεύτερο τρίμηνο της κύησης, συνιστάται να γίνεται ένας έλεγχος με υπερηχογράφημα της νεφρικής λειτουργίας και του κρανίου. Βρέφη των οποίων οι μητέρες έπαιρναν α-ΜΕΑ θα πρέπει να παρακολουθηθούν προσεκτικά για υπόταση (βλ. επίσης Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Γαλουχία
Από περιορισμένα φαρμακοκινητικά δεδομένα καταδεικνύεται ότι εμφανίζονται πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις στο μητρικό γάλα (δείτε την παράγραφο 5.2). Αν και αυτές οι συγκεντρώσεις φαίνονται να είναι κλινικό μη σημαντικές, η χρήση του ΑΝΑLΕPT κατά το θηλασμό δε συστήνεται για τα πρόωρα νεογνό και για τις πρώτες εβδομάδες μετά τον τοκετό, λόγω του δυνητικού κινδύνου καρδιαγγειακών και νεφρικών επιδράσεων και επειδή δεν υπάρχει αρκετή κλινική εμπειρία. Στην περίπτωση ενός μεγαλύτερου βρέφους, η χρήση του ΑΝΑLΕPT κατά το θηλασμό μπορεί να ληφθεί υπόψη με βάση την αναγκαιότητα της θεραπείας για τη μητέρα και τον κίνδυνο για το βρέφος.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ANALEPT
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολέας του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης. Κωδικός ATC: C09A Α02
To ENALAPRIL MALEATE (enalapril maleate) είναι το μηλεϊνικό άλας της εναλαπρίλης, ένα παράγωγο δύο αμινοξέων της L-αλανίνης και της L-προλίνης.. To μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης (ACE) είναι μία πεπτιδυλική διπεπτάση που καταλύει τη μετατροπή της αγγειοτενσίνης / στην αγγειοσυσπαστική oυσία αγγειοτενσΐνη ΙΙ. Μετά την απορρόφηση, η εναλαπρίλη υδρολύεται σε άλας της εναλαπρίλης που αναστέλλει το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης. Η αναστολή του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης έχει σαν αποτέλεσμα τη μείωση της αγγειοτενσίνης II στο πλάσμα, που οδηγεί σε αύξηση της δραστικότητας της ρενίνης στο πλάσμα λόγω διακοπής του φαινομένου της αρνητικής παλίνδρομης τροφοδότησης στην έκκριση της ρενίνης και μειωμένη έκκριση αλδοστερόνης
To μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης είναι ταυτόσημο με την κινινάση II. Έτσι το ENALAPRIL MALEATE μπορεί επίσης να αναστείλει την αποδόμηση της βραδυκινίνης, ενός ισχυρού αγγειοδιασταλτικού πεπτιδίου. Εν τούτοις, ο ρόλος που παίζει στη θεραπευτική δράση του ENALAPRIL MALEATE χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση.
Ενώ ο μηχανισμός μέσω του οποίου τo ENALAPRIL MALEATE μειώνει την αρτηριακή πίεση θεωρείται ότι οφείλεται κυρίως στην καταστολή του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης, το ENALAPRIL MALEATE είναι αποτελεσματικό ακόμη και σε υπερτασικούς ασθενείς με χαμηλή ρενίνη.
Χορήγηση του ENALAPRIL MALEATE σε ασθενείς με υπέρταση, έχει σαν αποτέλεσμα τη μείωση της αρτηριακής πίεσης τόσο σε ύπτια όσο και σε όρθια θέση, χωρίς σημαντική αύξηση του καρδιακού ρυθμού. Η συμπτωματική ορθοστατική υπόταση δεν είναι συχνή. Σε μερικούς ασθενείς η επίτευξη της μείωσης της αρτηριακής πίεσης στα ιδανικά επίπεδα μπορεί να απαιτήσει μερικές εβδομάδες θεραπείας. Απότομη διακοπή του ENALAPRIL MALEATE δεν έχει συσχετιστεί με ταχεία αύξηση της αρτηριακής πίεσης.
Αποτελεσματική αναστολή της δράσης του α-ΜΕΑ επιτυγχάνεται 2 έως 4 ώρες μετά τη λήψη από το στόμα μιας μόνο δόσης εναλαπρίλης. Η έναρξη της αντιυπερτασικής δράσης συνήθως παρατηρείται σε μία ώρα με το μέγιστο της μείωσης της αρτηριακής πίεσης σε 4 έως 6 ώρες μετά τη χορήγηση. Η διάρκεια δράσης είναι δοσοεξαρτώμενη. Ωστόσο, στις συνιστώμενες δόσεις η αντιυπερτασική και η αιμοδυναμική δράση έχει αποδειχθεί ότι διατηρείται τουλάχιστον 24 ώρες.
Σε αιμοδυναμικές μελέτες σε ασθενείς με ιδιοπαθή υπέρταση,. η μείωση της αρτηριακής πίεσης συνοδεύτηκε με μείωση των περιφερειακών αγγειακών αντιστάσεων με ελαφρά αύξηση της καρδιακής παροχής και μικρή ή καμία μεταβολή του καρδιακού ρυθμού. Μετά τη χορήγηση του ENALAPRIL MALEATE υπήρχε αύξηση στη νεφρική ροή αίματος. Ο ρυθμός σπειραματικής διήθησης ήταν αμετάβλητος. Δεν υπάρχει ένδειξη ότι κατακρατείται νάτριο ή νερό. Όμως σε ασθενείς με χαμηλό ρυθμό σπειραματικής διήθησης προ της θεραπείας, συνήθως παρατηρήθηκε αύξηση του ρυθμού.
Σε μικρής διάρκειας κλινικές μελέτες σε διαβητικούς και μη διαβητικούς ασθενείς με νεφρική βλάβη, έχουν παρατηρηθεί μειώσεις στην λευκοματινουρία και ουρική απέκκριση της IgG και της ολικής ουρικής πρωτεΐνης, κατόπιν χορήγησης εναλαπρίλης.
Όταν χορηγηθεί ταυτόχρονα με διουρητικά κατηγορίας των θειαζιδών, οι ιδιότητες του ENALAPRIL MALEATE να μειώνει την αρτηριακή πίεση είναι τουλάχιστον αθροιστικές. To ENALAPRIL MALEATE μπορεί να μειώσει ή να προλάβει την εμφάνιση της υποκαλαιμίας που προκαλείται από θειαζίδες.
Σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια που λαμβάνουν θεραπεία με δακτυλίτιδα και διουρητικά, η θεραπεία με ENALAPRIL MALEATE από του στόματος ή ενέσιμο έχει συσχετιστεί με μειώσεις στην περιφερειακή αντίσταση και στην αρτηριακή πίεση. Η καρδιακή παροχή αυξήθηκε ενώ ο καρδιακός ρυθμός (συνήθως αυξημένος σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια) μειώθηκε. Η πίεση πλήρωσης της αριστεράς κοιλίας/τριχοειδική πίεση, μειώθηκε. Η αντοχή στην άσκηση και η σοβαρότητα της καρδιακής ανεπάρκειας βελτιώθηκε όπως έχει μετρηθεί σύμφωνα με τα κριτήρια της εταιρείας New York Association. Αυτές οι επιδράσεις διατηρούνται κατά τη διάρκεια χρόνιας θεραπείας.
Σε ασθενείς με ήπιου έως μέτριου βαθμού καρδιακή ανεπάρκεια η εναλαπρίλη επιβράδυνε την προοδευτική καρδιακή διάταση / μεγέθυνση και ανεπάρκεια, όπως αποδεικνύεται από τους μειωμένους τελοδιαστολικούς και τελοσυστολικούς όγκους της αριστεράς κοιλίας και από τη βελτίωση του κλάσματος εξώθησης.
Σε μία πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με placebo μελέτη (SOLDV Prevention trial) εξετάσθηκε ένας πληθυσμός με ασυμπτωματική δυσλειτουργία της αριστεράς κοιλίας (LVEF <35%), 4.228 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν είτε placebo (η=2117) ή εναλαπρίλη (η=2111). Στην ομάδα placebo, 818 ασθενείς είχαν καρδιακή ανεπάρκεια ή κατέληξαν (38,6%) όπως συγκρίθηκαν με 630 ασθενείς στην ομάδα εναλαπρίλης (29,8%) (μείωση κινδύνου = 29%, 95% CI 21 -36%, ρ<0.001. 518 ασθενείς στην ομάδα placebo (24,5%) και 434 στην ομάδα της εναλαπρίλης (20,6 %) πέθαναν ή εισήχθησαν στo νοσοκομείο για νέα ή επιδεινωθείσα καρδιακή ανεπάρκεια (μείωση κινδύνου 20%, 95% CI, 9 -30%, ρ<0.001).
Σε μία πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με placebo μελέτη (SOLVD Treatment trial) εξετάσθηκε ένα πληθυσμός με συμπτωματική συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια λόγω της συστολικής δυσλειτουργίας (κλάσμα απώθησης < 35%), 2569 ασθενείς που έλαβαν συμβατική θεραπεία για καρδιακή ανεπάρκεια ορίστηκαν τυχαία να λάβουν είτε placebo (η=1.284) ή εναλαπρίλη (η=1.285). Υπήρξαν 510 θάνατοι στην ομάδα placebo (39,7%) όπως συγκρίθηκε με 452 ασθενείς στην ομάδα της εναλαπρίλης (35,2%) (μείωση του κινδύνου 16%, 95% CI, 5-26%. ρ=0.0036). Υπήρξαν 461 καρδιαγγειακοί θάνατοι στην ομάδα placebo όπως συγκρίθηκε με 399 στην ομάδα εναλαπρίλης (μείωση του κινδύνου 18%, 95% CI, 6-28%. ρ<0,002). κυρίως λόγω μιας μείωσης των θανάτων, λόγω της εξελισσόμενης καρδιακής ανεπάρκειας (251 στην ομάδα placebo έναντι 209 στην ομάδα της εναλαπρίλης, μείωση του κινδύνου 22%, 95% CI, 6 -35%). Μερικοί ασθενείς κατέληξαν ή εισήχθησαν στο νοσοκομείο για επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας (736 στην ομάδα placebo και 613 στην ομάδα εναλαπρίλης, μείωση κινδύνου 26%, 95% CI, 18 -34%, ρ<0,0001). Συνολικά στη μελέτη SOLVD, σε ασθενείς με δυσλειτουργία της αριστεράς κοιλίας, το ENALAPRIL MALEATE μείωσε τον κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου κατά 23% (95% CI, 11 -34% ρ<0,0001) και μείωσε τον κίνδυνο της εισαγωγής στο νοσοκομείο για ασταθή στηθάγχη κατά 20 % (95% CI, 9-29%, ρ<0,001).
Υπήρξε περιορισμένη εμπειρία κατά τη χρήση οε υπερτασικούς παιδιατρικούς ασθενείς >6 ετών. Σε μία κλινική μελέτη που περιελάμβανε 110 υπερτασικούς παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6 έως 16 ετών με βάρος σώματος >20 kg και με ρυθμό σπειραματικής διήθυσης >30 ml/min/1,73 m², ασθενείς που ζύγιζαν <50 kg έλαβαν είτε 0,625 2,5 ή 20 mg εναλαπρίλης ημερησίως και ασθενείς που ζύγιζαν > 50 kg έλαβαν είτε 1.25, 5 ή 40 mg εναλαπρίλης ημερησίως. Η χορήγηση εναλαπρίλης μία φορά την ημέρα μείωσε την αρτηριακή πίεση σε καθιστή θέση κατά ένα δοσοεξαρτημένο τρόπο. Η δοσοεξαρτώμενη αντιυπερτασική αποτελεσματικότητα της εναλαπρίλης ήταν σύμφωνη μεταξυ όλων των υποομάδων (ηλικία, βαθμός χρώματος, γένος, φυλή). Ωστόσο οι μικρότερες δόσεις που μελετήθηκαν 0,625 mg και 1,25 mg, που αντιστοιχούν σε μέσο όρο 0,02 mg/kg μία φορά την ημέρα, δεν έδειξαν ότι προσφέρεται σταθερή αντιυπερτασική αποτελεσματικότητα. Η μέγιστη δόση που μελετήθηκε ήταν 0,58 mg/kg (ως 40 mg) μια φορά ημερησίως. To προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών για τους παιδιατρικούς ασθενείς δεν ήταν διαφορετικό από αυτό που παρουσίασαν οι ενήλικες ασθενείς.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ANALEPT
expand_more
Φαρμακοκινητική
Η εναλαπρίλη χορηγούμενη από το στόμα. απορροφάται γρήγορα και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό, εμφανίζονται μέσα σε μία ώρα. Με βάση την ανάκτηση στα ούρα, το μέγεθος της απορρόφησης του δισκίου της εναλαπρίλης, είναι περίπου 60%. Η απορρόφηση του ENALAPRIL MALEATE χορηγούμενο από το στόμα δεν επηρεάζεται από την παρουσία τροφής στο γαστρεντερικό σωλήνα. Μετά την απορρόφηση, η εναλαπρίλη χορηγούμενη από το στόμα υδρολύεται γρήγορα και εκτεταμένα σε άλας της εναλαπρίλης, το οποίο είναι ένας ισχυρός αναστολέας του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της εναλαπρίλης στον ορό, εμφανίζονται περίπου 4 ώρες μετά τη χορήγηση της εναλαπρίλης από το στόμα.
