LEVONORGESTREL
Λεβονοργεστρέλη
Αντισύλληψη, προστασία από υ- N περπλασία του ενδομητρίου κατά τη διάρκεια θεραπείας οιστρογονικής υποκατάστασης, ιδιοπαθής μηνορραγία.
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-MIRENA
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδομήτρια
- Χορήγηση: 5 χρόνια
- Δόση έναρξης: Ρυθμός αποδέσμευσης περίπου 20 μg/24 ώρες αρχικά, μειώνεται σε 10 μg/24 ώρες μετά από 5 χρόνια. Μέσος ρυθμός αποδέσμευσης περίπου 14 μg/24 ώρες.
- Τιτλοποίηση: Δεν εφαρμόζεται
-
Γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίαςΕισαγωγή εντός 7 ημερών από την έναρξη της εμμήνου ρύσης. Μπορεί να αντικατασταθεί οποιαδήποτε στιγμή. Εισαγωγή αμέσως μετά από διακοπή κύησης στο πρώτο τρίμηνο. Εισαγωγή μετά τον τοκετό αναβάλλεται έως ότου η μήτρα επανέλθει πλήρως, όχι νωρίτερα από 6 εβδομάδες (έως 12 εβδομάδες εάν καθυστερεί η επάνοδος). Αφαίρεση μετά από 5 χρόνια ή αντικατάσταση με νέο.
-
Γυναίκες που λαμβάνουν θεραπεία ορμονικής υποκατάστασηςΜπορεί να χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με οιστρογονικά σκευάσματα από του στόματος ή διαδερμικής χρήσης, που δεν περιέχουν προγεσταγόνα. Εισαγωγή οποιαδήποτε στιγμή στις αμηνορροϊκές γυναίκες ή κατά τη διάρκεια των τελευταίων ημερών της εμμήνου ρύσης ή της αιμορραγίας εκ διακοπής.
-
Παιδιά και έφηβοιΔεν υπάρχει σχετική ένδειξη για χρήση πριν από την εμμηναρχή.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΔεν έχει μελετηθεί σε γυναίκες άνω των 65 ετών.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΑντενδείκνυται σε γυναίκες με οξεία ηπατική νόσο ή ηπατικό όγκο.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν έχει μελετηθεί.
block
SPC-MIRENA
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Επιβεβαιωμένη κύηση ή υποψία αυτής
-
Όγκοι εξαρτώμενοι από προγεσταγόνα, π.χ. καρκίνος του μαστού
-
Τρέχουσα ή υποτροπιάζουσα φλεγμονώδης πυελική νόσος
-
Τραχηλίτιδα
-
Λοίμωξη των κατώτερων γεννητικών οργάνων
-
Επιλόχεια ενδομητρίτιδα
-
Αποβολή με επακόλουθη λοίμωξη στους τρεις προηγούμενους μήνες
-
Καταστάσεις που συνδέονται με αυξημένη ευαισθησία σε λοιμώξεις
-
Δυσπλασία του τραχήλου
-
Καρκίνος της μήτρας ή του τραχήλου
-
Αδιάγνωστη μη φυσιολογική αιμορραγία της μήτρας
-
Συγγενής ή επίκτητη ανωμαλία της μήτρας, συμπεριλαμβανομένων των ινομυωμάτων, εφόσον αυτά παραμορφώνουν την κοιλότητα της μήτρας
-
Οξεία ηπατική νόσος ή ηπατικός όγκος
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα
warning
SPC-MIRENA
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Θεραπεία Ορμονικής ΥποκατάστασηςΧρησιμοποιήστε το Mirena σε συνδυασμό με ένα οιστρογόνο για θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης. Σε περίπτωση που το Mirena χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με οιστρογόνο για θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης, ισχύουν επίσης και θα πρέπει να εφαρμόζονται οι πληροφορίες ασφάλειας του οιστρογόνου.
-
Καταστάσεις που απαιτούν προσοχήΤο Mirena μπορεί να χρησιμοποιείται με προσοχή, κατόπιν συμβουλής ειδικού, ή θα πρέπει να αντιμετωπίζεται το ενδεχόμενο αφαίρεσης του εξαρτήματος εάν υπάρχουν ή εμφανιστούν για πρώτη φορά οι ακόλουθες καταστάσεις: ημικρανία, εστιακή ημικρανία με ασύμμετρη απώλεια της όρασης ή άλλα συμπτώματα, ενδεικτικά παροδικής εγκεφαλικής ισχαιμίας, εξαιρετικά σοβαρή κεφαλαλγία, ίκτερος, σημαντική αύξηση στην αρτηριακή πίεση, σοβαρή αρτηριακή νόσος, όπως αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή έμφραγμα του μυοκαρδίου, οξεία φλεβική θρομβοεμβολή.
-
Καρδιακή ΝόσοςΤο Mirena μπορεί να χρησιμοποιηθεί με προσοχή σε γυναίκες με συγγενή καρδιακή νόσο ή βαλβιδοπάθεια που βρίσκονται σε κίνδυνο λοιμώδους ενδοκαρδίτιδας. Στις γυναίκες αυτές πρέπει να χορηγείται προφυλακτική αγωγή με αντιβιοτικά κατά την εισαγωγή ή αφαίρεση του ενδομήτριου εξαρτήματος.
-
Διαταραχές ΜεταβολισμούΗ χαμηλή δόση λεβονοργεστρέλης μπορεί να επηρεάσει την ανοχή στη γλυκόζη. Επομένως, στις διαβητικές γυναίκες που φέρουν το ενδομήτριο εξάρτημα Mirena, πρέπει να παρακολουθείται η συγκέντρωση της γλυκόζης στο αίμα, παρόλο που δεν υπάρχει γενικά ανάγκη να τροποποιηθεί η θεραπευτική δοσολογία.
-
Ακανόνιστες ΑιμορραγίεςΟι ακανόνιστες αιμορραγίες μπορεί να συγκαλύπτουν ορισμένα συμπτώματα και σημεία πολύποδα ή καρκίνου του ενδομητρίου και σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να λαμβάνονται υπόψη διαγνωστικά μέτρα.
-
Ειδικός ΠληθυσμόςΤο Mirena δεν αποτελεί μέθοδο πρώτης επιλογής σε νέες άτοκες γυναίκες, ούτε σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με προχωρημένη ατροφία της μήτρας.
-
Ιατρική Εξέταση/ΣυμβουλήΠριν από την τοποθέτηση του εξαρτήματος Mirena, η ασθενής πρέπει να πληροφορηθεί σχετικά με την αποτελεσματικότητα, τους κινδύνους συμπεριλαμβανομένων των σημείων και των συμπτωμάτων των κινδύνων αυτών, όπως περιγράφονται στο Φύλλο Οδηγιών Χρήσης, και τις ανεπιθύμητες ενέργειες. Πρέπει να διενεργηθεί φυσική εξέταση, περιλαμβάνοντας εξέταση των μαστών και των οργάνων της πυέλου, και να ληφθεί τραχηλικό επίχρισμα. Πρέπει επίσης να αποκλεισθεί η εγκυμοσύνη και τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα και να θεραπευθούν επιτυχώς τυχόν λοιμώξεις των γεννητικών οργάνων. Πρέπει να προσδιορισθεί η θέση της μήτρας και το μέγεθος της κοιλότητας της μήτρας. Είναι πολύ σημαντική η σωστή τοποθέτηση του Mirena στον πυθμένα της μήτρας, ώστε να υπάρχει ομοιόμορφη έκθεση του ενδομητρίου στο προγεσταγόνο, να προλαμβάνεται η αποβολή του εξαρτήματος και να μεγιστοποιείται η αποτελεσματικότητα. Για αυτό το λόγο πρέπει να τηρηθούν προσεκτικά οι οδηγίες για την εισαγωγή του εξαρτήματος. Λόγω του ότι η τεχνική εισαγωγής είναι διαφορετική από άλλες ενδομήτριες συσκευές, ιδιαίτερη έμφαση θα πρέπει να δίνεται στην εκπαίδευση για τη σωστή τεχνική εισαγωγής. Η εισαγωγή/τοποθέτηση και η αφαίρεση μπορεί να συνοδεύονται από κάποιο πόνο και αιμορραγία. Η διαδικασία μπορεί να επιφέρει λιποθυμία ως αγγειονευρική αντίδραση ή σπασμό σε επιληπτική ασθενή. Η γυναίκα πρέπει να επανεξετάζεται 4 με 12 εβδομάδες μετά την εισαγωγή του εξαρτήματος και στη συνέχεια μια φορά ετησίως ή συχνότερα, εάν υπάρχει κλινική ένδειξη.
-
Επείγουσα ΑντισύλληψηΤο Mirena ενδέχεται να μην είναι κατάλληλο για επείγουσα αντισύλληψη.
-
Παθολογική Κατάσταση ΕνδομητρίουΣυνιστάται να αποκλείεται μία παθολογική κατάσταση του ενδομητρίου πριν από την εισαγωγή του Mirena, διότι κατά τους πρώτους μήνες της θεραπείας είναι συνήθης η εμφάνιση ακανόνιστης αιμορραγίας ή κηλίδων αίματος. Εάν σε μία γυναίκα έχει ήδη τοποθετηθεί το Mirena για αντισυλληπτική χρήση και μετά συνεχίζεται η χρήση του, πρέπει να αποκλείεται μία παθολογική κατάσταση του ενδομητρίου όταν εμφανίζονται διαταραχές στην αιμορραγία μετά την έναρξη θεραπείας οιστρογονικής υποκατάστασης. Εάν εμφανιστούν διαταραχές στην αιμορραγία/εμμηνορρυσία σε μακρόχρονη θεραπεία, πρέπει να ληφθούν επίσης κατάλληλα διαγνωστικά μέτρα.
-
Ολιγομηνόρροια-ΑμηνόρροιαΠερίπου στο 57% και 16%, αντίστοιχα, των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας που χρησιμοποιούν το Mirena εμφανίζεται προοδευτικά ολιγομηνόρροια και αμηνόρροια. Το ενδεχόμενο εγκυμοσύνης πρέπει να ληφθεί υπόψη στην περίπτωση που η περίοδος δεν εμφανισθεί μέσα σε διάστημα 6 εβδομάδων από την έναρξη της προηγούμενης περιόδου. Σε γυναίκες με αμηνόρροια δεν είναι απαραίτητα επαναλαμβανόμενα τεστ εγκυμοσύνης, εκτός αν επιβάλλεται από την εμφάνιση άλλων ενδείξεων εγκυμοσύνης. Όταν το Mirena χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με συνεχή θεραπεία οιστρογονικής υποκατάστασης, στις περισσότερες γυναίκες εμφανίζεται σταδιακά μέσα στον πρώτο χρόνο αμηνόρροια.
-
Πυελική ΛοίμωξηΟ σωλήνας εισαγωγής προστατεύει το ενδομήτριο εξάρτημα Mirena από επιμόλυνση από μικροοργανισμούς κατά τη διάρκεια της εισαγωγής και ο εισαγωγέας του Mirena έχει σχεδιαστεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος λοίμωξης. Σε γυναίκες που φέρουν ενδομήτριο εξάρτημα από χαλκό, το μεγαλύτερο ποσοστό πυελικών λοιμώξεων παρατηρείται στη διάρκεια του πρώτου μήνα μετά την εισαγωγή, και στη συνέχεια μειώνεται. Μερικές μελέτες δείχνουν ότι το ποσοστό πυελικής λοίμωξης σε γυναίκες που φέρουν ενδομήτριο εξάρτημα Mirena είναι χαμηλότερο, σε σύγκριση με εκείνες που φέρουν ενδομήτριες συσκευές χαλκού. Γνωστοί παράγοντες κινδύνου για φλεγμονώδη πυελική νόσο είναι οι πολλαπλοί ερωτικοί σύντροφοι. Οι πυελικές λοιμώξεις μπορεί να έχουν σοβαρές συνέπειες, να βλάψουν τη γονιμότητα και να αυξήσουν τον κίνδυνο μίας έκτοπης κύησης. Όπως και με άλλες γυναικολογικές ή χειρουργικές διαδικασίες, σοβαρή λοίμωξη ή σήψη (συμπεριλαμβανομένης και της στρεπτοκοκκικής σήψης ομάδας Α) μπορεί να εμφανιστεί μετά την εισαγωγή ενδομήτριου εξαρτήματος, παρόλο που αυτό είναι εξαιρετικά σπάνιο. Το εξάρτημα πρέπει να αφαιρεθεί αν η γυναίκα εμφανίζει υποτροπιάζουσα ενδομητρίτιδα ή πυελικές λοιμώξεις ή στην περίπτωση που μία οξεία λοίμωξη είναι σοβαρή ή δεν ανταποκριθεί στη θεραπεία μέσα σε διάστημα μερικών ημερών. Συνιστώνται βακτηριολογικές εξετάσεις και παρακολούθηση, ακόμη και όταν εμφανίζονται ελαφρά συμπτώματα, ενδεικτικά για μία λοίμωξη.
-
Αποβολή του ΕξαρτήματοςΤα συμπτώματα της μερικής ή της ολικής αποβολής οποιουδήποτε ενδομήτριου εξαρτήματος ενδέχεται να περιλαμβάνουν αιμορραγία ή πόνο. Ωστόσο, το εξάρτημα μπορεί να αποβληθεί από την κοιλότητα της μήτρας χωρίς η γυναίκα να το αντιληφθεί με αποτέλεσμα να χαθεί η αντισυλληπτική προστασία. Η μερική αποβολή μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα του εξαρτήματος. Δεδομένου ότι το ενδομήτριο εξάρτημα Mirena μειώνει την ποσότητα του αίματος που εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της εμμήνου ρύσης, η αύξηση της ποσότητας του αίματος μπορεί να αποτελεί ένδειξη αποβολής του εξαρτήματος. Όταν ένα εξάρτημα έχει μετατοπιστεί, πρέπει να αφαιρείται. Ένα νέο εξάρτημα μπορεί να τοποθετηθεί εκείνη τη στιγμή. Η γυναίκα πρέπει να ενημερώνεται πώς να ελέγχει τα νήματα του Mirena.
-
ΔιάτρησηH διάτρηση ή διαπέραση του σώματος της μήτρας ή του τραχήλου από ένα ενδομήτριο εξάρτημα μπορεί να συμβεί, συνήθως κατά την εισαγωγή του εξαρτήματος, παρόλο που μπορεί να μην ανιχνευθεί μέχρι κάποια στιγμή αργότερα, και μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα του Mirena. Σε αυτές τις περιπτώσεις, πρέπει να αφαιρείται το εξάρτημα. Ενδέχεται να χρειαστεί χειρουργική επέμβαση. Σε μία μεγάλη προοπτική συγκριτική μη παρεμβατική μελέτη κοόρτης σε χρήστριες ενδομήτριας συσκευής (N = 61.448 γυναίκες), η συχνότητα εμφάνισης της διάτρησης ήταν 1,3 (95% CI: 1,1 - 1,6) ανά 1000 εισαγωγές σε ολόκληρη την ομάδα μελέτης, 1,4 (95% CI: 1,1 - 1,8) ανά 1000 εισαγωγές στην ομάδα του Mirena και 1,1 (95% CI: 0,7 - 1,6) ανά 1000 εισαγωγές στην ομάδα ενδομήτριας συσκευής χαλκού. Η μελέτη έδειξε πως τόσο ο θηλασμός κατά τη στιγμή της εισαγωγής όσο και η εισαγωγή έως 36 εβδομάδες μετά τον τοκετό συσχετίστηκαν με αυξημένο κίνδυνο διάτρησης (βλ. Πίνακα 1). Αυτοί οι παράγοντες κινδύνου ήταν ανεξάρτητοι από τον τύπο της ενδομήτριας συσκευής που εισήχθη. Πίνακας 1: Συχνότητα διάτρησης ανά 1000 εισαγωγές για ολόκληρη την ομάδα μελέτη, χωρισμένη ανά θηλασμό και χρόνο από τον τοκετό κατά την εισαγωγή (γυναίκες που έχουν γεννήσει) Ο κίνδυνος διάτρησης ενδέχεται να είναι αυξημένος σε γυναίκες με οπίσθια κάμψη της μήτρας. Μετά την εισαγωγή θα πρέπει να ακολουθήσει επανεξέταση η οποία να ακολουθεί την καθοδήγηση υπό τον τίτλο «Ιατρική εξέταση/συμβουλή», που μπορεί να προσαρμοστεί όπως ενδείκνυται κλινικά στις γυναίκες με παράγοντες κινδύνου για διάτρηση.
-
Καρκίνος του ΜαστούΜία μετα-ανάλυση από 54 επιδημιολογικές μελέτες έδειξε ότι υπάρχει ένας ελαφρώς αυξημένος κίνδυνος (RR=1.24) καρκίνου του μαστού σε γυναίκες, οι οποίες χρησιμοποιούν από του στόματος συνδυασμένα αντισυλληπτικά, κυρίως με χρήση σκευασμάτων οιστρογόνων-προγεσταγόνων. Ο αυξημένος κίνδυνος απαλείφεται σταδιακά κατά τη διάρκεια των 10 ετών μετά την παύση χρήσης από του στόματος συνδυασμένων αντισυλληπτικών. Λόγω του ότι ο καρκίνος του μαστού είναι σπάνιος σε γυναίκες κάτω των 40 ετών, ο κίνδυνος καρκίνου του μαστού σε γυναίκες που λαμβάνουν ή λάμβαναν προσφάτως από του στόματος συνδυασμένα αντισυλληπτικά είναι μικρός, σε σύγκριση με το συνολικό κίνδυνο καρκίνου του μαστού. Ο κίνδυνος καρκίνου του μαστού σε χρήστριες που χρησιμοποιούν χάπι που περιέχει μόνο προγεσταγόνο είναι πιθανώς παρόμοιου εύρους με αυτόν που σχετίζεται με τα από του στόματος συνδυασμένα αντισυλληπτικά. Εντούτοις, στα σκευάσματα που περιέχουν μόνο προγεσταγόνα, τα στοιχεία προέρχονται από πολύ μικρότερες πληθυσμιακές ομάδες χρηστριών και συνεπώς είναι λιγότερο συμπερασματικά από αυτά των από του στόματος συνδυασμένων αντισυλληπτικών.
-
Κίνδυνος στις Μετεμμηνοπαυσιακές ΓυναίκεςΟ κίνδυνος για καρκίνο του μαστού είναι αυξημένος στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που χρησιμοποιούν συστημική (π.χ. από στόματος ή διαδερμική) θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης (ΘΟΥ). Ο κίνδυνος είναι υψηλότερος με συνδυασμένη ΘΟΥ οιστρογόνου-προγεσταγόνου από ότι με ΘΟΥ μόνο με οιστρογόνο. Θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη και οι πληροφορίες του προϊόντος του οιστρογονικού συστατικού της θεραπείας για επιπρόσθετες πληροφορίες.
-
Εξωμήτρια ΚύησηΟι γυναίκες με προηγούμενο ιστορικό εξωμήτριας κύησης, χειρουργικής επέμβασης στις σάλπιγγες ή πυελικής λοίμωξης βρίσκονται σε υψηλότερο κίνδυνο εξωμήτριας κύησης. Το ενδεχόμενο εξωμήτριας κύησης θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στην περίπτωση πόνου στην κάτω κοιλιακή χώρα - ειδικά σε συνδυασμό με απουσία εμμήνου ρύσης ή όταν μία γυναίκα με αμηνόρροια αρχίσει να αιμορραγεί. Ο απόλυτος κίνδυνος εξωμήτριας κύησης με τις χρήστριες του Mirena είναι χαμηλός λόγω της συνολικά μειωμένης πιθανότητας κύησης σε χρήστριες Mirena σε σύγκριση με μη χρήστριες αντισύλληψης. Σε μία μεγάλη προοπτική συγκριτική μη παρεμβατική μελέτη κοόρτης με χρόνο παρατήρησης ενός έτους, η συχνότητα για εξωμήτρια κύηση με το Mirena ήταν 0,02%. Σε κλινικές μελέτες, η απόλυτη συχνότητα εξωμήτριας κύησης με το Mirena ήταν περίπου 0,1% ανά χρόνο, συγκριτικά με 0,3-0,5% ανά χρόνο σε γυναίκες που δεν χρησιμοποιούν καμία αντισύλληψη. Ωστόσο, εάν μία γυναίκα μείνει έγκυος με το Mirena τοποθετημένο, ο σχετικός κίνδυνος αυτή η κύηση να είναι εξωμήτρια είναι αυξημένος.
-
Όταν Δεν Φαίνονται τα ΝήματαΕάν τα νήματα αφαίρεσης δεν φαίνονται στον τράχηλο κατά την επανεξέταση, πρέπει να αποκλείεται η εγκυμοσύνη. Είναι πιθανό να τραβηχτούν τα νήματα μέσα στη μήτρα ή στον τράχηλο και να επανεμφανιστούν κατά τη διάρκεια της επόμενης εμμηνορρυσίας. Εφόσον αποκλειστεί η κύηση, τα νήματα μπορούν συνήθως να εντοπιστούν αναζητώντας τα προσεκτικά με ένα κατάλληλο εργαλείο. Εάν δεν μπορούν να εντοπιστούν, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα αποβολής ή διάτρησης. Μπορεί να γίνει απεικόνιση με υπερήχους, ώστε να επιβεβαιωθεί η σωστή θέση του εξαρτήματος. Εάν δεν υπάρχει διαθέσιμο μηχάνημα υπερήχων ή εάν η εξέταση δεν είναι επιτυχής, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ακτινολογική μέθοδος με ακτίνες Χ ώστε να εντοπιστεί το Mirena.
-
Διογκωμένα ΩοθηλάκιαΕφόσον η αντισυλληπτική δράση του Mirena οφείλεται κυρίως στην τοπική του δράση, ωοθυλακιορρηκτικοί κύκλοι με ωοθυλακική ρήξη συνήθως εμφανίζονται σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας. Μερικές φορές η ατρησία του ωοθυλακίου καθυστερεί και η ανάπτυξη του ωοθυλακίου συνεχίζεται. Αυτά τα διογκωμένα ωοθυλάκια δεν μπορούν να διακριθούν κλινικά από τις κύστεις ωοθηκών. Κύστεις ωοθηκών έχουν αναφερθεί ως ανεπιθύμητες ενέργειες σε περίπου 7% των γυναικών που χρησιμοποιούν Mirena. Tα περισσότερα από αυτά τα ωοθυλάκια είναι ασυμπτωματικά, αν και μερικά μπορεί να συνοδεύονται από πόνο στην πύελο ή δυσπαρεύνια. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι κύστεις ωοθηκών εξαφανίζονται από μόνες τους κατά τους 2-3 μήνες παρακολούθησης. Αν αυτό δεν συμβεί, συνιστάται η συνέχιση της παρακολούθησης με υπερήχους καθώς και η εφαρμογή διαγνωστικών/θεραπευτικών μέτρων. Σπάνια μπορεί να χρειαστεί χειρουργική επέμβαση. Το Mirena περιέχει θειικό βάριο, το οποίο το καθιστά ορατό σε ακτινογραφία.
swap_horiz
SPC-MIRENA
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ουσίες που επάγουν ένζυμα μεταβολισμού φαρμάκων (π.χ. αντιεπιληπτικά όπως φαινοβαρβιτάλη, φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, και φάρμακα κατά των λοιμώξεων όπως ριφαμπικίνη, ριφαμπουτίνη, νεβιραπίνη, εφαβιρένζη)παρακολούθησηΠιθανή αύξηση του μεταβολισμού των προγεσταγόνων.ΣύστασηΗ επίδραση στην αντισυλληπτική αποτελεσματικότητα δεν θεωρείται μείζονος σημασίας λόγω του τοπικού μηχανισμού δράσης.
sick
SPC-MIRENA
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Υπερευαισθησία συμπεριλαμβανομένου εξανθήματος, κνίδωσης και αγγειοοιδήματος
- Καταθλιπτική διάθεση/Κατάθλιψη
- Κεφαλαλγία
- Ημικρανία
- Κοιλιακός/πυελικός πόνος
- Ναυτία
- Ακμή
- Δασυτρίχισμος
- Αλωπεκία
- Χλόασμα/Υπέρχρωση δέρματος
- Πόνος στην πλάτη
- Αιμορραγικές μεταβολές (αυξημένη/μειωμένη εμμηνόρροια, κηλιδώσεις, ολιγομηνόρροια, αμηνόρροια)
- Αιδοιοκολπίτιδα
- Έκκριση γεννητικών οργάνων
- Λοίμωξη της ανώτερης γεννητικής οδού
- Κύστεις ωοθηκών
- Δυσμηνόρροια
- Πόνος στους μαστούς
- Αποβολή του ενδομήτριου εξαρτήματος (πλήρης/μερική)
- Διάτρηση της μήτρας
- Αυξημένη αρτηριακή πίεση
- Σήψη (συμπεριλαμβανομένης στρεπτοκοκκικής σήψης ομάδας Α)
- Εξωμήτριος κύηση (σχετικός κίνδυνος αυξάνεται όταν συμβαίνει εγκυμοσύνη)
- Τα νήματα αφαίρεσης μπορεί να γίνουν αισθητά από τον σύντροφο κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής
- Καρκίνος του μαστού
- Πόνος κατά τη διαδικασία εισαγωγής/αφαίρεσης
- Αιμορραγία κατά τη διαδικασία εισαγωγής/αφαίρεσης
- Αγγειονευρική αντίδραση με ζάλη ή συγκοπή κατά την εισαγωγή
- Επιληπτική κρίση σε επιληπτική ασθενή κατά τη διαδικασία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΥπερευαισθησία συμπεριλαμβανομένου εξανθήματος, κνίδωσης και αγγειοοιδήματοςΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣυχνέςΚαταθλιπτική διάθεση/ΚατάθλιψηΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΗμικρανίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΚοιλιακός/πυελικός πόνοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΑκμήΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΔασυτρίχισμοςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΑλωπεκίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΧλόασμα/Υπέρχρωση δέρματοςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ συχνέςΠόνος στην πλάτηΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ συχνέςΑιμορραγικές μεταβολές (αυξημένη/μειωμένη εμμηνόρροια, κηλιδώσεις, ολιγομηνόρροια, αμηνόρροια)Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
ΣυχνέςΑιδοιοκολπίτιδαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
ΣυχνέςΈκκριση γεννητικών οργάνωνΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Όχι συχνέςΛοίμωξη της ανώτερης γεννητικής οδούΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Όχι συχνέςΚύστεις ωοθηκώνΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Όχι συχνέςΔυσμηνόρροιαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Όχι συχνέςΠόνος στους μαστούςΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Όχι συχνέςΑποβολή του ενδομήτριου εξαρτήματος (πλήρης/μερική)Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
ΣπάνιεςΔιάτρηση της μήτραςΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Όχι συχνέςΑυξημένη αρτηριακή πίεσηΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Μη γνωστέςΣήψη (συμπεριλαμβανομένης στρεπτοκοκκικής σήψης ομάδας Α)Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Μη γνωστέςΕξωμήτριος κύηση (σχετικός κίνδυνος αυξάνεται όταν συμβαίνει εγκυμοσύνη)Κύηση, λοχεία και περιγεννητικές καταστάσεις
-
Μη γνωστέςΤα νήματα αφαίρεσης μπορεί να γίνουν αισθητά από τον σύντροφο κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφήςΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΚαρκίνος του μαστούΔιαταραχές του μαστού
-
Μη γνωστέςΠόνος κατά τη διαδικασία εισαγωγής/αφαίρεσηςΔιαδικασία εισαγωγής/αφαίρεσης
-
Μη γνωστέςΑιμορραγία κατά τη διαδικασία εισαγωγής/αφαίρεσηςΔιαδικασία εισαγωγής/αφαίρεσης
-
Μη γνωστέςΑγγειονευρική αντίδραση με ζάλη ή συγκοπή κατά την εισαγωγήΔιαδικασία εισαγωγής/αφαίρεσης
-
Μη γνωστέςΕπιληπτική κρίση σε επιληπτική ασθενή κατά τη διαδικασίαΔιαδικασία εισαγωγής/αφαίρεσης
pregnant_woman
SPC-MIRENA
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΣτην περίπτωση που συμβεί εγκυμοσύνη κατά τη χρήση του Mirena , συνιστάται η αφαίρεση του εξαρτήματος, καθώς η παραμονή ου ενδομήτριου εξαρτήματος στη μήτρα μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο αποβολής και πρόωρου τοκετού. Αφαίρεση του Mirena ή καθετηριασμός της μήτρας μπορεί να οδηγήσει σε αυτόματη αποβολή. Εάν το ενδομήτριο εξάρτημα δεν μπορεί να αφαιρεθεί με ήπιους χειρισμούς, μπορεί να ληφθεί υπόψη το ενδεχόμενο διακοπής της κύησης. Αν η γυναίκα επιθυμεί τη συνέχιση της κύησης και το σύστημα δεν μπορεί να αφαιρεθεί, πρέπει να ενημερωθεί σχετικά με τους κινδύνους και το ενδεχόμενο πρόωρου τοκετού. Η πορεία μιας τέτοιας εγκυμοσύνης πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά. Επίσης, πρέπει να αποκλειστεί η εξωμήτρια κύηση. Η γυναίκα πρέπει να συμβουλεύεται να αναφέρει όλα τα συμπτώματα που υποδηλώνουν επιπλοκές στην κύηση, όπως πόνος στην κοιλιά με κράμπες που συνοδεύεται από πυρετό. Λόγω της ενδομήτριας χορήγησης και της τοπικής έκθεσης στην ορμόνη, η πιθανότητα εμφάνισης αρρενοποιητικών φαινομένων στο έμβρυο θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Λόγω της υψηλής αντισυλληπτικής αποτελεσματικότητας, η κλινική εμπειρία σχετικά με την έκβαση της εγκυμοσύνης με το ενδομήτριο εξάρτημα Mirena είναι περιορισμένη, αλλά η γυναίκα πρέπει να ενημερώνεται ότι μέχρι σήμερα, δεν υπάρχουν αποδείξεις γενετικών ανωμαλιών που να προκλήθηκαν από τη χρήση του Mirena σε περιπτώσεις που η κύηση συνεχίστηκε εις πέρας με το Mirena στη θέση του.
-
ΓαλουχίαΜε προσοχήΗ καθημερινή δόση της λεβονοργεστρέλης και οι συγκεντρώσεις της στο αίμα είναι χαμηλότερες με το Mirena από ότι με οποιοδήποτε άλλη ορμονική αντισύλληψη, παρόλο που η λεβονοργεστρέλη έχει εντοπιστεί στο μητρικό γάλα. Περίπου 0,1% της δόσης της λεβονοργεστρέλης μεταφέρεται στο βρέφος κατά τη γαλουχία. Δεν φαίνεται να υπάρχουν επιβλαβείς επιδράσεις στην ανάπτυξη του βρέφους όταν χρησιμοποιείται το Mirena μετά από έξι εβδομάδες μετά τον τοκετό. Οι μέθοδοι αντισύλληψης που περιέχουν μόνο προγεσταγόνο μόνο δεν φαίνεται να επηρεάζουν την ποσότητα ή την ποιότητα του μητρικού γάλακτος. Σπάνια έχει αναφερθεί αιμορραγία από τη μήτρα σε γυναίκες που χρησιμοποιούν το Mirena κατά τη γαλουχία. Κατά τη διάρκεια της γαλουχίας, τα ορμονικά αντισυλληπτικά δεν συνιστώνται ως μέθοδος αντισύλληψης πρώτης επιλογής και οι μέθοδοι μόνο με προγεσταγόνο είναι δεύτερης επιλογής μετά από τις μη ορμονικές αντισυλληπτικές μεθόδους.
