Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 20 / TAB | 2.99 € | |
| 5 / TAB | 3.08 € |
Σχετικά σκευάσματα ίδιας σειράς
RENITEC — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: μία φορά ημερησίως ή σε δύο διαιρεμένες δόσεις
- Δόση έναρξης: 5-20 mg
- Τιτλοποίηση: Σταδιακή αύξηση της δόσης σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια/ασυμπτωματική δυσλειτουργία της αριστεράς κοιλίας, εντός 2-4 εβδομάδων, μέχρι τη δόση συντήρησης των 20 mg. Μπορεί να χρειαστούν εβδομάδες για την επίτευξη ιδανικής μείωσης της αρτηριακής πίεσης.
-
Ενήλικες - ΥπέρτασηΔόση20 mgΜέγ. δόση40 mgΑρχική δόση 5-20 mg. Σε ήπια υπέρταση 5-10 mg. Σε έντονα ενεργοποιημένο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης, αρχική δόση 5 mg ή χαμηλότερη, υπό ιατρική παρακολούθηση. Σε προηγούμενη θεραπεία με μεγάλες δόσεις διουρητικών, αρχική δόση 5 mg ή μικρότερη, με διακοπή διουρητικού 2-3 ημέρες πριν. Συνήθης δόση συντήρησης 20 mg ημερησίως.
-
Ενήλικες - Καρδιακή ανεπάρκεια / Ασυμπτωματική δυσλειτουργία αριστερής κοιλίαςΔόση2.5 mg αρχικήΜέγ. δόση40 mgΑρχική δόση 2.5 mg, υπό στενή ιατρική παρακολούθηση. Σταδιακή αύξηση στη συνήθη δόση συντήρησης 20 mg (εφάπαξ ή σε δύο διαιρεμένες δόσεις) εντός 2-4 εβδομάδων. Μέγιστη δόση 40 mg ημερησίως σε δύο διαιρεμένες δόσεις. Χορηγείται επιπρόσθετα με διουρητικά, δακτυλίτιδα ή β-αναστολείς.
-
ΗλικιωμένοιΗ δόση θα πρέπει να καθορίζεται ανάλογα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις, Νεφρική ανεπάρκεια).
-
Ηπατική ανεπάρκειαΗ δόση θα πρέπει να καθορίζεται ανάλογα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις, Νεφρική ανεπάρκεια).
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (20 ως < 50 kg) που μπορούν να μασήσουν δισκίαΔόση2.5 mgΜέγ. δόση20 mgΧορηγείται μία φορά την ημέρα. Η δοσολογία προσαρμόζεται ανάλογα με τις ανάγκες.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (> 50 kg) που μπορούν να μασήσουν δισκίαΔόση5 mgΜέγ. δόση40 mgΧορηγείται μία φορά την ημέρα. Η δοσολογία προσαρμόζεται ανάλογα με τις ανάγκες.
-
Βρέφη και παιδιατρικοί ασθενείς με GFR < 30ml/min/1,73 m2Δεν συνιστάται η χρήση.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην εναλαπρίλη, σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα ή οποιοδήποτε άλλο αναστολέα ΜΕΑ
-
Ιστορικό αγγειοοιδήματος σχετιζόμενο με προηγούμενη θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ
-
Ιδιοπαθές ή κληρονομικό αγγειοοίδημα
-
Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο κύησης
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Συμπτωματική υπότασηΠληθυσμόςΥπερτασικοί ασθενείς με μειωμένο όγκο υγρών (διουρητική αγωγή, διαιτητικός περιορισμός άλατος, αιμοδιύλιση, διάρροια, έμετο) ή σοβαρή υπέρταση εξαρτώμενη από τη ρενίνη. Ασθενείς με συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια (με/χωρίς νεφρική ανεπάρκεια), ιδιαίτερα με μεγάλου βαθμού καρδιακή ανεπάρκεια (υψηλές δόσεις διουρητικών αγκύλης, υπονατριαιμία, λειτουργική νεφρική ανεπάρκεια). Ασθενείς με ισχαιμία του μυοκαρδίου ή αγγειακή εγκεφαλική νόσο.Η αγωγή θα πρέπει να αρχίζει κάτω από πολύ στενή ιατρική παρακολούθηση. Διόρθωση υποκείμενων καταστάσεων πριν την έναρξη. Αν αναπτυχθεί υπόταση, τοποθέτηση σε ύπτια θέση και χορήγηση ενδοφλέβιας φυσιολογικού ορού. Εάν η υπόταση γίνει συμπτωματική, μπορεί να απαιτηθεί ελάττωση και/ή διακοπή του ENALAPRIL Εναλαπρίλη.
-
Αορτική στένωση ή στένωση της Μιτροειδούς Βαλβίδος/ Υπερτροφική καρδιομυοπάθειαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με στένωση της μιτροειδούς βαλβίδας και απόφραξη της ροής εξώθησης της αριστερής κοιλίας (αορτική στένωση ή υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια)Χρήση με προσοχή.
-
Βλάβη νεφρικής λειτουργίαςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική βλάβη (κάθαρση κρεατινίνης < 80 ml/min). Ασθενείς με συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια. Ασθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας ή με στένωση αρτηρίας μονήρους νεφρού. Υπερτασικοί ασθενείς με μη εμφανή προϋπάρχουσα νεφρική νόσο. Ασθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική ανεπάρκεια.Προσαρμογή αρχικής δόσης της εναλαπρίλης. Τακτική παρακολούθηση του καλίου και της κρεατινίνης. Εάν συνυπάρχει νεφραγγειακή υπέρταση, η αγωγή να αρχίζει κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση με χαμηλές δόσεις και προσεκτική τιτλοποίηση δόσεων. Διακοπή διουρητικών και παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας κατά τις πρώτες εβδομάδες της αγωγής. Μείωση δοσολογίας εναλαπρίλης και/ή διακοπή διουρητικού.
-
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις σε ασθενείς με αιμοκάθαρσηΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβλήθηκαν σε αιμοκάθαρση με μεμβράνες υψηλής ροής και λάμβαναν ταυτόχρονα ENALAPRIL Εναλαπρίλη.Χρήση διαφορετικού τύπου μεμβράνης αιμοκάθαρσης ή διαφορετικής κατηγορίας αντιυπερτασικού παράγοντα.
-
Μεταμόσχευση νεφρούΠληθυσμόςΑσθενείς με πρόσφατη μεταμόσχευση νεφρούΔεν υπάρχει εμπειρία σχετικά με τη χορήγηση.
-
Υπερευαισθησία / Αγγειοοίδημαθανατηφόρο (σε οίδημα λάρυγγα)ΠληθυσμόςΑσθενείς που βρίσκονται σε αγωγή με αναστολείς του ΜΕΑ. Μαύροι ασθενείς. Ασθενείς με ιστορικό αγγειοοιδήματος μη σχετιζόμενο με θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ. Ασθενείς με εντερικό αγγειοοίδημα.Άμεση διακοπή ENALAPRIL Εναλαπρίλη. Απαραίτητος έλεγχος για πλήρη αποκατάσταση των συμπτωμάτων. Αν υπάρχει συμμετοχή γλώσσας, γλωττίδας, ή λάρυγγα, χορήγηση κατάλληλης επείγουσας θεραπείας (αδρεναλίνη και/ή διατήρηση ανοικτών αεροφόρων οδών). Στενή ιατρική παρακολούθηση μέχρι πλήρης υποχώρηση συμπτωμάτων. Εντερικό αγγειοοίδημα να περιλαμβάνεται στη διαφορική διάγνωση.
-
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά τη διάρκεια απευαισθητοποίησηςΠληθυσμόςΑσθενείς που λάμβαναν αναστολείς του ΜΕΑ κατά τη διάρκεια αγωγής απευαισθητοποίησης (π.χ. τοξίνη υμενοπτέρων).Προσωρινή διακοπή αναστολέων ΜΕΑ.
-
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά τη διάρκεια LDL αφαίρεσηςαπειλητικές για τη ζωήΠληθυσμόςΑσθενείς που ελάμβαναν αναστολέα ΜΕΑ κατά τη διάρκεια αφαίρεσης της χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνης (LDL) με θειϊκή δεξτράνη.Προσωρινή διακοπή της θεραπείας α-ΜΕΑ πριν από κάθε διαδικασία αφαίρεσης.
-
Ηπατική ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ που ανέπτυξαν ίκτερο ή σημαντικές αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων.Διακοπή αναστολέα ΜΕΑ και κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση.
-
Ουδετεροπενία/Ακοκκιοκυταραιμία/Θρομβοπενία/Αναιμίαιδιαίτερη προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ, ιδιαίτερα με αγγειακή νόσο του κολλαγόνου, ανοσοκατασταλτική θεραπεία, θεραπεία με αλλοπουρινόλη ή προκαΐναμίδη ή συνδυασμό αυτών, ειδικά με προϋπάρχουσα βλάβη της νεφρικής λειτουργίας.Περιοδικός έλεγχος των λευκών αιμοσφαιρίων. Αναφορά οποιουδήποτε σημείου λοίμωξης.
-
ΦυλήΠληθυσμόςΜαύροι ασθενείς
-
ΒήχαςΠληθυσμόςΑσθενείς που χρησιμοποιούν αναστολείς ΜΕΑ.Να λαμβάνεται υπόψη στη διαφορική διάγνωση του βήχα.
-
Χειρουργική επέμβαση/ΑναισθησίαΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε μεγάλη χειρουργική επέμβαση ή κατά τη διάρκεια αναισθησίας με παράγοντες που προκαλούν υπόταση.Διακοπή αγωγής μία ημέρα πριν την εγχείρηση. Αν εμφανιστεί υπόταση, διόρθωση με αύξηση του όγκου υγρών.
-
ΥπερκαλιαιμίαΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, αρρύθμιστο σακχαρώδη διαβήτη ή εκείνους που λαμβάνουν ταυτόχρονα καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα αλάτων που περιέχουν κάλιο, ή άλλα φάρμακα που σχετίζονται με αύξηση του καλίου στον ορό (π.χ. ηπαρίνη).Συνιστάται τακτικός έλεγχος του καλίου του ορού αν κριθεί απαραίτητη η ταυτόχρονη χορήγηση.
-
Διαβητικοί ασθενείςΠληθυσμόςΔιαβητικοί ασθενείς που λαμβάνουν από το στόμα χορηγούμενα αντιδιαβητικά σκευάσματα ή ινσουλίνη.Συχνός γλυκαιμικός έλεγχος κατά τον πρώτο μήνα της θεραπείας.
-
ΛίθιοΟ συνδυασμός λιθίου και εναλαπρίλης γενικά δε συνιστάται.
-
Καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιοΟ συνδυασμός αναστολέα ΜΕΑ με καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο γενικώς δεν συνιστάται.
-
ΚύησηΠληθυσμόςΈγκυες γυναίκες, γυναίκες που σχεδιάζουν εγκυμοσύνη.Δεν πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της κύησης. Αλλαγή σε άλλη αντιυπερτασική θεραπεία αν σχεδιάζεται εγκυμοσύνη. Άμεση διακοπή αν διαπιστωθεί εγκυμοσύνη.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Διουρητικά φάρμακαπροσοχήΥπερβολική πτώση στην αρτηριακή πίεση, ιδιαίτερα σε ασθενείς με υποογκαιμία και/ή χαμηλές τιμές άλατος.ΣύστασηΜείωση πιθανότητας υποτασικών φαινομένων με διακοπή του διουρητικού, αύξηση όγκου αίματος ή λήψης άλατος πριν την έναρξη του αναστολέα ΜΕΑ. Χαμηλές και προοδευτικά αυξανόμενες δόσεις αναστολέα ΜΕΑ.
-
Καλιοσυντηρητικά διουρητικά (σπιρονολακτόνη, τριαμτερένη, αμιλορΐδη), συμπληρώματα καλίου, υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιοαντένδειξηΣημαντική αύξηση του καλίου του ορού (υπερκαλιαιμία).ΣύστασηΔεν συνιστάται ο συνδυασμός. Εάν ενδείκνυται λόγω υποκαλιαιμίας, χρήση με προσοχή και συχνή παρακολούθηση του καλίου του ορού.
-
αντένδειξηΑναστρέψιμες αυξήσεις των συγκεντρώσεων του λιθίου στον ορό και τοξικότητα. Ο κίνδυνος τοξικότητας αυξάνεται με θειαζιδικά διουρητικά.ΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση. Εάν απαραίτητος, παρακολούθηση των επιπέδων λιθίου στον ορό.
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), συμπεριλαμβανομένης της ασπιρίνης (>3g/ημέρα)προσοχήΜείωση της αντιυπερτασικής δράσης των αναστολέων ΜΕΑ. Αθροιστική επίδραση στην αύξηση του καλίου του ορού και μείωση της νεφρικής λειτουργίας. Σπάνια οξεία νεφρική ανεπάρκεια, ιδίως σε ηλικιωμένους ή αφυδατωμένους.ΣύστασηΕπιπτώσεις συνήθως αναστρέψιμες. Ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με προβληματική νεφρική λειτουργία.
-
Αντιυπερτασικοί παράγοντες και αγγειοδιασταλτικά (π.χ. νιτρογλυκερίνη, νιτρώδη)προσοχήΑυξημένη υποτασική επίδραση, περαιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης.
-
Αντιδιαβητικοί παράγοντες (ινσουλίνες, υπογλυκαιμικοί παράγοντες από του στόματος)προσοχήΑύξηση της υπογλυκαιμικής δράσης με κίνδυνο υπογλυκαιμίας. Πιθανότερο τις πρώτες εβδομάδες της συνδυασμένης θεραπείας και σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.
-
Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά / Αντιψυχωσικά / ΑναισθητικάπροσοχήΠεραιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης.
-
Συμπαθομιμητικά φάρμακαπροσοχήΕλάττωση των αντιυπερτασικών επιδράσεων των αναστολέων του ΜΕΑ.
-
Αλλοπουρινόλη, κυτταροστατικοί ή ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες, συστηματικά κορτικοστεροειδή ή προκαϊναμίδηπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος για λευκοπενία.
-
ΑντιόξιναπροσοχήΜειωμένη βιοδιαθεσιμότητα των αναστολέων του ΜΕΑ.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αναιμία
- Ουδετεροπενία
- Μείωση αιμοσφαιρίνης
- Μείωση του αιματοκρίτη
- Θρομβοκυττοπενία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Καταστολή του μυελού των οστών
- Πανκυτοπενία
- Λεμφαδενοπάθεια
- Αυτοάνοσοι νόσοι
- Ηωσινοφιλία
- Λευκοκυττάρωση
- Υπογλυκαιμία
- Ανορεξία
- Υπερκαλιαιμία
- Υπονατριαιμία
- Κεφαλαλγία
- Υπνηλία
- Παραισθησία
- Ίλιγγος
- Ζάλη
- Συγκοπή
- Διαταραχές γεύσης
- Κατάθλιψη
- Σύγχυση
- Αϋπνία
- Νευρικότητα
- Διαταραχές ονείρων
- Διαταραχές ύπνου
- Θάμβος όρασης
- Υπόταση
- Ορθοστατική υπόταση
- Φαινόμενο Raynaud's
- Αγγειίτιδα
- Έξαψη
- έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιο
- Θωρακικό άλγος
- Εφίδρωση
- Πυρετός
- Εξασθένηση
- Κόπωση
- Κακουχία
- Διαταραχές καρδιακού ρυθμού
- Ασταθής στηθάγχη
- Ταχυκαρδία
- Αίσθημα παλμών
- Βήχας
- Δύσπνοια
- Ρινόρροια
- Κυνάγχη
- Βράγχος φωνής
- Πνευμονικά διηθύματα
- Ρινίτιδα
- βρογχόσπασμος /άσθμα
- αλλεργική κυψελίτις / ηωσινοφιλική πνευμονία
- Ναυτία
- Διάρροια
- Κοιλιακό άλγος
- Ειλεός
- Παγκρεατίτιδα
- Έμετος
- Δυσπεψία
- Δυσκοιλιότητα
- Γαστρικός ερεθισμός
- Ξηροστομία
- Πεπτικό έλκος
- Γλωσσίτιδα
- στοματίτιδα / αφθώδη έλκη
- Εντερικό αγγειοοίδημα
- Θετικό ANA
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Ηπατίτιδα
- Ηπατοκυτταρική ηπατίτιδα
- Χολοστατική ηπατίτιδα
- Νέκρωση ήπατος
- Χολόσταση
- Ίκτερος
- Ηπατική δυσλειτουργία
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Κνησμός
- Αλωπεκία
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Πέμφιγα
- Ερυθρόδερμα
- Φωτοευαισθησία
- υπερευαισθησία / αγγειονευρωτικό οίδημα (προσώπου, άκρων, χειλιών, γλώσσας, γλωττίδος και/ή του λάρυγγα)
- μυαλγία / μυοσίτιδα
- αρθραλγία / αρθρίτιδα
- άλλες δερματολογικές εκδηλώσεις
- Ορογονίτιδα
- Αυξημένη ΤΚΕ
- Αυξημένη κρεατινίνη ορού
- Αυξημένη ουρία αίματος
- Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
- Αυξημένη χολερυθρίνη ορού
- Πρωτεϊνουρία
- Ολιγουρία
- Ανικανότητα
- Γυναικομαστία
- Μυϊκές κράμπες
- Εμβοές
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΕξασθένησηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΖάληΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΘάμβος όρασηςΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιοΚαρδιακές και αγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑσταθής στηθάγχηΚαρδιά
-
ΣυχνέςΑύξηση κρεατινίνης ορούΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχές καρδιακού ρυθμούΚαρδιά
-
ΣυχνέςΔιαταραχή γεύσηςΝευρικό
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΥπερευαισθησία / αγγειονευρωτικό οίδημα (προσώπου, άκρων, χειλιών, γλώσσας, γλωττίδος και/ή του λάρυγγα)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΥπερκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπόταση (συμπεριλαμβανομένης της ορθοστατικής υπότασης)Καρδιακές και αγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑναιμία (απλαστική και αιμολυτική)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑνικανότηταΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑύξηση ουρίας αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΒράγχος φωνήςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΒρογχόσπασμος /άσθμαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Όχι συχνέςΓαστρικοί ερεθισμοίΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕιλεόςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΑυτί
-
Όχι συχνέςΕμετόςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕφίδρωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΗπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΗπατική δυσλειτουργίαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΚακουχίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚυνάγχηΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκές κράμπεςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠεπτικό έλκοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠρωτεϊνουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΠυρετόςΓενικές
-
Όχι συχνέςΡινόρροιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΑλλεργική κυψελίτις / ηωσινοφιλική πνευμονίαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣπάνιεςΑποφολιδωτική δερματίτιδαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΑυτοάνοση νόσοςΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑύξηση χολερυθρίνης ορούΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΓλωσσίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΔιαταραχές ονείρωνΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΔιαταραχές ύπνουΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΕρυθρόδερμαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδα συμπεριλαμβανομένης της νέκρωσηςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΘρομβοκυττοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΚαταστολή μυελού των οστώνΑίμα
-
ΣπάνιεςΛεμφαδενοπάθειαΑίμα
-
ΣπάνιεςΜείωση αιματοκρίτηΑίμα
-
ΣπάνιεςΜείωση αιμοσφαιρίνηςΑίμα
-
ΣπάνιεςΟλιγουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΠέμφιγαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΠανκυτοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΠνευμονικά διηθύματαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΣτοματίτιδα / αφθώδη έλκηΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
ΣπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΦαινόμενο Raynaud'sΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΧολόσταση (συμπεριλαμβανομένου του ίκτερου)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιεςΕντερικό αγγειοοίδημαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΣυμπτωματολογία (πυρετός, ορογονίτιδα, αγγειίτιδα, μυαλγία/μυοσίτιδα, αρθραλγία/αρθρίτιδα, θετικό ANA, αυξημένη ΤΚΕ, ηωσινοφιλία, λευκοκυττάρωση, εξάνθημα, φωτοευαισθησία ή άλλες δερματολογικές εκδηλώσεις)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΗ χρήση των αναστολέων μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (α-ΜΕΑ) δεν συνιστάται κατά την διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης. Η χρήση των α-ΜΕΑ αντενδείκνυται κατά την διάρκεια του δευτέρου και τρίτου τριμήνου της κύησης. Η έκθεση σε θεραπεία με α-ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου είναι γνωστό ότι επιφέρει εμβρυοτοξικότητα στον άνθρωπο (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, καθυστέρηση οστεοποίησης του κρανίου) και βρεφική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία). Εάν η έκθεση σε α-ΜΕΑ έχει συμβεί από το δεύτερο τρίμηνο της κύησης, συνιστάται να γίνεται ένας έλεγχος με υπερηχογράφημα της νεφρικής λειτουργίας και του κρανίου. Βρέφη των οποίων οι μητέρες έπαιρναν α-ΜΕΑ θα πρέπει να παρακολουθηθούν προσεκτικά για υπόταση.
-
ΓαλουχίαΔεν συστήνεταιΑπό περιορισμένα φαρμακοκινητικά δεδομένα καταδεικνύεται ότι εμφανίζονται πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις στο μητρικό γάλα. Αν και αυτές οι συγκεντρώσεις φαίνονται να είναι κλινικό μη σημαντικές, η χρήση του ΑΝΑLΕPT κατά το θηλασμό δε συστήνεται για τα πρόωρα νεογνά και για τις πρώτες εβδομάδες μετά τον τοκετό, λόγω του δυνητικού κινδύνου καρδιαγγειακών και νεφρικών επιδράσεων και επειδή δεν υπάρχει αρκετή κλινική εμπειρία. Στην περίπτωση ενός μεγαλύτερου βρέφους, η χρήση του ΑΝΑLΕPT κατά το θηλασμό μπορεί να ληφθεί υπόψη με βάση την αναγκαιότητα της θεραπείας για τη μητέρα και τον κίνδυνο για το βρέφος.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολέας του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης. Κωδικός ATC: C09A Α02.
Το ENALAPRIL Εναλαπρίλη (enalapril Εναλαπρίλη) είναι το μηλεϊνικό άλας της εναλαπρίλης, ένα παράγωγο δύο αμινοξέων της L-αλανίνης και της L-προλίνης.
Μηχανισμός δράσης
Το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης (ACE) είναι μία πεπτιδυλική διπεπτάση που καταλύει τη μετατροπή της αγγειοτενσίνης I στην αγγειοσυσπαστική ουσία αγγειοτενσίνη ΙΙ. Μετά την απορρόφηση, η εναλαπρίλη υδρολύεται σε άλας της εναλαπρίλης που αναστέλλει το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης. Η αναστολή του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης έχει σαν αποτέλεσμα τη μείωση της αγγειοτενσίνης II στο πλάσμα, που οδηγεί σε αύξηση της δραστικότητας της ρενίνης στο πλάσμα λόγω διακοπής του φαινομένου της αρνητικής παλίνδρομης τροφοδότησης στην έκκριση της ρενίνης και μειωμένη έκκριση αλδοστερόνης.
Το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης είναι ταυτόσημο με την κινινάση II. Έτσι το ENALAPRIL Εναλαπρίλη μπορεί επίσης να αναστείλει την αποδόμηση της βραδυκινίνης, ένα ισχυρό αγγειοδιασταλτικό πεπτίδιο. Εν τούτοις, ο ρόλος που παίζει στη θεραπευτική δράση του ENALAPRIL Εναλαπρίλη χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση. Ενώ ο μηχανισμός μέσω του οποίου το ENALAPRIL Εναλαπρίλη μειώνει την αρτηριακή πίεση θεωρείται ότι οφείλεται κυρίως στην καταστολή του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης, το ENALAPRIL Εναλαπρίλη είναι αποτελεσματικό ακόμη και σε υπερτασικούς ασθενείς με χαμηλή ρενίνη.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Χορήγηση του ENALAPRIL Εναλαπρίλη σε ασθενείς με υπέρταση, έχει σαν αποτέλεσμα τη μείωση της αρτηριακής πίεσης τόσο σε ύπτια όσο και σε όρθια θέση, χωρίς σημαντική αύξηση του καρδιακού ρυθμού. Η συμπτωματική ορθοστατική υπόταση δεν είναι συχνή. Σε μερικούς ασθενείς η επίτευξη της μείωσης της αρτηριακής πίεσης στα ιδανικά επίπεδα μπορεί να απαιτήσει μερικές εβδομάδες θεραπείας. Απότοπη διακοπή του ENALAPRIL Εναλαπρίλη δεν έχει συσχετιστεί με ταχεία αύξηση της αρτηριακής πίεσης.
Αποτελεσματική αναστολή της δράσης του α-ΜΕΑ επιτυγχάνεται 2 έως 4 ώρες μετά τη λήψη από το στόμα μιας μόνο δόσης εναλαπρίλης. Η έναρξη της αντιυπερτασικής δράσης συνήθως παρατηρείται σε μία ώρα με το μέγιστο της μείωσης της αρτηριακής πίεσης σε 4 έως 6 ώρες μετά τη χορήγηση. Η διάρκεια δράσης είναι δοσοεξαρτώμενη. Ωστόσο, στις συνιστώμενες δόσεις η αντιυπερτασική και η αιμοδυναμική δράση έχει αποδειχθεί ότι διατηρείται τουλάχιστον 24 ώρες.
Σε αιμοδυναμικές μελέτες σε ασθενείς με ιδιοπαθή υπέρταση, η μείωση της αρτηριακής πίεσης συνοδεύτηκε με μείωση των περιφερειακών αγγειακών αντιστάσεων με ελαφρά αύξηση της καρδιακής παροχής και μικρή ή καμία μεταβολή του καρδιακού ρυθμού. Μετά τη χορήγηση του ENALAPRIL Εναλαπρίλη υπήρχε αύξηση στη νεφρική ροή αίματος. Ο ρυθμός σπειραματικής διήθησης ήταν αμετάβλητος. Δεν υπάρχει ένδειξη ότι κατακρατείται νάτριο ή νερό. Όμως σε ασθενείς με χαμηλό ρυθμό σπειραματικής διήθησης προ της θεραπείας, συνήθως παρατηρήθηκε αύξηση του ρυθμού.
Σε μικρής διάρκειας κλινικές μελέτες σε διαβητικούς και μη διαβητικούς ασθενείς με νεφρική βλάβη, έχουν παρατηρηθεί μειώσεις στην λευκοματινουρία και ουρική απέκκριση της IgG και της ολικής ουρικής πρωτεΐνης, κατόπιν χορήγησης εναλαπρίλης. Όταν χορηγηθεί ταυτόχρονα με διουρητικά κατηγορίας των θειαζιδών, οι ιδιότητες του ENALAPRIL Εναλαπρίλη να μειώνει την αρτηριακή πίεση είναι τουλάχιστον αθροιστικές. Το ENALAPRIL Εναλαπρίλη μπορεί να μειώσει ή να προλάβει την εμφάνιση της υποκαλαιμίας που προκαλείται από θειαζίδες.
Σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια που λαμβάνουν θεραπεία με δακτυλίτιδα και διουρητικά, η θεραπεία με ENALAPRIL Εναλαπρίλη από του στόματος ή ενέσιμο έχει συσχετιστεί με μειώσεις στην περιφερειακή αντίσταση και στην αρτηριακή πίεση. Η καρδιακή παροχή αυξήθηκε ενώ ο καρδιακός ρυθμός (συνήθως αυξημένος σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια) μειώθηκε. Η πίεση πλήρωσης της αριστεράς κοιλίας/τριχοειδική πίεση, μειώθηκε. Η αντοχή στην άσκηση και η σοβαρότητα της καρδιακής ανεπάρκειας βελτιώθηκε όπως έχει μετρηθεί σύμφωνα με τα κριτήρια της εταιρείας New York Association. Αυτές οι επιδράσεις διατηρούνται κατά τη διάρκεια χρόνιας θεραπείας.
Σε ασθενείς με ήπιου έως μέτριου βαθμού καρδιακή ανεπάθεια η εναλαπρίλη επιβράδυνε την προοδευτική καρδιακή διάταση / μεγέθυνση και ανεπάρκεια, όπως αποδεικνύεται από τους μειωμένους τελοδιαστολικούς και τελοσυστολικούς όγκους της αριστεράς κοιλίας και από τη βελτίωση του κλάσματος εξώθησης.
Σε μία πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με placebo μελέτη (SOLDV Prevention trial) εξετάσθηκε ένας πληθυσμός με ασυμπτωματική δυσλειτουργία της αριστεράς κοιλίας (LVEF <35%), 4.228 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν είτε placebo (η=2117) ή εναλαπρίλη (η=2111). Στην ομάδα placebo, 818 ασθενείς είχαν καρδιακή ανεπάρκεια ή κατέληξαν (38,6%) όπως συγκρίθηκαν με 630 ασθενείς στην ομάδα εναλαπρίλης (29,8%) (μείωση κινδύνου = 29%, 95% CI 21 -36%, ρ<0.001. 518 ασθενείς στην ομάδα placebo (24,5%) και 434 στην ομάδα της εναλαπρίλης (20,6 %) πέθαναν ή εισήχθησαν στo νοσοκομείο για νέα ή επιδεινωθείσα καρδιακή ανεπάρκεια (μείωση κινδύνου 20%, 95% CI, 9 -30%, ρ<0,001).
Σε μία πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με placebo μελέτη (SOLVD Treatment trial) εξετάσθηκε ένας πληθυσμός με συμπτωματική συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια λόγω της συστολικής δυσλειτουργίας (κλάσμα απώθησης < 35%), 2569 ασθενείς που έλαβαν συμβατική θεραπεία για καρδιακή ανεπάρκεια ορίστηκαν τυχαία να λάβουν είτε placebo (η=1.284) ή εναλαπρίλη (η=1.285). Υπήρξαν 510 θάνατοι στην ομάδα placebo (39,7%) όπως συγκρίθηκε με 452 ασθενείς στην ομάδα της εναλαπρίλης (35,2%) (μείωση του κινδύνου 16%, 95% CI, 5-26%. ρ=0.0036). Υπήρξαν 461 καρδιαγγειακοί θάνατοι στην ομάδα placebo όπως συγκρίθηκε με 399 στην ομάδα εναλαπρίλης (μείωση του κινδύνου 18%, 95% CI, 6-28%. ρ<0,002). κυρίως λόγω μιας μείωσης των θανάτων, λόγω της εξελισσόμενης καρδιακής ανεπάρκειας (251 στην ομάδα placebo έναντι 209 στην ομάδα της εναλαπρίλης, μείωση του κινδύνου 22%, 95% CI, 6 -35%). Μερικοί ασθενείς κατέληξαν ή εισήχθησαν στο νοσοκομείο για επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας (736 στην ομάδα placebo και 613 στην ομάδα εναλαπρίλης, μείωση κινδύνου 26%, 95% CI, 18 -34%, ρ<0,0001). Συνολικά στη μελέτη SOLVD, σε ασθενείς με δυσλειτουργία της αριστεράς κοιλίας, το ENALAPRIL Εναλαπρίλη μείωσε τov κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου κατά 23% (95% CI, 11 -34% ρ<0,0001) και μείωσε τον κίνδυνο της εισαγωγής στο νοσοκομείο για ασταθή στηθάγχη κατά 20 % (95% CI, 9-29%, ρ<0,001).
Υπήρξε περιορισμένη εμπειρία κατά τη χρήση οε υπερτασικούς παιδιατρικούς ασθενείς >6 ετών. Σε μία κλινική μελέτη που περιελάμβανε 110 υπερτασικούς παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6 έως 16 ετών με βάρος σώματος >20 kg και με ρυθμό σπειραματικής διήθησης >30 ml/min/1,73 m2, ασθενείς που ζύγιζαν <50 kg έλαβαν είτε 0,625 2,5 ή 20 mg εναλαπρίλη ημερησίως και ασθενείς που ζύγιζαν > 50 kg έλαβαν είτε 1.25, 5 ή 40 mg εναλαπρίλης ημερησίως. Η χορήγηση εναλαπρίλης μία φορά την ημέρα μείωσε την αρτηριακή πίεση σε καθιστή θέση κατά ένα δοσοεξαρτημένο τρόπο. Η δοσοεξαρτώμενη αντιυπερτασική αποτελεσματικότητα της εναλαπρίλης ήταν σύμφωνη μεταξύ όλων των υποομάδων (ηλικία, βαθμός χρώματος, γένος, φυλή). Ωστόσο οι μικρότερες δόσεις που μελετήθηκαν 0,625 mg και 1,25 mg, που αντιστοιχούν σε μέσο όρο 0,02 mg/kg μία φορά την ημέρα, δεν έδειξαν ότι προσφέρεται σταθερή αντιυπερτασική αποτελεσματικότητα. Η μέγιστη δόση που μελετήθηκε ήταν 0,58 mg/kg (ως 40 mg) μια φορά ημερησίως. Το προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών για τους παιδιατρικούς ασθενείς δεν ήταν διαφορετικό από αυτό που παρουσίασαν οι ενήλικες ασθενείς.
Η εναλαπρίλη χορηγούμενη από το στόμα, απορροφάται γρήγορα και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό, εμφανίζονται μέσα σε μία ώρα.
Με βάση την ανάκτηση στα ούρα, το μέγεθος της απορρόφησης του δισκίου της εναλαπρίλης, είναι περίπου 60%. Η απορρόφηση του ENALAPRIL Εναλαπρίλη χορηγούμενο από το στόμα δεν επηρεάζεται από την παρουσία τροφής στο γαστρεντερικό σωλήνα.
Μετά την απορρόφηση, η εναλαπρίλη χορηγούμενη από το στόμα υδρολύεται γρήγορα και εκτεταμένα σε άλας της εναλαπρίλης, το οποίο είναι ένας ισχυρός αναστολέας του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της εναλαπρίλης στον ορό, εμφανίζονται περίπου 4 ώρες μετά τη χορήγηση της εναλαπρίλης από το στόμα.
Ο αποτελεσματικός χρόνος ημίσειας ζωής των συγκεντρώσεων του άλατος της εναλαπρίλης μετά από χορήγηση από το στόμα πολλαπλών δόσεων εναλαπρίλης, χορηγούμενη από το στόμα, είναι 11 ώρες.
Σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, σταθερές συγκεντρώσεις του άλατος εναλαπρίλης στον ορό επιτεύχθηκαν μετά από 4 ημέρες θεραπείας.
Καθ’ όλο τo εύρος των συγκεντρώσεων που είναι θεραπευτικές, η δέσμευση του άλατος της εναλαπρίλης στις ανθρώπινες πρωτεΐνες πλάσματος δεν υπερβαίνει το 60%.
Εκτός της μετατροπής σε άλας της εναλαπρίλης, δεν υπήρχε ένδειξη για σημαντικό μεταβολισμό της εναλαπρίλης.
Η απέκκριση του άλατος της εναλαπρίλης είναι κυρίως νεφρική. Τα κύρια συστατικά στα ούρα είναι άλας της εναλαπρίλης, σε ποσοστό περίπου 40% της δόσης και αυτούσια εναλαπρίλη (περίπου 20%).
Νεφρική βλάβη
Η έκθεση στην εναλαπρίλη και στο άλας αυτής αυξήθηκε σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης 40 -60 ml/min) η σταθερή συγκέντρωση του άλατος στην καμπύλη AUC ήταν περίπου διπλάσια από ότι σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία μετά από χορήγηση 5 mg μία φορά ημερησίως. Σε σοβαρή νεφρική βλάβη (κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/min) η συγκέντρωση στην καμπύλη AUC αυξήθηκε περίπου κατά 8 φορές. Ο αποτελεσματικός χρόνος ημιζωής του άλατος εναλαπρίλης κατόπιν χορήγησης πολλαπλών δόσεων του μηλεϊνικού άλατος εναλαπρίλης, παρατάθηκε σ’ αυτό το στάδιο της νεφρικής ανεπάρκειας και καθυστέρησε ο χρόνος εξισορρόπησης (βλ. Δοσολογία). Το άλας της εναλαπρίλης μπορεί να απομακρυνθεί από τη γενική κυκλοφορία με αιμοδιύλυση. Η κάθαρση της διύλυσης είναι 62 ml/min.
Παιδιά και έφηβοι
Μια μελέτη φαρμακοκινητικής πολλαπλών δόσεων διεξήχθη σε 40 υπερτασικούς αρσενικούς και θηλυκούς παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 2 μηνών ως < 16 ετών κατόπιν ημερήσιας χορήγησης από το στόμα την 0,07 ως 0,14mg/kg μηλεϊνικής εναλαπρίλης. Δεν υπήρξαν μεγάλες διαφορές στην φαρμακοκινητική της εναλαπρίλης σε παιδιά σε σύγκριση με στοιχεία ιστορικού ενηλίκων. Τα στοιχεία έδειξαν αύξηση της συγκέντρωσης στην καμπύλη AUC (που προσαρμόστηκαν στη φυσιολογική δόση ανά βάρος σώματος) με αυξανόμενη ηλικία. Ωστόσο, μία αύξηση στην καμπύλη AUC δεν παρατηρήθηκε όταν τα στοιχεία προσαρμόσθηκαν ανά σωματική επιφάνεια. Στο στάδιο της ισορροπίας, ο μέσος αποτελεσματικός χρόνος ημίσειας ζωής για την συσσώρευση του άλατος εναλαπρίλης ήταν 14 ώρες.
Γαλουχία
Μετά από μια εφάπαξ από του στόματος δόση 20 mg σε πέντε γυναίκες μετά τον τοκετό, το μέσο μέγιστο επίπεδο του enalapril στο γάλα ήταν 1.7μg/L (0.54 έως 5.9 pg/L) σε 4 έως 6 ώρες μετά από τη δόση. Το μέσο μέγιστο επίπεδο enalaprilat ήταν 1.7μg/L (1.2 σε 2,3μg/L) οι μέγιστες τιμές εμφανίστηκαν σε διάφορα χρονικά σημεία κατά τη διάρκεια της εικοσιτετράωρης περιόδου. Χρησιμοποιώντας τα δεδομένα αυτά, η κατ’ εκτίμηση μέγιστη λήψη ενός αποκλειστικά θηλάζοντος βρέφους θα ήταν περίπου 0.16% της μητρικής ρυθμισμένης κατά βάρος δόσης. Μια γυναίκα που ελάμβανε enalapril 10 mg από του στόματος καθημερινά για 11 μήνες είχε μέγιστα επίπεδα enalapril στο γάλα 2 μg/L 4 ώρες μετά από μια δόση και μέγιστα επίπεδα enalaprilat 0.75 μg/L περίπου 9 ώρες μετά από τη δόση. Το συνολικό ποσό του enalapril και enalaprilat στο γάλα κατά τη διάρκεια των 24 ωρών ήταν 1.44μg/L και 0.63 μg/L αντίστοιχα. Τα επίπεδα Enalaprilat ήταν μη ανιχνεύσιμα (<0.2μg/L) 4 ώρες μετά από μια εφάπαξ δόση 5 mg enalapril σε μια μητέρα και 10mg enalapril σε δύο μητέρες. Τα επίπεδα του enalapril δεν καθορίστηκαν.