Ο αποτελεσματικός χρόνος ημίσειας ζωής των συγκεντρώσεων του άλατος της εναλαπρίλης μετά από χορήγηση από το στόμα πολλαπλών δόσεων εναλαπρίλης, χορηγούμενη από το στόμα,είναι 11 ώρες.
Σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, σταθερές συγκεντρώσεις του άλατος της εναλαπρίλης στον ορό επιτεύχθηκαν μετά από 4 ημέρες θεραπείας.
Καθ’ όλο τo εύρος των συγκεντρώσεων που είναι θεραπευτικές, η δέσμευση του άλατος της εναλαπρίλης στις ανθρώπινες πρωτεΐνες πλάσματος δεν υπερβαίνει το 60%.
Εκτός της μετατροπής σε άλας της εναλαπρίλης, δεν υπήρχε ένδειξη για σημαντικό μεταβολισμό της εναλαπρίλης.
Η απέκκριση του άλατος της εναλαπρίλης είναι κυρίως νεφρική. Τα κύρια συστατικά στα ούρα είναι άλας της εναλαπρίλης, σε ποσοστό περίπου 40% της δόσης και αυτούσια εναλαπρίλη (περίπου 20%).
Νεφρική βλάβη
Η έκθεση στην εναλαπρίλη και στο άλας αυτής αυξήθηκε σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης 40 -60 ml/min) η σταθερή συγκέντρωση του άλατος στην καμπύλη AUC ήταν περίπου διπλάσια από ότι σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία μετά από χορήγηση 5 mg μία φορά ημερησίως. Σε σοβαρή νεφρική βλάβη (κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/min) η συγκέντρωση στην καμπύλη AUC αυξήθηκε περίπου κατά 8 φορές. Ο αποτελεσματικός χρόνος ημιζωής του άλατος εναλαπρίλης κατόπιν χορήγησης πολλαπλών δόσεων του μηλεϊνικού άλατος εναλαπρίλης, παρατάθηκε σ’ αυτό το στάδιο της νεφρικής ανεπάρκειας και καθυστέρησε ο χρόνος εξισορρόπησης.(βλ. Δοσολογία και τρόπος χορήγησης.) To άλας της εναλαπρίλης μπορεί να απομακρυνθεί από τη γενική κυκλοφορία με αιμοδιύλυση. Η κάθαρση της διύλυσης είναι 62 ml/min.
Παιδιά και έφηβοι
Μια μελέτη φαρμακοκινητικής πολλαπλών δόσεων διεξήχθη σε 40 υπερτασικούς αρσενικούς και θηλυκούς παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 2 μηνών ως < 16 ετών κατόπιν ημερήσιας χορήγησης από το στόμα την 0,07 ως 0,14mg/kg μηλεϊνικής εναλαπρίλης. Δεν υπήρχαν μεγάλες διαφορές στην φαρμακοκινητική της εναλαπρίλης σε παιδιά σε σύγκριση με στοιχεία ιστορικού ενηλίκων. Τα στοιχεία έδειξαν αύξηση της συγκέντρωσης στην καμπύλη AUC (που προσαρμόστηκαν στη φυσιολογική δόση ανά βάρος σώματος) με αυξανόμενη ηλικία. Ωστόσο, μία αύξηση στην καμπύλη AUC δεν παρατηρήθηκε όταν τα στοιχεία προσαρμόσθηκαν ανά σωματική επιφάνεια. Στο στάδιο της ισορροπίας, ο μέσος αποτελεσματικός χρόνος ημίσειας ζωής για την συσσώρευση του άλατος εναλαπρίλης ήταν 14 ώρες.
Γαλουχία
Μετά από μια εφάπαξ από του στόματος δόση 20 mg σε πέντε γυναίκες μετά τον τοκετό, το μέσο μέγιστο επίπεδο του enalapril στο γάλα ήταν 1.7μg/L (0.54 έως 5.9 pg/L) σε 4 έως 6 ώρες μετά από τη δόση. To μέσο μέγιστο επίπεδο enalaprilat ήταν 1.7μg/L (1.2 σε 2,3μg/L) οι μέγιστες τιμές εμφανίστηκαν σε διάφορα χρονικά σημεία κατά τη διάρκεια της εικοσιτετράωρης περιόδου. Χρησιμοποιώντας τα δεδομένα αυτά, η κατ’ εκτίμηση μέγιστη λήψη ενός αποκλειστικά θηλάζοντος βρέφους θα ήταν περίπου 0.16% της μητρικής ρυθμισμένης κατά βάρος δόσης. Μια γυναίκα που ελάμβανε enalapril 10 mg από του στόματος καθημερινά για 11 μήνες είχε μέγιστα επίπεδα enalapril στο γάλα 2 μg/L 4 ώρες μετά από μια δόση και μέγιστα επίπεδα enalaprilat 0.75 μg/L περίπου 9 ώρες μετά από τη δόση. To συνολικό ποσό του enalapril και enalaprilat στο γάλα κατά τη διάρκεια των 24 ωρών ήταν 1.44μg/L και 0.63 μg/L αντίστοιχα. Τα επίπεδα Enalaprilat ήταν μη ανιχνεύσιμα (<0.2μg/L) 4 ώρες μετά από μια εφάπαξ δόση 5 mg enalapril σε μια μητέρα και 10mg enalapril σε δύο μητέρες. Τα επίπεδα του enalapril δεν καθορίστηκαν.
ΕΟΦ · 2.5.1
Αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης
expand_more
Αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης
Τα φάρμακα της ομάδας αυτής αναστέλλουν την μετατροπή της αγγειοτασίνης Ι σε αγγειοτασίνη ΙΙ. Οι κυριότερες ενδείξεις τους είναι:
Υπέρταση. Χορηγούνται σε ήπια ή μέτρια υπέρταση, ιδιαίτερα αν αντενδείκνυνται ή δεν γίνονται ανεκτοί ή αποτύχουν οι β-αποκλειστές ή τα διουρητικά, αν και συνδυάζονται με τα τελευταία επιτυχώς. Οι ασθενείς με νεφραγγειακή υπέρταση είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι στους α-ΜΕΑ και η αγωγή πρέπει να αρχίζει με μικρότερες δόσεις. Προσοχή επίσης χρειάζεται σε περιπτώσεις στις οποίες κινητοποιείται το σύστημα ρενίνης, όπως λ.χ. στην καρδιακή ανεπάρκεια, σε προηγηθείσα χρήση διουρητικών ή σε αυστηρή άναλο δίαιτα, διότι μπορεί να προκληθεί σοβαρή υπόταση κατά την πρώτη λήψη του φαρμάκου. Για το λόγο αυτό τα διουρητικά διακόπτονται λίγες μέρες πριν δοθεί η πρώτη δόση των α-ΜΕΑ.
Καρδιακή ανεπάρκεια. Οι α-ΜΕΑ είναι ιδιαίτερα χρήσιμα φάρμακα σε όλα τα στάδια της καρδιακής ανεπάρκειας και πρέπει να συνδυάζονται με διουρητικά και δακτυλίτιδα όταν κρίνεται απαραίτητο. Βελτιώνουν την πρόγνωση και επομένως πλεονεκτούν θεραπευτικών σχημάτων όπως ο συνδυασμός νιτρωδών με υδραλαζίνη. Η χορήγηση α-ΜΕΑ ενδείκνυται σε κάθε ασθενή με καρδιακή ανεπάρκεια όταν δεν υπάρχει αντένδειξη. Για να αποφευχθεί η υπερκαλιαιμία πριν αρχίσει η χορήγηση α-ΜΕΑ πρέπει να διακοπεί η χρήση διουρητικών προστατευτικών της απώλειας καλίου καθώς και σκευασμάτων υποκατάστασης καλίου. Η έναρξη χορήγησης α-ΜΕΑ σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια που ήδη λαμβάνουν υψηλές δόσεις διουρητικών της αγκύλης (π.χ. φουροσεμίδη 80 mg ημερησίως) είναι δυνατόν να προκαλέσει έντονη υπόταση. Η προσωρινή διακοπή του διουρητικού μειώνει τον κίνδυνο της υπότασης αλλά είναι δυνατόν να προκαλέσει σοβαρό πνευμονικό οίδημα. Ως εκ τούτου στις περιπτώσεις αυτές η πρώτη δόση των α-ΜΕΑ πρέπει να είναι ιδιαίτερα χαμηλή (π.χ. 6.25 mg Καπτοπρίλης) με τον ασθενή ξαπλωμένο, κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση και με δυνατότητα θεραπείας της υπότασης. Συμπερασματικά στις περιπτώσεις αυτές ο ασθενής πρέπει να εισάγεται στο νοσοκομείο για έναρξη της χορήγησης των α-ΜΕΑ.
Έμφραγμα του μυοκαρδίου. Οι α-ΜΕΑ βελτιώνουν την πρόγνωση ασθενών με έμφραγμα του μυοκαρδίου και είτε κλινικά διαπιστωμένη αριστερή καρδιακή ανεπάρκεια είτε απλή δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας. Η θεραπεία κλινικά σταθεροποιημένων ασθενών πρέπει να ξεκινά 3-10 μέρες μετά το έμφραγμα του μυοκαρδίου.
DrugBank
Description
expand_more
Description
Τύπος/Κλάση φαρμάκου: Προφάρμακο που ανήκει στην κατηγορία των αναστολέων μετατροπής αγγειοτενσίνης (ACE).
Μηχανισμός μεταβολισμού: Μεταβολίζεται γρήγορα στο ήπαρ σε enalaprilat μετά από from από του στόματος χορήγηση.
Φαρμακολογική δραστηριότητα: Το enalapril έχει ελάχιστη φαρμακολογική δράση· το enalaprilat αποτελεί ισχυρό, ανταγωνιστικό αναστολέα της ACE, της ενζύμου που μετατρέπει την αγγειοτενσίνη Ι (ATI) σε αγγειοτενσίνη II (ATII).
Ρόλος του ATII/RAAS: Το ATII ρυθμίζει την αρτηριακή πίεση και αποτελεί βασικό στοιχείο του συστήματος Ρενίνης-Αγγειοτενσίνης-Αλδοστερόνης (RAAS).
Ενδείξεις: Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία ιδιοπαθούς ή νεφροαγγειακής υπέρτασης και συμπτωματικής καρδιακής ανεπάρκειας.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις/Χρήση:
- Ιδιοπαθής υπέρταση ή υπέρταση από αγγειοπάθεια στα νεφρά.
- Συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια με συμφόρηση.
- Μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνη ή σε συνδυασμό με διουρητικά θειαζίτης.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία (περιληπτικά):
- Το enalapril μεταβολίζεται γρήγορα σε enalaprilat από ηπατικές εστεράσες μετά από από του στόματος χορήγηση· το enalapril έχει περιορισμένη φαρμακολογική δράση.
- Το enalaprilat μειώνει την αρτηριακή πίεση ανταγωνιζόμενος το RAAS.
- Το RAAS αποτελεί ομοιοστατικό μηχανισμό που ρυθμίζει αιμορραγία του αίματος, ισορροπία ύδατος και ηλεκτρολυτών.
- Σε φυσιολογικές συνθήκες και κατά τη διέγερση του συμπαθητικού συστήματος ή όταν η νεφρική αρτηριακή πίεση/ροή μειώνεται, απελευθερώνεται ρενίνη από τα κοκκώδη κύτταρα του γειτζιγα, μετατρέποντας αγγειογεντίνης σε ATI και τελικά ATII με τη βοήθεια ACE.
- Το ATII αυξάνει την αρτηριακή πίεση μέσω πολλαπλών μηχανισμών, όπως έκκριση αλδοστερόνης, αγγειοπιεστίνη (ADH) και αγγειοσυσταλτική δράση.
- Οι αναστολείς ACE δεσμεύονται και αναστέλλουν τη δραστηριότητα και των δύο τομέων της ACE· η συγγένεια για τον C-domain είναι μεγαλύτερη, με αποτέλεσμα ισχυρότερη αναστολή της λειτουργίας της ACE.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός δράσης:
- Αναστολείς ACE δεσμεύονται στα ενεργά σημεία ACE (τόσο στον N- όσο και στον C-domain) και αναστέλλουν την μετατροπή ATI σε ATII.
- Η μείωση των επιπέδων ATII μειώνει την αρτηριακή πίεση μέσω ποικίλων μηχανισμών (σύνθεση αλδοστερόνης, αγγειοπιεστίνης, αγγειοσυστολή).
- Το enalaprilat ανταγωνίζεται το ATI για πρόσδεση στην ACE και εμποδίζει την περαιτέρω μεταβολή ATI σε ATII.
- Η μείωση ATII αναστέλλει την προαναφερόμενη υπέρταση και μπορεί να αυξήσει τη φαινόμενη ροή αίματος μέσω μείωσης της αγγειοσυστολής.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση:
- Απορρόφηση από το στόμα 55-75%, δεν επηρεάζεται από φαγητό.
- Enalaprilat (χορηγούμενο ενδοφλέβια κλινικά) απορροφάται ελάχιστα (3-12%), λόγω της υψηλής πολικότητας.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Ημιζωή:
- Το μη μεταβολισμένο enalapril έχει ημιζωή < 2 ωρών σε υγιείς άτομα, μπορεί να αυξηθεί σε άτομα με καρδιακή ανεπάρκεια (3.4–5.8 ώρες για μεμονωμένες δόσεις 5 mg και 10 mg αντίστοιχα).
- Η μέση τελική ημιζωή του enalaprilat είναι 35–38 ώρες.
- Η αποτελεσματική ημιζωή μετά από πολλαπλές δόσεις είναι 11–14 ώρες.
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα / Υπερβολική δόση:
- Υπερδοσολογία μπορεί να προκαλέσει σημαντική υπόταση και κατάπτωση.
- Οι πιο συνηθισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν υπόταση, κεφαλαλγία, ζάλη και κόπωση.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η εναλαπρίλη είναι αντιυπερτασικό φάρμακο με νατριουρητικές και ουρικοουρικές ιδιότητες. Η εναλαπρίλη μειώνει την αρτηριακή πίεση σε όλες τις κατηγορίες ιδιοπαθούς και νεφραγγειακής υπέρτασης, και την περιφερική αγγειακή αντίσταση χωρίς να αυξάνει τον καρδιακό ρυθμό. Άτομα με υπέρταση χαμηλής ρενίνης ανταποκρίνονταν ακόμα στην εναλαπρίλη. Η διάρκεια της αντιυπερτασικής δράσης στην συστολική και διαστολική αρτηριακή πίεση διαρκεί τουλάχιστον 24 ώρες μετά τη χορήγηση εφάπαξ από του στόματος δόσης, και η επαναλαμβανόμενη ημερήσια χορήγηση εναλαπρίλης προσφέρει επιπλέον μείωση της αρτηριακής πίεσης και η σταθερή αντιυπερτασική απόκριση μπορεί να διαρκέσει αρκετές εβδομάδες. Σε ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια και ανεπαρκή κλινική ανταπόκριση σε συμβατικές αντιυπερτασικές θεραπείες, η θεραπεία με εναλαπρίλη οδήγησε σε βελτιώσεις της καρδιακής απόδοσης, όπως παρατηρήθηκε από τη μείωση τόσο της προφόρτισης όσο και της μεταφόρτισης, και βελτίωσε μακροπρόθεσμα την κλινική κατάσταση. Επιπλέον, η εναλαπρίλη αύξησε την καρδιακή παροχή και τον όγκο παλμού, μειώνοντας την πίεση στον πνευμονικό τριχοειδή αγγειακό ενδοθηλιακό φραγμό σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια που δεν ανταποκρινόταν στη συμβατική θεραπεία με διγοξίνη και διουρητικά. Σε κλινικές μελέτες, η εναλαπρίλη μείωσε τη μάζα της αριστερής κοιλίας και δεν επηρέασε την καρδιακή λειτουργία ή τη μυοκαρδιακή αιμάτωση κατά την άσκηση. Η εναλαπρίλη δεν σχετίζεται σημαντικά με τον κίνδυνο βραδυκαρδίας, σε αντίθεση με τα περισσότερα διουρητικά και β-αναστολείς, και δεν προκαλεί υπέρταση από «αποστερητικό σύνδρομο» μετά τη διακοπή της θεραπείας. Η εναλαπρίλη δεν αναφέρεται ότι προκαλεί υποκαλιαιμία, υπεργλυκαιμία, υπερουρικαιμία ή υπερχοληστερολαιμία. Στα νεφρά, η εναλαπρίλη αύξησε την νεφρική αιματική ροή και μείωσε την νεφρική αγγειακή αντίσταση. Επίσης, αύξησε το ρυθμό σπειραματικής διήθησης σε ασθενείς με ρυθμό σπειραματικής διήθησης μικρότερο από 80 mL/min. Όταν χρησιμοποιήθηκε σε συνδυασμό, η εναλαπρίλη μείωσε την έκταση της φαρμακογενετικής υποκαλιαιμίας που προκαλείται από την υδροχλωροθειαζίδη και οι αντιυπερτασικές επιδράσεις και των δύο φαρμάκων ενισχύθηκαν.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (ΣΡΑΑ) είναι ένα μονοπάτι σηματοδότησης που λειτουργεί σε συνεργασία με το συμπαθητικό σύστημα για τη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης και της ομοιόστασης των υγρών και ηλεκτρολυτών. Η ενεργοποίηση αυτού του συστήματος μετά από διέγερση από διάφορους παράγοντες, όπως η χαμηλή αρτηριακή πίεση και οι νευρικές ώσεις, οδηγεί σε αυξημένη απελευθέρωση νορεπινεφρίνης (NE) από τα συμπαθητικά νευρικά άκρα και επηρεάζει την αγγειακή ανάπτυξη, την αγγειοσύσπαση και την κατακράτηση αλάτων στα νεφρά. Η ρενίνη απελευθερώνεται από… Η ρενίνη δρα στην πρόδρομη πρωτεΐνη αγγειοτενσινογόνο, μια πλασματική σφαιρίνη που συντίθεται από το ήπαρ, για να παραγάγει την αποκοπείσα πεπτιδική ορμόνη αγγειοτενσίνη Ι. Η αγγειοτενσίνη Ι μπορεί στη συνέχεια να αποκοπεί περαιτέρω από τον ACE για να παραγάγει αγγειοτενσίνη ΙΙ, μια αγγειοσυσπαστική πεπτιδική ορμόνη. Το ένζυμο μετατροπής της αγγειοτενσίνης (ACE), που υπάρχει σε διάφορες ισομορφές, είναι ένα πεπτιδυλ-διπεπτιδικό ένζυμο που εκφράζεται σε διάφορους ιστούς, συμπεριλαμβανομένων των αγγειακών ιστών, όπως η καρδιά, ο εγκέφαλος και οι νεφροί. Ο ACE παίζει επίσης ρόλο στην αδρανοποίηση της βραδυκινίνης, ενός ισχυρού αγγειοδιασταλτικού πεπτιδίου. Η αγγειοτενσίνη ΙΙ διαμεσολαβεί διάφορες δράσεις στο σώμα δρώντας στους G-πρωτεϊνο-συνδεόμενους υποδοχείς της, AT1 και AT2. Προκαλεί άμεση αγγειοσύσπαση προ-αγγειακών αρτηριδίων και μετά-αγγειακών φλεβιδίων, αναστέλλει την επαναπρόσληψη NE, αυξάνοντας έτσι τα διαθέσιμα επίπεδα, διεγείρει την απελευθέρωση κατεχολαμινών από τον μυελό των επινεφριδίων, μειώνει την νεφρική απέκκριση ιόντων νατρίου και νερού προωθώντας την επανααπορρόφηση στα εγγύς σωληνάρια, διεγείρει τη σύνθεση και απελευθέρωση αλδοστερόνης από τον φλοιό των επινεφριδίων, και διεγείρει την υπερτροφία τόσο των κυττάρων των λείων αγγειακών μυώνων όσο και των καρδιακών μυοκυττάρων. Η εναλαπρίλη είναι ένα φαρμακολογικά ανενεργό προφάρμακο που απαιτεί ηπατική βιομετατροπή για να σχηματίσει την [εναλαπριλάτη], τον ενεργό μεταβολίτη της που δρα στο ΣΡΑΑ για να αναστείλει τον ACE. Η βιομετατροπή είναι κρίσιμη για τις θεραπευτικές δράσεις του φαρμάκου, καθώς η εναλαπρίλη από μόνη της είναι μόνο ασθενής αναστολέας του ACE. Η αναστολή του ACE οδηγεί σε μειωμένη παραγωγή και επίπεδα αγγειοτενσίνης ΙΙ στο πλάσμα, αυξημένη δραστηριότητα ρενίνης στο πλάσμα λόγω της απώλειας της αρνητικής ανάδρασης από την αγγειοτενσίνη ΙΙ, και μειωμένη έκκριση αλδοστερόνης. Ωστόσο, τα επίπεδα αλδοστερόνης στο πλάσμα συνήθως επιστρέφουν στο φυσιολογικό κατά τη μακροχρόνια χορήγηση εναλαπρίλης. Η μειωμένη παραγωγή αγγειοτενσίνης ΙΙ οδηγεί στη συνέχεια στη διαστολή των περιφερικών αγγείων και στη μείωση της αγγειακής αντίστασης, η οποία με τη σειρά της μειώνει την αρτηριακή πίεση. Ενώ η αναστολή του ACE που οδηγεί στην καταστολή του ΣΡΑΑ θεωρείται ο κύριος μηχανισμός δράσης της εναλαπρίλης, έχει αποδειχθεί ότι το φάρμακο ασκεί αντιυπερτασικές δράσεις σε άτομα με υπέρταση χαμηλής ρενίνης. Προτείνεται ότι η εναλαπρίλη μπορεί να διαμεσολαβεί τις φαρμακολογικές της δράσεις μέσω άλλων τρόπων δράσης που δεν είναι πλήρως κατανοητοί. Δεδομένου ότι ο ACE είναι δομικά παρόμοιος με την κινινάση Ι, μια καρβοξιπεπτιδάση που αποικοδομεί τη βραδυκινίνη, παραμένει να διευκρινιστεί εάν τα αυξημένα επίπεδα βραδυκινίνης παίζουν ρόλο στις θεραπευτικές επιδράσεις της εναλαπρίλης.
Η εναλαπρίλη μαλεϊκή είναι προφάρμακο της εναλαπριλάτης και έχει μικρή φαρμακολογική δραστηριότητα μέχρι να υδρολυθεί in vivo σε εναλαπριλάτη. …Η εναλαπρίλη αποτρέπει τη μετατροπή της αγγειοτενσίνης Ι σε αγγειοτενσίνη ΙΙ (ένα ισχυρό αγγειοσυσπαστικό) μέσω της αναστολής του ενζύμου μετατροπής της αγγειοτενσίνης (ACE). Το φάρμακο ανταγωνίζεται το φυσιολογικό υπόστρωμα (αγγειοτενσίνη Ι) για την ενεργό θέση του ACE· η συγγένεια της εναλαπριλάτης για τον ACE είναι περίπου 200.000 φορές μεγαλύτερη από αυτήν της αγγειοτενσίνης Ι. In vitro σε μοριακή βάση, η συγγένεια της εναλαπριλάτης για τον ACE είναι 300-1000 ή 2-17 φορές μεγαλύτερη από αυτήν της εναλαπρίλης ή της καπτοπρίλης, αντίστοιχα. Ωστόσο, in vitro σε μοριακή βάση, η ανασταλτική δράση του ACE της εναλαπρίλης αποδείχθηκε παρόμοια με αυτήν της εναλαπριλάτης στο πλάσμα και τους νεφρούς αρουραίων, επειδή αυτοί οι ιστοί υδρολύουν εκτενώς την εναλαπρίλη για να σχηματίσουν εναλαπριλάτη. Το φάρμακο προφανώς δεν αναστέλλει τον ACE του εγκεφάλου σε ζώα.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Μετά τη χορήγηση από του στόματος, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) της εναλαπρίλης επιτυγχάνονται εντός 1 ώρας μετά τη δόση, ενώ η Cmax της εναλαπριλάτης εμφανίζεται τρεις έως τέσσερις ώρες μετά τη δόση. Η σταθερή κατάσταση επιτυγχάνεται με την τέταρτη ημερήσια δόση και δεν υπάρχει συσσώρευση με επαναλαμβανόμενες δόσεις. Ωστόσο, μπορεί να συμβεί συσσώρευση εναλαπριλάτης σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 30 mL/min. Η λήψη τροφής αναφέρεται ότι έχει ελάχιστη επίδραση στην απορρόφηση του φαρμάκου. Μετά τη χορήγηση από του στόματος, περίπου το 60% της εναλαπρίλης απορροφήθηκε. Η βιοδιαθεσιμότητα της εναλαπρίλης ήταν κατά μέσο όρο περίπου 40% όταν χρησιμοποιήθηκε ενδοφλέβια εναλαπριλάτη ως πρότυπο αναφοράς.
Η εναλαπρίλη αποβάλλεται κυρίως μέσω νεφρικής απέκκρισης, όπου περίπου το 94% της συνολικής δόσης αποβάλλεται μέσω των ούρων ή των κοπράνων είτε ως εναλαπριλάτη είτε ως αμετάβλητη μητρική ένωση. Περίπου το 61% και το 33% της συνολικής δόσης μπορεί να ανακτηθεί στα ούρα και στα κόπρανα, αντίστοιχα. Στα ούρα, περίπου το 40% της ανακτηθείσας δόσης είναι με τη μορφή εναλαπριλάτης.
Ο όγκος κατανομής της εναλαπρίλης δεν έχει καθοριστεί. Η εναλαπριλάτη διεισδύει στους περισσότερους ιστούς, ιδίως στους νεφρούς και τους αγγειακούς ιστούς, αν και η διείσδυση στον αιματοεγκεφαλικό φραγμό δεν έχει αποδειχθεί μετά από χορήγηση σε θεραπευτικές δόσεις. Σε μελέτες σε σκύλους, η εναλαπρίλη και η εναλαπριλάτη διέρχονται ελάχιστα από τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Ελάχιστη διείσδυση συμβαίνει στο μητρικό γάλα, αλλά συμβαίνει σημαντική εμβρυική μεταφορά. Το φάρμακο διαπερνά τον πλακουντιακό φραγμό σε αρουραίους και χάμστερ.
Μετά τη χορήγηση από του στόματος σε υγιείς άνδρες εθελοντές, η νεφρική κάθαρση ήταν περίπου 158 ± 47 mL/min. Αναφέρεται ότι η εναλαπρίλη και η εναλαπριλάτη είναι μη ανιχνεύσιμες στο πλάσμα 4 ώρες μετά τη δόση.
Αναλύθηκαν φαρμακοκινητικές και φαρμακοδυναμικές παράμετροι ενδοφλέβιας εναλαπρίλης σε δόση 0,50 mg/kg, εικονικού φαρμάκου από του στόματος και εναλαπρίλης από του στόματος σε τρεις διαφορετικές δόσεις (0,50, 1,00 και 2,00 mg/kg) σε 7 υγιείς ίππους. Οι συγκεντρώσεις εναλαπρίλης και εναλαπριλάτης στον ορό προσδιορίστηκαν για φαρμακοκινητική ανάλυση. Μετρήθηκαν η δραστηριότητα του ενζύμου μετατροπής της αγγειοτενσίνης (ACE), η ουρική ουρία στον ορό (SUN), η κρεατινίνη και οι ηλεκτρολύτες, και παρακολουθήθηκε η αρτηριακή πίεση για φαρμακοδυναμική ανάλυση. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της εναλαπρίλης και της εναλαπριλάτης ήταν 0,67 και 2,76 ώρες, αντίστοιχα, μετά από ενδοφλέβια χορήγηση εναλαπρίλης. Οι συγκεντρώσεις εναλαπρίλης μετά από χορήγηση από του στόματος ήταν κάτω από το όριο ποσοτικοποίησης (10 ng/mL) σε όλους τους ίππους και οι συγκεντρώσεις εναλαπριλάτης ήταν κάτω από το όριο ποσοτικοποίησης σε 4 από τους 7 ίππους. Οι μέγιστες μέσες αναστολές του ACE από την αρχική τιμή ήταν 88,38, 3,24, 21,69, 26,11 και 30,19% για ενδοφλέβια εναλαπρίλη σε δόση 0,50 mg/kg, εικονικό φάρμακο και εναλαπρίλη από του στόματος σε δόσεις 0,50, 1,00 και 2,00 mg/kg, αντίστοιχα. Η αρτηριακή πίεση, η SUN, η κρεατινίνη και οι ηλεκτρολύτες παρέμειναν αμετάβλητοι κατά τη διάρκεια των πειραμάτων.
Η εναλαπρίλη μαλεϊκή, σε αντίθεση με την εναλαπριλάτη, απορροφάται καλά μετά από χορήγηση από του στόματος. Παρόλο που η εναλαπριλάτη είναι ένας πιο ισχυρός αναστολέας του ενζύμου μετατροπής της αγγειοτενσίνης από την εναλαπρίλη, απορροφάται ελάχιστα από τον γαστρεντερικό σωλήνα λόγω της υψηλής πολικότητάς της, με μόνο περίπου 3-12% μιας από του στόματος χορηγούμενης δόσης να απορροφάται. Περίπου το 55-75% μιας από του στόματος δόσης εναλαπρίλης μαλεϊκής απορροφάται ταχέως από τον γαστρεντερικό σωλήνα σε υγιή άτομα και υπερτασικούς ασθενείς. Το φαγητό δεν φαίνεται να επηρεάζει ουσιαστικά τον ρυθμό ή την έκταση της απορρόφησης της εναλαπρίλης μαλεϊκής. Μετά τη χορήγηση από του στόματος, η εναλαπρίλη μαλεϊκή φαίνεται να υφίσταται μεταβολισμό πρώτης διόδου κυρίως στο ήπαρ, υδρολυόμενη σε εναλαπριλάτη.
Η υποτασική δράση μιας εφάπαξ από του στόματος δόσης εναλαπρίλης μαλεϊκής είναι συνήθως εμφανής εντός 1 ώρας και μέγιστη σε 4-8 ώρες. Η υποτασική δράση των συνήθων δόσεων του φαρμάκου γενικά διαρκεί 12-24 ώρες, αλλά μπορεί να μειωθεί προς το τέλος του διαστήματος μεταξύ των δόσεων σε ορισμένους ασθενείς. Η μείωση της αρτηριακής πίεσης μπορεί να είναι σταδιακή, και μπορεί να απαιτηθούν αρκετές εβδομάδες θεραπείας πριν επιτευχθεί η πλήρης δράση.
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση εναλαπριλάτης, η υποτασική δράση είναι συνήθως εμφανής εντός 5-15 λεπτών με μέγιστη δράση που εμφανίζεται εντός 1-4 ωρών· η διάρκεια της υποτασικής δράσης φαίνεται να εξαρτάται από τη δόση, αλλά με τις συνιστώμενες δόσεις, η διάρκεια δράσης στους περισσότερους ασθενείς είναι περίπου 6 ώρες. Η αναστολή του ενζύμου μετατροπής της αγγειοτενσίνης στο πλάσμα και η μείωση της αρτηριακής πίεσης φαίνεται να συσχετίζονται με συγκέντρωση εναλαπριλάτης στο πλάσμα 10 ng/mL, συγκέντρωση στην οποία επιτυγχάνεται μέγιστος αποκλεισμός του ενζύμου μετατροπής της αγγειοτενσίνης στο πλάσμα. Μετά τη διακοπή της εναλαπρίλης ή της εναλαπριλάτης, η αρτηριακή πίεση επανέρχεται σταδιακά στα προ-θεραπευτικά επίπεδα· υπέρταση από «αποστερητικό σύνδρομο» μετά από απότομη διακοπή του φαρμάκου δεν έχει αναφερθεί μέχρι σήμερα. /Εναλαπριλάτη/
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την Εναλαπρίλη (11 σύνολο), παρακαλούμε επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Αναφέρεται ότι λιγότερο από 50% της εναλαπριλάτης συνδέεται με πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος, βάσει περιορισμένων δεδομένων από μελέτες σύνδεσης της εναλαπριλάτης στο ανθρώπινο πλάσμα τόσο με εξισορρόπηση διάλυσης (equilibrium dialysis) όσο και με υπερδιήθηση (ultrafiltration).
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Περίπου το 60% της απορροφηθείσας δόσης υδρολύεται εκτενώς σε εναλαπριλάτη μέσω απο-εστεροποίησης που διαμεσολαβείται από ηπατικές εστεράσες. Στους ανθρώπους, δεν παρατηρείται μεταβολισμός πέρα από τη βιοενεργοποίηση σε εναλαπριλάτη.
Περίπου το 60% μιας απορροφηθείσας δόσης εναλαπρίλης υδρολύεται εκτενώς σε εναλαπριλάτη, κυρίως στο ήπαρ μέσω εστερασών. Περίπου το 20% φαίνεται να υδρολύεται κατά την πρώτη δίοδο από το ήπαρ· αυτή η υδρόλυση δεν φαίνεται να συμβαίνει στο πλάσμα σε ανθρώπους. Η εναλαπριλάτη είναι ένας πιο ισχυρός αναστολέας του ενζύμου μετατροπής της αγγειοτενσίνης από την εναλαπρίλη. Δεν υπάρχουν ενδείξεις άλλων μεταβολιτών της εναλαπρίλης σε ανθρώπους, αρουραίους ή σκύλους. Ωστόσο, ένας δεσπροπυλ μεταβολίτης της εναλαπριλάτης αναγνωρίστηκε στα ούρα σε πιθήκους ρήσους, αντιπροσωπεύοντας το 13% μιας από του στόματος δόσης εναλαπρίλης μαλεϊκής. Η υδρόλυση της εναλαπρίλης σε εναλαπριλάτη μπορεί να καθυστερήσει ή/και να διαταραχθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια, αλλά οι φαρμακοδυναμικές επιδράσεις του φαρμάκου δεν φαίνεται να επηρεάζονται σημαντικά.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο μέσος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της εναλαπριλάτης είναι 35-38 ώρες. Ο αποτελεσματικός χρόνος ημίσειας ζωής μετά από πολλαπλές δόσεις είναι 11-14 ώρες. Ο παρατεταμένος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής οφείλεται στη σύνδεση της εναλαπριλάτης με τον ACE.
Μετά από χορήγηση από του στόματος, ο χρόνος ημίσειας ζωής της αμετάβλητης εναλαπρίλης φαίνεται να είναι <2 ώρες σε υγιή άτομα και σε ασθενείς με φυσιολογική ηπατική και νεφρική λειτουργία, αλλά μπορεί να αυξηθεί σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια. Μετά από χορήγηση από του στόματος μιας εφάπαξ δόσης 5 ή 10 mg εναλαπρίλης μαλεϊκής σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, ο χρόνος ημίσειας ζωής της εναλαπρίλης ήταν 3,4 ή 5,8 ώρες, αντίστοιχα.
Η απέκκριση της εναλαπριλάτης μπορεί επίσης να παραταθεί σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια ή διαταραγμένη ηπατική λειτουργία σε σύγκριση με υγιή άτομα και υπερτασικούς ασθενείς, παρατηρήσεις συγκεντρώσεων εναλαπριλάτης στον ορό για μεγάλες χρονικές περιόδους μετά από χορήγηση από του στόματος ή ενδοφλέβια χορήγηση υποδηλώνουν ότι η εναλαπριλάτη έχει μέσο τελικό χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 35-38 ώρες (εύρος: 30-87 ώρες). …Ο αποτελεσματικός χρόνος ημίσειας ζωής για τη συσσώρευση εναλαπριλάτης (που προσδιορίζεται από την απέκκριση στα ούρα) έχει αναφερθεί ότι είναι κατά μέσο όρο περίπου 11 ώρες σε υγιή άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Μια κατηγορία φαρμάκων των οποίων οι κύριες ενδείξεις είναι η θεραπεία της υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας. Ασκούν την αιμοδυναμική τους επίδραση κυρίως αναστέλλοντας το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης. Επίσης, ρυθμίζουν τη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και αυξάνουν τη σύνθεση προσταγλανδινών. Προκαλούν κυρίως αγγειοδιαστολή και ήπια νατριούρηση χωρίς να επηρεάζουν τον καρδιακό ρυθμό και τη συσταλτικότητα.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ)· Β-ΑΝΑΤΟΛΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΘΗΤΙΚΟΥ ΝΕΥΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ· Α-ΑΝΑΤΟΛΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΘΗΤΙΚΟΥ ΝΕΥΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΜΕΤΑΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ· ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ· ΑΠΟΜΟΝΩΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ· και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΟΛΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
69PN84IO1A
ENALAPRIL
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Μετατροπής Αγγειοτενσίνης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Μετατροπής Αγγειοτενσίνης
Φυσιολογικές Επιδράσεις [PE] - Μειωμένη Αρτηριακή Πίεση
Η εναλαπρίλη είναι Αναστολέας Μετατροπής Αγγειοτενσίνης. Ο μηχανισμός δράσης της εναλαπρίλης είναι ως Αναστολέας Μετατροπής Αγγειοτενσίνης. Η φυσιολογική επίδραση της εναλαπρίλης είναι μέσω της Μειωμένης Αρτηριακής Πίεσης.
ENALAPRIL
Αναστολείς Μετατροπής Αγγειοτενσίνης [MoA]· Μειωμένη Αρτηριακή Πίεση [PE]· Αναστολέας Μετατροπής Αγγειοτενσίνης [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Μια κατηγορία φαρμάκων των οποίων οι κύριες ενδείξεις είναι η θεραπεία της υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας. Ασκούν την αιμοδυναμική τους επίδραση κυρίως αναστέλλοντας το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης. Επίσης, ρυθμίζουν τη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και αυξάνουν τη σύνθεση προσταγλανδινών. Προκαλούν κυρίως αγγειοδιαστολή και ήπια νατριούρηση χωρίς να επηρεάζουν τον καρδιακό ρυθμό και τη συσταλτικότητα.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ)· Β-ΑΝΑΤΟΛΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΘΗΤΙΚΟΥ ΝΕΥΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ· Α-ΑΝΑΤΟΛΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΘΗΤΙΚΟΥ ΝΕΥΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΜΕΤΑΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ· ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ· ΑΠΟΜΟΝΩΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ· και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΟΛΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (α-ΜΕΑ (Αναστολείς μετατρεπτικού ενζύμου)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (ΑΜΕΑ — Αναστολείς μετατρεπτικού ενζύμου (1η γραμμή)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.