-
ΓονιμότηταΑσφαλέςΜετά την αφαίρεση του Mirena οι γυναίκες επιστρέφουν στην κανονική τους γονιμότητα.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-MIRENA
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-MIRENA
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-MIRENA
expand_more
Δοσολογία
To Mirena εισάγεται στην κοιλότητα της μήτρας και είναι δραστικό για 5 χρόνια. Ο ρυθμός αποδέσμευσης in vivo είναι περίπου 20 μg/24 ώρες αρχικά και μειώνεται σε 10 μg/24 ώρες μετά από 5 χρόνια. Ο μέσος ρυθμός αποδέσμευσης της λεβονοργεστρέλης είναι περίπου 14 μg/24 ώρες κατά το χρονικό διάστημα έως 5 έτη. Σε γυναίκες που λαμβάνουν θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης, το Mirena μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με οιστρογονικά σκευάσματα από του στόματος ή διαδερμικής χρήσης, που δεν περιέχουν προγεσταγόνα. Όταν το Mirena έχει τοποθετηθεί σύμφωνα με τις οδηγίες εισαγωγής του, έχει ένα ποσοστό αποτυχίας περίπου 0,2% στον πρώτο χρόνο και συνολικό ποσοστό αποτυχίας περίπου 0,7% στα 5 χρόνια.
Τοποθέτηση και αφαίρεση/αντικατάσταση
Σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας, το εξάρτημα Mirena πρέπει να εισάγεται στην κοιλότητα της μήτρας σε διάστημα 7 ημερών από την έναρξη της εμμήνου ρύσης. Το εξάρτημα Mirena μπορεί να αντικατασταθεί από νέο εξάρτημα Mirena ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια του κύκλου. Το εξάρτημα μπορεί επίσης να εισαχθεί αμέσως μετά από διακοπή κυήσεως στο πρώτο τρίμηνό της. Εισαγωγές μετά τον τοκετό θα πρέπει να αναβάλλονται έως ότου η μήτρα έχει πλήρως επανέλθει, ωστόσο όχι νωρίτερα από 6 εβδομάδες μετά τον τοκετό. Εάν η μήτρα αργεί να επανέλθει, να ληφθεί υπόψη μια περίοδος αναμονής έως 12 εβδομάδες μετά τον τοκετό. Σε περίπτωση δυσκολιών στην εισαγωγή και/ή ιδιαίτερου πόνου ή αιμορραγίας κατά τη διάρκεια ή μετά την εισαγωγή, πρέπει άμεσα να γίνουν φυσική εξέταση και υπέρηχος για να αποκλειστεί η διάτρηση. Η φυσική εξέταση από μόνη της (συμπεριλαμβανομένου του ελέγχου των νημάτων) μπορεί να μην είναι επαρκής για να αποκλείσει τη μερική διάτρηση. Όταν το Mirena χρησιμοποιείται για ενδομήτρια προστασία κατά τη διάρκεια θεραπείας υποκατάστασης με οιστρογόνα, μπορεί να εισαχθεί οποιαδήποτε στιγμή στις αμηνορροϊκές γυναίκες ή κατά τη διάρκεια των τελευταίων ημερών της εμμήνου ρύσης ή της αιμορραγίας εκ διακοπής. Συστήνεται εντόνως το Mirena να εισάγεται μόνο από ιατρούς /επαγγελματίες υγείας (όπως ενδείκνυται)) που έχουν εμπειρία στις εισαγωγές με Mirena ή έχουν επαρκή εκπαίδευση για την εισαγωγή του Mirena . To Mirena αφαιρείται τραβώντας απαλά τα νήματα με τις λαβίδες. Εάν τα νήματα δεν είναι ορατά και το εξάρτημα βρίσκεται στην κοιλότητα της μήτρας, μπορεί να αφαιρεθεί χρησιμοποιώντας ένα χειρουργικό άγκιστρο. Αυτό μπορεί να απαιτεί διαστολή του τραχήλου ή άλλη χειρουργική παρέμβαση. Το εξάρτημα πρέπει να αφαιρείται μετά από 5 χρόνια. Εάν η χρήστρια επιθυμεί να συνεχίσει να χρησιμοποιεί την ίδια μέθοδο, ένα νέο εξάρτημα μπορεί να εισαχθεί την ίδια στιγμή. Εάν δεν είναι επιθυμητή η εγκυμοσύνη, η αφαίρεση πρέπει να γίνει κατά τη διάρκεια της εμμηνορρυσίας σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας, με την προϋπόθεση ότι η γυναίκα έχει έμμηνο κύκλο. Εάν το Mirena αφαιρεθεί στην μέση του κύκλου και η γυναίκα είχε σεξουαλική επαφή μέσα στην εβδομάδα πριν την αφαίρεση, διατρέχει κίνδυνο εγκυμοσύνης, εκτός εάν τοποθετηθεί ένα νέο εξάρτημα Mirena αμέσως μετά την αφαίρεση. Μετά την αφαίρεση του Mirena , το σύστημα θα πρέπει να ελέγχεται ότι είναι άθικτο. Κατά τη διάρκεια δύσκολων αφαιρέσεων, έχουν αναφερθεί μεμονωμένες περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ορμονικός κύλινδρος μετατοπίζεται πάνω στους οριζόντιους βραχίονες και τους κρύβει μαζί μέσα στο κύλινδρο. Αυτή η κατάσταση δεν απαιτεί περαιτέρω παρέμβαση από τη στιγμή που η πληρότητα του ενδομήτριου εξαρτήματος έχει διασφαλιστεί. Οι διογκώσεις των οριζόντιων βραχιόνων συνήθως εμποδίζουν την πλήρη απόσπαση του κυλίνδρου από το σώμα Τ.
Οδηγίες χρήσης και χειρισμού
Το Mirena διατίθεται σε αποστειρωμένη συσκευασία, η οποία δεν πρέπει να ανοίγεται έως τη στιγμή της τοποθέτησης. Το Mirena πρέπει να χρησιμοποιείται κάτω από άσηπτες συνθήκες. Εάν η σφραγισμένη θήκη είναι κάπου ανοιγμένη, το εξάρτημα Mirena που εσωκλείεται πρέπει να απορρίπτεται ως φαρμακευτικό απόβλητο. Επιπρόσθετες πληροφορίες για τους ειδικούς πληθυσμούς
Παιδιά και έφηβοι
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Mirena έχουν τεκμηριωθεί σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας. Δεν υπάρχει σχετική ένδειξη για χρήση του Mirena πριν από την εμμηναρχή.
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Το Mirena δεν έχει μελετηθεί σε γυναίκες άνω των 65 ετών.
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
Το Mirena αντενδείκνυται σε γυναίκες με οξεία ηπατική νόσο ή ηπατικό όγκο (βλ. παράγραφο 4.3 Αντενδείξεις).
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Το Mirena δεν έχει μελετηθεί σε γυναίκες με νεφρική δυσλειτουργία.
block
Αντενδείξεις
SPC-MIRENA
expand_more
Αντενδείξεις
- Επιβεβαιωμένη κύηση ή υποψία αυτής
- Όγκοι εξαρτώμενοι από προγεσταγόνα, π.χ. καρκίνος του μαστού
- Τρέχουσα ή υποτροπιάζουσα φλεγμονώδης πυελική νόσος
- Τραχηλίτιδα
- Λοίμωξη των κατώτερων γεννητικών οργάνων
- Επιλόχεια ενδομητρίτιδα
- Αποβολή με επακόλουθη λοίμωξη στους τρεις προηγούμενους μήνες
- Καταστάσεις που συνδέονται με αυξημένη ευαισθησία σε λοιμώξεις
- Δυσπλασία του τραχήλου
- Καρκίνος της μήτρας ή του τραχήλου
- Αδιάγνωστη μη φυσιολογική αιμορραγία της μήτρας
- Συγγενής ή επίκτητη ανωμαλία της μήτρας, συμπεριλαμβανομένων των ινομυωμάτων, εφόσον αυτά παραμορφώνουν την κοιλότητα της μήτρας
- Οξεία ηπατική νόσος ή ηπατικός όγκος
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-MIRENA
expand_more
Προειδοποιήσεις
Θεραπεία Ορμονικής Υποκατάστασης
Χρησιμοποιήστε το Mirena σε συνδυασμό με ένα οιστρογόνο για θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης. Σε περίπτωση που το Mirena χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με οιστρογόνο για θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης, ισχύουν επίσης και θα πρέπει να εφαρμόζονται οι πληροφορίες ασφάλειας του οιστρογόνου.
Καταστάσεις που απαιτούν προσοχή
Το Mirena μπορεί να χρησιμοποιείται με προσοχή, κατόπιν συμβουλής ειδικού, ή θα πρέπει να αντιμετωπίζεται το ενδεχόμενο αφαίρεσης του εξαρτήματος εάν υπάρχουν ή εμφανιστούν για πρώτη φορά οι ακόλουθες καταστάσεις:
- ημικρανία, εστιακή ημικρανία με ασύμμετρη απώλεια της όρασης ή άλλα συμπτώματα, ενδεικτικά παροδικής εγκεφαλικής ισχαιμίας
- εξαιρετικά σοβαρή κεφαλαλγία
- ίκτερος
- σημαντική αύξηση στην αρτηριακή πίεση
- σοβαρή αρτηριακή νόσος, όπως αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή έμφραγμα του μυοκαρδίου
- οξεία φλεβική θρομβοεμβολή
Καρδιακή Νόσος
Το Mirena μπορεί να χρησιμοποιηθεί με προσοχή σε γυναίκες με συγγενή καρδιακή νόσο ή βαλβιδοπάθεια που βρίσκονται σε κίνδυνο λοιμώδους ενδοκαρδίτιδας. Στις γυναίκες αυτές πρέπει να χορηγείται προφυλακτική αγωγή με αντιβιοτικά κατά την εισαγωγή ή αφαίρεση του ενδομήτριου εξαρτήματος.
Διαταραχές Μεταβολισμού
Η χαμηλή δόση λεβονοργεστρέλης μπορεί να επηρεάσει την ανοχή στη γλυκόζη. Επομένως, στις διαβητικές γυναίκες που φέρουν το ενδομήτριο εξάρτημα Mirena, πρέπει να παρακολουθείται η συγκέντρωση της γλυκόζης στο αίμα, παρόλο που δεν υπάρχει γενικά ανάγκη να τροποποιηθεί η θεραπευτική δοσολογία.
Ακανόνιστες Αιμορραγίες
Οι ακανόνιστες αιμορραγίες μπορεί να συγκαλύπτουν ορισμένα συμπτώματα και σημεία πολύποδα ή καρκίνου του ενδομητρίου και σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να λαμβάνονται υπόψη διαγνωστικά μέτρα.
Ειδικός Πληθυσμός
Το Mirena δεν αποτελεί μέθοδο πρώτης επιλογής σε νέες άτοκες γυναίκες, ούτε σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με προχωρημένη ατροφία της μήτρας.
Ιατρική Εξέταση/Συμβουλή
Πριν από την τοποθέτηση του εξαρτήματος Mirena, η ασθενής πρέπει να πληροφορηθεί σχετικά με την αποτελεσματικότητα, τους κινδύνους συμπεριλαμβανομένων των σημείων και των συμπτωμάτων των κινδύνων αυτών, όπως περιγράφονται στο Φύλλο Οδηγιών Χρήσης, και τις ανεπιθύμητες ενέργειες. Πρέπει να διενεργηθεί φυσική εξέταση, περιλαμβάνοντας εξέταση των μαστών και των οργάνων της πυέλου, και να ληφθεί τραχηλικό επίχρισμα. Πρέπει επίσης να αποκλεισθεί η εγκυμοσύνη και τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα και να θεραπευθούν επιτυχώς τυχόν λοιμώξεις των γεννητικών οργάνων. Πρέπει να προσδιορισθεί η θέση της μήτρας και το μέγεθος της κοιλότητας της μήτρας. Είναι πολύ σημαντική η σωστή τοποθέτηση του Mirena στον πυθμένα της μήτρας, ώστε να υπάρχει ομοιόμορφη έκθεση του ενδομητρίου στο προγεσταγόνο, να προλαμβάνεται η αποβολή του εξαρτήματος και να μεγιστοποιείται η αποτελεσματικότητα. Για αυτό το λόγο πρέπει να τηρηθούν προσεκτικά οι οδηγίες για την εισαγωγή του εξαρτήματος. Λόγω του ότι η τεχνική εισαγωγής είναι διαφορετική από άλλες ενδομήτριες συσκευές, ιδιαίτερη έμφαση θα πρέπει να δίνεται στην εκπαίδευση για τη σωστή τεχνική εισαγωγής. Η εισαγωγή/τοποθέτηση και η αφαίρεση μπορεί να συνοδεύονται από κάποιο πόνο και αιμορραγία. Η διαδικασία μπορεί να επιφέρει λιποθυμία ως αγγειονευρική αντίδραση ή σπασμό σε επιληπτική ασθενή. Η γυναίκα πρέπει να επανεξετάζεται 4 με 12 εβδομάδες μετά την εισαγωγή του εξαρτήματος και στη συνέχεια μια φορά ετησίως ή συχνότερα, εάν υπάρχει κλινική ένδειξη.
Επείγουσα Αντισύλληψη
Το Mirena ενδέχεται να μην είναι κατάλληλο για επείγουσα αντισύλληψη.
Παθολογική Κατάσταση Ενδομητρίου
Συνιστάται να αποκλείεται μία παθολογική κατάσταση του ενδομητρίου πριν από την εισαγωγή του Mirena, διότι κατά τους πρώτους μήνες της θεραπείας είναι συνήθης η εμφάνιση ακανόνιστης αιμορραγίας ή κηλίδων αίματος. Εάν σε μία γυναίκα έχει ήδη τοποθετηθεί το Mirena για αντισυλληπτική χρήση και μετά συνεχίζεται η χρήση του, πρέπει να αποκλείεται μία παθολογική κατάσταση του ενδομητρίου όταν εμφανίζονται διαταραχές στην αιμορραγία μετά την έναρξη θεραπείας οιστρογονικής υποκατάστασης. Εάν εμφανιστούν διαταραχές στην αιμορραγία/εμμηνορρυσία σε μακρόχρονη θεραπεία, πρέπει να ληφθούν επίσης κατάλληλα διαγνωστικά μέτρα.
Ολιγομηνόρροια-Αμηνόρροια
Περίπου στο 57% και 16%, αντίστοιχα, των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας που χρησιμοποιούν το Mirena εμφανίζεται προοδευτικά ολιγομηνόρροια και αμηνόρροια. Το ενδεχόμενο εγκυμοσύνης πρέπει να ληφθεί υπόψη στην περίπτωση που η περίοδος δεν εμφανισθεί μέσα σε διάστημα 6 εβδομάδων από την έναρξη της προηγούμενης περιόδου. Σε γυναίκες με αμηνόρροια δεν είναι απαραίτητα επαναλαμβανόμενα τεστ εγκυμοσύνης, εκτός αν επιβάλλεται από την εμφάνιση άλλων ενδείξεων εγκυμοσύνης. Όταν το Mirena χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με συνεχή θεραπεία οιστρογονικής υποκατάστασης, στις περισσότερες γυναίκες εμφανίζεται σταδιακά μέσα στον πρώτο χρόνο αμηνόρροια.
Πυελική Λοίμωξη
Ο σωλήνας εισαγωγής προστατεύει το ενδομήτριο εξάρτημα Mirena από επιμόλυνση από μικροοργανισμούς κατά τη διάρκεια της εισαγωγής και ο εισαγωγέας του Mirena έχει σχεδιαστεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος λοίμωξης. Σε γυναίκες που φέρουν ενδομήτριο εξάρτημα από χαλκό, το μεγαλύτερο ποσοστό πυελικών λοιμώξεων παρατηρείται στη διάρκεια του πρώτου μήνα μετά την εισαγωγή, και στη συνέχεια μειώνεται. Μερικές μελέτες δείχνουν ότι το ποσοστό πυελικής λοίμωξης σε γυναίκες που φέρουν ενδομήτριο εξάρτημα Mirena είναι χαμηλότερο, σε σύγκριση με εκείνες που φέρουν ενδομήτριες συσκευές χαλκού. Γνωστοί παράγοντες κινδύνου για φλεγμονώδη πυελική νόσο είναι οι πολλαπλοί ερωτικοί σύντροφοι. Οι πυελικές λοιμώξεις μπορεί να έχουν σοβαρές συνέπειες, να βλάψουν τη γονιμότητα και να αυξήσουν τον κίνδυνο μίας έκτοπης κύησης. Όπως και με άλλες γυναικολογικές ή χειρουργικές διαδικασίες, σοβαρή λοίμωξη ή σήψη (συμπεριλαμβανομένης και της στρεπτοκοκκικής σήψης ομάδας Α) μπορεί να εμφανιστεί μετά την εισαγωγή ενδομήτριου εξαρτήματος, παρόλο που αυτό είναι εξαιρετικά σπάνιο. Το εξάρτημα πρέπει να αφαιρεθεί αν η γυναίκα εμφανίζει υποτροπιάζουσα ενδομητρίτιδα ή πυελικές λοιμώξεις ή στην περίπτωση που μία οξεία λοίμωξη είναι σοβαρή ή δεν ανταποκριθεί στη θεραπεία μέσα σε διάστημα μερικών ημερών. Συνιστώνται βακτηριολογικές εξετάσεις και παρακολούθηση, ακόμη και όταν εμφανίζονται ελαφρά συμπτώματα, ενδεικτικά για μία λοίμωξη.
Αποβολή του Εξαρτήματος
Τα συμπτώματα της μερικής ή της ολικής αποβολής οποιουδήποτε ενδομήτριου εξαρτήματος ενδέχεται να περιλαμβάνουν αιμορραγία ή πόνο. Ωστόσο, το εξάρτημα μπορεί να αποβληθεί από την κοιλότητα της μήτρας χωρίς η γυναίκα να το αντιληφθεί με αποτέλεσμα να χαθεί η αντισυλληπτική προστασία. Η μερική αποβολή μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα του εξαρτήματος. Δεδομένου ότι το ενδομήτριο εξάρτημα Mirena μειώνει την ποσότητα του αίματος που εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της εμμήνου ρύσης, η αύξηση της ποσότητας του αίματος μπορεί να αποτελεί ένδειξη αποβολής του εξαρτήματος. Όταν ένα εξάρτημα έχει μετατοπιστεί, πρέπει να αφαιρείται. Ένα νέο εξάρτημα μπορεί να τοποθετηθεί εκείνη τη στιγμή. Η γυναίκα πρέπει να ενημερώνεται πώς να ελέγχει τα νήματα του Mirena.
Διάτρηση
H διάτρηση ή διαπέραση του σώματος της μήτρας ή του τραχήλου από ένα ενδομήτριο εξάρτημα μπορεί να συμβεί, συνήθως κατά την εισαγωγή του εξαρτήματος, παρόλο που μπορεί να μην ανιχνευθεί μέχρι κάποια στιγμή αργότερα, και μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα του Mirena. Σε αυτές τις περιπτώσεις, πρέπει να αφαιρείται το εξάρτημα. Ενδέχεται να χρειαστεί χειρουργική επέμβαση. Σε μία μεγάλη προοπτική συγκριτική μη παρεμβατική μελέτη κοόρτης σε χρήστριες ενδομήτριας συσκευής (N = 61.448 γυναίκες), η συχνότητα εμφάνισης της διάτρησης ήταν 1,3 (95% CI: 1,1 - 1,6) ανά 1000 εισαγωγές σε ολόκληρη την ομάδα μελέτης, 1,4 (95% CI: 1,1 - 1,8) ανά 1000 εισαγωγές στην ομάδα του Mirena και 1,1 (95% CI: 0,7 - 1,6) ανά 1000 εισαγωγές στην ομάδα ενδομήτριας συσκευής χαλκού. Η μελέτη έδειξε πως τόσο ο θηλασμός κατά τη στιγμή της εισαγωγής όσο και η εισαγωγή έως 36 εβδομάδες μετά τον τοκετό συσχετίστηκαν με αυξημένο κίνδυνο διάτρησης (βλ. Πίνακα 1). Αυτοί οι παράγοντες κινδύνου ήταν ανεξάρτητοι από τον τύπο της ενδομήτριας συσκευής που εισήχθη. Πίνακας 1: Συχνότητα διάτρησης ανά 1000 εισαγωγές για ολόκληρη την ομάδα μελέτη, χωρισμένη ανά θηλασμό και χρόνο από τον τοκετό κατά την εισαγωγή (γυναίκες που έχουν γεννήσει)
| Θηλασμός κατά τη διάρκεια της εισαγωγής | Όχι θηλασμός κατά τη διάρκεια της εισαγωγής |
|---|---|
| Εισαγωγή ≤ 36 εβδομάδες μετά τον τοκετό | 5,6 (95% CI 3,9-7,9; n=6047 εισαγωγές) |
| Εισαγωγή > 36 εβδομάδες μετά τον τοκετό | 1,6 (95% CI 0,0-9,1; n=608 εισαγωγές) |
Ο κίνδυνος διάτρησης ενδέχεται να είναι αυξημένος σε γυναίκες με οπίσθια κάμψη της μήτρας. Μετά την εισαγωγή θα πρέπει να ακολουθήσει επανεξέταση η οποία να ακολουθεί την καθοδήγηση υπό τον τίτλο «Ιατρική εξέταση/συμβουλή», που μπορεί να προσαρμοστεί όπως ενδείκνυται κλινικά στις γυναίκες με παράγοντες κινδύνου για διάτρηση.
Καρκίνος του Μαστού
Μία μετα-ανάλυση από 54 επιδημιολογικές μελέτες έδειξε ότι υπάρχει ένας ελαφρώς αυξημένος κίνδυνος (RR=1.24) καρκίνου του μαστού σε γυναίκες, οι οποίες χρησιμοποιούν από του στόματος συνδυασμένα αντισυλληπτικά, κυρίως με χρήση σκευασμάτων οιστρογόνων-προγεσταγόνων. Ο αυξημένος κίνδυνος απαλείφεται σταδιακά κατά τη διάρκεια των 10 ετών μετά την παύση χρήσης από του στόματος συνδυασμένων αντισυλληπτικών. Λόγω του ότι ο καρκίνος του μαστού είναι σπάνιος σε γυναίκες κάτω των 40 ετών, ο κίνδυνος καρκίνου του μαστού σε γυναίκες που λαμβάνουν ή λάμβαναν προσφάτως από του στόματος συνδυασμένα αντισυλληπτικά είναι μικρός, σε σύγκριση με το συνολικό κίνδυνο καρκίνου του μαστού. Ο κίνδυνος καρκίνου του μαστού σε χρήστριες που χρησιμοποιούν χάπι που περιέχει μόνο προγεσταγόνο είναι πιθανώς παρόμοιου εύρους με αυτόν που σχετίζεται με τα από του στόματος συνδυασμένα αντισυλληπτικά. Εντούτοις, στα σκευάσματα που περιέχουν μόνο προγεσταγόνα, τα στοιχεία προέρχονται από πολύ μικρότερες πληθυσμιακές ομάδες χρηστριών και συνεπώς είναι λιγότερο συμπερασματικά από αυτά των από του στόματος συνδυασμένων αντισυλληπτικών.
Κίνδυνος στις Μετεμμηνοπαυσιακές Γυναίκες
Ο κίνδυνος για καρκίνο του μαστού είναι αυξημένος στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που χρησιμοποιούν συστημική (π.χ. από στόματος ή διαδερμική) θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης (ΘΟΥ). Ο κίνδυνος είναι υψηλότερος με συνδυασμένη ΘΟΥ οιστρογόνου-προγεσταγόνου από ότι με ΘΟΥ μόνο με οιστρογόνο. Θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη και οι πληροφορίες του προϊόντος του οιστρογονικού συστατικού της θεραπείας για επιπρόσθετες πληροφορίες.
Εξωμήτρια Κύηση
Οι γυναίκες με προηγούμενο ιστορικό εξωμήτριας κύησης, χειρουργικής επέμβασης στις σάλπιγγες ή πυελικής λοίμωξης βρίσκονται σε υψηλότερο κίνδυνο εξωμήτριας κύησης. Το ενδεχόμενο εξωμήτριας κύησης θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στην περίπτωση πόνου στην κάτω κοιλιακή χώρα - ειδικά σε συνδυασμό με απουσία εμμήνου ρύσης ή όταν μία γυναίκα με αμηνόρροια αρχίσει να αιμορραγεί. Ο απόλυτος κίνδυνος εξωμήτριας κύησης με τις χρήστριες του Mirena είναι χαμηλός λόγω της συνολικά μειωμένης πιθανότητας κύησης σε χρήστριες Mirena σε σύγκριση με μη χρήστριες αντισύλληψης. Σε μία μεγάλη προοπτική συγκριτική μη παρεμβατική μελέτη κοόρτης με χρόνο παρατήρησης ενός έτους, η συχνότητα για εξωμήτρια κύηση με το Mirena ήταν 0,02%. Σε κλινικές μελέτες, η απόλυτη συχνότητα εξωμήτριας κύησης με το Mirena ήταν περίπου 0,1% ανά χρόνο, συγκριτικά με 0,3-0,5% ανά χρόνο σε γυναίκες που δεν χρησιμοποιούν καμία αντισύλληψη. Ωστόσο, εάν μία γυναίκα μείνει έγκυος με το Mirena τοποθετημένο, ο σχετικός κίνδυνος αυτή η κύηση να είναι εξωμήτρια είναι αυξημένος.
Όταν Δεν Φαίνονται τα Νήματα
Εάν τα νήματα αφαίρεσης δεν φαίνονται στον τράχηλο κατά την επανεξέταση, πρέπει να αποκλείεται η εγκυμοσύνη. Είναι πιθανό να τραβηχτούν τα νήματα μέσα στη μήτρα ή στον τράχηλο και να επανεμφανιστούν κατά τη διάρκεια της επόμενης εμμηνορρυσίας. Εφόσον αποκλειστεί η κύηση, τα νήματα μπορούν συνήθως να εντοπιστούν αναζητώντας τα προσεκτικά με ένα κατάλληλο εργαλείο. Εάν δεν μπορούν να εντοπιστούν, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα αποβολής ή διάτρησης. Μπορεί να γίνει απεικόνιση με υπερήχους, ώστε να επιβεβαιωθεί η σωστή θέση του εξαρτήματος. Εάν δεν υπάρχει διαθέσιμο μηχάνημα υπερήχων ή εάν η εξέταση δεν είναι επιτυχής, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ακτινολογική μέθοδος με ακτίνες Χ ώστε να εντοπιστεί το Mirena.
Διογκωμένα Ωοθηλάκια
Εφόσον η αντισυλληπτική δράση του Mirena οφείλεται κυρίως στην τοπική του δράση, ωοθυλακιορρηκτικοί κύκλοι με ωοθυλακική ρήξη συνήθως εμφανίζονται σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας. Μερικές φορές η ατρησία του ωοθυλακίου καθυστερεί και η ανάπτυξη του ωοθυλακίου συνεχίζεται. Αυτά τα διογκωμένα ωοθυλάκια δεν μπορούν να διακριθούν κλινικά από τις κύστεις ωοθηκών. Κύστεις ωοθηκών έχουν αναφερθεί ως ανεπιθύμητες ενέργειες σε περίπου 7% των γυναικών που χρησιμοποιούν Mirena. Tα περισσότερα από αυτά τα ωοθυλάκια είναι ασυμπτωματικά, αν και μερικά μπορεί να συνοδεύονται από πόνο στην πύελο ή δυσπαρεύνια. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι κύστεις ωοθηκών εξαφανίζονται από μόνες τους κατά τους 2-3 μήνες παρακολούθησης. Αν αυτό δεν συμβεί, συνιστάται η συνέχιση της παρακολούθησης με υπερήχους καθώς και η εφαρμογή διαγνωστικών/θεραπευτικών μέτρων. Σπάνια μπορεί να χρειαστεί χειρουργική επέμβαση. Το Mirena περιέχει θειικό βάριο, το οποίο το καθιστά ορατό σε ακτινογραφία.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-MIRENA
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-MIRENA
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Η πλειοψηφία των γυναικών παρουσιάζουν μεταβολές στο σχήμα της εμμηνορρυσίας μετά την εισαγωγή του Mirena . Κατά τη διάρκεια των πρώτων 90 ημερών, παρατεταμένη αιμορραγία παρουσιάζεται σε 22% και ακανόνιστη αιμορραγία σε 67% των γυναικών μετά από την μετεμμηνορρυσιακή εισαγωγή του Mirena , με μείωση σε 3% και 19% στο τέλος του πρώτου χρόνου χρήσης, αντίστοιχα. Ταυτόχρονα, παρουσιάζεται αμηνόρροια σε 0% των γυναικών και μη συχνή αιμορραγία σε 11% κατά τις πρώτες 90 ημέρες, με αύξηση σε 16% και 57% στο τέλος του πρώτου χρόνου χρήσης, αντίστοιχα. Όταν το Mirena χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με συνεχή θεραπεία οιστρογονικής υποκατάστασης, στις περισσότερες γυναίκες εμφανίζεται σταδιακά αμηνόρροια μέσα στον πρώτο χρόνο.
Πίνακας με τις ανεπιθύμητες ενέργειες
| γνωστές | |||||
|---|---|---|---|---|---|
| Διαταραχές του | |||||
| ανοσοποιητικού | |||||
| συστήματος | |||||
| Υπερευαισθησία | |||||
| συμπεριλαμβανομένου | |||||
| εξανθήματος, κνίδωσης | |||||
| και | |||||
| αγγειοοιδήματος | |||||
| Ψυχιατρικές | |||||
| διαταραχές | |||||
| Καταθλιπτική | |||||
| διάθεση/Κατάθλιψη | |||||
| Διαταραχές του | |||||
| νευρικού | |||||
| συστήματος | |||||
| Κεφαλαλγία | |||||
| Ημικρανία | |||||
| Διαταραχές του | |||||
| γαστρεντερικού | |||||
| Κοιλιακός/πυελικός | |||||
| πόνος | |||||
| Ναυτία | |||||
| Διαταραχές του | |||||
| δέρματος και | |||||
| του υποδόριου | |||||
| ιστού | |||||
| Ακμή | |||||
| Δασυτρίχισμος | |||||
| Αλωπεκία | |||||
| Χλόασμα/Υπέρχρωση | |||||
| δέρματος | |||||
| Διαταραχές του | |||||
| μυοσκελετικού | |||||
| συστήματος και | |||||
| του συνδετικού | |||||
| ιστού | |||||
| Πόνος | |||||
| στην πλάτη** | |||||
| Διαταραχές του | |||||
| αναπαραγωγικού | |||||
| συστήματος | |||||
| και του μαστού | |||||
| Αιμορραγικές | |||||
| μεταβολές | |||||
| (αυξημένη/μειωμένη | |||||
| εμμηνόρροια, | |||||
| κηλιδώσεις, | |||||
| ολιγομηνόρροια, | |||||
| αμηνόρροια) | |||||
| Αιδοιοκολπίτιδα* | |||||
| Έκκριση | |||||
| γεννητικών | |||||
| οργάνων* | |||||
| Λοίμωξη | |||||
| της | |||||
| ανώτερης | |||||
| γεννητικής | |||||
| οδού, | |||||
| Κύστεις | |||||
| ωοθηκών, | |||||
| Δυσμηνόρροια, | |||||
| Πόνος | |||||
| στους | |||||
| μαστούς**, | |||||
| Αποβολή | |||||
| του | |||||
| ενδομήτριου | |||||
| εξαρτήματος | |||||
| (πλήρης/μερική) | |||||
| Διάτρηση | |||||
| της | |||||
| μήτρας** | |||||
| Παρακλινικές | |||||
| εξετάσεις | |||||
| Αυξημένη | |||||
| αρτηριακή | |||||
| πίεση | |||||
| Ο πιο ενδεδειγμένος όρος κατά MedDRA έχει χρησιμοποιηθεί ώστε να | |||||
| περιγραφεί μια συγκεκριμένη αντίδραση και τα συνώνυμά της και οι | |||||
| σχετιζόμενες καταστάσεις. | |||||
| *Δοκιμές προστασίας του ενδομητρίου: «συχνές» | |||||
| **Δοκιμές προστασίας του ενδομητρίου: «πολύ συχνές» | |||||
| *** Η συχνότητα αυτή βασίζεται σε κλινικές μελέτες εξαιρουμένων των γυναικών που θηλάζουν. Σε μία | |||||
| μεγάλη προοπτική συγκριτική μη παρεμβατική μελέτη κοόρτης σε χρήστριες ενδομήτριων συσκευών, η συχνότητα διάτρησης σε γυναίκες που θήλαζαν ή είχαν μία εισαγωγή έως 36 εβδομάδες μετά τον τοκετό ήταν «όχι συχνή» (βλ. παράγραφο 4.4). | |||||
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | |||||
| Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις σήψης (συμπεριλαμβανομένης και της | |||||
| στρεπτοκοκκικής σήψης ομάδας Α) μετά την εισαγωγή ενδομήτριου | |||||
| εξαρτήματος (βλ. παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και | |||||
| προφυλάξεις κατά τη χρήση). | |||||
| Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών | |||||
| Κύηση, λοχεία και περιγεννητικές καταστάσεις: | |||||
| Όταν μια γυναίκα μένει έγκυος έχοντας ήδη τοποθετήσει το Mirena | |||||
| , ο | |||||
| σχετικός κίνδυνος εξωμήτριας κύησης αυξάνεται. | |||||
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος: | |||||
| Τα νήματα αφαίρεσης μπορεί να γίνουν αισθητά από τον σύντροφο κατά | |||||
| τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής. | |||||
| Διαταραχές του μαστού: | |||||
| Περιπτώσεις καρκίνου του μαστού έχουν αναφερθεί (συχνότητα μη | |||||
| γνωστή, βλ. Παράγραφο 4.4, Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις | |||||
| κατά τη χρήση). | |||||
| Οι εξής ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί σε σχέση με τη | |||||
| διαδικασία εισαγωγής ή αφαίρεσης του Mirena |
- Οι συχνότητες των ανεπιθύμητων ενεργειών που αναφέρθηκαν με το
- Mirena
- συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα. Οι συχνότητες ορίζονται
- ως πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές
- (≥1/1000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1000) και μη
- γνωστές. Ο παρακάτω πίνακας εμφανίζει τις ανεπιθύμητες ενέργειες
- ανά κατηγορία οργάνου κατά MedDRA (MedDRA SOCs). Οι συχνότητες
- είναι η επίπτωση των συμβάντων που παρατηρήθηκαν σε κλινικές
- δοκιμές στις ενδείξεις αντισύλληψη και ιδιοπαθής μηνορραγία/βαριά
- εμμηνορρυσία, συμπεριλαμβανομένων 5091 γυναικών και 12,101
- γυναικών-χρόνια.
- Ανεπιθύμητες ενέργειες σε κλινικές δοκιμές στην ένδειξη προστασία από
- υπερπλασία του ενδομητρίου κατά τη διάρκεια θεραπείας οιστρογονικής
- υποκατάστασης (συμπεριλαμβανομένων 514 γυναικών και 1218,9
- γυναικών-χρόνια) παρατηρήθηκαν σε παρόμοια συχνότητα εκτός αν
- προσδιορίζεται διαφορετικά από τις υποσημειώσεις.
- | Κατηγορία
- οργάνου
- συστήματος |
- Πολύ συχνές |
- Συχνές |
- Όχι
- συχνές |
- Σπάνιες |
- Μη
- Πόνος κατά τη διαδικασία, αιμορραγία κατά τη διαδικασία, αγγειονευρική αντίδραση που σχετίζεται με την εισαγωγή με ζάλη ή συγκοπή. Η διαδικασία μπορεί να προκαλέσει επιληπτική κρίση σε επιληπτική ασθενή. Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς. Ελλάδα: Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr Κύπρος: Φαρμακευτικές Υπηρεσίες Υπουργείο Υγείας CY-1475 Λευκωσία Φαξ: + 357 22608649 Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-MIRENA
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Η χρήση του Mirena , αντενδείκνυται κατά την κύηση ή σε υποψία κύησης (βλ. Αντενδείξεις). Στην περίπτωση που συμβεί εγκυμοσύνη κατά τη χρήση του Mirena , συνιστάται η αφαίρεση του εξαρτήματος, καθώς η παραμονή ου ενδομήτριου εξαρτήματος στη μήτρα μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο αποβολής και πρόωρου τοκετού. Αφαίρεση του Mirena ή καθετηριασμός της μήτρας μπορεί να οδηγήσει σε αυτόματη αποβολή. Εάν το ενδομήτριο εξάρτημα δεν μπορεί να αφαιρεθεί με ήπιους χειρισμούς, μπορεί να ληφθεί υπόψη το ενδεχόμενο διακοπής της κύησης. Αν η γυναίκα επιθυμεί τη συνέχιση της κύησης και το σύστημα δεν μπορεί να αφαιρεθεί, πρέπει να ενημερωθεί σχετικά με τους κινδύνους και το ενδεχόμενο πρόωρου τοκετού. Η πορεία μιας τέτοιας εγκυμοσύνης πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά. Επίσης, πρέπει να αποκλειστεί η εξωμήτρια κύηση. Η γυναίκα πρέπει να συμβουλεύεται να αναφέρει όλα τα συμπτώματα που υποδηλώνουν επιπλοκές στην κύηση, όπως πόνος στην κοιλιά με κράμπες που συνοδεύεται από πυρετό. Λόγω της ενδομήτριας χορήγησης και της τοπικής έκθεσης στην ορμόνη, η πιθανότητα εμφάνισης αρρενοποιητικών φαινομένων στο έμβρυο θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Λόγω της υψηλής αντισυλληπτικής αποτελεσματικότητας, η κλινική εμπειρία σχετικά με την έκβαση της εγκυμοσύνης με το ενδομήτριο εξάρτημα Mirena είναι περιορισμένη, αλλά η γυναίκα πρέπει να ενημερώνεται ότι μέχρι σήμερα, δεν υπάρχουν αποδείξεις γενετικών ανωμαλιών που να προκλήθηκαν από τη χρήση του Mirena σε περιπτώσεις που η κύηση συνεχίστηκε εις πέρας με το Mirena στη θέση του.
Γαλουχία
Η καθημερινή δόση της λεβονοργεστρέλης και οι συγκεντρώσεις της στο αίμα είναι χαμηλότερες με το Mirena από ότι με οποιοδήποτε άλλη ορμονική αντισύλληψη, παρόλο που η λεβονοργεστρέλη έχει εντοπιστεί στο μητρικό γάλα. Περίπου 0,1% της δόσης της λεβονοργεστρέλης μεταφέρεται στο βρέφος κατά τη γαλουχία. Δεν φαίνεται να υπάρχουν επιβλαβείς επιδράσεις στην ανάπτυξη του βρέφους όταν χρησιμοποιείται το Mirena μετά από έξι εβδομάδες μετά τον τοκετό. Οι μέθοδοι αντισύλληψης που περιέχουν μόνο προγεσταγόνο μόνο δεν φαίνεται να επηρεάζουν την ποσότητα ή την ποιότητα του μητρικού γάλακτος. Σπάνια έχει αναφερθεί αιμορραγία από τη μήτρα σε γυναίκες που χρησιμοποιούν το Mirena κατά τη γαλουχία. Κατά τη διάρκεια της γαλουχίας, τα ορμονικά αντισυλληπτικά δεν συνιστώνται ως μέθοδος αντισύλληψης πρώτης επιλογής και οι μέθοδοι μόνο με προγεσταγόνο είναι δεύτερης επιλογής μετά από τις μη ορμονικές αντισυλληπτικές μεθόδους.
Γονιμότητα
Μετά την αφαίρεση του Mirena οι γυναίκες επιστρέφουν στην κανονική τους γονιμότητα.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-MIRENA
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-MIRENA
expand_more
Φαρμακοκινητική
Η δραστική ουσία του Mirena είναι η λεβονοργεστρέλη. Η λεβονοργεστρέλη απελευθερώνεται απευθείας στην κοιλότητα της μήτρας. Ο ρυθμός απελευθέρωσης της λεβονοργεστρέλης in vivo είναι αρχικά περίπου 20 μg/24 ώρες και μειώνεται σε 10 μg/24 ώρες μετά από 5 χρόνια.
Απορρόφηση
Μετά την εισαγωγή το Mirena απελευθερώνει λεβονοργεστρέλη μέσα στην κοιλότητα της μήτρας χωρίς καθυστέρηση, σύμφωνα με μετρήσεις συγκέντρωσης στον ορό. Η υψηλή τοπική έκθεση του φαρμάκου στην κοιλότητα της μήτρας οδηγεί σε υψηλή διαφορά συγκέντρωσης μέσω του ενδομητρίου προς το μυομήτριο (κλίση ενδομητρίου - μυομητρίου > 100πλάσια) και σε χαμηλές συγκεντρώσεις της λεβονοργεστρέλης στον ορό (κλίση ενδομητρίου - ορού > 1000πλάσια).
Κατανομή
Η λεβονοργεστρέλη δεσμεύεται μη ειδικά στην λευκωματίνη του ορού και ειδικά στην SHBG. Περίπου 1-2% της λεβονοργεστρέλης που κυκλοφορεί είναι παρόν ως ελεύθερο στεροειδές και 42-62% δεσμεύεται ειδικά στην SHBG. Κατά τη διάρκεια της χρήσης του Mirena , η συγκέντρωση της SHBG μειώνεται. Κατά συνέπεια, το κλάσμα που είναι δεσμευμένο στην SHBG μειώνεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας και το ελεύθερο κλάσμα αυξάνεται. Ο μέσος φαινόμενος όγκος κατανομής της λεβονοργεστρέλης είναι περίπου 106 L. Μετά την εισαγωγή του Mirena , η λεβονοργεστρέλη είναι ανιχνεύσιμη στον ορό μετά από 1 ώρα. Η μέγιστη συγκέντρωση επιτυγχάνεται μέσα σε 2 βδομάδες μετά την εισαγωγή. Σε αντιστοιχία με τον μειούμενο ρυθμό απελευθέρωσης, η διάμεση συγκέντρωση λεβονοργεστρέλης στον ορό μειώνεται από 206 pg/ml (25 ο με 75 ο εκατοστημόριο: 151 pg/ml με 264 pg/ml) στους έξι μήνες σε 194 pg/ml (146 pg/ml με 266 pg/ml) στους 12 μήνες, και σε 131 pg/ml (113 pg/ml με 161 pg/ml) στους 60 μήνες σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που ζυγίζουν πάνω από 55 κιλά. Το βάρος σώματος και η συγκέντρωση της SHBG στον ορό έχουν δείξει να επηρεάζουν τη συστημική συγκέντρωση της λεβονοργεστρέλης, π.χ. χαμηλό βάρος σώματος και/ή υψηλά επίπεδα SHBG αυξάνουν τη συγκέντρωση της λεβονοργεστρέλης. Στις γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας με χαμηλό βάρος σώματος (37-55 κιλά) η διάμεση συγκέντρωση της λεβονοργεστρέλης στον ορό είναι περίπου 1,5 φορά μεγαλύτερη. Στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που χρησιμοποιούν Mirena μαζί με όχι από του στόματος θεραπεία οιστρογόνων, η διάμεση συγκέντρωση της λεβονοργεστρέλης στον ορό μειώνεται από 257 pg/ml (25 ο με 75 ο εκατοστημόριο:186 pg/ml με 326 pg/ml) στους 12 μήνες σε 149 pg/ml (122 pg/ml με 180 pg/ml) στους 60 μήνες. Όταν το Mirena χρησιμοποιείται μαζί με από του στόματος θεραπεία οιστρογόνων, η συγκέντρωση της λεβονοργεστρέλης στον ορό στους 12 μήνες αυξάνεται σε περίπου 478 pg/ml (25 ο με 75 ο εκατοστημόριο: 341 pg/ml με 655 pg/ml) λόγω της επαγωγής της SHBG από την από του στόματος θεραπεία οιστρογόνων.
Βιομετασχηματισμός
Η λεβονοργεστρέλη μεταβολίζεται σε εκτεταμένο βαθμό. Οι κύριοι μεταβολίτες στο πλάσμα είναι οι μη συζευγμένες και συζευγμένες μορφές της 3α, 5β-τετραϋδρολεβονοργεστρέλης. Με βάση τις in vivo και in vitro μελέτες, το CYP3A4 είναι το κύριο ένζυμο που εμπλέκεται στον μεταβολισμό της λεβονοργεστρέλης και τα CYP2E1, CYP2C19 και CYP2C9 μπορεί επίσης να εμπλέκονται, αλλά σε μικρότερο βαθμό.
Απέκκριση
Η συνολική κάθαρση της λεβονοργεστρέλης από το πλάσμα είναι περίπου 1,0 ml/min/kg. Μόνο ίχνη ποσοτήτων της λεβονοργεστρέλης απεκκρίνονται αμετάβλητα. Οι μεταβολίτες απεκκρίνονται με τα κόπρανα και τα ούρα σε αναλογία απέκκρισης περίπου 1. Ο χρόνος ημιζωής της απέκκρισης, που αντιπροσωπεύεται κυρίως από μεταβολίτες, είναι περίπου 1 ημέρα.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Η φαρμακοκινητική της λεβονοργεστρέλης εξαρτάται από την συγκέντρωση της SHBG, η οποία επηρεάζεται από τα οιστρογόνα και τα ανδρογόνα. Κατά τη διάρκεια της χρήσης του Mirena , παρατηρήθηκε μία μέση μείωση της SHBG της τάξης περίπου του 30%, η οποία οδηγεί σε μείωση της λεβονοργεστρέλης στον ορό υποδεικνύοντας μη γραμμική φαρμακοκινητική της λεβονοργεστρέλης σε σχέση με τον χρόνο. Με βάση την κυρίως τοπική δράση του Mirena , δεν αναμένονται επιπτώσεις στην αποτελεσματικότητα του Mirena .
ΕΟΦ · 7.2.2
Προγεσταγόνα για αντισύλληψη
expand_more
Προγεσταγόνα για αντισύλληψη
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Μία συνθετική προγεστασιακή ορμόνη με δράσεις παρόμοιες με εκείνες της προγεστερόνης και με περίπου διπλάσια ισχύ σε σχέση με το ρασεμικό ή (+-)-ισομερές (νοργεστρέλ). Χρησιμοποιείται για αντισύλληψη, έλεγχο εμμηνοπαυσιακών διαταραχών και θεραπεία ενδομητρίωσης. [PubChem]
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
Για τη θεραπεία εμμηνοπαυσιακών και μετεμμηνοπαυσιακών διαταραχών και μόνο ή σε συνδυασμό με άλλες ορμόνες ως από του στόματος αντισύλληπτικό.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Το λεβονοργεστρέλ είναι προγεστίν ή συνθετική μορφή της φυσικά παρούσας γυναικείας σεξουαλικής ορμόνης, της προγεστερόνης. Σε έναν φυσιολογικό γυναικείο κύκλο, ωάριο ωριμάζει και απελευθερώνεται από τις ωοθήκες (ωορρηξία). Η ωοθήκη μετά παράγει προγεστερόνη, αποτρέποντας την απελευθέρωση περαιτέρω ωαρίων και προετοιμάζοντας το ενδομήτριο για πιθανή εγκυμοσύνη. Εάν συμβεί εγκυμοσύνη, τα επίπεδα προγεστερόνης στο σώμα παραμένουν υψηλά, διατηρώντας το ενδομήτριο. Εάν δεν υπάρξει εγκυμοσύνη, τα επίπεδα προγεστερόνης μειώνονται, με αποτέλεσμα εμμηνορροϊκή αιμορραγία. Το λεβονοργεστρέλ «ξεγελά» τις φυσιολογικές διαδικασίες, διατηρώντας υψηλά τα επίπεδα συνθετικής προγεστερόνης. Αυτό αποτρέπει την απελευθέρωση ωαρίων από τις ωοθήκες.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός δράσης
Δεσμεύεται στους υποδοχείς προγεστερόνης και οιστρογόνων. Οι στοχευόμενοι κυτταρικοί στόχοι περιλαμβάνουν το γυναικείο αναπαραγωγικό σύστημα, τον μαστό, τον υποθάλαμο και την υπόφυση. Μόλις συνδεθεί με τον υποδοχέα, προγεσταϊνοειδή όπως το λεβονοργεστρέλ θα επιβραδύνουν τη συχνότητα απελευθέρωσης GnRH από τον υποθάλαμο και θα εξασθενίσουν την προ-ωορρηκτική έκκριση LH.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
Το λεβονοργεστρέλ δεν υπόκειται σε φαινόμενο «πρώτου πέρασματος» και είναι σχεδόν 100% βιοδιαθέσιμο.
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Δέσμευση πρωτεϊνών πλάσματος
55%
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός απέκκρισης
Σχεδόν το 45% του λεβονοργεστρέλ και των μεταβολιτών του απεκκρίνεται στα ούρα και περίπου 32% στα κόπρανα, κυρίως ως γλυκουρονιδικά συνδεόμενες μορφές.
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
Όγκος κατανομής
- 260 L [Υγιείς γυναίκες υπό συνθήκες νηστείας]
- 1.8 L/kg
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Clearance (κάθαρση)
- 7.7 +/- 2.7 L/h [Υγιείς γυναίκες υπό συνθήκες νηστείας]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Toxicity / υπερδοσολογία
LD50 > 5000 mg/kg (δια του στόματος σε αρουραίους)
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Το λεβονοργεστρέλη αποτρέπει την εγκυμοσύνη παρεμβαίνοντας στην ωορρηξία, τη γονιμοποίηση και την εμφύτευση.
- Το δισκίο επείγουσας αντισύλληψης που περιέχει μόνο λεβονοργεστρέλη είναι 89% αποτελεσματικό εάν χρησιμοποιηθεί σύμφωνα με τις οδηγίες εντός 72 ωρών μετά από σεξουαλική επαφή.
- Οι ενδομήτριες συσκευές και τα εμφυτεύματα που απελευθερώνουν λεβονοργεστρέλη είναι περισσότερο από 99% αποτελεσματικά στην πρόληψη της εγκυμοσύνης.
- Η λεβονοργεστρέλη, ως συστατικό ορμονοθεραπείας, βοηθά στην πρόληψη του καρκίνου του ενδομητρίου που σχετίζεται με τη χορήγηση μη αντεστρογγενών οιστρογόνων.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Μηχανισμός δράσης στην ωορρηξία
Τα από του στόματος αντισυλληπτικά που περιέχουν λεβονοργεστρέλη καταστέλλουν τις γοναδοτροπίνες, αναστέλλοντας την ωορρηξία. Συγκεκριμένα, η λεβονοργεστρέλη συνδέεται με υποδοχείς προγεστερόνης και ανδρογόνων και επιβραδύνει την απελευθέρωση της γοναδοτροπίνης-εκλυτικής ορμόνης (GnRH) από τον υποθάλαμο. Αυτή η διαδικασία οδηγεί στην καταστολή της φυσιολογικής ωοθυλακιορρηκτικής αιχμής της ωχρινοποιητικής ορμόνης (LH) που προηγείται της ωορρηξίας. Αναστέλλει τη ρήξη των ωοθυλακίων και την απελευθέρωση βιώσιμων ωαρίων από τις ωοθήκες. Η λεβονοργεστρέλη έχει αποδειχθεί ότι είναι πιο αποτελεσματική όταν χορηγείται πριν την ωορρηξία.
Μηχανισμός δράσης στις αλλαγές του τραχηλικού βλέννας
Παρόμοια με άλλα αντισυλληπτικά που περιέχουν λεβονοργεστρέλη, οι ενδομήτριες μορφές (IUD) λεβονοργεστρέλης πιθανώς αποτρέπουν την εγκυμοσύνη αυξάνοντας το πάχος του τραχηλικού βλέννας, παρεμβαίνοντας στην κίνηση και την επιβίωση των σπερματοζωαρίων και προκαλώντας αλλαγές στο ενδομήτριο, όπου συνήθως εμφυτεύεται ένα γονιμοποιημένο ωάριο. Αναφέρεται ότι η λεβονοργεστρέλη αλλοιώνει τη σύσταση της βλέννας στον τράχηλο, η οποία παρεμποδίζει τη μετανάστευση των σπερματοζωαρίων στη μήτρα για γονιμοποίηση. Η λεβονοργεστρέλη δεν είναι αποτελεσματική μετά την εμφύτευση.
Είναι ενδιαφέρον ότι πρόσφατα στοιχεία έχουν αντικρούσει την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη ότι η λεβονοργεστρέλη αλλάζει τη σύσταση του τραχηλικού βλέννας όταν λαμβάνεται για μικρό χρονικό διάστημα, όπως στην επείγουσα αντισύλληψη. Ωστόσο, για μακροχρόνια περίοδο, η λεβονοργεστρέλη έχει αποδειχθεί ότι πήζει τον τραχηλικό βλέννα. Ο ακριβής μηχανισμός δράσης της λεβονοργεστρέλης δεν είναι πλήρως κατανοητός και παραμένει θέμα διαμάχης και συνεχούς έρευνας.
Επιδράσεις στην εμφύτευση
Οι επιδράσεις της λεβονοργεστρέλης στην δεκτικότητα του ενδομητρίου είναι ασαφείς και η συνάφεια αυτού του μηχανισμού με τη θεραπευτική αποτελεσματικότητα της λεβονοργεστρέλης είναι αμφιλεγόμενη. Οι οδηγίες χρήσης για τα IUD λεβονοργεστρέλης αναφέρουν ότι προκαλούν τοπικές μορφολογικές αλλαγές στο ενδομήτριο (π.χ. ψευδοαποπιδουαλι hóa του στρώματος, ατροφία των αδένων) που μπορεί να παίζουν ρόλο στην αντισυλληπτική τους δράση.
Μηχανισμός δράσης στην ορμονοθεραπεία
Όταν συνδυάζεται με οιστρογόνα για τη θεραπεία συμπτωμάτων εμμηνόπαυσης και πρόληψη οστεοπόρωσης, η λεβονοργεστρέλη μειώνει τον καρκινογόνο κίνδυνο της μη αντεστρογγενής θεραπείας με οιστρογόνα μέσω της αναστολής του πολλαπλασιασμού του ενδομητρίου. Ο ανεξέλεγκτος πολλαπλασιασμός του ενδομητρίου οδηγεί μερικές φορές σε καρκίνο του ενδομητρίου μετά από χρήση οιστρογόνων.
Η νεργοστρελόλη (και πιο συγκεκριμένα το ενεργό στερεοϊσομερές λεβονοργεστρέλη) συνδέεται με τους υποδοχείς προγεστερόνης και οιστρογόνων στον γυναικείο αναπαραγωγικό σωλήνα, στο μαστικό αδένα, στον υποθάλαμο και στην υπόφυση. Μόλις συνδεθούν με τον υποδοχέα, η προγεστερόνη όπως η λεβονοργεστρέλη επιβραδύνει τη συχνότητα απελευθέρωσης της γοναδοτροπίνης-εκλυτικής ορμόνης (GnRH) από τον υποθάλαμο και μειώνει την προ-ωοθυλακιορρηκτική αιχμή της LH (ωχρινοποιητική ορμόνη). Η απώλεια της αιχμής της LH αναστέλλει την ωορρηξία και έτσι αποτρέπει την εγκυμοσύνη.
Τα συνδυασμένα από του στόματος αντισυλληπτικά δρουν με καταστολή των γοναδοτροπινών. Αν και ο κύριος μηχανισμός αυτής της δράσης είναι η αναστολή της ωορρηξίας, άλλες αλλοιώσεις περιλαμβάνουν αλλαγές στον τραχηλικό βλέννα (που αυξάνουν τη δυσκολία εισόδου σπερματοζωαρίων στη μήτρα) και στο ενδομήτριο (που μπορεί να μειώσει την πιθανότητα εμφύτευσης).
Οι προγεστερόνες εισέρχονται στα κύτταρα-στόχους με παθητική διάχυση και συνδέονται με κυτταροπλασματικούς (διαλυτούς) υποδοχείς που είναι χαλαρά συνδεδεμένοι στον πυρήνα. Το σύμπλοκο υποδοχέα-στεροειδούς ενεργοποιεί τη μεταγραφή, οδηγώντας σε αύξηση της σύνθεσης πρωτεϊνών. /Προγεστερόνες/
Οι προγεστερόνες είναι ικανές να επηρεάζουν τις συγκεντρώσεις άλλων ορμονών στο αίμα, ιδιαίτερα των οιστρογόνων. Οι οιστρογονικές επιδράσεις τροποποιούνται από τις προγεστερόνες, είτε μειώνοντας τη διαθεσιμότητα ή τη σταθερότητα του συμπλόκου υποδοχέα-ορμόνης είτε απενεργοποιώντας συγκεκριμένα γονίδια που ανταποκρίνονται στις ορμόνες μέσω άμεσης αλληλεπίδρασης με τον υποδοχέα προγεστερόνης στον πυρήνα. Επιπλέον, η προετοιμασία με οιστρογόνα είναι απαραίτητη για την αύξηση των επιδράσεων της προγεστερόνης μέσω της ρύθμισης προς τα πάνω του αριθμού των υποδοχέων προγεστερόνης ή/και της αύξησης της παραγωγής προγεστερόνης, προκαλώντας έναν μηχανισμό αρνητικής ανάδρασης που αναστέλλει τους υποδοχείς οιστρογόνων.
Υπάρχει μεγάλη ανησυχία για τη μακροχρόνια επίδραση των από του στόματος αντισυλληπτικών στην ανάπτυξη του καρκίνου του μαστού στις γυναίκες. Τα οιστρογόνα είναι γνωστό ότι διεγείρουν την ανάπτυξη των ανθρώπινων καρκινικών κυττάρων του μαστού, και έχει αναφερθεί προηγουμένως ότι η 19-νορπρογεστερόνη νορετινδρόνη θα μπορούσε να διεγείρει τον πολλαπλασιασμό των ανθρώπινων καρκινικών κυττάρων του μαστού MCF-7. /Ερευνητές/ μελέτησαν την επίδραση των 19-νορπρογεστερονών νεργοστρελόλης και γεστοδενής σε σύγκριση με μια «μη» 19-νορπρογεστερόνη μεδροξυπρογεστερόνη ακετατική (MPA) στον πολλαπλασιασμό κυττάρων MCF-7. Οι 19-νορπρογεστερόνες διεγείρουν τον πολλαπλασιασμό σε συγκέντρωση 10(-8) M, ενώ η MPA δεν μπορούσε να διεγείρει τον πολλαπλασιασμό σε συγκεντρώσεις έως 3 x 10(-6) M. Η διεγερτική δραστηριότητα των 19-νορπρογεστερονών θα μπορούσε να αποκλειστεί από το αντι-οιστρογόνο ICI 164,384, αλλά όχι από το αντι-προγεστερόνη RU486. Μελέτες μεταγραφής με πλασμίδια αναφοράς που περιείχαν ένα στοιχείο απόκρισης οιστρογόνου ή ένα στοιχείο απόκρισης προγεστερόνης (vitERE-CAT, pS2ERE-CAT, και PRE15-CAT) πραγματοποιήθηκαν για να προσδιοριστεί η ενδοκυτταρική δράση της νεργοστρελόλης και της γεστοδενής. Οι 19-νορπρογεστερόνες διεγείρουν τη δραστηριότητα vitERE-CAT μέγιστα στα 10(-6) M, και αυτή η διέγερση αναστέλλεται με την προσθήκη ICI 164,384. Η MPA δεν διεγείρει τη δραστηριότητα vitERE-CAT. Μια αλλαγή ενός μόνο ζεύγους βάσεων στην παλινδρομική αλληλουχία του vitERE (που οδηγεί στο pS2ERE) προκάλεσε δραματική μείωση της έκφρασης CAT από τις 19-νορπρογεστερόνες, υποδηλώνοντας ότι η δράση της προγεστερόνης απαιτεί συγκεκριμένη αλληλουχία βάσεων στο στοιχείο απόκρισης. Η δραστηριότητα PRE15-CAT διεγείρεται από νεργοστρελόλη, γεστοδενή και MPA σε συγκεντρώσεις πολύ κάτω από την αναπτυξιακή διεγερτική δραστηριότητα. Αυτή η διέγερση μπορεί να αποκλειστεί από το RU486. Αυτές οι μελέτες υποδηλώνουν ότι οι 19-νορπρογεστερόνες νεργοστρελόλη και γεστοδενή διεγείρουν την ανάπτυξη καρκινικών κυττάρων του μαστού MCF-7 ενεργοποιώντας τον υποδοχέα οιστρογόνων.
Τα δισκία επείγουσας αντισύλληψης δεν είναι αποτελεσματικά εάν μια γυναίκα είναι ήδη έγκυος. Η λεβονοργεστρέλη πιστεύεται ότι δρα κυρίως ως επείγουσα αντισυλληπτική, αποτρέποντας την ωορρηξία ή τη γονιμοποίηση (αλλοιώνοντας τη μεταφορά σπέρματος ή/και ωαρίων στις σάλπιγγες). Επιπλέον, μπορεί να αναστείλει την εμφύτευση (αλλοιώνοντας το ενδομήτριο). Δεν είναι αποτελεσματική μόλις ξεκινήσει η διαδικασία της εμφύτευσης.
Ο ακριβής μηχανισμός αντισυλληπτικής δράσης της λεβονοργεστρέλης που χορηγείται μετά από σεξουαλική επαφή (μετα-συνουσιακή) δεν είναι γνωστός. Η λεβονοργεστρέλη έχει αποδειχθεί ότι αναστέλλει ή καθυστερεί την ωορρηξία. Άλλοι μηχανισμοί δράσης για την πρόληψη της εγκυμοσύνης πιθανώς εμπλέκονται. Η λεβονοργεστρέλη είναι αποτελεσματική μόνο πριν από την εγκαθίδρυση της εγκυμοσύνης. Μόλις συμβεί η εμφύτευση (δηλαδή, συνήθως εντός 6-7 ημερών μετά την ωορρηξία), η λεβονοργεστρέλη είναι αναποτελεσματική στην πρόληψη της εγκυμοσύνης.
Πιθανά μη αντισυλληπτικά οφέλη των από του στόματος αντισυλληπτικών, όπως αποδεικνύεται από επιδημιολογικές μελέτες, περιλαμβάνουν επιδράσεις στις εμμηνορρυσίες, επιδράσεις που σχετίζονται με την αναστολή της ωορρηξίας και επιδράσεις από μακροχρόνια χρήση. Η χρήση των φαρμάκων έχει συσχετιστεί με βελτιωμένη κανονικότητα του εμμηνορρυσιακού κύκλου και μειωμένες περιπτώσεις απώλειας αίματος, σιδηροπενικής αναιμίας και δυσμηνόρροιας. Μια μειωμένη επίπτωση λειτουργικών ωοθηκικών κύστεων και έκτοπων κυήσεων έχει επίσης συσχετιστεί με τη χρήση των φαρμάκων. Η μακροχρόνια χρήση αντισυλληπτικών έχει συσχετιστεί με μειωμένη επίπτωση σχηματισμού ινοαδενωμάτων και ινοκυστικής νόσου του μαστού, μειωμένη επίπτωση ορισμένων (π.χ. γονοκοκκικών) φλεγμονωδών νόσων της πυέλου και μειωμένη επίπτωση ορισμένων καρκίνων (π.χ. καρκίνου του ενδομητρίου ή των ωοθηκών).
Οι προγεστερόνες εισέρχονται στα κύτταρα-στόχους με παθητική διάχυση και συνδέονται με κυτταροπλασματικούς (διαλυτούς) υποδοχείς που είναι χαλαρά συνδεδεμένοι στον πυρήνα. Το σύμπλοκο υποδοχέα-στεροειδούς ενεργοποιεί τη μεταγραφή, οδηγώντας σε αύξηση της σύνθεσης πρωτεϊνών. /Προγεστερόνες/
Για περισσότερα δεδομένα Μηχανισμού Δράσης (Πλήρη) για τη ΛΕΒΟΝΟΡΓΕΣΤΡΕΛΗ (6 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η από του στόματος λεβονοργεστρέλη απορροφάται από το γαστρεντερικό σωλήνα, ενώ η λεβονοργεστρέλη που χορηγείται μέσω συσκευής IUD απορροφάται από το ενδομήτριο. Η λεβονοργεστρέλη απορροφάται αμέσως στους διάμεσους ιστούς όταν εμφυτεύεται ως υποδόριο εμφύτευμα. Μετά την τοποθέτηση του υποδόριου εμφυτεύματος, η Cmax της λεβονοργεστρέλης επιτυγχάνεται εντός 2-3 ημερών.
Η Cmax μετά από μία δόση 0,75 mg από του στόματος λεβονοργεστρέλης επιτυγχάνεται εντός της ώρας μετά τη χορήγηση, σύμφωνα με μια αναφορά. Σε φαρμακοκινητική μελέτη 1,5 mg λεβονοργεστρέλης σε γυναίκες με φυσιολογικό ΔΜΣ και σε αυτές που θεωρούνταν παχύσαρκες (ΔΜΣ>30), η μέση Cmax βρέθηκε να είναι 16,2 ng/mL και 10,5 ng/mL αντίστοιχα. Η Tmax βρέθηκε να είναι 2 ώρες για όσες είχαν φυσιολογικό ΔΜΣ και 2,5 ώρες για ασθενείς με αυξημένο ΔΜΣ. Η βιοδιαθεσιμότητα της λεβονοργεστρέλης προσεγγίζει το 100%.
Η μέση AUC έχει αποδειχθεί ότι είναι υψηλότερη σε ασθενείς με φυσιολογικό ΔΜΣ, μετρώντας 360,1 h × ng/mL έναντι εύρους 197,28 έως 208,1 h × ng/mL σε παχύσαρκη ομάδα ασθενών. Η παχυσαρκία μπορεί να συμβάλλει στη μειωμένη αποτελεσματικότητα της λεβονοργεστρέλης στην αντισύλληψη.
Περίπου το 45% μιας από του στόματος δόσης λεβονοργεστρέλης και των συζευγμένων ή θειικών μεταβολιτών της ανευρίσκεται στα ούρα. Περίπου το 32% μιας από του στόματος λαμβανόμενης δόσης ανευρίσκεται στα κόπρανα, κυρίως με τη μορφή γλυκουρονικών συζεύξεων της λεβονοργεστρέλης.
Μία φαρμακοκινητική μελέτη προσδιόρισε μέσο σταθερό όγκο κατανομής 1,5 mg λεβονοργεστρέλης στα 162,2 L σε όσους είχαν φυσιολογικό ΔΜΣ και στο εύρος 404,7 L έως 466,4 L σε παχύσαρκους ασθενείς με δείκτη μάζας σώματος τουλάχιστον 30. Η μέση τιμή του όγκου κατανομής σε 16 ασθενείς που έλαβαν 0,75 mg λεβονοργεστρέλης σε μια άλλη φαρμακοκινητική μελέτη ήταν 260 L. Η ετικέτα Plan B one-step FDA αναφέρει έναν φαινομενικό όγκο κατανομής 1,8 L/kg.
Η κάθαρση βρέθηκε να είναι 4,8 L/h σε υγιείς γυναίκες εθελόντριες με φυσιολογικό ΔΜΣ, και 7,70-8,51 L/h σε παχύσαρκους ασθενείς μετά από μία εφάπαξ δόση 1,5 mg. Μετά από δόση 0,75 mg λεβονοργεστρέλης σε 16 ασθενείς σε μια άλλη φαρμακοκινητική μελέτη, η μέση κάθαρση υπολογίστηκε στα 7,06 L/h.
Μετά την αφαίρεση του εμφυτεύματος λεβονοργεστρέλης, η συγκέντρωση στο πλάσμα πέφτει κάτω από 100 pg/mL εντός των πρώτων 96 ωρών και περαιτέρω κάτω από το όριο ανίχνευσης εντός 5 ημερών έως 2 εβδομάδων.
Η νεργοστρελόλη απορροφάται από το γαστρεντερικό σωλήνα, μεταβολίζεται στο ήπαρ και απεκκρίνεται στα ούρα και τα κόπρανα ως γλυκουρονιδικές και θειικές συζεύξεις.
(14)C-Νεργοστρελόλη χορηγήθηκε σε επτά ανθρώπινους μάρτυρες και το 43% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα εντός 5 ημερών· ο βιολογικός χρόνος ημιζωής της ραδιενέργειας ήταν 24 ώρες. Ενζυμική υδρόλυση απελευθέρωσε μόνο το 32% της ραδιενέργειας στα ούρα και επιπλέον 25% απεκκρίθηκε ως θειικές συζεύξεις. Οι μεταβολίτες που απεκκρίθηκαν στα ούρα ήταν πολύ λιγότερο πολικοί από αυτούς μετά τη χορήγηση των σχετικών ενώσεων, νορετινδρόνης ή λινεστρενόλης. Οι ισομερείς 3alphaOH,5beta και 3betaOH,5beta της τετραϋδρονοργοστρελόλης (13beta-αιθυλ-17alpha-αιθινυλ-5 beta-γοναν-3alpha,17beta-διόλη) απομονώθηκαν από τα ούρα και ταυτοποιήθηκαν με φασματομετρία μάζας και χρωματογραφία λεπτής στιβάδας και αερίου-υγρού. Η ραδιενέργεια στο πλάσμα μειώθηκε ταχύτερα από ό,τι μετά τη χορήγηση νορετινδρόνης και λινεστρενόλης. Περίπου το 2% της χορηγηθείσας δόσης μετατράπηκε σε όξινα συστατικά. Δεν υπήρξε καμία εμφανής διαφορά στον ρυθμό απέκκρισης της ραδιενέργειας ή στους μεταβολίτες μετά από από του στόματος ή ενδοφλέβια χορήγηση νεργοστρελόλης.
Η δέσμευση διαφόρων συνθετικών στεροειδών, που χρησιμοποιούνται στην ορμονική αντισύλληψη, στην Σφαιρίνη Δέσμευσης Ορμονών Φύλου (SHBG) μελετήθηκε μετρώντας την ικανότητά τους να εκτοπίζουν την τριτιοποιημένη τεστοστερόνη από την SHBG σε σύστημα ανταγωνιστικής πρωτεϊνικής δέσμευσης. Μόνο τα παράγωγα 19-νορτεστοστερόνης είχαν σημαντική ικανότητα να εκτοπίζουν την τεστοστερόνη από την SHBG, με την d-νεργοστρελόλη (d-Ng) να είναι ο ισχυρότερος εκτοπιστής. Η αύξηση των επιπέδων SHBG σε γυναίκες με προηγούμενα σταθερά επίπεδα d-Ng στο πλάσμα αύξησε αυτά τα επίπεδα κατά δύο έως έξι φορές. Συμπεραίνεται ότι η SHBG είναι η κύρια πρωτεΐνη-φορέας για την d-Ng. Η ισχυρή δραστηριότητα εκτοπισμού τεστοστερόνης της d-Ng μπορεί επίσης να εξηγήσει τις ανδρογονικές παρενέργειες που παρατηρούνται με τα από του στόματος αντισυλληπτικά που περιέχουν d-Ng.
Ο φαινομενικός όγκος κατανομής της λεβονοργεστρέλης αναφέρεται περίπου σε 1,8 L/kg. Είναι περίπου 97,5-99% δεσμευμένη με πρωτεΐνες, κυρίως με την σφαιρίνη δέσμευσης ορμονών φύλου (SHBG) και, σε μικρότερο βαθμό, με την αλβουμίνη του ορού.
Δεν έχει διεξαχθεί καμία ειδική έρευνα για την απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα των δισκίων Aviane (λεβονοργεστρέλη και αιθινυλιστραδιόλη, USP) σε ανθρώπους. Ωστόσο, η βιβλιογραφία υποδεικνύει ότι η λεβονοργεστρέλη απορροφάται ταχέως και πλήρως μετά από από του στόματος χορήγηση (βιοδιαθεσιμότητα περίπου 100%) και δεν υπόκειται σε μεταβολισμό πρώτης διόδου.
Μετά από εφάπαξ δόση δισκίων λεβονοργεστρέλης και αιθινυλιστραδιόλης 0,10 mg/0,02 mg σε 22 γυναίκες υπό νηστεία, οι μέγιστες συγκεντρώσεις λεβονοργεστρέλης στο πλάσμα είναι 2,8 +/- 0,9 ng/mL (μέσος όρος +/- SD) στις 1,6 +/- 0,9 ώρες. Σε σταθερή κατάσταση, που επιτυγχάνεται από την 19η ημέρα και μετά, οι μέγιστες συγκεντρώσεις λεβονοργεστρέλης 6 +/- 2,7 ng/mL επιτυγχάνονται στις 1,5 +/- 0,5 ώρες μετά την ημερήσια δόση. Τα ελάχιστα επίπεδα λεβονοργεστρέλης στο πλάσμα σε σταθερή κατάσταση είναι 1,9 +/- 1 ng/mL. Οι παρατηρούμενες συγκεντρώσεις λεβονοργεστρέλης αυξήθηκαν από την 1η ημέρα (εφάπαξ δόση) στις ημέρες 6 και 21 (πολλαπλές δόσεις) κατά 34% και 96% αντίστοιχα. Οι συγκεντρώσεις μη δεσμευμένης λεβονοργεστρέλης αυξήθηκαν από την 1η ημέρα στις ημέρες 6 και 21 κατά 25% και 83% αντίστοιχα. Η κινητική της συνολικής λεβονοργεστρέλης είναι μη γραμμική λόγω αύξησης της δέσμευσης της λεβονοργεστρέλης στην σφαιρίνη δέσμευσης ορμονών φύλου (SHBG), η οποία αποδίδεται σε αυξημένα επίπεδα SHBG που προκαλούνται από την ημερήσια χορήγηση αιθινυλιστραδιόλης.
Η βιοδιαθεσιμότητα της λεβονοργεστρέλης γενικά αποδέχεται ότι είναι 100%. Αυτή η γενίκευση βασίζεται σε δύο μελέτες που χρησιμοποίησαν μόνο μικρό αριθμό γυναικών. Σε μία από τις μελέτες, οι απόλυτες βιοδιαθεσιμότητες προσδιορίστηκαν για δόσεις 0,25 και 0,15 mg λεβονοργεστρέλης, καθεμία από τις οποίες χορηγήθηκε σε πέντε γυναίκες σε συνδυασμό με αιθινυλιστραδιόλη (0,05 mg). Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η βιοδιαθεσιμότητα για τη δόση 0,15 mg λεβονοργεστρέλης κυμάνθηκε από 72 έως 125% (μέσος όρος, 99%)· αυτή για τη δόση 0,15 mg κυμάνθηκε από 63 έως 108% (μέσος όρος, 89%).
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη ΛΕΒΟΝΟΡΓΕΣΤΡΕΛΗ (14 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
Η δέσμευση πρωτεϊνών της λεβονοργεστρέλης κυμαίνεται από 97,5-99% και δεσμεύεται κυρίως με τη σφαιρίνη δέσμευσης ορμονών φύλου (SHBG). Η λεβονοργεστρέλη δεσμεύεται επίσης με την αλβουμίνη. Οι οδηγίες χρήσης για την εμφυτευμένη λεβονοργεστρέλη υποδεικνύουν ότι η συγκέντρωση της σφαιρίνης δέσμευσης ορμονών φύλου (SHBG) μειώνεται εντός λίγων ημερών μετά τη χορήγηση λεβονοργεστρέλης, μειώνοντας τα επίπεδα του φαρμάκου.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Μετά την απορρόφηση του από του στόματος επείγοντος αντισυλληπτικού παρασκευάσματος, η λεβονοργεστρέλη συζεύγνυται και σχηματίζει μεγάλο αριθμό θειικών συζεύξεων. Επιπλέον, γλυκουρονιδικές συζεύξεις έχουν αναγνωριστεί στο πλάσμα. Υψηλά επίπεδα συζευγμένης και μη συζευγμένης 3α, 5β-τετραϋδρολεβονοργεστρέλης βρίσκονται στο πλάσμα. Ο πλήρης μεταβολικός οδός για τη λεβονοργεστρέλη δεν έχει μελετηθεί, ωστόσο, η 16β-υδροξυλίωση είναι ένας οδός που έχει αναγνωριστεί. Μικρές ποσότητες 3α, 5α-τετραϋδρολεβονοργεστρέλης και 16β-υδροξυλεβονοργεστρέλης σχηματίζονται επίσης. Δεν έχουν αναγνωριστεί ενεργοί μεταβολίτες. Ο ρυθμός μεταβολισμού μπορεί να διαφέρει σημαντικά ανάλογα με τον ασθενή και μπορεί να εξηγήσει ευρεία διακύμανση στην κάθαρση της λεβονοργεστρέλης. Τα ηπατικά ένζυμα CYP3A4 και CYP3A5 αναφέρονται ότι εμπλέκονται στο μεταβολισμό της λεβονοργεστρέλης.
(14)C-Νεργοστρελόλη χορηγήθηκε σε επτά ανθρώπινους μάρτυρες και το 43% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα εντός 5 ημερών… Ενζυμική υδρόλυση απελευθέρωσε μόνο το 32% της ραδιενέργειας στα ούρα και επιπλέον 25% απεκκρίθηκε ως θειικές συζεύξεις. Οι μεταβολίτες που απεκκρίθηκαν στα ούρα ήταν πολύ λιγότερο πολικοί από αυτούς μετά τη χορήγηση των σχετικών ενώσεων, νορετινδρόνης ή λινεστρενόλης. Οι ισομερείς 3alphaOH,5beta και 3betaOH,5beta της τετραϋδρονοργοστρελόλης (13beta-αιθυλ-17alpha-αιθινυλ-5 beta-γοναν-3alpha,17beta-διόλη) απομονώθηκαν από τα ούρα και ταυτοποιήθηκαν με φασματομετρία μάζας και χρωματογραφία λεπτής στιβάδας και αερίου-υγρού. Η ραδιενέργεια στο πλάσμα μειώθηκε ταχύτερα από ό,τι μετά τη χορήγηση νορετινδρόνης και λινεστρενόλης. Περίπου το 2% της χορηγηθείσας δόσης μετατράπηκε σε όξινα συστατικά. Δεν υπήρξε καμία εμφανής διαφορά στον ρυθμό απέκκρισης της ραδιενέργειας ή στους μεταβολίτες μετά από από του στόματος ή ενδοφλέβια χορήγηση νεργοστρελόλης.
Ο συγκριτικός μεταβολισμός των dl-, d-, και l-νεργοστρελόλης διερευνήθηκε σε Αφρικανικές Πράσινες Πιθήκους (Cercopithecus aethiops). Η συνολική απέκκριση (14)C στα ούρα μετά από εφάπαξ από του στόματος δόση (14)C-dl-νεργοστρελόλης (1 mg/kg) ήταν σημαντικά υψηλότερη (51,4 +/- 5,0%) από αυτή που παρατηρήθηκε μετά τη χορήγηση του d-εναντιομερούς (37,5 +/- 5,4%), αλλά όχι του l-εναντιομερούς (44,2 +/- 8,9%). Και στις τρεις περιπτώσεις, το μεγαλύτερο μέρος της ραδιενέργειας στα ούρα βρισκόταν σε ελεύθερη μορφή (48-62%), ενώ επιπλέον 13-27% απελευθερώθηκε από παρασκευάσματα β-γλυκουρονιδάσης. Δεν ανιχνεύθηκαν θειικές συζεύξεις. Τουλάχιστον μία κύρια (16β-υδροξυλίωση) και μία δευτερεύουσα (16α-υδροξυλίωση) μεταβολική οδός ήταν στερεοεκλεκτικές, δηλαδή ήταν ενεργές με το l- αλλά όχι με το d-εναντιομερές. Τρεις μεταβολίτες, η 16β-υδροξυνονεργοστρελόλη, η 16α-υδροξυνονεργοστρελόλη και η 16-υδροξυτετραϋδρονονεργοστρελόλη (πιστεύεται ότι είναι 16β) ανιχνεύθηκαν μόνο σε δείγματα ούρων που ελήφθησαν από ζώα στα οποία χορηγήθηκε (14)C-dl- και -l-νεργοστρελόλη. Μετά τη χορήγηση (14)C-d-νεργοστρελόλης, η 3α, 5β-τετραϋδρονονεργοστρελόλη ήταν ο κύριος μεταβολίτης στα ούρα. Αυτές οι παρατηρήσεις συγκρίνονται με αυτές που αναφέρθηκαν προηγουμένως σχετικά με τους μεταβολίτες στα ούρα της dl-νεργοστρελόλης σε γυναίκες.
Ο in vitro μεταβολισμός των στερεο-ισομερών (d, l και το ρακεμικό μείγμα dl) της νεργοστρελόλης από μικροσωμικό κλάσμα ηπατικού κουνελιού διερευνήθηκε. Ο μεταβολισμός της βιολογικά ενεργής l-νεργοστρελόλης ήταν ταχύτερος από αυτόν της d-νεργοστρελόλης (sic.) η οποία είναι βιολογικά ανενεργή. Αυτό οφειλόταν κυρίως στην ευκολότερη μετατροπή της l-νεργοστρελόλης σε μεταβολίτες με αναγωγή δακτυλίου Α. Δεν υπήρχε διαφορά μεταξύ των δύο ισομερών όσον αφορά την ποσότητα που υφίστατο υδροξυλίωση· περίπου το 40% κάθε ισομερούς μετατράπηκε σε υδροξυλιωμένους μεταβολίτες μετά από 30 λεπτά επώασης. Ωστόσο, υπήρχαν διαφορές μεταξύ των ισομερών, με την l-νεργοστρελόλη να μετατρέπεται κυρίως στο 16β-υδροξυστεροειδές και την d-νεργοστρελόλη στο 16α-υδροξυστεροειδές. Παρόμοιες ποσότητες και των δύο ισομερών υδροξυλιώθηκαν στο C-6. Ο μεταβολισμός του ρακεμικού μείγματος ήταν ενδιάμεσος μεταξύ αυτού των d και l ισομερών.
Συγκρίθηκαν οι ρυθμοί μεταβολισμού συνθετικών γεσταγόνων που προέρχονται από 19-νορτεστοστερόνη από ιστό ήπατος κουνελιού in vitro. Σε διάστημα 1 ώρας, η νορετινδρόνη μεταβολίστηκε τόσο γρήγορα όσο η 19-νορτεστοστερόνη, ενώ η d-νεργοστρελόλη και η λινεστρενόλη μεταβολίστηκαν με ελαφρώς χαμηλότερο ρυθμό. Λιγότερο από 5% της l-νεργοστρελόλης μεταβολίστηκε. Και στις δύο περιπτώσεις, το προϊόν αντίδρασης ήταν το τετραϋδροστεροειδές. Η λινεστρενόλη μεταβολίστηκε μέσω της νορετινδρόνης. Ο σκελετικός μυς, ο πνεύμονας και το λεπτό έντερο επίσης μεταβολίζουν τη νορετινδρόνη και την d-νεργοστρελόλη, αλλά με βραδύτερο ρυθμό από τον ηπατικό ιστό. Μικρές ποσότητες νορετινδρόνης μεταβολίστηκαν από λιπώδη ιστό, αλλά η καρδιά και η σπλήνα ήταν ανενεργές. Η λινεστρενόλη και η l-νεργοστρελόλη δεν μεταβολίστηκαν από κανέναν από τους μελετηθέντες εξωηπατικούς ιστούς.
Σε in vitro μελέτες διεξήχθησαν για το μεταβολισμό 3 στεροειδών που χρησιμοποιούνται σε OCs (από του στόματος αντισυλληπτικά) από μικρά κομμάτια ανθρώπινης βλεννογόνου του λεπτού εντέρου. Αυτό έγινε επειδή ο γαστρεντερικός βλεννογόνος των ανθρώπων είναι γνωστό ότι μεταβολίζει διάφορα φάρμακα. Σχεδόν το 40% της αιθινυλιστραδιόλης, 9,8% της λεβονοργεστρέλης και 7% της μεστρανόλης μεταβολίστηκαν μετά την επώαση. Όλες αυτές οι μεταβολικές αποκρίσεις ήταν σημαντικά διαφορετικές από αυτές στις ομάδες ελέγχου. Τα αποτελέσματα της μελέτης δείχνουν ότι ο μεταβολισμός της αιθινυλιστραδιόλης σχετίζεται με το βάρος του χρησιμοποιούμενου ιστού. Αυτά τα αποτελέσματα είναι σύμφωνα με το γνωστό έντονο φαινόμενο πρώτης διόδου της αιθινυλιστραδιόλης. Η νεργοστρελόλη, γνωστή για την ελάχιστη ή καθόλου επίδραση πρώτης διόδου, δεν έδειξε υψηλό ρυθμό μεταβολισμού στο έντερο. Υπό τις πειραματικές συνθήκες που χρησιμοποιήθηκαν, δεν ήταν εμφανής καμία μεταβολική φάση 1 ούτε της αιθινυλιστραδιόλης ούτε της λεβονοργεστρέλης.
Μετά την απορρόφηση, η λεβονοργεστρέλη συζεύγνυται στη θέση 17β-ΟΗ για να σχηματίσει θειικές συζεύξεις και, σε μικρότερο βαθμό, γλυκουρονιδικές συζεύξεις στο πλάσμα. Σημαντικές ποσότητες συζευγμένης και μη συζευγμένης 3α,5β-τετραϋδρολεβονοργεστρέλης υπάρχουν επίσης στο πλάσμα, μαζί με πολύ μικρότερες ποσότητες 3α,5α-τετραϋδρολεβονοργεστρέλης και 16β-υδροξυλεβονοργεστρέλης. Η λεβονοργεστρέλη και οι μεταβολίτες φάσης Ι της απεκκρίνονται κυρίως ως γλυκουρονιδικές συζεύξεις. Οι ρυθμοί μεταβολικής κάθαρσης μπορεί να διαφέρουν μεταξύ των ατόμων κατά αρκετές φορές, και αυτό μπορεί να εξηγεί εν μέρει την ευρεία διακύμανση στις συγκεντρώσεις λεβονοργεστρέλης μεταξύ των χρηστών.
Ο πιο σημαντικός μεταβολικός οδός για τη λεβονοργεστρέλη συμβαίνει στην αναγωγή της δέλτα-4 και της 3-οξο-ομάδας, καθώς και υδροξυλιώσεις στις θέσεις 2α, 1β και 16β, ακολουθούμενες από συζεύξεις. Οι περισσότεροι από τους μεταβολίτες που κυκλοφορούν στο αίμα είναι θειικά άλατα της 3β, 5β-τετραϋδρο-λεβονοργεστρέλης, ενώ η απέκκριση γίνεται κυρίως με τη μορφή γλυκουρονιδίων. … In-vitro μελέτες για τη βιομεταμόρφωση της λεβονοργεστρέλης σε ανθρώπινο δέρμα δεν έδειξαν καμία σημαντική μεταβολική αλλαγή της λεβονοργεστρέλης κατά τη διείσδυση στο δέρμα.
/Ερευνητές/ ανασκόπησαν το μεταβολισμό της λεβονοργεστρέλης σε γυναίκες που λάμβαναν από του στόματος θεραπεία με την ραδιοσημασμένη ένωση. Η λεβονοργεστρέλη βρέθηκε κυρίως αμετάβλητη στον ορό εντός 1-2 ωρών μετά τη χορήγηση, αλλά οι συγκεντρώσεις των συζευγμένων μεταβολιτών αυξήθηκαν προοδευτικά μεταξύ 4 και 24 ωρών μετά τη λήψη. Οι περισσότερες από τις συζεύξεις ήταν θειικές και γλυκουρονιδικές. Εκτός από την υπόλοιπη μη συζευγμένη λεβονοργεστρέλη, βρέθηκαν σημαντικές ποσότητες μη συζευγμένων και σε θειική μορφή συζευγμένων 3α,5β-τετραϋδρολεβονοργεστρελών· επίσης ταυτοποιήθηκαν μικρότερες ποσότητες συζευγμένων και μη συζευγμένων 3α,5β-τετραϋδρολεβονοργεστρελών και 16β-υδροξυλεβονοργεστρελών. … Οι κύριοι μεταβολίτες στα ούρα ήταν γλυκουρονίδια (το πιο άφθονο ήταν το 3α,5β-τετραϋδρολεβονοργεστρελ-γλυκουρονίδιο) και βρέθηκαν μικρότερες ποσότητες θειικών αλάτων.
Σε in vitro μελέτες διεξήχθησαν για το μεταβολισμό 3 στεροειδών που χρησιμοποιούνται σε OCs (από του στόματος αντισυλληπτικά) από μικρά κομμάτια ανθρώπινης βλεννογόνου του λεπτού εντέρου. Αυτό έγινε επειδή ο γαστρεντερικός βλεννογόνος των ανθρώπων είναι γνωστό ότι μεταβολίζει διάφορα φάρμακα. Σχεδόν το 40% της αιθινυλιστραδιόλης, 9,8% της λεβονοργεστρέλης και 7% της μεστρανόλης μεταβολίστηκαν μετά την επώαση. Όλες αυτές οι μεταβολικές αποκρίσεις ήταν σημαντικά διαφορετικές από αυτές στις ομάδες ελέγχου. Τα αποτελέσματα της μελέτης δείχνουν ότι ο μεταβολισμός της αιθινυλιστραδιόλης σχετίζεται με το βάρος του χρησιμοποιούμενου ιστού. Αυτά τα αποτελέσματα είναι σύμφωνα με το γνωστό έντονο φαινόμενο πρώτης διόδου της αιθινυλιστραδιόλης. Η νεργοστρελόλη, γνωστή για την ελάχιστη ή καθόλου επίδραση πρώτης διόδου, δεν έδειξε υψηλό ρυθμό μεταβολισμού στο έντερο. Υπό τις πειραματικές συνθήκες που χρησιμοποιήθηκαν, δεν ήταν εμφανής καμία μεταβολική φάση 1 ούτε της αιθινυλιστραδιόλης ούτε της λεβονοργεστρέλης.
Για περισσότερα δεδομένα Μεταβολισμού/Μεταβολιτών (Πλήρη) για τη ΛΕΒΟΝΟΡΓΕΣΤΡΕΛΗ (6 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
Ηπατικός. Οδός απέκκρισης: Περίπου το 45% της λεβονοργεστρέλης και των μεταβολιτών της απεκκρίνεται στα ούρα και περίπου το 32% απεκκρίνεται στα κόπρανα, κυρίως ως γλυκουρονιδικές συζεύξεις.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Ο χρόνος ημιζωής αποβολής μιας δόσης 0,75 mg από 1,5 mg λεβονοργεστρέλης κυμαίνεται μεταξύ 20-60 ωρών μετά τη χορήγηση. Μια φαρμακοκινητική μελέτη σε γυναίκες με φυσιολογικό ΔΜΣ και ΔΜΣ άνω του ορίου έδειξε χρόνο ημιζωής αποβολής 29,7 ωρών και 41,0-46,4 ωρών αντίστοιχα. Μια άλλη φαρμακοκινητική μελέτη έδειξε μέσο χρόνο ημιζωής αποβολής 24,4 ωρών μετά τη χορήγηση δόσης 0,75 mg λεβονοργεστρέλης σε 16 ασθενείς.
(14)C-Νεργοστρελόλη χορηγήθηκε σε επτά ανθρώπινους μάρτυρες και το 43% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα εντός 5 ημερών· ο βιολογικός χρόνος ημιζωής της ραδιενέργειας ήταν 24 ώρες…
Ο χρόνος ημιζωής αποβολής για τη λεβονοργεστρέλη είναι περίπου 36 +/- 13 ώρες σε σταθερή κατάσταση.
Ο μέσος όρος (+/- SD) του τελικού χρόνου ημιζωής για τη λεβονοργεστρέλη προσδιορίστηκε σε 28 +/- 6,4 ώρες.
… Ο μέσος χρόνος ημιζωής αποβολής βρέθηκε να είναι 13,2 ώρες και 9,9 ώρες για δόσεις 0,15 mg και 0,25 mg λεβονοργεστρέλης, αντίστοιχα, όταν χορηγήθηκαν ενδοφλεβίως. Αυτές οι τιμές ήταν παρόμοιες μετά από από του στόματος χορήγηση.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση MeSH
- Χημικές ουσίες ή παράγοντες με αντισυλληπτική δράση σε γυναίκες. Χρήση για γυναικείους αντισυλληπτικούς παράγοντες γενικά ή για τους οποίους δεν υπάρχει συγκεκριμένη επικεφαλίδα.
- Από του στόματος αντισυλληπτικά που οφείλουν την αποτελεσματικότητά τους σε συνθετικά παρασκευάσματα.
- Αντισυλληπτικοί παράγοντες που δρουν στο ΕΝΔΟΚΡΙΝΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση FDA
- 5W7SIA7YZW
- LEVONORGESTREL
- Φυσιολογικές Επιδράσεις [PE] - Αναστολή Γονιμοποίησης Ωαρίου
- Χημική Δομή [CS] - Συγγενείς Προγεστερόνης
- Χημική Δομή [CS] - Συγγενείς Προγεστερόνης
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Προγεστίνη
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Ενδομήτριο Σύστημα που Περιέχει Προγεστίνη
Η λεβονοργεστρέλη είναι Προγεστίνη και Ενδομήτριο Σύστημα που Περιέχει Προγεστίνη. Η φυσιολογική επίδραση της λεβονοργεστρέλης είναι μέσω της Αναστολής Γονιμοποίησης Ωαρίου.
-
LEVONORGESTREL
-
Αναστολή Γονιμοποίησης Ωαρίου [PE]· Ενδομήτριο Σύστημα που Περιέχει Προγεστίνη [EPC]· Ενδομήτριο Σύστημα που Περιέχει Προγεστίνη [EPC]· Συγγενείς Προγεστερόνης [CS]· Προγεστίνη [EPC]
-
LEVONORGESTREL TABLET, 1.5 MG
-
Συγγενείς Προγεστερόνης [CS]· Προγεστίνη [EPC]· Ενδομήτριο Συσκευή που Περιέχει Προγεστίνη [EPC]· Αναστολή Γονιμοποίησης Ωαρίου [PE]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Φαρμακολογική Ταξινόμηση MeSH
- Χημικές ουσίες ή παράγοντες με αντισυλληπτική δράση σε γυναίκες. Χρήση για γυναικείους αντισυλληπτικούς παράγοντες γενικά ή για τους οποίους δεν υπάρχει συγκεκριμένη επικεφαλίδα.
- Από του στόματος αντισυλληπτικά που οφείλουν την αποτελεσματικότητά τους σε συνθετικά παρασκευάσματα.
- Αντισυλληπτικοί παράγοντες που δρουν στο ΕΝΔΟΚΡΙΝΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ.