Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ L04AE05 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

ETRASIMOD

### Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Ανοσοκατασταλτικά, τροποποιητές υποδοχέων της 1-φωσφορικής σφιγγοσίνης (S1P), ετρασιμόδη, κωδικός ATC: L04AE05 ### Μηχανισμός δράσης Η ετρασιμόδη είναι ένας τροποποιητής υποδοχέων της 1-φωσφορικής σφιγγοσίνης (S1P) ο οποίος δεσμεύεται στους …

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10

clinical_notes
  • K51 Ελκώδης κολίτιδα
search Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη arrow_forward

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
Από του στόματος
Χορήγηση:
μία φορά την ημέρα, με ή χωρίς τροφή (για τις 3 πρώτες ημέρες συνιστάται με τροφή)
Δόση έναρξης:
2 mg
  • Ηλικιωμένοι
    Δεν χρειάζεται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς άνω των 65 ετών. Χρησιμοποιείται με προσοχή λόγω περιορισμένων δεδομένων και πιθανού αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων ενεργειών.
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    Δεν χρειάζεται προσαρμογή της δόσης.
  • Ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν χρειάζεται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε παιδιά και εφήβους κάτω των 16 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Σε εφήβους 16 ετών και άνω, να χρησιμοποιείται με προσοχή, ιδιαίτερα όταν το σωματικό βάρος είναι μικρότερο από 40 kg.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
  • Κατάσταση ανοσοανεπάρκειας
  • έμφραγμα του μυοκαρδίου, ασταθή στηθάγχη, εγκεφαλικό επεισόδιο, παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο (ΠΙΕ), μη αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια που χρειάστηκε νοσηλεία ή καρδιακή ανεπάρκεια σταδίου III/IV κατά Νew York Heart Association (NYHA)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που κατά τους τελευταίους 6 μήνες εμφάνισαν
  • ιστορικό ή παρουσία κολποκοιλιακού αποκλεισμού Μobitz τύπου II δευτέρου ή τρίτου βαθμού, συνδρόμου νοσούντος φλεβοκόμβου ή φλεβοκομβο-κολπικού αποκλεισμού
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με, εκτός εάν ο ασθενής έχει λειτουργικό βηματοδότη
  • Σοβαρές ενεργές λοιμώξεις, ενεργές χρόνιες λοιμώξεις, όπως ηπατίτιδα ή φυματίωση
  • Ενεργές κακοήθειες
  • Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
  • Κύηση και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Βραδυαρρυθμία και καθυστερήσεις της κολποκοιλιακής αγωγιμότητας
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με β-αναστολέα, αναστολείς διαύλων ασβεστίου, φαρμακευτικά προϊόντα που παρατείνουν το διάστημα QT, αντιαρρυθμικά Κατηγορίας Ια και Κατηγορίας ΙΙΙ, ή ασθενείς με: σημαντική παράταση του διαστήματος QT, αρρυθμίες που χρήζουν θεραπείας με αντιαρρυθμικά φαρμακευτικά προϊόντα κατηγορίας Iα ή ΙΙΙ, ασταθής ισχαιμική καρδιοπάθεια, ιστορικό καρδιακής ανακοπής, αγγειακή εγκεφαλική νόσος (εμφανίστηκε περισσότερο από 6 μήνες πριν την έναρξη), μη ελεγχόμενη υπέρταση, ιστορικό συμπτωματικής βραδυκαρδίας, υποτροπιάζουσας καρδιογενούς συγκοπής ή σοβαρής μη θεραπευμένης υπνικής άπνοιας
    Συνιστάται προσοχή κατά την έναρξη της ετρασιμόδης. Ενδέχεται να χρειαστεί προσωρινή διακοπή της θεραπείας με β-αποκλειστή. Πρέπει να λαμβάνεται συμβουλή καρδιολόγου πριν από την έναρξη της ετρασιμόδης.
  • Κίνδυνος λοιμώξεων
    κίνδυνος
    ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς
    Η ετρασιμόδη ενδέχεται να αυξήσει την ευαισθησία σε λοιμώξεις. Διακοπή ετρασιμόδης αν απόλυτος αριθμός λεμφοκυττάρων < 0,2 x 10^9/l. Αναβολή έναρξης αν ενεργή λοίμωξη. Αναφορά συμπτωμάτων λοίμωξης. Διακοπή αν σοβαρή λοίμωξη. Συνέχιση επαγρύπνησης για λοίμωξη για έως και 2 εβδομάδες μετά τη διακοπή.
  • Προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια (ΠΠΛ)
    κίνδυνος
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με τροποποιητές υποδοχέων της S1P
    Οι ιατροί θα πρέπει να επαγρυπνούν για κλινικά συμπτώματα ή ανεξήγητα νευρολογικά ευρήματα. Εάν υπάρχει υποψία για ΠΠΛ, αναβολή θεραπείας. Εάν επιβεβαιωθεί ΠΠΛ, διακοπή θεραπείας.
  • Αλληλεπίδραση με ανοσοκατασταλτικά φάρμακα
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που συγχορηγούνται με αντινεοπλασματικά, ανοσοτροποποιητικά ή ανοσοκατασταλτικά φάρμακα (συμπεριλαμβανομένων κορτικοστεροειδών)
    Απαιτείται προσοχή. Λήψη υπόψη διάρκειας και μηχανισμών δράσης. Ενδεχομένως περίοδος έκπλυσης.
  • Εμβολιασμοί
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ετρασιμόδη
    Εμβόλια με εξασθενημένους ζώντες μικροοργανισμούς τουλάχιστον 4 εβδομάδες πριν την έναρξη. Αποφυγή κατά τη διάρκεια θεραπείας και για τουλάχιστον 2 εβδομάδες μετά. Συνιστάται επικαιροποίηση εμβολιασμών πριν την έναρξη.
  • Ηπατική βλάβη
    κίνδυνος
    ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς, ειδικά με ιστορικό σημαντικής ηπατικής νόσου
    Διακοπή αν επιβεβαιωθεί σημαντική ηπατική βλάβη (ALT > 3xULN και ολική χολερυθρίνη > 2xULN). Απαιτείται προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό σημαντικής ηπατικής νόσου.
  • Αυξημένη αρτηριακή πίεση
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς
    Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ετρασιμόδη, θα πρέπει να παρακολουθείται η αρτηριακή πίεση και να εφαρμόζεται η κατάλληλη διαχείριση.
  • Κίνδυνος για το έμβρυο
    αντενδείκνυται
    ΠληθυσμόςΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
    Ενημέρωση κινδύνου, αρνητικό τεστ εγκυμοσύνης, αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια θεραπείας και για τουλάχιστον 14 ημέρες μετά τη διακοπή.
  • Οίδημα της ωχράς κηλίδας
    κίνδυνος
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη, ραγοειδίτιδας και/ή υποκείμενης/συνυπάρχουσας αμφιβληστροειδοπάθειας, καθώς και ασθενείς που εμφανίζουν οφθαλμικά συμπτώματα
    Συνιστάται οφθαλμολογική αξιολόγηση πριν την έναρξη και επαναληπτικές αξιολογήσεις κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Διακοπή αν επιβεβαιωθεί οίδημα.
  • Κακοήθειες (συμπεριλαμβανομένων κακοηθειών του δέρματος)
    κίνδυνος
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν θεραπεία ετρασιμόδης
    Αξιολόγηση ύποπτης δερματικής βλάβης. Προσοχή στην έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία χωρίς προστασία. Αποφυγή ταυτόχρονης φωτοθεραπείας υπεριώδους ακτινοβολίας Β ή φωτοχημειοθεραπείας με PUVA.
  • Σύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας (PRES)
    κίνδυνος
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με ετρασιμόδη και αναπτύσσουν νευρολογικά ή ψυχιατρικά σημεία/συμπτώματα
    Προγραμματισμός πλήρους σωματικής και νευρολογικής εξέτασης και εξέταση MRI. Διακοπή θεραπείας αν υποψία PRES.
  • Αλληλεπίδραση με αναστολείς/επαγωγείς CYP ενζύμων
    κίνδυνος
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν μέτριους έως ισχυρούς αναστολείς δύο ή περισσότερων ενζύμων CYP (CYP2C8, CYP2C9 και CYP3A4) / μέτριους έως ισχυρούς επαγωγείς δύο ή περισσότερων ενζύμων CYP (CYP2C8, CYP2C9 και CYP3A4) / ασθενείς με ελάχιστο μεταβολισμό μέσω CYP2C9 που λαμβάνουν αναστολείς του CYP2C8 ή/και του CYP3A4
    Μη συγχορήγηση/χρήση με συγκεκριμένους αναστολείς/επαγωγείς CYP ενζύμων.
  • Αναπνευστικές επιδράσεις
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρές αναπνευστικές παθήσεις (π.χ. πνευμονική ίνωση, άσθμα και χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια)
    Η ετρασιμόδη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
  • Ταρτραζίνη
    προσοχή
    Μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.
  • Περιεκτικότητα σε νάτριο
    Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, δηλ. είναι ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Μέτριοι έως ισχυροί αναστολείς δύο ή περισσότερων ενζύμων (CYP2C8, CYP2C9 και CYP3A4) (π.χ. φλουκοναζόλη)
    αντένδειξη
    Αύξηση της έκθεσης στην ετρασιμόδη (AUC κατά 84% με φλουκοναζόλη).
    ΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση.
  • Μέτριοι έως ισχυροί επαγωγείς δύο ή περισσότερων ενζύμων (CYP2C8, CYP2C9, CYP3A4) (π.χ. ριφαμπικίνη, ενζαλουταμίδη)
    αντένδειξη
    Μείωση της έκθεσης στην ετρασιμόδη (AUC κατά 49% με ριφαμπικίνη).
    ΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση.
  • Ασθενείς με ελάχιστο μεταβολισμό μέσω CYP2C9 (< 5% του πληθυσμού) που λαμβάνουν μέτριους ή ισχυρούς αναστολείς του CYP2C8 ή/και του CYP3A4
    αντένδειξη
    Πιθανότητα αυξημένης έκθεσης στην ετρασιμόδη.
    ΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση.
  • Φαρμακευτικά προϊόντα που επιβραδύνουν τον καρδιακό ρυθμό ή την κολποκοιλιακή αγωγιμότητα (π.χ. β-αναστολείς, αναστολείς διαύλων ασβεστίου)
    προσοχή
    Δυνητικά αθροιστική επίδραση στη μείωση του καρδιακού ρυθμού.
    ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
  • Αντιαρρυθμικά φαρμακευτικά προϊόντα κατηγορίας Ια (π.χ. κινιδίνη, προκαϊναμίδη) ή κατηγορίας III (π.χ. αμιοδαρόνη, σοταλόλη)
    προσοχή
    Συσχετίζονται με περιστατικά πολύμορφης κοιλιακής ταχυκαρδίας (Torsades de Pointes) σε ασθενείς με βραδυκαρδία.
    ΣύστασηΖητείται συμβουλή καρδιολόγου.
  • Φαρμακευτικά προϊόντα που παρατείνουν το διάστημα QT
    προσοχή
    Δυνητικές αθροιστικές επιδράσεις στον καρδιακό ρυθμό.
    ΣύστασηΠρέπει να ζητηθεί συμβουλή καρδιολόγου εάν εξετάζεται η έναρξη ετρασιμόδης.
  • Θεραπείες με αντινεοπλασματικά, ανοσοτροποποιητικά ή μη κορτικοστεροειδή ανοσοκατασταλτικά
    προσοχή
    Κίνδυνος αθροιστικών επιδράσεων στο ανοσοποιητικό σύστημα.
    ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή κατά τη συγχορήγηση και τις εβδομάδες μετά τη χορήγηση.
  • Εμβόλια με εξασθενημένους ζώντες μικροοργανισμούς
    αντένδειξη
    Μπορεί να ενέχει τον κίνδυνο λοίμωξης.
    ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ετρασιμόδη και για τουλάχιστον 2 εβδομάδες μετά τη διακοπή της.
  • Από του στόματος αντισυλληπτικά (που περιέχουν αιθινυλοιστραδιόλη, λεβονοργεστρέλη)
    παρακολούθηση
    Αύξηση των τιμών AUC της αιθινυλοιστραδιόλης κατά περίπου 24% και της λεβονοργεστρέλης κατά περίπου 32%.
    ΣύστασηΝα παρακολουθείται η ανταπόκριση/ανεπιθύμητες ενέργειες (δεν δίνεται σαφής σύσταση, αλλά καταγράφεται η επίδραση).
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Λοιμώξεις
  • Ουρολοίμωξη
  • Λοίμωξη κατώτερου αναπνευστικού συστήματος
Αίμα
  • Λεμφοπενία
  • Ουδετεροπενία
Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές
  • Υπερχολιστερολαιμία
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
Διαταραχές του οφθαλμού
  • Ελάττωση της όρασης
Οφθαλμικές
  • Οίδημα ωχράς κηλίδας
Καρδιά
  • Βραδυκαρδία
  • Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
Αγγειακές
  • Υπέρταση
Ήπαρ
  • Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Λεμφοπενία
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
    Ήπαρ
    Συχνές
  • Βραδυκαρδία
    Καρδιά
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Λοίμωξη κατώτερου αναπνευστικού συστήματος
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Ουδετεροπενία
    Αίμα
    Συχνές
  • Ουρολοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Υπέρταση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Υπερχολιστερολαιμία
    Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές
    Συχνές
  • Ελάττωση της όρασης
    Διαταραχές του οφθαλμού
    Όχι συχνές
  • Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Οίδημα ωχράς κηλίδας
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Αντενδείκνυται
    Το etrasimod αντενδείκνυται σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας οι οποίες δεν χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη (βλ. Αντενδείξεις). Πριν από την έναρξη της θεραπείας σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας, πρέπει να υπάρχει τεστ εγκυμοσύνης με αρνητικό αποτέλεσμα και να παρέχεται καθοδήγηση σχετικά με τον σοβαρό κίνδυνο για το έμβρυο. Λόγω του χρόνου που χρειάζεται για να εξαλειφθεί η ετρασιμόδη από τον οργανισμό, ο δυνητικός κίνδυνος για το έμβρυο μπορεί να συνεχίσει να υφίσταται και οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ετρασιμόδη και για τουλάχιστον 14 ημέρες μετά τη διακοπή της θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα από τη χρήση ετρασιμόδης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλέπε Προκλινικά δεδομένα). Η κλινική εμπειρία με άλλον τροποποιητή υποδοχέων της 1-φωσφορικής σφιγγοσίνης υπέδειξε διπλάσιο κίνδυνο για μείζονες συγγενείς δυσπλασίες. Με βάση την εμπειρία στον άνθρωπο, η ετρασιμόδη πιθανόν να προκαλέσει συγγενείς δυσπλασίες όταν χορηγείται κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης. Τα περιορισμένα δεδομένα στον άνθρωπο υποδηλώνουν επίσης αυξημένο κίνδυνο για μη φυσιολογικές εκβάσεις της κύησης. Η ετρασιμόδη θα πρέπει να διακόπτεται τουλάχιστον 14 ημέρες πριν τον προγραμματισμό μιας εγκυμοσύνης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Εάν μια γυναίκα μείνει έγκυος κατά τη διάρκεια της θεραπείας, η ετρασιμόδη θα πρέπει να διακοπεί αμέσως. Πρέπει να παρέχονται ιατρικές συμβουλές σχετικά με τον κίνδυνο επιβλαβών επιδράσεων στο έμβρυο.
  • Γαλουχία
    Αντενδείκνυται
    Δεν είναι γνωστό αν η ετρασιμόδη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Μελέτη σε θηλάζοντες αρουραίους υπέδειξε απέκκριση της ετρασιμόδης στο γάλα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο κίνδυνος στα νεογέννητα / βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Η ετρασιμόδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
  • Γονιμότητα
    Άγνωστο
    Η επίδραση της ετρασιμόδης στην ανθρώπινη γονιμότητα δεν έχει αξιολογηθεί. Σε μελέτες σε ζώα, δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες στη γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συμπτώματα
  • βραδυκαρδία
Αντιμετώπιση
Οι ασθενείς με υπερδοσολογία ετρασιμόδης πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα βραδυκαρδίας, συμπεριλαμβανομένης πιθανής παρακολούθησης καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας. Πρέπει να πραγματοποιούνται τακτικές μετρήσεις του καρδιακού ρυθμού και της αρτηριακής πίεσης και ΗΚΓ.
Αντίδοτοατροπίνη (για βραδυκαρδία)
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΑμελητέα
Παρόλα αυτά, οι ασθενείς που αισθάνονται ζάλη μετά τη λήψη ετρασιμόδης θα πρέπει να αποφεύγουν την οδήγηση ή τον χειρισμό μηχανημάτων μέχρι να υποχωρήσει η ζάλη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Πυρήνας δισκίου
Στεατικό μαγνήσιο (E470b)
Μαννιτόλη (E421)
Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη (E460i)
Καρβοξυμεθυλιωμένο νατριούχο άμυλο (τύπου Α)
24
Επικάλυψη δισκίων
Λάκκα αργιλίου λαμπρού κυανού FCF (E133)
Λάκκα αργιλίου ινδικοκαρμίνης (E132)
Λάκκα αργιλίου ταρτραζίνης (E102)
Πολυαιθυλενογλυκόλη 4000 (E1521)
Πολυβινυλαλκοόλη (E1203)
Τάλκης (E553b)
Διοξείδιο του τιτανίου (E171)
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία

Ανοσοκατασταλτικά, τροποποιητές υποδοχέων της 1-φωσφορικής σφιγγοσίνης (S1P), ετρασιμόδη, κωδικός ATC: L04AE05

Μηχανισμός δράσης

Η ετρασιμόδη είναι ένας τροποποιητής υποδοχέων της 1-φωσφορικής σφιγγοσίνης (S1P) ο οποίος δεσμεύεται στους υποδοχείς 1, 4 και 5 (S1P1,4,5) της S1P και αποτελεί ισορροπημένο αγωνιστή της G-πρωτεΐνης και της β-αρρεστίνης στην S1P1. Η ετρασιμόδη έχει ελάχιστη δράση στον υποδοχέα S1P3 και καμία δράση στον υποδοχέα S1P2. Η ετρασιμόδη παρακωλύει μερικώς και αναστρέψιμα την ικανότητα των λεμφοκυττάρων να εξέρχονται από τα λεμφοειδή όργανα, μειώνοντας έτσι τον αριθμό των λεμφοκυττάρων στο περιφερικό αίμα και συνεπώς τον αριθμό των ενεργοποιημένων λεμφοκυττάρων στον ιστό. Ο μηχανισμός μέσω του οποίου η ετρασιμόδη έχει θεραπευτική επίδραση στην ΕΚ είναι άγνωστος, αλλά μπορεί να περιλαμβάνει τη μείωση της μετανάστευσης λεμφοκυττάρων σε περιοχές φλεγμονής. Η επαγόμενη από την ετρασιμόδη μείωση των λεμφοκυττάρων στην περιφερική κυκλοφορία έχει διαφορετικές επιδράσεις στους υποπληθυσμούς των λευκοκυττάρων, με τις μεγαλύτερες μειώσεις στα κύτταρα που συμμετέχουν στην επίκτητη ανοσολογική απόκριση η οποία είναι γνωστό ότι εμπλέκεται στην ανάπτυξη της παθολογίας της ΕΚ. Η ετρασιμόδη επηρεάζει ελάχιστα τα κύτταρα που συμμετέχουν στην έμφυτη ανοσολογική απόκριση, τα οποία συνεισφέρουν στην ανοσοεπιτήρηση.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Καρδιακή συχνότητα και καρδιακός ρυθμός

Η ετρασιμόδη μπορεί να οδηγήσει σε παροδική μείωση του καρδιακού ρυθμού και της κολποκοιλιακής αγωγιμότητας κατά την έναρξη της θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες). Κατά την Ημέρα 1, σε ασθενείς με ΕΚ στις μελέτες ELEVATE UC 52 και ELEVATE UC 12, το 33% των ατόμων είχαν βραδυκαρδία [κατώτατη ΚΣ κάτω από 60 χτύπους ανά λεπτό (bpm) μέσα στις πρώτες 4 ώρες) ή σημαντική βραδυκαρδία στο 2,5% (κατώτατη ΚΣ κάτω από 50 bpm). Κανένας ασθενής δεν είχε ΚΣ < 40 bpm μετά την πρώτη δόση. Η μεγαλύτερη μέση μείωση του καρδιακού ρυθμού παρατηρήθηκε στις 2 ή στις 3 ώρες μετά τη δόση. Κατά την Ημέρα 1, η μέση (SD) αλλαγή στο διάστημα PR από την τιμή πριν από τη δόση μέχρι τις 4 ώρες μετά τη δόση ετρασιμόδης ήταν 5,5 msec (18,84). Παράταση του διαστήματος PR > 200 msec καταγράφηκε στο ΗΚΓ στο 5,1% και υψηλότερος βαθμός παράτασης (> 230 msec) στο 1,8% των ατόμων.

Μείωση του αριθμού λεμφοκυττάρων και ουδετερόφιλων στο αίμα

Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες, ο μέσος αριθμός λεμφοκυττάρων μειώθηκε σχεδόν στο 50% των επιπέδων έναρξης στις 2 εβδομάδες (μέσος αριθμός λεμφοκυττάρων στο αίμα 0,9 x 10^9/l κατά προσέγγιση), το οποίο συνάδει με τον μηχανισμό δράσης, ενώ ο μειωμένος αριθμός λεμφοκυττάρων διατηρήθηκε κατά τη θεραπεία με ετρασιμόδη άπαξ ημερησίως. Μείωση του αριθμού των ουδετερόφιλων παρατηρήθηκε σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες με ετρασιμόδη, οι μέσοι αριθμοί ουδετερόφιλων ήταν γενικά στο φυσιολογικό εύρος κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ετρασιμόδη. Οι μειωμένοι αριθμοί ουδετερόφιλων διατηρήθηκαν κατά τη θεραπεία με ετρασιμόδη και ήταν αναστρέψιμοι με τη διακοπή της θεραπείας. Τα υποσύνολα των Β κυττάρων [CD19+] και Τ κυττάρων [CD3+], των Τ βοηθητικών κυττάρων [CD3+CD4+] και των κυτταροτοξικών Τ κυττάρων [CD3+CD8+] του περιφερικού αίματος ήταν όλα μειωμένα, ενώ δεν παρατηρήθηκε μείωση στα φυσικά κύτταρα φονείς και στα μονοκύτταρα. Τα Τ βοηθητικά κύτταρα ήταν πιο ευαίσθητα στις επιδράσεις της ετρασιμόδης από τα κυτταροτοξικά Τ κύτταρα. Οι απόλυτοι αριθμοί λεμφοκυττάρων του περιφερικού αίματος επέστρεψαν στο φυσιολογικό εύρος στο 90% των ασθενών εντός 1 έως 2 εβδομάδων από τη διακοπή της θεραπείας, βάσει ενός πληθυσμιακού μοντέλου φαρμακοκινητικής/φαρμακοδυναμικής.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Η αποτελεσματικότητα της ετρασιμόδης αξιολογήθηκε σε 2 τυχαιοποιημένες, διπλά τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες (ELEVATE UC 52 και ELEVATE UC 12) σε ασθενείς ηλικίας από 16 έως 80 ετών με μέτρια έως σοβαρή ενεργή ελκώδη κολίτιδα. Σε αμφότερες τις μελέτες εισήχθησαν ασθενείς που είχαν ανεπαρκή απόκριση, απώλεια της απόκρισης ή μη ανοχή σε μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες επιλογές θεραπείας: από του στόματος αμινοσαλικυλικά, κορτικοστεροειδή, θειοπουρίνες, αναστολείς κινασών Janus (JAK) ή βιολογική θεραπεία [π.χ. αναστολείς του TNF, αντι-ιντεγκρίνες, αντι-IL12/23]. Οι ασθενείς που συμμετείχαν στις μελέτες είχαν ΕΚ επιβεβαιωμένη μέσω ενδοσκόπησης και ιστοπαθολογικής εξέτασης, ενώ η έκταση της νόσου ήταν ≥ 10 cm από το χείλος του πρωκτού. Στη μελέτη εισήχθησαν ασθενείς με απομονωμένη πρωκτίτιδα, εφόσον πληρούσαν όλα τα υπόλοιπα κριτήρια εισαγωγής. Οι εγγεγραμμένοι ασθενείς είχαν τροποποιημένο σκορ Mayo (mMS) 4 έως 9, με επιμέρους σκορ ενδοσκόπησης (ES) ≥ 2 και επιμέρους σκορ αιμορραγίας από το ορθό (RB) ≥ 1. Η κύρια αξιολόγηση βασίστηκε στον πληθυσμό με mMS από 5 έως 9. Οι εγγεγραμμένοι ασθενείς και στις δύο μελέτες είχαν μέση ηλικία 40 ετών, με 3 (0,4%) ασθενείς κάτω των 18 ετών και 45 (6%) ασθενείς 65 ετών και άνω, ενώ το 57% ήταν άνδρες, το 82% λευκοί και το 13% Ασιάτες. Οι ασθενείς σε αυτές τις μελέτες επιτρεπόταν να λάβουν τις ακόλουθες ταυτόχρονες θεραπείες για ΕΚ: σταθερές ημερήσιες από του στόματος δόσεις αμινοσαλικυλικών ή/και κορτικοστεροειδών (≤ 20 mg πρεδνιζόνη, ≤ 9 mg βουδεσονίδη ή ισοδύναμο στεροειδές). Η ταυτόχρονη χρήση με ανοσοτροποποιητικά, βιολογικές θεραπείες, ορθικά αμινοσαλικυλικά (5-ASA) ή ορθικά κορτικοστεροειδή δεν επιτρεπόταν.

ELEVATE UC 52

Η μελέτη ELEVATE UC 52 ήταν μια μελέτη τύπου «treat-through» με συνολικά 433 ασθενείς οι οποίοι τυχαιοποιήθηκαν με αναλογία 2:1 για να λάβουν είτε 2 mg ετρασιμόδης είτε εικονικό φάρμακο με χορήγηση από του στόματος μία φορά ημερησίως. Οι ασθενείς παρέμειναν στην τυχαιοποιημένη θεραπεία τους για όλη τη διάρκεια της μελέτης. Κατά την έναρξη, οι εγγεγραμμένοι ασθενείς είχαν μέσο mMS 7, ενώ το 8% παρουσίαζε απομονωμένη πρωκτίτιδα. Συνολικά το 30% των ασθενών είχε πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες / αναστολείς JAK, ενώ συνολικά το 14% των ασθενών είχε πρότερη έκθεση σε > 1 βιολογικό παράγοντα / αναστολέα JAK και το 11% των ασθενών είχε πρότερη έκθεση σε αντι-ιντεγκρίνες. Στην έναρξη, το 77% των ασθενών λάμβανε αμινοσαλικυλικά από του στόματος και το 31% των ασθενών λάμβανε κορτικοστεροειδή από του στόματος. Τα συμπρωτεύοντα τελικά σημεία ήταν το ποσοστό των ασθενών που πέτυχαν κλινική ύφεση κατά την Εβδομάδα 12 και την Εβδομάδα 52, με την κλινική ύφεση να ορίζεται ως επιμέρους σκορ συχνότητας κενώσεων (SF) 0 (ή 1 με μείωση ≥ 1 βαθμού από την εκκίνηση), επιμέρους σκορ RB 0 και επιμέρους σκορ ES ≤ 1 (χωρίς να περιλαμβάνεται η ευθρυπτότητα). Τα δευτερεύοντα τελικά σημεία περιλάμβαναν το ποσοστό ασθενών που πέτυχαν ενδοσκοπική βελτίωση, συμπτωματική ύφεση, ίαση του βλεννογόνου, κλινική απόκριση, κλινική ύφεση με απουσία κορτικοστεροειδών και συνεχιζόμενη κλινική ύφεση. Η κύρια ανάλυση πραγματοποιήθηκε την Εβδομάδα 12 και την Εβδομάδα 52 σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ενεργή νόσο, οριζόμενη ως mMS 5 έως 9 (βλ. Πίνακα 2). Από τους 433 ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν, το 91,7% και το 86,1% των ασθενών ολοκλήρωσαν την Εβδομάδα 12 στην ομάδα της ετρασιμόδης και του εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα. Αρχίζοντας από την Εβδομάδα 12, οι ασθενείς χωρίς καμία βελτίωση από την έναρξη ή οι οποίοι πληρούσαν τα κριτήρια περί επιδείνωσης της νόσου μπορούσαν να διακόψουν κατά την κρίση του ερευνητή και μπορούσαν να συνεχίσουν στην ανοιχτή μελέτη επέκτασης. Σε αυτή τη μελέτη τύπου «treat-through» το 55,7% και το 31,9% ολοκλήρωσαν τη θεραπεία της Εβδομάδας 52 στην ομάδα της ετρασιμόδης και του εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα. Σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ετρασιμόδη πέτυχε κλινική ύφεση, ενδοσκοπική βελτίωση, συμπτωματική ύφεση και ίαση του βλεννογόνου την Εβδομάδα 12 και την Εβδομάδα 52 καθώς και κλινική ύφεση με απουσία κορτικοστεροειδών και συνεχιζόμενη κλινική ύφεση την Εβδομάδα 52, σε σύγκριση με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου (βλ. Πίνακα 2).

Πίνακας 2: Ποσοστό ασθενών που πληρούσαν τα τελικά σημεία αποτελεσματικότητας κατά την Εβδομάδα 12 και την Εβδομάδα 52 στη μελέτη ELEVATE UC 52

Εικονικό φάρμακο N = 135 (n) Εικονικό φάρμακο N = 135 (%) Ετρασιμόδη 2 mg N = 274 (n) Ετρασιμόδη 2 mg N = 274 (%) Διαφορά θεραπειών (95% CI)α
Τελικά σημεία Εβδομάδας 12
Κλινική ύφεσηβ 10 7% 74 27% 20% (13%, 27%)ιβ
Χωρίς πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 9/93 10% 60/194 31%
Με πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 1/42 2% 14/80 18%
Ενδοσκοπική βελτίωσηγ 19 14% 96 35% 21% (13%, 29%)ιβ
Χωρίς πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 17/93 18% 76/194 39%
Με πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 2/42 5% 20/80 25%
Συμπτωματική ύφεσηδ 29 22% 126 46% 25% (15%, 34%)ιβ
Χωρίς πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 22/93 24% 101/194 52%
Με πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 7/42 17% 25/80 31%
Ίαση του βλεννογόνουε 6 4% 58 21% 17% (11%, 23%)ιβ
Χωρίς πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 6/93 7% 47/194 24%
Με πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 0/42 0% 11/80 14%
Κλινική ανταπόκρισηστ 46 34% 171 62% 28% (19%, 38%)ιβ
Χωρίς πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 35/93 38% 132/194 68%
Με πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 11/42 26% 39/80 49%
Τελικά σημεία Εβδομάδας 52
Κλινική ύφεσηβ 9 7% 88 32% 25% (18%, 32%)ιβ
Χωρίς πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 7/93 8% 71/194 37%
Με πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 2/42 5% 17/80 21%
Ενδοσκοπική βελτίωσηγ 14 10% 102 37% 27% (19%, 34%)ιβ
Χωρίς πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 12/93 13% 78/194 40%
Με πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 2/42 5% 24/80 30%
Συμπτωματική ύφεσηδ 25 19% 119 43% 25% (16%, 34%)ιβ
Χωρίς πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 19/93 20% 97/194 50%
Με πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 6/42 14% 22/80 28%
Ίαση του βλεννογόνουε 11 8% 73 27% 18% (11%, 25%)ιβ
Χωρίς πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 10/93 11% 55/194 28%
Με πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 1/42 2% 18/80 23%
Κλινική ανταπόκρισηστ 31 23% 132 48% 25% (16%, 34%)ιβ
Χωρίς πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 25/93 27% 103/194 53%
Με πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 6/42 14% 29/80 36%
Συνεχιζόμενη κλινική ύφεσηζ 3 2% 49 18% 16% (11%, 21%)ιβ
Χωρίς πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 2/93 2% 41/194 21%
Με πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 1/42 2% 8/80 10%
Κλινική ύφεση χωρίς κορτικοστεροειδήη 9 7% 88 32% 25% (18%, 32%)ιβ
Χωρίς πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 7/93 8% 71/194 37%
Με πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 2/42 5% 17/80 21%
Κλινική ύφεση χωρίς κορτικοστεροειδή μεταξύ των ασθενών που λάμβαναν θεραπεία με κορτικοστεροειδή κατά την έναρξηθ 3/40 8% 27/87 31% 23% (10%, 36%)ιβ
Χωρίς πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 2/26 8% 22/59 37%
Με πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 1/14 7% 5/28 18%
Συμπτωματική ύφεση χωρίς κορτικοστεροειδήι 25 19% 119 43% 25% (16%, 34%)ιβ
Χωρίς πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 19/93 20% 97/194 50%
Με πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 6/42 14% 22/80 28%
Ενδοσκοπική βελτίωση χωρίς κορτικοστεροειδήια 14 10% 101 37% 26% (19%, 34%)ιβ
Χωρίς πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 12/93 13% 78/194 40%
Με πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 2/42 5% 23/80 29%

α Διαφορά θεραπειών (προσαρμοσμένη με βάση τους παράγοντες διαστρωμάτωσης κατά πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες / αναστολείς JAK, χρήση κορτικοστεροειδών στην έναρξη και ομάδα mMS στην έναρξη). β Η κλινική ύφεση ορίστηκε ως επιμέρους σκορ συχνότητας κενώσεων (SF) 0 (ή 1 με μείωση ≥ 1 βαθμού από την έναρξη), επιμέρους σκορ RB 0 και επιμέρους σκορ ES ≤ 1 (χωρίς να περιλαμβάνεται η ευθρυπτότητα). γ Η ενδοσκοπική βελτίωση ορίστηκε ως επιμέρους σκορ ενδοσκόπησης (ES) ≤ 1 (χωρίς να περιλαμβάνεται η ευθρυπτότητα). δ Η συμπτωματική ύφεση ορίστηκε ως επιμέρους σκορ συχνότητας κενώσεων (SF) 0 (ή 1 με μείωση ≥ 1 βαθμού από την έναρξη) και επιμέρους σκορ RB 0. ε Η ίαση του βλεννογόνου ορίστηκε ως ES ≤ 1 (χωρίς να περιλαμβάνεται η ευθρυπτότητα) με ιστολογική ύφεση (σκορ κατά δείκτη Geboes < 2,0 που υποδεικνύει απουσία ουδετερόφιλων στις επιθηλιακές κρύπτες ή στο χόριο του βλεννογόνου, απουσία αύξησης των ηωσινόφιλων, απουσία καταστροφής στις κρύπτες και απουσία διαβρώσεων, εξελκώσεων ή κοκκιώδους ιστού). στ Η κλινική απόκριση ορίστηκε ως μείωση ≥ 2 βαθμών και ≥ 30% από την έναρξη ως προς το mMS και μείωση ≥ 1 βαθμού από την έναρξη στο επιμέρους σκορ RB ή απόλυτο επιμέρους σκορ RB ≤ 1. ζ Η συνεχιζόμενη κλινική ύφεση ορίστηκε ως κλινική ύφεση σε αμφότερες την Εβδομάδα 12 και την Εβδομάδα 52. η Η κλινική ύφεση χωρίς κορτικοστεροειδή ορίστηκε ως κλινική ύφεση την Εβδομάδα 52 χωρίς να ληφθούν κορτικοστεροειδή για τουλάχιστον 12 εβδομάδες αμέσως πριν από την Εβδομάδα 52. θ Η κλινική ύφεση χωρίς κορτικοστεροειδή των μεταξύ ασθενών που λάμβαναν θεραπεία με κορτικοστεροειδή στην έναρξη ορίστηκε ως κλινική ύφεση κατά την Εβδομάδα 52 χωρίς τη λήψη κορτικοστεροειδών για τουλάχιστον 12 εβδομάδες ακριβώς πριν από την Εβδομάδα 52 μεταξύ των ασθενών που λάμβαναν θεραπεία με κορτικοστεροειδή κατά την έναρξη. ι Η συμπτωματική ύφεση χωρίς κορτικοστεροειδή ορίστηκε ως επιμέρους σκορ συχνότητας κενώσεων (SF) 0 (ή 1 με μείωση ≥ 1 βαθμού από την έναρξη) και επιμέρους σκορ RB 0 για τουλάχιστον 12 εβδομάδες ακριβώς πριν από την Εβδομάδα 52. ια Η ενδοσκοπική βελτίωση χωρίς κορτικοστεροειδή ορίστηκε ως ES ≤ 1 (χωρίς να περιλαμβάνεται η ευθρυπτότητα) για τουλάχιστον 12 εβδομάδες ακριβώς πριν από την Εβδομάδα 52. ιβ p < 0,001.

Συμπληρωματική ανάλυση του mMS 4

Τα στοιχεία αποτελεσματικότητας στους ασθενείς με σκορ 4 κατά mMS (με επιμέρους σκορ ES ≥ 2 και RB ≥ 1) ήταν συνεπή με τα αποτελέσματα της κύριας ανάλυσης.

Απομονωμένη πρωκτίτιδα

Μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών με απομονωμένη πρωκτίτιδα στην έναρξη που έλαβαν θεραπεία με ετρασιμόδη έναντι όσων έλαβαν εικονικό φάρμακο πέτυχε κλινική ύφεση κατά την Εβδομάδα 12 (46% έναντι 29%) και την Εβδομάδα 52 (42% έναντι 14%).

Πρώιμη εμφάνιση συμπτωματικής βελτίωσης

Κατά την Εβδομάδα 2 (πρώτη επίσκεψη της μελέτης) το ποσοστό των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ετρασιμόδη και πέτυχαν συμπτωματική ύφεση ήταν μεγαλύτερο σε σύγκριση με την ομάδα εικονικού φαρμάκου (16% έναντι 11%). Κατά την Εβδομάδα 4, μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών που έλαβαν ετρασιμόδη έναντι όσων έλαβαν εικονικό φάρμακο πέτυχε πλήρη συμπτωματική ύφεση (11% έναντι 4%), οριζόμενη ως επιμέρους σκορ SF 0 και RB 0.

Ενδοσκοπική και ιστολογική αξιολόγηση

Η κανονικοποίηση της ενδοσκοπικής εικόνας του βλεννογόνου (ενδοσκοπική ύφεση) ορίστηκε ως ES 0. Μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών που έλαβαν ετρασιμόδη έναντι όσων έλαβαν εικονικό φάρμακο πέτυχε ενδοσκοπική ύφεση μέχρι την Εβδομάδα 12 (15% έναντι 4%), την Εβδομάδα 52 (26% έναντι 6%) καθώς σε αμφότερες την Εβδομάδα 12 και την Εβδομάδα 52 (11% έναντι 2%). Ενδοσκοπική ύφεση και ιστολογικό σκορ κατά Geboes < 2,0 (το οποίο υποδεικνύει απουσία ουδετερόφιλων στις επιθηλιακές κρύπτες ή στο χόριο του βλεννογόνου, απουσία αύξησης των ηωσινόφιλων, απουσία καταστροφής στις κρύπτες και απουσία διαβρώσεων, εξελκώσεων ή κοκκιώδους ιστού) επιτεύχθηκαν από μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ετρασιμόδη έναντι όσων έλαβαν εικονικό φάρμακο την Εβδομάδα 12 (11% έναντι 2%) και την Εβδομάδα 52 (18% έναντι 5%).

Κοιλιακό άλγος και έπειξη για αφόδευση

Κατά την Εβδομάδα 12, μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών που έλαβαν ετρασιμόδη έναντι όσων έλαβαν εικονικό φάρμακο είχε απουσία κοιλιακού άλγους (27% έναντι 13%) και απουσία έπειξης για αφόδευση (19% έναντι 7%). Κατά την Εβδομάδα 52, μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών που έλαβαν ετρασιμόδη έναντι όσων έλαβαν εικονικό φάρμακο είχε απουσία κοιλιακού άλγους (22% έναντι 7%) και απουσία έπειξης για αφόδευση (19% έναντι 8%).

Ερωτηματολόγιο φλεγμονώδους νόσου του εντέρου (IBDQ)

Οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ετρασιμόδη είχαν μεγαλύτερη βελτίωση από την έναρξη στο συνολικό σκορ του IBDQ έναντι όσων έλαβαν εικονικό φάρμακο. Οι αλλαγές στο συνολικό σκορ του IBDQ την Εβδομάδα 12 σε σχέση με την έναρξη για την ετρασιμόδη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο ήταν 42,8 και 27,4 αντίστοιχα, ενώ οι αλλαγές στο συνολικό σκορ του IBDQ την Εβδομάδα 52 σε σχέση με την έναρξη για την ετρασιμόδη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο ήταν 55,8 και 38,1 αντίστοιχα.

ELEVATE UC 12

Στη μελέτη ELEVATE UC 12, συνολικά 354 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν με αναλογία 2:1 για να λάβουν είτε 2 mg ετρασιμόδης είτε εικονικό φάρμακο από του στόματος μία φορά την ημέρα. Κατά την έναρξη, οι εγγεγραμμένοι ασθενείς είχαν διάμεσο mMS 7: το 5,6% των ασθενών είχε mMS 4, το 67% mMS 5 έως 7 (μέτρια ενεργή νόσος) και το 27,4% είχε mMS >7 (σοβαρή ενεργή νόσος). Το 8% των εγγεγραμμένων ασθενών παρουσίαζε απομονωμένη πρωκτίτιδα. Συνολικά το 33% των ασθενών είχε πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες / αναστολείς JAK, ενώ συνολικά το 18% των ασθενών είχε πρότερη έκθεση σε > 1 βιολογικό παράγοντα / αναστολέα JAK και το 12% των ασθενών είχε πρότερη έκθεση σε αντι-ιντεγκρίνες. Στην έναρξη, το 83% των ασθενών λάμβανε αμινοσαλικυλικά από του στόματος και το 28% των ασθενών λάμβανε κορτικοστεροειδή από του στόματος. Από τους 354 ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν, το 89,5% και το 88,8% των ασθενών ολοκλήρωσαν την Εβδομάδα 12 στην ομάδα της ετρασιμόδης και του εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα. Το πρωτεύον τελικό σημείο ήταν το ποσοστό ασθενών με επίτευξη κλινικής ύφεσης την Εβδομάδα 12. Τα δευτερεύοντα τελικά σημεία περιλάμβαναν το ποσοστό ασθενών που πέτυχαν ενδοσκοπική βελτίωση, συμπτωματική ύφεση, ίαση του βλεννογόνου και κλινική απόκριση την Εβδομάδα 12. Η κύρια ανάλυση πραγματοποιήθηκε την Εβδομάδα 12 σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ενεργή νόσο, οριζόμενη ως mMS 5 έως 9 (βλ. Πίνακα 3). Σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ετρασιμόδη πέτυχε κλινική ύφεση, ενδοσκοπική βελτίωση, συμπτωματική ύφεση και ίαση του βλεννογόνου την Εβδομάδα 12 σε σύγκριση με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου (βλ. Πίνακα 3).

Πίνακας 3: Ποσοστό ασθενών που πληρούσαν τα τελικά σημεία αποτελεσματικότητας κατά την Εβδομάδα 12 στη μελέτη ELEVATE UC 12

Εικονικό φάρμακο N = 112 (n) Εικονικό φάρμακο N = 112 (%) Ετρασιμόδη 2 mg N = 222 (n) Ετρασιμόδη 2 mg N = 222 (%) Διαφορά θεραπειών (95% CI)α
Τελικά σημεία
Κλινική ύφεσηβ 17 15% 55 25% 10% (1%, 18%)ζ
Χωρίς πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 12/74 16% 41/148 28%
Με πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 5/38 13% 14/74 19%
Ενδοσκοπική βελτίωσηγ 21 19% 68 31% 12% (3%, 21%)ζ
Χωρίς πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 14/74 19% 51/148 35%
Με πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 7/38 18% 17/74 23%
Συμπτωματική ύφεσηδ 33 30% 104 47% 17% (7%, 28%)ζ
Χωρίς πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 23/74 31% 73/148 49%
Με πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 10/38 26% 31/74 42%
Ίαση του βλεννογόνουε 10 9% 36 16% 7% (1%, 14%)ζ
Χωρίς πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 8/74 11% 28/148 19%
Με πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 2/38 5% 8/74 11%
Κλινική ανταπόκρισηστ 46 41% 138 62% 21% (10%, 32%)η
Χωρίς πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 32/74 43% 97/148 66%
Με πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK 14/38 37% 41/74 55%

α Διαφορά θεραπειών (προσαρμοσμένη με βάση τους παράγοντες διαστρωμάτωσης κατά πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες / αναστολείς JAK, χρήση κορτικοστεροειδών στην έναρξη και ομάδα mMS στην έναρξη). β Η κλινική ύφεση ορίστηκε ως επιμέρους σκορ συχνότητας κενώσεων (SF) 0 (ή 1 με μείωση ≥ 1 βαθμού από την έναρξη), επιμέρους σκορ RB 0 και επιμέρους σκορ ES ≤ 1 (χωρίς να περιλαμβάνεται η ευθρυπτότητα). γ Η ενδοσκοπική βελτίωση ορίστηκε ως επιμέρους σκορ ενδοσκόπησης (ES) ≤ 1 (χωρίς να περιλαμβάνεται η ευθρυπτότητα). δ Η συμπτωματική ύφεση ορίστηκε ως επιμέρους σκορ συχνότητας κενώσεων (SF) 0 (ή 1 με μείωση ≥ 1 βαθμού από την έναρξη) και επιμέρους σκορ RB 0. ε Η ίαση του βλεννογόνου ορίστηκε ως ES ≤ 1 (χωρίς να περιλαμβάνεται η ευθρυπτότητα) με ιστολογική ύφεση (σκορ κατά δείκτη Geboes < 2,0 που υποδεικνύει απουσία ουδετερόφιλων στις επιθηλιακές κρύπτες ή στο χόριο του βλεννογόνου, απουσία αύξησης των ηωσινόφιλων, απουσία καταστροφής στις κρύπτες και απουσία διαβρώσεων, εξελκώσεων ή κοκκιώδους ιστού). στ Η κλινική απόκριση ορίστηκε ως μείωση ≥ 2 βαθμών και ≥ 30% από την έναρξη ως προς το mMS και μείωση ≥ 1 βαθμού από την έναρξη στο επιμέρους σκορ RB ή απόλυτο επιμέρους σκορ RB ≤ 1. ζ p < 0,05. η p < 0,001.

Συμπληρωματική ανάλυση του mMS 4

Τα στοιχεία αποτελεσματικότητας στους ασθενείς με σκορ 4 κατά mMS (με επιμέρους σκορ ES ≥ 2 και RB ≥ 1) ήταν συνεπή με τα αποτελέσματα της κύριας ανάλυσης.

Απομονωμένη πρωκτίτιδα

Μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών με απομονωμένη πρωκτίτιδα στην έναρξη που έλαβαν θεραπεία με ετρασιμόδη έναντι όσων έλαβαν εικονικό φάρμακο πέτυχε κλινική ύφεση κατά την Εβδομάδα 12 (39% έναντι 8%).

Πρώιμη εμφάνιση συμπτωματικής βελτίωσης

Κατά την Εβδομάδα 4, μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών που έλαβαν ετρασιμόδη έναντι όσων έλαβαν εικονικό φάρμακο πέτυχε συμπτωματική ύφεση (28% έναντι 16%) και πλήρη συμπτωματική ύφεση (12% έναντι 4%), οριζόμενη ως επιμέρους σκορ SF 0 και επιμέρους σκορ RB 0.

Ενδοσκοπική και ιστολογική αξιολόγηση

Η κανονικοποίηση της ενδοσκοπικής εικόνας του βλεννογόνου (ενδοσκοπική ύφεση) ορίστηκε ως ES 0. Μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ετρασιμόδη έναντι όσων έλαβαν εικονικό φάρμακο πέτυχε ενδοσκοπική ύφεση έως την Εβδομάδα 12 (17% έναντι 8%). Ενδοσκοπική ύφεση και ιστολογικό σκορ κατά Geboes < 2,0 (το οποίο υποδεικνύει απουσία ουδετερόφιλων στις κρύπτες ή στο χόριο του βλεννογόνου, απουσία αύξησης των ηωσινόφιλων, απουσία καταστροφής στις κρύπτες και απουσία διαβρώσεων, εξελκώσεων ή κοκκιώδους ιστού) επιτεύχθηκαν από μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ετρασιμόδη έναντι όσων έλαβαν εικονικό φάρμακο την Εβδομάδα 12 (10% έναντι 5%).

Κοιλιακό άλγος και έπειξη για αφόδευση

Κατά την Εβδομάδα 12, μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών που έλαβαν ετρασιμόδη έναντι όσων έλαβαν εικονικό φάρμακο είχε απουσία κοιλιακού άλγους (32% έναντι 18%) και απουσία έπειξης για αφόδευση (21% έναντι 12%).

Ερωτηματολόγιο φλεγμονώδους νόσου του εντέρου (IBDQ)

Οι ασθενείς που έλαβαν ετρασιμόδη είχαν μεγαλύτερη βελτίωση από την έναρξη στο συνολικό σκορ του IBDQ έναντι όσων έλαβαν εικονικό φάρμακο. Οι αλλαγές στο συνολικό σκορ του IBDQ την Εβδομάδα 12 σε σχέση με την έναρξη για την ετρασιμόδη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο ήταν 47,5% και 30,2%, αντίστοιχα.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με την ετρασιμόδη σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην ΕΚ (βλέπε Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

Φαρμακοκινητική

Μετά από άπαξ δόση ετρασιμόδης από του στόματος, οι τιμές Cmax και AUC αυξήθηκαν σχεδόν δοσοαναλογικά στο υπό μελέτη εύρος δόσεων (0,1 mg έως 5 mg). Μετά από πολλαπλές δόσεις, οι μέσες τιμές Cmax και AUC αυξήθηκαν ελαφρώς περισσότερο από δοσοαναλογικά, από 0,7 mg έως 2 mg. Οι συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης στο πλάσμα επιτεύχθηκαν εντός 7 ημερών μετά τη δόση 2 mg μία φορά ημερησίως, με μέση Cmax στα 113 ng/ml και AUCtau στα 2.163 h*ng/ml. Η εκτιμώμενη αναλογία συσσώρευσης της ετρασιμόδης σε σταθερή κατάσταση κυμαίνεται από σχεδόν 2πλάσια έως 3πλάσια. Η φαρμακοκινητική της ετρασιμόδης είναι παρόμοια στα υγιή άτομα και στα άτομα με ΕΚ.

Απορρόφηση

Ο χρόνος (Tmax) που απαιτείται για να επιτευχθούν οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) κατόπιν από του στόματος χορήγησης φαρμακοτεχνικών μορφών ετρασιμόδης άμεσης αποδέσμευσης που χορηγούνται από το στόμα είναι περίπου 4 ώρες (εύρος 2 - 8 ώρες). Η απορρόφηση της ετρασιμόδης είναι εκτεταμένη, βάσει της υψηλής διαπερατότητας και της παρατήρησης σχετικά μικρής ποσότητας άθικτης ετρασιμόδης αποβαλλόμενης στα κόπρανα (11,2% της χορηγηθείσας ραδιενεργής δόσης).

Επίδραση της τροφής

Η πρόσληψη τροφής μπορεί να οδηγήσει σε ελαφρώς καθυστερημένη απορρόφηση (ο διάμεσος Tmax αυξήθηκε κατά 2 ώρες). Η τροφή δεν επιδρά στα μέτρα έκθεσης της ετρασιμόδης (Cmax και AUC), επομένως η ετρασιμόδη μπορεί να χορηγηθεί ανεξαρτήτως γευμάτων.

Κατανομή

Η ετρασιμόδη κατανέμεται στους σωματικούς ιστούς με μέσο όγκο κατανομής από του στόματος (Vz/F) 66 l. Η ετρασιμόδη δεσμεύεται ισχυρά στις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος (97,9%), κυρίως τη λευκωματίνη, και κατανέμεται κυρίως στο τμήμα πλάσματος του ολικού αίματος με αναλογία αίματος προς πλάσμα 0,7.

Βιομετασχηματισμός

Η ετρασιμόδη μεταβολίζεται εκτενώς μέσω των CYP2C8 (38%), CYP2C9 (37%) και CYP3A4 (22%), με ελάσσονες κατανομές μέσω των CYP2C19 και CYP2J2. Το μείζον κυκλοφορούν συστατικό στο πλάσμα είναι η αμετάβλητη ετρασιμόδηκαι οι κύριοι μεταβολίτες Μ3 και Μ6. Η ετρασιμόδη συμβάλλει στην πλειονότητα της φαρμακολογίας του S1P (> 90%). Η ετρασιμόδη μεταβολίζεται εκτενώς με οξείδωση, αφυδρογόνωση και σύζευξη με UDP-γλυκουρονοσυλ-τρανσφεράσες (UGT) και σουλφοτρανσφεράσες. Η ετρασιμόδη δεν αποτελεί υπόστρωμα των μεταφορέων P-gp, BCRP, OATP1B1/3, OAT1/3 ή OCT1/2. Φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία αποτελούν αναστολείς αυτών των μεταφορέων είναι απίθανο να επηρεάσουν τη φαρμακοκινητική της ετρασιμόδης.

Αποβολή

Μετά από χορήγηση από του στόματος, η φαινόμενη κάθαρση από του στόματος σε σταθερή κατάσταση (CL/F) ήταν περίπου 1 l/h. Ο μέσος αποτελεσματικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της ετρασιμόδης από το πλάσμα (t1/2) είναι περίπου 30 ώρες.

Απέκκριση

Η ετρασιμόδη αποβάλλεται κυρίως μέσω του ήπατος με 82% ανάκτηση της συνολικής ραδιενεργής δόσης στα κόπρανα και 4,89% στα ούρα. Αμετάβλητη ετρασιμόδη εντοπίστηκε μόνο στα κόπρανα, όχι στα ούρα.

Επίδραση της ετρασιμόδης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα

Μελέτες in vitro υποδεικνύουν ότι, στη συνιστώμενη δόση των 2 mg μία φορά ημερησίως, η ετρασιμόδη δεν είναι πιθανό να εμφανίσει οποιαδήποτε κλινικά σχετική δυναμική αλληλεπίδρασης με CYP ή μεταφορείς μεμβράνης.

Φαρμακοκινητική σε συγκεκριμένες ομάδες ασθενών

Νεφρική δυσλειτουργία

Δεν χρειάζονται προσαρμογές της δόσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, καθώς οι τιμές Cmax και AUC ήταν συγκρίσιμες μεταξύ των ατόμων με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία και των ατόμων με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (βλ. Δοσολογία). Το σύνολο ατόμων με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία περιλάμβανε 2 άτομα με eGFR ≤ 29 mL/min (όχι σε αιμοκάθαρση) και 6 άτομα με ESRD που υποβλήθηκαν σε αιμοκάθαρση πριν από τη χορήγηση ετρασιμόδης. Η επίδραση της αιμοκάθαρσης που πραγματοποιείται μετά τη χορήγηση ετρασιμόδης δεν έχει αξιολογηθεί.

Ηπατική δυσλειτουργία

Η ετρασιμόδη αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Δεν χρειάζεται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία). Οι παράμετροι της συνολικής AUC της ετρασιμόδης για την άπαξ δόση των 2 mg που μελετήθηκε ήταν 13%, 29% και 57% υψηλότερες σε άτομα με ήπια, μέτρια και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, αντίστοιχα, σε σύγκριση με άτομα με φυσιολογική λειτουργία του ήπατος.

Ηλικιωμένοι

Οι αναλύσεις πληθυσμιακής φαρμακοκινητικής έδειξαν ότι η ηλικία δεν είχε επίδραση στη φαρμακοκινητική της ετρασιμόδης σε ασθενείς άνω των 65 ετών [n=40 (3,7%) των ασθενών ήταν ηλικίας ≥ 65]. Δεν υπάρχει σημαντική διαφορά στη φαρμακοκινητική σε ηλικιωμένους ασθενείς σε σύγκριση με νεότερους ασθενείς.

Σωματικό βάρος

Η συστηματική έκθεση της ετρασιμόδης 2 mg δεν μεταβάλλεται από τις διαφορές στο σωματικό βάρος σε κλινικά σημαντική έκταση στους ασθενείς με σωματικό βάρος ≥ 40 kg. Στους ασθενείς με σωματικό βάρος μικρότερο από 40 kg, προβλέπεται αύξηση της έκθεσης κατά περίπου 1,5 φορά (βλ. Δοσολογία).

Φύλο, φυλή και εθνικότητα

Η ανάλυση πληθυσμιακής φαρμακοκινητικής έδειξε ότι το φύλο, η φυλή και η εθνικότητα δεν είχαν κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της ετρασιμόδης.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Μια ανάλυση πληθυσμιακής φαρμακοκινητικής προέβλεψε παρόμοιες εκθέσεις στην ετρασιμόδη σε ενήλικους ασθενείς και ασθενείς της ύστερης εφηβείας (16 έως < 18 ετών) με ΕΚ. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τη χορήγηση ετρασιμόδης σε παιδιατρικούς ή εφήβους ασθενείς κάτω από την ηλικία των 16 ετών.

Μηχανισμός δράσης

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Ανοσοκατασταλτικά, τροποποιητές υποδοχέων της 1-φωσφορικής σφιγγοσίνης (S1P), ετρασιμόδη, κωδικός ATC: L04AE05 ### Μηχανισμός δράσης Η ετρασιμόδη είναι ένας τροποποιητής υποδοχέων της 1-φωσφορικής σφιγγοσίνης (S1P) ο οποίος…

Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Ανοσοκατασταλτικά, τροποποιητές υποδοχέων της 1-φωσφορικής σφιγγοσίνης (S1P), ετρασιμόδη, κωδικός ATC: L04AE05 ### Μηχανισμός δράσης Η ετρασιμόδη είναι ένας τροποποιητής υποδοχέων της 1-φωσφορικής σφιγγοσίνης (S1P) ο οποίος…

Φαρμακοκινητική
Μετά από άπαξ δόση ετρασιμόδης από του στόματος, οι τιμές Cmax και AUC αυξήθηκαν σχεδόν δοσοαναλογικά στο υπό μελέτη εύρος δόσεων (0,1 mg έως 5 mg). Μετά από πολλαπλές δόσεις, οι μέσες τιμές Cmax και AUC αυξήθηκαν ελαφρώς περισσότερο από δοσοαναλογικά, από…

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
flag

Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη

  • Αμινοτρανσφεράσες (AST/ALT) · Πρόσφατα (εντός 6μήνου) πριν την έναρξη, κατά τους μήνες 1, 3, 6, 9 και 12 της θεραπείας και στη συνέχεια περιοδικά (ελλείψει κλινικών συμπτωμάτων)
  • Χολερυθρίνη · Πρόσφατα (εντός 6μήνου) πριν την έναρξη, κατά τους μήνες 1, 3, 6, 9 και 12 της θεραπείας και στη συνέχεια περιοδικά (ελλείψει κλινικών συμπτωμάτων)
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Ηπατικά ένζυμα gastroenterologyΗπατική λειτουργία Όταν εμφανιστούν Ασθενείς με συμπτώματα ηπατικής δυσλειτουργίας
Γενική αίματος (CBC) bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος Πρόσφατος (δηλαδή εντός των τελευταίων 6 μηνών ή μετά τη διακοπή προηγούμενης θεραπείας για ΕΚ) και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας
Λεμφοκύτταρα bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος Πρόσφατος (δηλαδή εντός των τελευταίων 6 μηνών ή μετά τη διακοπή προηγούμενης θεραπείας για ΕΚ) και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Αρτηριακή πίεση monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία Κατά τη διάρκεια της 4ωρης περιόδου παρακολούθησης Καρδιακός ρυθμός < 50 bpm, κολποκοιλιακός αποκλεισμός δευτέρου βαθμού, ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου ή καρδιακής ανεπάρκειας
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας
Σφυγμός monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία Κατά τη διάρκεια της 4ωρης περιόδου παρακολούθησης Καρδιακός ρυθμός < 50 bpm, κολποκοιλιακός αποκλεισμός δευτέρου βαθμού, ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου ή καρδιακής ανεπάρκειας
Νευρολογική εξέταση neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος Εγκαίρως (αν αναπτυχθεί οποιαδήποτε νευρολογικά ή ψυχιατρικά σημεία/συμπτώματα, σημεία/συμπτώματα που υποδεικνύουν αύξηση της ενδοκράνιας πίεσης ή επιταχυνόμενη νευρολογική επιδείνωση) Λήψη ετρασιμόδης
Αξιολόγηση βυθού visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος Εντός 3-4 μηνών μετά την έναρξη της θεραπείας και σε οποιαδήποτε στιγμή αν εμφανιστεί αλλαγή στην όραση Χωρίς ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη, ραγοειδίτιδας ή αμφιβληστροειδοπάθειας
Αξιολόγηση ωχράς κηλίδας visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος Εντός 3-4 μηνών μετά την έναρξη της θεραπείας και σε οποιαδήποτε στιγμή αν εμφανιστεί αλλαγή στην όραση Χωρίς ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη, ραγοειδίτιδας ή αμφιβληστροειδοπάθειας
Οφθαλμολογική αξιολόγηση visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος Πριν από την έναρξη της θεραπείας και σε επαναληπτικές αξιολογήσεις κατά τη διάρκεια της θεραπείας Ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη, ραγοειδίτιδας ή αμφιβληστροειδοπάθειας
Αξιολόγηση δερματικής βλάβης dermatologyΔερματολογικός έλεγχος Εγκαίρως (αν παρατηρηθεί) Λήψη ετρασιμόδης
Κλινική εξέταση stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) Εγκαίρως (αν αναπτυχθεί οποιαδήποτε νευρολογικά ή ψυχιατρικά σημεία/συμπτώματα, σημεία/συμπτώματα που υποδεικνύουν αύξηση της ενδοκράνιας πίεσης ή επιταχυνόμενη νευρολογική επιδείνωση) Λήψη ετρασιμόδης
Κλινική παρακολούθηση stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) Αν στο τέλος της 4ωρης περιόδου: ο καρδιακός ρυθμός είναι < 45 bpm, ο καρδιακός ρυθμός είναι η χαμηλότερη τιμή μετά τη δόση, το ΗΚΓ δείχνει στοιχεία νεοεμφανιζόμενου κολποκοιλιακού αποκλεισμού δευτέρου ή υψηλότερου βαθμού, το διάστημα QTc είναι ≥ 500 msec
cardiology

ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Βραδυκαρδία cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) 4ωρη παρακολούθηση μετά την πρώτη δόση Καρδιακός ρυθμός < 50 bpm, κολποκοιλιακός αποκλεισμός δευτέρου βαθμού, ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου ή καρδιακής ανεπάρκειας
Ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) Πριν από την έναρξη της θεραπείας
Πριν και στο τέλος της 4ωρης περιόδου παρακολούθησης Καρδιακός ρυθμός < 50 bpm, κολποκοιλιακός αποκλεισμός δευτέρου βαθμού, ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου ή καρδιακής ανεπάρκειας
radiology

Απεικόνιση (CT / MRI / ακτινογραφία)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Μαγνητική τομογραφία (MRI) radiologyΑπεικονιστικός έλεγχος Εγκαίρως (αν αναπτυχθεί οποιαδήποτε νευρολογικά ή ψυχιατρικά σημεία/συμπτώματα, σημεία/συμπτώματα που υποδεικνύουν αύξηση της ενδοκράνιας πίεσης ή επιταχυνόμενη νευρολογική επιδείνωση) Λήψη ετρασιμόδης
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Σκευάσματα σε κυκλοφορία

1

Καθαρίζει (~5×t½)

≈ 6 ημέρες
Εργαλείο washout arrow_forward
science
Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →